← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της C.A.G.M. ERODOTOU BROTHERS LTD ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 159/2020,

Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της C.A.G.M. ERODOTOU BROTHERS LTD ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 159/2020, 2/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 159/2020 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου Ν. 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της C.A.G.M. ERODOTOU BROTHERS LTD Αιτήτρια - Εφεσείουσα και

  1. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας
  2. Χ.Χ. Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 2 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Ε. Πελεκάνου για Παναγιώτου & Πελεκάνος Για τον Καθ' ου η αίτηση - Εφεσίβλητο 1: κα Τ. Μενοίκου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Καθ' ου η αίτηση - Εφεσίβλητο 2: κα Μ. Κυπριανίδου για Μιχαήλ Χ. Σταματάρης & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια - Εφεσείουσα (στο εξής η «Αιτήτρια») αξιώνει την έκδοση αριθμού Διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνονται και/ή να αναστέλλονται οι αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 20/3/2020 και 30/4/2020, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην Αιτήτρια στις 13/4/2020 και 14/5/2020 αντίστοιχα. Αξιώνεται επίσης η έκδοση διακηρυκτικών αποφάσεων με τις οποίες τα άρθρα 44ΙΗ και 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου 9/1965 να κηρύσσονται άκυρα και αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Η αίτηση βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στα άρθρα 12Α, 16 ‑ 19, στο μέρος VIΑ και VIB και στα άρθρα 51 και 53 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 και στους, δυνάμει των πιο πάνω Nόμων εκδοθέντων, Κανονισμούς. Προβάλλονται, από πλευράς Αιτήτριας, 11 λόγοι έφεσης οι οποίοι περιστρέφονται κυρίως γύρω από τη θέση της ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη, νομικά άκυρη, μη επαρκώς αιτιολογημένη αλλά και αντισυνταγματική, εφόσον στηρίζεται σε νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες, κατά την Αιτήτρια πάντα, παραβιάζουν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά της, δυνάμει των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα: (α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα. (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ.Σ. [ ], Τεμάχιο [ ] στη Κοινότητα Αναλιόντα είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 η οποία λήφθηκε στην βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας βάσει του Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση, εξαϋλώνουν και/ή αδρανοποιούν και/ή αποστερούν και/ή περιορίζουν την περιουσία και τα περιουσιακά/ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.5.2008 ΠΩΕ1718/08 μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η αίτηση 2, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια. Με τα εν λόγω άρθρα του Νόμου 9/1965 ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 επιβάλλει αδικαιολόγητη στέρηση και/ή επιβάρυνση και/ή περιορισμό στην περιουσία και ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας χωρίς οποιανδήποτε και/ή εύλογη αποζημίωση. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αποστερείται του δικαιώματος της στον έλεγχο και απόλαυση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας της. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιανδήποτε δικαιολόγηση. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 η οποία λήφθηκε στη βάση των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η εφεσιβληθείσα απόφαση, παρεμβαίνουν στο δικαίωμα των συμβαλλομένων να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων, και/ή παρεμβαίνουν στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και δικαιώματα της Αιτήτριας με τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 και επιφέρουν εκ των υστέρων κατάργηση και/ή τροποποίηση των υφιστάμενων συμβάσεων και των όρων αυτών και/ή αποτρέπουν την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Με την εκ των υστέρων νομοθετική παρέμβαση, ήτοι με την θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν.9/1965, στρεβλώνεται η βούληση των συμβαλλόμενων μερών, ήτοι της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η αίτηση 2, ως προς τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση την γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με την Συνταγματική Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών. Η δικαιοδοσία του Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν εκτείνεται στην επίλυση διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ή παράβαση σύμβασης οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση η θέσπιση από τη βουλή των Αντιπροσώπων των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου, καταστρατηγούν, μεταξύ άλλων, την αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί δικαστική εξουσία επί επίλυσης περιουσιακών διαφορών και/ή θεμάτων παραβίασης και/ή εκτέλεσης μιας σύμβαση και/ή επίλυσης διαφορών εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου εκχωρούν στον Καθ΄ ου η αίτηση 1, ήτοι μια μη Δικαστική Αρχή κατά παράβαση της Αρχής της Διάκρισης των εξουσιών - δικαστική εξουσία και επιτρέπουν στον Καθ΄ ου η αίτηση 1 να ασκεί δικαστική εξουσία κατά παράβαση της Συνταγματικής αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28 και 29 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ού η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια και παραβιάζει τις πρόνοιες του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21.5.2008 μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ΄ ου η αίτηση
  3. (η) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια που του παρέχεται από το Νόμο 9/1965 ορθά. (θ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 20.3.2020 και ημερομηνίας 30.4.2020 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. (ι) Ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν εξάσκησε ορθά τις εξουσίες που του παρέχονται από το Νόμο 9/1965 και/ή δεν έδωσε στην Αιτήτρια το δικαίωμα να ακουστεί και/ή δεν άκουσε και τις αμφότερες πλευρές πριν καταλήξει στην απόφαση του και/ή δεν πρόβηκε σε οποιαδήποτε διερεύνηση επί των γεγονότων και/ή διερεύνηση εάν ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 συμμορφώθηκε πλήρως με τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της Αιτήτριας και/ή εάν εξόφλησε το τίμημα πώλησης του ακινήτου. (ια) Δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χ.Η., διευθυντή της Αιτήτριας. Τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη δήλωσή του μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Είναι διευθυντής της Αιτήτριας η οποία στις 21/5/2008 συνήψε με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 δυο συμφωνίες πώλησης ακινήτων τα οποία βρίσκονται στον Αναλιόντα της επαρχίας Λευκωσίας. Σύμφωνα με τους όρους των εν λόγω συμφωνιών τις οποίες ο ενόρκως δηλούντας επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2, συμφωνήθηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των €85.430 για έκαστο οικόπεδο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, το Τεκμήριο 1 αφορά στην πώληση του οικοπέδου 6, που είναι και το ακίνητο για το οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου ενώ το Τεκμήριο 2 αφορά στην πώληση του οικοπέδου 4 το οποίο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση
  4. Έκαστο τίμημα πώλησης θα ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: α) €13.670 ως προκαταβολή με την υπογραφή β) €47.840 με την ασφαλτόστρωση των οικοπέδων, και γ) €23.920 με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων και την τιτλοποίηση του ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση
  5. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η Αιτήτρια εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και παρέδωσε τα ακίνητα στον Καθ' ου η Αίτηση στις 16/10/2012 και 16/10/2013 αντίστοιχα. Αποτελεί επίσης θέση του ότι έναντι των συμφωνηθέντων τιμημάτων για τα δύο ακίνητα, ο Kαθ' ου η Aίτηση 2 κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις: α) €13.670 με μετρητά στις 21/5/2008 για το οικόπεδο 4 (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 3 της αίτησης), β) €13.670 ως μετρητά στις 21/5/2008 για το οικόπεδο 6 (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 4 της αίτησης), γ) €10.000 με επιταγή στις 12/12/2009 για το οικόπεδο 4 (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 5 της αίτησης), δ) €10.000 με επιταγή στις 26/2/2010 για το οικόπεδο 4 (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 6 της αίτησης), ε) €5.000 με επιταγή στις 16/6/2011 για το οικόπεδο 4 (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 7 της αίτησης), στ) €40.000 με επιταγή στις 16/10/2012 για το οικόπεδο 4 (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 8 της αίτησης), και η) €4.000 με επιταγή στις 5/3/2008 για την κράτηση των ακινήτων (η απόδειξη είναι το Τεκμήριο 9 της αίτησης). Το οικόπεδο 4 μεταβιβάστηκε στο όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 16/10/2012, ενώ το οικόπεδο 6 δεν μεταβιβάστηκε, καθότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει το συμφωνηθέν τίμημα. Πάρα τις οχλήσεις του ενόρκως δηλούντα προς τον Καθ' ου Αίτηση 2, ο τελευταίος ουδέποτε ανταποκρίθηκε και ουδέποτε εξόφλησε το συμφωνηθέν υπόλοιπο του τιμήματος με τους τόκους και φόρους ακίνητης περιουσίας. Η Αιτήτρια με επιστολές των δικηγόρων της ημερομηνίας 24/10/2014 και 13/7/2017 (Τεκμήρια 10 και 11) κάλεσε τον Καθ' ου η Αίτηση 2 να πληρώσει το συμφωνηθέν υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του οικοπέδου 6, με τον Καθ' ου η Αίτηση 2, διά μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 2/11/2017 (Τεκμήριο 12), να αρνείται ότι οφείλει οποιονδήποτε ποσό. Ακολούθησαν περαιτέρω επιστολές οι οποίες ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων (βλ. Τεκμήρια 13 και 14). Αποτελεί θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 περί εξόφλησης η οποία κατατέθηκε στον σχετικό φάκελο του Επαρχιακού Κτηματολογίου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι αποδείξεις και επιταγές που κατατέθηκαν για σκοπούς απόδειξης της εξόφλησης του τιμήματος δεν αναφέρονται σε εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του Καθ' ου η Αίτηση 2 και εκκρεμούν τα έξοδα χαρτοσήμανσης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος προβλήθηκε διά των δικηγόρων του ότι κατέβαλε στις 17/4/2008 το ποσό των €91.681 με επιταγή έναντι των δυο ακινήτων, ο ενόρκως δηλούντας αναφέρει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός. Η εν λόγω επιταγή δεν αφορούσε σε πληρωμή προς την Αιτήτρια, δεν εκδόθηκε στο όνομά της και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόδειξη. Συγκεκριμένα, περί τον Απρίλιο του 2008 ο Καθ' ου η Αίτηση 2 παρακάλεσε τον ενόρκως δηλούντα, με τον οποίο είχε καλές σχέσεις, να μεταβούν μαζί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο ούτως ώστε να συμπληρωθεί η εν λόγω επιταγή στο όνομα του ενόρκως δηλούντα και να εισπράξει ο ενόρκως δηλούντας το ποσό το οποίο ακολούθως να παραδώσει στον Καθ' ου η Αίτηση 2, για να μην φανεί η απόσυρση του εν λόγω ποσού. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλούντας αναφέρει ότι την 13/4/2020, η Αιτήτρια παρέλαβε με διπλοσυστημένη επιστολή Ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ» ημερομηνίας 20/3/2020 με την οποία ο Καθ' ου η αίτηση 2 πληροφορούσε την Αιτήτρια ότι προτίθετο να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση. Η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ» επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Η Αιτήτρια, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 13/4/2020 υπέβαλε ένσταση στη μεταβίβαση. Με την ένστασή της, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 16 της ένορκης δήλωσης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν εξόφλησε πλήρως το τίμημα πώλησης του ακινήτου και «. συνεχίζει να οφείλει στην πιο πάνω Εταιρεία το ποσό των €70,520.00 πλέον τόκους, φόρους και τέλη βάσει του Πωλητηρίου Εγγράφου.». Η ένσταση της Αιτήτριας απορρίφθηκε με επιστολή του Καθ' ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 30/4/2020 η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 14/5/
  7. Η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 30/4/2020 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  8. Ο ενόρκως δηλούντας αναφέρει ότι παρά τις μεταξύ των διαδίκων συζητήσεις και τη μείωση του αξιούμενου ποσού από πλευράς Αιτήτριας, δεν υπήρξε οποιαδήποτε διευθέτηση. Τέλος, ο ενόρκως δηλούντας αναφέρεται στους νομικούς λόγους, για τους οποίους, σύμφωνα με τη συμβουλή των δικηγόρων της Αιτήτριας η απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της κυρίως αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησε την αναστολή των αποφάσεων ημερομηνίας 20/3/2020 και 30/4/
  9. Την 5/6/2020 εκδόθηκε Διάταγμα αναστολής των αποφάσεων το οποίο στις 9/10/2020 κατέστη, εκ συμφώνου, απόλυτο. Αμφότεροι οι Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι (στο εξής οι «Καθ' ων η Αίτηση» μαζί, «Καθ' ου η Αίτηση 1» και «Καθ' ου η Αίτηση 2» ξεχωριστά) εμφανίστηκαν στη διαδικασία και αντέδρασαν καταχωρώντας ενστάσεις εναντίον της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Με την ένστασή του, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλει 15 συνολικά λόγους ένστασης με τους οποίους υπεραμύνεται της νομιμότητας, της ορθότητας και της επάρκειας της αιτιολογίας της απόφασης. Προβάλλει δε περαιτέρω ότι οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες είναι καθ' όλα σύμφωνες με το Σύνταγμα. Συγκεκριμένα:
  10. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 30.04.2020 είναι νόμιμη και/ή ορθή, εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και/ή αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναγκαία και/ή απαιτούμενα έγγραφα και/ή στοιχεία, ακολουθήθηκε η ορθή κατά το Νόμο και/ή Κανονισμούς διαδικασία.
  11. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 30.04.2020 είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
  12. Ο καθ' ου η αίτηση 2 έχει εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τον αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΑ.-

(1).
  1. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 ( στο εφεξής «ο Νόμος») ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.
  2. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  3. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  4. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  5. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας των αγοραστών.
  6. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  7. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια.
  8. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  9. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  10. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των λοιπών διατάξεων του Νόμου, συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις υπόλοιπες διατάξεις του Νόμου.
  11. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 226/2019 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, την Αρχή Διάκρισης των Εξουσιών, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
  12. Δεν τίθεται κανένας περιορισμός και καμία στέρηση των Συνταγματικών Δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Σημειώνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1, με την ένστασή του, εγείρει και προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία ισχυρίζεται ότι η απόφαση ημερομηνίας 20/3/2020 είναι προπαρασκευαστική και δεν έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ο.Χ., Κτηματολογικής Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Τα όσα η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη δήλωσή της σχετικά με τα γεγονότα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 κατέθεσε την 30/5/2008 τη σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 21/5/2008 μεταξύ του ίδιου και της Αιτήτριας η οποία αφορούσε στην αγοραπωλησία ενός, υπό διαχωρισμό, οικοπέδου στην κοινότητα Αναλιόντα της επαρχίας Λευκωσίας. Η αίτηση κατάθεσης, η απόδειξη πληρωμής και το πωλητήριο έγγραφο επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με την Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου, την οποία η ενόρκως δηλούσα παρουσιάζει ως Τεκμήριο Β, το όλο μερίδιο του εν λόγω ακινήτου παραμένει μέχρι σήμερα εγγεγραμμένο στο όνομα της Αιτήτριας. Στις 30/10/2019 ο Καθ' ου η Αίτηση 2 κατέθεσε την αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή ΑΕΑ226/2019 (στο εξής η «ΑEΑ») την οποία η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή της ως Τεκμήριο Γ μαζί με την απόδειξη πληρωμής. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προσκόμισε αποδείξεις πληρωμής για την αγορά του ακινήτου και ένορκη δήλωσή του (Τεκμήρια Δ και Ε της ένορκης δήλωσης). Όπως η ίδια η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, οι αποδείξεις (Τεκμήριο Δ) αφορούν και το δεύτερο ακίνητο (οικόπεδο 4) το οποίο μεταβιβάστηκε στον Καθ' ου η αίτηση
  13. Μετά την κατάθεση της ΑΕΑ, ζητήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 να παρουσιάσει διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις τις οποίες και ο τελευταίος προσκόμισε (Τεκμήρια Ζ, Η και Θ της ένορκης δήλωσης), ενώ στις 20/3/2020 στάλθηκε προς την Αιτήτρια, μέσω συστημένου ταχυδρομείου η ειδοποίηση τύπος «ΙE» με την οποία η Αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι είχε δικαίωμα να υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου, στον Καθ' ου η αίτηση 2, εντός 45 ημερών από την παραλαβή της. Η εν λόγω ειδοποίηση μαζί με τα αποδεικτικά αποστολής της, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ι στην ένορκη δήλωση. Η Αιτήτρια άσκησε το εν λόγω δικαίωμά της υποβάλλοντας ένσταση στις 13/4/2020 (Τεκμήριο Κ), η οποία έτυχε εξέτασης από τον Διευθυντή ο οποίος, με απόφασή του ημερομηνίας 4/5/2020, την απέρριψε. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 4/5/2020, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Λ, απεστάλη στην Αιτήτρια στις 5/5/2020 και προς τούτο παρουσιάζει η ενόρκως δηλούσα, ως Τεκμήριο Μ αποδεικτικό κατάθεσης συστημένης επιστολής. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στη νομική πτυχή της αίτησης για την οποία έτυχε συμβουλής από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει, ως Τεκμήριο Ν, την αιτιολογική έκθεση ημερομηνίας 22/6/2015 για το νομοσχέδιο για την προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2, με την ένστασή του, εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι εκπρόθεσμη. Προωθεί επίσης 17 συγκεκριμένους λόγους ένστασης εναντίον της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως:
  14. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας είναι ορθή, νομότυπη, δικαιολογημένη και σύμφωνα με το Σύνταγμα, την Κυπριακή Νομοθεσία, τους Κανονισμούς και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
  15. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως δικαιολογημένη και αιτιολογημένη, καθότι ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, πριν την απόφαση του, έλαβε όλα τα σχετικά πραγματικά γεγονότα και περιστατικά σύμφωνα με τον Νόμο, τα οποία ήταν αποτέλεσμα δέουσας, επαρκούς και ολοκληρωμένης έρευνας, χωρίς να έχει ληφθεί υπό πλάνη των πραγμάτων και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του.
  16. Η αίτηση δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων.
  17. Οι λόγοι που προβάλλονται στην παρούσα αίτηση δεν ανατρέπουν το μαχητό τεκμήριο κανονικότητας και/ή δεν τεκμηριώνεται ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗΚΖ-44ΚΖ του Ν.9/1965 ως αυτός τροποποιήθηκε είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικός.
  18. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετικές πρόνοιες που ρυθμίζουν περιουσιακά αστικά δικαιώματα των μερών και όπου οι περιορισμοί δεν επιβάλλονται προς το συμφέρον της πολιτείας ή ενός δημόσιου σώματος.
  19. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας δεν παραβιάζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η Τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  20. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικά και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος της περιουσίας του αγοραστή.
  21. Υπάρχουν πρόνοιες στον υπό εξέταση Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην Αιτήτρια να παραμείνει εξασφαλισμένη και οι οποίες προνοούν για την καταβολή δίκαιης αποζημίωσης. Εν πάση περιπτώσει, η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  22. Ο Καθ' ου η αίτηση-εφεσίβλητος εξόφλησε πλήρως την εφεσείουσα-αιτήτρια.
  23. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση και/ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια/εφεσείουσα.
  24. Αφ' ης στιγμής η Βουλή των Αντιπροσώπων επικαλείται ρητά στο προοίμιο του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019 (Ν.118(Ι)/2019) λόγους δημοσίου συμφέροντος, εφαρμόζεται το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο δικαιολογείται η παρέμβαση του κράτους στο περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
  25. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας δεν παραβιάζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος, καθότι το άρθρο 25 του Συντάγματος προστατεύει μόνο την άμεση επέμβαση στο δικαίωμα ενός προσώπου να ασκεί το επάγγελμα του ελεύθερα και όχι στην έμμεση επέμβαση. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 25 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και επιτρεπτό από το άρθρο 25
(2)του Συντάγματος.
  1. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας δεν παραβιάζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 26 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 26 του Συντάγματος, αυτός τίθεται προς προστασία και/ή πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.
  2. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας δεν παραβιάζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 28 του Συντάγματος, καθότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, πωλητής και αγοραστής έχουν διαφορετική ιδιότητα και/ή δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες. Εάν ήθελε κριθεί υπάρχει διάκριση στην μεταχείριση τους, αυτή δεν είναι αυθαίρετη και/ή δεν είναι εύλογη και/ή αντικειμενική λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων και/ή λόγω της διαφορετικής ιδιότητας τους.
  3. Με τις διατάξεις του υπό κρίση Νόμου δεν παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
  4. Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη επέμβαση στη διακριτική εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου, την οποία ο Διευθυντής κέκτηται δυνάμει ρητών διατάξεων του Νόμου.
  5. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παράβλαπτε ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση 2 και θα οδηγούσε σε δυσανάλογα ανεπιεική αποτέλεσμα εναντίον του και/ή τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα ερχόταν σε αντίθετη με το δίκαιο της επιείκειας, καθότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποστερηθεί ο καλόπιστος αγοραστής του συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας του. Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωσή του. Τα όσα αναφέρει σε αυτήν μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Την 21/5/2008, δυνάμει δυο πωλητηρίων εγγράφων αγόρασε από την Αιτήτρια δυο υπό κατασκευή οικόπεδα, δηλαδή τα οικόπεδα με αριθμούς 4 και 6, έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €85.430 για έκαστο οικόπεδο. Παρουσιάζει τα εν λόγω πωλητήρια έγγραφα ως Τεκμήρια 1 και
  6. Ο τρόπος και οι όροι πληρωμής για τα δυο οικόπεδα ήταν ο ίδιος, δηλαδή θα καταβάλλονταν τα ποσά ως ακολούθως: α) €13.670 τως προκαταβολή με την υπογραφή, β) €47.840 με την ασφαλτόστρωση των οικοπέδων και γ) €23.920 με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας και την τιτλοποίησή τους επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση
  7. Ο ενόρκως δηλούντας αναφέρεται στους όρους των πωλητηρίων και στην χαρτοσήμανση και κατάθεσή τους στο Κτηματολόγιο. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καταγράφει επακριβώς, τα ποσά τα οποία ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην Αιτήτρια, με επιταγές, ως ακολούθως: 1 5/3/2008 - κράτηση €4.000 (Τεκμήριο 3) 2 17/4/2008 €91.681 (Τεκμήριο 4) 3 12/9/2009 €10.000 (Τεκμήριο 5) 4 1/3/2010 €10.000 (Τεκμήριο 6) 5 16/6/2011 €5.000 (Τεκμήριο 7) 6 12/10/2012 €40.005 (Τεκμήριο 8) Πέραν των πιο πάνω ποσών, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφέρει ότι κατέβαλε ποσά εκ €13.670 και €13.670 για τα οποία η Αιτήτρια έλαβε και εξέδωσε τις αποδείξεις αρ. 0060 και 0061, ημερομηνίας 21/5/2008, τις οποίες παρουσιάζει ως Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα πιο πάνω λοιπόν, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι κατέβαλε περισσότερα ποσά από αυτά που όφειλε να καταβάλει στην Αιτήτρια, δηλαδή κατέβαλε το ποσό των €188.026 έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης των €170.
  8. Αρνείται ότι όταν έδωσε την επιταγή ημερομηνίας 17/4/2008 για το ποσό των €91.681 (Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσής του) δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Αιτήτρια, εφόσον είχε ήδη καταβάλει στις 5/3/2008 ποσό €4.000 για την κράτηση των οικοπέδων. Αρνείται περαιτέρω ότι ο λόγος που έδωσε την εν λόγω επιταγή στον διευθυντή της Αιτήτριας, Χ.Η., ήταν για να του την εξαργυρώσει. Το τι στην πραγματικότητα έκανε ήταν να δώσει λευκή επιταγή η οποία ακολούθως συμπληρώθηκε από τους δικαιούχους της. Το ένα από τα δυο ακίνητα (το οικόπεδο 4) μεταβιβάστηκε στο όνομά του στις 19/11/2012, παραμένει όμως το έτερο ακίνητο (το οικόπεδο 6) για το οποίο υποβλήθηκε η επίδικη ΑEΑ και για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση του Διευθυντή που επιχειρείται με την υπό εξέταση αίτηση να ακυρωθεί. Αναφέρει περαιτέρω ο Καθ' ου η Αίτηση 2, ότι, Αίτηση - Έφεση εναντίον της απόφασης του Διευθυντή καταχωρήθηκε και από την Ελληνική Τράπεζα η οποία είναι ενυπόθηκος δανειστής της Αιτήτριας. Παρουσιάζει προς τούτο, ως Τεκμήρια 11 και 12 την αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας και την ένσταση που ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καταχώρησε στο πλαίσιό της. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους, εξ όσων πληροφορείται και από τους δικηγόρους του, η αίτηση θα πρέπει απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι την 1/7/2021 εκδόθηκε Διάταγμα αντεξέτασης του Καθ' ου η Αίτηση 2 επί των παραγράφων 9 - 11 της ένορκης δήλωσής του που αφορούν στην εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Η αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 έλαβε χώρα την 11/4/
  9. Κατά την αντεξέταση, η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας έθεσε υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση 2 τόσο σε σχέση με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του ακινήτου, όσο και για τις συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες εξέδωσε και παρέδωσε την επιταγή ημερομηνίας 17/4/2008 (Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση 2), αλλά και τον σκοπό για τον οποίο η επιταγή δόθηκε. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 επέμεινε στις θέσεις του όπως αυτές καθορίστηκαν με την ένορκη δήλωσή του και κατέγραψα περιληπτικά ανωτέρω. Έχοντας λοιπόν παραθέσει τους ισχυρισμούς των διαδίκων που εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, σημειώνω ότι μετά το πέρας της αντεξέτασης του Καθ' ου η Αίτηση 2, η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία. Η διαδικασία μεταβίβασης ακινήτου στο όνομα αγοραστή αυτεπάγγελτα ή κατόπιν υποβολής αίτησης διέπεται από το ΜΕΡΟΣ VIΒ (άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 (στο εξής ο «Νόμος») το οποίο αποσκοπεί στην προστασία «εγκλωβισμένων αγοραστών». Όποτε υποβάλλεται αίτηση, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, κατά την εξέτασή της διερευνά κατά πόσο (α) έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και (β) κατά πόσο υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου (βλ. άρθρο 44Κ του Νόμου). Σε περίπτωση που ο Διευθυντής ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ακολουθείται η διαδικασία που καθορίζεται από το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου και η οποία έχει ως ακολούθως: «44ΚΒ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΑ, σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις, ο Διευθυντής μετά την πάροδο των τριάντα
(30)ημερών και αφού έχει εξετάσει οποιαδήποτε στοιχεία ενδεχομένως να έχουν τεθεί ενώπιόν του από τον αγοραστή, τον πωλητή, τον ενυπόθηκο δανειστή και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, γνωστοποιεί στον εν λόγω αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση με έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο "ΙΕ", την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2). [...]
(8)Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του, καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου, εκτός εάν, εντός χρονικού διαστήματος τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προσκομίσει εκδοθέν δικαστικό διάταγμα που να απογορεύει τη μεταβίβαση του ακινήτου.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Η εξουσία ελέγχου αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου από το Δικαστήριο πηγάζει από τις πρόνοιες του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 σύμφωνα με το οποίο: «80. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.» Παραπέμπω επίσης στην απόφαση Αριστοτέλους ν. Χ''Κυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καλώς θεμελιωμένες. Έχει νομολογηθεί ότι κατά τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου ο Διευθυντής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εκδίδει απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (Βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολωμόντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58).» Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 1248, οι εξουσίες του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τέτοιας φύσης είναι ευρείες. Συγκεκριμένα: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, Αθανάση κ.ά. ν. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312.» Τέλος, στην απόφαση Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973 λέχθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτηση-έφεση από απόφαση του Διευθυντή κάτω από το Αρθρο 80 του Κεφ. 224, διατυπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 C.L.R. 619 . . . Ο Διευθυντής αποφασίζοντας ένα δικαίωμα διόδου έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει πάνω σε ιδιωτικά δικαιώματα. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο εις τη διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις εις τον τομέα του δημοσίου δικαίου. Η μόνη διαφορά είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφασίζοντας μιαν έφεση κάτω από το Αρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει την εξουσία να υποκαταστήσει τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή σε αντίθεση με την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής κάτω από το Αρθρο 146 του Συντάγματος, όπου το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο.» Των πιο πάνω λεχθέντων και αφού έχω διεξέλθει του συνόλου των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση και τα εγειρόμενα, στο πλαίσιο της, θέματα. Σημειώνω καταρχάς ότι, όπως μπορεί να εξαχθεί από την πιο πάνω σύνοψη των θέσεων των διαδίκων που εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλειοψηφία των γεγονότων τα οποία προηγήθηκαν της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, είτε αυτά αφορούν στο μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ου η Αίτηση 2 πωλητήριο και τους όρους του, είτε στα όσα έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας της ΑΕΑ, είναι στην ουσία τους παραδεκτά. Η ουσιαστική διαφωνία των μερών άπτεται του κατά πόσο ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εξόφλησε ή όχι το τίμημα πώλησης του ακινήτου (οικόπεδο 6) για τη μεταβίβαση του οποίου καταχώρησε την ΑΕΑ, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η επίδικη, προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή. Προτού εξεταστούν όμως οι λόγοι που η Αιτήτρια προωθεί για την ακύρωση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή, κρίνεται σκόπιμο όπως εξεταστούν οι προδικαστικές ενστάσεις που οι Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν με τις ενστάσεις τους. Από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση 1, εγέρθηκε προδικαστική ένσταση με την οποία προβάλλεται η θέση ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ», ημερομηνίας 20/3/2020, δεν αποτελεί απόφαση η οποία δύναται να εφεσιβληθεί από την Αιτήτρια. Η θέση αυτή του Καθ' ου η Αίτηση 1 με βρίσκει σύμφωνο. Ο τρόπος αμφισβήτησης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΕ» προβλέπεται από το ίδιο το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου, το οποίο δίδει, στο εκάστοτε επηρεαζόμενο πρόσωπο, το δικαίωμα υποβολής ένστασης, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης. Δικαίωμα το οποίο η Αιτήτρια στην παρούσα άσκησε, υποβάλλοντας την ένστασή της στις 13/4/
  1. Η απόφαση, συνεπώς, η οποία δύνατο να εφεσιβληθεί στη βάση των προνοιών των άρθρων 51 του Νόμου και 80 του Κεφ. 224, και η οποία εν προκειμένω εφεσιβλήθηκε από την Αιτήτρια, ήταν η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 30/4/2020, με την οποία ο τελευταίος απέρριψε την ένσταση της Αιτήτριας ημερομηνίας 13/4/
  2. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι έστω και εάν η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΕ», όντως αποτελούσε απόφαση η οποία δύνατο να εφεσιβληθεί βάσει των πιο πάνω άρθρων των Νόμων, στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση 30 ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω Ειδοποίησης. Τούτο διότι η Ειδοποίηση, σύμφωνα μάλιστα με τον ίδιο τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους της Αιτήτριας, κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 13/4/2020[1] ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 3/6/
  3. Στη βάση των ανωτέρω, η αίτηση, στο μέρος που αυτή αποσκοπεί στην ακύρωση και αναστολή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΕ» ημερομηνίας 20/3/2020, δεν μπορεί να επιτύχει. Στρέφομαι στην προδικαστική ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 και τον ισχυρισμό του περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Σημειώνω ότι ζητήματα που άπτονται της τήρησης χρονικών προθεσμιών για σκοπούς έγερσης διαδικασιών έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα και για αυτό τον λόγο καθίσταται απαραίτητη η κατά προτεραιότητα εξέτασή τους όπου εγείρονται (βλ. Αντωνίου ν. Πεζίκη, Πολιτική Έφεση αρ. Ε146/2020, απόφαση ημερομηνίας 14 Ιουλίου 2021 «. η εξέταση του ζητήματος της παραγραφής κατά προτεραιότητα, στα πλαίσια της καταχωρηθείσας αίτησης και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν ενείχε ο,τιδήποτε μεμπτό, μάλλον επιβάλλετο, δεδομένου του δικαιοδοτικού χαρακτήρα του όλου ζητήματος και της σοβαρότητας του θέματος, ως προς την περαιτέρω πορεία της αγωγής. Όπως λέχθηκε στην Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Π.Ε. 118/2012, ημερ. 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, με αναφορά στη Χατζηστυλλή ν. Papadema κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 551: «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής ταύτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης.»). Η επί του προκειμένου εισήγηση του Καθ' ου η αίτηση 2 εδράζεται στον ισχυρισμό ότι, η απόφαση του Διευθυντή ταχυδρομήθηκε/κοινοποιήθηκε την 4/5/2020 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 3/6/2020, δηλαδή μετά την πάροδο των 30 ημερών που προβλέπονται δυνάμει των προνοιών των άρθρων 51 του Νόμου και 80 του Κεφ. 224. Σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του Νόμου: «Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Παραπέμπω επίσης, στο προαναφερθέν άρθρο 80 του Κεφ. 224, σύμφωνα με το οποίο, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο εναντίον οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 17 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση η επίδικη απόφαση του Διευθυντή φέρει ημερομηνία 30/4/2020, η απόφαση που η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει ως Τεκμήριο Λ, στην ένορκη δήλωσή της προς υποστήριξη της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 1, φέρει ημερομηνία έκδοσης 4/5/
  1. Πέραν της εν λόγω διαφοροποίησης, σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης τους, τα δύο αυτά τεκμήρια είναι ταυτόσημα ως προς το περιεχόμενο και την ουσία τους. Αμφότερες μάλιστα οι αποφάσεις απευθύνονται στους συνηγόρους της Αιτήτριας. Για σκοπούς εξέτασης της προδικαστικής ένστασης, σημειώνω ότι ο ουσιώδης χρόνος, σύμφωνα πάντα με τα σχετικά άρθρα που πιο πάνω παρέθεσα, είναι ο χρόνος της κοινοποίησης της απόφασης. Επί του προκειμένου, σημειώνω ότι σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα - διευθυντή της Αιτήτριας, η απόφαση του Διευθυντή περιήλθε στην γνώση της Αιτήτριας στις 14/5/2020[2]. Σύμφωνα δε με την αναντίλεκτη μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας για τον Καθ' ου η Αίτηση 1, η απόφαση του Διευθυντή γνωστοποιήθηκε με την αποστολή της διά διπλοσυστημένου ταχυδρομείου στις 5/5/
  2. Η απόδειξη κατάθεσης διπλοσυστημένου ταχυδρομείου παρουσιάστηκε από την ενόρκως δηλούσα ως Τεκμήριο Μ. Το εν λόγω Τεκμήριο φέρει, στο κάτω μέρος του, σφραγίδα με την ημερομηνία 5/5/2020, ενώ περιλαμβάνει περαιτέρω και αναφορά στην ημερομηνία 14/5/2020, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με την Αιτήτρια, περιήλθε εις γνώση της η απόφαση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 75
(1)του Κεφ. 224, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις από τον Διευθυντή δύναται να γίνουν ταχυδρομικώς. Όπου δε είναι πρακτικά δυνατό, οι ειδοποιήσεις και κοινοποιήσεις αυτές γίνονται με συστημένη επιστολή. Σημειώνω περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 75 του Κεφ. 224: «
(3)Η ημερομηνία ταχυδρόμησης της επιστολής θεωρείται ότι είναι η ημερομηνία κατά την οποία δίνεται ή διενεργείται η ειδοποίηση ή η κοινοποίηση και πιστοποιητικό που εκδίδεται από το πρόσωπο που ταχυδρομεί την επιστολή αυτή, το οποίο αναφέρει την ημερομηνία ταχυδρόμησης αυτής θεωρείται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ταχυδρόμησης αυτής.» Βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η κοινοποίηση θεωρείται ότι διενεργείται την ημερομηνία ταχυδρόμησης. Εφόσον λοιπόν η κοινοποίηση της απόφασης στην Αιτήτρια έλαβε χώρα την 5/5/2020, ημερομηνία ταχυδρόμησης της απόφασης σύμφωνα με το Τεκμήριο Λ της ένορκης δήλωσης της ένστασης του Καθ' ου η αίτηση 1, και λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του άρθρου 31(α) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφορικά με την επιμέτρηση του χρόνου, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 3/6/2020, καταχωρήθηκε εντός της εκ του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών. Ενόψει των ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 2 απορρίπτεται. Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και σημειώνω ότι η Αιτήτρια αξιώνει την ακύρωση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή, στη βάση δύο συγκεκριμένων λόγων. Αφενός διότι, κατά τη θέση της, η απόφαση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα, και αφετέρου διότι οι νομοθετικές διατάξεις στη βάση των οποίων λήφθηκε η επίδικη απόφαση παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Αναφορικά με την πρώτη ενότητα, σημειώνω ότι ο λόγος ένστασης που εγέρθηκε από πλευράς Αιτήτριας με την ένστασή της ημερομηνίας 13/4/2020 (βλ. Τεκμήριο 16 της αίτησης) ήταν η μη εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος και κατ' επέκταση η μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του Καθ' ου η Αίτηση 2, αφού, σύμφωνα με την ένσταση, η θέση της Αιτήτριας ήταν ότι συνεχίζει μέχρι σήμερα να της οφείλεται το ποσό των €70.520 πλέον τόκους, φόρους και τέλη. Η πιο πάνω ένσταση απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη με την παρούσα αίτηση απόφαση ημερομηνίας 30/4/2020 (βλ. Τεκμήριο 17 της αίτησης), την οποία, στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «Θέμα: ΑΕΑ 226/2019 - Ένσταση για μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ. [ ]. Τεμ. [ ], στη κοινότητα Αναλιόντα, στο όνομα του [Χ. Χ.]. Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και την επιστολή σας ημερομηνίας 13/4/2020 σας πληροφορώ ότι η ένσταση σας στη μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται για τους πιο κάτω λόγους: 2. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση σας σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 139(Ι)/2015 & Ν. 118(Ι)/19, δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου. 3. Επίσης η κατάθεση της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 21/05/2008 (ΠΩΕ1718/2008) έγινε δεκτή στο Γραφείο μου στις 30/05/2008 επειδή ετηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, όπως αυτές προβλέπονταν στην τότε ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι στον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 232. 4. Με βάση τα γεγονότα, τις αποδείξεις και την ένορκη δήλωση που κατατέθηκαν από τον αγοραστή στον ΑΕΑ226/19, έχω πεισθεί ότι ο αγοραστής έχει εξοφλήσει πλήρως τις υποχρεώσεις του έναντι της πωλήτριας εταιρείας G.A.G.M. ERODOTOU BROTHERS LTD σύμφωνα με το κατατεθημένο ΠΩΕ1718/08 Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία είναι στη διάθεση σας και μπορείτε να προβείτε σε επιθεώρηση του φακέλου. 5. Ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ] τεμ. [ ] στην κοινότητα Αναλιόντα, επ' ονόματι του αγοραστή [Χ. Χ.] Α.Τ.[ ], εκτός εάν προσκομίσετε, εντός τριάντα
(30)ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά.» Το κρίσιμο ερώτημα, που πρέπει εν προκειμένω να απαντηθεί, είναι κατά πόσο η πιο πάνω απόφαση του διευθυντή είναι αιτιολογημένη. Για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, η απάντηση στο ουσιώδες αυτό ερώτημα είναι, κατά την κρίση μου, αρνητική. Εξηγώ. Ενώπιον του Διευθυντή τέθηκαν δυο, εκ διαμέτρου, αντίθετες εκδοχές. Από τη μία η εκδοχή του Καθ' ου η Αίτηση 2 σύμφωνα με την οποία το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε πλήρως και από την άλλη η εκδοχή της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εξακολουθεί να οφείλει ποσό εκ €70.
  1. Με την απόφασή του, ο Διευθυντής επέλεξε την εκδοχή του Καθ' ου η Αίτηση
  2. Το τι όμως παρέλειψε να πράξει είναι να δώσει οποιαδήποτε αιτιολογία για την επιλογή της εκδοχής του Καθ' ου η Αίτηση 2, αντί της εκδοχής που η Αιτήτρια προέβαλε. Ο Διευθυντής περιορίστηκε, με την απόφασή του, απλά να αναφέρει ότι στη βάση των γεγονότων, των αποδείξεων και της ένορκης δήλωσης του αγοραστή Καθ' ου η Αίτηση 2 πείστηκε ότι αυτός εξόφλησε πλήρως τις υποχρεώσεις του. Η πιο πάνω όμως γενική αναφορά εμποδίζει το παρόν Δικαστήριο από το να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης, επί της ουσίας της. Δεν μπορεί δηλαδή το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει, αλλά και να εντοπίσει τι ακριβώς ήταν που οδήγησε τον Διευθυντή στην αποδοχή της θέσης του Καθ' ου η Αίτηση 2 και ταυτόχρονα στην απόρριψη της εκδοχής της Αιτήτριας. Σχετικά δε με το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης και της εν προκειμένω γενικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας που ο Διευθυντής έδωσε με την απόφασή του, κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd
(2009)1(B) ΑΑΔ 834: «Εκφράσεις που περιέχονται σ' αυτή, όπως «αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα», «υπό τις υφιστάμενες συνθήκες η επιλεγείσα δίοδος ήταν η μόνη κατάλληλη», «αφού έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και με σκοπό να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά . . .», είναι τόσο γενικές και αόριστες που δεν μπορούν να αποτελέσουν αιτιολογία όπως απαιτείται από το Νόμο.» Ως απόρροια των πιο πάνω, εγείρεται και ζήτημα ως προς το κατά πόσο ο Διευθυντής διεξήγαγε τη δέουσα, υπό τις περιστάσεις, έρευνα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44Κ
(1)του Νόμου και των Κανονισμών 4 και 6 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του
  1. Τούτο διότι, δεν προκύπτει εάν ο Διευθυντής διερεύνησε κατά πόσο η θέση της Αιτήτριας, περί μη εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, ευσταθεί ή όχι. Επί του προκειμένου ζητήματος σημειώνω συγκεκριμένα ότι, δεν προκύπτει πως ο Διευθυντής προσέγγισε το ζήτημα της επιταγής των €91.681, που ο Καθ' ου η Αίτηση 2 παρουσίασε, και αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι, η εν λόγω επιταγή, όπως και οι υπόλοιπες, δόθηκαν για σκοπούς εξόφλησης του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου. Μιας επιταγής στην οποία καταγράφεται ως δικαιούχος φυσικό πρόσωπο και όχι η Αιτήτρια - πωλήτρια και η οποία επιταγή φέρεται να εξεδόθη και να πληρώθηκε πριν την υπογραφή των δύο πωλητηρίων εγγράφων, στα οποία όμως καμία αναφορά γίνεται για το ποσό αυτό και για την είσπραξη της οποίας καμία απόδειξη παρουσιάστηκε ενώπιον του Διευθυντή ή του Δικαστηρίου. Από τους ίδιους δε τους όρους του μεταξύ των διαδίκων πωλητηρίου εγγράφου για την αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), προκύπτει ότι τα μέρη συμφώνησαν τόσο τον τρόπο, όσο και τον χρόνο εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, με την Αιτήτρια να επιμένει ότι, μέχρι σήμερα, οι συμβατικές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 με τη σύμβαση αυτή, δεν εκπληρώθηκαν. Ο Διευθυντής συνεπώς, απέρριψε τη θέση αυτή της Αιτήτριας και αποδέχτηκε τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση 2, χωρίς να εξηγήσει επί ποιων στοιχείων βασίστηκε για να απορρίψει τη θέση της Αιτήτριας, χωρίς να παραθέσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να αιτιολογούν την κατάληξή του αυτή και χωρίς να προκύπτει ότι προέβη στη δέουσα, υπό τις περιστάσεις, διερεύνηση του ζητήματος πριν την έκδοση της απόφασής του. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό και τα εξής. Ως Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1, επισυνάπτονται τα αποδεικτικά που ο Καθ' ου η αίτηση 2 παρουσίασε για σκοπούς απόδειξης της εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, τα οποία ο Διευθυντής αποδέχθηκε. Στο εν λόγω τεκμήριο περιλαμβάνεται απόδειξη πληρωμής αρ. C 060219, ημερομηνίας 5/3/2008 για το ποσό των €4.000 το οποίο όμως φέρεται να αφορά και τα δύο πωληθέντα ακίνητα. Οι δε αποδείξεις αρ. 0082, 0113, 0071 και 0060 δεν φαίνεται να είναι το επίδικο ακίνητο με αρ. οικοπέδου 6 που αφορούν, αλλά το εξοφληθέν και μεταβιβασθέν ακίνητο με αρ. οικοπέδου
  2. Τούτο προκύπτει τόσο από την καταγραφή του αριθμού 4 σε ορισμένες από τις εν λόγω αποδείξεις, όσο και από την αναφορά «ελαιοτριβείο» η οποία, όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση 2, αφορά το εξοφλημένο οικόπεδο αρ. 4 αφού, όπως ο τελευταίος προσδιόρισε, το οικόπεδο 4 που εξοφλήθηκε είναι απέναντι από το ελαιοτριβείο και το οικόπεδο 6 είναι απέναντι από την εκκλησία. Στη βάση των ανωτέρω, εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο με τα δεδομένα, ως έχουν, υπάρχει η δυνατότητα η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή να υποκατασταθεί. Δεν θεωρώ όμως ότι παρέχεται αυτή η δυνατότητα στην προκειμένη περίπτωση. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να προχωρήσει με την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων, εφόσον, όπως προανέφερα, δεν φαίνεται ο Διευθυντής να προχώρησε με περαιτέρω διερεύνηση του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί μη εξόφληση του τιμήματος πώλησης όπως είχε κάθε εξουσία αλλά και καθήκον να πράξει. Σημειώνω επίσης ότι, ούτε το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Αιτήτριας σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσής του περί εξόφλησης του τιμήματος πώλησης μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα εφόσον το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δεν αφορά στο κατά πόσο αποδείχθηκε η εξόφληση ή όχι του τιμήματος πώλησης του ακινήτου, αλλά στο κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή, με βάση τα όσα είχαν κατά τον επίδικο χρόνο τεθεί ενώπιόν του, ήταν ή όχι αιτιολογημένη και αποτέλεσμα δέουσας έρευνας. Η πιο πάνω κατάληξή μου, ότι δηλαδή η απόφαση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη, καθιστά αχρείαστη την εξέταση του ζητήματος που εγέρθηκε από πλευράς Αιτήτριας περί αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIΒ του Νόμου 9/
  3. Τούτο διότι, όπως έχει πάγια νομολογηθεί, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων επιβάλλεται όπου η επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας θα οδηγήσει και στη διάγνωση της ουσίας της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45). Εφόσον λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή θα ακυρωθεί για τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα, δεν καθίσταται απαραίτητος ο έλεγχος της συνταγματικότητας των επίδικων διατάξεων του Νόμου. Περαιτέρω, ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου, η οποία σφραγίζει και τη τύχη της παρούσας αίτησης, η ανάγκη εξέτασης οποιωνδήποτε υπολοίπων θεμάτων που εγέρθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης επίσης καθίσταται αχρείαστη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, αποτελεί κατάληξή μου ότι η επίδικη απόφαση πάσχει σε σχέση με την αιτιολόγησή της. Κατά συνέπεια, εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο οι αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερομηνίας 30/4/2020 και 4/5/2020, αναφορικά με την αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση 2 με αριθμό ΑΕΑ226/2019, ακυρώνονται ως αναιτιολόγητες και ληφθείσες χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. παράγραφος 16 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση [2] Βλ. παράγραφος 22 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.