Π. Π. ν. ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 5618/2014, 5/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5618/2014 Π. Π. Ενάγων v. ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγόμενη Ημερομηνία: 05 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Μ. Παναγιωτίδου (κα) για Κ.Μ. Χατζηπιέρας Για την Εναγόμενη: Χρ. Μιτσίδου (κα) για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (η απόφαση είναι μη τελεσίδικη, δημοσιεύεται κατόπιν επεξεργασίας) Το πλαίσιο της διαφοράς Ο Ενάγων αξιώνει €26.800,00 για την ολοκληρωτική καταστροφή του οχήματός του από φωτιά, ενόσω ήταν ασφαλισμένο στην Εναγόμενη με περιεκτική ασφάλιση. Η Εναγόμενη, που δεν αρνείται την ασφάλιση ή την πραγματοποίηση ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκειά της, ισχυρίζεται πως ο Ενάγων, κατά την υποβολή της πρότασης για ασφάλιση, είχε αποκρύψει δολίως ή σκόπιμα προηγούμενη απαίτηση για κάλυψη ζημιάς έναντι τρίτου, κατά παράβαση του καθήκοντός του για αποκάλυψη. Συναφώς, δικογραφεί πως, εάν ο Ενάγων είχε αποκαλύψει την προηγούμενη απαίτηση, δεν θα αποδέχονταν την πρότασή του για ασφάλιση. Γι' αυτό, ισχυρίζεται πως δεν οφείλει την κάλυψη της ζημιάς, ενώ με απορριπτική επιστολή της ημερομηνίας 23.10.2014 ακύρωσε το ασφαλιστήριο ab initio. Δεν είναι αποδεκτό ούτε το ύψος της ζημιάς του οχήματος του Ενάγοντος, που ο Ενάγων υπολογίζει βάσει εκτίμησης της προ του συμβάντος αξίας του οχήματος στο ποσό των €26.800,
- Ο Ενάγων αρνείται το γεγονός υποβολής προηγούμενης απαίτησης και ότι αποσιώπησε ή αποσιώπησε δόλια ή σκόπιμα οποιαδήποτε πληροφορία θα οδηγούσε στη μη σύναψη της ασφάλισης και επιμένει στην δική του εκδοχή. Επίδικα θέματα είναι εάν όντως υπήρξε αποσιώπηση· εάν ναι, με ποιον τρόπο, και κατά πόσον είναι ουσιώδης ώστε να απολήγει σε παράβαση του καθήκοντος του Ενάγοντος για αποκάλυψη· και κατά πόσον η Εναγόμενη, εάν είχε πληροφορηθεί το γεγονός που θεωρεί πως αποσιωπήθηκε, θα είχε αποδεχθεί την πρόταση ασφάλισης του Ενάγοντος ή όχι, κατ' επέκταση κατά πόσον απαλλάσσεται από τη σύμβαση ή όχι. Εάν αποδειχθεί πως η Εναγόμενη οφείλει να αποζημιώσει τον Ενάγοντα με βάση τη σύμβαση, ζητούμενο να καθοριστεί είναι και το ύψος της αποζημίωσης. Η διαδικασία Για την πλευρά του Ενάγοντος, κατέθεσαν ως μάρτυρες ο κύριος Ν.Μ. (ΜΕ1), ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ2)[1], ο κύριος Μ.Κ. (ΜΕ3) και ο κύριος Κ.Χ.Β. (ΜΕ4). Όλοι οι μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντος αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη, για να αποδείξει την υπεράσπισή της, προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Ν.Π. (ΜΥ1), την κυρία Α.Π. (ΜΥ2)[2] και τον κύριο Ι.Ι. (ΜΥ3), που όλοι επίσης αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο του Ενάγοντος. Αμφότερες οι πλευρές ικανοποιήθηκαν με την παρουσίαση της μαρτυρίας τους. Το σύνολο της μαρτυρίας περιέχεται στα πρακτικά της διαδικασίας που τηρήθηκαν. Κατατέθηκε περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία που αποτελεί τα Τεκμήρια 1 - 17, που βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Η απόφαση του Δικαστηρίου είχε επιφυλαχθεί. Είναι υπόψη του Δικαστήριο ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Η μαρτυρία και εξέταση Ακούγεται μαρτυρία γεγονότων μόνον σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αμφισβητούμενη ή αντικρουόμενη μαρτυρία επ' αυτών, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το εάν είναι αξιόπιστη, εάν δηλαδή δίδει την αλήθεια σε σχέση με το τι πράγματι συνέβη, ώστε να μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν. Το σύνολο της αξιόπιστης και κατ' επέκταση αποδεκτής μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο συνθέτει το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, για να προσεγγίσει στη συνέχεια νομικά τη διαφορά, και να την επιλύσει. Στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας γεγονότων για τον εντοπισμό της αλήθειας, η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[3], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του λόγου τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[4]. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου να είναι αξιόπιστο και αποδεκτό, και άλλο όχι. Ό,τι αξιολογείται, είναι η εκδοχή των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, όχι τα πρόσωπα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώμης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτών σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[5]. Το θέμα της αποσιώπησης Σε αντίθεση με το γενικό δίκαιο των συμβάσεων όπου η ευρύτερη έννοια της καλής πίστης δεν εδραιώθηκε ποτέ ως κυρίαρχη αρχή της δίκαιης συναλλαγής, ιδίως στο προσυμβατικό στάδιο και στην αγγλοσαξονική παράδοση (αν και υπάρχουν άλλες οδοί προσέγγισης της ουσίας της καλής πίστης), τουλάχιστον στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, είναι έννοια που κυριαρχεί, και εισήχθη και στο αγγλικό δίκαιο από τον Lord Mansfield στην Carter v. Boehm [1766] 3 Burr. 1905, ίσως όχι με τον πιο γενικευμένο τρόπο που τότε επιχειρήθηκε. Τυγχάνει διαχρονικά και κοινά επίκλησης, όπως φαίνεται και από την εγχώρια νομολογία και στις θεωρητικές αναφορές, στα οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος της Εναγόμενης. Με τον όρο «καλή πίστη», εννοείται η - θεωρούμενη αντικειμενικά - εντιμότητα και η ευθύτητα στις συναλλαγές, που θεμελιώνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη, που είναι απαραίτητο συστατικό στην έννοια και τη λειτουργία της σύμβασης. Ως εκ της φύσης τους, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, βασίζονται στις πληροφορίες που δίδει στον ασφαλιστή ο λήπτης της ασφάλισης, ο οποίος, για τους σκοπούς της κοινωνίας κινδύνου που δημιουργείται, έχει καθήκον αποκάλυψης όλων των πληροφοριών που ζητούνται από τον ασφαλιστή, με επίδειξη καλής πίστης - και ως αναπτύχθηκε[6] η αρχή, της υπέρτατης καλής πίστης (uberrimae fidei)[7] - κατά την εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού. Το καθήκον αποκάλυψης προσεγγίζεται και ως καθήκον άσκησης εύλογης επιμέλειας για την αποφυγή αναληθών ή παραπλανητικών δηλώσεων ή παραστάσεων. Εάν η παράλειψη αποκάλυψης πληροφορίας από μέρους του λήπτη της ασφάλισης, η αποσιώπηση, εξισώνεται με - και συνιστά - αναληθή δήλωση και πρόσθετα απολήγει σε παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, πραγματικούς. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να είναι το είδος της σύμβασης ασφάλισης, τυχόν επεξηγηματικό υλικό που συνόδευσε την αίτηση, πόσο σαφείς και συγκεκριμένες ήταν οι ερωτήσεις στην αίτηση/πρόταση, εάν σε περίπτωση μη απάντησης στις ερωτήσεις τέθηκε ξεκάθαρα από τον ασφαλιστή η σημασία της απάντησης σε αυτές τις ερωτήσεις ή και οι πιθανές συνέπειες της παράλειψης απάντησης, εάν η σύμβαση συνάφθηκε μέσω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, κ.λπ.. Ο ασφαλιστής θα πρέπει να αποδεικνύει πως, χωρίς την αποσιώπηση, δεν θα προέβαινε στην αποδοχή της πρότασης ασφάλισης ή θα την αποδέχονταν μεν αλλά με διαφορετικούς όρους. Το κριτήριο αυτό προσεγγίζεται ως αντικειμενικό, δηλαδή αναφέρεται στο τι θα έπραττε ο συνετός ασφαλιστής σε σχέση με την πληροφορία που αποσιωπήθηκε, κατά πόσο θα την λάμβανε υπόψη για την αξιολόγηση του κινδύνου[8]. Η αποσιώπηση ή αναληθής δήλωση που συνιστά παράβαση του καθήκοντος του λήπτη της ασφάλισης και δίδει τη δυνατότητα στον ασφαλιστή για θεραπεία μπορεί να είναι είτε σκόπιμη ή απερίσκεπτη, είτε απλώς το αποτέλεσμα τυχαίας απροσεξίας. Η σημασία της διαβάθμισης της υποκειμενικής υπαιτιότητας του λήπτη της ασφάλισης αντανακλά την έκταση των θεραπειών του ασφαλιστή. Εάν ο λήπτης της ασφάλισης γνώριζε ότι αποσιωπά δεδομένα που απολήγουν σε αναλήθεια ή παραπλάνηση, ή δεν ενδιαφέρονταν αν ήταν ή όχι αναληθής ή παραπλανητική η συμπεριφορά του, και εάν γνώριζε ότι το θέμα στο οποίο αφορούσε η αποσιώπηση ήταν ουσιώδες για τον ασφαλιστή ή δεν ενδιαφέρονταν αν ήταν ουσιώδες ή όχι για τον ασφαλιστή, θα πρόκειται για σκόπιμη ή απερίσκεπτη αποσιώπηση. Το βάρος για την απόδειξη ότι υπήρξε σκοπιμότητα ή απερισκεψία το έχει ο ασφαλιστής, ωστόσο, προς εξισορρόπηση αυτού του βάρους, που έχει ευνόητα εγγενείς δυσκολίες, τεκμαίρεται πως ο λήπτης της ασφάλισης, εκτός εάν αποδεικνύεται το αντίθετο, γνώριζε ό,τι και ένας λογικός άνθρωπος που αιτείται τη συγκεκριμένη ασφάλιση, όπως επίσης και ότι ένα θέμα για το οποίο ο ασφαλιστής έκανε σαφή και συγκεκριμένη ερώτηση είναι ουσιώδες γι' αυτόν[9]. Και αυτό το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι η διαβάθμιση της υποκειμενικής υπαιτιότητας του λήπτη της ασφάλισης, εάν πρόκειται για σκοπιμότητα ή απερισκεψία ή εάν πρόκειται για το αποτέλεσμα τυχαίας απροσεξίας, αντανακλά στην έκταση των θεραπειών που μπορεί να επιδιώξει ο ασφαλιστής. Αναμένεται το αποτέλεσμα για τον ασφαλιστή να τελεί σε μια σχέση αναλογικότητας. Εάν η παράλειψη του λήπτη της ασφάλισης ήταν δόλια και απερίσκεπτη, ο ασφαλιστής μπορεί να αποφύγει τη σύμβαση (to avoid the contract) και να αρνηθεί όλες τις αξιώσεις βάσει της σύμβασης, χωρίς κατ' ανάγκη να επιστρέψει ασφάλιστρα, εκτός στην έκταση που θα ήταν άδικο να τα κρατήσει. Εάν η αποσιώπηση ήταν αποτέλεσμα απροσεξίας, ενδιαφέρει, σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης προέβαινε στη συγκεκριμένη αποκάλυψη, τι θα έκανε ο ασφαλιστής. Εάν δεν θα είχε συνάψει το συμβόλαιο ασφάλισης με οποιονδήποτε όρο, μπορεί να αποφύγει τη σύμβαση και να αρνηθεί όλες τις αξιώσεις, επιστρέφοντας τα ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν, ενώ εάν θα είχε συνάψει τη σύμβαση ασφάλισης αλλά με διαφορετικούς όρους (εξαιρουμένων των όρων που σχετίζονται με το ασφάλιστρο), η σύμβαση μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν να είχε συναφθεί με αυτούς τους διαφορετικούς όρους (που όμως θα πρέπει να διευκρινίζεται ποιοι θα ήταν). Εάν ο ασφαλιστής θα είχε συνάψει το συμβόλαιο ασφάλισης (είτε οι όροι που αφορούν άλλα θέματα εκτός του ασφαλίστρου θα ήταν ίδιοι ή διαφορετικοί), αλλά θα είχε απλώς χρεώσει υψηλότερο ασφάλιστρο, ο ασφαλιστής μπορεί να μειώσει αναλογικά το ποσό που θα πληρωθεί σε μια αξίωση, αλλά θα ήταν δυσανάλογο να αποφύγει την αξίωση. Σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης δεν επηρεάζει τη μεταχείριση οποιασδήποτε αξίωσης που προκύπτει από τη σύμβαση κατά την περίοδο πριν από τη λήξη της. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι μαρτυρίες του Ενάγοντος (ΜΕ2), της ΜΥ2 και του ΜΥ
- Είναι κοινός τόπος πως την 31.01.2014 ο Ενάγων, ιδιώτης που ανήκει στην κατηγορία των καταναλωτών, υπέβαλε μέσω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή αίτηση/πρόταση για περιεκτική ασφάλιση του οχήματός του, έναντι παντός κινδύνου, περιλαμβανομένης της φωτιάς, με ισχύ μέχρι την 30.01.2015, ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε την πρότασή του και εκδόθηκε την 31.03.2014 το πιστοποιητικό ασφάλισης του Τεκμηρίου 4, ο πίνακας συμβολαίου ημερομηνίας 27.03.2014 που συνιστά το Τεκμήριο 5, και το καλυπτικό σημείωμα του Τεκμηρίου
- Η πρόταση για ασφάλιση είναι αυτή που υποβλήθηκε δια του Τεκμηρίου
- Η συμφωνία που συνάφθηκε περιλαμβάνει τους όρους που περιέχονται στο Τεκμήριο
- Δεν αμφισβητήθηκε επίσης πως ο κίνδυνος που πραγματοποιήθηκε την 19.07.2014, δηλαδή η φωτιά, συνιστά ασφαλιστική περίπτωση. Ο Ενάγων υπέβαλε απαίτηση πληρωμής, και η Εναγόμενη, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 23.10.2014 (Τεκμήριο 14), απέρριψε την απαίτηση με τη αιτιολογία ότι στο μέρος 6 της πρότασης είχε δηλωθεί πως δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε απαίτηση μέσα στη σχετική περίοδο για την οποία ερωτήθηκε ο Ενάγων, ενώ στην πραγματικότητα, κατά την Εναγόμενη, τον Νοέμβριο του 2011, ο Ενάγων είχε υποβάλει απαίτηση στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ. Επίσης, η Εναγόμενη επέστρεψε στον Ενάγοντα τα ασφάλιστρα (Τεκμήριο 15). Ο Ενάγων, με σταθερότητα στις απαντήσεις του, και σε κάθε στιγμή διατηρώντας τον λόγο του σε επαφή με τη λογική των πραγμάτων, ανέφερε, ως θα μπορούσε να συνοψιστεί η μαρτυρία του, πως δεν είχε ερωτηθεί από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή τη συγκεκριμένη ερώτηση, στο σημείο 6 «πληροφορίες για καταδίκες και απαιτήσεις», για να απαντήσει είτε με ναι είτε με όχι, και δεν υπήρξε κάποια σκόπιμη ή απερίσκεπτη απόκρυψη ή και απόκρυψη γενικά, με δεδομένο και πως δεν ερωτήθηκε για οποιοδήποτε προηγούμενο τροχαίο ατύχημα, ενώ ως γεγονός ο ίδιος δεν υπέβαλε προηγουμένως απαίτηση. Η θέση του Ενάγοντος είναι πως και η πληροφορία, που κατά την Εναγόμενη αποσιώπησε, δεν ήταν τέτοια που επί της ουσίας δεν έλαβε ή δεν θα μπορούσε να λάβει η Εναγόμενη γενικότερα και που η αναφορά της εξαρτάτο αποκλειστικά από τον Ενάγοντα. Εξάλλου, με την τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9, ο Ενάγων εξουσιοδοτούσε την παροχή πληροφοριών στην Εναγόμενη σχετικά με αξιώσεις για αποζημίωση τρίτων και η Εναγόμενη μπορούσε να ελέγξει. Το γεγονός πως ο λόγος που η Εναγόμενη απέρριψε την απαίτηση του Ενάγοντος για αποζημίωση ήταν ο προαναφερόμενος δημιουργούσε αντιδραστικότητα, προκλητικότητα και πεισμονή στον Ενάγοντα, που, κινούμενος απ' αυτά, απέφυγε αρχικά να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση στο Δικαστήριο, εάν είχε, ως γεγονός, εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα ή «υποβάλει απαίτηση» τα τελευταία τρία χρόνια πριν από τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, επιμένοντας ότι θέλει να δει στοιχεία και αποδείξεις πέραν του Τεκμηρίου 8, ή προσπαθώντας να βρει ερείσματα στις απαντήσεις του στο ότι η αίτηση συμπληρώθηκε από ασφαλιστικό διαμεσολαβητή· παρενθετικά να λεχθεί, δεν έχει σημασία από ποιον συμπληρώθηκε η αίτηση, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής μπορεί να συμπληρώνει την αίτηση για ασφάλιση εκ μέρους του πελάτη του[10]. Βεβαίως ο Ενάγων εξήγησε τι ήθελε να πει με την επανάληψη του ότι δεν συμπλήρωσε ο ίδιος την αίτηση, αναφέροντας, ενδεικτικά, πως και στο σημείο 4.14 της αίτησης υπάρχει λάθος, και στο σημείο 4.10 που λέει «σκληρή» για την ανοιγόμενη οροφή, ενώ είναι «μαλακή», εξηγώντας πως δεν είχαν ερωτηθεί κανονικά ή σωστά οι ερωτήσεις, και ότι είναι διαφορετικό να συμπληρώνει ο ίδιος το έγγραφο και ο ασφαλιστής του να είναι εκεί να τον βοηθά και διαφορετικό να τον καλεί απλώς για να υπογράψει. Πάντως, αν και δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή του Ενάγοντος σε σχέση με τις ενέργειες του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, δεν αναφέρει ο Ενάγων πως τον εμπόδισε οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε να συμπληρώσει ο ίδιος την αίτηση ή να την διαβάσει πριν να την υπογράψει. Εξήγησε, ο Ενάγων, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, και τους λόγους που αμφισβητεί το Τεκμήριο
- Σε μεταγενέστερο στάδιο, ξεκαθάρισε πως είχε όντως ένα τροχαίο ατύχημα την 09.11.2011, αλλά όταν είχε αναχωρήσει από το σημείο, δεν είχε δεχθεί κάποια ευθύνη και δεν είχε «υποβάλει απαίτηση». Στο σύνολό της, η μαρτυρία του Ενάγοντος δεν είχε ουσιώδεις αντιφάσεις και όλες οι αντιδράσεις του Ενάγοντος ήταν μέσα στο πλαίσιο των αντιδράσεων που θα αναμένονταν υπό τις περιστάσεις. Από την άλλη η ΜΥ2, λειτουργός στο τμήμα αξιολόγησης κινδύνων της Εναγόμενης, είχε απόλυτη τοποθέτηση ως προς το ότι ο Ενάγων παρέλειψε να πληροφορήσει την Εναγόμενη, στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9, για την προηγούμενη απαίτηση στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ και ότι αυτή η αποσιώπηση εξισώνεται με αναληθή δήλωση κατά παράβαση του καθήκοντος του Ενάγοντος για αποκάλυψη με την υπέρτατη καλή πίστη. Ο Ενάγων, όπως έθεσε, λογικά γνώριζε πως είχε τροχαίο ατύχημα. Υπήρχε συνεχώς αυτή η διασύνδεση με την γνώση του Ενάγοντος πως είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα το
- Το πεδίο 6, όμως, δεν ζητά από τον Ενάγοντα να δηλώσει εάν είχε ή όχι τροχαίο ή άλλο ατύχημα. Όταν η συνήγορος του Ενάγοντος επισήμανε στη μάρτυρα αυτό, πως δεν αναγράφει στην αίτηση οπουδήποτε να δηλώσει ο Ενάγων εάν είχε ατύχημα, και ότι είναι άλλο εάν είχε ατύχημα και άλλο εάν είχε υποβάλει απαίτηση, η ΜΥ2 απάντησε πως είναι το ίδιο, προσθέτοντας, με επιμονή, αλλά χωρίς ουσιαστικά να δίδει και εξήγηση, «η απάντηση είναι καθαρή, ότι ξέρω πότε έκανα ένα ατύχημα, και από τη στιγμή που έχω εξουσιοδοτήσει την εταιρεία μου για αποζημίωση, σημαίνει έχω ευθύνη, όση κι αν είναι η ευθύνη». Θα εξηγηθεί στη συνέχεια πώς το Δικαστήριο κατανοεί, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα, τον τρόπο συμπλήρωσης της αίτησης του Τεκμηρίου
- Έπειτα, η θέση της ΜΥ2 πως, εάν ο Ενάγων δήλωνε στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9 το γεγονός ότι υπέβαλε απαίτηση στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ για αποζημίωση τρίτου, δεν θα δέχονταν την πρόταση για ασφάλισή του, και πως το ότι δεν προέβη στη δήλωση οδήγησε την Εναγόμενη στο να μην εκτιμήσει ορθά τον κίνδυνο, δεν ήταν πειστικά. Καταρχάς, η διάζευξη στην αναφορά της ΜΥ2 «ή/και δεν θα την αποδέχονταν με ίδιους όρους ή/και με το ίδιο ασφάλιστρο ή/και. .» δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συγκεκριμένο εύρημα. Η Εναγόμενη επέστρεψε τα ασφάλιστρα στον Ενάγοντα θεωρώντας ότι δεν θα προέβαινε καθόλου στη σύναψη της σύμβασης, άρα το τι άλλο θα έπραττε σε σχέση με τα ασφάλιστρα δεν το έθεσε εξ αρχής ως σχετικό και το περιέπλεξε στις αναφορές της, χωρίς να εξηγείται, παράλληλα, σε συγκεκριμένες ράγες, τι ασφάλιστρα θα πλήρωνε ο Ενάγων εάν η Εναγόμενη γνώριζε ό,τι θεωρεί πως ο Ενάγων απέκρυψε. Κατά δεύτερον, η Εναγόμενη, από τη στιγμή που βασίζει την υπόθεσή της σε δόλια ή απερίσκεπτη αποσιώπηση και δικογραφεί πως δεν θα είχε συνάψει καθόλου τη σύμβαση ασφάλισης και γι' αυτό επέστρεψε και τα ασφάλιστρα, καθιστά κατανοητό πως οφείλει να αποδείξει στο Δικαστήριο το ότι δεν θα ασφάλιζε καθόλου τον Ενάγοντα, με τρόπο που να ανταποκρίνεται αντικειμενικά στο τι θα έπραττε ένας συνετός ασφαλιστής. Η μαρτυρία της Εναγόμενης, δια της ΜΥ2, δεν είχε καθόλου αυτή τη διάσταση, πως κανένας συνετός ασφαλιστής δεν θα ασφάλιζε τον Ενάγοντα με γνώση της υποθετικά αποσιωπούμενης πληροφορίας. Εάν υπήρξε όμως όντως αποσιώπηση ή όχι, είναι ένα θέμα που δημιουργείται εμφατικά, γιατί, εάν ο Ενάγων δήλωνε στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9, λόγου χάριν, «Π.Π., €8.000,00, 09.11.2011» (που είναι η πληροφορία που η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως αποσιωπήθηκε), τέτοια δήλωση, μέσα στο πεδίο 6, θα διαβάζονταν ότι ο Ενάγων «υπέβαλε απαίτηση για οποιοδήποτε όχημα» ύψους €8.000,00, την 09.11.
- Δεν ισχύει αυτό ως γεγονός. Το ότι δεν ισχύει ως γεγονός θα εξηγηθεί στην συνέχεια, με αναφορά και στη μαρτυρία του ΜΥ
- Να λεχθεί αρχικά πως, στο πεδίο 6, όπου ζητούνται πληροφορίες για προηγούμενες καταδίκες και απαιτήσεις, οι ερωτήσεις είναι οι εξής: «Έχει οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο θα οδηγεί, υποστεί καταδίκες για αμελές οδήγημα τα τελευταία 3 χρόνια; (αν ναι, παρακαλώ δώστε λεπτομέρειες» και «έχει οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο θα οδηγεί, υποβάλει απαίτηση για οποιοδήποτε όχημα τα τελευταία 3 χρόνια; (αν ναι, παρακαλώ δώστε λεπτομέρειες)». Οι λεπτομέρειες που ζητούνται είναι συγκεκριμένες, για όλα τα πρόσωπα που θα οδηγούν το προς ασφάλιση όχημα. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται για την «απαίτηση» είναι ξεχωριστές από τις λεπτομέρειες που ζητούνται για τις καταδίκες, εξ ου και η πληροφορία «ημερομηνία» ζητείται δύο φορές. Για την «απαίτηση», ζητούνται μόνον το ποσό της απαίτησης και η ημερομηνία της απαίτησης. Δεν δηλώνεται, στο πεδίο 6, οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία ή είδος απαίτησης ή η έκβασή της, εάν πληρώθηκε αποζημίωση ή όχι, ή άλλη πληροφορία. Μάλιστα, η ερώτηση σε σχέση με την απαίτηση είναι έτσι διατυπωμένη, που μπορεί να νοηθεί πως δεν αφορά σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες ή για οποιαδήποτε αιτία ζημιάς. Έχοντας δηλαδή υπόψη και το πεδίο 1, όπου υπάρχουν ερωτήσεις για άλλη ασφάλεια αυτοκινήτου ή εκτός αυτοκινήτου στην Εναγόμενη και ζητούνται πληροφορίες για τους αριθμούς συμβολαίων, και τη σειρά των πεδίων στο Τεκμήριο 9, ο αναγνώστης θα μπορούσε να κατανοήσει πως ο λήπτης της ασφάλισης ερωτάται, στο πεδίο 6, εάν ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που δηλώθηκαν μόλις προηγουμένως ότι θα οδηγούν το όχημα υπέβαλαν στην Εναγόμενη οποιαδήποτε απαίτηση για οποιοδήποτε όχημα, ώστε, με την αναφορά του ονόματος και των στοιχείων του απαιτητή, του ποσού και της ημερομηνίας, μόνον, και χωρίς οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες στο πεδίο 6, να μπορεί η Εναγόμενη να την εντοπίσει. Η αναφορά αυτής θεωρητικής δυνατότητας είναι για να καταστεί κατανοητός ο βαθμός ασάφειας της ερώτησης στο πεδίο
- Τούτο με δεδομένο ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται (δεν υποδείχθηκε ότι συνοδεύεται) από σχετικό επεξηγητικό σημείωμα ή πληροφοριακό υλικό, είτε με τη μορφή ερωταπαντήσεων είτε άλλως πώς, που να εξηγεί στον λήπτη της ασφάλισης, τι και γιατί θα πρέπει να απαντήσει το πεδίο 6, ποια είναι η σημασία του να απαντηθεί εάν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες/απαιτήσεις. Ούτε η ΜΥ2 εξήγησε αυτά στο Δικαστήριο. Επίσης, οι ερωτήσεις που έθεσε η Εναγόμενη για ενέργειες άλλων ασφαλιστικών εταιρειών περιλάμβαναν συγκεκριμένη αναφορά σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, οδηγώντας στη σκέψη πως, εάν η Εναγόμενη ήθελε να ρωτήσει για άλλες ασφαλιστικές εταιρείες και στο πεδίο 6, θα το έπραττε. Στο πεδίο 9, στο σημείο 9.3, υπάρχει ερώτηση: «έχει οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία ή οποιοσδήποτε ασφαλιστής σε σχέση με ασφάλεια αυτοκινήτων προβεί σε μια από τις πιο κάτω ενέργειες για εσάς ή οποιοδήποτε πρόσωπο που θα οδηγεί το προς ασφάλιση όχημα σε οποιοδήποτε χρόνο: (α) απορρίψει οποιαδήποτε πρόταση για ασφάλιση, (β) απαιτήσει αυξημένο ασφάλιστρο ή επιβάλει ειδικούς όρους, (γ) αρνηθεί να ανανεώσει ή ακυρώσει οποιοδήποτε ασφαλιστήριο; Αν ναι, δώστε λεπτομέρειες». Όλες οι ερωτήσεις εκεί απαντήθηκαν αρνητικά, με «όχι». Δεν δόθηκαν καθόλου απαντήσεις στις ερωτήσεις των σημείων 9.5 και 9.6 «έχετε τώρα ή είχατε προηγουμένως ασφάλεια για οποιοδήποτε όχημα; Αν ναι, δώστε όνομα ασφαλιστή και αριθμό συμβολαίου» και «δικαιούστε έκπτωση λόγω μη υποβολής απαιτήσεως; Αν ναι, επισυνάψετε σχετική βεβαίωση». Έπειτα, στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9, υπάρχει πεδίο που τιτλοφορείται «βεβαίωση αξίωσης αποζημίωσης τρίτων». Ο Ενάγων, όπως προκύπτει από την τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9, ανέφερε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, κατ' επέκταση στην Εναγόμενη, την Olympic και τις Γενικές Ασφάλειες (Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ), απευθύνοντας ενυπόγραφο ερώτημα προς τις εν λόγω ασφαλιστικές εταιρείες «έχω υποβάλει πρόταση για ασφάλιση του πιο πάνω οχήματος στην Alpha Insurance Ltd και με την παρούσα σας εξουσιοδοτώ ρητά να παραχωρήσετε τα ακόλουθα στοιχεία στην εν λόγω εταιρεία για σκοπούς αξιολόγησης της πρότασης μου». Οι ασφαλιστικές εταιρείες που παραλαμβάνουν - που θα έπρεπε να είχαν παραλάβει - το αίτημα («σας εξουσιοδοτώ ρητά να παραχωρήσετε») του αιτούντος την ασφάλιση, εάν έχουν να δώσουν σχετικές πληροφορίες, απευθύνονται προς την ασφαλιστική εταιρεία που θα αξιολογήσει την αίτηση για ασφάλιση και δίδουν στοιχεία σε σχέση με τις ασφαλίσεις που είχαν και τις απαιτήσεις που πληρώθηκαν ή εκκρεμούν τα τελευταία 3 χρόνια (όνομα, αριθμός ασφαλιστηρίου και περίοδος κάλυψης, ημερομηνία ατυχήματος, ποσό που πληρώθηκε ή ποσό που εκκρεμεί, όνομα οδηγούν, σχόλια σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν στο ατύχημα και το ποσοστό ευθύνης). Η λογική λέει πως ο Ενάγων δεν θα είχε αναφέρει οποιεσδήποτε τυχαίες ασφαλιστικές εταιρείες, και δεν θα είχε εξουσιοδοτήσει τις ασφαλιστικές εταιρείες στις οποίες υπήρχε περίπτωση να είχε υποβληθεί αξίωση για αποζημίωση τρίτου τα τελευταία τρία χρόνια, να δώσουν πληροφορίες στην Εναγόμενη, εάν ήθελε να αποσιωπήσει είτε ότι υπέστη ατύχημα το 2011 είτε ότι η ζημιά του οχήματός του ή μέρος της ζημιάς του τρίτου καλύφθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία. Όταν ερωτήθηκε, η ΜΥ2, κατά την αντεξέτασή της, αν σε περίπτωση που άφηνε κενά σε κάποια άλλα σημεία, ο Ενάγων, θα μπορούσε η Εναγόμενη να προχωρήσει με την αξιολόγηση της αίτησής του, η ΜΥ2 απάντησε πως θα μιλούσαν με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, καθώς η Εναγόμενη δεν έρχεται σε επαφή με τους πελάτες. Υπήρξαν όμως και τα προαναφερόμενα και διάφορα άλλα κενά στην αίτηση και η ΜΥ2 δεν ανέφερε πως επικοινώνησε με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή για να λάβει απαντήσεις για τους σκοπούς της αξιολόγησης της πρότασης του Ενάγοντος, που ήταν υφιστάμενος πελάτης της Εναγόμενης. Η αναφορά της ΜΥ2 πως, επειδή είναι πολλές οι προτάσεις, κάνουν χρήση της διαδικασίας αυτής, δηλαδή της αποστολής της βεβαίωσης στις άλλες ασφαλιστικές, μόνον όταν δουν κάτι που δεν τους αρέσει στην πρόταση, δεν εξηγείται λογικά. Στην πρόταση του Ενάγοντος, υπήρχαν κενά σε γραπτό ερωτηματολόγιο που δεν συμπληρώθηκαν, ακόμα και σε σχέση με την ύπαρξη άλλων ασφαλιστικών συμβάσεων ή απαιτήσεων, δεν υπήρχε ερώτηση εάν ο Ενάγων είχε εμπλακεί οποτεδήποτε σε τροχαίο ατύχημα ή όχι για να απαντηθεί, και ο ίδιος ο Ενάγων αιτήθηκε, δια της πρότασής του, από δύο άλλες ασφαλιστικές να παράσχουν στοιχεία με σκοπό την αξιολόγηση της πρότασής του από την Εναγόμενη. Το αναμενόμενο θα ήταν η Εναγόμενη να διαβιβάσει την τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9 στις δύο κατονομαζόμενες ασφαλιστικές εταιρείες και να αναμένει την απάντησή τους για να αξιολογήσει τότε την πρόταση του Ενάγοντος. Η ΜΥ2, σε αντίθεση με το ρητό και ξεκάθαρο κείμενο της τελευταίας σελίδας του Τεκμηρίου 9, ανέφερε στο Δικαστήριο πως την εν λόγω βεβαίωση αξίωσης αποζημίωσης τρίτων μπορεί η Εναγόμενη να την στείλει ανά πάσα στιγμή, για να κάνει έλεγχο, να δει ότι υπάρχει καθαρό ιστορικό τα τελευταία χρόνια. Δεν προσκόμισε οτιδήποτε που να υποστηρίζει μια τέτοια εκδοχή, για μια τέτοια δυνατότητα της Εναγόμενης. Δεν φαίνεται από όσα αναγράφονται στην υπό αναφορά σελίδα του Τεκμηρίου 9 να είναι επιλογή της ασφαλιστικής εταιρείας πότε να κάνει χρήση της εξουσιοδότησης/αιτήματος του Ενάγοντος προς τις άλλες ασφαλιστικές να παράσχουν στοιχεία, αναλόγως με το εάν και πότε θέλει να επαληθεύσει άλλες υφιστάμενες δηλώσεις. Η ΜΥ2 δεν παρέπεμψε οπουδήποτε στα κείμενα για να θεμελιώσει τη θέση της αυτή, με αποτέλεσμα η θέση της, ως παρουσιάστηκε, να εκτίθεται ως αντιτιθέμενη σε όσα ρητά αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Οι πληροφορίες που ζητούνται από τις άλλες ασφαλιστικές εταιρείες στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9 δεν είναι ίδιες με τις πληροφορίες που ζητούνται στα υπόλοιπα πεδία του Τεκμηρίου 9, περιλαμβανομένου του πεδίου 6, για να μπορεί, η τελευταία σελίδα, να λειτουργήσει ως διαδικασία επαλήθευσης, οποιαδήποτε στιγμή, κατά ή ακόμα και μετά τη διάρκεια της ασφάλισης. Η εξουσιοδότηση του Ενάγοντος προς τις εν λόγω ασφαλιστικές εταιρείας είχε τον συγκεκριμένο και περιορισμένο σκοπό, που αναγράφεται σε αυτή, όχι άλλον. Την αξιολόγηση της πρότασής του για ασφάλιση στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη θεώρησε πως δεν έπρεπε να κάνει χρήση αυτής της διαδικασίας, για τους δικούς της λόγους, δεχόμενη την ασφάλιση, αναλαμβάνοντας όμως και τον κίνδυνο της μη ορθής αξιολόγησης ορατών ή ανοιχτών πιθανοτήτων και δεδομένων, με γνώμονα το σύνολο των πληροφοριών της αίτησης. Η Εναγόμενη νοείται πως μπορούσε μεν να αποταθεί εκ των υστέρων στις εν λόγω ασφαλιστικές εταιρείες ή και σε οποιεσδήποτε άλλες για διερεύνηση, ή να διερευνήσει γενικότερα, εάν είχε υποψίες για μη αποκάλυψη από τον Ενάγοντα, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όχι, όμως, με χρήση της εξουσιοδότησης του Ενάγοντος που είχε δοθεί στην πρότασή του για ασφάλιση, για συγκεκριμένο σκοπό που δεν περιλαμβάνει τη χρήση της μετά τη σύναψη της ασφάλισης. Πόσω μάλλον μετά και που ο Ενάγων υπέβαλε απαίτηση πληρωμής και προκειμένου ή με σκοπό να απορρίψει την απαίτησή του. Δηλαδή, το ότι η Εναγόμενη χρησιμοποίησε ετεροχρονισμένα εξουσιοδότηση του Ενάγοντος, που είχε δοθεί στην αίτηση για να αξιολογηθεί από την Εναγόμενη η πρότασή του, για να αντλήσει τότε πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της και μπορούσε να αντλήσει και να αξιολογήσει πριν από την αποδοχή της ασφάλισης, ώστε να προβάλει ζήτημα αποσιώπησης από τον Ενάγοντα και να αποφύγει τη σύμβαση, κρούει και στο καθήκον της ίδιας για επίδειξη βαθμού εντιμότητας κατά το στάδιο της εκτέλεσης[11]. Η μη επιμελής αξιολόγηση από την ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως δόλια ή απερίσκεπτη αποσιώπηση από τον λήπτη της ασφάλισης, και ισχύει κατά τα λοιπά ό,τι στο γενικό δίκαιο των συμβάσεων, πως οι συμφωνίες συνάπτονται για να εκπληρώνονται οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται δι' αυτών[12]. Η αναφορά από τον Ενάγοντα, στο πεδίο 6 ή και οπουδήποτε αλλού, μιας δήλωσης, λόγου χάριν «είχα τροχαίο ατύχημα την 09.11.2011 και η ζημιά καλύφθηκε από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ» (παρόλο που δεν ερωτάται κάτι τέτοιο) ίσως και να κέντριζε το ενδιαφέρον της Εναγόμενης να διερευνήσει την περίπτωση ως πιθανόν βεβαρυμμένη με κάποιο ιστορικό ενός μεμονωμένου τροχαίου ατυχήματος που απλώς μπορεί να συμβεί σε χρονικό διάστημα 3 ετών, όπως και οποιαδήποτε άλλη αναφορά του Ενάγοντος, όπως όμως και η μη συμπλήρωση από τον Ενάγοντα των προαναφερόμενων πεδίων, επίσης, θα μπορούσε να κεντρίσει όμοια το ενδιαφέρον. Ίσως και όχι. Το ζήτημα δεν είναι τι θα κέντριζε το ενδιαφέρον της Εναγόμενης να αξιολογήσει κατά την πρόταση, αλλά εάν ο λήπτης της ασφάλισης αποσιώπησε πληροφορία που όφειλε να δώσει για τους σκοπούς της συγκεκριμένης ασφάλισης. Αν είχε λόγο να το κάνει, γιατί και το ασφαλιστικό βάρος της αποκάλυψης το εκπληρώνει για να διασφαλίσει το δικό του συμβατικό όφελος, εάν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση. Έπειτα, ενδιαφέρει ο τρόπος χειρισμού της απουσίας και της υπόθεσης ύπαρξης της πληροφορίας από τον συνετό ασφαλιστή. Αυτό που φάνηκε περισσότερο στο Δικαστήριο ήταν ότι η Εναγόμενη θεώρησε πως, επειδή ο λήπτης της ασφάλισης έχει καθήκον πλήρους αποκάλυψης με τον υπέρτατο βαθμό καλής πίστης και η ευθύνη του γεννάται μόνον όταν ο ασφαλιστής αποδεχθεί την πρόταση για ασφάλιση (όχι στην αντίθετη περίπτωση), χειριζόμενη διαφορετικά αυτή τη σχεσιακή συνθήκη, μπορεί απλώς να εγκρίνει αιτήσεις χωρίς επαρκή αξιολόγηση, ιδίως εάν πρόκειται για υφιστάμενους πελάτες της και για συνήθεις ασφαλίσεις, και όταν θα πρέπει να απασχολήσει σε πραγματικό χρόνο κάποιος κίνδυνος (που μπορεί απλώς να παρέλθει η περίοδος κάλυψης και να μην απασχολήσει), τότε να αναλωθεί χρόνος και να αξιολογηθεί εκ των υστέρων η πρόταση για τυχόν ατέλειες και ασάφειες και να προβληθεί παράβαση καθήκοντος αποκάλυψης προκειμένου να αποφευχθεί η σύμβαση. Το καθήκον αποκάλυψης που έχει ο λήπτης της ασφάλισης στο προσυμβατικό στάδιο, σε αυτό τον βαθμό της υπέρτατης καλής πίστης, δεν εκτείνεται στην υποχρέωσή του να αναμοχλεύει από τη μνήμη του γεγονότα για τα οποία δεν ερωτάται και όπου δεν οδηγείται με την αίτηση να τα θεωρήσει ουσιωδώς σχετικά με το αντικείμενο της ασφάλισης, ούτε να κρούει κώδωνες κινδύνου στην ασφαλιστική εταιρεία υπέρ της μη ασφάλισής του, εάν δεν υπερισχύει ως συνθήκη ή λόγος ευρύτερα πως η πραγματοποίηση του προς ασφάλιση κινδύνου είναι το πιθανό σενάριο· να είναι αντικειμενικά ορατό πως, εάν δεν γίνει κάποια σχετική δήλωση, ο ασφαλιστής θα παραπλανηθεί και θα δεχθεί να ασφαλίσει περίπτωση που διαφορετικά δεν θα ασφάλιζε. Ο λήπτης της ασφάλισης δεν έχει καθήκον να αποκαλύψει κάθε γεγονός που σχετίζεται γενικά με κάθε κίνδυνο ή στοιχεία που χαρακτηρίζουν ή εξειδικεύουν το κίνδυνο (π.χ. ασφάλιση έναντι φωτιάς αντικειμένου που κατά κοινά γνωστό τρόπο είναι εύφλεκτο, να αποκαλύψει ειδικά πως είναι εύφλεκτο) ή πασίγνωστες πληροφορίες, αλλά τα γεγονότα που γνωρίζει και έχουν σημασία για τον κίνδυνο που θα αναληφθεί, και που έχουν σημασία γιατί γι' αυτά ο ασφαλιστής δεν έχει γνώση. Εκεί όπου ο ασφαλιστής χρησιμοποιεί γραπτές ερωτήσεις που δεν απαντώνται από τον λήπτη της ασφάλισης, αλλά, παρά ταύτα, αποδέχεται την πρόταση για ασφάλιση ως υποβάλλεται, λειτουργεί αποτρεπτικά για τον ασφαλιστή από του να επικαλεστεί εκ των υστέρων αποσιώπηση με τρόπο που δεν του δόθηκε πλήρης και πραγματική εικόνα κινδύνου κατά παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης, προκειμένου να αποφύγει συμβατική υποχρέωση που ανέλαβε· εκτός εάν είναι σε θέση να αποδείξει δόλο και να κινηθεί σε εκείνη τη βάση, με όλες τις δυσκολίες που υπάρχουν σε αυτή την περίπτωση. Ενώ δηλαδή το τεκμήριο αρχικά λειτουργεί υπέρ του ουσιώδους των πληροφοριών που ζητώνται με γραπτό ερωτηματολόγιο, με την αποδοχή της πρότασης ασφάλισης στη βάση αναπάντητων γραπτών ερωτήσεων, αντιστρέφεται το τεκμήριο, και ο ασφαλιστής τεκμαίρεται (μαχητά) πως αναλαμβάνει ο ίδιος τον εμπορικό κίνδυνο, τεκμήριο που μόνο στη βάση του δόλου μπορεί να καταρριφθεί. Ειδάλλως, όταν ο ασφαλιστής αποφεύγει συνειδητά να λάβει γνώση στοιχείων που είτε του παρατίθενται είτε προκύπτουν εμμέσως και έχει πρόσβαση (και εν προκειμένω ρητή εξουσιοδότηση προς συγκεκριμένες ασφαλιστικές εταιρείες για να τα λάβει), προκειμένου να μην του καταλογιστεί γνώση όταν πραγματοποιηθεί κίνδυνος, ο λόγος μπορεί να γίνεται για δόλια άγνοια του ασφαλιστή, που δεν του παρέχει προστασία, ή και εξισώνεται υπό τις περιστάσεις με θετική γνώση. Για να τεθεί το θέμα από τώρα σε άλλη διάσταση, σ' εκείνην που αναζητά και επιβάλλει τη διατήρηση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του καθήκοντος αποκάλυψης από τον λήπτη της ασφάλισης και του υπό διαπραγμάτευση κινδύνου, που θα καταστεί καλύτερα κατανοητή στη συνέχεια, εάν ο κίνδυνος που πραγματοποιούνταν στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν η φωτιά, αλλά ζημιά τρίτου με ευθύνη του Ενάγοντος κατά την οδήγηση, επίσης ασφαλιστική περίπτωση με βάση την επίδικη σύμβαση (περιεκτικής ασφάλισης), εάν η Εναγόμενη απείχε από την κάλυψη για τον ίδιο λόγο που επικαλέστηκε, την αποσιώπηση της πληροφορίας στο πεδίο 6, θα δημιουργούνταν ερωτηματικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζεται η ασφάλεια ένταξης του λήπτη της ασφάλισης (και των τρίτων) στην κοινωνία κινδύνου/ζημιάς, εάν προσεγγιστεί απλουστευμένα η δυνατότητα αποφυγής της υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρείας να καλύψει τη ζημιά· όπως απλουστευμένα επιχείρησε η ΜΥ2 να παρουσιάσει το ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση. Όσον αφορά το θέμα της «υποβολής απαίτησης», η πλευρά της Εναγόμενης επιχείρησε να παρουσιάσει, μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ3, υπαλλήλου στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, πως η αποζημίωση από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ προς τον Ενάγοντα (50%) και προς τον τρίτο (50%), συνιστά ταυτολογία με την «υποβολή απαίτησης» από τον Ενάγοντα, ως στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9, για την οποία ο Ενάγων είχε γνώση, με αναφορά στη γνώση ότι υπέστη ατύχημα, που σημαίνει και γνώση του ότι «υπέβαλε απαίτηση». Και αυτή η προσπάθεια, όμως, δεν έχει την έκβαση που επιδιώχθηκε. Ο ΜΥ3 κατέθεσε μεν στο Δικαστήριο «έντυπο απαίτησης» που υπέβαλε ο Ενάγων για το εν λόγω ατύχημα (Τεκμήριο 16), αναφέροντας πως πρόκειται για έντυπο που συμπληρώνεται την ώρα του ατυχήματος, όταν κληθεί η φροντίδα ατυχήματος, στην παρουσία των εμπλεκόμενων οδηγών, και στη δεύτερη σελίδα, στο πεδίο «έντυπο υποβολής απαίτησης» είναι βασικά η δήλωση του πελάτη για το πώς έγινε το ατύχημα. Όταν ερωτήθηκε, ο ΜΥ3, εάν πρόκειται για υποβολή απαίτησης, απάντησε πως είναι απλώς η δήλωση για τις συνθήκες του ατυχήματος, που υπογράφει ο οδηγός. Με βάση αυτήν είναι που θεωρείται πως «υποβλήθηκε απαίτηση». Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως εκείνη είναι η δήλωση που γίνεται στη στιγμή του ατυχήματος, που στη διαδρομή, εάν ζητηθεί να πληρωθεί, προχωρά και «γίνεται απαίτηση». Κλήθηκε ο μάρτυρας να υποδείξει έντυπο που ο Ενάγων ζητά να πληρωθεί ποσό. Από τη διαδικασία που εξήγησε ο ΜΥ3, προέκυψε πως δεν ζήτησε ο Ενάγων αποζημίωση από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ για οποιοδήποτε όχημα, αλλά οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, που είχαν ενημερωθεί για το ατύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί το ασφαλισμένο όχημα που οδηγούσε ο Ενάγων, ως άλλωστε έπρεπε, αξιολογώντας τα δεδομένα, θεώρησαν ότι θα πρέπει να αποδώσουν ευθύνη 50% στον Ενάγοντα και 50% στον άλλο οδηγό. Η πληρωμή έγινε από την ασφαλιστική εταιρεία απευθείας στο συνεργείο, χωρίς ο Ενάγων να μπει οποτεδήποτε σε γνωστό σ' αυτόν ρόλο «απαιτητή» ως για παράδειγμα στην Jones v Zurich [2021] EWHC 1320 (Comm). Στην υπόθεση εκείνη, ο ενάγων είχε υποβάλει απαίτηση για κάλυψη της ζημιάς του λόγω απώλειας ενός ρολογιού Rolex και η εναγόμενη είχε ανακαλύψει πως ο ενάγων, κατά το στάδιο της πρότασης, είχε παραλείψει να αναφέρει προηγούμενη απαίτησή του τα τελευταία 5 χρόνια για την απώλεια ενός διαμαντένιου δακτυλιδιού της πρώην συντρόφου του για £15.000,
- Εκεί η ερώτηση ήταν συγκεκριμένη και αναφέρονταν και σε απώλεια «any losses or claims in the last 5 years», απαντήθηκε «No», και ο ενάγων, βάσει της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, είχε υποβάλει προηγουμένως απαίτηση, είχε στείλει email με όλες τις πληροφορίες για την απώλεια, ζητώντας κάλυψη. Όταν ερωτήθηκε κατά τη δίκη γιατί, το απέδωσε σε ανθρώπινο λάθος, καθότι δεν θεώρησε σχετική εκείνη την απώλεια. Όλη η ροή των ερωταπαντήσεων κατά τη δικαστική διαδικασία, οδηγούσε στο ίδιο συμπέρασμα, ότι η γνώση και η δήλωση ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ήταν επομένως υπό το σύνολο των δεδομένων που το Δικαστήριο οδηγήθηκε εκεί, ότι η εναγόμενη μπορούσε να απαλλαχθεί από την υποχρέωσή της να καλύψει την απώλεια, λόγω της μη αποκάλυψης της προηγούμενης απώλειας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, για το οποίο δεν ερωτάται στην αίτηση, και απλώς είχε καλέσει την οδική βοήθεια στην οποία δήλωσε πώς έγινε το ατύχημα. Η δήλωσή του στην οδική βοήθεια για το πώς έγινε το ατύχημα, ακόμα κι αν με εσωτερική διαδικασία τυγχάνει χειρισμού ως «απαίτηση», δεν δημιουργεί συνθήκη ή γνωστό στον Ενάγοντα γεγονός υποβολής από τον ίδιο απαίτησης σε συγκεκριμένη ημερομηνία και για συγκεκριμένο ποσό, που να οδηγεί με τρόπο εύλογο πως θα πρέπει να δηλωθεί στο πεδίο 6 της πρότασης για περιεκτική ασφάλιση οχήματος. Το συνεργείο, όταν επιδιόρθωσε το όχημα, έδωσε στον Ενάγοντα να υπογράψει το Τεκμήριο 17 «εξοφλητική απόδειξη/έντυπο υποκατάστασης», που ο Ενάγων έπρεπε να υπογράψει για να πάρει το αυτοκίνητό του από το συνεργείο, χωρίς, και πάλι, να γνωρίζει πως αποδόθηκε και στον ίδιο ευθύνη κατά 50%. Ήταν και στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ λήπτης περιεκτικής ασφάλισης ο Ενάγων. Η υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να επιδείξει επιμέλεια ως προς τις πληροφορίες που δίδει στον ασφαλιστή δεν συνιστά υποχρέωση να προβεί σε ειδική έρευνα για να ανακαλύψει τη βαθύτερη αλήθεια. Η εκδοχή του ΜΥ3 ήταν ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν το δικαίωμα να χειριστούν την υπόθεση όπως οι ίδιες κρίνουν με βάση την τεχνογνωσία τους, είτε θεωρεί ο πελάτης ότι φταίει είτε όχι, αλλά πριν να γίνει πληρωμή, ζητείται η υπογραφή του. Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από τον ΜΥ3 που να δείχνει ότι ο Ενάγων γνώριζε τον τρόπο που οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ χειρίστηκαν το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο Ενάγων. Ο ΜΥ3, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως επειδή δεν ήταν ο άμεσος χειριστής, δεν γνωρίζει άλλες λεπτομέρειες, οπότε δεν διαφώνησε για παράδειγμα και με τη θέση της συνηγόρου του Ενάγοντος πως ούτε ποσό απαλλαγής πλήρωσε ο Ενάγων, για να παραπεμφθεί στην ύπαρξη «απαίτησης». Από τον τρόπο που ενήργησαν οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ σε σχέση με το ατύχημα του Ενάγοντος το 2011, ευλόγως, δεν θα μπορούσε κάποιος που υποβάλλει αίτηση για περιεκτική ασφάλιση στην Εναγόμενη, όπως και ο Ενάγων, να κατανοήσει ότι στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9, όπου πρέπει να αναφέρει ότι «υπέβαλε απαίτηση για οποιοδήποτε όχημα», να θυμηθεί ότι είχε εμπλακεί σε ένα τροχαίο ατύχημα πριν σχεδόν από τρία χρόνια, είχε καλέσει τότε την οδική βοήθεια και τους ανέφερε πώς έγινε το ατύχημα, και το κόστος της επισκευής κάλυψε η ασφαλιστική εταιρεία κατόπιν απευθείας συνεννόησης με το συνεργείο· και να μετουσιώσει τα γεγονότα αυτά σε έννοια διαδικασίας υποβολής απαίτησης, που θα πρέπει να αναφέρει στο πεδίο 6, με προσδιοριστικά της απαίτησης δεδομένα, όπως κάποιο ποσό και κάποια ημερομηνία. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως ο Ενάγων γνώριζε τι ποσό πλήρωσε η ασφαλιστική εταιρεία στο συνεργείο ή αλλού (ούτε κάτι τέτοιο φαίνεται από το Τεκμήριο 17) ούτε πότε, εσωτερικά, λειτούργησε η δήλωση του ατυχήματος στον δρόμο ως κάποια απαίτηση. Εάν η ερώτηση του πεδίου 6 του Τεκμηρίου 9 ήταν διατυπωμένη διαφορετικά, για παράδειγμα «έχει οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο θα οδηγεί, εμπλακεί σε τροχαίο ή άλλο ατύχημα με οποιοδήποτε όχημα, τα τελευταία 3 χρόνια» και υπήρχαν σχετικά πεδία να συμπληρωθούν για την ημερομηνία του ατυχήματος και το εμπλεκόμενο όχημα, θα ήταν ενδεχομένως πιο ξεκάθαρο στον λήπτη της ασφάλισης ότι θα έπρεπε να αναφέρει «το ατύχημα που γνωρίζει» (που αυτό γνωρίζει, αλλά γι' αυτό δεν ερωτάται). Εάν η ερώτηση του πεδίου 6 του Τεκμηρίου 9 επιζητούσε ευρύτερη πληροφόρηση, θα μπορούσε να ήταν διατυπωμένη διαφορετικά «έχει οποιοδήποτε όχημα προσώπου που θα οδηγεί υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, καταστροφή ή απώλεια, τα τελευταία τρία χρόνια, για την οποία υποβλήθηκε απαίτηση για αποζημίωση σε οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία». Πέρα από τη διατύπωση της ερώτηση στο πεδίο 6, και τα ανωτέρω, η προηγούμενη αναφορά στην Jones v Zurich (ανωτέρω) δίνει την αφορμή για συνέχεια της αναφοράς και του ζητήματος της σχετικότητας του κινδύνου που πραγματοποιήθηκε και του ουσιώδους της πληροφορίας που, σύμφωνα με τη θέση της Εναγόμενης, δεν έτυχε αποκάλυψης στο πεδίο
- Γιατί στη Jones v Zurich (ανωτέρω), η ασφαλιστική περίπτωση και ο κίνδυνος που προηγουμένως είχε πραγματοποιηθεί και αποσιωπήθηκε ήταν όμοια η απώλεια του ασφαλισμένου αντικειμένου και με βάση το σύνολο των δεδομένων η πληροφορία θα μπορούσε να ενταχθεί στο καθήκον αποκάλυψης ουσιώδους δεδομένου, που έδιδε αναλόγως ιδιαίτερη βαρύτητα και στο ασφαλιστικό βάρος της αποκάλυψης. Η ασφάλιση ενός οχήματος με περιεκτική ασφάλιση, για ευρεία κατηγορία κινδύνων, μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα επιβαρυντική, από την οπτική της ασφαλιστικής εταιρείας. Για ευνόητους λόγους. Εκφράζει, όμως, μια συγκεκριμένη ιδέα όσον αφορά την ασφάλιση, ένα συγκεκριμένο προϊόν. Συνήθως, υπάρχει πρόνοια ότι η ευθύνη για ζημιά μέχρι συγκεκριμένο ποσό βαραίνει τον λήπτη της ασφάλισης (βλ. πεδίο 7 του Τεκμηρίου 9, που επίσης δεν συμπληρώθηκε, χωρίς αυτό να εμποδίζει τον καθορισμό, στο Τεκμήριο 5, ποσού απαλλαγής), για να αποτρέπεται η εύκολη υποβολή ή η πολλαπλότητα απαιτήσεων και για μικρές ζημιές ή για την πάσα ατυχία, και η ρήτρα «no claims bonus», ως μορφή επιβράβευσης δια έκπτωσης στα ασφάλιστρα όπου δεν υπάρχει ιστορικό απαιτήσεων. Η ρήτρα περισσείας (excess clause) είναι συνηθισμένη σε αξιώσεις τρίτων για τραυματισμό ή για υλικές ζημιές, προκειμένου να ενθαρρύνεται η μεγαλύτερη προσοχή από έναν οδηγό του οποίου το ιστορικό αξιώσεων δεν είναι καλό. Όπου, ως αποτέλεσμα αμέλειας τρίτου, ο λήπτης της ασφάλισης έχει εμπλακεί σε ατύχημα και πρέπει να φέρει ευθύνη για ζημιά μέχρι του ποσού που καθορίζεται στη ρήτρα περίσσειας και χάνει το μπόνους μη αξιώσεων, μπορεί να συμπεριλάβει αυτά τα στοιχεία ως μέρος οποιασδήποτε απαίτησης για αποζημίωση που διεκδικεί από τον τρίτο, αλλά ο ασφαλιστής δεν έχει υποχρέωση να συνδράμει τον λήπτη της ασφάλισης στην απαίτησή του[13]. Οι ερωτήσεις στα πεδία 6, 7 και 9.6 του Τεκμηρίου 9 και η ανάγκη λήψης «βεβαίωσης» στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9 (όχι για κάθε αιτία, αλλά για αποζημίωση τρίτου), θα μπορούσαν να συναρτώνται με τον καθορισμό του ασφαλίστρου, εάν θα υπάρξει ή όχι μειωμένο ασφάλιστρο, στην έκταση που η επίδικη ασφάλιση, ως περιεκτική, περιλαμβάνει και την ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτου. Δεν τέθηκε οποτεδήποτε ζήτημα πως το ασφάλιστρο του Ενάγοντος για την περιεκτική ασφάλιση καθορίστηκε μειωμένο βάσει κάποιου μπόνους καθαρού ιστορικού αξιώσεων, και ότι θα ήταν διαφορετικό το ασφάλιστρο, σε συγκεκριμένο ύψος (σε ποιο), εάν δηλώνονταν, στο πεδίο 6, ως «απαίτηση» η αποζημίωση που έλαβε ο Ενάγων από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ για την εμπλοκή του σε τροχαίο ατύχημα το
- Ο δε κίνδυνος που πραγματοποιήθηκε και απασχολεί ως προς την κάλυψή του δεν είναι η ευθύνη έναντι τρίτου, αλλά η φωτιά. Δεν έχει αποδειχθεί πως η Εναγόμενη δεν θα ασφάλιζε το όχημα του Ενάγοντος έναντι κινδύνου φωτιάς, επειδή ο Ενάγων είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα το 2011 και η ασφαλιστική του εταιρεία κάλυψε τις ζημιές του οχήματός του με απευθείας πληρωμή του συνεργείου και μέρος της ζημιάς του τρίτου. Εκεί έρχεται και η λογική διάσταση που έθεσε ο Ενάγων, και επεκτείνει το Δικαστήριο, εάν η εμπλοκή σε τροχαία ατυχήματα συνιστά λόγο μη ασφάλισης έναντι κινδύνου φωτιάς (κατ' επέκταση και μη κάλυψης εκ των υστέρων), ή και γενικότερα μη ασφάλισης, έχοντας υπόψη και τη συχνότητα και τον τρόπο εμπλοκής σε τροχαία ατυχήματα και τη διαδικασία ειδοποίησης των ασφαλιστικών εταιρειών, πολλά είδη ασφάλισης μάλλον δεν θα υπήρχαν στην αγορά. Η δε ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι υποχρεωτική[14], και δεν τίθεται θέμα να μην ασφαλίζονταν ο Ενάγων για ευθύνη έναντι τρίτων καθόλου, επειδή είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα το 2011 και η ζημιά τότε καλύφθηκε ασφαλιστικά. Και η Εναγόμενη δεν προσέφερε μαρτυρία ότι ένας συνετός ασφαλιστής, ένα υποθετικό πρόσωπο που μαρτυρεί την ασφαλιστική πρακτική, όχι η ίδια, δεν θα αποδέχονταν πρόταση ασφάλισης του οχήματος του αιτούντος που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα τα προηγούμενα τρία χρόνια. Η ΜΥ2 αναφέρθηκε σε εγχειρίδιο αξιολόγησης κινδύνου, το οποίο, όμως, δεν προσκόμισε. Αλλά και το Δικαστήριο δεν βλέπει πώς ανταποκρίνεται σε κάποια κοινωνική απαίτηση, να θέσει ως επίπεδο επιμέλειας ενός ασφαλιστή να μην αποδέχεται καθόλου την ασφάλιση, με περιεκτική ασφάλιση, οχημάτων που έχουν εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα τα τελευταία τρία χρόνια. Το γεγονός ότι ένα όχημα ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα πριν από τρία χρόνια, από μόνο του, δεν υποδηλώνει επαυξημένο κίνδυνο (για την ασφάλιση έναντι τρίτων), εξ ου και στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 9 εξουσιοδοτούνταν η παροχή περισσότερων πληροφοριών. Η Εναγόμενη δεν επικαλείται παράλειψη παροχής άλλων πληροφοριών σχετικών με τον κίνδυνο φωτιάς (π.χ. συναρτώμενων με τυχόν γνωστό κίνδυνο εμπρησμού ή με τον ηθικό κίνδυνο - moral hazard - που μπορεί να απορρεύσει από τυχόν εγκληματική προϊστορία στο περιβάλλον έκθεσης του προς ασφάλιση αντικειμένου), που θα επηρέαζαν ενδεχομένως την αποδοχή της πρότασης με επέκταση της κάλυψης και έναντι φωτιάς ή με τους συγκεκριμένους όρους. Παρεμβάλλεται, πριν από τη θέση του συμπεράσματος ως προς το θέμα της αποσιώπησης, πως η ΜΥ2 δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους, όπως είπε, είχε προκαλέσει περιέργεια το γεγονός πως η φωτιά στο όχημα του Ενάγοντος προκλήθηκε από εμπρησμό και όχι από τυχαίο γεγονός. Γιατί δηλαδή είναι πιο περίεργο, από άποψη αξιολόγησης της βασιμότητας της απαίτησης για κάλυψη, να προκληθεί η φωτιά από εμπρησμό. Είναι πιο σύνηθες, στατιστικά, να φλέγονται οχήματα από τυχαία γεγονότα; Ουδέποτε η Εναγόμενη επικαλέστηκε λόγο εξαίρεσης της από την ευθύνη βάσει των εξαιρέσεων του Μέρους ΙΙ του Τεκμηρίου 10 επειδή πρόκειται για περιστατικό που απορρέει από εσκεμμένη και προσχεδιασμένη ενέργεια, πράξη ή παράλειψη που αποτελεί κακούργημα με βάση τον Ποινικό Κώδικα και που δεν μπορεί να θωρηθεί ότι αποτελεί τυχαίο (για τον Ενάγοντα) γεγονός. Στον βαθμό που η περιεκτική ασφάλιση δεν εξαιρεί κακόβουλες ενέργειες από τρίτους, κλοπή, εμπρησμό ή άλλες, το αναμενόμενο θα ήταν η Εναγόμενη να προχωρήσει με την κάλυψη της ζημιάς του Ενάγοντος, χωρίς να αφήνει να αιωρείται ως υπονοούμενο, και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι μπορεί να υφίσταται προσχεδιασμός και δόλος ή μη «τυχαίο» για τον Ενάγοντα συμβάν και ασφαλιστική απάτη. Είναι αυτή η στάση της Εναγόμενης που έτεινε να πυροδοτεί και τις αντίστοιχες αντιδράσεις του Ενάγοντος, αντιστρέφοντας πως μη τυχαιότητα μπορεί να υφίσταται και στον τρόπο που προέκυψε το Τεκμήριο 8 και ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν παρουσιάζεται το πρωτότυπο. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί στο ότι η φωτιά στο όχημα του Ενάγοντος έγινε με τρόπο που να εξαιρεί την ευθύνη της Εναγόμενης, με βάση το Τεκμήριο
- Ο δόλος δεν μπορεί να είναι τεκμαρτός. Και αντικειμενικά θεωρώντας την υπόθεση του Ενάγοντος, δεν υπάρχει ορατό περιθώριο προσποίησης όπως σε περιπτώσεις αναληθών σωματικών βλαβών (malingering/feigning symptoms) ή απώλειας ασφαλισμένων αντικειμένων (loss) με σκοπό την άντληση χρηματικών αποζημιώσεων για ανύπαρκτες ή πλαστές αιτίες· δεν πρόκειται για απατηλή ή υπερβολική απαίτηση ή υποβληθείσα με απατηλά μέσα[15]. Η ζημιά στο όχημα του Ενάγοντος, που καλύπτεται ασφαλιστικά, πράγματι έγινε, ήταν ορατή και απεριόριστα διαθέσιμη για εκτίμηση. Η Εναγόμενη ίσως να κινήθηκε με περισσότερη προκατάληψη από όσο ενδεχομένως να έπρεπε (που πάντοτε πρέπει ως ένα βαθμό), στη βάση υπόθεσης ότι ο Ενάγων προσπαθεί να την ξεγελάσει (λόγω του εμπρησμού, φαίνεται να προέβη σε διασύνδεση και της ασφάλισης με κάποιου είδους εξαπάτηση). Στη βάση αυτής της υποψίας, άντλησε και το (ασύνδετο όμως) επιχείρημα πως ο Ενάγων δεν δήλωσε όσα πρέπει στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9, παρουσιάζοντας το γεγονός ότι ο Ενάγων είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα το 2011 ως συναφές με τον κίνδυνο που ασφαλίστηκε, που θα οδηγούσε σε άρνηση της ασφάλισης του με περιεκτική ασφάλιση. Και μέσα από τη μαρτυρία της MY2, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε λογική της εν λόγω υποψίας. Πως ο Ενάγων, που είχε μία ήδη δική του αξία, ένα συλλεκτικό όχημα που μάλιστα δεν μπορεί να βρει άλλο στην Κύπρο και το οποίο είχε ήδη για χρόνια πριν το ασφαλίσει, και που εάν ήθελε να την μετατρέψει από όχημα σε χρήμα δεν εμποδίζονταν να το πράξει, μπαίνει σε μία διαδικασία να καταστρέψει μόνος του την αξία αυτή, λόγου χάριν να το κάψει ολοσχερώς ή να προκαλέσει την καταστροφή του, για να αναμένει ύστερα να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη. Την ίδια στιγμή, δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή του Ενάγοντος ότι η ασφαλιστική εταιρεία, πριν από την ασφάλιση του οχήματος, δέχθηκε την αξία που ο Ενάγων έθεσε επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και δεν επρόκειτο στην πραγματικότητα για όχημα αρκετά μικρότερης αξίας ή ανύπαρκτο, με σκοπό να καταστραφεί στη συνέχεια το πραγματικά φθηνότερο όχημα ή άλλο, και να αξιώσει ο Ενάγων πολλαπλάσια ή τεχνητά ασφαλισμένη αξία, ώστε να επωφεληθεί της διαφοράς. Όταν ο Ενάγων ρωτήθηκε γιατί, κατά τη γνώμη του, δεν τον κάλυψε η Εναγόμενη, ο Ενάγων αναφέρθηκε σε προσφορά που είχε γίνει, στο ίδιο τραπέζι διαπραγμάτευσης που έγινε η προσφορά για την κάλυψη αντίστοιχης ζημιάς του πατέρα του από την ίδια αιτία, που ο πατέρας του είχε δεχθεί. Τότε, όπως ανέφερε ο Ενάγων, επειδή απείχε πολύ το προσφερόμενο ποσό από το ποσό της αξίας του οχήματος, περιλαμβανομένων των βελτιώσεων που στο μεταξύ έγιναν, δεν είχε αποδεχθεί. Προσθέτοντας πως, εάν ήθελε να ξεγελάσει την ασφαλιστική εταιρεία, απλώς θα δέχονταν το προσφερόμενο ποσό. Η ΜΥ2 αποστασιοποιήθηκε από εκείνα τα δεδομένα, λέγοντας πως δεν γνωρίζει, γιατί δεν είναι το δικό της τμήμα που ασχολείται. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, ο Ενάγων δεν όφειλε στο πεδίο 6 του Τεκμηρίου 9 να αναφέρει κάποιο ατύχημα, ή ότι η ασφαλιστική εταιρεία Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ κάλυψε τα έξοδα επισκευής οχήματος που οδηγούσε που είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα το 2011, συνεπώς δεν υπήρξε αποσιώπηση γεγονότος που έπρεπε να δηλωθεί. Ακόμα, όμως, και εάν θεωρούνταν ότι υπήρχε τέτοια αποσιώπηση, γιατί άλλη είναι η ορθή ερμηνεία του πεδίου 6 του Τεκμηρίου 9 ή της έννοιας της «υποβολής απαίτησης», υπό τις περιστάσεις, δεν προκύπτει πως επρόκειτο για δόλια ή απερίσκεπτη αποσιώπηση, σε συνδυασμό με τον τρόπο διατύπωσης της ερώτησης στο πεδίο 6 αλλά και το σύνολο των πληροφοριών στην αίτηση, και τον ολικό χειρισμό της αίτησης από την Εναγόμενη· ούτε συνιστά συμπεριφορά του Ενάγοντος που υπό τις περιστάσεις απολήγει σε παράβαση του καθήκοντος του Ενάγοντος για αποκάλυψη με την υπέρτατη καλή πίστη. Δεν αποδείχθηκε από την Εναγόμενη πως, εάν συμπληρώνονταν με συγκεκριμένο τρόπο το πεδίο 6, ένας συνετός ασφαλιστής, δεν θα αποδέχονταν την πρόταση ασφάλισης του Ενάγοντος, έχοντας υπόψη αυτή καθαυτή την πληροφορία και το σύνηθες της εμπλοκής οχημάτων σε τροχαία ατυχήματα, το είδος της ασφάλισης, την υποχρεωτική σύναψη της ασφάλισης για ευθύνη έναντι τρίτων, την εν γένει χρησιμότητα των δηλώσεων προηγούμενων καταδικών/απαιτήσεων σε τέτοιου είδους ασφαλίσεις, και τη σχετικότητα του κινδύνου ζημιάς στο όχημα από φωτιά με το γεγονός πως ο Ενάγων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα το 2011 και η ζημιά του οχήματός του και του τρίτου καλύφθηκε με απόφαση των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ από την ασφαλιστική εταιρεία. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, κρίνω πως η Εναγόμενη, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη συμβατική υποχρέωσή της να καλύψει τη ζημιά του Ενάγοντος που προκλήθηκε από τη φωτιά στο όχημά του. Το γεγονός ότι μετά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου, η Εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση, δεν επιδρά στην υποχρέωσή της αυτή. Η έκταση της ζημιάς Έχοντας καταλήξει ότι η Εναγόμενη δεν απέδειξε πως θα πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να καλύψει τον Ενάγοντα, μένει το θέμα του ύψους της ζημιάς που πρέπει να καλυφθεί. Θα πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί πως το ποσό των €30.000,00 που αναγράφεται στα έγγραφα ασφάλισης δεν είναι ποσό που συμφωνήθηκε να καταβληθεί, συμφωνημένο ασφάλισμα. Ενδιαφέρει η αξία του οχήματος κατά τον χρόνο αμέσως πριν από την εκδήλωση της φωτιάς, που απλώς τυχαίνει να είναι μερικούς μήνες μετά τη σύναψη της ασφάλισης και της εκτίμησης από τον Ενάγοντα ως αξίας του οχήματός του στις €30.000,
- Ο λήπτης της ασφάλισης, στον βαθμό που μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο το χρήμα, που είναι φύσει ατελές μέσο, μέσω της ασφαλιστικής αποζημίωσης, θα πρέπει να αποκατασταθεί στην θέση που βρίσκονταν κατά τη στιγμή ακριβώς πριν από την εκδήλωση της φωτιάς[16]. Το ανακτήσιμο ποσό πρέπει επομένως να μετρηθεί με βάση το ποσό της ζημίας του, δηλαδή με την αξία που αφαίρεσε η φωτιά από την ασφαλισμένη περιουσία του Ενάγοντος[17]. Σε περίπτωση ολικής καταστροφής του ασφαλισμένου αντικειμένου, το μέτρο της αποζημίωσης πρέπει απαραίτητα να είναι η αξία της περιουσίας που καταστράφηκε, μέχρι το όριο του ασφαλιστικού ποσού. Για τον προσδιορισμό αυτής της αξίας, εφαρμόζονται ορισμένοι κανόνες, κάποιοι εκ των οποίων μεταφέρθηκαν και στα κείμενα της ασφάλισης: Η αξία που πρέπει να ληφθεί είναι η αξία της περιουσίας που καταστράφηκε χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε απώλεια μελλοντικών κερδών ή άλλη επακόλουθη απώλεια[18]· λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία και όχι η απλή συναισθηματική αξία που έχει για τον λήπτη της ασφάλισης το αντικείμενο[19]· η αξία είναι αυτή που υπάρχει κατά τον χρόνο αμέσως πριν από την εκδήλωση της φωτιάς[20], επομένως, εάν η αξία έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης και κατά τη στιγμή της φωτιάς υπερβαίνει την αξία κατά την έναρξη του κινδύνου, ο λήπτης της ασφάλισης δικαιούται να ανακτήσει βάσει της αυξημένης αξίας, μέχρι το ασφαλισμένο ποσό[21]· η τιμή είναι η τιμή στον τόπο που εκδηλώθηκε η φωτιά[22] (εάν φυσικά αυτό είναι εφικτό). Εκ πρώτης όψεως, η αξία της περιουσίας που καταστράφηκε μετριέται με βάση την αγοραία αξία. Αυτή συνιστά επαρκή αποζημίωση όταν, όπως στην περίπτωση των αγαθών ή των αποθεμάτων στο εμπόριο, η περιουσία που καταστράφηκε είναι εμπορεύσιμη, καθώς η πληρωμή της αγοραίας αξίας θεωρητικά θα επιτρέψει στον λήπτη της ασφάλισης να βγει στην αγορά και, με την αγορά παρόμοιας περιουσίας, να αποκατασταθεί στην αρχική του θέση. Ωστόσο, η βάση της αγοραίας αξίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση. Η αγοραία αξία δεν αντιπροσωπεύει απαραίτητα την πραγματική αξία και η πληρωμή της αγοραίας αξίας μπορεί να μην αποζημιώσει επαρκώς τον λήπτη της ασφάλισης για ό,τι έχασε[23]. Στην Quorum AS v Schramm [2002] 2 All ER (Comm) 147, η προσέγγιση ήταν πως, όπου υπάρχουν δύο σχετικές αγορές για την εκτίμηση της αξίας της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη η αγορά στην οποία ήταν πιθανό να επιτευχθεί η υψηλότερη τιμή. Υπάρχουν ακόμα περιπτώσεις στις οποίες η περιουσία δεν έχει καμία αγοραία αξία και δεν μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση στην αρχική θέση, εκτός εάν αποκατασταθεί το αντικείμενο (π.χ. μια εκκλησία), περιπτώσεις στις οποίες το ανακτήσιμο ποσό βασίζεται στο κόστος της επαναφοράς. Σχετικές με τον προσδιορισμό της αξίας του οχήματος πριν από την εκδήλωση της φωτιάς είναι οι μαρτυρίες των ΜΕ1, ΜΕ3, ΜΕ4, ΜΥ
- Και του Ενάγοντος (ΜΕ2), ο οποίος μαρτύρησε τα γεγονότα σχετικά με τη ζημιά, το όχημα και τα χαρακτηριστικά του, την εξασφάλιση των εκτιμήσεων και τις πρόσθετες εργασίες. Διευκρίνισε, κατά τη δική του μαρτυρία, πως αγόρασε το όχημα το 2002 μεταχειρισμένο και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, και το πιστοποιητικό εγγραφής του (Τεκμήριο 3) και δέσμη φωτογραφιών του (Τεκμήριο 7), πριν και μετά τις προσθήκες και αλλαγές. Οι προσθήκες και αλλαγές στις οποίες προέβη, όπως εξήγησε, δεν είχαν να κάνουν με τον τύπο του οχήματος, όπως το να το κάνουν να τρέχει περισσότερο. Υπάρχει συμφωνία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ1 πως το ασφαλισμένο όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς από τη φωτιά. Επίσης, ότι πρόκειται για εμπορεύσιμο όχημα. Ο ΜΕ1, προσοντούχος και έμπειρος εκτιμητής μηχανοκίνητων οχημάτων (Τεκμήριο 1), τα προσόντα και η πείρα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, ετοίμασε την εκτίμηση που περιέχεται στο Τεκμήριο
- O MY1, επίσης προσοντούχος και έμπειρος εκτιμητής μηχανοκίνητων οχημάτων, τα προσόντα και η πείρα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, ετοίμασε την εκτίμηση που παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 13). Σημειώνεται πως ο ΜΕ1, ερωτήθηκε και σε σχέση με το Τεκμήριο προς αναγνώριση 4 (εκτίμηση Π.) που όμως δεν κατέστη κανονικό τεκμήριο, και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ούτε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το έγγραφο αυτό είναι ενεργή[24]. Αμφότεροι οι εκτιμητές συμφωνούν ότι το όχημα ήταν μάρκας Opel, μοντέλο Speedster 2.2 Coupe, κατασκευής του 2001, που εισήχθη και εγγράφθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο το
- Ακολούθησαν και οι δύο εκτιμητές παρόμοια μέθοδο, ερευνώντας διαφημίσεις προς πώληση παρόμοιων οχημάτων το
- Οι διαφορές στις εκτιμήσεις προκύπτουν κυρίως από το γεγονός πως ο ΜΕ1 έλαβε υπόψη προσθήκες και αλλαγές που έγιναν σύμφωνα με βεβαιώσεις του ΜΕ3 και του ΜΕ4, συνολικού ύψους €12.110,00, και επικεντρώθηκε στη γερμανική αγορά. Ο ΜΥ1 δεν έλαβε υπόψη προσθήκες και αλλαγές και επικεντρώθηκε στην αγγλική αγορά. Και οι δύο εκτιμητές συμφωνούν πως δεν υπάρχει παρόμοιο όχημα προς πώληση στην Κύπρο. Από έρευνα που έκανε ο ΜΕ1, υπολόγισε την αγοραία αξία στο ποσό των €17.000,00, και πρόσθεσε €1.000,00 ναύλο, €2.000,00 τελωνείο, €300,00 εγγραφή και €500,00 γενικό σέρβις. Έπειτα, ανέφερε πως, για να γίνει πανομοιότυπο το όχημα με το προηγούμενο, θα πρέπει να γίνουν οι προσθήκες που έγιναν, με 50% μείωση, λόγω του χρόνου, προσθέτοντας περαιτέρω €6.000,
- Υπολόγισε έτσι τη συνολική αξία στο ποσό των €26.800,
- Στην έκθεση του ΜΕ1, επισυνάπτονται τα στοιχεία της έρευνας αγοράς στην οποία προέβη που περιλαμβάνει τα ακόλουθα 20 οχήματα προς πώληση από τo δίκτυο ΟΟΥΥΟ, ως συγκριτικές πωλήσεις, το έτος 2014: Μοντέλο Έτος Επιβάρυνση Km Αξία πώλησης σε €
- Opel Speedster 2.2 2001 59.800,00 16.999,00
- Opel Speedster 2.0 turbo 2003 13.000,00 32.900,00
- Opel Speedster 2.0 2004 21.500,00 27.880,00
- Opel Speedster 2.2 2001 82.442,00 15.490,00
- Opel Speedster 2.2 2001 57.393,00 13.990,00
- Opel Speedster 2.2 2002 32.600,00 18.000,00
- Opel Speedster 2.2 2002 22.000,00 19.480,00
- Opel Speedster 2.2 2003 8.080,00 21.800,00
- Opel Speedster 2.2 2001 5.197,00 29.990,00
- Opel Speedster 2.2 2003 49.900,00 16.500,00
- Opel Speedster 2.2 2002 65.000,00 15.000,00
- Opel Speedster 2.0 turbo 2003 46.000,00 22.950,00
- Opel Speedster 2.0 turbo 2004 29.518,00 27.890,00
- Opel Speedster 2.2 2001 114.000,00 12.990,00
- Opel Speedster 2.2 2001 32.500,00 19.990,00
- Opel Speedster 2.0 turbo 2004 99.999,00 19.980,00
- Opel Speedster 2.2 2004 37.000,00 21.900,00
- Opel Speedster 2.2 2002 8.300,00 19.900,00
- Opel Speedster 2.2 2003 82.200,00 14.900,00
- Opel Speedster 2.0 turbo 2005 9.700,00 33.000,00 Ερωτώμενος, ο ΜΕ1, για τη μέθοδο που χρησιμοποίησε, ανέφερε πως, από τις συγκριτικές πωλήσεις που βρήκε και τις διάφορες αξίες, χρησιμοποίησε τον μέσο όρο και έκανε υπολογισμούς. Όταν ρωτήθηκε γιατί κύκλωσε την πρώτη φωτογραφία στο Τεκμήριο 2 (συγκριτική πώληση 1 στον πιο πάνω πίνακα), απάντησε πως είναι αυτή την πώληση που έλαβε ως παράδειγμα. Δεν ανέφερε οποιαδήποτε πράξη εντοπισμού μέσου όρου, έστω και με βάση όλες τις συγκριτικές πωλήσεις που παρέθεσε (που περιλαμβάνουν το κατά κοινή ομολογία ακριβότερο μοντέλο turbo, οχήματα διαφορετικής χιλιομετρικής επιβάρυνσης και άλλων ετών κατασκευής), γιατί απλώς δεν ισχύει η εκδοχή ότι χρησιμοποίησε μέσο όρο. Εάν γίνονταν τέτοια πράξη με βάση τις 20 συγκριτικές πωλήσεις που χρησιμοποίησε ο ΜΕ1, θα έδιδε έναν μέσο όρο περίπου €21.076,45, και όχι €17.000,
- Ακόμα και χρήση των διαφημίσεων πωλήσεων μόνον μοντέλων Opel Speedster 2.2 του 2001 να λάμβανε υπόψη και ειδικότερα τις έξι συγκριτικές πωλήσεις 1, 4, 5, 9, 14, 15, και πάλι, θα κατέληγε σε έναν μέσο όρο (χωρίς ποιοτικές αναπροσαρμογές) περίπου €18.241,
- Πρότεινε όμως €17.000,00 γιατί, όπως εν τέλει ανέφερε, έλαβε απλώς ως παράδειγμα την πώληση 1, που αναφέρεται σε Opel Speedster 2.2 του 2001, με επιβάρυνση 59.800,00, με αξία πώλησης €16.999,00, θεωρώντας ότι εκείνη ήταν πιο κοντά στα χαρακτηριστικά του οχήματος που καταστράφηκε (χωρίς τις προσθήκες και αλλαγές), άρα ότι θα μπορούσε να ικανοποιήσει τον Ενάγοντα ένα τέτοιο ποσό. Δεν έλαβε ως παράδειγμα μόνον την πώληση 14 που αναφέρεται σε Opel Speedster 2.2 του 2001, με επιβάρυνση 114.000,00 km, με αξία πώλησης €12.990,00 και να εκτιμήσει την αξία του οχήματος πριν την καταστροφή σε €13.000,
- Από την άλλη, το ερωτηματικό σε σχέση με τον λόγο που ο ΜΕ1 έλαβε ως παράδειγμα μια διαφήμιση πώλησης οχήματος με χαμηλή χιλιομετρική επιβάρυνση και όχι άλλη με μεγαλύτερη μετριάζει το γεγονός ότι και ο ΜΥ1 ανέφερε στη δική του έκθεση πως θεώρησε το όχημα ως «low mileage», εξηγώντας πως όταν το όχημα καταστρέφεται ολοσχερώς, θεωρείται ότι είχε μια μέση χρήση, εκτός εάν προκύπτει το αντίθετο, ενώ είναι δεδομένο, μέσα από τη λοιπή μαρτυρία, πως ο Ενάγων οδηγούσε και άλλο όχημα, με το οποίο είχε εμπλακεί και σε τροχαίο ατύχημα το 2011, όπως όμως και το επίδικο. Το γεγονός ότι ο ΜΕ1 ανέφερε πως χρησιμοποίησε τον μέσο όρο, αλλά τελικά χρησιμοποίησε απλώς, από μια δεξαμενή διαφημιζόμενων πωλήσεων, ως παράδειγμα, αυτήν που θεώρησε εγγύτερη με βάση τα χαρακτηριστικά του οχήματος του Ενάγοντος δεν κλονίζει κατ' ανάγκη την αξιοπιστία της προσέγγισής του για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας. Παρόμοια προσέγγιση εξάλλου φαίνεται να χρησιμοποίησε και ο ΜΥ
- Ο ΜΥ1 περιορίστηκε στην αγγλική αγορά γιατί θεώρησε πως μόνον από εκεί μπορεί να εισαχθεί στην Κύπρο όχημα δεξιοτίμονο, ως ήταν και το όχημα του Ενάγοντος που απεικονίζεται στο Τεκμήριο
- Ανέφερε, στην έκθεσή του, πως το μοντέλο που είχε ο Ενάγων, στην Αγγλία, τη δεδομένη στιγμή, πωλούνταν περίπου €8.000,00, προσθέτοντας χαμηλότερα ποσά για ναύλο, τελωνείο, εγγραφή και σέρβις, €3.700,00, δίδοντας ένα σύνολο €11.700,00, και προτείνοντας €13.000,00, έχοντας περιλάβει το εύλογο κέρδος του προμηθευτή. Όσον αφορά το εύλογο κέρδος, σημειώνεται πως ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και του αναφέρθηκε πως θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει και μεγαλύτερο ποσό ως κέρδος. Αν και ο ΜΥ1 δεν έδωσε πειστική εξήγηση, κατέστη κατανοητό πως απλώς προέβη σε στρογγυλοποίηση του ποσού που υπολόγισε ως αγοραία αξία προς τα πάνω, ονοματίζοντας την εύλογο κέρδος του πωλητή. Εύλογος κέρδος, όμως, θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος αναγνώστης των εκτιμήσεων, πως μπορεί να υπάρχει ήδη στις διαφημιζόμενες από εμπόρους τιμές πώλησης των οχημάτων που προσκομίστηκαν από αμφότερους τους εκτιμητές ως συγκριτικά παραδείγματα. Κατέγραψε, ο ΜΥ1, πως τη δεδομένη χρονική στιγμή στην Κύπρο υπήρχε ένα μοντέλο 2.0 turbo, που είναι καλύτερο, και πωλούνταν στην τιμή των €10.900,
- Και ο ΜΥ1 επισύναψε στην αναφορά του τα στοιχεία της έρευνάς του, από διάφορες πηγές, στα οποία περιλαμβάνονται τα ακόλουθα οχήματα, που ονομάζονται Vauxhall. Μοντέλο Έτος Επιβάρυνση Αξία πώλησης
- Vauxhall VX220 2.2 2002 56.000,00 miles UK 6.000,00
- Vauxhall VX220 2.2 2003 59.354,00 miles UK 7.000,00
- Vauxhall VX220 Cabrio 2 T 2004 80.000,00 km €10.900,00 Ο ΜΥ1 ανέφερε, και ήταν κάθετος σε αυτό, πως δεν υπάρχει δυνατότητα εγγραφής στην Κύπρο οχήματος από τη Γερμανία, είναι μια αγορά της οποίας δεν μπορεί να γίνει χρήση, παρά μόνον υπό προϋποθέσεις, γι' αυτό εστίασε στην αγγλική αγορά. Εξήγησε πως η Vauxhall είναι η αγγλική μάρκα του οχήματος της Opel, όπως μπορεί σε άλλα μέρη του κόσμου, εκτός Ευρώπης, να υπάρχουν αντίστοιχες διαφορετικές ονομασίες. Είναι διαφορετικές ονομασίες του ίδιου οχήματος. Παρόλο που του υποβλήθηκε το αντίθετο, ο ΜΥ1 έδωσε πειστικές εξηγήσεις ως προς τη διαφορετικότητα απλώς του «branding». Βασικά, ο λόγος που ο ΜΥ1 εστίασε στην Αγγλική αγορά ήταν γιατί προσέγγισε ρεαλιστικά τη δυνατότητα εισαγωγής στην Κύπρο δεξιοτίμονου όμοιου οχήματος, ωστόσο ο σκοπός της εκτίμησης είναι απλώς ο προσδιορισμός της αγοραίας αξίας, για να αποδοθεί αντίστοιχη χρηματική αποζημίωση στον Ενάγοντα. Με τούτο τον φακό, και όχι με προοπτική την αντικατάσταση του καμένου οχήματος με άλλο, είναι ασφαλέστερο για το Δικαστήριο να βασιστεί στην εκτίμηση του ΜΕ1 που δίδει μια ευρύτερη αγορά μοντέλων πιο προσιτών με αυτό του Ενάγοντος. Αυτό παρόλο που το συγκριτικό δεδομένο που παρείχε ο ΜΥ1 για το μοντέλο turbo στην Κυπριακή αγορά θα μπορούσε να είναι χρήσιμο, είναι διαφορετικό μοντέλο, διαφορετικού έτους κατασκευής, μεμονωμένη διαφήμιση, που δεν δίδει στο Δικαστήριο εικόνα για μια τάση αγοραίας αξίας του επίδικου οχήματος στην εγχώρια αγορά κατά τον χρόνο αναφοράς. Για τις προσθήκες και αλλαγές στο όχημα, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, θεώρησε πως προσθέτουν στην αξία του αυτοκινήτου, αλλά, επειδή πέρασαν κάποια χρόνια, θεώρησε ορθό να κάνει απομείωση στο συνολικό κόστος των προσθηκών. Ήταν, όπως είπε, προσθήκες που υπήρχαν και δούλευαν πάνω στο όχημα, και το ξέρει, όπως είπε, γιατί δεν έχει άλλη ένδειξη. Ερωτήθηκε γιατί 50% και όχι 80% η απομείωση, και ο μάρτυρας απάντησε πως το 80% γίνεται όταν σχεδόν έχει περιέλθει σε αχρησία η προσθήκη λόγω ηλικίας. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως το μεγαλύτερο ποσό αυτών των προσθηκών είναι ηλεκτρονικά και μηχανικά, είναι €8.200,00, που με την πάροδο του χρόνου, επειδή εργάζονται, φθείρονται, οπότε αυτός ήταν ο λόγος που προχώρησε σε απομείωση της αξίας, επιμένοντας πως το 50% είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Του υποβλήθηκε πως ουδέποτε υπήρξαν οι προσθήκες που έλαβε υπόψη με βάση τα Τεκμήρια 11 και 12, ο μάρτυρας διαφώνησε, λέγοντας πως έτσι κατέδειξε η έρευνα του, ασχέτως εάν δεν μπορούσε ο ίδιος, κατά την επιθεώρηση του οχήματος, μετά την πυρκαγιά, να ξεχωρίσει εάν υπήρχαν ή όχι, γιατί υπήρξε ολική καταστροφή. Όσον αφορά το εάν έγιναν ή δεν έγιναν οι προσθήκες και αλλαγές, ο ΜΕ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 και εξήγησε το περιεχόμενό του. Σύμφωνα με αυτό, τον Δεκέμβριο του 2010, προέβη στις ακόλουθες αναβαθμίσεις, συνολικού ύψους €8.200,00 (δεν αναγράφεται ξεχωριστά η αξία κάθε εργασίας): Motec M400 - Engine Ecu Installation & Programming, Electronic Throttle Motec Compatible, Red Engine Painting, AP Racing Brake Calipers, Stainless Steel Full Exhaust, Racing Bucket Seats, Carbon Kevlar pieces. Εξήγησε κατά την κυρίως εξέτασή του, πως βασικά έχει αλλάξει τον εγκέφαλο που χειρίζεται για τις λειτουργίες του αυτοκινήτου, αντικατέστησε το ηλεκτρονικό σύστημα πεταλούδας, εισροής αέρα στη μηχανή, έβαλε ειδική μπογιά στη μηχανή του αυτοκινήτου για την ασφάλεια από φωτιά, αναβάθμισε τα συστήματα φρένων για περισσότερη ασφάλεια, αντικατέστησε το σύστημα καυσαερίων για καλύτερη λειτουργία των καυσαερίων και των ρίπων, εγκατέστησε ειδικά καθίσματα που προσθέτουν μεγαλύτερη ασφάλεια στο πλήρωμα, και πρόσθεσε, σε αντικατάσταση του πλαστικού, carbon pieces που αντέχουν στη θερμότητα. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε και για το ξεχωριστό κόστος των εργασιών, λέγοντας πως η βασικότερη εργασία είναι το motec, που η εγκατάσταση του είναι €4.800,00 και ο εγκέφαλος μόνον €2.700,
- Δεν φθείρονται στον χρόνο, εκτός εάν έχουν ζημιά από αιτία άλλη από φυσική φθορά, το exhaust μπορεί να παρουσιάσει αλλοίωση στο χρώμα ή στην ποιότητα. Η μπογιά που χρησιμοποίησε για τη μηχανή είναι ειδική μπογιά η οποία εγκλωβίζει τη θερμοκρασία της μηχανής, να μην τη μεταφέρει σε μέρη του αυτοκινήτου, η οποία να επηρεάσει, να ζεσταθεί ένα λάστιχο, κ.λπ., και επειδή η μηχανή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου βρίσκεται πίσω από τον οδηγό και τον συνοδηγό, αυτά τα πράματα είναι αναγκαία να γίνονται. Δεν έχει σχέση η εργασία αυτή με το ότι το όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς από φωτιά, από εξωτερικό παράγοντα. Ο ΜΕ4, επίσης, αναγνώρισε τη βεβαίωση του Τεκμηρίου 12, εξηγώντας τις εργασίες που έκανε τον Ιανουάριο του 2011, συνολικού κόστους €3.400,
- Η φθορά στις αλλαγές που έκανε εξαρτάται από τη χρήση και πόσο προστατεύει ο κάτοχος το δέρμα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη πως οι ΜΕ3 και ΜΕ4 παρήγαγαν τα Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα για να παρουσιάσουν ψευδώς στο Δικαστήριο προσθήκες και αλλαγές τις οποίες δεν έκαναν πράγματι στο όχημα του Ενάγοντος. Απάντησαν με αμεσότητα, φυσικότητα και πληρότητα όλες τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν και είναι αποδεκτή η μαρτυρία τους ότι στο όχημα του Ενάγοντος έγιναν οι προσθήκες και αλλαγές που ανέφεραν, το κόστος των οποίων ήταν συνολικά €12.110,
- Εάν προσθέτουν ή όχι στην αγοραία αξία του οχήματος, η αντίθετη εκδοχή του ΜΥ1 ότι δεν προσθέτουν καθόλου βασίστηκε στο ότι ο ίδιος θα προτιμούσε να μείνει «original», ιδίως εάν προορίζονταν για χρήση ως κλασικό. Όταν ερωτήθηκε, εάν το όχημα θα πωλούνταν στην ίδια τιμή την επομένη των αλλαγών, ο μάρτυρας τοποθετήθηκε με κάπως μηδενιστικό τρόπο, πως εάν προορίζονταν να αγοραστεί για να γίνει «classic», μπορεί και να μην αγοράζονταν καθόλου, γιατί στην αγορά των «classic cars» η σημασία είναι να παραμένει το αυτοκίνητο ως ήταν από την αρχή, αλλοιώνοντάς το δεν σημαίνει ότι αυξάνεται η αξία, κάθε άλλο, γίνεται και μη προτιμητέο, ή μπορεί και να πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή. Αυτή η εξήγηση δεν ήταν πειστική έναντι αφενός στο δεδομένο πως ο Ενάγων δεν είχε το όχημα ως «classic car», αλλά το χρησιμοποιούσε για διακινήσεις του, ασχέτως εάν μπορεί να χρησιμοποιούσε και άλλο όχημα, ούτε μαρτυρήθηκε η δυνατότητα ενός οχήματος κατασκευής του 2001 να χρησιμοποιηθεί ως «classic car» το 2014, αφετέρου στις αναφορές των ΜΕ3 και ΜΕ4 για τις εργασίες που έκαναν ως αναβαθμίσεις, και στη λογική που ευνοεί τον Ενάγοντα, πως ένας πωλητής θα χρησιμοποιούσε τις προσθήκες και αλλαγές ως αναβαθμίσεις που αντανακλούν στην αγοραία αξία του οχήματος, για να επιτύχει καλύτερη τιμή, παρά θα τις εξέθεσε ως καταστροφικές αλλοιώσεις σε «classic car». Εξάλλου, πρόκειται για προσθήκες και αλλαγές που έγιναν πριν από την επίδικη ασφάλιση, και ευλόγως συνυπολογίστηκαν στην εκτίμηση του Ενάγοντος για την αξία του οχήματός του κατά την πρόταση ασφάλισης. Ο ΜΥ1 απέφυγε κατ' επανάληψη να σχολιάσει την εκτίμηση του ΜΕ1, λέγοντας ότι δεν σχολιάζει εκτιμήσεις άλλων συναδέλφων του, παρά μόνον τη δική του, ωστόσο αυτή η στάση του δεν βοήθησε το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη και τις αρχές προσέγγισης του ζητήματος των αποζημιώσεων, είναι αποδεκτή ως βάση η εκτίμηση του ΜΕ1, για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του οχήματος του Ενάγοντος πριν από την καταστροφή του από τη φωτιά, στο ποσό των €17.000,
- Όσον αφορά τις προσθήκες και αλλαγές, ο προσδιορισμός της αγοραίας αξίας του οχήματος έγινε με βάση τις συγκριτικές αναφορές του ΜΕ1 στις οποίες δεν είναι γνωστό εάν υπάρχουν και εκεί προσθήκες ή αλλαγές, εφόσον δεν έγινε πλήρης περιγραφή των οχημάτων που λειτούργησαν ως συγκριτικά παραδείγματα. Ο Ενάγων προέβη σε προσθήκες και αλλαγές, μέρος των οποίων ήταν εξειδικευμένες, στα ηλεκτρολογικά και στον προγραμματισμό, και οι οποίες δημιούργησαν βελτιώσεις, άλλες, ως ένα βαθμό, αναγκαία συντήρηση και διατήρηση υφιστάμενης αξίας με την ανανέωση της εμφάνισης. Σε αυτές, όπως δέχονται και οι μάρτυρες, είχε επίδραση ο χρόνος. Επειδή δεν είναι εφικτό να αξιολογηθεί μία-προς-μία η κάθε προσθήκη ή αλλαγή και η λειτουργικότητά της πριν από τον χρόνο εκδήλωσης της φωτιάς (π.χ. σε τι κατάσταση ήταν το 2014 οι ταπετσαρίες που αλλάχθηκαν κατά τις απαρχές του 2011 ή το επενδυμένο ταμπλό), ούτε ο σκοπός της διαδικασίας αυτής απαιτεί κάτι τέτοιο, θεωρώ πως οι προσθήκες και οι αλλαγές στις οποίες προέβη ο Ενάγων, ιδίως όσον αφορά τα ηλεκτρολογικά και ως ένα βαθμό την εμφάνιση, θα ήταν δίκαιο να δώσουν ένα ποσοστό ποιοτικής αναπροσαρμογής στο ποσοστό του +20%, υπολογιζόμενου επί του ποσού της αγοραίας αξίας των €17.000,00 (που δίδει €3.400,00). Ο ΜΕ1 δεν εξήγησε επαρκώς στο Δικαστήριο γιατί θα πρέπει να εφαρμοστεί το 50% του κόστους των προσθηκών και αλλαγών (είτε πληρώθηκαν είτε όχι) ως ποσό αγοραίας αξίας, από πού αντλήθηκε αυτή η μεθοδολογία, ενώ είναι συνηθέστερη η απόδοση των ποιοτικών αναπροσαρμογών με ποσοστά πλην ή συν. Με τη μεθοδολογία του ΜΕ1, όσον αφορά τον συνυπολογισμό των προσθηκών και αλλαγών, λήφθηκε ως βάση του υπολογισμού τους ποσό €12.110,00 που σχεδόν προσεγγίζει το ποσό της αγοραίας αξίας του ίδιου του οχήματος, δημιουργώντας υπερβολή. Είναι αυτονόητο πως κάθε ιδιοκτήτης οχήματος, ενόσω το κατέχει, υπόκειται σε έξοδα, για να το κινεί, να το διατηρεί σε καλή λειτουργική και εξωτερική κατάσταση, ή να βελτιώνει την όποια απόδοσή του. Το όφελος στην αξία του οχήματος δεν φαίνεται στο Δικαστήριο λογικό να υπολογίζεται με τη συγκέντρωση του κόστους και των εξόδων προσθετικά και έπειτα με απομείωση στη βάση της παρόδου του χρόνου. Όσον αφορά την προσθήκη του κόστους εισαγωγής και εγγραφής, που αμφότεροι οι εκτιμητές έλαβαν υπόψη και υπολόγισαν με διαφορετικό τρόπο, το Δικαστήριο δεν έχει συγκεκριμένα στοιχεία ενώπιον του, στα οποία να βασίζεται η γνώμη ότι τέτοιο κόστος δυνατόν να ανέρχεται σε συγκεκριμένα ποσά. Θα ήταν επισφαλές, χωρίς επαρκή αμεσότητα, να προστεθεί στην αξία που θα αποδοθεί στον Ενάγοντα υπό μορφή χρηματικής αποζημίωσης τέτοιο κόστος ή οποιοδήποτε κόστος θα μπορούσε να προκύψει έμμεσα ή υποθετικά και με αόριστο τρόπο (π.χ. φορολόγηση, σέρβις), ως εάν ο Ενάγων πράγματι αγόραζε το 2014 ένα τέτοιο νέο όχημα από τη Γερμανία και το εισήγαγε στην Κύπρο. Εξάλλου, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι θα υπήρχε ένα πρόσθετο κόστος για οποιαδήποτε άλλη αιτία σε πραγματικό χρόνο, οποιαδήποτε ανάγκη για τέτοια επαύξηση μετριάζεται, λαμβάνοντας υπόψη, στην ίδια ρεαλιστική διάσταση, τον παράγοντα της μείωσης της αγοραίας αξίας, κατόπιν διαπραγμάτευσης της τιμής, εφόσον η διαπραγμάτευση της πρώτης προσφερόμενης από τον έμπορο τιμής (π.χ. των €17.000,00), δεν παρουσιάστηκε ως ασυνήθης. Όπως λέχθηκε και προηγουμένως, η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι ακριβής. Κατ' ακρίβεια, πάντοτε φαίνεται χαμηλή σε αυτόν στον οποίον δίδεται, και υψηλή σε αυτόν που πρέπει να την καταβάλει, ιδίως δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης όπου η πληρωμή γίνεται με χρήση πόρων από αυτή την κοινωνία ζημιάς και όχι γιατί ευθύνεται η Εναγόμενη για την πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα. Από το ποσό των €20.400,00, εάν εκπέσει ένα ποσό €1.022,44 για τα ασφάλιστρα (χωρίς επιμέρους υπολογισμό του μέρους των δεδουλευμένων, λόγω και της σύντομης περιόδου ασφάλισης και της εφάπαξ καταβολής τους) που είχαν επιστραφεί από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 15) και δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία ότι όντως επιστράφηκαν, και για την απαλλαγή και ανάληψη μέρους της ζημιάς από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 5), ένα ποσό €19.377,56, ας λεχθεί €19.000,00, αντικατοπτρίζει μια δίκαιη και εύλογη ασφαλιστική αποζημίωση του Ενάγοντος για την απώλειά του, δηλαδή για την ολοκληρωτική καταστροφή του οχήματός του από τη φωτιά. Λαμβάνεται υπόψη πως δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οποιοδήποτε μέρος της ζημιάς του Ενάγοντος αποζημιώθηκε με άλλον τρόπο. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η κατάληξη είναι πως ο Ενάγων έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτησή του εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €19.000,00, που καθορίζεται ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωσή του με βάση την επίδικη σύμβαση ασφάλισης. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €19.000,00 πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής (ακολουθώντας τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία προέκυψαν) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Έγγραφο Α, ημερομηνίας 14.02.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [2] Έγγραφο Β, ημερομηνίας 23.05.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [3] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [4] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [5] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298. [6] The Star Sea, [2003] 1 A.C. 469, παρ. 47, Lord Hobhouse ("the most extensive, rather than the greatest' good faith"). [7] Ή με διάφορες παραλλαγές στις Britton v The Royal Insurance Company
(1866)4 F. & F. 905, 909 ("perfect good faith"), Bates v Hewitt (1866-67) L.R. 2 Q.B. 595, 606 ("full and perfect good faith"), κ.λπ.. [8] Βλ. και British Foeign marine Co. Ltd. V Samuel Sanday & Co. [1917] 2 KB 184. [9] Βλ. και Andreas Mavrides v. American Life Insurance Co
(1984)1 CLR 611, Glicksman v London and General Assurance Co. Ltd [1925] 2 KB 593, Andreson v Fitzgerald
(1853)4 h.l. Cas.
- [10] Σχετικός είναι ο τότε εν ισχύ περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος 35(I)/
- [11] Βλ. και Drake Insurance Plc (In Provisional Liquidation) v Provident Insurance Plc [2004] 1 Lloyd's Rep.
- [12] Άρθρο 37 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [13] Ironfield v Eastern Gas Board [1964] 1 All ER 544n. [14] Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος 96(I)/
- [15] Βλ. και Britton v. Royal Insurance Co
(1866)4 F & F 905, Herman v. Phoenix Assurance Co Ltd
(1928)18 Ll L Rep 371, CA, Porter v. Zurich Insurance Co [2009] EWHC 376 (QB), Agapitos v. Agnew [2002] EWCA Civ 247, Stemson v. AMP General Insurance (NZ) Ltd [2006] UKPC 30, R v. Boynes
(1843)1 Car & Kir 65, Herbert v. Poland
(1932)44 Ll L Rep 139, Shoot v. Hill
(1936)55 Ll L Rep 29, Sharon's Bakers (Europe) Ltd v. AXA Insurance UK plc [2011] EWHC 210 (Comm). [16] Chapman v Pole, PO
(1870)22 LT 306, 307 από Cockburn CJ, Hercules Insurance Co v Hunter
(1836)14 Sh (Ct Sess) 1137, 1142 από Lord Moncreiff. [17] Westminster Fire Office v Glasgow Provident Investment Society
(1888)13 App Cas 699 at 704, HL. [18] Re Wright and Pole
(1834)1 Ad & El 621. [19] Chapman v Pole, PO
(1870)22 LT 306, Re Earl of Egmont's Trusts, Lefroy v Earl of Egmont [1908] 1 Ch 821 at 826 από Warrington J [20] Chapman v Pole, PO
(1870)22 LT 306, Phoenix Assurance Co v Spooner [1905] 2 KB 753 at 756, CA, από Bigham J και χωρίς επηρεασμό του dictum στην Birmingham Corpn v West Midland Baptist (Trust) Association (Inc) [1970] AC 874, βλ. και Re Wilson and Scottish Insurance Corpn [1920] 2 Ch 28, Vance v Forster
(1841)Ir Cir Rep 47 και Hercules Insurance Co v Hunter
(1836)14 Sh (Ct Sess)
- [21] Re Wilson and Scottish Insurance Corpn [1920] 2 Ch
- [22] Rice v Baxendale
(1861)7 H & N 96, 101 από Bramwell B. [23] Castellain v Preston
(1883)11 QBD 380, 400-401, CA, από Bowen LJ. [24] Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο