ΤΖΙΩΡΤΖ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΚΛΕΑΝΘΗ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αγωγής: 165/2014, 21/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 165/2014 Μεταξύ: ΤΖΙΩΡΤΖ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντα και
- ΚΛΕΑΝΘΗ ΜΙΧΑΗΛ
- ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων Ημερομηνία: 21 Ιουνίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Α. Κλώνη για Ν. Ροτσίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Θ. Παπαθεοδώρου για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 (στο εξής ο «Εναγόμενος» και η «Εναγόμενη» ξεχωριστά και οι «Εναγόμενοι» μαζί), αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €32.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 8/10/2013 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Εδράζει, την αξίωσή του αυτή, στη βάση γραμματίου συνήθους τύπου εναντίον του Εναγόμενου 1 και στη βάση συμφωνίας εγγύησης, κάλυψης και αποζημίωσης εναντίον της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, όπως αυτοί προσδιορίστηκαν κατόπιν σχετικής τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στις 16/10/2012 ο Εναγόμενος υπέγραψε, έναντι νομίμου ανταλλάγματος και προς όφελος του Ενάγοντα, γραμμάτιο συνήθους τύπου (στο εξής το «γραμμάτιο») για το ποσό των €40.
- Σύμφωνα με τους όρους του γραμματίου, το ποσό των €40.000 θα εξοφλείτο με 24 μηνιαίες δόσεις των €500, οι οποίες θα καθίσταντο πληρωτέες την τελευταία μέρα κάθε μήνα, με την πρώτη δόση να καταβάλλεται την 31/10/2012 και την τελευταία στις 31/9/
- Το δε υπόλοιπο ποσό των €28.000 θα καταβάλλετο με μια, εφάπαξ, δόση στις 30/10/
- Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής πέραν των 7 ημερών, το γραμμάτιο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το γραμμάτιο, ο Εναγόμενος οφείλει να καταβάλλει τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού του γραμματίου από την ημερομηνία που αυτό θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος, ήταν όρος του γραμματίου ότι, σε περίπτωση καταχώρησης αγωγής, ο Εναγόμενος θα υποχρεούτο να καταβάλει όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. Αναφορικά με την Εναγόμενη, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αυτή, την 23/5/2013 συμφώνησε, δυνάμει γραπτής συμφωνίας (στο εξής η «συμφωνία 23/5/2013»), να εγγυηθεί, καλύψει και αποζημιώσει πλήρως, μέχρι εξόφλησής του, τον Ενάγοντα για οποιαδήποτε ζημιά, οφειλή ή απώλεια τυχόν υποστεί σε περίπτωση παράβασης των όρων του γραμματίου από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος, μεταξύ της περιόδου 31/10/2012 και 30/9/2013, κατέβαλε στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €5.
- Η επόμενη δόση ήταν πληρωτέα στις 30/9/2013, πλην όμως αυτή δεν καταβλήθηκε έγκαιρα αλλά ούτε και εντός 7 ημερών με αποτέλεσμα στις 8/10/2013 το γραμμάτιο να καταστεί ληξιπρόθεσμο και το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό των €34.500 αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Έκτοτε καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €2.500 έναντι της οφειλής, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο ύψους €32.000 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων, ως ανωτέρω. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι, μέσω της τότε δικηγόρου τους, καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντα. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόμενων ως προς τα γεγονότα: Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, η από μέρους του υπογραφή του γραμματίου ήταν αποτέλεσμα περιστάσεων οι οποίες ανάγονται σε πλάνη, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και ψυχική πίεση του Ενάγοντα εις βάρος του και χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα προς τον τελευταίο. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας ήταν καθηγητής ψυχολογίας του Εναγόμενου και οι δύο τους είχαν φιλικές σχέσεις από το
- Παρά δε το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο χρόνο ο Ενάγοντας μετέβη μόνιμα στο Λονδίνο για επαγγελματικούς λόγους, η μεταξύ τους σχέση δεν επηρεάστηκε. Αντίθετα, διατηρήθηκε στο ίδιο επίπεδο, με τους διάδικους να συναντιόνται όποτε ο Ενάγοντας επισκεπτόταν την Κύπρο. Περί το 2008, ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο να μεσολαβήσει η εταιρεία V.M.K. IKOTECHNIKI DEVELOPMENTS LTD (στο εξής η «εταιρεία»), της οποίας οι Εναγόμενοι είναι μέτοχοι, ώστε να επιτευχθεί η πώληση ενός ακινήτου του Ενάγοντα, κάτι το οποίο έγινε. Ακολούθησαν και άλλες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, μέσω της εν λόγω εταιρείας. Την 1/10/2010, ο Ενάγοντας απευθύνθηκε εκ νέου στην εν λόγω εταιρεία και συμφώνησε με αυτήν όπως αγοράσει μια κατοικία στην περιοχή Ιδαλίου έναντι του ποσού των €290.000 πλέον Φ.Π.Α. Ακολούθως ο Ενάγοντας ενημέρωσε την εταιρεία ότι επιθυμούσε τελικά να αγοράσει άλλη κατοικία εντός του ίδιου τεμαχίου η οποία ήταν ίσης αξίας και ακολούθως κατέβαλε την συμφωνηθείσα προκαταβολή ύψους €40.000 έναντι του τιμήματος πώλησης. Πέραν της καταβολής του εν λόγω ποσού, ο Ενάγοντας ουδέν περαιτέρω ποσό κατέβαλε αλλά αντίθετα, μετά την πάροδο ενός έτους και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προηγούμενη προειδοποίηση προς τούτο, ενημέρωσε την εταιρεία ότι δεν επιθυμούσε να προχωρήσει με την εν λόγω αγοραπωλησία. Λόγω της κατοχής της κατοικίας από τον Ενάγοντα για περίοδο ενός έτους, η εταιρεία υπέστη ζημιές αφού δεν κατέστη δυνατό να πωλήσει το ακίνητο σε τρίτους. Λόγω του χρονικού διαστήματος αυτού αλλά και της πολιτικής της εταιρείας να μην επιστρέφει ποσά που της δόθηκαν ως προκαταβολή, συμφωνήθηκε μεταξύ των μετόχων της εταιρείας ότι δεν θα επιστρέφετο στον Ενάγοντα ολόκληρο το ποσό των €40.
- Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι κάλεσαν τον Ενάγοντα προκειμένου να συζητήσουν τι θα γινόταν με την προκαταβολή των €40.
- Τότε, ο Ενάγοντας έπεισε τους Εναγόμενους να συνάψουν συμφωνία στη βάση της οποίας η εταιρεία θα είχε την υποχρέωση να διαθέσει την εν λόγω αναφερόμενη κατοικία εκ νέου προς πώληση και όπως επιστρέψει, με μηνιαίες δόσεις ή μέσω άλλου διακανονισμού, ολόκληρο το ποσό, αφού πρώτα αφαιρούντο οποιεσδήποτε φορολογικές επιβαρύνσεις ή άλλο οικονομικό κόστος. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η εν λόγω συμφωνία ημερομηνίας 14/9/2011 επιτεύχθηκε χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή τους. Συγκεκριμένα, αποτελεί ισχυρισμό τους ότι, ο Ενάγοντας τους έπεισε να υπογράψουν την εν λόγω συμφωνία διότι παρέστησε σε αυτούς ότι, εάν ετίθετο σε ισχύ η συμφωνία ημερομηνίας 14/9/2011 θα βοηθούσε ώστε ο Εναγόμενος να λάβει υποτροφία για διδακτορικό στο Αγγλικό Πανεπιστήμιο στο οποίο ο Ενάγοντας διατηρούσε τη θέση του διδάκτορα. Η δε επιθυμία αυτή του Εναγόμενου για να μεταβεί στο εξωτερικό για σκοπούς διδακτορικού, ήταν έντονη και έτυχε εκμετάλλευσης από τον Ενάγοντα με σκοπό να επιτευχθεί η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Μάλιστα, είναι ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας ζήτησε από αυτόν να ετοιμάσει πρόταση διδακτορικού και να την αποστείλει σε αυτόν ούτως ώστε να την προωθούσε στο Πανεπιστήμιο. Είχαν προς τούτο οι διάδικοι συχνή επικοινωνία τόσο τηλεφωνικά, όσο και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ακολούθως όμως, κλονίστηκε η σχέση εμπιστοσύνης που ο Εναγόμενος είχε προς τον Ενάγοντα, αφού ο τελευταίος δεν φαινόταν διατεθειμένος να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του για την υποτροφία. Περί την 20/7/2012 ο Εναγόμενος έλαβε επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα με την οποία ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι η εταιρεία κατακρατούσε παράνομα χρήματα του Ενάγοντα. Όταν ερωτήθηκε σχετικά, ο Ενάγοντας προέβαλε διάφορες αιτιολογίες για την αποστολή της εν λόγω επιστολής προς τον Εναγόμενο και κατόπιν διαφόρων συζητήσεων, διαβεβαίωσε εκ νέου τον Εναγόμενο ότι αυτός θα ξεκινούσε άμεσα το διδακτορικό του, ενώ ταυτόχρονα θα εκτελούσε και ερευνητική εργασία για την οποία θα είχε και ανάλογες οικονομικές απολαβές. Στη βάση των πιο πάνω και ως αποτέλεσμα της ψυχικής πίεσης που ο Ενάγοντας άσκησε στον Εναγόμενο, ο πρώτος κατάφερε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις, απάτη, ψυχική πίεση και πλάνη να πείσει τον τελευταίο να υπογράψει το γραμμάτιο προσωπικά και όχι επ' ονόματι της εταιρείας και με εγγυήτριά την Εναγόμενη - αδελφή του. Με τον τρόπο αυτό, οι Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν έναντι του Ενάγοντα για ένα ποσό το οποίο ο Εναγόμενος δεν είχε λάβει προσωπικά. Μετά την υπογραφή του γραμματίου, ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο την ετοιμασία καινούργιας πρότασης διδακτορικού, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος έπραξε. Όπως όμως διεφάνη ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο για ερευνητικό πρόγραμμα ή διδακτορικό, αλλά ούτε και για τις δυο προτάσεις που του είχαν ζητηθεί από τον Ενάγοντα και τις οποίες ο Εναγόμενος του παρέδωσε. Παρά τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος ξεκίνησε να καταβάλλει τις πληρωμές, ως οι πρόνοιες του γραμματίου, καταβάλλοντας συνολικό ποσό €7.000, μέσω 14 επιταγών για €500 έκαστη. Περί τον Σεπτέμβριο του 2013, ο Εναγόμενος μετέβη στο Λονδίνο για να ξεκινήσει το μεταπτυχιακό του σε άλλο Πανεπιστήμιο αφού φάνηκε ότι ο Ενάγοντας δεν προτίθετο να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2013 ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο την καταβολή περαιτέρω ποσού €1.000, ισχυριζόμενος ότι εργαζόταν ούτως ώστε το ερευνητικό πρόγραμμα να ξεκινούσε το συντομότερο δυνατό. Ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό που ο Ενάγοντας του ζήτησε, πλην όμως, αφού αποκαλύφθηκαν οι ψευδείς παραστάσεις, η απάτη και ο δόλος του Ενάγοντα εις βάρος του, ο Εναγόμενος σταμάτησε να καταβάλλει οποιαδήποτε ποσά στη βάση του γραμματίου. Η δε Εναγόμενη, ισχυρίζεται ότι όντως υπέγραψε τη συμφωνία 23/5/2013, πλην όμως αποτελεί θέση της ότι η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη κάτω από περιστάσεις που την καθιστούν άκυρη. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της ότι, παρά το γεγονός ότι είχε πληρώσει για τη σύνταξη της εν λόγω συμφωνίας, ουδέποτε έλαβε αντίγραφό της. Ακολούθως, καταγράφονται οι λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων, απάτης, δόλου και ψυχικής πίεσης που οι Εναγόμενοι καταλογίζουν στον Ενάγοντα. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ανταπαίτησής τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το γραμμάτιο δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του Νόμου καθότι η υπογραφή του Εναγόμενου δεν τέθηκε στη παρουσία δύο μαρτύρων, οι υπογραφές των οποίων τέθηκαν μεταγενέστερα. Για τους ίδιους λόγους, ισχυρίζεται και η Εναγόμενη ότι και η συμφωνία 23/5/2013 είναι άκυρη, ενώ επιπρόσθετος λόγος ακυρότητάς της, κατά την Εναγόμενη, είναι και η πάροδος επτά μηνών μεταξύ της υπογραφής του γραμματίου και της συμφωνίας 23/5/
- Τέλος, οι Εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά, μεταξύ άλλων, την έκδοση διακηρυκτικής απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το γραμμάτιο και η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρα, διάταγμα το οποίο να διατάσσει την ακύρωσή τους και αποζημιώσεις προς όφελος του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €8.000 το οποίο, ως ισχυρίζεται, κατέβαλε στον Ενάγοντα ως αποτέλεσμα πλάνης, δόλου, απάτης, ψυχικής πίεσης και ψευδών παραστάσεων. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπισή του στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων, ο Ενάγοντας ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς τους και επαναλαμβάνει την Έκθεση Απαίτησής του στην οποία και επιμένει. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι, τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v. Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, 19/10/2021). Ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι δε απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422, Πούρικος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Με το πιο πάνω δικογραφικό υπόβαθρο, η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση με την πλευρά του Ενάγοντα να παρουσιάζει ως μάρτυρες τον Ν. Ροτσίδη, δικηγόρο (στο εξής ο «ΜΕ1»), την Κλ. Καραγεωργιάδου, δικηγόρο (στο εξής η «ΜΕ2») και την Μ. Βασιλείου, επίσης δικηγόρο (στο εξής η «ΜΕ3»). Μαρτυρία ενώπιόν μου έδωσε και ο ίδιος ο Ενάγοντας. Μετά δε την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Ενάγοντα, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι δύο Εναγόμενοι. Ακολουθεί συνοπτική παράθεση των κύριων σημείων της προσκομισθείσας μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία, στο σύνολό της, έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής επανάληψή της. Προτού όμως προχωρήσω στη συνοπτική παράθεση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σημειώνω ότι, πέραν της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, πριν την έναρξη της ακρόασης δηλώθηκε η συναίνεση των δύο πλευρών όπως η απαίτηση του Ενάγοντα και η ανταπαίτηση των Εναγομένων ακουστούν μαζί. Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Κατέθεσε περαιτέρω, ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίγραφα του επίδικου γραμματίου και της συμφωνίας 23/5/2013 αντίστοιχα, αφού τα πρωτότυπα έγγραφα ήταν ήδη κατατεθειμένα στον φάκελο του Δικαστηρίου λόγω κατάθεσής τους στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη, ως δικηγόρος του Ενάγοντα, για σκοπούς εξεύρεσης μιας διευθέτησης μεταξύ του πελάτη του και του Εναγόμενου. Για τον σκοπό αυτό διευθετήθηκε συνάντηση στις 16/10/2012 οπόταν και ο Εναγόμενος μετέβη στο γραφείο του ΜΕ1 όπου του παρέδωσε αντίγραφο της ταυτότητάς του. Ακολούθως, ο ΜΕ1 συμπλήρωσε το γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €40.000 που είχε ετοιμάσει και ο Εναγόμενος, «χωρίς καμία επιφύλαξη και προς αναγνώριση της οφειλής του» το υπέγραψε, στην παρουσία των ΜΕ2 και ΜΕ
- Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στους όρους του εν λόγω γραμματίου προσθέτοντας ότι υπήρχε ανησυχία σε σχέση με τη φερεγγυότητα του Εναγόμενου με αποτέλεσμα, πέραν του γραμματίου, να συμφωνηθεί μεταξύ του τελευταίου και του Ενάγοντος ότι την υποχρέωσή του για την επιστροφή του ποσού στον Ενάγοντα θα την εγγυόταν και η Εναγόμενη. Κατόπιν δε σχετικής συνεννόησης, η Εναγόμενη μετέβη στο γραφείο του ΜΕ1 στις 23/5/2013, παρέδωσε αντίγραφο της ταυτότητάς της και υπέγραψε, χωρίς καμία επιφύλαξη, τη συμφωνία ημερομηνίας 23/5/2013 αφού πρώτα την μελέτησε. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο Εναγόμενος δεν τίμησε την υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι του Ενάγοντα, αφού πέραν των 11 δόσεων που πλήρωσε κανονικά, καθυστέρησε να πληρώσει τη 12η δόση, με αποτέλεσμα το γραμμάτιο να καταστεί ληξιπρόθεσμο και το υπόλοιπο ποσό των €34.500, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 8/10/2013, απαιτητό. Μετά την 8/10/2013, ο Εναγόμενος κατέβαλε σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις ποσά έναντι της οφειλής του τα οποία συμποσούνται στο συνολικό ποσό των €2.
- Έκτοτε, το υπόλοιπο, πλέον τόκους, παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό. Τέλος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ουδέποτε εκφράστηκε οποιονδήποτε παράπονο από τους Εναγόμενους εναντίον του Ενάγοντα, αντιθέτως, αναγνώρισαν την οφειλή τους προς τον Ενάγοντα, ενώ ο ΜΕ1 παρέδωσε σε αμφότερους τους Εναγόμενους αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραψαν. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως δικηγόρος του Ενάγοντα, περιλαμβανομένης της σύνταξης του γραμματίου, του περιεχομένου του και των συνθηκών υπογραφής του. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τα έγγραφα στην απουσία μαρτύρων και κατόπιν εξαπάτησής τους, θέσεις τις οποίες ο ΜΕ1 αρνήθηκε. Τέλος, ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε σχετικά με την θέση της Υπεράσπισης ότι δεν υφίστατο χρέος του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα. Η ΜΕ2, με τη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Β), ανάφερε ότι περί το 2012 εργαζόταν στη δικηγορική εταιρεία του ΜΕ
- Κατά τη διάρκεια της εκεί εργοδότησής της έτυχε αρκετές φορές να υπογράψει ως μάρτυρας της υπογραφής προσώπων σε συμφωνίες και άλλα έγγραφα. Ο ΜΕ1 έκανε προς τούτο τις απαραίτητες συστάσεις και η ΜΕ2 έβλεπε πάντα την ταυτότητα του εκάστοτε προσώπου που επρόκειτο να υπογράψει. Έτσι έγινε και στις 16/10/
- Συγκεκριμένα, η ΜΕ2 ανέφερε ότι «. ο κύριος Ροτσίδης με κάλεσε εμένα και την κυρία Μαρίνα Βασιλείου που επίσης εργαζόταν στην εταιρεία και μας σύστησε με τον Εναγόμενο 1 και μας εξήγησε ότι ο Εναγόμενος 1 θα υπέγραφε γραμμάτιο συνήθους τύπου στην παρουσία μας και εμείς θα ήμασταν μάρτυρες για την υπογραφή του. Είδα την ταυτότητα του Εναγόμενου 1 και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε το γραμμάτιο στην παρουσία μας. Αμέσως μετά υπογράψαμε και εμείς το γραμμάτιο ως μάρτυρες της υπογραφής του». Η ΜΕ2 αναγνώρισε την υπογραφή της επί του πρωτότυπου γραμματίου. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, ερωτήθηκε κατά πόσο μπορούσε να περιγράψει την εξωτερική εμφάνιση του Εναγόμενου απαντώντας ότι, λόγω της παρόδου του χρόνου, δεν τον θυμόταν. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του γραμματίου και ότι το υπέγραψε μετά. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η μαρτυρία της ΜΕ3 η οποία γραπτή δήλωσή της ως Έγγραφο Γ. Πέραν της μαρτυρίας της σε σχέση με την υπογραφή του γραμματίου στις 16/10/2012 η οποία ήταν πανομοιότυπη με αυτήν της ΜΕ2, η ΜΕ3 ανάφερε και τα εξής σχετικά με την υπογραφή της συμφωνίας 23/5/2013: «Στις 23/5/2013 ο κύριος Ροτσίδης με κάλεσε εμένα και την κυρία Χριστιάνα Χριστοφή που επίσης εργαζόταν ως δικηγόρος στην εταιρεία και μας σύστησε με την Εναγόμενη 2 και μας εξήγησε ότι η Εναγόμενη 2 θα υπέγραφε μια συμφωνία εγγύησης στην παρουσία μας και εμείς θα είμαστε μάρτυρες για την υπογραφή της. Είδα την ταυτότητα της Εναγόμενης 2 και η Εναγόμενη 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης στην παρουσία μας. Αμέσως μετά υπογράψαμε και εμείς τη συμφωνία εγγύησης ως μάρτυρες της υπογραφής της.». Η ΜΕ3 αναγνώρισε την υπογραφή της επί του πρωτότυπου γραμματίου και επί της πρωτότυπης συμφωνίας 23/5/
- Στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, ερωτήθηκε κατά πόσο μπορούσε να περιγράψει την εξωτερική εμφάνιση του Εναγόμενου απαντώντας αρνητικά. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του γραμματίου και ότι το υπέγραψε μετά. Σημειώνω, στο σημείο αυτό ότι, μετά το πέρας της μαρτυρίας της ΜΕ3, εκφράστηκε αρχικά η πρόθεση από πλευράς Ενάγοντα να καλέσει και την Χρ. Χριστοφή ως μάρτυρα, ενόψει όμως της δήλωσης της Υπεράσπισης ότι δεν αμφισβητείτο η υπογραφή της επί της συμφωνίας 23/5/2013, παρουσιάστηκε ως τέταρτος και τελευταίος μάρτυρας, ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, κατέθεσε γραπτή δήλωσή του στην αγγλική γλώσσα, ως Έγγραφο Δ. Ανέγνωσε τη δήλωσή του αυτή η οποία ταυτόχρονα έτυχε μετάφρασης από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα. Σημειώνω περαιτέρω ότι ο μάρτυρας κατέθεσε, ως Τεκμήρια 3 και 4, το πρωτότυπο γραμμάτιο και την πρωτότυπη συμφωνία 23/5/2013 τα οποία στο ενδιάμεσο είχαν επιστραφεί στην πλευρά του Ενάγοντα κατόπιν σχετικής αίτησης επιστροφής τεκμηρίων. Σύμφωνα με τη δήλωσή του, ήρθε στην Κύπρο το 2003 όπου και παρέμεινε μέχρι και το
- Τον Εναγόμενο τον γνώρισε το 2004 και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις τις οποίες διατήρησαν ακόμη και μετά που ο Ενάγοντας επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Κύπρο, αγόρασε διαμέρισμα στην Αγλαντζιά. Όταν δε επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Εναγόμενος πρότεινε να αναλάβει την πώλησή του, κάτι το οποίο ο Ενάγοντας αποδέχτηκε. Περί τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2010 και αφού πωλήθηκε το διαμέρισμα, ο Εναγόμενος κράτησε τις €40.000 από την εν λόγω πώληση, ως προκαταβολή για την πώληση μιας κατοικίας στον Ενάγοντα. Κατά την ίδια περίοδο, όταν ο Ενάγοντας μετέβη στην Κύπρο, συναντήθηκε με τον Εναγόμενο ο οποίος του εξέδωσε ένα τιμολόγιο για την αγορά της εν λόγω κατοικίας. Μετά την υπογραφή και έκδοση του τιμολογίου, ο Ενάγοντας άκουσε από διάφορα πρόσωπα ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν έτοιμος να παραδώσει την κατοικία και ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής του. Ο Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι θα του επέστρεφε την προκαταβολή αλλά θα χρειαζόταν να επαναπωλήσει την κατοικία προτού το πράξει. Παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας ουδέν ποσό έλαβε, μέχρι και το 2012 οπότε και αποτάθηκε στον ΜΕ1, ο οποίος, αφού διεξήλθε των εγγράφων που ο Ενάγοντας υπέγραψε, τον πληροφόρησε ότι ήταν την εταιρεία που πλήρωσε και όχι τον Εναγόμενο προσωπικά. Όταν δε ο Εναγόμενος ενημερώθηκε ότι ο Ενάγοντας διόρισε δικηγόρο, του υποσχέθηκε ότι θα του επέστρεφε το ποσό των χρημάτων του. Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας ενημερώθηκε από τον ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το γραμμάτιο και ότι η αδελφή του, δηλαδή η Εναγόμενη, συμφώνησε να εγγυηθεί το χρέος του υπογράφοντας σχετική σύμβαση. Πάρα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος αρχικά κατέβαλλε τις δόσεις δυνάμει του γραμματίου, στις 8/10/2013 υπήρξε παράβαση των όρων του γραμματίου και το ποσό των €34.500 πλέον τόκο προς 9% ετησίως κατέστη πληρωτέο. Έγινε περαιτέρω αναφορά από τον Ενάγοντα στις, μεταγενέστερες της 8/10/2013, πληρωμές στις οποίες ο Εναγόμενος προέβη έναντι του χρέους του συνολικού ύψους €2.500, σημειώνοντας όμως ότι από την 27/12/2013 ουδέν περαιτέρω ποσό κατέβαλε ο Εναγόμενος μέχρι σήμερα. Τέλος, αρνήθηκε ότι άσκησε οποιαδήποτε πίεση ή ότι προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις εις βάρος των Εναγόμενων. Αντίθετα, ήταν ο ίδιος που εξαπατήθηκε μέσω διάφορων τεχνασμάτων και δικαιολογιών των Εναγομένων. Η μαρτυρία του Ενάγοντα τέθηκε υπό έντονη αμφισβήτηση στο πλαίσιο της αντεξέτασής του από τον από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων. Στο πλαίσιό της, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς αναγνώριση 5Α και 6Α το τιμολόγιο ημερομηνίας 1/10/2010 και η συμφωνία ημερομηνίας 14/9/2011, αντίστοιχα. Ο Ενάγοντας αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με τις διάφορες συναλλαγές του με τον Εναγόμενο και την εταιρεία του οι οποίες προηγήθηκαν της υπογραφής του επίδικου γραμματίου καθώς και την εμπλοκή του στην προσπάθεια του Εναγόμενου να εξασφαλίσει υποτροφία για μεταπτυχιακό. Αρνήθηκε ότι εξαπάτησε τον Εναγόμενο υποσχόμενος ότι θα του εξασφάλιζε θέση στο διδακτορικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου που εργαζόταν εάν ο Εναγόμενος αναλάμβανε προσωπικά το χρέος της εταιρείας προς τον Ενάγοντα. Τέλος, ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι ο λόγος που η Εναγόμενη υπέγραψε τη συμφωνία 23/5/2013 ήταν διότι υπήρχε αλληλογραφία μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου με την οποία ο πρώτος υποσχόταν στον τελευταίο ότι θα του εξασφάλιζε διδακτορική θέση. Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωσή του ως Έγγραφο E καθώς και εννέα τεκμήρια ως ακολούθως: Τιμολόγιο ημερομηνίας 1/10/2010 της εταιρείας προς τον Ενάγοντα με χειρόγραφες σημειώσεις, ως Τεκμήριο 5 (το οποίο είχε προηγουμένως κατατεθεί ως Τεκμήριο προς αναγνώριση 5Α). Συμφωνία ημερομηνίας 14/9/2011, ως Τεκμήριο 6 (το οποίο είχε προηγουμένως κατατεθεί ως Τεκμήριο προς αναγνώριση 6Α). Τιμολόγιο ημερομηνίας 1/10/2010 της εταιρείας προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο
- Επιστολή ημερομηνίας 20/7/2012 των δικηγόρων του Ενάγοντα προς την εταιρεία, ως Τεκμήριο
- Δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερομηνίας 28/11/2012 - 24/12/2012 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, ως Τεκμήριο
- Δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων ημερομηνίας 21/2/2013 - 6/4/2013 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, ως Τεκμήριο
- Δέσμη αποδείξεων με ημερομηνίες 30/10/2012 έως και 27/12/2013, ως Τεκμήριο
- Αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 10/9/2010 της εταιρείας προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο
- Αντίγραφο τιμολογίου ημερομηνίας 31/7/2012 της εταιρείας προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη δήλωσή του, ο ίδιος και η Εναγόμενη είναι εκ των μετόχων της εταιρείας και κατά τον επίδικο χρόνο ο Εναγόμενος ήταν ένας εκ των δυο διευθυντών της. Αναφέρθηκε στην περίοδο κατά την οποία γνωρίστηκαν με τον Ενάγοντα και τις φιλικές σχέσεις που ανέπτυξαν, υιοθετώντας ουσιαστικά και επαναλαμβάνοντας με περαιτέρω λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς που δικογραφεί σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του γραμματίου. Θέση του Εναγόμενου ήταν ότι υπέγραψε μεν το γραμμάτιο, πλην όμως το έπραξε στην απουσία οποιωνδήποτε μαρτύρων και ακολούθως αποχώρησε από το γραφείο του ΜΕ
- Ανέφερε περαιτέρω ότι ήταν κατόπιν παράκλησης του ίδιου του Ενάγοντα που δεν αναγράφηκε ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ο Εναγόμενος ανέλαβε το χρέος αφού εάν καταγράφετο ότι το χρέος αναλήφθηκε με την υπόσχεση ότι ο Ενάγοντας θα χρησιμοποιούσε τη θέση και επιρροή του για να εξασφαλίσει στον Εναγόμενο θέση για διδακτορικό, θα εβλάπτετο η καριέρα του Ενάγοντα. Αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα που ακολούθησαν της υπογραφής του γραμματίου και τις διάφορες παραστάσεις, ενέργειες και συμπεριφορές που αποδίδει στον Ενάγοντα, καταγράφοντας, στη δήλωσή του, τα ακριβή ποσά που κατέβαλε στον Ενάγοντα και των οποίων την επιστροφή διεκδικεί ανταπαιτητικά. Ο Εναγόμενος αντεξετάστηκε εφ' όλης της ύλης. Υπό αμφισβήτηση τέθηκαν τόσο οι ισχυρισμοί αναφορικά με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφεής αλλά και ειδικότερα οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου του περί εξαπάτησής του από τον Ενάγοντα για την υπογραφή του επίδικου γραμματίου. Αμφισβητήθηκαν επίσης και οι ισχυρισμοί του σχετικά με τις συνθήκες υπογραφής του γραμματίου και δη αναφορικά με τη θέση του περί απουσίας μαρτύρων. Τέλος, κατέθεσε ενώπιόν μου και η Εναγόμενη η οποία παρουσίασε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, γραπτή δήλωση (Έγγραφο ΣΤ). Με τη δήλωσή της, αναφέρθηκε και αυτή με τη σειρά της στα γεγονότα για τα οποία μαρτύρησε και ο Εναγόμενος, λέγοντας ότι είχε πειστεί να υπογράψει τη συμφωνία 23/5/2013, ως αποτέλεσμα τηλεφωνικής επικοινωνίας της με τον Ενάγοντα την προηγούμενη ημέρα της υπογραφής και της υπόσχεσης του τελευταίου ότι θα βοηθούσε τον αδελφό της, πράγμα το οποίο εν τέλει διαφάνηκε ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να πράξει ο Ενάγοντας. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση της ότι η υπογραφή της επί της συμφωνίας 23/5/2013 ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησής της από τον Ενάγοντα. Κατά την αντεξέτασή της επέμεινε στα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της και δη ότι όντως μίλησε με τον Ενάγοντα ο οποίος την έπεισε να υπογράψει τη συμφωνία 23/5/2013 με τα όσα της ανέφερε τηλεφωνικώς. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενων και η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων ενδελεχώς. Συγκεκριμένη αναφορά στις εισηγήσεις των συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Προχωρώντας σημειώνω ότι, τόσο εκ της ανταλλαχθείσας δικογραφίας[1], όσο και επί τη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και του χειρισμού κατά την ακρόαση[2], προκύπτουν, ως παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα μεταξύ των διαδίκων, τα ακόλουθα γεγονότα: Την 16/10/2012, ο Εναγόμενος υπέγραψε προς όφελος του Ενάγοντα το επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 3) για το ποσό των €40.000 πλέον τόκο προς 9% τον χρόνο επί του ποσού των €40.000 από την ημερομηνία που το γραμμάτιο καθίστατο ληξιπρόθεσμο, μέχρι τελικής εξόφλησης. Το ποσό των €40.000, η αξία του οποίου αναφέρεται ότι προέρχεται από μετρητά. Το ποσό θα εξοφλείτο με 24 μηνιαίες δόσεις των €500, οι οποίες θα καθίσταντο πληρωτέες την τελευταία μέρα κάθε μήνα, με την πρώτη δόση να καταβάλλεται την 31/10/2012 και την τελευταία στις 31/9/
- Το δε υπόλοιπο ποσό των €28.000, θα καταβάλλετο με μια, εφάπαξ, δόση στις 30/10/
- Όρος του γραμματίου ήταν επίσης ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής περισσότερο από 7 ημέρες, το γραμμάτιο καθίσταται ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως απαιτητό και σε περίπτωση καταχώρησης αγωγής, ο Εναγόμενος θα υποχρεούτο να καταβάλει όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. Την 23/5/2013, η Εναγόμενη υπέγραψε την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 4) με τους όρους που εκεί καταγράφονται. Παρεμφερώς, σημειώνω ότι, μεταξύ άλλων όρων, η συμφωνία ημερομηνίας 23/5/2013, περιλάμβανε και τον ακόλουθο όρο: «Συμφωνώ, και αναλαμβάνω και υπόσχομαι στον κ. Γιώργο Γεωργίου ότι θα τον καλύπτω και θα τον αποζημιώνω πλήρως και μέχρι εξοφλήσεως για το ποσό που θ' απολέσει πλέον τόκους πλέον πάσης φύσεως έξοδα τυχόν υποστεί προς ανάκτηση του ποσού αυτού, σε περίπτωση που ο αδελφός μου κ. Κλεάνθης Μιχαήλ παραβιάσει τους όρους του συνημμένου ως παράρτημα 1 γραμματίου (εφεξής «το Γραμμάτιο») και / ή για κάθε άλλη, χωρίς περιορισμούς, ζημιά, οφειλή, χρέος, απώλεια και / ή καταστροφή ήθελε υποστεί, συμπεριλαμβανομένης αλλά όχι περιορισμένης και έμμεσης οικονομικής ζημιάς, που τυχόν υποστεί είτε άμεσα είτε έμμεσα, είτε αυτή μπορούσε να προβλεφθεί (foreseeable) κατά την υπογραφή της Συμφωνίας είτε όχι, σε περίπτωση που το οφειλόμενο δυνάμει του Γραμματίου ποσό για οποιοδήποτε λόγο δεν επιστραφεί σ' αυτόν ως προνοείται σε αυτό και / ή σε περίπτωση που ο κ. Κλεάνθης Μιχαήλ παραβιάσει με οποιοδήποτε τρόπο τους όρους του Γραμματίου και / ή σε περίπτωση που ο κ. Κλεάνθης Μιχαήλ αμελεί ή αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο από αυτόν ποσό, ως τούτο ορίζεται εντός του Γραμματίου.» Μη αμφισβητούμενο, μεταξύ των διαδίκων, είναι και το γεγονός ότι, πέραν της υπογραφής του γραμματίου και της συμφωνίας 23/5/2013 από τον Εναγόμενο και την Εναγόμενη αντίστοιχα, τα εν λόγω έγγραφα υπογράφονται και από άλλα δύο πρόσωπα ως μάρτυρες των υπογραφών των Εναγομένων. Τέλος, ο Εναγόμενος, μεταξύ της περιόδου 31/10/2012 έως και 30/9/2013, κατέβαλε στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €5.
- Περαιτέρω, μεταξύ 8/10/2013 έως και 27/12/2013, ο Εναγόμενος κατέβαλε στον Ενάγοντα περαιτέρω ποσά συνολικού ύψους €2.
- Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Έχοντας λοιπόν παραθέσει το παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων και αφού συνοψίστηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί των διαδίκων, όπως αυτοί προβλήθηκαν μέσω των δικογράφων τους αλλά και κατά την ακρόαση, παρατηρώ ότι τα επίδικα θέματα στην προκειμένη περίπτωση, είναι τα ακόλουθα: Αφενός, κατά πόσο το επίδικο γραμμάτιο όντως υπεγράφη από τον Εναγόμενο στην παρουσία δυο μαρτύρων. Παρεμβάλλω ότι, παρά το γεγονός ότι αντίστοιχη θέση προβλήθηκε σε επίπεδο δικογράφων και από την Εναγόμενη, ότι δηλαδή η υπογραφή της επί της συμφωνίας 23/5/2013 δεν τέθηκε στην παρουσία δυο μαρτύρων, οι υπογραφές των οποίων επίσης «πάρθηκαν μεταγενέστερα», εντούτοις, όπως διαφάνηκε κατά την ακρόαση, η θέση αυτή δεν προωθήθηκε από την Εναγόμενη αφού ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στους μάρτυρες του Ενάγοντα αλλά ούτε και προσκομίστηκε εν πάση περιπτώσει τέτοια μαρτυρία από αυτήν. Αφετέρου δε, επίδικο παραμένει και το κατά πόσο οι υπογραφές των Εναγόμενων επί των εγγράφων που έκαστος υπέγραψε, εξασφαλίστηκαν ως αποτέλεσμα απάτης και ψευδών παραστάσεων του Ενάγοντα εις βάρος τους ή κάτω από περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ενέταξε και τη θέση της η Υπεράσπιση περί απουσίας ανταλλάγματος για την υπογραφή του γραμματίου. Τονίζω συνεπώς, στο σημείο αυτό ότι, αν και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι το επίδικο γραμμάτιο όντως πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις ενός γραμματίου συνήθους τύπου όπως αυτές καθορίζονται από τις πρόνοιες του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[3], αποτέλεσε ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η υπογραφή του επί του γραμματίου «. δεν έγινε με την ταυτόχρονη παρουσία των μαρτύρων όπως ορίζουν οι Πρόνοιες του Νόμου ώστε αυτό να καθίσταται έγκυρο, αλλά πάρθηκαν μεταγενέστερα» καθώς και ότι η υπογραφή του επί του εγγράφου ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και εξαπάτησής του από τον Ενάγοντα. Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως διαφάνηκε κατά την ακρόαση, ούτε ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Εναγόμενης περί ακυρότητας της συμφωνίας 23/5/2013, λόγω της υπογραφής της σε χρόνο μεταγενέστερο της υπογραφής του γραμματίου, φαίνεται να προωθήθηκε τελικά. Παρά δε το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση γίνεται αναφορά και στην ύπαρξη δόλου, πλάνης, ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού του Ενάγοντα εις βάρους των Εναγομένων, αυτές οι θέσεις επίσης δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση και εγκαταλείφθηκαν, γεγονός το οποίο δηλώθηκε εξάλλου και από τον συνήγορο των Εναγομένων στο πλαίσιο της εμπεριστατωμένης αγόρευσής του[4]. Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας πάντοτε κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει επιμελώς των πρακτικών της διαδικασίας και του περιεχομένου των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιόν μου ως τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας αλλά και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, 25/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Τέλος, σημειώνω ότι η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 462). Με γνώμονα λοιπόν τις πιο πάνω αρχές και τα επίδικα θέματα, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας. Αναφορικά με το κατά πόσο το επίδικο γραμμάτιο υπογράφθηκε από τον Εναγόμενο στην παρουσία δύο μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, παρατηρώ ότι μαρτυρία επί του προκειμένου ζητήματος, δηλαδή της υπογραφής του γραμματίου, δόθηκε από τους ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3 και τον Εναγόμενο. Σημειώνω καταρχάς ότι η θέση των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ότι οι δύο τελευταίες όντως υπέγραψαν το γραμμάτιο ως μάρτυρες δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Ό,τι αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία τους ήταν το κατά πόσο οι ΜΕ2 και 3 ήταν παρούσες κατά την υπογραφή του γραμματίου από τον Εναγόμενο. Ως προς την εκδοχή που προβλήθηκε από πλευράς Ενάγοντα σε σχέση με το επί του προκειμένου ζήτημα, σημειώνω ότι η εντύπωση που αποκόμισα από τους ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ήταν θετική και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους ως αληθή. Οι εν λόγω μάρτυρες ήταν σταθεροί στις θέσεις τους, δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, η όλη εκδοχή τους χαρακτηρίζεται από συνοχή και γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία και των τριών σχετικά με τις ενέργειές τους και τη διαδικασία που τηρείτο για την υπογραφή εγγράφων στο γραφείο του ΜΕ1 (γενικά και ειδικά) ήταν σαφής και πειστική και τα όσα ανέφεραν συνάδουν, τόσο με τη λογική όσο και μεταξύ των όσων ο κάθε ένας τους ανέφερε. Η δε αντεξέτασή τους ήταν περιορισμένη και δεν θεωρώ ότι προέκυψε από αυτήν οτιδήποτε το οποίο να κλονίζει την αξιοπιστία τους σε σχέση με τη σαφή θέση που προώθησαν, ότι δηλαδή τόσο ο Εναγόμενος όσο και η Εναγόμενη υπέγραψαν τα επίδικα έγγραφα στην παρουσία τους. Σχετικά με τις αναφορές των ΜΕ2 και ΜΕ3 ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψουν την εξωτερική εμφάνιση του Εναγόμενου, δεν θεωρώ ότι αυτές κλονίζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της μαρτυρίας τους. Αντίθετα, θεωρώ ότι οι εν λόγω αναφορές είναι ενδεικτικές της ειλικρίνειάς τους και ενισχύουν την αξιοπιστία τους. Τούτο διότι, δεν θα ήταν εύλογα αναμενόμενο, ενόψει της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, να είναι σε θέση να περιγράψουν την εξωτερική εμφάνιση ενός, από τα πολλά πρόσωπα, την υπογραφή του οποίου πιστοποίησαν στο πλαίσιο της εργασίας τους. Αντίθετα όμως, γίνεται αποδεκτή η εκδοχή τους ότι πάντοτε ακολουθείτο η ίδια διαδικασία όποτε υπέγραφαν ως μάρτυρες και δη ότι πάντοτε οι υπογραφές τίθεντο στην παρουσία τους. Οι πιο πάνω αναφορές τους ανταποκρίνονται στην κοινή λογική και προσδίδουν αληθοφάνεια στους ισχυρισμούς τους περί υπογραφής των εγγράφων από τους Εναγόμενους στην παρουσία τους. Σημειώνω επίσης, σε σχέση με τις ΜΕ2 και ΜΕ3, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, αποχώρησαν από το γραφείο του ΜΕ
- Δεν εντοπίζεται συνεπώς οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην είναι ειλικρινείς ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι επίσης τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 αναφορικά με τη σύνταξη του γραμματίου αλλά και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως δικηγόρος του Ενάγοντα από την ημερομηνία διορισμού του. Σημειώνω τέλος, ότι η μαρτυρία της ΜΕ3 αναφορικά με υπογραφή της ίδιας και της Χρ. Χριστοφή ως μάρτυρες επί του Τεκμηρίου 4, παρέμεινε αναντίλεκτη και ως τέτοια γίνεται αποδεκτή. Στρέφομαι στην επί του προκειμένου εκδοχή του Εναγόμενου και θα συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα, ότι η εκδοχή του, ως προς το ζήτημα της υπογραφής του γραμματίου, όπως αυτή προβλήθηκε κατά την ακρόαση, δεν φαίνεται να συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Εξηγώ. Ο Εναγόμενος, με το δικόγραφό του, ισχυρίστηκε ότι οι υπογραφές των μαρτύρων επί του γραμματίου δεν τέθηκαν στην παρουσία του αλλά πάρθηκαν μεταγενέστερα της από μέρους του υπογραφής του εγγράφου. Τον εν λόγω ισχυρισμό τον επανέλαβε και στην κυρίως εξέτασή του. Κατά την αντεξέτασή του όμως, ο Εναγόμενος διαφοροποίησε την εν λόγω θέση του από το δικογραφημένο πλαίσιο που ο ίδιος είχε καθορίσει, λέγοντας ότι το γραμμάτιο «. ήταν υπογραμμένο στο γραφείο του Ροτσίδη, μιλήσαμε στο τηλέφωνο, ανέβηκα και υπέγραψα και έφυγα, δεν είδα καμία κοπέλα». Ως προς το πως τυχόν διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας επηρεάζει την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής, παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου ν. Γερακιώτη (ανωτέρω). Η πιο πάνω λοιπόν έκδηλη διάσταση, μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας, σφραγίζει και την τύχη της επί του προκειμένου θέσης της υπεράσπισης. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημά μου ότι το επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 3) υπεγράφη από τον Εναγόμενο στις 16/10/2012 στην παρουσία των ΜΕ2 και ΜΕ3, δύο δηλαδή μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίες επίσης υπέγραψαν το Τεκμήριο
- Καθίσταται επίσης εύρημά μου ότι και η συμφωνία 23/5/2013 (Τεκμήριο 4) υπογράφηκε από την Εναγόμενη, στην παρουσία δυο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Στρέφομαι στη μαρτυρία του Ενάγοντα και σημειώνω ότι η εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν ήταν θετική και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, παρουσιάζει συνοχή και συνάδει τόσο με τα δικόγραφά του όσο και με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε προς υποστήριξη των όσων προφορικά ανέφερε. Παρά την έντονη αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων, ο Ενάγοντας ουδέποτε διαφοροποίησε καθ' οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του αλλά ούτε και υπαναχώρησε από την ουσιαστική θέση του, ότι δηλαδή ουδέποτε προέβη σε οποιεσδήποτε ψευδείς παραστάσεις ή εξαπάτησε τον Εναγόμενο ότι θα του εξασφάλιζε θέση για διδακτορικό με σκοπό να αποσπάσει την υπογραφή του επί του γραμματίου. Η επί του προκειμένου μαρτυρία του όχι μόνο παρέμεινε ακλόνητη, αλλά είναι και λογικοφανής αφού όπως ο μάρτυρας επανειλημμένα ανέφερε, θα ήταν αδύνατο ο ίδιος να υποσχεθεί και να διευθετήσει κάτι τέτοιο αφού τα διδακτορικά προγράμματα εγκρίνονταν από ειδική επιτροπή του Πανεπιστημίου (interview panel) και όχι από τον ίδιο. Ο εν λόγω ισχυρισμός του δε, ενισχύεται και από το κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι, ο Εναγόμενος όντως έτυχε τηλεφωνικής συνέντευξης με αντιπροσώπους του Πανεπιστημίου για τον σκοπό αυτό. Το δε γεγονός ότι όντως έλαβε χώρα μια τέτοια συνέντευξη - την οποία ο Ενάγοντας τοποθέτησε περί το 2010, δηλαδή 2 χρόνια πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 - θεωρώ ότι ενισχύει τη θέση του Ενάγοντα ο οποίος ισχυρίστηκε ότι βοήθησε απλά τον Εναγόμενο όπως και άλλους φοιτητές του. Χωρίς δηλαδή να τον διαβεβαιώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι θα του διασφάλιζε τη θέση και συμμετοχή σε ερευνητικό πρόγραμμα επ' αμοιβή. Περαιτέρω, ενδεικτικό στοιχείο της ειλικρίνειάς του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν και το ότι ουδέποτε αμφισβήτησε ότι όντως είχε συναλλαγές με την εταιρεία του Εναγόμενου πριν την υπογραφή του γραμματίου. Επανέρχομαι στο σημείο αυτό στη μαρτυρία του Εναγόμενου και παρατηρώ ότι, πέραν των πιο πάνω επισημάνσεών μου, σε σχέση με τη μαρτυρία του η οποία άπτετο των προϋποθέσεων του γραμματίου, ούτε η θέση του περί υπογραφής του γραμματίου ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και απάτης του Ενάγοντα εις βάρος του πείθει. Εξηγώ. Τα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε στη μαρτυρία του σχετικά με τις διάφορες παραστάσεις του Ενάγοντα παρέμειναν γενικά και αόριστα. Σημειώνω ότι δεν ήταν σε θέση, ούτε δικογραφικά αλλά ούτε και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, να προσδιορίσει κατά τρόπο σαφή, πότε ακριβώς έλαβε χώρα η συνέντευξή του με αντιπροσώπους του Πανεπιστημίου, σε αντίθεση με τον Ενάγοντα ο οποίος ανέφερε ότι η συνέντευξη έλαβε χώρα το 2010, ήτοι πολύ πριν την υπογραφή του γραμματίου. Όπως δε μάλιστα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ο Εναγόμενος, την απάντηση του Πανεπιστημίου ήταν από το 2010 που την περίμενε. Καμία δε έγγραφη και απτή μαρτυρία παρουσίασε σε σχέση με τις παραστάσεις και την εξαπάτηση του Ενάγοντα εις βάρος του, η οποία να ανάγεται στον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής του επίδικου γραμματίου. Πέραν όμως του ότι η αλληλογραφία που παρουσίασε (βλ. Τεκμήρια 9 και 10), έπεται του ουσιώδους χρόνου της υπογραφής του γραμματίου, δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της οποιαδήποτε παράσταση ή απατηλή συμπεριφορά, αφού ο Ενάγοντας φέρεται ουσιαστικά να υποβάλλει εισηγήσεις στον Εναγόμενο και να τον βοηθά σε σχέση με την έρευνά του. Σημειώνω επίσης ότι ο Εναγόμενος, παραδέχθηκε ότι γνώριζε και μάλιστα έτυχε και νομικής συμβουλής ως προς το τι θα υπέγραφε, αφού όπως ανέφερε ενώπιόν μου, κατόπιν σχετικής ερώτησης: «Κυρία Κλώνη, σας λέω ξέρω πολύ καλά τι υπόγραφα, το γραμμάτιο το υπόγραψα γιατί μου υποσχέθηκε αυτά που μου υποσχέθηκε. Δεν αμφισβητώ, γνώριζα τι υπόγραφα, το συζήτησα με τον ίδιο, θα πας να υπογράψεις γραμμάτιο, μίλησα με τον δικηγόρο μου, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν γνώριζα. Για αυτό η προηγούμενη μου δικηγόρος έλεγε «να συμβιβαστούμε», λέω «όχι, θέλω να πάω να πω την αλήθεια». Υπόγραψα σοβαρό έγγραφο αλλά γιατί το υπόγραψα το έγγραφο; Δεν αμφισβητώ το γραμμάτιο, δεν υπήρχαν μάρτυρες, έτσι είπα να γίνει το λεκτικό, δεν έλαβα ούτε ένα σεντ.». Προκύπτει συνεπώς ότι ο Εναγόμενος γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι με το έγγραφο που υπέγραψε δήλωνε ρητά και απερίφραστα ότι όφειλε ο ίδιος, υπό την προσωπική του ιδιότητα, να πληρώσει στον Ενάγοντα το ποσό που αναφέρεται στο γραμμάτιο. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναδείξω ότι, παρά την επιμονή του Εναγόμενου ότι ξεγελάστηκε και εξαπατήθηκε από τον Ενάγοντα, και μάλιστα επί σειρά ετών, τίποτε απτό δεν παρουσίασε ως προς την αντίδρασή του, όταν κατ' ισχυρισμό αντιλήφθηκε ότι εξαπατήθηκε. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι τόσο η Υπεράσπισή του, όσο και η μαρτυρία του βασίστηκαν στην εκδοχή ότι η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 3 ήταν αποτέλεσμα απάτης και ψευδών παραστάσεων, εύλογα αναμενόταν, ότι ο Εναγόμενος όταν ανακάλυψε την πραγματικότητα, ότι δηλαδή εξαπατήθηκε, θα αντιδρούσε με κάποιο τρόπο, είτε προβαίνοντας σε παραστάσεις προς τον Ενάγοντα, είτε καταγγέλλοντας τον στις αρμόδιες αρχές. Καμία όμως μαρτυρία παρουσιάστηκε η οποία να τείνει να υποστηρίξει τις θέσεις του και να καταδείξει ότι όντως αυτός αντέδρασε με κάποιο τρόπο. Παρά λοιπόν την προβολή της εκδοχής αυτής, καμία απτή μαρτυρία παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί να παραμείνουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να δεχτώ τα όσα ο Εναγόμενος προέβαλε και αφορούν στις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις και εξαπάτησή του από τον Ενάγοντα ότι θα του εξασφάλιζε θέση σε μεταπτυχιακό και ερευνητικό πρόγραμμα επ' αμοιβή. Τίποτα δεν παρουσιάστηκε το οποίο να συνηγορεί υπέρ της θέσης αυτής, με τον Εναγόμενο να περιορίζεται σε αναφορές ότι ο Ενάγοντας «πάτησε» πάνω στο «όνειρο» του για να εξασφαλίσει την υπογραφή του επί του εγγράφου. Ο Εναγόμενος, με τη μαρτυρία του, ουσιαστικά επιχείρησε να πείσει ότι βρισκόταν για περίοδο πέραν των δύο ετών υπό το καθεστώς εξαπάτησης του από τον Ενάγοντα, εκδοχή όμως η οποία στερείται κάθε πειστικότητας. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου περί εξαπάτησής του στερείται λογικής και πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Τέλος, σχετικά με τη μαρτυρία της Εναγόμενης σημειώνω ότι, ουσιώδης θέση της στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, ήταν ότι πείστηκε να υπογράψει τη συμφωνία ως αποτέλεσμα τηλεφωνικής επικοινωνίας της με τον Ενάγοντα την ημέρα πριν την υπογραφή. Κατά τη διάρκεια δε της εν λόγω τηλεφωνικής επικοινωνίας, ο Ενάγοντας τη διαβεβαίωσε και της ζήτησε να θεωρήσει δεδομένο ότι ο Εναγόμενος αδελφός της ήταν ήδη υποψήφιος διδάκτορας. Έχω διεξέλθει των πρακτικών που τηρήθηκαν και του φακέλου και παρατηρώ ότι η πιο πάνω θέση της Εναγόμενης όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά και ότι ουδέποτε τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του για να τοποθετηθεί. Ούτε και αντεξετάστηκε καθόλου ο Ενάγοντας επί του προκειμένου ζητήματος. Αντίθετα, η θέση που υποβλήθηκε στον Ενάγοντα, με τον τελευταίο να την απορρίπτει, ήταν ότι η Εναγόμενη πείστηκε να υπογράψει τη συμφωνία συνεπεία αλληλογραφίας του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, η οποία της υποδείχθηκε. Η εν λόγω θέση της συνεπώς δεν μπορεί να τύχει της δέουσας αξιολόγησης από το Δικαστήριο εφόσον ουδέποτε τέθηκε στον Ενάγοντα προκειμένου να τοποθετηθεί σχετικά (βλ. μεταξύ άλλων, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785). Τα όσα δε ανέφερα πιο πάνω σχετικά με τη μαρτυρία του Εναγόμενου, ισχύουν και σε σχέση με τη θέση της Εναγόμενης η οποία ήταν ουσιαστικά ταυτόσημη με αυτήν του Εναγόμενου, ότι δηλαδή και εκείνη γνώριζε πολύ καλά τι υπέγραφε, πλην όμως το έπραξε διότι της παραστάθηκε ότι η θέση του αδελφού της στο ερευνητικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα θα ήτο εξασφαλισμένη. Τίποτε όμως το οποίο να συνηγορεί υπέρ της θέσης αυτής των Εναγομένων δεν εντοπίζεται ούτε στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που η πλευρά τους παρουσίασε, η οποία εξάλλου είναι στο σύνολό της μεταγενέστερη της εκτέλεσης του γραμματίου (Τεκμήριο 3). Είναι λοιπόν προφανές ότι ούτε και η μαρτυρία της Εναγόμενης μπορεί να γίνει αποδεκτή και να αποτελέσει βάση για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημά μου ότι κατά την υπογραφή του γραμματίου (Τεκμήριο 3) και της συμφωνίας (Τεκμήριο 4) οι Εναγόμενοι δεν έτυχαν οποιασδήποτε εξαπάτησης ή ψευδούς παράστασης από τον Ενάγοντα. Περαιτέρω καθίσταται εύρημά μου, ότι πέραν της καταβολής των ποσών για τα οποία έχω ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα, ο Εναγόμενος ουδέν περαιτέρω ποσό κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 μέχρι σήμερα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, η επί του προκειμένου εκδοχή των Εναγόμενων ως προς τα γεγονότα δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται, σε αντίθεση με τη μαρτυρία των ΜΕ1, 2 και 3 και του Ενάγοντα την οποία αποδέχομαι και κρίνω ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ως οι εν λόγω μάρτυρες τα περιέγραψαν. Στρέφομαι στο σημείο αυτό στο επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 3) και σημειώνω ότι, αυτό φέρει όλα τα χαρακτηριστικά ενός γραμματίου συνήθους τύπου. Καταγράφεται δηλαδή σε αυτό το ποσό, η αξία του και δίδεται προς τον Ενάγοντα, υπόσχεση εξόφλησης εντός καθορισμένου χρόνου. Γίνεται αναφορά στον τόκο, καταγράφεται η αντιπαροχή και περιλαμβάνεται πρόνοια για την καταβολή δικαστικών και δικηγορικών εξόδων. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη τα πιο πάνω σε συνάρτηση με την απόρριψη της θέσης της υπεράσπισης σε σχέση με το Τεκμήριο 3, η οποία αφορούσε στο ότι αυτό δεν συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου, διότι δεν υπογράφηκε στην παρουσία δυο μαρτύρων, καθίσταται εύρημά μου ότι το Τεκμήριο 3 όντως αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου εντός της έννοιας του Άρθρου 78 του Κεφ. 149 το οποίο υπεγράφη από τον Εναγόμενο στις 16/10/2012, στην παρουσία δύο μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει ότι το επίδικο έγγραφο (Τεκμήριο 3) όντως αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η απόδειξη συνεπώς της δέουσας υπογραφής και εκτέλεσης του επίδικου γραμματίου, καθιστά άσχετους πλέον τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί ανυπαρξίας αντιπαροχής, αφού σύμφωνα με πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου αποδεικνύεται ότι το επίδικο έγγραφο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη, στο γραμμάτιο, αντιπαροχή. Συγκεκριμένα, στη Σαλαχώρη ν. Παναγιωτίδου, Πολιτική Έφεση αρ. 257/2010, 1/3/2016, λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά: «Στη Λεωνίδου ν. Σπυριδάκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με την παρούσα περίπτωση, και εκεί η αξίωση βασιζόταν σε γραμμάτιο συνήθους τύπου επαναβεβαιώθηκε ότι επί αξιώσεως που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.»» Περαιτέρω, καθοδηγητική αναφορά επί του προκειμένου γίνεται και στη θεμελιακή απόφαση Raif v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158 όπου διατυπώθηκε η αρχή ότι σε περιπτώσεις που αποδεικνύεται η υπογραφή και εκτέλεση γραμματίου συνήθους τύπου, ακόμη και εάν εν τέλει φανεί ότι ο φερόμενος δανειστής ουδέποτε έδωσε χρήματα στον οφειλέτη, αυτό είναι γεγονός άσχετο το οποίο δεν πλήττει την εγκυρότητα του γραμματίου. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής: «In any case, the fact that no cash passed from the plaintiff to the deceased at the time—a fact never disputed by the plaintiff in this case—is, we think, inadmissible in law (in view of the provisions in section 80) against a bond in customary form, duly signed and delivered.» Κατά συνέπεια, απόρροια της πιο πάνω κατάληξής μου, σε σχέση με το επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 3) και την πλήρωση των τυπικών του προϋποθέσεων, είναι ότι το περιεχόμενό του κατέστη αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που καταγράφονται σε αυτό (βλ. άρθρο 80 του Κεφ. 149) ότι δηλαδή στις 16/10/2012 ο Εναγόμενος υποσχέθηκε στον Ενάγοντα όπως καταβάλει σε αυτόν το ποσό των €40.000 με τους όρους για τους οποίους έχω ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα ανωτέρω. Τεκμαίρεται περαιτέρω, αμαχητί, στη βάση του γραμματίου ότι ο Εναγόμενος γνώριζε για τις συνέπειες της υπογραφής του. Το μόνο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος πέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε από τις εκ του Νόμου προβλεπόμενες υπερασπίσεις. Ότι δηλαδή, (α) η υπογραφή δεν ήταν πράγματι η δική του, ή (β) ότι η έκδοσή του επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη (βλ. άρθρο 80 του Κεφ. 149). Υπενθυμίζω, σχετικά με τα ανωτέρω ότι, η υπογραφή του γραμματίου ήταν εξ αρχής παραδεκτή από τους διαδίκους και κατά δεύτερον ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου για την εις βάρος του απάτη και ψευδείς παραστάσεις δεν έγινε αποδεκτή και απορρίφθηκε για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Επαναλαμβάνω δε ότι η θέση της υπεράσπισης περί απουσίας ανταλλάγματος επίσης δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, για τους λόγους που επίσης καταγράφονται πιο πάνω. Κατά συνέπεια, στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε από τις εκ του Νόμου προβλεπόμενες υπερασπίσεις και ειδικότερα η υπεράσπιση ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο συνεπεία απάτης και ψευδών παραστάσεων. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος δήλωσε ρητά, εγνώριζε πλήρως και αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του γραμματίου που υπέγραψε και ότι σε αυτό δήλωνε ρητά ότι όφειλε προσωπικά να πληρώσει το επίδικο ποσό. Καμία συνεπώς απάτη ή ψευδής παράσταση αποδείχθηκε να έγινε εις βάρος του η οποία να αποτέλεσε, σε κάθε περίπτωση, τον καθοριστικό λόγο υπογραφής και έκδοσης του επίδικου γραμματίου. Κατ' αναλογία, και με δεδομένη την απόρριψη και της δικής της εκδοχής, δεν μπορεί να επιτύχει ούτε η υπεράσπιση της Εναγόμενης ότι δηλαδή η συμφωνία 23/5/2013 (Τεκμήριο 4) υπεγράφη συνεπεία απάτης και ψευδών παραστάσεων. Αναφορικά δε με τη συμφωνία 23/5/2013 (Τεκμήριο 4), σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί το περιεχόμενό της με την Υπεράσπιση, παρά μόνο η εγκυρότητά της για λόγους όμως που απορρίφθηκαν ήδη από το Δικαστήριο. Σημειώνω ότι αυτή φαίνεται να φέρει τα απαραίτητα στοιχεία για σκοπούς απόδειξης της ευθύνης της Εναγόμενης έναντι του Ενάγοντα, αναφορικά με τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 επιτυγχάνει, σε αντίθεση με την ανταπαίτηση των τελευταίων η οποία δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το ποσό των €32.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 8/10/013 μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση των Εναγόμενων απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση ακούστηκαν μαζί, τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων εκεί όπου τα έξοδα ήταν κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρλάτα ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, 21/5/2014 [2] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 [3] «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής".» [4] Βλ. σελίδα 2, παράγραφος 2.2.i της Γραπτής Αγόρευσης των Εναγομένων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο