← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΑΝΔΡΕΑ, Αρ. Αγωγής: 7433/2014, 10/2/2023

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΑΝΔΡΕΑ, Αρ. Αγωγής: 7433/2014, 10/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7433/2014 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα και ΔΑΜΙΑΝΟΥ ΑΝΔΡΕΑ Εναγόμενου Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Βρ. Χατζηχάννας Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Χατζηπαναγιώτου μαζί με τον κ. Γ. Τρίγγα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Κυπριακή Δημοκρατία, διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €1.775,39 το οποίο αφορά στα νοσήλια τα οποία ο τελευταίος, κατ' ισχυρισμό, παραλείπει και αρνείται να καταβάλει για την ιατρική περίθαλψη που του προσφέρθηκε, ως εσωτερικός ασθενής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, από 18/3/2008 μέχρι και 29/3/

  1. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκο υπερημερίας 9% επί του οφειλόμενου ποσού. Ο Ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο αριθμό επιστολών με τις οποίες τον καλούσε να καταβάλει τα οφειλόμενα νοσήλια, πλην όμως, ο Εναγόμενος κανένα ποσό δεν κατέβαλε με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο ολόκληρο το ως άνω ποσό, σύμφωνα με το σχετικό τιμολόγιο. Ο Εναγόμενος, με την Υπεράσπισή του, παραδέχεται ότι του προσφέρθηκε ιατρική περίθαλψη, ως εσωτερικός ασθενής, από 18/3/2008 μέχρι και 29/3/
  2. Πέραν της πιο πάνω παραδοχής του, ο Εναγόμενος αρνείται, στο σύνολό τους, τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος, προσωπικά, οποιονδήποτε ποσό για τη νοσηλεία του διότι η σύζυγός του, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν δημόσια υπάλληλος με αποτέλεσμα τα οποιαδήποτε έξοδα νοσηλείας του να έπρεπε να καλυφθούν από το δημόσιο. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι από τις 19/4/2005 είναι κάτοχος βιβλιαρίου ατόμου με μόνιμη αναπηρία. Στη βάση των πιο πάνω, αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι έτυχε διαβεβαιώσεων από το Υπουργείο Υγείας ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση να καταβάλει το αξιούμενο ποσό. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος δικογραφεί ότι, λόγω της μόνιμης αναπηρίας του, αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι μετά την παραλαβή μιας εκ των επιστολών που ο Ενάγοντας του απέστειλε, αποτάθηκε με δική του επιστολή στον τότε Υπουργό Υγείας ο οποίος, κατόπιν διερεύνησης του όλου θέματος, διαβεβαίωσε, τηλεφωνικά, τον Εναγόμενο ότι είναι δικαιούχος και κατά συνέπεια δεν έχει υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού για τη νοσηλεία του. Αναφορικά με τις μεταγενέστερες επιστολές του Υπουργείου, που ακολούθησαν την πιο πάνω διαβεβαίωση, ο Εναγόμενος αποτάθηκε εκ νέου στο Υπουργείο Υγείας από το οποίο του ανέφεραν να μην τις λάβει υπόψη καθότι αυτές αποστάλθηκαν ως αποτέλεσμα λάθους. Ο Ενάγοντας, με την Απάντησή του, ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησής του. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του, ο Ενάγοντας παρουσίασε ως μάρτυρα την Α.Κ.Ν. (στο εξής η «ΜΕ»), η οποία εργάζεται στο Τμήμα Τιμολογήσεων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Η ΜΕ κατέθεσε, ως Έγγραφο Α, γραπτή δήλωσή της ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Με τη δήλωσή της, η ΜΕ ουσιαστικά επανέλαβε τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. Παρουσίασε επίσης εννέα έγγραφα ως τεκμήρια. Αντίγραφο του τιμολογίου με αριθμό 161974 ημερομηνίας 13/5/2008 για το ποσό των €1.775,39 ως Τεκμήριο 1, επιστολή του Γ.Ν. Λευκωσίας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 29/7/2011 ως Τεκμήριο 2, επιστολή του Γ.Ν. Λευκωσίας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 5/3/2012 ως Τεκμήριο 3, επιστολή του Γ.Ν. Λευκωσίας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 23/7/2012 ως Τεκμήριο 4, επιστολή του Γ.Ν. Λευκωσίας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 19/5/2018 ως Τεκμήριο 5, επιστολή του Εναγόμενου προς τον Υπουργό Υγείας ημερομηνίας 4/4/2012 ως Τεκμήριο 6, επιστολή του Υπουργείου Υγείας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 7/6/2013 ως Τεκμήριο 7, επιστολή του Υπουργείου Υγείας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 4/3/2014 ως Τεκμήριο 8 και τέλος, επιστολή του Υπουργείου Υγείας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 2/3/2015 ως Τεκμήριο
  3. Η αντεξέταση της ΜΕ από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ήταν εκτεταμένη. Στο πλαίσιό της, η ΜΕ ανέφερε ότι εργάζεται στο τμήμα τιμολογήσεων τα τελευταία πέντε χρόνια. Αναφορικά με το τιμολόγιο, τεκμήριο 1, η ΜΕ διευκρίνισε ότι ο αριθμός που αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο ως αριθμός τιμολογίου

(161974), είναι ο αριθμός επεισοδίου, με τον αριθμό του τιμολογίου
(1800001968)να είναι ο αριθμός που εντοπίζεται στις επιστολές τεκμήρια 2, 3 και 4 που παρουσίασε. Συγκεκριμένα, επί του προκειμένου ζητήματος, η ΜΕ ανέφερε, αυτολεξεί, τα εξής: «Κοιτάτε, εδώ, στο Τεκμήριο 1, αριθμός τιμολογίου που γράφουμε 161974 πάνω ψηλά με τα τιμολόγια που στέλνουμε, απλώς επειδή είναι διαφορετική η αρίθμηση, εδώ ο αριθμός επεισοδίου είναι ο αριθμός τιμολογίου γιατί ο ασθενής δεν ξέρει το επεισόδιο. Εμείς το γράφουμε ως αριθμός τιμολογίου. Ενώ είναι γραμμένο αριθμός επεισοδίου, είναι αριθμός τιμολογίου, αλλά στο νοσοκομείο που γράφονται είναι ο αριθμός τιμολογίου κατά αύξων αριθμό με το 18.» Σε σχέση με την αποστολή του τεκμηρίου 1 στον Εναγόμενο, η ΜΕ ανέφερε ότι αυτό όντως απεστάλη, όπως απεστάλησαν και οι επιστολές τεκμήριο 2, 3 και 4, εξ ου και ο Εναγόμενος αποτάθηκε στο Νοσοκομείο για να διευθετήσει την πληρωμή. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης επικεντρώθηκε και στο τεκμήριο 6 - επιστολή του Εναγόμενου προς τον Υπουργό Υγείας. Η ΜΕ ερωτήθηκε, επανειλημμένα, σχετικά με συγκεκριμένη χειρόγραφη καταγραφή που εντοπίζεται στο κάτω μέρος του τεκμηρίου, σύμφωνα με την οποία αναφέρεται ότι «Φαίνεται ότι αυτός ο ασθενής υπέστει πολλά έξοδα και για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους παρακαλώ να διαγραφεί» Επί του προκειμένου, η ΜΕ ανέφερε ότι πρόκειται για χειρόγραφη εσωτερική σημείωση του αρμόδιου λειτουργού Σ.Σ. του οποίου το όνομα επίσης καταγράφεται χειρόγραφα επί του τεκμηρίου, θέση η οποία αμφισβητήθηκε έντονα από τον συνήγορο του Εναγόμενου με τον τελευταίο να υποβάλλει ότι πρόκειται για χειρόγραφη σημείωση και οδηγίες του τότε Υπουργού Υγείας. Για τον ισχυρισμό του Εναγόμενου περί διαβεβαίωσης του Υπουργού για τη διαγραφή της οφειλής, η ΜΕ ανέφερε ότι «. αν ο Υπουργός του είπε ότι είναι εντάξει, δεν θα προχωρούσαν επιστολές επίσημες από το Υπουργείο Υγείας να ζητούμε άλλα χαρτιά από τον κύριο Ανδρέα.» Περαιτέρω, θέση της ΜΕ ήταν ότι εάν όντως υπήρχε απόφαση για διαγραφή, αυτή θα ήταν γραπτή και όχι προφορική. Συγκεκριμένα, παραθέτω την, επί του προκειμένου, σχετική στιχομυθία μεταξύ του ευπαίδευτου συνηγόρου και της ΜΕ: «E. Κυρία μάρτυς, να σου πω το εξής: Σου υποβάλλω μάλλον ότι ο κύριος Δαμιανού, ο Εναγόμενος, πήγε επανειλημμένα μετά που πήρε και τούτην την απάντηση από τον Υπουργό και τηλεφώνημα από τον ίδιο τον Υπουργό ότι τον απαλλάσσει και επιστολές, που είναι Τεκμήρια 5, 6 και 7, πήγαινε κάθε φορά στον κύριο Στρατή, στο Υπουργείο και του ανάφερνε ο κύριος Δαμιανού ότι δεν είχε υποχρέωση να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό γιατί ήταν δικαιούχος νοσηλευτικής, δηλαδή να του δοθεί δωρεάν νοσηλεία και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. A. Κύριε Δικαστά, δεν το δέχομαι τούντο πράγμα γιατί ό, τι γίνει στο Υπουργείο και σε όλα τα κυβερνητικά τμήματα είναι γραπτά. Αν γινόταν αυτή η συζήτηση με τον κύριο Στρατή θα μας έστελλε γραπτή επιστολή στο Υπουργείο απαλλάξτε αυτόν τον ασθενή και τελείωσε ας πούμε η όλη φάση. Ενώ ο κύριος Στρατής γι' αυτό μας έστειλε γραπτώς, δεν είναι το τι λέμε, αλλά το τι έχουμε γραπτώς. Αν ήταν έπρεπε να έχουμε μίαν επιστολή από τον κύριο Στρατή αυτό που μας λένε τώρα. E. Έστειλε ο Εναγόμενος στον Υπουργό και η επιστολή εκείνη είναι αυτή που λέει ότι απαλλάσσεται. Αυτό πάει περίπατο; A. Αν απαλλασσόταν θα μας ενημέρωναν και εμάς γραπτώς. Δεν έχουμε κάτι γραπτώς.» Ακολούθως, υποβλήθηκαν ερωτήσεις και υποβολές προς την ΜΕ αναφορικά με την άρνηση του Εναγόμενου ότι καλύπτετο από οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλεια υγείας με την ΜΕ να αναφέρει ότι ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος που αναφέρθηκε στην ύπαρξη ιδιωτικής ασφάλειας υγείας και ότι ήταν υπάλληλος της CYTA και γι' αυτόν τον λόγο απεστάλησαν προς τον Εναγόμενο οι επιστολές τεκμήρια 7 και
  1. Τέλος, αποτέλεσε θέση της ΜΕ ότι «. σύμφωνα με τον περί Κυβερνητικών Ιατρικών Ιδρυμάτων, είναι το Τεκμήριο 5, που λέει ότι όταν ένα πρόσωπο, γιατί η κάρτα νοσηλείας δημόσιου ωρομίσθιου είναι κάρτα νοσηλείας, αυτές οι κάρτες, όταν κάποιος άλλος όμως έχει ιδιωτική ασφάλεια ή από άλλο ταμείο που έχει να παίρνει, τότε το κράτος δεν τις δέχεται και ο κύριος Ανδρέας μας έλεγε ότι για τη CYTA και το αναφέρω, μας έλεγε και για τη Gan Direct και για τη CYTA. Γι' αυτό του ζητούσαμε να μας φέρει την επιστολή ότι δεν έχει λάβει κάποιο ποσό από εκείνα τα ταμεία για τη νοσηλεία του, για να μπορέσουμε να τον καλύψουμε.» και επί του ζητήματος της αναπηρίας ότι: «Είναι το ίδιο πράγμα που έχω πει με την κάρτα νοσηλείας, κύριε Δικαστά, ότι οι ανάπηροι όλοι είναι δικαιούχοι αν δεν έχουν κάποιο άλλο ταμείο. Αν δεν έχουν ταμείο το νοσοκομείο οφείλει να είναι δωρεάν νοσηλεία.» Μετά το πέρας της υπόθεσης του Ενάγοντα, προσέφερε μαρτυρία ο Εναγόμενος, ο οποίος κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωσή του ως Έγγραφο Β. Όπως και η ΜΕ, έτσι και ο Εναγόμενος με τη δήλωσή του ουσιαστικά επανέλαβε τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισής του. Παρουσίασε επίσης αριθμό εγγράφων ως τεκμήρια. Συγκεκριμένα παρουσίασε αντίγραφο του πιστοποιητικού εργοδότησής του στη CYTA ως Τεκμήριο 10, αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού ημερομηνίας 3/8/2010 ως Τεκμήριο 11, αντίγραφο πιστοποιητικού γάμου ως Τεκμήριο 12, αντίγραφο πιστοποιητικού υπηρεσίας της συζύγου του ως Βοηθός Διευθύντρια στα Δημόσια Σχολεία ημερομηνίας 27/11/2015 ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο εντύπου κάλυψης εξαρτώμενων προσώπων ημερομηνίας 27/11/2015 ως Τεκμήριο 14, αντίγραφο βιβλιαρίου ατόμου με αναπηρία με αριθμό 2569/05 ως Τεκμήριο 15, αντίγραφο εντύπου Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 19/4/2005 ως Τεκμήριο 16 και αντίστοιχο έντυπο ημερομηνίας 20/10/2010 ως Τεκμήριο
  2. Πιστοποίηση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Τηλεπικοινωνιών Ενέργειας και Τραπεζών αναφορικά με τα δάνεια του Εναγόμενου, ημερομηνίας 27/11/2015 ως Τεκμήριο
  3. Αντίγραφα καταστάσεων μισθοδοσίας για τους μήνες Ιανουάριο 2014, Ιούλιο 2014, Νοέμβριο 2014, Ιανουάριο 2015, Μάιο 2015, Ιούνιο 2015 και Οκτώβριο 2015 ως Τεκμήριο 19 και αντίγραφο εγγράφου με τίτλο Referral for Diagnostic Examination ημερομηνίας 29/9/2021 ως Τεκμήριο
  4. Πέραν των ανωτέρω, ο Εναγόμενος ανέφερε, κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι ουδέποτε παρέλαβε το τιμολόγιο, τεκμήριο 1, έλαβε όμως επιστολές και προέβη σε επαφές για να του δοθούν διευκρινίσεις, αφού είχε απαλλαχθεί. Αποτέλεσε επίσης θέση του ότι δικαιούται ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ως δικαιούχος κάρτας νοσηλείας. Ανέφερε επίσης ότι εδέχθηκε τηλεφώνημα από τον Υπουργό ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι είναι δικαιούχος, αλλά και ότι δικαιούτο απαλλαγής και για άλλους λόγους. Ο δε λειτουργός του Υπουργείου, Σ.Σ., του ανέφερε ότι κατά λάθος του απεστάλησαν οι επιστολές εφόσον ήταν δικαιούχος και σε μεταξύ τους συνάντηση ο Σ.Σ. τον διαβεβαίωσε ότι υπήρχε εισήγηση του Υπουργού. Όταν δε του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 7, 8 και 9 ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ουδέποτε είχε ή έχει ιδιωτική ασφάλεια υγείας. Αναφορικά με την εργοδότησή του στην CYTA ο Εναγόμενος ανέφερε ότι αφ' ης στιγμής κάποιος έχει κάρτα νοσηλείας, η CYTA δεν θα παρείχε οποιεσδήποτε διευκολύνσεις. Ενώ αν εγίνοντο οποιεσδήποτε διευκολύνσεις η CYTA θα προχωρούσε με αποκοπή από τον μισθό, δεν θα ήταν δωρεάν. Κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε ότι δεν είχε καμία συμβατική υποχρέωση ως κάτοχος κάρτας νοσηλείας, υπέδειξε ότι βάσει των τεκμηρίων 14 και 15 ήταν δικαιούχος και δεν είχε ιδιωτική ασφάλεια υγείας. Ερωτηθείς κατά πόσο έχει οποιαδήποτε επιστολή με την οποία να επιβεβαιώνεται ότι απαλλάχθηκε και ότι εδικαιούτο δωρεάν περίθαλψης, ο Εναγόμενος ανέφερε τα εξής: «Όταν σου τηλεφωνά ο Υπουργός και σε διαβεβαιώνει, θέλω και γραπτώς; Έπρεπε να πω του κυρίου Μαλά δωσ' μου το γραπτώς; Θεώρησα ότι ήταν ο λόος του ανθρώπου.» Παρέπεμψε προς τούτο στη χειρόγραφη καταγραφή επί του τεκμηρίου 6 αναφέροντας ότι ανήκει στον Υπουργό. Σχετικά με τα έγγραφα που του ζητήθηκαν, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι παρουσίασε την κάρτα νοσηλείας, αλλά δεν ήταν δυνατό να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικά με την μη ύπαρξη οποιασδήποτε ασφάλειας, διότι πολύ απλά δεν είχε οποιαδήποτε ασφάλεια. Όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις διαβεβαιώσεις περί απαλλαγής του, ο Εναγόμενος ανέφερε, τα εξής: «E. Πότε δόθηκαν αυτές οι διαβεβαιώσεις; A. Μετά από κάθε επιστολή εγώ μόνο και μόνο του ότι έχω ευσυνειδησία πήγαινα στον κύριο Στρατή. Μου λέει μην ανησυχείς, κάποιες αποστάληκαν από λάθος, μου λέει αφού απαλλάχθηκες, μην ανησυχείς. E. Αν κατάλαβα καλά όταν έπαιρνες κάποιαν επιστολή που απαιτούσαν εκείνα που απαιτούσαν, πήγαινες στον κύριο Στρατή ‑‑ A. Προηγήθηκε η απαλλαγή. Δεν πήγαινα γιατί μου έστειλαν επιστολή δεν απαλλάσσεσαι. Πήγαινα γιατί με διαβεβαίωσαν ότι απαλλάχθηκα και λέω γιατί συνεχίζει τούντο πρόβλημα;» Συμφώνησε επίσης, ο Εναγόμενος, ότι ουδέποτε απάντησε γραπτώς στις μεταγενέστερες, της δικής του επιστολής (τεκμήριο 6), επιστολές του Υπουργείου (τεκμήρια 7 - 9), λέγοντας ότι πήγαινε προσωπικά και έβλεπε τον Σ.Σ.και του έλεγε ότι δεν είχε ασφάλεια υγείας. Αντεξέταστηκε επίσης σε σχέση με τις δανειακές του υποχρεώσεις και τα ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν πήρε στοιχεία για το σχέδιο ιατρικής περίθαλψης της CYTA, o Εναγόμενος ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν του ζητήθηκε ποτέ. Τέλος, ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι έλαβε οποιεσδήποτε επιστολές, πέραν των επιστολών που υπέγραψε ο Σ.Σ., αναφερόμενος στα τεκμήρια 7, 8 και
  5. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην παράγραφο 8 του Εγγράφου Β, ανέφερε ότι όντως παρέλαβε επιστολή από το Νοσοκομείο και γι' αυτό αντέδρασε αποστέλλοντας την επιστολή (τεκμήριο 6) στον Υπουργό, ο Εναγόμενος επέμεινε ότι ουδέποτε έλαβε επιστολή και πιθανόν να του τηλεφώνησαν. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Εναγόμενου, δηλώθηκε ότι δεν θα προσφερόταν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων. Ειδική αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου του συνόλου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, υπό τη μορφή της έγγραφης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας την οποία έχω μελετήσει και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Η μαρτυρία της ΜΕ περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από τα όσα η ίδια γνώριζε και είχε μελετήσει από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της και αφορούσαν την επίδικη οφειλή. Εφόσον δεν ευρίσκετο στο αρμόδιο τμήμα κατά τον επίδικο χρόνο της παροχής της περίθαλψης και των όσων ακολούθησαν, ό,τι εγνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση προερχόταν από τις αναφορές ή παραδοχές στα έγγραφα του φακέλου, ο οποίος βρίσκεται στην κατοχή της. Έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το τιμολόγιο - τεκμήριο 1, την αρίθμησή του αλλά και την πρακτική που ακολουθείται τόσο κατά, όσο και μετά την έκδοση του τιμολογίου. Αναφορικά με το τεκμήριο 1, το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη στη βάση ελλειπούς δικογράφησής του, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται επαρκής η δικογράφηση του τιμολογίου στην Έκθεση Απαίτησης. Στη βάση δε των όσων διευκρινίσεων έδωσε η ΜΕ κατά την αντεξέτασή της αναφορικά με την αρίθμησή του, τις οποίες αποδέχομαι, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση του συνηγόρου ότι το εν λόγω έγγραφο θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο στη βάση του ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των αριθμών και ημερομηνιών που δικογραφήθηκαν στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης και του εγγράφου που παρουσιάστηκε ως τεκμήριο. Γενικά η ΜΕ μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπής και σταθερή στις θέσεις και στις απαντήσεις της. Τα όσα ανέφερε υποστηρίζονται από τα έγγραφα που παρουσίασε και συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η ΜΕ ήταν μάρτυρας της αλήθειας, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου και σημειώνω τα εξής. Όπως είναι εξάλλου επιτρεπτό, ο Εναγόμενος προώθησε διαζευκτικές βάσεις υπεράσπισης με το δικόγραφό του. Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι ήταν δικαιούχος και ως εκ τούτου δεν όφειλε εξ υπαρχής οποιονδήποτε ποσό και αφετέρου, ότι ο αρμόδιος Υπουργός ενέκρινε την απαλλαγή του από την οφειλή, για ανθρωπιστικούς λόγους. Ο Εναγόμενος όμως, ενώ όφειλε, κατά την ακρόαση, να επιλέξει μια από τις δύο αυτές εκδοχές[1], στην προκειμένη περίπτωση επέλεξε να προωθήσει ταυτόχρονα και τις δυο. Δηλαδή από τη μια ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό διότι είναι δικαιούχος και από την άλλη ότι το αίτημά του για διαγραφή της οφειλής έτυχε προφορικής έγκρισης από τον τότε Υπουργό Υγείας. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω εκδοχές δεν μπορούν να συνυπάρξουν εφόσον η μια αναιρεί την άλλη και ο Εναγόμενος όφειλε κατά την ακρόαση να συγκεκριμενοποιήσει ποια ακριβώς ήταν η εκδοχή που θα προωθούσε τελικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν δικαιούχος και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να χρεωθεί οποιοδήποτε ποσό για την περίθαλψη της οποίας έτυχε ή όντως όφειλε το ποσό το οποίο όμως στη συνέχεια διαγράφηκε, κατόπιν απόφασης του αρμόδιου Υπουργού για ανθρωπιστικούς λόγους; Ως προς το πως η προώθηση διαφορετικών εκδοχών επηρεάζει την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση Alpha Concrete Ltd v. Ζαβού, Πολιτική Έφεση αρ. 277/2013, απόφαση ημερομηνίας 1 Ιουλίου 2020, ECLI:CY:AD:2020:A207, στην οποία λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά: «Το θέμα αυτό απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ορθά δεν απομόνωσε το τεκμήριο 12 από τη ζώσα μαρτυρία. Ακριβώς συσχετίζοντας το έντυπο με την προφορική μαρτυρία θεώρησε πως οι θέσεις των εφεσειόντων υπήρξαν αντιφατικές και αυτοαναιρούμενες αφού ενώ ισχυρίζονταν ότι ποτέ δεν έγινε το ατύχημα, παράλληλα προέβαλαν και τη θέση ότι εάν το ατύχημα έγινε, υπεύθυνος ήταν ο εφεσίβλητος. Να θυμίσουμε σ΄αυτό το σημείο τη θεμελιωμένη αρχή πως ένας διάδικος δικαιούται βεβαίως να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά κατά την ακρόαση, οφείλει να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. (Βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Είναι φανερό ότι οι εφεσείοντες προώθησαν κατά το δοκούν διαζευκτικές βάσεις υπεράσπισης παραβιάζοντας αφενός την πιο πάνω πάγια αρχή και αφετέρου εκθεμελιώνοντας περαιτέρω την ήδη τρωτή αξιοπιστία της εκδοχής τους.» Κατά συνέπεια, η ταυτόχρονη προώθηση των δύο αυτών εκδοχών πλήττει, καίρια θεωρώ, την αξιοπιστία του Εναγόμενου. Πρέπει όμως, στο σημείο αυτό, να σημειώσω και τα εξής. Ο Εναγόμενος βάσισε την εκδοχή του, περί έγκρισης του αιτήματός του για διαγραφή, στην ύπαρξη συγκεκριμένης χειρόγραφης αναφοράς επί του τεκμηρίου 6 την οποία απέδωσε στον τότε Υπουργό Υγείας αναφέροντας ότι για όσες μεταγενέστερες, του τεκμηρίου 6, επιστολές έλαβε (βλ. τεκμήρια 7 - 9), αποτάθηκε στο Υπουργείο και δη στον Σ.Σ., ο οποίος τον διαβεβαίωνε προφορικά ότι οι εν λόγω επιστολές ήταν αποτέλεσμα λάθους και τον συμβούλεψε να μην τις λάβει υπόψη. Ο πιο πάνω ισχυρισμός όμως του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Εξηγώ. Εφόσον η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι του λέχθηκε επανειλημμένα ότι οι τρεις μεταγενέστερες επιστολές (τεκμήρια 7 - 9) που έλαβε ήταν αποτέλεσμα λάθους, θα αναμενόταν ότι θα ζητούσε όπως η εν λόγω διαβεβαίωση τεθεί και γραπτώς, αντί μόνο προφορικά, ούτως ώστε να επιβεβαιωθεί οριστικά η διαγραφή της οφειλής του. Παρά τα πιο πάνω και το γεγονός ότι η θέση του και η όλη εκδοχή του ήταν ότι ο Υπουργός τον διαβεβαίωσε προφορικά ότι έδωσε οδηγίες για διαγραφή της οφειλής του, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ γραπτώς. Έπεται, και θεωρώ ότι θα ήταν λογικό, ότι ο Εναγόμενος θα ζητούσε κάποια γραπτή βεβαίωση ότι δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό, εφόσον συνέχιζε και μεταγενέστερα να λαμβάνει επιστολές με τις οποίες του ζητούντο στοιχεία και αξιωνόταν η πληρωμή του επίδικου ποσού των εξόδων της νοσηλείας. Ο ισχυρισμός ότι, λόγω των μεταγενέστερων προφορικών διαβεβαιώσεων του Σ.Σ., ο Εναγόμενος ήταν ικανοποιημένος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Τούτο διότι, λαμβανομένου υπόψη ότι τόσο η Υπεράσπιση του Εναγόμενου, όσο και η μαρτυρία του βασίστηκαν στην εκδοχή ότι η οφειλή του διαγράφηκε, αναμενόταν, εύλογα, ότι θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση κάποιο έγγραφο το οποίο να επιβεβαιώνει τα όσα επικαλέστηκε. Παρά όμως την προβολή της εκδοχής αυτής, κανένα τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του Εναγόμενου να παραμείνουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ειδικότερα μάλιστα εφόσον καμία ικανοποιητική δικαιολογία δόθηκε από τον Εναγόμενο για τον λόγο που δεν ζήτησε οποιαδήποτε γραπτή βεβαίωση για τη διαγραφή ενόψει του ότι έλαβε τρεις συνολικά επιστολές (τεκμήρια 7,8, 9) με την τελευταία μάλιστα, τεκμήριο 9, να αναφέρει ρητά ότι το αίτημά του για διαγραφή της οφειλής απορρίφθηκε. Ούτε και φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, να αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω επιστολές. Προχωρώντας, σημειώνω ότι, για σκοπούς υποστήριξης του ισχυρισμού του ότι καλύπτετο, ως εξαρτώμενο πρόσωπο, ο Εναγόμενος παρουσίασε ως Τεκμήριο 14 έντυπο κάλυψης εξαρτώμενων προσώπων ημερομηνίας 27/11/
  1. Από την ίδια την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω εγγράφου όμως, καθίσταται σαφές ότι εκπίπτει του ουσιώδους για την παρούσα αγωγή χρόνου, εφόσον η επίδικη νοσηλεία του Εναγόμενου ήταν περί το έτος 2008 και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2008, ενώ το εν λόγω έγγραφο φέρεται να εκδόθηκε 7 χρόνια μετά, δηλαδή στις 27/11/
  2. Παρεμβάλλω επίσης στο σημείο αυτό, αναφορικά με τα όσα ο Εναγόμενος έθεσε ενώπιόν μου σχετικά με την ισχυριζόμενη ιδιότητά του ως δικαιούχος δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ότι, πάρα το γεγονός ότι παρουσίασε κάποια μαρτυρία που καταδεικνύει ότι πρόκειται για άτομο με αναπηρία και σύζυγος δημόσιου υπαλλήλου, εντούτοις δεν προσέφερε οποιαδήποτε επαρκή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ήταν δικαιούχος δωρεάν νοσηλείας, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς, κατά τον επίδικο χρόνο λήψης της επίδικης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Το δε ζήτημα που προέκυψε σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι ασφάλειας υγείας του Εναγόμενου, για το οποίο στάληκαν και οι επιστολές τεκμήρια 7 και 8 στις οποίες ο Εναγόμενος ουδέποτε φαίνεται να ανταποκρίθηκε, φαίνεται να παρέμεινε μετέωρο με αποτέλεσμα το αίτημά του για διαγραφή να απορριφθεί με την επιστολή Τεκμήριο 9 στην οποία επίσης ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Σημειώνω επίσης ότι τα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε αλλά και τα έγγραφα που παρουσίασε σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, δεν επεξηγήθηκε πως συνδέονται με το επίδικο ζήτημα της παρούσας υπόθεσης που άπτεται του κατά πόσο ο Εναγόμενος οφείλει ή όχι να καταβάλει το αξιούμενο ποσό στον Ενάγοντα. Τέλος, πρέπει να επισημάνω ότι, ενώ ο ίδιος ο Εναγόμενος, στο Έγγραφο Β αναφέρει ότι, αφότου έλαβε μια από τις επιστολές του Γ. Ν. Λευκωσίας, αποτάθηκε στον Υπουργό για τη διαγραφή της οφειλής, κατά την αντεξέτασή του, αρνήθηκε ότι έλαβε οποιαδήποτε τέτοια επιστολή, λέγοντας ότι οι μόνες επιστολές που έλαβε ήταν οι επιστολές τεκμήρια 7, 8 και 9 που στάληκαν από το Υπουργείο. Πέραν του ότι η τελευταία αυτή αναφορά του Εναγόμενου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα, κατά την κυρίως εξέτασή του, ισχυρίστηκε, πρέπει να τονίσω ότι, στην επιστολή (τεκμήριο 6), την οποία ο ίδιος αναγνώρισε ως δική του, ο Εναγόμενος κάμνει σαφή και ρητή αναφορά τόσο στο αξιούμενο από τον Ενάγοντα υπόλοιπο όσο και στον αριθμό του τιμολογίου, γεγονός το οποίο καταρρίπτει πλήρως τον ισχυρισμό του ότι δεν έλαβε ποτέ το τιμολόγιο τεκμήριο 1 ή οποιαδήποτε από τις επιστολές τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 ή, εν πάση περιπτώσει, ότι δεν ήταν εις γνώση του η απαίτηση του Ενάγοντα για το αξιούμενο ποσό. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται και κρίνω, κατά συνέπεια, ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, όπως αυτά προέκυψαν από τη δικογραφία[2] και τον χειρισμό κατά την ακρόαση[3], αλλά και της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, προσέφερε ιατρική περίθαλψη στον Εναγόμενο, ως εσωτερικός ασθενής, με σχετικό αριθμό φακέλου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας
  3. Η νοσηλεία του Εναγόμενου ως εσωτερικός ασθενής στο Νοσοκομείο διήρκησε από 18/3/2008 μέχρι και 29/3/2008 και τα σχετικά με την περίθαλψή του νοσήλια ανέρχονται στο ποσό των €1.775,39 για το οποίο εκδόθηκε το τιμολόγιο Τεκμήριο
  4. Ο Ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο τις επιστολές τεκμήρια 2 - 5, καλώντας τον Εναγόμενο να καταβάλει τα πιο πάνω οφειλόμενα νοσήλια. Ακολούθησε η ανταλλαγή της αλληλογραφίας τεκμήρια 6 - 9 μεταξύ των διαδίκων. Ο Εναγόμενος κανένα ποσό δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα το ποσό των €1.775,39 να παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτησή του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφά του (βλ. Πούρικος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεσή του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Παρά το γεγονός ότι τα τιμολόγια, δεν έχουν, από μόνα τους, αυτοδύναμη αποδεικτική αξία, αυτά συνιστούν μέσο για την απόδειξη της οφειλής, συνεκτιμούμενα με το σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 962, Demil Imports Exports Ltd ν. Ζήνων H Κωνσταντινίδης Λτδ, (ανωτέρω)). Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι ο Ενάγοντας, με την αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία που προσέφερε, απέσεισε το βάρος απόδειξης το οποίο φέρει, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο, η μαρτυρία του οποίου προς υποστήριξη της Υπεράσπισης του, δεδομένων των ανωτέρω διαπιστώσεων μου, κρίθηκε αναξιόπιστη και ως τέτοια απορρίφθηκε. Έχω ικανοποιηθεί συνεπώς ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, την υπόθεσή του και την αξίωσή του εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.775,39 ως τα οφειλόμενα νοσήλια για την προσφερθείσα, στον τελευταίο, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Όπως όμως έχει νομολογηθεί, δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου πέραν του νόμιμου εκτός όπου αποδεικνύεται ειδική ζημιά (βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1671). Ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, εκτός εάν η πληρωμή του προβλέπεται ρητά σε σύμβαση (βλ. Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) ΑΑΔ 627). Στην προκειμένη περίπτωση δεν επροσκομίσηκε οποιαδήποτε, πόσο δε μάλλον επαρκής, μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου για την καταβολή του αξιούμενου ποσοστού τόκου. Κατά συνέπεια, η αξίωση για την επιδίκαση τόκου προς 9% δεν μπορεί να επιτύχει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή του Ενάγοντα επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.775,39 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από 16/12/2014 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 ΑΑΔ 41 [2] Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014 [3] Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.