← Κύπρος

L & M ROLEX LTD ν. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD, Αγωγή αρ. 2029/2013, 17/2/2023

L & M ROLEX LTD ν. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD, Αγωγή αρ. 2029/2013, 17/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2029/2013 L & M ROLEX LTD Ενάγουσα v. NANDRO SAFETY ROLEX & DOOR LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Χρ. Χατζηλοΐζου για Χρήστος Χατζηλοΐζου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: Αλ. Αργυρού για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία, με την αγωγή της, ισχυρίζεται πως πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη, επίσης ημεδαπή εταιρεία, διάφορες ποσότητες μοτέρ ρολών, εξαρτήματα ρολών και άλλα συναφή προϊόντα, έναντι συμφωνημένου τιμήματος €9.032,

  1. Η Εναγόμενη, έναντι του χρέους, εξέδωσε δύο επιταγές συνολικού ποσού €7.460,00 που δεν είχαν τιμηθεί κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Η άρνηση ή παράλειψη της Εναγόμενης να το εξοφλήσει είχε οδηγήσει στην έγερση της αγωγής. Η Εναγόμενη, με το δικό της δικόγραφο, δεν αρνείται την ύπαρξη της συνεργασίας, αλλά ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα, παράνομα ή αντισυμβατικά, υπερχρέωσε ή υπερτιμολόγησε την Εναγόμενη σε σχέση με τα προϊόντα που αγόρασε, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, με βάση τα προτιμολόγια που δίδονταν και τους καταλόγους που προμήθευε. Εξ ου και είχαν ανακληθεί οι δύο επιταγές, που όντως είχαν εκδοθεί. Όχι μόνον δεν οφείλει, σύμφωνα με τη θέση της, οτιδήποτε στην Ενάγουσα, αλλά η Ενάγουσα θα πρέπει να της επιστρέψει και το ποσό των €305,00, που σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Εναγόμενης, η Ενάγουσα υπερχρέωσε ή υπερτιμολόγησε. Την εκδοχή της Εναγόμενης περί υπερχρεώσεων ή υπερτιμολογήσεων που αντιτίθενται στον νόμο ή τη συμφωνία δεν αποδέχεται η Ενάγουσα, που επιμένει στη δική της εκδοχή σε σχέση με το χρέος. Εκ των δικογράφων, επίδικα είναι εάν οι χρεώσεις και τιμολογήσεις των προϊόντων που η Εναγόμενη αγόρασε και παρέλαβε από την Ενάγουσα αφήνουν κάποιο χρεωστικό υπόλοιπο, όπως είναι η θέση της Ενάγουσας, ή εάν είναι σε αντίθεση με κάποιον νόμο ή με τη συμφωνία των μερών, και όχι μόνον δεν αφήνουν χρεωστικό υπόλοιπο αλλά δημιουργούν και πλεόνασμα ύψους €305,00 που θα πρέπει να επιστραφεί στην Εναγόμενη, όπως είναι η θέση της Εναγόμενης. Σημειώνεται πως η Εναγόμενη, κατά τον χρόνο της δίκης, επιχείρησε να τροποποιήσει το δικόγραφό της, για να εισάγει την απαίτησή της για πληρωμή από την Ενάγουσα ενός πολύ μεγαλύτερου ποσού, που υπερβαίνει και τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, στη βάση θέσεων πως η Ενάγουσα προέβαινε καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους σε συγκεκριμένες σκόπιμες μεθοδεύσεις σε σχέση με τον τρόπο που χειρίζονταν τις τιμολογήσεις, με διαστάσεις δόλου ή και οικονομικής απάτης. Είχε αργοπορημένα εξασφαλίσει έκθεση εμπειρογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την τροποποίηση, για τους λόγους που εξηγούνται σε σχετική ενδιάμεση απόφαση. Διαδικασία Για την απόδειξη της υπόθεσής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο ΜΓ (ΜΕ1), την κυρία ΑΣ (ΜΕ2), τον κύριο ΓΜ (ΜΕ3) και την κυρία ΜΠ (ΜΕ4). Όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη, για τη δική της υπόθεση, προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο ΑΝ (ΜΥ1), που επίσης αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας. Οι δύο πλευρές ανέφεραν πως καλύφθηκαν με αυτή τη μαρτυρία τους. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας που τηρήθηκαν. Έγγραφη μαρτυρία αποτελούμενη από 41 τεκμήρια, επίσης, βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αντίστοιχα. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι γενικότερα έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής μνεία. Η μαρτυρία και εξέταση Ακούγεται μαρτυρία γεγονότων μόνον σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αμφισβητούμενη ή αντικρουόμενη μαρτυρία επ' αυτών, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το εάν είναι αξιόπιστη, εάν δηλαδή δίδει την αλήθεια σε σχέση με το τι πράγματι συνέβη, ώστε να μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν. Το σύνολο της αξιόπιστης και κατ' επέκταση αποδεκτής μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο συνθέτει το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, για να προσεγγίσει στη συνέχεια νομικά τη διαφορά, και να την επιλύσει. Στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας γεγονότων για τον εντοπισμό της αλήθειας, η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του λόγου τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου να είναι αξιόπιστο και αποδεκτό, και άλλο όχι. Ό,τι αξιολογείται, είναι η εκδοχή των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, όχι τα πρόσωπα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώμης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Ο ΜΕ1, διευθυντής της Ενάγουσας, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ό,τι και στην αγωγή της η Ενάγουσα, ότι η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη εμπορεύματα συνολικής αξίας €9.032,94, την περίοδο από 12.01.2012 μέχρι 28.02.
  2. Η Εναγόμενη, την 30.01.2013 και την 28.02.2013, εξέδωσε δύο επιταγές, για ποσά €3.910,00 και €3.550,00 αντίστοιχα, που ανέρχονται συνολικά σε €7.460,00 έναντι του χρέους (έμενε υπόλοιπο €1.572,00), που δεν τιμήθηκαν αρχικά. Εκκρεμούσης της αγωγής, την 04.05.2015, πληρώθηκε το ποσό των επιταγών και παραμένει σήμερα απλήρωτο και οφειλόμενο το υπόλοιπο ποσό των €1.572,00, πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Συναφώς, η απαίτηση της Ενάγουσας περιορίζεται στο ποσό των €1.572,00 πλέον στα έξοδα. Δεν ισχύει, κατά τον μάρτυρα, η ανταπαίτηση της Εναγόμενης, και οι υπολογισμοί της Ενάγουσας είναι ορθοί. Προσκόμισε το waybill αρ.122 για €3.910,00 (Τεκμήριο 1), το τιμολόγιο μετρητών 11162 ημερομηνίας 30.01.2013 για €3.910,00 (Τεκμήριο 2) και αντίγραφο της επιταγής της ΣΠΕ Κουρίου με αριθμό 33517922 που εκδόθηκε από την Εναγόμενη στο όνομα της Ενάγουσας την 30.01.2013 για €3.190,00 με τη σφραγίδα ανάκλησης (Τεκμήριο 3). Προσκόμισε και αντίγραφο του waybill αρ.135 για €3.550,00 (Τεκμήριο 4), το τιμολόγιο μετρητών 11185 ημερομηνίας 28.02.2013 για €3.550,00 (Τεκμήριο 5) και αντίγραφο της επιταγής της ΣΠΕ Κουρίου με αριθμό 33517929 που εκδόθηκε από την Εναγόμενη στο όνομα της Ενάγουσας την 28.02.2013 για €3.550,00 με σφραγίδα ανάκλησης (Τεκμήριο 6). Προσκόμισε αντίγραφο της εντολής μη πληρωμής των προαναφερόμενων επιταγών ημερομηνίας 25.01.2013 με αναγραφόμενο σκοπό «παραβίαση συμφωνίας» και χειρόγραφη σημείωση «χρέωση προϊόντων που δεν πήρε» (Τεκμήριο 7). Προσκόμισε το waybill αρ.3 για το ποσό των €1.572,94 (Τεκμήριο 8) για το οποίο δεν εκδόθηκε τιμολόγιο πληρωμής, στιγμιότυπο οθόνης από συσκευή κινητού τηλεφώνου ημερομηνίας 21.02.2013 (Τεκμήριο 9) στο οποίο περιέχεται αναφερόμενη από τον μάρτυρα επικοινωνία μεταξύ των ΜΕ1 και ΜΥ1 για την αποστολή του waybill αρ.3 και ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 21.02.2013 δια του οποίου όπως εξήγησε ο ΜΕ1 αποστέλλεται από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη το waybill αρ.3 (Τεκμήριο 10). Τέλος, προσκομίστηκε και τιμοκατάλογος της Ενάγουσας για το 2011 (Τεκμήριο 11), που σύμφωνα με τον ΜΕ1 ήταν ο τιμοκατάλογος της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως προς τον τρόπο συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, ο ΜΕ1 ανέφερε πως του τηλεφωνούσε πρώτα ο ΜΥ1, που ήταν πάντοτε ο εκπρόσωπος της Εναγόμενης, για να είναι ο ίδιος παρών. Η παράδοση των εμπορευμάτων γίνονταν στον ΜΥ1, στο εργοστάσιο της Ενάγουσας. Ο ΜΥ1 είχε πάντα ένα μικρό χαρτί για την παραγγελία του και του έλεγε λεπτομερώς τι ήθελε, τα κατέβαζαν από την αποθήκη, τα φόρτωναν στο αυτοκίνητό του, στη συνέχεια έλεγε ο ΜΕ1 στον λογιστή του να ετοιμάσει το waybill με τις τρέχουσες τιμές του καταλόγου του 2011, που ο ΜΥ1 έπαιρνε και έφευγε. Το waybill αρ.3 (Τεκμήριο 8), επειδή ο ΜΥ1 βιάζονταν κάποια στιγμή, του το είχε στείλει, αλλά δεν πληρώθηκε. Όταν τα waybills γίνονταν τρία ή τέσσερα και συγκεντρώνονταν ένα ποσό, έβγαινε ένα συνολικό waybill που περιλάμβανε τα υφιστάμενα, και το συνολικό οφειλόμενο ποσό, και όταν ήταν να πληρώσει ο ΜΥ1, συνήθως με επιταγή, η Ενάγουσα εξέδιδε και τιμολόγιο για το συνολικό ποσό. Τα επίδικα waybills και τα τιμολόγια που εκδόθηκαν, που κατά τη θέση του ΜΕ1, έχουν το ίδιο περιεχόμενο, παραδόθηκαν στον ΜΥ
  3. Οι επιταγές είχαν εκδοθεί κατά τις ημέρες έκδοσης των τιμολογίων. Δεν είχε παραπονεθεί, ο ΜΥ1, για το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Όταν ανακλήθηκαν οι επιταγές, ο ΜΕ1 τηλεφώνησε στον ΜΥ1 και του το ανέφερε, ο ΜΥ1 του είπε να μην τις ξανακαταθέσει γιατί θα τον έβαζαν στο ΚΑΠ, πέρασε όμως ένας μήνας. Όταν ο ΜΕ1 είδε ότι μεγάλες επιταγές έρχονταν πίσω, επειδή φοβήθηκε, πήγε στον δικηγόρο και έγινε ιδιωτική ποινική υπόθεση. Μετά την ποινική υπόθεση, την 04.05.2015, πληρώθηκε ποσό €7.460,00, καθότι υπήρξε απόφαση ενοχής την 28.04.
  4. Υπήρχε γνώση από τον ΜΥ1 του ισχύοντος καταλόγου τιμών του
  5. Δεν υπήρξε οποτεδήποτε διαμαρτυρία για τις τιμές, και δεν ισχύει, κατά τη θέση του ΜΕ1, η εκδοχή της Εναγόμενης για υπερχρέωση ή υπερτιμολόγηση, εφόσον οι τιμές ήταν βάσει του καταλόγου. Κατά την αντεξέτασή του ΜΕ1, που ήταν εκτενής και πολύ έντονη, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως το κάθε waybill περιέχει τα εμπορεύματα που πήρε ο ΜΥ1 στην παρουσία του ΜΕ1, την ημερομηνία που αναφέρεται πάνω στο κάθε ένα. Είναι διάφορα εμπορεύματα, που αναγράφονται πάνω στα έγγραφα αυτά. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε για ένα-προς-ένα τα εμπορεύματα και τις χρεώσεις στα επίδικα έγγραφα. Η βάση, όπως ανέφερε, ήταν πάντοτε ο κατάλογος τιμών του
  6. Εάν ερχόταν ο πελάτης και αγόραζε ένα προϊόν, αν ήταν ένα μοτέρ που δεν μπορούσε να μοιραστεί ή να γίνει κάτι άλλο, η τιμή ήταν εκείνη του καταλόγου, αν όμως αγόραζε μια πόρτα γκαράζ που στον κατάλογο ήταν για επτά μέτρα και ο πελάτης την ήθελε τρία μέτρα, υπήρχε μεν η βάση του καταλόγου, αλλά γίνονταν διαφοροποίηση στη χρέωση. Στο εργοστάσιο, όπως είπε, όλα είναι ζυγισμένα, θα μπορούσε ο πελάτης να πει ότι θέλει ακόμα κάτι, λόγου χάριν ακόμα ένα παράθυρο δυόμισι μέτρα, και να υπάρχει κομμάτι, οπότε για να μην αγοραστεί σωστό πακέτο, γίνονταν και τότε η διευκόλυνση. Σε άλλες περιπτώσεις, για τις οποίες ερωτήθηκε ο μάρτυρας, ανέφερε πως επειδή έρχονταν από το εξωτερικό και θα υπήρχε μικρή ζημιά (π.χ. γδάρσιμο), μπορούσε να μην χρεωθεί πλήρως η τιμή. Ο μάρτυρας ανέφερε τα προϊόντα στα οποία υπήρξε διαφοροποίηση τιμών. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε και απάντησε εκτεταμένα για τις επιμέρους καταχωρίσεις στα έγγραφα, τονίζοντας και επιμένοντας στη θέση πως σημασία είχε ότι έβλεπαν με τον πελάτη τα προϊόντα και συμφωνούσαν τις τιμές και τις προσαρμογές τους. Ο φορολογικός έλεγχος της Ενάγουσας, όπως είπε ο ΜΕ1, δεν έδειξε προβλήματα σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της, δηλαδή με την έκδοση waybills κατά την παράδοση των προϊόντων και όταν θα γίνονταν η πληρωμή τότε να εκδίδονταν τιμολόγια τοις μετρητοίς. Τα waybills που εκδίδονταν δεν έχουν υπογραφή του πελάτη γιατί, όπως είπε, υπήρχε εμπιστοσύνη, υπογραφή φέρει όμως, όπως είπε, η κάθε επιταγή, που έβγαινε βάσει του κάθε waybill. Ο ΜΥ1 έπαιρνε αυτά τα waybills, τα ήλεγχε, μπορεί να είχε και δύο μήνες στη διάθεσή του γι' αυτό, όπως για παράδειγμα φαίνεται και από το Τεκμήριο 4, που ήταν την 21.12.2012 που είχε πάρει το πρώτο waybill. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να προσκομίσει κάτι που να δείχνει ότι συμφωνήθηκαν οι τιμές. Ο μάρτυρας επανέλαβε τις θέσεις του. Ερωτήθηκε εάν υπάρχει κάτι το οποίο να δηλώνει ή να τεκμηριώνει ότι τα προϊόντα έχουν παραληφθεί, και ο ΜΕ1 ανέφερε πως έχουν παραληφθεί, όπως δείχνουν τα waybills που εκδίδονταν γι' αυτό τον σκοπό, για να εντυπώνουν τα προϊόντα που παραλαμβάνονταν, αλλά δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο πλην των στοιχείων που παρέδωσε ήδη στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος της Εναγόμενης κατέβαλε δεινή προσπάθεια να οδηγήσει τον μάρτυρα σε αντιφάσεις ή στο να πει οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία του. Αυτό δεν κατέστη εφικτό στο πλαίσιο της αντεξέτασης. Ούτε περαιτέρω έγγραφα άλλα από αυτά στα οποία βασίζει η Ενάγουσα την απαίτησή της, που υποδείχθηκαν στον μάρτυρα και κατατέθηκαν κατά την αντεξέτασή του, οδηγούν σε μια εικόνα ότι υπήρχαν στα waybills που εξέδιδε η Ενάγουσα συγκεκριμένα προϊόντα που ο ΜΥ1 δεν παρέλαβε, αλλά που τα πλήρωσε, χωρίς να τα έχει ελέγξει, παρά την πάροδο αρκετών ημερών από την έκδοσή τους. Αλλά και από το Τεκμήριο 8 που αφορά στο ποσό που κατά τη θέση της Ενάγουσας παραμένει απλήρωτο, ο ΜΕ1 ήταν ξεκάθαρος και πειστικός ως προς το ότι τα προϊόντα που περιγράφονται με συγκεκριμένο τρόπο στο έγγραφο αυτό παραδόθηκαν όλα στην Εναγόμενη. Η εκδοχή του ήταν αυτή, όση πίεση κι αν ασκήθηκε για να αποκλίνει από αυτήν. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα έγγραφο με χειρόγραφες σημειώσεις από κάποιο ημερολόγιο (Τεκμήριο 12). Ο μάρτυρας αναγνώρισε πως είναι ο δικός του γραφικός χαρακτήρας, αλλά, αντέκρουσε επαρκώς, λέγοντας πως δεν μπορεί να ξέρει ή να θυμάται αν ήταν μόνον εκείνα τα προϊόντα που παρέλαβε ο ΜΥ1 τη συγκεκριμένη ημέρα, που γράφθηκαν στην πρόχειρη κόλλα, και δεν πρόσθεσε άλλα, όπως ολοκληρωμένα και τελικά αναγράφθηκαν στο αντίστοιχο waybill. Οι ημερομηνίες που φέρουν τα waybills είναι οι ημερομηνίες που o MY1 έλαβε τα προϊόντα που αναγράφονται σε αυτά. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα αντίγραφο ενός άλλου waybill, με αριθμό 113, μαζί με χειρόγραφες σημειώσεις επάνω του (Τεκμήριο 13), υποδεικνύοντάς του πως τα Τεκμήρια 12 και 13 έχουν το ίδιο περιεχόμενο ή και ότι το Τεκμήριο 12 είναι το πρώτο του Τεκμηρίου
  7. Ο μάρτυρας απάντησε πως απλώς το Τεκμήριο 12 είναι δικές του πρόχειρες χειρόγραφες σημειώσεις. Δεν έχει μαζί του όλα τα waybills, εφόσον η απαίτηση της Ενάγουσας είναι για συγκεκριμένα προϊόντα που παραδόθηκαν και για τα οποία είχε εγερθεί η αγωγή. Ερωτώμενος, ο ΜΕ1, για τον λόγο για τον οποίον εκδίδονταν και ένα συγκεντρωτικό waybill, και τιμολόγιο βάσει εκείνου, ο μάρτυρας ανέφερε πως ήταν απλώς η πρακτική της Ενάγουσας, απορρίπτοντας τη θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης πως με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνονταν υπερχρέωση ή υπερτιμολόγηση. Ο μάρτυρας ανέφερε πως, εφόσον η Εναγόμενη δεν πλήρωνε άμεσα την Ενάγουσα, δεν υπήρχε λόγος να εκδοθεί τιμολόγιο και να χρεώνεται η Ενάγουσα με ΦΠΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έπραττε κάτι που δεν δικαιούται να πράξει. Ο ΜΕ1, ερωτώμενος σχετικά, απάντησε πως δεν θυμάται να υπήρξε τιμολόγιο του οποίου το ποσό να πληρώθηκε με δύο ή τρεις επιταγές. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα αντίγραφο ενός άλλου τιμολογίου, του τιμολογίου με αριθμό 11021 ημερομηνίας 10.09.2012 για €8.625,00 (Τεκμήριο 14). Ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν θυμάται πώς πληρώθηκε. Του υποβλήθηκε πως πληρώθηκε με τρεις επιταγές, αλλά πως δεν εκδόθηκε όταν είχε βγει η τρίτη επιταγή. Ομοίως, το τιμολόγιο με αριθμό 10911 ημερομηνίας 30.05.2012 για €7.520,00 (Τεκμήριο 15), δεν εκδόθηκε την ημέρα που ήταν πληρωτέα η τελευταία επιταγή με την οποία πληρώθηκε. Ο μάρτυρας απάντησε πως δεν κατανοεί το πρόβλημα της Εναγόμενης. Μπορεί η Εναγόμενη να εξέδωσε επιταγές μεταχρονολογημένες (όπως και ο ΜΥ1 ανέφερε πως συνέβαινε συνήθως κατά τη δική του μαρτυρία), και όταν τις παρέλαβε η Ενάγουσα, να εξέδωσε το τιμολόγιο και να μην περίμενε να εξαργυρωθεί και η τελευταία επιταγή για να το εκδώσει, αν και κάποιες επιταγές μπορούσε να επιστρέφονταν. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα το τιμολόγιο με αριθμό 10823 ημερομηνίας 23.02.2012 (Τεκμήριο 16), που επίσης πληρώθηκε, υποβάλλοντάς του ότι χρεώσεις επ' αυτού έπρεπε να ήταν διαφορετικές. Ο μάρτυρας απάντησε πως, αν και δεν έχει υπολογιστική μηχανή, ισχύει ό,τι ανέφερε ήδη, πως πάρα πολλά πράγματα μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, να οδηγούσαν σε διαφοροποίηση της τιμής από την τιμή καταλόγου (του 2011), αλλά ό,τι έπαιρνε ο ΜΥ1, το έβαζαν κάτω, το έγραφαν, το συμφωνούσαν και το έπαιρνε. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως το waybill αρ.3 (Τεκμήριο 8) έπρεπε να περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο ημερομηνίας 28.02.2013 (Τεκμήριο 5) μιας και η επιταγή εκδόθηκε την 12.01.2013, και ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση αυτή, εξηγώντας πως, όταν τελειώνει το waybill, συνέχιζε να αγοράζει άλλα εμπορεύματα, έβγαλε επιταγή για το τιμολόγιο ημερομηνίας 28.02.2013 και συνέχιζε να αγοράζει· αν και δεν θα έδιδε εμπορεύματα, εάν γνώριζε ή καταλάβαινε πως θα έρχονταν πίσω επιταγές. Την 10.01.2013, ήρθε και πήρε ορισμένα πράματα, και έβγαλε μια επιταγή, που δεν θυμάται ποια ήταν, όμως στις 12.01.2013 άρχισε νέο waybill με νέα εμπορεύματα και δεν ισχύει η θέση πως η επιταγή ημερομηνίας 12.01.2013 έπρεπε να περιλαμβάνει και το εμπόρευμα στο waybill αρ.3 (Τεκμήριο 8). Η προσπάθεια του συνηγόρου της Εναγόμενης, μέσα από την αντεξέταση, να θίξει τον τρόπο που εργάζονταν λογιστικά η Ενάγουσα, και να αναδείξει μέσω αυτού περιθώριο υπερχρεώσεων ή υπερτιμολογήσεων επεκτάθηκε στο να θέσει στον ΜΕ1 πως ο λογιστής της Ενάγουσας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο υιός του ΜΕ1, που πλέον δεν εργάζεται στην Ενάγουσα. Έγινε προσπάθεια να δημιουργηθεί κάποιο ζήτημα, αφού ερωτήθηκε εάν έφυγε από την Ενάγουσα με ομαλό τρόπο. Ο μάρτυρας απάντησε με φυσικότητα, πως δεν έχει κάποιο πρόβλημα με τον υιό του. Επανέλαβε επίσης με φυσικότητα, προφανώς μη κατανοώντας την προσπάθεια περιπλοκής και μεθόδευσης των δεδομένων, για να προβληθεί εικόνα παρανομίας, πως είναι όλα πληρωμένα από την Εναγόμενη, εκτός από τα συγκεκριμένα τιμολόγια για τα οποία έγινε η ποινική υπόθεση και πληρώθηκαν μετά από απόφαση του δικαστηρίου, και το waybill αρ.3 (Τεκμήριο 8). Ο λόγος που έπρεπε να γίνουν τρία ή τέσσερα τα waybills για να αναζητηθεί πληρωμή ήταν γιατί υπήρχε και κάποια εμπιστοσύνη στην όλη συνεργασία - δηλαδή δεν θυμάται εάν αυτό το ζήτησε κάποιος -, αλλά ήταν και ο τρόπος που δούλευε η Ενάγουσα, να μην εκδίδει συνεχώς τιμολόγια για μικρά ποσά. Ξεκαθαρίζοντας πως μπορούσε ο πελάτης να έρθει εκεί, να πει ότι θέλει να πληρώσει άμεσα για ό,τι αγοράζει, και να κλείσει αμέσως το waybill (δεν θα του αρνούνταν), εάν όμως δεν πλήρωνε άμεσα (ήθελε πίστωση), θα συνέχιζε και η Ενάγουσα με νέο waybill. Έγινε έντονη προσπάθεια να υποδειχθούν στον μάρτυρα ατασθαλίες σε σχέση με τον τρόπο έκδοσης των waybills και των τιμολογίων και τις εισπράξεις, όμως ο μάρτυρας έδωσε σε όλα τα σημεία που ερωτήθηκε απαντήσεις. Υποβλήθηκαν στον μάρτυρα συγκεκριμένα προϊόντα που, κατά τη θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης, η Εναγόμενη δεν παρέλαβε, ή που έπρεπε να ήταν πιο φθηνά, π.χ. στο Τεκμήριο 8, που περιλαμβάνει το waybill ημερομηνίας 22.01.2023, το MO40 Side Frame 20,5cm 45o ποσότητα 2 θα έπρεπε να ήταν €22,00 και όχι €25,00 ή το Μ062 Side Frame 13,7cm 44o ποσότητα 8 θα έπρεπε να ήταν €64,00 και όχι €72,00, κ.λπ.. Ο μάρτυρας απάντησε πως στα waybills πλην του Τεκμηρίου 8 πρόκειται για προϊόντα που η Εναγόμενη τα πλήρωσε, χωρίς οποτεδήποτε να θέσει θέμα πως δεν έλαβε προϊόντα, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως και στο Τεκμήριο 8, που δεν πληρώθηκε, χρησιμοποιήθηκαν οι τιμές που είχε η Ενάγουσα και γνώριζε η Εναγόμενη και, γνωρίζοντάς τες, δέχθηκε να αγοράσει τα προϊόντα βάσει αυτών των τιμών, που αναφέρθηκαν. Πρόσθεσε, ο μάρτυρας, όταν ο συνήγορος της Εναγόμενης συνέχισε να του υποβάλλει για συγκεκριμένες χρεώσεις και προϊόντα, πως αν και πρέπει να ελέγξει για να δώσει πιο συγκεκριμένες απαντήσεις, καθώς ο έλεγχος πληρωμένων τιμολογίων δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει ξαφνικά και άμεσα (ενόψει του ότι δεν τέθηκε έγκαιρα κάποιο σχετικό θέμα από την Εναγόμενη), όμως όλα τα τιμολόγια είναι ελεγμένα, αρκετές φορές, και η Εναγόμενη είχε την ευκαιρία να ελέγξει τις καταχωρίσεις πριν εκδώσει την κάθε επιταγή. Ρωτούσε, ο ΜΕ1, τον ΜΥ1 εάν θα εξέδιδε επιταγή για να κλείσει το waybill. Ο ΜΥ1 πλήρωνε βάσει του waybill που κρατούσε και ο ίδιος και έρχονταν να πληρώσει με τα waybills. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα επίμονα πως ο λόγος που έβγαζε συνολικό waybill είναι για να μπορέσει να υπερχρεώνει και να υπερτιμολογεί την Εναγόμενη για προϊόντα που δεν έχει λάβει, και ο μάρτυρας επανέλαβε με υπομονή πως πάντοτε ο ΜΕ1 έπαιρνε waybill τη στιγμή που τέλειωναν, στο τέλος έβγαινε το συνολικό waybill, το συνολικό ποσό, και ακολουθούσε το τιμολόγιο και η επιταγή. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως θα έπρεπε να χρεώνει με τις τιμές του 2009 (Τεκμήριο 18), θέση που δεν δέχθηκε, εφόσον οι αγορές έγιναν ενόσω ήταν σε ισχύ οι τιμές του 2011, και επιμένοντας στη δική του θέση πως πάντοτε ήλεγχαν μαζί με τον ΜΥ1 και τα προϊόντα που παραλάμβανε και τις τιμές, ασχέτως εάν μπορεί κάποτε να υπήρχε και άλλος κόσμος στον χώρο. Όταν ο ίδιος έδιδε εμπορεύματα, είχε τον πελάτη στο γραφείο του και περίμενε. Το γεγονός πως έπαιρνε waybills και όχι τιμολόγια ήταν το ίδιο, και για να είχε προχωρήσει με πληρωμή, τα είχε ελέγξει. Μάλιστα, υπονοήθηκε από τον συνήγορο της Εναγόμενης, για να ανοίξει και εκεί θέμα, πως, όταν ο ΜΕ1 έκανε την καταγγελία στην αστυνομία για την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών, είχε γνωστό του στην Αστυνομία. Δεδομένο που δεν συνάδει με το γεγονός πως ήταν με ιδιωτική ποινική υπόθεση που διώχθηκε η Εναγόμενη σε σχέση με τις επιταγές. Δεν γνωρίζει, ο ΜΕ1, όπως ανέφερε, τι είπε η Αστυνομία στον ΜΥ1 στη βάση των ισχυρισμών του για υπερχρεώσεις, αλλά το ποινικό δικαστήριο διαπίστωσε ενοχή της Εναγόμενης και του ΜΥ
  8. Παρά την προσπάθεια του συνηγόρου της Εναγόμενης να θέσει τις ενέργειες της Ενάγουσας σε ένα ύποπτο πλαίσιο παρανομιών και απατηλών μεθόδων, υπό το φως και της υφιστάμενης ανταπαίτησης της Εναγόμενης, ο ΜΕ1 ήταν ξεκάθαρος, και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν κατά τη μαρτυρία του, δεν μπορεί, επίσης, να προκύψει εικόνα ως οι θέσεις του συνηγόρου της Εναγόμενης, ως προς τις οποίες, βεβαίως, είναι η Εναγόμενη που έχει το βάρος απόδειξης, με κατάλληλη και σχετική μαρτυρία. Δεν θεωρώ πως με την αντεξέταση του ΜΕ1 κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Η ένταση της αντεξέτασης και γενικότερα οι τόνοι της διαδικασίας ήταν αυξημένοι κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1, αλλά ο ΜΕ1 ήταν ήρεμος και συνεπής στα λεγόμενά του, διατηρώντας την αμεσότητα στον λόγο του, την ευστοχία στις απαντήσεις του, και την επαφή των λεγομένων του με τη λογική. Η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι στο σύνολό της αποδεκτή. Η ΜΕ2, υπεύθυνη του ποινικού τμήματος στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, προσκόμισε από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 9124/2013 το κατηγορητήριο (Τεκμήριο 19), αναφέροντας πως το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης ήταν η επιβολής ποινής. Κατέθεσε και τα Τεκμήρια 20-27 από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης, που δεν διαφοροποιούν τα δεδομένα που το Δικαστήριο έχει ήδη ενώπιον του αναφορικά με την απαίτηση της Ενάγουσας. Η ΜΕ2, έχοντας κοιτάξει το βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοκολλητείο, ανέφερε πως δεν εφεσιβλήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε, ερωτώμενη σχετικά, πως είχε γίνει παραδεκτό μετά την καταδίκη και πριν από την επιβολή ποινής, στο στάδιο του μετριασμού, πως είχαν πληρωθεί τα ποσά των επιταγών. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη πως η ΜΕ2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, παρά το ότι έγινε προσπάθεια να αφεθεί ως δεδομένο στο Δικαστήριο, από την πλευρά της Εναγόμενης, πως υπήρξε κάποια έφεση εναντίον της καταδίκης ή της ποινής σε σχέση με τις επιταγές την πληρωμή των οποίων ανακάλεσε. Η μαρτυρία της ΜΕ2 είναι στο σύνολό της αποδεκτή. Ο ΜΕ3, υπάλληλος στην Κεδιπές Λτδ, και κατά τον ουσιώδη χρόνο στη ΣΠΕ Κουρίου, ανέφερε πως γνωρίζει την Ενάγουσα και τον ΜΥ1, τον οποίο έδειξε στο Δικαστήριο. Είχε μεταβεί ο ίδιος στη ΣΠΕ και είχε ζητήσει να επιστραφούν οι δύο επιταγές ως stop payment, για τον λόγο που σημειώθηκε στο σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 27), που ήταν «παραβίαση συμφωνίας», η πράξη είχε γίνει με εμπλοκή άλλης συναδέλφου του. Υπάρχει χειρόγραφη σημείωση που, όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, δεν μπορεί να γνωρίζει εάν και γιατί την έγραψε η συνάδελφός του, αν και αναγνωρίζει τα γράμματά της. Ο ΜΕ3 ήταν ειλικρινής σε αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο, που δεν έτυχαν και αμφισβήτησης, και η μαρτυρία του είναι αποδεκτή στο σύνολό της. Η ΜΕ4 είναι αυτή η συνάδελφος του ΜΕ3 που, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργάζονταν επίσης στη ΣΠΕ Κουρίου, αναγνώρισε επίσης τον ΜΥ1 στο Δικαστήριο, και το έγγραφο ανάκλησης των επιταγών. Αναγνώρισε και τη χειρόγραφη σημείωση στο έντυπο ανάκλησης, λέγοντας πως της ανέφερε ο πελάτης ό,τι σημείωσε, δεν το φαντάστηκε. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε πως δεν μπορεί να θυμάται μετά από τόσα χρόνια τι ακριβώς της είπε, αλλά σίγουρα θα είχε ακολουθήσει τις οδηγίες του, δίδοντας σχετική εντολή στο σύστημα, μηχανογραφικά. Ο λόγος που μπορεί να τέθηκε χειρόγραφα η σημείωμα, αντί να δακτυλογραφηθεί και να εκτυπωθεί κατά την ώρα της σχετικής εντολής, θα ήταν για σκοπούς πρόσθετης διευκρίνισης, αλλά δεν μπορεί να έχει εικόνα της συγκεκριμένης στιγμής. Αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης πως ήταν για να εξυπηρετήσει άλλο σκοπό. Παρά την προκλητικότητα τέτοιας υποβολής, η ΜΕ4 απάντησε σε ό,τι ερωτήθηκε με φυσικότητα, απλότητα και λογική και δεν υπάρχουν ενδείξεις αναλήθειας στον λόγο της (ούτε φυσικά ενδείξεις πως συνωμότησε σε οτιδήποτε, ώστε να δικαιολογείται η υποβολή που της έγινε), και η μαρτυρία της είναι αποδεκτή στο σύνολό της. Ο ΜΥ1, που σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής της Εναγόμενης, ανέφερε πως η Εναγόμενη προμηθεύονταν προϊόντα από την Ενάγουσα από το 2008 μέχρι το 2013, που έχουν να κάνουν με γκαραζόπορτες, αυτοματισμούς για κάγκελα, για εγκατάσταση ή συντήρηση, αντικείμενο με το οποίο ασχολείται η Εναγόμενη. Ως προς τον τρόπο συνεργασίας τους, ο ΜΥ1 πήγαινε το πρωί και ζητούσε από τον ΜΕ1 να του δώσει τα προϊόντα. Σπανίως έπαιρνε και σημειώσεις μαζί του. Εάν ήταν μικρά τα αντικείμενα, ο ΜΕ1 ανέβαινε στο πατάρι με ένα κιβώτιο και τα ετοίμαζε, τα έβαζε στο κιβώτιο. Τα μεγαλύτερα αντικείμενα τα έβαζαν μέσα στο αυτοκίνητο απευθείας, ήταν κλειστά, δεν φαίνονταν το περιεχόμενο ή τυχόν βλάβες. Όταν ο ΜΥ1 έλεγε στον ΜΕ1 τι ήθελε, ο ΜΕ1 έπαιρνε ένα πρόχειρο ημερολόγιο και σημείωνε. Μετά που τέλειωναν και φόρτωναν τα προϊόντα στο αυτοκίνητο, όπως είπε ο ΜΥ1, δεν γίνονταν έλεγχος γιατί δεν υπήρχε χρόνος, υπήρχαν πολλοί που φόρτωναν και ο ΜΕ1 ποτέ δεν δέχθηκε να γίνει έλεγχος, λέγοντας πως, εάν υπάρχει οτιδήποτε, μπορεί να υπάρξει τηλεφωνική επικοινωνία. Σε αυτή την εκδοχή του ΜΥ1, δεν κατέστη κατανοητό, εφόσον η φόρτωση γίνονταν στο δικό του όχημα, γιατί δεν μπορούσε απλώς να ελέγξει πριν να απομακρυνθεί από τον χώρο ή για μεγαλύτερα αντικείμενα γιατί δεν μπορούσε να κάνει ο ίδιος τον έλεγχο του τι παραλάμβανε μόλις έφθανε στον προορισμό του, ειδοποιώντας άμεσα τον ΜΕ1 για τυχόν ελλείψεις ή ελαττώματα ή ζημιές. Ο ΜΕ1, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, έβγαζε ένα αντίγραφο με τα προϊόντα, του έδιδε ένα, και έπαιρνε το άλλο και έφευγε. Ουδέποτε, όπως είπε, του έδωσε waybill ή τιμολόγιο κατά την παραλαβή των εμπορευμάτων. Αυτή η θέση του ΜΥ1, επίσης, δεν ήταν πιστευτή, ότι δηλαδή η Ενάγουσα αποτύπωνε την παραγγελία και την παράδοση εμπορευμάτων σε πρόχειρες κόλλες και ο πελάτης απομακρύνονταν από τις εγκαταστάσεις της με τέτοιες πρόχειρες κόλλες. Κατά την αντίθετη θέση του ΜΕ1, που ήταν πιο συνεκτική σε σχέση με τη ροή των γεγονότων που ανέφερε και πιο πειστική, ό,τι καταγράφονταν σε πρόχειρες κόλλες που είτε έφερνε ο ΜΥ1 είτε σημείωνε ο ΜΕ1, ήταν η παραγγελία, που στη συνέχεια ο ΜΕ1 έπαιρνε και κυκλοφορούσε μέσα στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας για να μαζέψει τα προϊόντα και να την εκτελέσει (δεν εκτελούσε από μνήμης τόσα αντικείμενα), αλλά στη συνέχεια ο πελάτης, πριν αποχωρήσει από το εργοστάσιο, έπαιρνε waybill (που αντικειμενικά δεν χρειάζεται πολύς χρόνος να ετοιμαστεί) ή εάν για κάποιον λόγο δεν έπαιρνε γιατί βιάζονταν, όπως συνέβη με το Τεκμήριο 8, του αποστέλλονταν (Τεκμήρια 9 και 10). Δεν εξήγησε ο ΜΥ1 πώς ο ίδιος είχε στην κατοχή του waybills που υποδείχθηκαν από τον συνήγορο της Εναγόμενης στον ΜΕ1, αλλά και όσα κατατέθηκαν κατά τη μαρτυρία του, πού τα βρήκε, εάν δεν έλαβε οποτεδήποτε waybill αλλά μόνον χειρόγραφες σημειώσεις. Εάν ο ΜΕ1 του έδιδε απλώς χειρόγραφες σημειώσεις που περνούσε ετεροχρονισμένα στον υπολογιστή για την έκδοση waybill που έστελνε αργότερα στον ΜΥ1, και πάλι, ο ΜΥ1 μπορούσε απλώς να τα ελέγξει, σε συνάρτηση με τα προϊόντα που παρέλαβε ή και να διατηρεί την κατοχή τυχόν χειρόγραφων σημειώσεων, για οποιονδήποτε έλεγχο. Και τότε, όμως, προβάλλοντας τη δικαιολογία πως ο ΜΕ1 τον εξώθησε να πετάει και τα χειρόγραφα σημειώματα ως αχρείαστα, με σκοπιμότητα να μην ελέγχει, εκφράστηκε με έκδηλη υπερβολή. Ενώ ο ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν αμφισβήτησε πως είχε ζητήσει ο ίδιος να του στείλει ο ΜΕ1 το waybill αρ.3 (Τεκμήριο 8) που δεν είχε παραλάβει για κάποιον λόγο όταν έφευγε, κάτι που ο ΜΕ1 έπραξε (Τεκμήρια 9 και 10), κατά την αντεξέτασή του επί της επικοινωνίας αυτής, διαφοροποιώντας τη θέση του, είπε πως δεν θυμάται. Ήταν η θέση του ΜΥ1 πως υπήρχε πολύς κόσμος και γι' αυτό δεν μπορούσε να εκδίδεται εκείνη την ώρα waybill. Ωστόσο, αφενός η εικόνα που μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο δεν ήταν ότι η Ενάγουσα είναι μια εταιρεία που εμπορεύεται προϊόντα του είδους που αγοράζονται με κοσμοσυρροή ως συνήθη καταναλωτικά αγαθά ώστε να μην υπάρχει χρόνος για έκδοση ενός waybill, αφετέρου η έλλειψη χρόνου για έκδοση waybill δεν συνάδει με τον κοινό λόγο των ΜΕ1 και ΜΥ1 ότι ο ΜΥ1 πήγαινε στο εργοστάσιο κατόπιν προηγούμενης επικοινωνίας, σε ώρα (συνήθως πρωινή) που ήταν και ο ΜΕ1 παρών, και όχι οποτεδήποτε, γιατί απαιτούνταν ούτως ή άλλως χρόνος για να ανευρεθούν τα προϊόντα που ζητούσε, στο πατάρι ή αλλού ή και να φορτωθούν. Ό,τι ανέφερε ο ΜΕ1 ήταν εγγύτερα στη λογική των πραγμάτων όπως εκτέθηκαν, πως και να υπήρχε κάποιος άλλος πελάτης στον χώρο, ο πελάτης που θα λάμβανε τα προϊόντα περίμενε στο γραφείο του. Ο ΜΥ1 δεν διαφώνησε πως η Ενάγουσα πως, όταν μαζεύονταν οφειλόμενο ποσό γύρω στις €4.000,00, ο ΜΕ1 τον ειδοποιούσε να πληρώσει, και τότε εξέδιδε και συγκεντρωτικό waybill. Ωστόσο, δεν έπεισε το Δικαστήριο με την αναφορά του πως δεν χρειάζονταν να κάνει ο ίδιος υπολογισμούς, ότι ο ΜΕ1 του έλεγε «αυτά είναι», οπότε εκείνος πλήρωνε με επιταγή, μεταχρονολογημένη, χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο ως προς το τι πληρώνει. Η δικαιολογία που πρόβαλε ο ΜΥ1 ήταν πως, επειδή η έκδοση των τιμολογίων γίνονταν μετά την κατάθεση των επιταγών, δεν μπορούσε να ελέγξει ούτε εάν τα προϊόντα που ήταν στα χειρόγραφα ήταν και στα waybills, ούτε εάν πλήρωνε αυτό που όντως πήρε. Δεν εξηγεί, όμως, ο ΜΥ1, τι ήταν αυτό που τον απέτρεπε, εφόσον λάμβανε προϊόντα απευθείας από την Ενάγουσα, χωρίς μεσολάβηση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, οποτεδήποτε μετά την παραλαβή τους, να καταγράφει για να ξέρει τι παρέλαβε, τι ξεφόρτωσε, τι απέκτησε ως στοκ, τι έχει, και εάν υπήρχε έλλειψη σε σχέση με ό,τι αγόρασε, να την αναφέρει άμεσα στην Ενάγουσα. Τι τον απέτρεπε από το να ζητήσει το συγκεντρωτικό waybill βάσει του οποίου θα εκδίδονταν η επιταγή (και το τιμολόγιο, οποτεδήποτε κι αν εκδίδονταν), για να ελέγξει με βάση τα δικά του δεδομένα, αλλά και για να τηρεί και η Εναγόμενη μια κατάσταση του χρέους, που εν γνώσει της δημιουργούσε στην Ενάγουσα με την μη άμεση πληρωμή των προϊόντων που αγόραζε. Λέει, ο ΜΥ1, πως παρατήρησε πως τα χειρόγραφα είχαν κάποτε 10 προϊόντα πάνω και τα waybills είχαν 15 ή ότι μπορεί κάποια προηγούμενα πληρωμένα να μεταφέρονταν σε νέα waybills και να ξαναπλήρωνε. Ποτέ ωστόσο δεν είχε μαζί του τα παλιά waybills (που αρχικά είχε αναφέρει πως δεν λάμβανε όταν έφευγε waybills), για να ελέγχει τι «ξαναπλήρωνε», ούτε τα χειρόγραφα (που λάμβανε αντί waybills αλλά όπως είπε πετούσε με παρότρυνση του ΜΕ1). Γενική και αόριστη η αναφορά του, μα και ανεξήγητη. Ο ΜΥ1 δεν εξήγησε, πότε διαπίστωσε κάτι τέτοιο, αναφορικά με ποια χειρόγραφα και ποια waybills, τι έκανε όταν το διαπίστωσε, τι δεν έκανε. Η σύγκριση μεταξύ χειρόγραφων σημειώσεων (που κατά τον ΜΕ1 χρησιμοποιούνταν απλώς για την καταγραφή της παραγγελίας) και waybills, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ο τρόπος ελέγχου εκ των υστέρων του τι πράγματι παραλάμβανε η Εναγόμενη από την Ενάγουσα, μα ούτε έχει αναδειχθεί και διάσταση μεταξύ χειρόγραφων σημειώσεων και waybills που να μαρτυρεί άδηλες διαφοροποιήσεις από την Ενάγουσα των προϊόντων και των χρεώσεων μετά την απομάκρυνση του ΜΥ1 από το εργοστάσιο με τα προϊόντα. Οι αναφορές του ΜΥ1 δεν ήταν πειστικές ούτε όσον αφορά τις τιμές. Πριν από το 2008, όπως είπε, όταν άρχισε και η συνεργασία τους, δεν υπήρχε κάποιος τιμοκατάλογος και ήταν ο ίδιος που ζήτησε να ετοιμάσει η Ενάγουσα τιμοκατάλογο, για να ξέρει τι πληρώνει. Μα όπως ο ίδιος ανέφερε, η Εναγόμενη δεν ήταν ο μόνος πελάτης της Ενάγουσας, αλλά υπήρχε και άλλος κόσμος κατά τις φορτώσεις. Το λογικό ήταν η Ενάγουσα, που εξυπηρετεί κι άλλο κόσμο, όταν πρόσφερε ένα προϊόν, να έλεγε και έναντι ποιας τιμής το προσφέρει, να είχε έναν τιμοκατάλογο που ισχύει για όλους, η δε Εναγόμενη, όταν αγόραζε, να ρωτούσε πόσα κοστίζει το κάθε προϊόν. Πώς η Εναγόμενη αποφάσισε να συνεργαστεί με την Ενάγουσα και να προμηθεύεται προϊόντα χωρίς να γνωρίζει τιμές; Ο ΜΥ1 δεν παρουσίασε τη σχέση της Εναγόμενης με την Ενάγουσα ως ιδιαίτερη ώστε να έπρεπε να συμφωνήσει ειδικό τιμοκατάλογο, και δη με τιμές στάσιμες στο πέρας των χρόνων. Έπειτα, εάν ο ΜΥ1 ήταν τόσο επιμελής από τις απαρχές της σχέσης με την Ενάγουσα για να παρέμβει σε σχέση με τις τιμές, και να προκύψει, όπως λέει, τιμοκατάλογος του 2009, και έτσι υπήρχε η έγνοια να ξέρει τι πληρώνει - αφού όπως ανέφερε του είπαν και άλλοι να προσέχει τον ΜΕ1 -, η εικόνα αυτή δεν συνάδει με την εικόνα που ο ίδιος ο ΜΥ1 έδωσε για τον εαυτό του στη συμβατική σχέση. Ότι πήγαινε στην Ενάγουσα χωρίς να έχει σημειωμένο τι θέλει, έλεγε προφορικά ό,τι ήθελε, γράφονταν σε χαρτί από τον ΜΕ1, παραλάμβανε άγνωστα αντικείμενα, και εξέδιδε επιταγές με τις οποίες πλήρωνε χωρίς να ελέγχει τι πληρώνει. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα Τεκμήρια 14, 15, 16, τιμολόγια του 2012, υποδεικνύοντας πως οι χρεώσεις που αναφέρονται σε αυτά είναι λανθασμένες γιατί δεν συνάδουν με κάποιον συμφωνημένο τιμοκατάλογο, που ήταν, κατά τη θέση του, εκείνος του
  9. Τα Τεκμήρια 14, 15 και 16, όμως, πληρώθηκαν από την Εναγόμενη δια του ΜΥ1 που ήθελε να ξέρει τι πληρώνει. Η συχνή τάση του ΜΥ1 να εκφράζεται και με αντιφάσεις, όπως τις προαναφερόμενες, που δεν είναι επουσιώδεις, αλλά και να συνωμοσιολογεί για σχεδόν όλα τα δεδομένα της συνεργασίας των διαδίκων, ότι για παράδειγμα ο ΜΕ1 έφτιαξε εκ των υστέρων άλλο τιμοκατάλογο που δεν υπήρχε (έμεινε το 2012 με τις τιμές του 2009) ειδικά για να δικαιολογήσει τα δύο waybills και τα τιμολόγια στην ποινική υπόθεση (για να καλύψει κάποια κομπίνα που υποτίθεται προέρχονταν από προσθήκες προϊόντων και χρεώσεων στα waybills που δεν έλαβε, ή από αυξημένες τιμές ή επαναλαμβανόμενες χρεώσεις), ή ότι ο ΜΕ1 τον βολιδοσκόπησε σε σχέση με τον τρόπο που ήλεγχε τις χρεώσεις και τον εξώθησε ύπουλα στο να μην τις ελέγχει για να τον υπερχρεώνει ή στο να πετά τις χειρόγραφες σημειώσεις για να προσθέτει στα waybills πράγματα, ή ότι και η λειτουργός της Τράπεζας κι εκείνη ενήργησε με σκοπιμότητα, ή ότι οι δικηγόροι του στην ποινική υπόθεση έκαναν λάθη, ή ότι ο δικαστής στην ποινική υπόθεση έκανε λάθος, ή και ότι υπάρχει μια ευρύτερα καταδιωκτική συμπεριφορά όλων απέναντί του, περιλαμβανομένων της Αστυνομίας (όπου υποτίθεται είχε συγγενή ο ΜΕ1), όλων των (πέντε) λογιστών στους οποίους αποτάθηκε αλλά δεν του παρείχαν στοιχεία όπως ήθελε, δημιουργεί απορία που δεν έλυσε η μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολό της: ο ίδιος ο ΜΥ1, τεχνικός στο επάγγελμα, άρα με κάποια μόρφωση, με ικανότητες που έδειξε πολύ καλά στο Δικαστήριο ως προς τον τρόπο που σκέφτεται και εκφράζεται, που διευθύνει την Εναγόμενη, εταιρεία που είναι μέσα στην αγορά και το εμπόριο, για το συμφέρον της οποίας δήλωσε πως ενδιαφέρεται ενεργά και είχε και προειδοποιήσεις από τον περίγυρο, πώς είναι δυνατόν να ήταν τόσο πολύ, υπέρμετρα, επιρρεπής σε υποτιθέμενες προσπάθειες του ΜΕ1 αποτροπής ελέγχου των οικονομικών της εταιρείας του χωρίς ελάχιστη αντίληψη κινδύνων, ή να είχε δεχθεί κατ' επανάληψη ανέλεγκτες παραλαβές προϊόντων και να πλήρωνε χωρίς έλεγχο (ενώ ανέφερε και πως ήθελε να ξέρει τι πληρώνει). Εάν ήθελε η Ενάγουσα να τον εξαπατήσει, πιθανότερο θα ήταν να επέλεγε έναν τρόπο στον οποίο η Εναγόμενη δεν θα είχε απρόσκοπτη δυνατότητα ελέγχου. Γιατί στην προκειμένη περίπτωση είχε, ως προς το τι η ίδια παραλάμβανε και είχε στην αποκλειστική κατοχή της, τι χρεώθηκε, τι πλήρωσε ή καλούνταν να πληρώσει. Δεν ήταν απλώς επί χάρτου συμφωνημένες οι παραδόσεις, ήταν αντικείμενα που πράγματι φορτώθηκαν σε αυτοκίνητο του ΜΥ1, προς εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης της Ενάγουσας, που η Εναγόμενη δέχθηκε. Δεν εξαναγκάστηκε ο ΜΥ1 να μην διενεργήσει έλεγχο ως προς το τι παραλάμβανε. Δεν ήταν ούτε κρυφές ούτε ξαφνικές οι χρεώσεις της Ενάγουσας. Μπορούσε ο ΜΥ1 να τις ελέγξει. Δεν εξαναγκάστηκε σε οποιαδήποτε πληρωμή χωρίς έλεγχο. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 απέδωσε την έλλειψη ελέγχου σε «πλήρη εμπιστοσύνη», ενώ είχε αναφέρει σε προηγούμενη χρονική στιγμή πως είχε και προειδοποιήσεις από άλλους στους οποίους είχε αναφέρει τη συνεργασία με την Ενάγουσα για την «επικινδυνότητα» του ΜΕ1, ή ότι είχε αναγκαστεί να παρέμβει για τιμοκατάλογο (που μια εμπορική εταιρεία ως η Ενάγουσα δεν είχε καθόλου) και ότι τον ενδιέφερε τι πληρώνει. Το ότι η Εναγόμενη, δια του ΜΥ1 πάντα, πλήρωσε τα δύο εκ των τριών waybills βάσει των οποίων κινήθηκε η αγωγή της Ενάγουσας στο πλαίσιο μετριασμού ποινής, δεν νοείται ως εξαναγκασμός· επωφελήθηκαν η Εναγόμενη και ο ίδιος κατ' επιλογήν τους της πληρωμής, με σκοπό να μετριαστεί η ποινή που θα λάμβαναν, με το να ληφθεί υπόψη από το ποινικό Δικαστήριο ως γεγονός, το ότι αποζημίωσαν την Ενάγουσα. Δεν είναι κατανοητό γιατί εκ των υστέρων ο ΜΥ1 θέλει να άρει την αποζημίωση, τον υποτιθέμενο μετριαστικό παράγοντα, και πώς κάτι τέτοιο δηλοί ηθική συνέπεια. Οι αναφορές του ΜΥ1 ότι δεν έλαβε συγκεκριμένα μοτέρ, από όμοια ή παρόμοια προϊόντα που παραλάμβανε σε τακτική βάση (ακόμα και δύο φορές την εβδομάδα), ξαφνικά, στο Δικαστήριο, κατά τη δίκη, και πουθενά αλλού (ούτε στο δικόγραφο της Εναγόμενης), δημιουργεί την εντύπωση μιας προσπάθειας του ΜΥ1, να αντιδράσει στην ποινική διάσταση που έλαβε η συμβατική διαφορά, λόγω της χρήσης και ανάκλησης επιταγών, για λόγους που ο ίδιος θεώρησε πως θα μπορούσε να πράξει (ή χωρίς να έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της ενέργειας του να γίνει ανάκληση πληρωμής επιταγής, σε συνάρτηση με τη σημασία της επιταγής στην εμπορική πρακτική). Ακόμα και η θέση του πως εφεσίβαλε κάποιαν απόφαση, αλλά μετά διέκοψε την Έφεση, δεν επιβεβαιώθηκε από την ΜΕ2 και από το βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοκολλητείο. Την είχε όμως ο ΜΥ1, πεισματικά, χωρίς να μετακινείται εύκολα από τη δική του αντίληψη. Είναι λογικό, όταν μια πολυετής σχέση του είδους μεταξύ των διαδίκων, συνεχούς προμηθειών στον εμπορικό κόσμο, σε κάποιο σημείο κλονίζεται, για οποιονδήποτε λόγο, να γίνεται μια προσπάθεια διάσωσης, και το να μην γίνεται ή να υπάρχουν αυστηρές ή προκλητικές συμπεριφορές (από οποιονδήποτε) ή και το να καταλήγει η συμβατική διαφορά να βιώνει ο ΜΥ1, που δεν φαίνεται να έχει ροπή σε έγκλημα, καταδίκη και ποινή (λόγω της ανάκλησης των επιταγών), λειτουργεί σε αυτόν ως άδικο και καθορίζει και μετέπειτα ενέργειές του. Ό,τι βίωσε ο Εναγόμενος και το έδειξε στο Δικαστήριο, ιδίως κατά τις αναφορές του πως μπήκε και στις Κεντρικές Φυλακές, όπου και ο τόνος της φωνής του και το βλέμμα του διαφοροποιούνταν αμέσως, είναι άσχημο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, όμως, φάνηκε στο Δικαστήριο πως ήταν προσπάθεια του ΜΥ
  10. Η πραγματικά επίμονη προσπάθειά του να εντοπίσει και να προβάλει εκ των υστέρων θέματα σχετικά με τα προϊόντα και τις χρεώσεις της Ενάγουσας, να προσδώσει ίδια ή εντονότερη ποινική χροιά. Μέσα από στοιχεία της ίδιας της Ενάγουσας. Χωρίς στοιχεία από την Εναγόμενη όπου να καταγράφονται προϊόντα που παραλαμβάνει και εισέρχονται στην επιχείρησή της σε κάθε ουσιώδη χρόνο. Χωρίς αντίστοιχες δικές της λογιστικές καταστάσεις. Ετεροχρονισμένα. Μετά από τον κλονισμό της σχέσης μεταξύ των διαδίκων, να κάνει λόγο για προϊόντα που υποτίθεται δεν παρέλαβε (και που μετά την απομάκρυνσή του από την Ενάγουσα το τεκμήριο λειτουργεί υπέρ του ότι τα παρέλαβε) ή για τιμές με τις οποίες διαφωνούσε, αλλά που πλήρωσε. Πλήρωσε υπό συνθήκες που είχε τη δυνατότητα ελέγχου και απόφασης. Μα ο τρόπος λειτουργίας της Ενάγουσας, δηλαδή αντί η καταχώριση τιμολογίων επί πιστώσει σε κατάσταση λογαριασμού, η έκδοση δελτίων παράδοσης (waybills) και η έκδοση τιμολογίου τοις μετρητοίς κατά την πληρωμή βάσει συγκεντρωτικού (generated) waybill δεν είναι άγνωστος στην εμπορική πρακτική, κατ' επέκταση και στις υποθέσεις που απασχολούν κατά καιρούς τα Δικαστήρια. Δεν υποδεικνύεται πως απαγορεύεται από οποιονδήποτε νόμο και δεν μαρτυρείται, λογιστικά, πως αυτή η μέθοδος μπορεί δυνητικά να δημιουργήσει αδικαιολόγητο όφελος του πωλητή εις βάρος του αγοραστή ή δημοσιονομική βλάβη (που πρόσθετα να ενδιαφέρει εννόμως την Εναγόμενη). Ο ΜΥ1, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρνήθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του την επικοινωνία με τον ΜΕ1 για το waybill του Τεκμηρίου 8, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 9 και 10· επιχειρώντας σε εκείνο το σημείο να δικαιολογήσει πως ζήτησε το waybill για να δει «τι πράγμα είναι», αλλά στην πορεία του ελέγχου διαπίστωσε πως περιλάμβανε προϊόντα που πληρώθηκαν σε προηγούμενα waybills, χωρίς να διευκρινίσει ποια προϊόντα που περιέχονται στο Τεκμήριο 8 πληρώθηκαν ήδη. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως δεν θυμάμαι και δεν γνωρίζει την επικοινωνία και έπειτα ότι δεν παρέλαβε οτιδήποτε από το Τεκμήριο
  11. Ανέφερε γενικές θεωρίες περί προσπάθειας του ΜΕ1 να ξεγελάσει το τμήμα Φορολογίας σχετικά με την χρέωση του Φ.Π.Α.. Κατά τη μαρτυρία του, γενικά, δεν προσκόμισε στοιχεία που να υποστηρίζουν είτε την υπεράσπιση είτε την ανταπαίτηση της Εναγόμενης. Το Τεκμήριο 37, όπως δέχθηκε και κατά την αντεξέτασή του, είναι επιστολή του λογιστή του με βάση τον κατάλογο του 2009, και με βάση αυτόν καταλήγει σε πλεόνασμα €305,
  12. Βάσει αυτού του υπολογισμού εγέρθηκε και η ανταπαίτησή του, αλλά στην πορεία διαπίστωσε πως οι υπερτιμολογήσεις ή υπερχρεώσεις υπερβαίνουν τις €100.000,
  13. Το Τεκμήριο 37 δεν συνιστά μαρτυρία για υπερτιμολόγηση ή υπερχρέωση πόσω μάλλον για παράβαση κάποιας φορολογικής νομοθεσίας. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 ανέφερε πως το Τεκμήριο 37 συνιστά και το τέρμα της συνεργασίας, ωστόσο δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιστολή της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα με την οποία να την ενημερώνει πως είχε κάποιο παράπονο και ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει τη σχέση τους. Η δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει κάποιες ατασθαλίες γιατί χρειάζονταν ειδική λογιστική έρευνα, λόγος για τον οποίον δεν έκανε και κάποια καταγγελία στην Αστυνομία, δεν έχει πείσει το Δικαστήριο, όπου ήγειρε ανταπαίτηση η Εναγόμενη επίσης χωρίς τέτοια ειδική λογιστική έρευνα. Έπειτα, χαρακτήρισε ο ίδιος ο ΜΥ1 τον συγκεκριμένο λογιστή που συνέταξε το Τεκμήριο 37 ως «μη γνώστη», άρα το Δικαστήριο γιατί να βασιστεί σε ένα έγγραφο που συνέταξε κάποιος «μη γνώστης». Το Δικαστήριο, για όσα ήδη εκτέθηκαν, δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία του ΜΥ1, ως σε αξιόπιστη μαρτυρία, και με βάση αυτήν να διαπιστώσει παράνομες ή αντισυμβατικές υπερχρεώσεις ή υπερτιμολογήσεις από μέρους της Ενάγουσας ή να δικαιολογήσει την μη πληρωμή του Τεκμηρίου 8, μέχρι σήμερα. Με βάση όσα συνομολογούνται και τη μαρτυρία που είναι αποδεκτή, τα γεγονότα έχουν ως εξής, στη σύνοψή τους: Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη είχαν εμπορική συνεργασία από το 2008 στο πλαίσιο της οποίας η Εναγόμενη εμπορεύονταν τακτικά προϊόντα από την Ενάγουσα. Τα προϊόντα που αγόραζε η Εναγόμενη παραλάμβανε ο ίδιος ο διευθυντής της Εναγόμενης από τις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, χωρίς τη μεσολάβηση μεταφορέα. Τα έγγραφα που κατέγραφαν τα προϊόντα που παρέδιδε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη ήταν τα waybills που εκδίδονταν από την Ενάγουσα και παραλαμβάνονταν από την Εναγόμενη. Όταν συγκεντρώνονταν waybills κάποιας αξίας, ειδοποιούνταν η Εναγόμενη να πληρώσει, και με βάση ένα συγκεντρωτικό waybill, εκδίδονταν τιμολόγιο πληρωμής τοις μετρητοίς. Οι πληρωμές γίνονταν συνήθως με επιταγές, μεταχρονολογημένες. Από το 2008 μέχρι το 2012, η σχέση των μερών λειτουργούσε με αυτό τον τρόπο, ομαλά. Η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη και εμπορεύματα συνολικής αξίας €9.032,94 (ΜΕ1, Τεκμήρια 1, 2, 4, 5, 8, 22, 23, 24, 25, 26), την περίοδο από 12.01.2012 μέχρι 28.02.2013, που χρεώθηκαν με βάση τις τιμές που διέθετε η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 11). Η Εναγόμενη, την 30.01.2013 και την 28.02.2013, εξέδωσε δύο επιταγές, για ποσά €3.910,00 και €3.550,00 αντίστοιχα, που ανέρχονται συνολικά σε €7.460,00 έναντι του χρέους, η πληρωμή των οποίων ανακλήθηκε (ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3, Τεκμήρια 3, 6, 7, 19, 20, 21, 27), λόγος για τον οποίον η Εναγόμενη και ο διευθυντής της αντιμετώπισαν ποινική υπόθεση και καταδίκη (ΜΕ1, ΜΕ2, Τεκμήριο 19). Δεν ασκήθηκε Έφεση. Την 04.05.2015, πληρώθηκε το ποσό των επιταγών και παραμένει σήμερα απλήρωτο και οφειλόμενο το ποσό των €1.572,94 (ΜΕ1, Τεκμήριο 8, 9, 10), πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Η βάση της αγωγής της Ενάγουσας είναι η πληρωμή χρέους βάσει συμφωνίας (action in debt), ως το συμφωνημένο αντάλλαγμα για προϊόντα που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στην Εναγόμενη, και η Εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνημένη αξία τους. Η έκδοση δελτίου παράδοσης (waybill) κατά την παράδοση προϊόντων, ασχέτως εάν φέρει ή όχι υπογραφή αγοραστή (συνηθέστερα, επειδή τα waybills εκδίδονται και για παραδόσεις δια μεταφοράς, δεν περιλαμβάνουν υπογραφή αγοραστή), ως έγγραφο στο πλαίσιο υφιστάμενης συμφωνίας πώλησης, λειτουργεί ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη αυτής της παράδοσης των προϊόντων που αναγράφονται (receipt of cargo). Όταν η παραλαβή γίνεται χωρίς τη μεσολάβηση άλλου προσώπου, απευθείας στον αγοραστή, ο οποίος παραλαμβάνει τα προϊόντα και απομακρύνεται, παραλαμβάνει και το waybill την ίδια χρονική στιγμή ή μεταγενέστερα, και δεν αντιδρά σε εύλογο χρόνο σε σχέση με το περιεχόμενό του και σε συνάρτηση με ό,τι πράγματι παρέλαβε, είναι αρκετά δύσκολο στη συνέχεια να καταρριφθεί το τεκμήριο πως ό,τι καταγράφεται στο waybill είναι και ό,τι παραλήφθηκε. Είναι τόσο δύσκολο, όσο εύκολος είναι ο ισχυρισμός του αγοραστή πως δεν παρέλαβε οτιδήποτε, που μπορεί να προβληθεί σε περιπτώσεις όπου η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων δεν είναι ταυτόχρονη, και λόγω της φύσης της εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης παράδοσης εμπορευμάτων, που συνιστά φυσική πράξη. Φυσική πράξη που μπορεί να μαρτυρείται από πρόσωπα (που παρέδωσαν ή είδαν την παράδοση) ή κάπως πιο έμμεσα από έγγραφα που εκδίδονται κατά την παράδοση για να εντυπώσουν το γεγονός (waybills, τιμολόγια, κ.λπ.). Σύμφωνα με το άρθρο 37 § 1 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή να προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός εάν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 149 ή οποιουδήποτε άλλου νόμου. Δεν υποδείχθηκε τέτοια απαλλαγή ή εξαίρεση. Η Ενάγουσα παρέδωσε τα προϊόντα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1, 2, 4 και 5), που η Εναγόμενη παρέλαβε και πλήρωσε, αρχικά με επιταγές που ανακλήθηκαν, και εκκρεμούσης της αγωγής με πληρωμή στο πλαίσιο μετριασμού ποινής, και η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της. Η Ενάγουσα παρέδωσε τα προϊόντα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 8 στην Εναγόμενη, που παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη, όπως και το waybill αρ. 3 του Τεκμηρίου 8, που όμως η Εναγόμενη δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα. Η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €1.572,94 βάσει του Τεκμηρίου
  14. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό αυτό, δεν επιδρά στη συμφωνία και τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις. Νοείται ότι, κατά την πληρωμή, η Ενάγουσα οφείλει να εκδώσει τιμολόγιο. Αντίστοιχα, από το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, δεν έχει αποδειχθεί η θέση της Εναγόμενης, πως η Ενάγουσα, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου (που δεν αναφέρθηκε) ή της συμφωνίας της με την Εναγόμενη, δεν εκπλήρωσε κάποια συμφωνημένη παροχή, ή ότι δεν παρέδωσε κάποια προϊόντα που χρέωσε ή ότι χρέωσε μεγαλύτερη αξία από τη συμφωνημένη, κατά τρόπο που να απολήγει σε παράβαση σύμβασης από μέρους της Ενάγουσας, ή σε αδικαιολόγητο όφελος εις βάρος της Εναγόμενης. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από ό,τι εφαρμόζεται ως κανόνας σε σχέση με τα έξοδα της πολιτικής δίκης, ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα της διαδικασίας. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.572,94 πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης εναντίον της Ενάγουσας απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw

(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.