Ε. Π. ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης ΑΓΑΘΗΣ ΠΑΝΑΓΗ ΓΙΩΡΚΗ άλλως ΑΓΑΘΗΣ ΠΗΛΑΒΑΚΗ ν. Α. Γ. Γ. κ.α., Αγωγή αρ. 2882/2014, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2882/2014 Ε. Π. ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης ΑΓΑΘΗΣ ΠΑΝΑΓΗ ΓΙΩΡΚΗ άλλως ΑΓΑΘΗΣ ΠΗΛΑΒΑΚΗ Ενάγουσα v.
- Α. Γ. Γ.
- ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ
- CH.A. CONEXCO METAL CONSTRUCTION AND DEVELOPING SERVICES LTD
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ηρ. Αγαθοκλέους για Αγαθοκλέους, Νεοφύτου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: Α. Αναξαγόρου (κα) για Γ. Τσίκκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ιωάννα Μιχαήλ Κάτταλου («η Ιωάννα») απεβίωσε το
- Την κληρονόμησαν έξι παιδιά: η Αγάθη, η Μαρία, ο Γεώργιος, η Αγλαΐα, η Ανίσια και η Ευανθία. Η Ιωάννα, κατά τον χρόνο του θανάτου της, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δύο ακινήτων στον Άγιο Αμβρόσιο, τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στην αγωγή, που περιήλθαν στους κληρονόμους της, κατά 1/6 σε έκαστο. Η Μαρία, η Αγλαΐα και η Ανίσια απεβίωσαν χωρίς συζύγους και άτεκνες και, σύμφωνα με την Ενάγουσα, τα δικά τους μερίδια κληρονόμησαν τα αδέλφια τους που ήταν εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου τους ή οι δικοί τους κληρονόμοι. Η Ενάγουσα είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας της Αγάθης. Ενάγει υπό αυτή την ιδιότητά της. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως η Μαρία, που επέζησε όλων των αδελφών της, κατόπιν πιέσεων ή δόλιων πράξεων του Εναγόμενου 1 (υιού του Γεώργιου), εξασφάλισε πιστοποιητικό κληρονόμων από το Κοινοτικό Συμβούλιο του Αγίου Αμβροσίου και αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο με την αίτηση Α16/06 και ενέγραψε στο όνομά της τα ακίνητα, χωρίς να εξασφαλίσει συγκαταθέσεις των κληρονόμων της Αγάθης και της Ευανθίας. Ο τότε Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, λόγω πλάνης ή δόλου ή ψευδών παραστάσεων, δεν ανέφερε όλους τους κληρονόμους της Ιωάννας, αλλά ανέφερε αναληθώς ότι η Αγάθη και η Ευανθία ήταν άγαμες και άτεκνες, οπότε τα μερίδιά τους περιήλθαν εξ ολοκλήρου στη Μαρία με τις συγκαταθέσεις μόνον των κληρονόμων του Γεώργιου. Λίγες ημέρες μετά, η Μαρία τα μεταβίβασε εν ζωή δυνάμει δωρεάς στον Εναγόμενο 1, υιό του Γεώργιου, που απέκτησε τελικά το όλο των ακινήτων. Περί τον Μάρτιο του 2008, ο υιός της Ευανθίας και η Ενάγουσα και άλλα αδέλφια της Ενάγουσας, έχοντας αντιληφθεί ότι έγινε απάτη σε σχέση με τα μερίδιά τους, ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1 να τα επιστρέψει. Ενώ, κατά τη θέση της Ενάγουσας, δέχθηκε όσα του καταλόγιζαν και είχε υποσχεθεί να επιστρέψει τα ακίνητα, δεν το έπραξε. Όχι μόνον δεν το έπραξε, αλλά περί την 25.05.2008 σκόπιμα συνήψε συμφωνία πώλησης για τα επίδικα ακίνητα με την εταιρεία Ch.A. Conexco Metal Construction and Developing Services Ltd (που είχε προστεθεί στην αγωγή ως η Εναγόμενη 3) («η Εταιρεία»), που σχετίζεται με τον ίδιο, έναντι ποσού €150.000,
- Υπάρχει κατατεθειμένο σχετικό πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο (ΠΩΕ1846/2008). Είναι η θέση της Ενάγουσας πως ο Εναγόμενος 1 δεν μπορεί να κρατεί ολόκληρη την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων στο όνομά του, εφόσον τα 2/3 απέκτησε δόλια ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή λανθασμένα. Με αγωγή που καταχώρισε ο διαχειριστής της περιουσίας της Ευανθίας, ο Εναγόμενος 1 είχε δεχθεί την απαίτηση να μεταβιβαστεί το 1/3 μερίδιο των ακινήτων στη διαχείριση της Ευανθίας. Σε αυτό το πλαίσιο, τον κάλεσαν και η διαχειρίστρια και κληρονόμοι της Αγάθης να πράξει το ίδιο, δηλαδή να μεταβιβάσει το άλλο 1/3 σε αυτούς, χωρίς ανταπόκριση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως το 1/3 των ακινήτων που βρίσκεται στην κυριότητα του Εναγόμενου ανήκει στη διαχείριση της περιουσίας της Αγάθης και πρέπει να μεταβιβαστεί στους κληρονόμους της, και πως έχουν αξία €50.000,
- Η Ενάγουσα καταλογίζει δόλο ή απάτη ή αμέλεια ή ψευδείς παραστάσεις από μέρους του Εναγόμενου 1, με λεπτομέρειες που εκθέτει μαζί, στη βάση του ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πως η Αγάθη και η Ευανθία είχαν κληρονόμους και το απέκρυψε, και με διάφορα τεχνάσματα έπεισε τη Μαρία να δώσει λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με τους κληρονόμους της Ιωάννας και να αποκτήσει το όλο των ακινήτων χωρίς να δικαιούται και να του το μεταβιβάσει εν ζωή, και έπειτα επιχείρησε να πωλήσει τα ακίνητα στην προαναφερόμενη Εταιρεία, με γνώση του ότι είχαν περιέλθει στο όνομα της Μαρίας παράνομα και ότι και ο ίδιος τα απέκτησε παράνομα. Ζητά διάταγμα που να διατάσσει τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου (που είχε προσθέσει στην αγωγή ως Εναγόμενος 4) να εγγράψει το 1/3 των ακινήτων στην Ενάγουσα και να ακυρώσει το ΠΩΕ 1846/2008 και διαζευκτικά ή συμπληρωματικά €50.000,00 και γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Την 24.04.2015, η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του Εναγόμενου 4, ο οποίος δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Η αγωγή δεν προωθήθηκε εναντίον του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 1 και η Εταιρεία που ενήχθη ως η Εναγόμενη 3 καταχώρισαν κοινό δικόγραφο υπεράσπισης. Λόγω της διαγραφής της Εναγόμενης 3, η αγωγή εναντίον της περιουσίας της δεν προωθήθηκε, αλλά προωθήθηκε μόνον εναντίον του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στο δικόγραφό του πως η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί εναντίον του περιουσία που η Μαρία του είχε μεταβιβάσει εν ζωή. Αν και δεν αρνείται πως έλαβε τα ακίνητα από τη Μαρία δυνάμει δωρεάς, αρνείται την εκδοχή της Ενάγουσας πως η Μαρία δέχθηκε πίεση ή ότι υπήρξε δόλος ή ψευδής παράσταση για εξασφάλιση πιστοποιητικού κληρονόμων από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Η εγγραφή στο όνομα της Μαρίας είχε γίνει νόμιμα και με τη συγκατάθεση όλων των κληρονόμων, καθότι υπήρχε αναμεταξύ τους συμφωνία διανομής της περιουσίας. Η Μαρία, θεία τους, έδωσε τα δύο ακίνητα στον Εναγόμενο 1 και άλλη περιουσία της στα παιδιά άλλων αδελφών της. Δεν χρησιμοποιήθηκαν τεχνάσματα ή ψευδείς παραστάσεις για να πειστεί να το πράξει, αλλά το έπραξε με ελεύθερη βούληση, από στοργή και αγάπη, ένεκα της σχέσης που είχαν. Τα πιστοποιητικά εκδόθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο εν γνώσει της συμφωνίας διανομής της περιουσίας. Ουδέποτε υποσχέθηκε να επιστρέψει οποιοδήποτε μερίδιο και η Ενάγουσα, που γνώριζε για το τι ήταν συμφωνημένο, κίνησε την αγωγή της μετά τον θάνατο της Μαρίας, σκόπιμα αναμένοντας τον θάνατό της για τέτοια διεκδίκηση, και ενώ η ίδια κληρονόμησε περισσότερη περιουσία απ' όσην η Μαρία από τη γιαγιά τους. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε τη διαδικασία έκδοσης του τίτλου στη Μαρία, πώς γράφθηκαν στο όνομά της, ούτε μετείχε σε εκείνην, και ο ίδιος, αποκτώντας τα ακίνητα νόμιμα και γνωρίζοντας ότι μπορεί να πράξει ό,τι θέλει με αυτά, τα πώλησε νόμιμα στην Εταιρεία, η οποία τα απέκτησε με εξίσου καλή πίστη. Η σημερινή αξία τους δεν υπερβαίνει τις €30.000,
- Η παραχώρηση του 1/3 των ακινήτων που είχε λάβει σε άλλα πρόσωπα ήταν χαριστικά, χωρίς αποδοχή οποιασδήποτε ευθύνης, Η Ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε με κάποια επιστολή της από τον Εναγόμενο 1 να της μεταβιβάσει το 1/3 και εν πάση περιπτώσει, πωλώντας τα ακίνητα ο Εναγόμενος 1, δεν τα έχει πλέον στην κατοχή του, η δε περαιτέρω πώληση ήταν νόμιμη, αφού έγινε με βάση τις δηλώσεις που περιέχονταν στα κτηματολογικά μητρώα. Παρά την υπεράσπιση του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα εμμένει - και επέμενε και μέχρι το τέλος της δίκης - στη δική της εκδοχή όσον αφορά τα γεγονότα και την αξίωσή της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαφοράς, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν η εγγραφή στη Μαρία και ο τίτλος της ήταν νόμιμα ή εάν εμφιλοχώρησε δόλια ή απατηλή ή ψευδής παράσταση ή λάθος, και έπειτα εάν ο τίτλος του Εναγόμενου 1 επί των ακινήτων ήταν νόμιμος υπό τις συνθήκες της δωρεάς ή εάν σε εκείνο το στάδιο εμφιλοχώρησε δόλια ή απατηλή ή ψευδής παράσταση, και εάν η σύμβαση πώλησης που συνήψε ο Εναγόμενος 1 με την Εταιρεία είναι νόμιμη υπό τις συνθήκες της πώλησης ή εάν σε εκείνο το στάδιο εμφιλοχώρησε δόλος ή απάτη. Σε περίπτωση που διαπιστωθούν ελαττώματα στον τίτλο των ακινήτων σε οποιοδήποτε στάδιο, θα πρέπει να αποφασιστεί εάν η Ενάγουσα δικαιούται σε θεραπεία, και σε τι θεραπεία, με δεδομένες τις δικονομικές παραλείψεις που η πλευρά του Εναγόμενου 1 καταλογίζει στην Ενάγουσα. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, προσκομίστηκε μαρτυρία από τη λειτουργό του Κτηματολογίου κυρία Μ.Ε. (ΜΕ1), από την ίδια την Ενάγουσα (ΜΕ2), από τη λειτουργό του Κτηματολογίου κυρία Π.Μ. (ΜΕ3), από τον υπάλληλο του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου κύριο Α. Χ. (ΜΕ4) και από τον ξάδελφο των διαδίκων κύριο Α. Κ. (ΜΕ5). Όλοι οι μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο του Εναγόμενου
- Μαρτυρία ακούστηκε και από τον Εναγόμενο 1 (ΜΥ1) που χρησιμοποιεί και το ονοματεπώνυμο Α. Σ., και ο οποίος επίσης αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας. Το σύνολο της μαρτυρίας περιέχεται στα πρακτικά που τηρήθηκαν. Κατατέθηκε από τους ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ5 και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία αποτελούμενη συνολικά από 11 τεκμήρια, που σημάνθηκαν και βρίσκονται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με χρήση κείμενων αγορεύσεων, στις οποίες συνόψισαν και εξέθεσαν τις απόψεις τους για τη μαρτυρία, και επιχειρηματολόγησαν σχετικά με την υπόθεση της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής αναφορά στο κείμενο της απόφασής του. Μαρτυρία και εξέταση Ακούγεται μαρτυρία γεγονότων μόνον σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αμφισβητούμενη ή αντικρουόμενη μαρτυρία επ' αυτών, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το εάν είναι αξιόπιστη, εάν δηλαδή δίδει την αλήθεια σε σχέση με το τι πράγματι συνέβη, ώστε να μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν. Το σύνολο της αξιόπιστης και κατ' επέκταση αποδεκτής μαρτυρίας στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο συνθέτει το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, για να προσεγγίσει στη συνέχεια νομικά τη διαφορά, και να την επιλύσει. Στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας γεγονότων για τον εντοπισμό της αλήθειας, η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του λόγου τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου να είναι αξιόπιστο και αποδεκτό, και άλλο όχι. Ό,τι αξιολογείται, είναι η εκδοχή των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, όχι τα πρόσωπα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Η εγγραφή στη Μαρία Ως προς τον τρόπο απόκτησης του τίτλου από τη Μαρία, όλοι οι μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας δεν είχαν ιδία γνώση, αλλά βασίζονται κυρίως στα στοιχεία που υπάρχουν στο Κτηματολόγιο. Η ΜΕ1, κτηματολογική λειτουργός, ανέφερε ό,τι μπορεί να γνωρίζει από τα στοιχεία που τηρούνται στο Κτηματολόγιο, όπως και η ΜΕ3, επίσης λειτουργός του Κτηματολογίου. Στα στοιχεία του Κτηματολογίου βασίζονται και οι ΜΕ2 και ΜΕ5, για να συμπεράνουν ότι κάτι δεν έγινε ορθά στη διαδικασία εγγραφής των ακινήτων στον Άγιο Αμβρόσιο εξ ολοκλήρου στη Μαρία. Η Ιωάννα ήταν η αρχική εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Η Μαρία είχε κάνει, όπως είπε η ΜΕ1, «αίτηση κατοχής» την 09.01.2006, για να εγγραφούν στο όνομά της τα ακίνητα, «δυνάμει κληρονομιάς από τη μητέρα της και διανομής από τους συγκληρονόμους της». Δεν μπορεί να γνωρίζει προσωπικά, όπως είπε η μάρτυρας, εάν προσήλθε η ίδια η Μαρία στο Κτηματολόγιο ή εάν η αίτηση έγινε εξ ονόματός της. Από το σώμα της αίτησης (όπου η υπογραφή της δεν φέρει πιστοποίηση ούτε γίνεται αναφορά σε πληρεξούσιο έγγραφο), μπορεί να συναχθεί ότι να είχε μεταβεί η ίδια προσωπικά στο Κτηματολόγιο, όπου υπέγραψε. Στον φάκελο Α16/2006, που είναι ο σχετικός φάκελος, υπάρχει η αίτηση της Μαρίας με συνημμένο σε αυτήν το πιστοποιητικό κατοχής που πιστοποιεί ότι η Μαρία κατείχε για 30 και πλέον χρόνια τα ακίνητα και πλήρωνε φορολογίες (Τεκμήριο 1γ), το έντυπο συγκαταθέσεων και πιστοποίησης των υπογραφών Τύπος Ν.3Α (Τεκμήριο 1α), και το πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Αγίου Αμβροσίου που περιέγραφε τους κληρονόμους της αποβιωσάσης (Τεκμήριο 1β). Στο Τεκμήριο 1γ, η αιτούσα (Μαρία) ζήτησε όπως το Κτηματολόγιο προβεί στην εγγραφή των δύο ακινήτων στο όνομά της, σύμφωνα με το πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής του Αγίου Αμβροσίου. Αναφέρονταν στο πιστοποιητικό κατοχής δια του οποίου πιστοποιούνταν από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου πως η Μαρία κατέχει για 30 και πλέον χρόνια τα δύο ακίνητα, τα οποία προήλθαν από τον θάνατο της μητέρας της, Ιωάννας, που είχε αποβιώσει την 01.01.
- Η δήλωση στα έγγραφα αυτά, πως δηλαδή η Μαρία κατείχε για 30 και πλέον χρόνια τα ακίνητα για τα οποία υπέβαλε την αίτηση, που η ΜΕ1 ανέφερε ως «αίτηση κατοχής», αμφισβητήθηκαν. Η αναφορά της ΜΕ1 όπως και της ΜΕ3 σε «αίτηση κατοχής», έτεινε να ενθαρρύνει υποβολές από την πλευρά του Εναγόμενου 1, ότι η απόκτηση των ακινήτων από τη Μαρία ήταν βάσει χρησικτησίας. Παράλληλα, όμως, μη εκθέτοντας ή μη αμφισβητώντας τη μαρτυρία ότι η Μαρία έμενε σε άλλο τόπο και δεν καλλιεργούσε τα ακίνητα, ούτε τα κατείχε με άλλον τρόπο. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής φορολογιών από τη Μαρία, παρά τον γενικό ισχυρισμό του ΜΥ
- Δεν αμφισβητήθηκε πως, από τον θάνατο της Ιωάννας, η οποία είχε τίτλο (title deed) και ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια (registered owner), και που απεβίωσε την 01.01.1959, ουδείς εκ των νόμιμων κληρονόμων της επιχείρησε να οριστεί διαχειριστής της ακίνητης περιουσίας της, περιλαμβανομένων των δύο επίδικων ακινήτων, για να τη διανείμει στους κληρονόμους της, σύμφωνα με τα μερίδιά τους. Η Ιωάννα είχε αποβιώσει αφήνοντας έξι παιδιά, ως ήταν γνωστό και στο Κτηματολόγιο κατά την εξέταση της αίτησης της Μαρίας, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1β, που - ασχέτως του λοιπού περιεχομένου του - αναφέρει αυτό, και ήταν στον φάκελο της αίτησης της Μαρίας. Η Μαρία δεν υπέβαλε την αίτησή της (Τεκμήριο 1γ) ως η προσωπική αντιπρόσωπος της Ιωάννας βάσει παραχωρητηρίου, αλλά ως κληρονόμος στην οποία περιήλθε και επάχθηκε η κληρονομιά της Ιωάννας, με τη συγκατάθεση των προσώπων που προβλήθηκαν ως οι συγκληρονόμοι της. Ο θάνατος της Ιωάννας ήταν πριν από τη θέσπιση του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, ο οποίος διαδέχθηκε και ενοποίησε τον The Immovable Property (Tenure, Registration and Valuation) Law Car.231 ως είχε ως τότε τροποποιηθεί με τους Law 8/1953, Law 7/1954 και Law 10/
- Διαχρονικά, δεν νοείται απόκτηση κυριότητας με εχθρική κατοχή εναντίον εγγεγραμμένου κυρίου, που είναι δηλαδή καταχωρισμένος στα κτηματικά μητρώα, περιλαμβανομένων των κληρονόμων του. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ1 διευκρίνισε πως οι οδηγίες που είχαν οι λειτουργοί του Κτηματολογίου κατά τον χρόνο που η Μαρία αιτήθηκε - δικαιωματικά, όπως είπε - να λάβει τα ακίνητα της μητέρας της ήταν όλες οι κληρονομικές υποθέσεις να γίνονται υποθέσεις κατοχής. Τα τελευταία χρόνια, άλλαξε η διαδικασία, χωρίστηκαν οι υποθέσεις. Τότε, όπως είπε, ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν επιτόπου και να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την οικογένεια του αποβιώσαντος, να καταγράφουν σε ένα χαρτί και να κάνουν το πλάνο, να το περάσουν στο πιστοποιητικό, να το διαβάζουν ενώπιον του αιτούντος και του Κοινοτάρχη που το πιστοποιεί. Όταν τελείωνε η επιτόπου διαδικασία, έβγαινε ο τίτλος. Η ΜΕ1 δεν είχε μαζί της κάποια εγκύκλιο για τη διαδικασία εκείνη. Όπως είπε, ήταν και είναι ίσως ακόμα πολλά τα ακίνητα που έχουν εγγραφές, οι ιδιοκτήτες τους πέθαναν και έμειναν στα ονόματά τους. Αυτή η διαδικασία είχε ακολουθηθεί και σχετικά με την εγγραφή στο όνομα της Μαρίας. Βάσει της αίτησής της, πήγε επιτόπου λειτουργός του Κτηματολογίου, ερευνήθηκαν τα δεδομένα της οικογένειάς της, καταγράφηκαν αυτά που εντοπίστηκαν, πιστοποιήθηκαν, και εκδόθηκε ο τίτλος. Η ΜΕ1 βεβαίως δεν μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα λάθους, εφόσον, όπως είπε, δεν μπορεί να γνωρίζει το Κτηματολόγιο εάν οι πληροφορίες που δίδονται σχετικά με το ποιοι είναι άγαμοι και άτεκνοι είναι ορθές. Η ΜΕ3 ανέφερε, επίσης, σε σχέση με τη διαδικασία, πως ανοίχθηκε φάκελος κατοχής, αλλά κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε από τον κτηματολογικό λειτουργό, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται περί κληρονομιάς, το πήρε από τη μητέρα της Ιωάννα που το είχε δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας και διανομή από τους συγκληρονόμους της, έγινε διανομή μεταξύ των αδελφών. Από τον φάκελο (Τεκμήριο 10), φαίνεται ο κτηματολογικός λειτουργός που έκανε την επιτόπια επίσκεψη. Η ΜΕ3 ήταν απόλυτη, αν και η συνήγορος του Εναγόμενου 1 επέμενε προς εκείνη την κατεύθυνση, πως ο τίτλος δεν αποκτήθηκε από την Μαρία δυνάμει χρησικτησίας αλλά ήταν καθαρά θέμα κληρονομικής κατοχής, εφόσον δεν θα δικαιούταν να κάνει εχθρική κατοχή σε τίτλο ιδιοκτησίας και σε κληρονόμους. Το Κτηματολόγιο, όπως ανέφερε, δεν θεώρησε αναγκαίο να γίνει διαχείριση της περιουσίας της Ιωάννας από το Δικαστήριο. Σε όλες τις περιπτώσεις κατοχής, μεταβαίνουν επιτόπου και παίρνουν μαρτυρία και έτσι διαπιστώνονται οι υποθέσεις. Κατά τον χρόνο θανάτου της Μαρίας, ήταν σε ισχύ και ο The Law Relating to Wills and to Testamentary and Intestate Succession Cap. 220 ως είχε τροποποιηθεί από τους Law 5/51, Law 43/54 και Law 15/55, τους οποίους ενοποίησε και τροποποίησε ο Wills and Succession Chapter 195 of the Law, αργότερα περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος Κεφ. 195, που μετέπειτα τροποποιήθηκε και από τους νόμους Ν.75/1970, Ν.100/1989 και Ν.96(Ι)/
- Διαχρονικά, με βάση τον εν λόγω νόμο, κληρονόμος είναι το πρόσωπο που διαδέχεται σε κληρονομιά βάσει του νόμου. Κατά το θάνατο προσώπου, η κληρονομιά του, δηλαδή η περιουσία του που κατέχει κατά τον θάνατό του, μεταβιβάζεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είτε βάσει διαθήκης είτε βάσει νόμου, είτε βάσει αμφότερων διαθήκης και νόμου. Τα επίδικα ακίνητα ήταν, όπως φαίνεται, αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς της, κατά τον χρόνο του θανάτου της Ιωάννας. Η τάξη ή τα πρόσωπα που δικαιούνται βάσει του νόμου στο μη διαθέσιμο μέρος της περιουσίας (που δεν μπορεί να διατεθεί με διαθήκη) ή στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς του προσώπου που αποθνήσκει προβλέπονται στο Πρώτο Παράρτημα του εν λόγω νόμου, και σύμφωνα με το άρθρο 46, τα πρόσωπα μίας τάξης αποκλείουν τα πρόσωπα απώτερης. Σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις, αv δεv υπάρχει στη ζωή πρόσωπo πoυ συγγεvεύει με τov απoβιώσαvτα μέχρι και τoυ έκτoυ βαθμoύ συγγέvειας, κατά τo χρόvo τoυ θαvάτoυ τoυ, αυτός θεωρείται ότι απεβίωσε χωρίς κληρovόμoυς. Ο βαθμός συγγέvειας εξακριβώνεται με βάση τον νόμο και οι βαθμoί συγγέvειας μέχρι και τoυ έκτoυ βαθμoύ φαίvovται στov Πίvακα πoυ εκτίθεται στo Δεύτερo Παράρτημα του νόμου. Τα τέκνα συνιστούν πρώτης τάξης συγγενείς. Τα αδέλφια συνιστούν δεύτερης τάξης συγγενείς, και τα τέκνα των αδελφών συνιστούν τρίτης τάξης συγγενείς. Όταv πρovoείται ότι τάξη πρoσώπωv καθίσταται δικαιoύχoς κατά ρίζες (per stirpes) στo βάσει τoυ vόμoυ μη διαθέσιμo μέρoς της κληρovoμιάς και τo αδιάθετo μέρoς της κληρovoμιάς, σημαίvει ότι τo τέκvo oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ της oριζόμεvης τάξης, τo oπoίo απεβίωσε κατά τη διάρκεια της ζωής τoυ απoβιώσαvτoς και τo oπoίo αv επιζoύσε τoυ απoβιώσαvτoς, θα καθίστατo δικαιoύχo μετά τo θάvατo τoυ απoβιώσαvτoς σε μερίδα στo βάσει τoυ vόμoυ μη διαθέσιμo μέρoς της κληρovoμιάς και στo τυχόv αδιάθετo μέρoς της κληρovoμιάς, καθίσταται δικαιoύχo μόvo στη μερίδα τηv oπoία θα ελάμβαvε o γovέας αv αυτός επιζoύσε τoυ απoβιώσαvτoς. Οπoιoδήπoτε τέκvo ή άλλoς κατιώv τoυ απoβιώσαvτoς o oπoίoς καθίσταται δικαιoύχoς για διαδoχή στo βάσει τoυ vόμoυ μη διαθέσιμo μέρoς της κληρovoμιάς και στo τυχόv αδιάθετo μέρoς της κληρovoμιάς, λoγαριάζει, κατά τov υπoλoγισμό της μερίδας τoυ, oπoιαδήπoτε κιvητή ιδιoκτησία και ακίvητη ιδιoκτησία πoυ λήφθηκε από αυτόv από τov απoβιώσαvτα σε oπoιoνδήπoτε χρόvo, μεταξύ άλλων, με παρoχή εv ζωή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχουν σαφή δεδομένα και για παροχές εν ζωή από την Ιωάννα στα τέκνα της, περιλαμβανομένης της Αγάθης, που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο διανομής, παρά τις γενικές αναφορές του Εναγόμενου
- Κατά τον θάνατο της Ιωάννας, ήταν εν ισχύ και ο The Law Relating to the Administration of the Estates of Deceased Persons 43/1954 ως τροποποιήθηκε από τον Law 26/1958, στην ενοποίηση και τροποποίηση των οποίων προέβη ο Administration of Estates Chapter 189 of the Laws, μετέπειτα τροποποιηθείς με τον νόμο Ν.157/1985 και ως ο περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος Κεφ. 189, που είναι μέχρι σήμερα σε ισχύ, έχοντας επίσης τροποποιηθεί και από τους νόμους Ν.45/1990 και Ν.2(Ι)/
- Διαχρονικά, υφίστατο η πρόνοια του άρθρου 27, που πριν και από την τροποποίησή της με τον νόμο Ν.2(Ι)/1994, ως εισήχθη στην εγχώρια νομοθεσία, δεν προέβλεπε, σε περίπτωση θανάτου κάποιου προσώπου με περιουσία και κληρονόμους αλλά χωρίς διαθήκη (intestate), η περιουσία του να περιέρχεται προσωρινά σε κάποιο ανεξάρτητο πρόσωπο, ως στην Αγγλία ο Public Trustee ή σε άλλες δικαιοδοσίας ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου (στον οποίον, και στην εγχώρια νομοθεσία, προσωρινά περιέρχεται η άνω των £6.000,00 περιουσία προσώπου που αποθνήσκει εξ αδιαθέτου αφήνοντας κληρονόμους με ανικανότητα, βάσει του άρθρου 26), μέχρι την έκδοση διατάγματος διαχείρισης ή παραχωτηρίου. Πρόβλεπε και προβλέπει ακόμα η περιουσία να διατηρεί μεν τη νομική της υπόσταση (standing) αλλά να περιέρχεται απευθείας και να επάγεται στους κληρονόμους του αποβιώσαντος (vest in and devolve on the heirs), χωρίς μεσοδιάστημα ή προϋποθέσεις. Κληρονόμοι της Ιωάννας, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν και τα έξι παιδιά της, στους οποίους καταρχήν περιήλθε και επάχθηκε η κληρονομιά της, περιλαμβανομένων των δύο επίδικων ακινήτων. Υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις εάν υπάρχουν κληρονόμοι που τελούν υπό ανικανότητα. Οι κληρονόμοι μπορούν άμεσα να προβούν και σε πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας, εάν πρέπει να πληρωθούν χρέη της περιουσίας, ενώ, μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στον νόμο χρονικής περιόδου, μπορούν να προβούν και σε οποιαδήποτε πράξη σχετικά με την περιουσία του αποβιώσαντος. Από αυτή την πρόνοια, δεν εξαιρείται η ακίνητη περιουσία. Το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης να ζητήσει διαχείριση ή απόδοση λογαριασμών από τους κληρονόμους. Πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας αποθανόντος που δεν έγινε με βάση ό,τι προβλέπει το άρθρο 27 είναι άκυρη, ως ρητά προνοείται στην παράγραφο 2(γ). Υπήρχε και υπάρχει ακόμα η ρύθμιση του άρθρου 28 σε περίπτωση επικείμενης έκδοσης παραχωρητηρίου, η οποία δεν ανακόπτει την περιουσία που διατέθηκε σε κληρονόμο, δηλαδή την περιουσία της οποίας η ωφέλιμη κυριότητα (beneficial ownership) μεταβιβάστηκε σε κληρονόμο σύμφωνα με τη μερίδα του ή μέρος της μερίδας του επί της κληρονομιάς, και είτε λήφθηκε η συναίνεση των άλλων κληρονόμων για τη μεταβίβαση αυτή, είτε η περιουσία, προκειμένου για ακίνητη περιουσία, έχει εγγραφεί στο όνομα του κληρονόμου. Το άρθρο 48 προβλέπει σχετικά με τα καθήκοντα του Κοινοτάρχη τoυ χωριoύ ή της εvoρίας όπoυ o απoθαvώv είχε τη συvήθη διαμovή τoυ. Το Κτηματολόγιο, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΕ3, βασίστηκε στις πληροφορίες που λήφθηκαν επιτόπου και πιστοποιήθηκαν από τον Κοινοτάρχη Αγίου Αμβροσίου, και στο δεδομένο πως υπήρχε συγκατάθεση από τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν ως κληρονόμοι της Ιωάννας, οπότε και προχώρησε στη μεταβίβαση του τίτλου της Ιωάννας μόνον στο όνομα της Μαρίας, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα τέκνα της Αγάθης και της Ευανθίας. Όμως, αφενός, οι πληροφορίες σε σχέση με τους κληρονόμους και το πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Αγίου Αμβροσίου δεν ήταν ορθά, αφετέρου δεν αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η αποβιώσασα Ιωάννα διέμενε κατά τον θάνατό της στον Άγιο Αμβρόσιο και ότι θα ήταν εκεί που θα έπρεπε να γίνει κάποια έρευνα και από το Κτηματολόγιο. Εφόσον η απόκτηση του τίτλου της Μαρίας, ανεξαρτήτως της φύσης της αίτησής της ή της ακολουθητέας (βάσει οδηγιών) διαδικασίας από το Κτηματολόγιο, βασίστηκε σε ό,τι προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο και στο Δικαστήριο, δεν προκύπτει πως ήταν μια ορθή διαδικασία. Ειδικότερα, το Τεκμήριο 1(α) που περιέχει τις υπογραφές των κληρονόμων που εξασφαλίστηκαν από τον Πρόεδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Αμβροσίου είναι βάσει του Τεκμηρίου 1(β) και συνεπώς περιλαμβάνει μόνον τις υπογραφές της Μαρίας και των παιδιών του Γεώργιου, και όχι των λοιπών κληρονόμων της Ιωάννας. Η ΜΕ1 προσκόμισε και Πιστοποιητικό Θανάτου και Κληρονόμων που εξέδωσε ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Βουνιού την 03.03.2011 (Τεκμήριο 2), και είναι μέρος του φακέλου Α132/2013, το οποίο πιστοποιεί επίσης τον θάνατο της Ιωάννας την 01.01.1959 στο Βουνί και αναφέρει ορθά πως και η Αγάθη και η Ενανθία, εκ των τέκνων της Ιωάννας, είχαν κληρονόμους. Σε αντίθεση με το Τεκμήριο 2, που πιστοποιεί τον θάνατο της Ιωάννας στο Βουνί, το Τεκμήριο 1(β) δεν πιστοποιεί τον θάνατο της Ιωάννας στον Άγιο Αμβρόσιο. Ο φάκελος Α132/2013, όπως ανέφερε η ΜΕ1, είναι εγγραφή δυνάμει διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Ο λόγος για τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε την 16.01.2013 στην αγωγή 3028/2008 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο 3) εκ συμφώνου του διαχειριστή της περιουσίας της Ευανθίας και του Εναγόμενου 1, για το 1/
- Δεν εκδικάστηκε η απαίτηση των κληρονόμων της Ευανθίας και η συμφωνία για το 1/3, βάσει της οποίας εκδόθηκε δικαστική απόφαση, δεν περιέχει κρίση του Δικαστηρίου. Η ΜΕ1 δέχθηκε πως, από έρευνα που έγινε εκ των υστέρων, το πιστοποιητικό του Τεκμηρίου 2 είναι το ορθό, και ότι για την απόκτηση βάσει της κληρονομικής διαδοχής, έπρεπε να εξασφαλιστούν οι συγκαταθέσεις και των λοιπών κληρονόμων, για να μην αποκλειστούν από τη διανομή. Εάν υπήρχε η ορθή πληροφορία, δεν θα αποκλείονταν. Ο ΜΕ4, που εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Αμβροσίου από το 2007, αναγνώρισε τα πιστοποιητικά, αλλά δεν γνωρίζει εάν αληθεύει το περιεχόμενό τους, γιατί, όπως είπε, δεν είναι χωριανοί τους. Τα δύο ακίνητα βρίσκονται μεν στην κοινότητα, μεμονωμένα καλλιεργούνται, αλλά δεν γνωρίζει ποιος πληρώνει τις φορολογίες. Δεν γνωρίζει ούτε τον Εναγόμενο ούτε τη Μαρία. Κατά την αντεξέτασή του, του υποβλήθηκε πως όταν ένας κοινοτάρχης εκδίδει ένα πιστοποιητικό, η λογική προτάσσει ότι ήλεγξε, και ο ΜΕ4 ανέφερε πως συμφωνεί με τη λογική, αλλά δεν γνωρίζει τη διαδικασία. Δεν αμφισβητείται το γεγονός πως η Ιωάννα είχε έξι παιδιά και πως και η Αγάθη και η Ευανθία είχαν επίσης κληρονόμους. H Ιωάννα άφησε με βάση τον νόμο (και εφόσον δεν υπήρξε διαχείριση της περιουσίας της Ιωάννας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ότι η Αγάθη μπορεί να έλαβε μικρότερο ποσοστό λόγω άλλων περιουσιακών διαθέσεων) το 1/6 των ακινήτων της στα τέκνα της, αποκλείοντας άλλες τάξεις. Η Ευανθία απεβίωσε το 1988, και το δικό της 1/6 έλαβαν οι κληρονόμοι της στην πρώτη τάξη, αποκλείοντας άλλες τάξεις. Η Ανίσια απεβίωσε το 1991 και εφόσον, σύμφωνα με τη μαρτυρία, δεν είχε κληρονόμους από την πρώτη τάξη, το δικό της 1/6 της έλαβαν, στη δεύτερη τάξη, τα τέσσερα εν ζωή αδέλφια της Αγάθη, Μαρία, Γεώργιος και Αγλαϊα, και per stirpes τα τέκνα της Ευανθίας, που, εάν επιζούσε της Ανίσιας, θα λάμβανε μερίδιο, δηλαδή κατ' ίσα μερίδια 1/30 (1/6 : 5) της όλης περιουσίας (εφόσον δεν υπήρξε διαχείριση της περιουσίας της Ανίσιας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ότι η Αγάθη μπορεί να έλαβε μικρότερο ποσοστό λόγω άλλων περιουσιακών διαθέσεων). Το 1/30 της κληρονομιάς της Ανίσιας, προστιθέμενο στα υφιστάμενα μερίδια εκάστου (1/6), έδιδε 1/5 επί του όλου. Όταν το 1994 απεβίωσε η Αγάθη, είχε το 1/5 του όλου. Οι κληρονόμοι της Αγάθης από την πρώτη τάξη απέκλεισαν άλλες τάξεις. Το 1997, που απεβίωσε ο Γεώργιος, είχε επίσης το 1/5 επί του όλου, που δικαιούνται οι κληρονόμοι του από την πρώτη τάξη, αποκλείοντας άλλες τάξεις. Όταν το 1998 απεβίωσε η Αγλαΐα, κατείχε το 1/5 επί του όλου, το οποίο, εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία δεν είχε κληρονόμους στην πρώτη τάξη, κληρονόμησαν στη δεύτερη τάξη η εν ζωή αδελφή της Μαρία και per stirpes τα τέκνα της Αγάθης, του Γεώργιου και της Ευανθίας, που εάν επιζούσαν της Αγλαϊας, θα ελάμβαναν μερίδιο, αποκλείοντας άλλες τάξεις, δηλαδή έλαβαν κατ' ίσα μερίδια 1/20 του όλου (1/5 : 4) (εφόσον δεν υπήρξε διαχείριση της περιουσίας της Αγλαϊας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ότι η Αγάθη μπορεί να έλαβε μικρότερο ποσοστό λόγω άλλων περιουσιακών διαθέσεων). Το 1/20 της κληρονομιάς της Αγλαΐας, προστιθέμενο στα υφιστάμενα μερίδια εκάστου (1/5), έδιδε 1/4 επί του όλου. Αν όμως οι κατιόντες της Αγάθης είναι και κληρονόμοι συγγενών τους που δεν έχουν κληρονόμους σε προηγούμενες τάξεις, περιλαμβανομένης της Αγλαΐας, δεν είναι συναφής η διεκδίκηση εκ μέρους της περιουσίας της Αγάθης. Η Μαρία κατείχε (στο νομικό επίπεδο, καθώς δεν υποστηρίζεται επαρκώς μέσα από τη μαρτυρία οποιουδήποτε εκ των ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΕ4, ΜΕ5 και ΜΥ1 πως η Μαρία είχε και τη φυσική κατοχή των ακινήτων στον Άγιο Αμβρόσιο) το 1/4 επί του όλου. Αυτό το ποσοστό μπορούσε να διαθέσει εν ζωή στον Εναγόμενο 1, κατ' επιλογή της. Ωστόσο, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, απέκτησε το όλο, περιλαμβανομένων των μεριδίων των κληρονόμων της Αγάθης και της Ευανθίας, που δεν συγκατατέθηκαν. Με τις συγκαταθέσεις μόνον των κληρονόμων του Γεώργιου (στους οποίους ανήκε το 1/4 επί του όλου), που φαίνεται πως λήφθηκαν δια των Τεκμηρίων 1β και 1α, θα μπορούσε να αποκτήσει νόμιμα μόνον το 1/2 επί του όλου. Σε κάθε περίπτωση, και ο Εναγόμενος 1, με δωρεά εν ζωή από τη Μαρία και συγκαταθέσεις των αδελφών του, θα μπορούσε να καταστεί νόμιμα ιδιοκτήτης του 1/2 επί του όλου. Σε περίπτωση που η εγγραφή στη Μαρία ακυρωθεί σήμερα για οποιονδήποτε λόγο (ζήτημα που συζητείται στη συνέχεια), το 1/4 που η Μαρία κατείχε κατά τον χρόνο θανάτου της, σε περίπτωση μη ύπαρξης πρώτης τάξης συγγενών, στη δεύτερη τάξη, αποκτούν per stirpes τα τέκνα της Αγάθης, του Γεώργιου και της Ευανθίας, που εάν επιζούσαν της Μαρίας, θα λάμβαναν μερίδιο, δηλαδή κατ' ίσα μερίδια 1/12 (1/4 : 3) της όλης περιουσίας. Το 1/12 της κληρονομιάς της Μαρίας, προστιθέμενο στα υφιστάμενα μερίδια εκάστου (1/4), θα έδιδε το 1/3 επί του όλου. Είναι αυτό το ποσοστό που διεκδικεί η διαχείριση της περιουσίας της Αγάθης απευθείας από τον Εναγόμενο 1, στο σύνολό του, αν και πέραν του 1/5 που ανήκε στην Αγάθη κατά τον θάνατό της, τα υπόλοιπα μερίδια, δηλαδή το 1/20 που κληρονομήθηκε per stirpes από την Αγλαΐα και το 1/12 που θα κληρονομούνταν per stirpes από Μαρία εάν δεν δώριζε εν ζωή, δεν μπορούν να διεκδικηθούν σε αυτό το δικονομικό πλαίσιο. Εξάλλου, και οι ΜΕ2 και ΜΕ5 αλλά και ο ΜΥ1 δέχθηκαν πως η Μαρία διέθεσε με διαθήκη ή άλλως πώς περιουσία της σε κάποιους κληρονόμους, επομένως, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσεων αυτών, ενδεχομένως να επηρεάζονταν το προαναφερόμενο 1/
- Πάντως, η μη εξασφάλιση συγκατάθεσης όλων των κληρονόμων στους οποίους περιήλθε η κληρονομιά της Ιωάννας σύμφωνα με τον νόμο, ενώ δεν υπήρξε συμφωνία διανομής και με αυτούς ή αποποίηση ή άλλη συμμετοχή τους, δημιουργεί ελάττωμα στην εγγραφή και κατ' επέκταση στον τίτλο της Μαρίας, όσον αφορά τα μερίδια εκείνων των ατόμων που η Μαρία δεν μπορούσε να αποκτήσει. Ανεξάρτητα από την εμπλοκή του Εναγόμενου 1 στη διαδικασία της εγγραφής ή την πρόθεσή του. Μετέπειτα αποποίηση ή επικύρωση ή συμφωνία των ενδιαφερομένων, θα μπορούσε να επιλύσει τα ζητήματα, όπως τέτοια συμφωνία υπήρξε και στην περίπτωση των κληρονόμων της Ευανθίας (ασχέτως του ποσοστού που συμφώνησαν μεταξύ τους). Το ελάττωμα, τουλάχιστον ως προς το 1/5 της περιουσίας της Αγάθης που απασχολεί αυτή τη διαδικασία (και ως προς το 1/5 της περιουσίας της Αγλαΐας, εκ του οποίου το 1/20 κληρονομείται per stirpes από τους κληρονόμους της Αγάθης, που όμως δεν απασχολεί αυτή τη διαδικασία), είναι ελάττωμα κύρους. Η επίδραση του ελαττώματος στο κύρος μπορεί να συναχθεί και από όσα προβλέπει το άρθρο 27 Κεφ.
- Τέτοιο ελάττωμα, έχοντας υπόψη το εγχώριο σύστημα εγγραφής τίτλων, επηρεάζει τις μετέπειτα πράξεις, όσον αφορά τα μερίδια που δεν μπορούσαν να εγγραφούν στη Μαρία, ανεξαρτήτως καλοπιστίας του αποκτώντος. Αυτή η λειτουργία είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο σύστημα εγγραφής που ισχύει ακόμα στην Κύπρο, η δυνατότητα ένα ελάττωμα στην αλυσίδα των τίτλων, να έχει επίδραση στον τελικό τίτλο, χωρίς να ενδιαφέρει εάν ο αποκτών απέκτησε ή όχι καλόπιστα τον δικό του τίτλο. Γι' αυτό, όταν αποκτά κάποιος έναν τίτλο ακινήτου, θα πρέπει να ελέγχει όλη την ιστορία του, για να διασφαλίζει το κύρος της συναλλαγής. Η εμπλοκή του Εναγόμενου 1 και οι μετέπειτα πράξεις Η προαναφερόμενη διαπίστωση, ότι δηλαδή δεν ακολουθήθηκε ορθή διαδικασία κατά την κληρονομική διαδοχή χωρίς διαχείριση και μέσω Κτηματολογίου, καθιστά τα υπόλοιπα ζητήματα ως προς την εμπλοκή του Εναγόμενου 1 στη διαδικασία εγγραφής στη Μαρία δευτερεύουσας σημασίας. Θα πρέπει, όμως, να εξεταστούν. Γι' αυτό παρεμβάλλονται αρχικά συνοπτικά οι εκδοχές των ΜΕ2, ΜΕ5 και ΜΥ
- Η ΜΕ2, όπως ανέφερε, άκουσε από μία ξαδέλφη της ότι κάτι έγινε με ακίνητα που δικαιούνταν η μητέρα τους και αποκλείστηκε. Την περίοδο εκείνη, είχαν γίνει κι άλλες παρόμοιες ενέργειες, όπου αποκλείστηκαν πρόσωπα από κληρονομιές, που εντοπίστηκαν εκ των υστέρων από το Κτηματολόγιο. Ο Εναγόμενος 1 αρχικά αρνήθηκε πως προέβη σε οποιαδήποτε σχετική πράξη. Η ΜΕ2, όπως είπε, είχε καλή σχέση με τη Μαρία· όταν χρειάζονταν ιατρούς, παρόλο που η ΜΕ2 διαμένει στη Λευκωσία, βοηθούσε. Δεν μπορεί να προσδιορίσει τη συχνότητα, ούτε η σχέση ήταν τέτοια που γνώριζε και τα περιουσιακά της. Κάποια στιγμή, όταν ήταν στο σπίτι της, την ρώτησε η ΜΕ2 εάν γνωρίζει κάτι, και η Μαρία της είπε πως πήγε ο Εναγόμενος 1 και βρήκαν κάποια χωράφια της γιαγιάς που ήθελε να υπογράψει να τα πιάσουν. Η Μαρία του είπε πως έχει κι άλλα ανίψια, αλλά της είπε πως, εάν δεν γίνει, θα τα πιάσει το Κράτος. Είχε υποσχεθεί πως θα τα κανόνιζαν μετά με τους άλλους. Η ΜΕ2 θεώρησε το θέμα λήξαν. Τα ξαδέλφια της, παιδιά της Ευανθίας, προχώρησαν με αγωγή, όταν ο Εναγόμενος 1, παρόλο που υποσχέθηκε να επανορθώσει, δεν το έπραξε. Τα παιδιά της Αγάθης, επειδή δεν αρέσκονται σε αγωγές, περίμεναν να λυθεί το θέμα, με τον σωστό τρόπο, ωστόσο δεν έγινε οτιδήποτε. Έστειλαν προηγουμένως και την επιστολή του Τεκμηρίου
- Οι οικογενειακές σχέσεις, όπως είπε, δεν είναι τόσο στενές. Ο λόγος που κατάλαβαν και τα ξαδέλφια της ότι κάτι συνέβαινε ήταν οι συχνές επισκέψεις του Εναγόμενου 1 στη Μαρία, που μαρτύρησε κάποια γειτόνισσα. Δεν θυμάται πότε αποβίωσε η Μαρία, αλλά θυμάται πως αρρώστησε, ήταν στο νοσοκομείο και την είδε κάποιες φορές. Την τελευταία ημέρα πριν πεθάνει, την πήρε τηλέφωνο μία ιατρός και την ενημέρωσε για την κατάστασή της, βρήκε ιερέα και την κοινώνησε, εν τέλει αποβίωσε. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε διαύγεια, ήταν θρήσκα γυναίκα και καλός άνθρωπος και μπορούσε να την ξεγελάσει κάποιος με αυτό τον τρόπο. Όταν η ΜΕ2 ερωτήθηκε, κατά την αντεξέτασή της, εάν έλαβε και η ίδια οποιαδήποτε περιουσία στο όνομά της, ανέφερε πως το σπίτι το έκανε διαθήκη στις τέσσερις αδελφότεκνες της, και η μία ήταν η ίδια. Αλλά δεν γνωρίζει πότε έγινε αυτό. Ούτε τη διαθήκη γνωρίζει πότε την έκανε. Ήταν, όπως είπε, πάντοτε καλά μέχρι την ημέρα που πέθανε όσον αφορά τη σκέψη και τη συμπεριφορά της, το πρόβλημα που είχε ήταν κινητικό. Δεν γνωρίζει, η ΜΕ2, εάν έγιναν και άλλες μεταβιβάσεις από τη Μαρία εν ζωή. Η ίδια δεν την πίεσε με κάποια διαθήκη, αλλά για τον Εναγόμενο 1 της είπε η ίδια πως της είπε για τα ακίνητα στον Άγιο Αμβρόσιο. Δεν εξήγησε ακριβώς γιατί δεν αντέδρασε, αναφέροντας πως απλώς πίστεψε ό,τι της είπε ο Εναγόμενος 1, πως θα τα κανόνιζε μετά με τα άλλα ξαδέλφια, κάτι που όμως δεν έγινε. Περίμεναν. Μετά, επειδή βρήκαν ότι είχαν μεταβιβαστεί σε άλλον, και υπήρχε κίνδυνος να μπουν και ξένοι μέσα, προχώρησαν με αγωγή πρώτα τα ξαδέλφια τους, και τους παρακίνησαν να προχωρήσουν και οι ίδιοι. Ξέροντας την θεία της, ποτέ δεν θα έλεγε ότι οι αδελφές της είναι άτεκνες. Θεωρεί πως πίσω και από αυτό ήταν ο Εναγόμενος
- Η ίδια η θεία της δεν θα πήγαινε στο Κτηματολόγιο να ερευνήσει να δει για ακίνητα της γιαγιάς που ήταν ανεκμετάλλευτα. Η θεία της είχε φύγει από το χωριό. Όταν της υποδείχθηκε πως η ίδια πήρε από την περιουσία της θείας της σπίτι σε προνομιακή περιοχή, υψηλότερης αξίας, και ότι τα ακίνητα στον Άγιο Αμβρόσιο είναι πολύ χαμηλότερης αξίας, απάντησε ίσως, αλλά το παράπονο ήταν πως ο Εναγόμενος 1 δεν πήγε να τους βρει να εξηγηθούν και μεταχειρίστηκε την ηλικιωμένη γυναίκα. Εάν ακολουθούσε τη σωστή διαδικασία, δεν θα χρειάζονταν προσφυγές σε δικαστήρια. Στη συνέχεια, ανέφερε πως με τα δικά της ακίνητα, η θεία Μαρία μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, αλλά με τα ακίνητα της γιαγιάς υπάρχει διαφορά. Δεν υπήρχε χρησικτησία, κατά την ΜΕ2, αλλά αυτά τα είχε αναφέρει ο Εναγόμενος
- Για την απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή που κίνησαν τα ξαδέλφια της, άκουσε και γνωρίζει πως ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε να μεταβιβάσει τα μερίδιά τους επειδή κατάλαβε πως θα έχανε τη δίκη. Και ο ΜΕ5 ανέφερε πως και ο ίδιος είχε καλές σχέσεις με τη Μαρία, έμεναν κοντά, την έπαιρνε στο νοσοκομείο όποτε χρειάζονταν. Ανέφερε, όταν ερωτήθηκε για τη μεταβίβαση των ακινήτων στον Άγιο Αμβρόσιο, μεταξύ άλλων, πως η θεία του ήταν παντρεμένη και χωρίς παιδιά. Ήταν, όπως είπε, μια γυναίκα ηλικιωμένη, χωρίς τόση εμπειρία στη Λεμεσό με το Κτηματολόγιο ή τα Δικαστήρια, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, μια γυναίκα της εκκλησίας. Γνωρίζει για το πώς έγινε η εγγραφή στη Μαρία από τα έγγραφα του Κτηματολογίου και για το πώς έγινε εκ των υστέρων η μεταβίβαση στον Εναγόμενο 1 από ό,τι του είπαν άλλοι, αλλά και η Μαρία. Δηλαδή, ότι η Μαρία είχε την πεποίθηση, που και ο ίδιος άφησε να νοηθεί πως της δημιουργήθηκε από τον Εναγόμενο 1, πως εάν δεν τα εγγράψει κάπου, θα τα πιάσει το Κράτος. Ο ΜΕ5 δεν είπε ευθέως για τον Εναγόμενο 1, αλλά ανέφερε πως θα το έπραξε κάποιος που ασχολείτο με αυτά τα πράγματα, και ότι μόλις εγγράφθηκε στη Μαρία, μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 1, αφήνοντας επίσης να νοηθεί πως, από τα γεγονότα και τη σειρά τους, συνάγεται η εμπλοκή του Εναγόμενου 1 σε όλα τα στάδια, αλλά και η πρόθεσή του. Ο «σφετεριστής», όπως είπε, είχε και έναν θείο που εργάζονταν στο Κτηματολόγιο, στο τμήμα αγοραπωλησιών, επομένως θα ήξερε τι να κάνει. Η ίδια η θεία τους, δεν υπήρχε περίπτωση να ξεγελάσει κάποιον, λέγοντας πως οι αδελφές της δεν είχαν παιδιά. Η δήλωση εκείνη στον Κοινοτάρχη ενέχει ψέμα και δόλο, δεν ξέρει γιατί έγινε δεκτή, γνωρίζοντας και ο Κοινοτάρχης πως είναι μια γυναίκα ηλικιωμένη, και όπως είπε, τον ενοχλεί πολύ ο τρόπος που μεταχειρίστηκαν τη θεία του. Και ο ΜΕ5 επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της ΜΕ2 πως η Μαρία είχε και διαθήκη κατά τον θάνατό της, με την οποία άφησε ένα οικόπεδο στην Ομόνοια σε κάποιες αδελφότεκνες της. Υπήρχε και περιουσία στο Σούνι, που έδωσε σε άλλους. Όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του, τη διαθήκη την είχε κάνει πριν από πολλά χρόνια, μέσω κάποιου δικηγόρου του χωριού τους, ο οποίος απεβίωσε. Ήταν η διαδικασία στα χωριά, όπως είπε, οι γυναίκες να έχουν ένα κομμάτι για να κτίσουν σπίτι. Ήξερε ότι είχε και αδελφότεκνους και όταν έκανε τη διαθήκη. Αφήνοντας να νοηθεί πως, με τη διαθήκη της, η θεία, ήθελε να εξασφαλίσει τις θυγατέρες των αδελφών της, αφήνοντας τη λοιπή περιουσία της να διατεθεί με βάση τον νόμο. Όταν πληροφορήθηκαν για το τι έγινε με τον Εναγόμενο 1, ήρθε σπίτι τους, το συζήτησαν και είπε ότι θα τα κανόνιζε. Όταν πέθανε η θεία, παρέλειψε να το πράξει. Είχε πει στον Εναγόμενο 1 ότι θα έπαιρνε την υπόθεση στην Αστυνομία, αλλά αφενός δεν ήθελε να δυσκολέψει τη θεία του, αφετέρου θα είχε πρόβλημα και ο Κοινοτάρχης. Έγινε η αγωγή (Τεκμήριο 11) και εκδόθηκε εκ συμφώνου η απόφαση. Τον καιρό που έγινε η μεταβίβαση στον Εναγόμενο 1, η θεία τους δεν μετακινείτο, ο ΜΕ5 την είχε πάρει στο γηροκομείο, για να έχει συνεχή φροντίδα. Δεν είχε φυσική κατοχή στα ακίνητα, να τα καλλιεργεί, εκείνα ήταν σε άλλη τοποθεσία. Η συμφωνία που έκαναν με τον Εναγόμενο 1 ήταν να πάρουν από 1/3 οι κληρονόμοι της Αγάθης και της Ευανθίας. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ5, όταν του υποβλήθηκε από τη συνήγορο του Εναγόμενου 1 πως την αίτηση για εγγραφή στο όνομά της, την έκανε μόνη της η Μαρία και δεν φαίνεται πουθενά εμπλοκή του Εναγόμενου 1, ο ΜΕ5 απάντησε με ένταση «αν μια γυναίκα ηλικιωμένη, αμόρφωτη μπορεί να κάμει τούτη την δουλειά, εγώ να πάω στη θάλασσα να πέσω». Δεν έχει σημασία, όπως είπε, η αξία, αλλά ο τρόπος. Και η ΜΕ2 και ο ΜΕ5 δεν δέχονταν την εκδοχή πως μπορεί τα ακίνητα στον Άγιο Αμβρόσιο να ήταν μέρος της πρόθεσης της θείας, εφόσον άφησε με διαθήκη περιουσία σε άλλους κληρονόμους της, και διέθεσε και την περιουσία στο Σούνι, να μείνουν στα παιδιά του Γεώργιου, που συγκατατέθηκαν στην απόκτησή τους από τον Εναγόμενο
- Αμφότεροι, παρά το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση ήταν εκ συμφώνου, θεωρούν, επίσης, ότι το 1/3 είναι το ποσοστό που δικαιούται έκαστος, και ότι αποκλείεται ο Εναγόμενος 1 να θεώρησε δίκαιο, εάν δεν πήραν κάτι άλλο από τη θεία τους τα παιδιά της Ευανθίας, να τους επιτρέψει ένα ποσοστό στην αδιάθετη περιουσία. Ο Εναγόμενος 1[3] (ΜΥ1) αρνήθηκε την εμπλοκή του στη διαδικασία εγγραφής των ακινήτων στη θεία του. Επισκέπτονταν την θεία του όποτε μπορούσε, συνήθως Τετάρτες, μπορεί να περνούσαν και δέκα ημέρες, αναλόγως και της δουλειάς του. Ήταν στο σπίτι της, στη συνέχεια στο νοσοκομείο, και έπειτα στο γηροκομείο. Ανέφερε πως δεν θυμάται τα χρονικά πλαίσια ή επακριβώς τους διαλόγους πριν από χρόνια. Πιστεύει πως, όπως κάθε άνθρωπος έχει συμπάθειες, και η θεία τους δώρισε τα ακίνητα στον ίδιο (μέσω γενικού πληρεξουσίου στον ίδιο) από συμπάθεια. Ο ίδιος δεν θεώρησε αναγκαίο να αναφέρει οτιδήποτε αλλού, χωρίς να σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να ενημερωθούν από αλλού, όπως και από τη θεία τους. Ο ίδιος δεν ξέρει, όπως είπε, πού είναι τα ακίνητα, μόνον από τον δορυφόρο. Κατά την αντεξέτασή του βεβαίως είπε πως δεν μπορεί να τα αξιοποιήσει και ότι ήταν «άνθρακας ο θησαυρός». Ανέφερε πως του είπε η Μαρία πως θα του τα δώσει, εκείνος την ρώτησε για τα ξαδέλφια του (ως να τα είχε έγνοια) εάν δεν θα έχουν παράπονο, και η Μαρία του απάντησε πως τα κανόνισε. Το γενικό πληρεξούσιο το είδε, όπως είπε, πρώτη φορά στο σπίτι της. Του το έδωσε η ίδια, το έκανε η ίδια γιατί ήθελε να πάει ο Εναγόμενος 1 στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει τα ακίνητα με γενικό πληρεξούσιο, και ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στην ετοιμασία του. Ρωτήθηκε, πού βρήκε τον αριθμό της ταυτότητας του Εναγόμενου 1 η Μαρία, και απάντησε πως του την είχε ζητήσει κάποτε, δεν θυμάται, υπολόγισε πως ήταν για να του δώσει κανένα χωράφι. Του έδωσε έτοιμο το πληρεξούσιο, υπογεγραμμένο. Ο συνήγορος της Ενάγουσας διερωτήθηκε, «δεν ρώτησες τη θεία σου σε τι αφορά;» και η απάντηση του Εναγόμενου 1 ήταν «μπορεί να μου έκανε έκπληξη». Η προσπάθεια του Εναγόμενου 1 να πείσει ότι έλαβε ένα πληρεξούσιο γενικό από τη θεία του γιατί η ίδια ξαφνικά θυμήθηκε δύο ακίνητα στον Άγιο Αμβρόσιο για τα οποία δεν είχε ήδη φροντίσει, και ήθελε να τα δώσει στον Εναγόμενο 1, από συμπάθεια, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 1 γενικά απαντούσε με προφανή προσπάθεια αποφυγής και προκλητικότητα ως προς το ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί οτιδήποτε, γενικά και αόριστα, χωρίς διάθεση να βοηθήσει στο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή. Τη νομική σημασία της αλήθειας μόνον το Δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει. Ο λόγος για τον οποίον ο Εναγόμενος 1 πώλησε τα ακίνητα στην Εταιρεία του, όπως είπε, ήταν γιατί δεν μπορούσε να τα αξιοποιήσει (παρόλο που δεν τα γνωρίζει), και οι δικηγόροι του πρότειναν να γίνει μια εταιρεία, μέσω της οποίας να βρεθεί κάποιος επενδυτής. Δεν ήταν πονηριά, όπως είπε, για να φύγουν τα ακίνητα από πάνω του και να δείχνει ότι σε τρίτο πρόσωπο, που να παρουσιάζει ως καλόπιστο. Ωστόσο, δεν εξήγησε τα περί επένδυσης με σαφήνεια. Εάν ήταν πονηρός, είπε ο Εναγόμενος 1, με χρήση του γενικού πληρεξουσίου θα έκανε κι άλλες ενέργειες· μα η Μαρία δεν είχε άλλη περιουσία, άρα να κάνει ποιες άλλες ενέργειες; Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως δεν αισθάνεται πικραμένος ή αδικημένος από τη θεία του, αλλά με το γεγονός ότι, «για 700 πόθκια» εκτίθεται η μνήμη της στο Δικαστήριο. Την αγωγή, όπως είπε, θα έπρεπε να την έκαναν πριν από τον θάνατό της, ωστόσο τότε φοβούνταν ότι θα άλλαζε τη διαθήκη της. Αρνείται την εκδοχή του ΜΕ5 ότι συναντήθηκαν και ότι υποσχέθηκε οτιδήποτε. Οι ΜΕ2 και ΜΕ5 εξέφρασαν την άποψη πως η θεία τους δεν θα απέκρυπτε οποτεδήποτε πως οι δύο αδελφές της έχουν κληρονόμους. Αυτό, όμως, θα ήταν κάτι που θα συνέβαινε εάν η διαδικασία στο Κτηματολόγιο γίνονταν ορθά, δηλαδή εάν, κατά την επιτόπια επίσκεψη, ο κτηματολογικός λειτουργός και ο αρμόδιος Κοινοτάρχης συναντιούνταν με τη Μαρία. Ενδεχομένως, με βάση όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, να μην έγινε οποτεδήποτε τέτοια διαδικασία. Τα ενδεχόμενα δεν συνιστούν πάντως μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 έπεισε τη Μαρία να αποκρύψει ότι έχει και άλλους κληρονόμους, και η Μαρία, πεπεισμένη, το έπραξε. Ούτε οι ΜΕ1 και ΜΕ3, μάρτυρες του Κτηματολογίου, μπορούσαν να διαφωτίσουν για τον ακριβή τρόπο που έγινε η διαδικασία διανομής μέσω του Κτηματολογίου, πόσω μάλλον ο ΜΕ4, που δεν γνώριζε καν τη Μαρία ή τον Εναγόμενο 1 ή τα πρόσωπα που κατονομάζονται στα πιστοποιητικά που εξέδωσε το Κοινοτικό Συμβούλιο. Υπήρχε προφανώς το περιθώριο, στον Εναγόμενο 1 ή και σε οποιονδήποτε άλλον, να μεθοδεύσει απόκρυψη κληρονόμων σε μια τέτοια διαδικασία, κληρονομικής διαδοχής μέσω Κτηματολογίου. Περιθώριο που μπορεί να τύχει εκμετάλλευσης από ανθρώπους με τέτοια διάθεση και ικανότητα. Μπορεί, όμως, να οδηγήσει σε λάθος και χωρίς ύπαρξη δόλου, εφόσον, όπως και η ΜΕ1 επισήμανε, δεν μπορεί το Κτηματολόγιο να γνωρίζει εάν όντως υπάρχουν ή όχι κληρονόμοι, βασίζεται σε ό,τι του λένε, ιδίως ο αρμόδιος Κοινοτάρχης, που επιφορτίζεται και με το σχετικό καθήκον έρευνας, και σε ορισμένες περιπτώσεις τα δεδομένα μπορεί να μην είναι προσβάσιμα. Προφανώς, στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ο Κοινοτάρχης του τόπου των ακινήτων ήταν ο αρμόδιος, ούτε έρευνα φαίνεται πως έγινε, είτε από τον ίδιο είτε από τον κτηματολογικό λειτουργό, ούτε οι πληροφορίες που δόθηκαν (από όποιον κι αν δόθηκαν) και αποτέλεσαν τη βάση για την εγγραφή στη Μαρία ήταν οι ορθές. Η χαλαρότητα που υπήρξε ενδεχομένως να ήταν το αποτέλεσμα της πεποίθησης ότι πρόκειται για περιπτώσεις κληρονομικής διαδοχής ακινήτων για τα οποία ούτως ή άλλως δεν επιδείχθηκε ενδιαφέρον από τους κληρονόμους για τόσα χρόνια, οπότε και οι πιθανότητες να προκύψει πρόβλημα είναι απομακρυσμένες, ή εάν προκύψει, μπορεί απλώς να επιλυθεί. Ή λόγω αυτού που ανέφερε και η ΜΕ1, πως είναι χιλιάδες οι υποθέσεις ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα σε ονόματα αποβιωσάντων και δεν υπάρχουν διαχειρίσεις, ούτε ενδιαφέρον, κατ' επέκταση και πολλές οι υποθέσεις όπου η κληρονομική διαδοχή γίνονταν, έστω τότε, απευθείας μέσω του Κτηματολογίου και των επιτόπιων επισκέψεων των κτηματολογικών λειτουργών, χωρίς διαχείριση από το Δικαστήριο, με βάση ό,τι δηλώνονταν στο Κτηματολόγιο. Με τον τρόπο που γίνονταν η διαδικασία αυτή, δεν είναι και εύκολο να εντοπιστεί δόλος κάποιου, που μπορεί απλώς να εκμεταλλεύεται την περίσταση γιατί έχει ο ίδιος ενδιαφέρον για τέτοια περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, πέρα από μια συμπερασματική λογική, στην οποία μπορεί να οδηγηθεί ο καθένας, με βάση τα στοιχεία του Κτηματολογίου και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα - με αυτήν μαρτυρούν και οι ΜΕ2 και ΜΕ5 - , δεν υπάρχει κάποια περαιτέρω θετική μαρτυρία γεγονότος για την εμπλοκή του Εναγόμενου 1 στη διαδικασία εγγραφής στη Μαρία. Ότι, λόγου χάριν, ο Εναγόμενος 1 μίλησε με κάποιον στο Κοινοτικό Συμβούλιο Αγίου Αμβροσίου και με τον κτηματολογικό λειτουργό, καθοδηγώντας τους ή και πείθοντάς τους να μην διενεργήσουν έλεγχο, είτε της υπογραφής της Μαρίας στην αίτηση είτε των κληρονόμων της Ιωάννας ή να μην μιλήσουν με άλλους κληρονόμους της Ιωάννας· ή ότι ο ίδιος, φερόμενος ως ο εκπρόσωπος της αιτούσας στους αρμοδίους, απέκρυψε ενεργά τα ξαδέλφια του (που γνώριζε την ύπαρξή τους), γιατί είχε σκοπό να εξαπατήσει τις Αρχές και να εξωθήσει στην έκδοση πιστοποιητικού στο οποίο να μην αναφέρονται τα ξαδέλφια του και βάσει εκείνου να γίνει η εγγραφή του όλου (αντί του 1/4) των ακινήτων στη Μαρία, με απώτερο σκοπό ό,τι επακολούθησε, κ.λπ.. Πώς θα μπορούσε να γνωρίζει η Μαρία ή ο Εναγόμενος 1 ότι οι Αρχές δεν θα ερευνούσαν και δεν θα εντόπιζαν όλους τους κληρονόμους της Ιωάννας; Ο ΜΕ5 μίλησε με υπονοούμενα για βοήθεια του Εναγόμενου 1 εκ των έσω του Κτηματολογίου, αλλά η διαδικασία της απόδειξης στο Δικαστήριο, και δη η απόδειξη δόλου ή απάτης, δεν λειτουργεί με υπονοούμενα, ακόμα κι αν μπορεί να προκύψει μέσα από (δυνατή) περιστατική μαρτυρία. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε ρόλο ανακριτή, για να εξιχνιάσει το ίδιο την υπόθεση, να βρει μαρτυρία, ποιος μίλησε με ποιον και τι είπε ή δεν είπε. Βασίζεται στη μαρτυρία που παρουσιάζεται ενώπιον του από τις δύο πλευρές. Όλο αυτό που εξέθεσαν οι ΜΕ2 και ΜΕ5, σε συνάρτηση με το τι έχει ενώπιον του το Δικαστήριο ως μαρτυρία γεγονότων, είναι ένα υποθετικό σενάριο, βάσει του ότι (γεγονός που μαρτυρείται από τα στοιχεία του Κτηματολογίου) παρακάμφθηκαν οι κληρονόμοι της Αγάθης και της Ευανθίας από τη διαδοχή της Ιωάννας, σε συνάρτηση με το ότι δεν ήταν δυνατόν να παρακαμφθούν, εφόσον ήταν γνωστοί στη Μαρία, όπως και στον Εναγόμενο 1, στον οποίον τελικά κατέληξε η περιουσία, που όταν πέθανε η Μαρία, διατέθηκε περαιτέρω. Εάν οι ΜΕ2 και ΜΕ5 είχαν αυτές τις υποψίες, θα έπρεπε να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία, για να προχωρήσει σε σχετικό ανακριτικό έργο. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας για το θέμα της εμπλοκής του Εναγόμενου 1 στη διαδικασία εγγραφής στη Μαρία, παρόλο που δεν ήταν ανειλικρινής, δεν μπορεί να βασίσει εύρημα δόλου ή απάτης εναντίον του Εναγόμενου 1 για τον τρόπο που έγινε η εγγραφή στη Μαρία. Η μεταβίβαση του όλου των ακινήτων στον Εναγόμενο 1 έγινε δυνάμει δωρεάς Δ.1959/2006 ημερ.28.06.
- Η μεταβίβαση, όπως ανέφερε η ΜΕ1, έγινε από τη Μαρία στον Εναγόμενο 1 (Τεκμήρια 4, 5) βάσει γενικού πληρεξουσίου εγγράφου που υπέγραψε η Μαρία (ΠΛΕ573/06) την 08.02.2006 ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, με βάση το οποίο έδωσε στον Εναγόμενο 1 πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία της (Τεκμήριο 6). Βάσει αυτού, υπέγραψε ο ίδιος, ως αντίκλητος της Μαρίας, τη δήλωση δωρεάς των ακινήτων στον εαυτό του. Όπως ανέφερε η ΜΕ1, δεν υπήρχε οτιδήποτε που να δείχνει στο Κτηματολόγιο ότι δεν πρέπει να προχωρήσει με την πράξη. Η ΜΕ1 ανέφερε πως η επιστολή της Μαρίας στο Κτηματολόγιο για την εγγραφή των ακινήτων στον Άγιο Αμβρόσιο στο όνομά της έγινε την 09.01.2006, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από την χορήγηση του γενικού πληρεξουσίου στον Εναγόμενο 1 και τη δωρεά. Είναι σε αυτή τη σύμπτωση χρόνου που βασίζονται και οι ΜΕ2 και ΜΕ5, για να συμπεράνουν και δόλια ενέργεια του Εναγόμενου 1 ή κάποιου «σφετεριστή», όπως είπε ο ΜΕ5, όσον αφορά τη μεταβίβαση της περιουσίας της Μαρίας με δωρεά στον Εναγόμενο
- Προέβη η Μαρία σε αίτηση για εγγραφή την 09.01.2006, ενώ υποτίθεται πως δεν μπορούσε να προβεί η ίδια και στη δωρεά λίγο καιρό μετά, οπότε χρειάστηκε πληρεξούσιο, όπως ανέφερε ο ΜΥ
- Ενώ η Μαρία γνώριζε πώς να αιτηθεί στο Κτηματολόγιο την εγγραφή, συντάσσοντας και ηλεκτρονικά την επιστολή της, όπως υποστήριξε ο ΜΥ1, δεν γνώριζε πώς να προβεί σε άλλα διαβήματα. Αυτή η εκδοχή του ΜΥ1, σε συνάρτηση με τη σύμπτωση των χρόνων εγγραφής στη Μαρία και πληρεξουσιότητας στον Εναγόμενο 1 για δωρεά, δεν είναι τόσο πειστική, γενικότερα. Και σε αυτήν προστίθεται το δεδομένο πως ήταν μετά τον θάνατο της Μαρίας (Φεβρουάριος 2008) που ο Εναγόμενος 1 πώλησε τα ακίνητα στην Εταιρεία του. Η σύμπτωση των γεγονότων συνάδει με τη σκέψη των ΜΕ2 και ΜΕ5 πως δεν ανακάλυψε ξαφνικά η Μαρία τα ακίνητα στον Άγιο Αμβρόσιο, δύο χρόνια πριν από τον θάνατό της, έχοντας ήδη τακτοποιήσει τις γνωστές υποθέσεις της (ακίνητα στην Ομόνοια και στο Σούνι), και ενώ είχε προβλήματα υγείας ώστε να χρειάζεται την αρωγή των αδελφοτέκνων της για να μεταβαίνει στους ιατρούς (ΜΕ2, ΜΕ5, ΜΥ1), και αποφάσισε να τα εγγράψει στο όνομά της (ενώ γνώριζε πως οι αδελφές της είχαν παιδιά), και μετέπειτα να τα δωρίσει στον Εναγόμενο
- Ακόμα, όμως, κι αν ο Εναγόμενος 1 ανακάλυψε ο ίδιος τα συγκεκριμένα ακίνητα (για τα οποία δεν είχε ενδιαφερθεί οποιοσδήποτε στη διάρκεια των χρόνων από τον θάνατο της Ιωάννας) και έπεισε τη θεία του να προβεί σε ενέργειες εγγραφής στο όνομά της, με επιχειρήματα που δεν αληθεύουν μεν, αλλά που η Μαρία, με όσα γνώριζε, τα υιοθέτησε συνειδητά, δεν σημαίνει εξαναγκασμό της βούλησής της, να πράξει κάτι που δεν ήθελε πραγματικά. Ούτε από τα δεδομένα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, μέσα από τη μαρτυρία που διατέθηκε από τους ΜΕ2 και ΜΕ5, μπορεί να υπάρξει κατάληξη σε συμπέρασμα πως η βούληση της Μαρίας ήταν άλλη από το να περάσουν τα ακίνητα εξ ολοκλήρου στην ίδια. Όσον αφορά το τι θα συνέβαινε μετά, στα υπόψη είναι και το κοινά ομολογούμενο γεγονός, πως η Μαρία είχε διαθήκη με την οποία διέθεσε γνωστή σε εκείνην περιουσία στην Ομόνοια που ήταν γραμμένη στο όνομά της σε άλλους κληρονόμους της, όπως διέθεσε και περιουσία της στο Σούνι αλλού, αλλά και το γεγονός πως είχε και τους ΜΕ2 και ΜΕ5 κοντά της, όπως και τον ΜΥ
- Μένοντας προς το παρόν στα της εγγραφής της Μαρίας, ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ένας ξένος που δεν είχε καθόλου δικαίωμα στα επίδικα ακίνητα, ιδίως εάν είχε τις συγκαταθέσεις των αδελφών του για όλο το ποσοστό του Γεώργιου. Δηλαδή, εάν ήθελε, θα κινούσε ο ίδιος τη διαδικασία εγγραφής των ακινήτων βάσει κληρονομικής διαδοχής, λαμβάνοντας τις συγκαταθέσεις των αδελφών του και της Μαρίας και αποκρύπτοντας ο ίδιος τους άλλους κληρονόμους. Δεν χρειάζονταν να χρησιμοποιήσει τη Μαρία για τον σκοπό αυτό. Εάν η προσέγγιση της Μαρίας από τον ΜΥ1 στα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε σκοπιμότητα ή υστεροβουλία, όπως υποστήριξαν με τη μαρτυρία τους οι ΜΕ2 και ΜΕ5, και δεν είχε τη μορφή άδολης και ανιδιοτελούς αγάπης και στοργής, είναι συνθήκη που ασφαλώς δεν εγκρίνεται ηθικά (ούτε συνάδει με την αναμενόμενη κοινωνική συμπεριφορά προς την τρίτη ηλικία και γενικά προς άτομα που μπορεί, για οποιονδήποτε λόγο, να είναι πιο ευάλωτα). Πέρα από αυτό, εάν μέσα στο πλαίσιο επαφών του Εναγόμενου 1 με τη Μαρία, που ούτως ή άλλως υπήρχε, όπως και με τους υπόλοιπους, η βούληση της Μαρίας μπορεί να επηρεάστηκε με φυσικό τρόπο ως προς το τι θέλει ή δεν θέλει, όπως μπορεί να επηρεάζεται η βούληση κάθε ανθρώπου από διάφορα ερεθίσματά (τι αισθάνεται, τι βλέπει, τι ακούει, τι διαβάζει, τι μαθαίνει, κ.λπ.) κάποια εκ των οποίων καλά ή ελεγχόμενα και κάποια όχι, δεν μπορεί να ευκολία να ικανοποιήσει εκείνο το όριο όπου η επαφή καθίσταται εξαναγκασμός, πίεση, επιβολή, που να μπορεί να εκφραστεί με όρους νομικά επιλήψιμης αθέμιτης επιρροής, ανελευθερίας ή ακόμα και απάτης. Έχοντας υπόψη και το προαναφερόμενο, ότι ενδεχομένως και ο Εναγόμενος 1, που και ο ίδιος μπορούσε να πράξει ό,τι η Μαρία, να νόμιζε και ο ίδιος, μη γνωρίζοντας τον τρόπο νόμιμης διαδοχής, πως όντως, εάν δεν περάσει η περιουσία στη Μαρία, ως η μοναδική ζώσα θυγατέρα της Ιωάννας, μπορεί να μείνει αδέσποτη. Αντίληψη, που εάν γνώριζαν και ανέχθηκαν οι ΜΕ2 και ΜΕ5, σύμφωνα και με τα λεγόμενα της ΜΕ2, δεν μπορεί ξαφνικά να ερμηνευτεί ως δόλος ή απάτη από μέρους του Εναγόμενου 1, πόσω μάλλον εις βάρος της Ενάγουσας. Ασχέτως βεβαίως τυχόν γνώσης ή σιωπηρής συμφωνίας των λοιπών κληρονόμων στο να περιέλθει η περιουσία της Ιωάννας στη Μαρία (με κάποια κοινή αντίληψη ότι μπορεί να μείνει αδέσποτη ή και συνοδευόμενη με ό,τι προσδοκίες μπορεί να είναι ο καθένας για τη συνέχεια), που ο Εναγόμενος 1 δεν απέδειξε πως λήφθηκε υπόψη από το Κτηματολόγιο, ούτε οι ΜΕ1 και ΜΕ3 μαρτύρησαν σχετικά, το Κτηματολόγιο όφειλε να εξασφαλίσει τις ξεκάθαρες συγκαταθέσεις τους· όμως, με βάση τα πιστοποιητικά, παρακάμφθηκαν, λανθασμένα και κατά την ΜΕ
- Ο λόγος που παρακάμφθηκαν δεν μπορεί να αποδοθεί υποθετικά στον Εναγόμενο 1, ενώ μεσολαβούν, πραγματικά ή δυνητικά, οι ενέργειες τόσων άλλων ατόμων. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ5 πως η Μαρία εξέφρασε στους ίδιους την πεποίθηση, δίδοντας βάση σε αναλήθεια που της είπε ο ΜΥ1, σε σχέση με το ότι, εάν δεν εγγραφούν κάπου τα ακίνητα, θα τα πάρει το Κράτος, υπήρξε, αν και μη συγκεκριμένη. Δεν ανέφεραν πότε ακριβώς τους είπε η Μαρία κάτι τέτοιο αλλά άφησαν να νοηθεί πως ήταν πριν γίνει οποιαδήποτε πράξη. Δεν είπαν, κατά πόσο συζήτησαν μαζί της αυτή την πεποίθησή της, κατά πόσον, όντως, ήταν μια πεποίθηση που της έδωσε ο Εναγόμενος 1, γνωρίζοντας την αναλήθεια, και τι έπραξαν οι ίδιοι. Δεν συνάδει αυτό το σκηνικό και με την εκδοχή της ΜΕ2 ότι ήταν το 2008 που ανακάλυψαν τι έγινε με τα ακίνητα (που ανακάλυψαν τι, ότι η Μαρία απέκτησε το όλο τους ή ότι ο Εναγόμενος, κάνοντας χρήση πληρεξουσίου, δεν έκανε μια ίση διανομή όπως ανέμεναν, αλλά τα αποξένωσε). Εφόσον γνώριζαν την ύπαρξη τέτοιας πεποίθησης της Μαρίας, θα μπορούσαν να της πουν πως είναι αναλήθεια, και ποια είναι η ορθή πληροφορία. Γιατί να μην ισχύει η εκδοχή του ΜΥ1 πως και οι ΜΕ2 και ΜΕ5 κρατούσαν ασφαλείς αποστάσεις ή δεν παρέμβαιναν, γνωρίζοντας πως η θεία τους είχε διαθήκη, προκειμένου να μην της δημιουργηθεί το αίσθημα ότι ενεργούν οι ίδιοι με υστεροβουλία. Η πληροφορία που δέχονταν οι ΜΕ2 και ΜΕ5 ότι κάτι παράξενο συμβαίνει με τον Εναγόμενο 1 και τις επαφές του με τη θεία έρχονταν είτε από γείτονες (ποιους γείτονες, και γιατί δεν υπάρχει μαρτυρία τους στο Δικαστήριο) είτε από άγνωστες πηγές. Και γιατί ήταν παράξενο να επικοινωνεί ο Εναγόμενος 1 με τη θεία τους και όχι οι ίδιοι, δεν τοποθετήθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεγονότων ή συνθηκών. Εάν η Μαρία υιοθέτησε οικειοθελώς (γιατί μέχρι εκεί μπορούσε να γνωρίζει) πως, σε περίπτωση που τα ακίνητα στον Άγιο Αμβρόσιο, δεν διεκδικηθούν (από την ίδια ως τη μοναδική επιζούσα θυγατέρα της Ιωάννας), θα τα πάρει το Κράτος, και έσπευσε να ανταποκριθεί σε λύση που τυχόν της έδωσε ο Εναγόμενος 1 (και γνώριζαν οι υπόλοιποι) να αιτηθεί την εγγραφή στο όνομά της και έπειτα να του επιτρέψει να τα διαχειριστεί, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ο Εναγόμενος 1 εξαπάτησε τη Μαρία. Πώς είναι δυνατόν οι ΜΕ2 και ΜΕ5 να ισχυρίζονται τέτοια εξαπάτηση της Μαρίας και μη σεβασμό στη βούλησή της, αλλά να δέχονταν το αποτέλεσμα της ίσης κατανομής των ακινήτων που με τον ίδιο τρόπο απέκτησε η Μαρία. Το πώς η Μαρία διέθεσε την περιουσία της στους δικούς της κληρονόμους, με και χωρίς διαθήκη, δεν μπορεί να απολήξει με ασφάλεια στο ότι δικαιούχοι των μεριδίων της Μαρίας στα επίδικα ακίνητα είναι όλοι οι κληρονόμοι της, περιλαμβανομένων και εκείνων που έλαβαν άλλη περιουσία της. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ5, επίσης, ότι ο Εναγόμενος 1 υποσχέθηκε στη θεία τους να φροντίσει για τα επίδικα ακίνητα να μην αδικηθούν τα υπόλοιπα ξαδέλφια του (που συγκρούεται με την εκδοχή περί άγνοιας του τρόπου εγγραφής στη Μαρία), δεν δίδεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο και αντικειμενικό πλαίσιο γεγονότων, που να μην εκφράζει απλώς την επιθυμία των ΜΕ2 και ΜΕ5 να λάβουν και οι ίδιοι, εκτός από το μέρος των επίδικων ακινήτων που ανήκε στους ανιόντες τους, και μέρος αυτών που ανήκε στη Μαρία. Η αλυσίδα των γνωστών γεγονότων δεν δημιουργεί αναπόδραστη λογική προς την κατεύθυνση ότι η Μαρία ξεγελάστηκε από τον Εναγόμενο 1, σε οποιοδήποτε στάδιο. Η Μαρία παρουσιάστηκε από τη μία, και από τους ΜΕ2 και ΜΕ5 αλλά και από τον ΜΥ1, ως άτομο με έγνοια να καταρτίσει διαθήκη για να εξασφαλίσει τις θυγατέρες των αδελφότεκνών της ή και να διαθέσει περιουσία στο Σούνι ή και να αιτηθεί εγγραφή ακινήτων στο όνομά της, και από την άλλη ως μια ανήμπορη και αμόρφωτη γυναίκα του χωριού, που δεν ξέρει πώς λειτουργούν τα πράγματα, και μπορεί να τύχει εύκολα εκμετάλλευσης. Ότι η Μαρία ήταν σε προχωρημένη ηλικία χωρίς τη (σήμερα) συνήθη παιδεία της μέσης εκπαίδευσης, δεν σημαίνει πως δεν είχε γνώση του πώς γίνονται τα πράγματα γύρω της ή πως δεν ήταν ικανή ή ότι πρέπει να τυγχάνει υποτίμησης ως προς τις ικανότητες, τις επιθυμίες και τις επιλογές της. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως η διανοητική κατάσταση της Μαρίας επηρεάστηκε καθόλου, λόγω της ηλικίας της ή κάποιας ασθένειας. Αντίθετα, όλοι μαρτύρησαν πως είχε διαύγεια, ασχέτως των κινητικών της προβλημάτων, αυτά που πάντως δεν την εμπόδιζαν να μεταβαίνει σε ιατρούς με τη βοήθεια οικείων της ή και στο σπίτι της ΜΕ2 στη Λευκωσία, κατ' επέκταση και γιατί όχι στο Κτηματολόγιο ή αλλού, εάν χρειάζονταν. Η βούληση ενός ανθρώπου, ιδίως ευάλωτου, είναι πολύ σύνθετη συνθήκη, και η γνησιότητα στην έγνοια για την ελευθερία της, δεν θα πρέπει να συναρτάται με το ατομικό περιουσιακό ή άλλο συμφέρον. Η αγωγή της Ενάγουσας δεν είναι αγωγή για να αποκατασταθεί η περιουσία της Μαρίας με βάση την πραγματική βούλησή της για το όλο των ακινήτων που απέκτησε· βούληση που να ήταν γνωστή και εκφρασμένη με πιο συνεκτικό και στέρεο τρόπο, και να μπορεί η Ενάγουσα να αποδείξει. Το Δικαστήριο δεν έχει ούτε σχετικό δικονομικό πλαίσιο, αλλά ούτε και επαρκή στοιχεία, για να καταλήξει σε εύρημα ακυρότητας ή ακυρωσίας της δωρεάς που έγινε εν ζωή από τη Μαρία στον Εναγόμενο
- Όσον αφορά τα μερίδια στα επίδικα ακίνητα που η Μαρία απέκτησε χωρίς να δικαιούται, το προαναφερόμενο ελάττωμα κύρους ως προς εκείνα επηρεάζει και τις μετέπειτα πράξεις, τη δωρεά από τη Μαρία προς τον Εναγόμενο 1 και την πώληση από τον Εναγόμενο 1 προς την Εταιρεία βάσει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 25.05.2008 που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 05.06.2008 (ΠΩΕ1846/08) (Τεκμήριο 7). Για την αξία των επίδικων ακινήτων, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε ειδική μαρτυρία, αλλά από το Τεκμήριο 4, που αναφέρει απλώς την αξία γενικής εκτίμησης το 2013 και το 2018, φαίνεται πως η αξία τους μειώθηκε δραστικά στον χρόνο, ώστε να προσεγγίζει τις €50.000,00, συνολικά και για το όλο τους, με τιμές του
- Εάν το μερίδιο που δικαιούται η Ενάγουσα είναι το 1/5, η αξία της διαφοράς αναμεταξύ της περιουσίας της Αγάθης και του σημερινού κύριου των ακινήτων (με τις ίδιες τιμές) είναι περίπου €10.000,
- Η διαζευκτική αξίωση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις €50.000,00 για τα μερίδια που διεκδικεί η διαχείριση δεν δικαιολογείται, ενώ η μη απόδειξη ευθύνης του Εναγόμενου 1 για τη διαδικασία εγγραφής από το Κτηματολόγιο στη Μαρία των ακινήτων χωρίς τη συμμετοχή των κληρονόμων της Αγάθης, ή και άλλης ζημιάς, δεν μπορεί να οδηγήσει ούτε σε ικανοποίηση της απαίτησής της για άλλου είδους αποζημιώσεις. Συμπεράσματα και κατάληξη Παρά τη διαπίστωση, μέσα από τα στοιχεία του Κτηματολογίου, του ελαττώματος ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Κτηματολόγιο για την εγγραφή των επίδικων ακινήτων της Ιωάννας εξ ολοκλήρου στη Μαρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει με ακύρωση της εγγραφής στη Μαρία όσον αφορά το μερίδιο της Αγάθης (το δικό της 1/6 και το 1/30 της Ανίσιας) (1/5) χωρίς τη δικονομική παρουσία της περιουσίας της Μαρίας (μπορεί να επανανοίξει η διαχείριση εάν περατώθηκε· πάντως υπήρξε, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 3). Δεν μπορεί, το Δικαστήριο, να ακυρώσει την εγγραφή στη Μαρία όσον αφορά το μερίδιο της Αγλαΐας που κληρονομούν per stirpes τα τέκνα της Αγάθης (κληρονομιά της Αγλαΐας, και όχι της Αγάθης) με βάση απαίτηση της διαχειρίστριας της περιουσίας της Αγάθης, δηλαδή της Ενάγουσας. Οι κληρονόμοι της Αγλαΐας μπορούν να διεκδικήσουν τυχόν ακύρωση της εγγραφής εναντίον της περιουσίας της Μαρίας (μπορεί να επανανοίξει η διαχείριση για τον σκοπό αυτό). Δεν μπορεί, το Δικαστήριο, να ακυρώσει την εγγραφή στη Μαρία όσον αφορά το μερίδιο της Μαρίας στα ακίνητα και per stirpes των κληρονόμων του Γεώργιου, εάν η Μαρία και ο Γεώργιος, ως τέκνα της Ιωάννας, δικαιούνταν σε μερίδια στα επίδικα ακίνητα. Κατ' επέκταση των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ακυρώσει τις μετέπειτα πράξεις, περιλαμβανομένης της δωρεάς που έγινε από τη Μαρία εν ζωή για τα μερίδια που η ίδια κληρονόμησε νόμιμα (για την τελευταία, και εφόσον δεν εγέρθηκε αγωγή από ή εναντίον της περιουσίας της Μαρίας για επαναφορά σε αυτήν των μεριδίων, αλλά ούτε και αποδεικνύεται σε αυτή την αγωγή δόλος, απάτη, ή άλλη αιτία, εκ των αιτιών που δικογράφησε η Ενάγουσα). Όσον αφορά τα ακίνητα που πωλήθηκαν από τον Εναγόμενο 1 στην Eταιρεία, ασχέτως εάν την Eταιρεία διηύθυνε ο Εναγόμενος 1, πρόκειται για ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο απέκτησε την κυριότητα βάσει του κατατεθειμένου πωλητηρίου συμβολαίου που δεν ακυρώθηκε, και αυτής της περιουσίας, μετά τη διαγραφή της Εταιρείας, με την επιφύλαξη τυχόν επαναφοράς της Εταιρείας, επωφελείται η Κυπριακή Δημοκρατία, ως περιουσία bona vacantia, με βάση τα άρθρα 328 και 329 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113[4]. Η δικονομική παρουσία του προσώπου που επωφελείται της εταιρικής περιουσίας με βάση τον νόμο, που ασχέτως εάν ο Εναγόμενος 1 παραμένει ο εγγεγραμμένος κύριος των ακινήτων δεν είναι ο δικαιούχος της εγγραφής τους, είναι επίσης αναγκαία. Προφανώς και οι διαδικασίες και το κόστος τους για να γίνει επανόρθωση της παράκαμψης όλων των κληρονόμων από το Κτηματολόγιο κατά την κληρονομική διαδοχή μέσω του Κτηματολογίου θα μπορούσαν να αποφευχθούν με καλή διάθεση και συμφωνία όλων των εμπλεκόμενων συγγενών, χωρίς εστίαση σε προσωπικό όφελος, που, στο τέλος της ημέρας, μετά από χρόνια ταλαιπωρία, μπορεί να μην υφίσταται, επί της ουσίας, ή να είναι δυσανάλογο του όποιου οφέλους. Και η ΜΕ2 και ο ΜΥ1, κατά το τέλος της δίκης, κατάλαβαν και το εξέφρασαν πως είναι θλιβερή η διαδικασία μεταξύ συγγενών για περιουσιακά θέματα, σε συνάρτηση με τη μνήμη της θείας τους, για την οποία και οι δύο πλευρές δήλωσαν σεβασμό. Έναντι σε αυτόν, όμως, επικράτησε η αίσθηση δικαίου ή συμφέροντος, που διαφέρει στην κάθε πλευρά. Οι ΜΕ2 και ΜΕ5 ενοχλήθηκαν από τον τρόπο που έγιναν τα πράγματα, αισθάνθηκαν προσβολή, που επιδρά όχι μόνον στο περιουσιακό τους δικαίωμα, αλλά και στη θέση τους στην κληρονομική διαδοχή που τους καθορίζει, ή και σε συνάρτηση με τη σχέση τους με την αποβιώσασα (δεν ανέχονται να έτυχε εκμετάλλευσης) και τον Εναγόμενο
- Εάν γίνονταν διαφορετικά τα πράγματα, με ξεκάθαρο διάλογο όλων, και οι ίδιοι, δεν αποκλείεται να συναινούσαν σε κάτι. Ο ΜΥ1 ενοχλήθηκε από το ξαφνικό ενδιαφέρον των ξαδελφιών του για τα δύο ακίνητα, που είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κατέληξε στον ίδιο, και από τα επιχειρήματα περί δόλου και απάτης εναντίον του από τα συγγενικά του πρόσωπα, υπό το σύνολο των περιστάσεων. Υπάρχουν διαφορές, όπως αυτή, που δεν επιλύονται πλήρως με αντιπαράθεση, ή που μια αντιπαραθετική διαδικασία μπορεί να μην επιφέρει την επιθυμητή (για τον καθένα) δικαίωση. Είναι δυνατόν, υπό τις περιστάσεις, ανεξαρτήτως είτε επίδοσης είτε δικονομικής παρουσίας προσώπων που επηρεάζονται, να εκδοθεί αναγνωριστική απόφαση, στη βάση των ευρημάτων που προκύπτουν μέσα από τη διαδικασία, όσον αφορά τη διάγνωση του λάθους στη διαδικασία του Κτηματολογίου, προς οριστική διασαφήνιση τυχόν δικαιωμάτων που απασχόλησαν τη διαδικασία[5]. Είτε το Κτηματολόγιο, είτε η Ενάγουσα, είτε ο Εναγόμενος 1, μπορούν να βασιστούν σε αυτήν, από την οποίαν δεσμεύονται, για να επιλέξουν πώς θα ενεργήσουν περαιτέρω. Εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται πως η εγγραφή των πιο κάτω περιγραφόμενων ακινήτων από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, με διαδικασία κληρονομικής διαδοχής της Ιωάννας Μιχαήλ Κάτταλου, χωρίς τη συμμετοχή των κληρονόμων ή της διαχείρισης της περιουσίας της Αγάθης Παναγή Γιωρκή άλλως Αγάθης Πηλαβάκη («η αποβιώσασα»), είναι άκυρη, όσον αφορά τα μερίδια που κληρονόμησε με βάση τον νόμο η αποβιώσασα από την μητέρα της Ιωάννα Μιχαήλ Κάτταλου και την αδελφή της Ανίσια Παναγή Γιωρκή Γιαννακού που προαποβίωσε, που ανέρχονται στο 1/5 του όλου τους, εκτός εάν υπάρξει έγγραφη αποποίηση ή επικύρωση από την Ενάγουσα. Περιγραφή ακινήτων (α) Αριθμός εγγραφής [], Τμήμα [], Φ./Σχ.: [], Τεμάχιο [], Άγιος Αμβρόσιος Λεμεσού (β) Αριθμός εγγραφής [], Τμήμα [], Φ./Σχ.: [], Τεμάχιο [], Άγιος Αμβρόσιος Λεμεσού Η διαδικασία, ασχέτως εάν δεν απολήγει σε απόφαση με την οποία να εξαναγκάζεται το Κτηματολόγιο ή ο Εναγόμενος 1 σε ενέργεια, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, καταλήγει σε μία διαπίστωση στην οποία ο Εναγόμενος 1 εναντιώθηκε, επιχειρώντας να υποστηρίξει πως η διαδικασία εγγραφής στη Μαρία ήταν νόμιμη και έγκυρη. Αυτό ενώ και το ίδιο το Κτηματολόγιο διαπίστωσε πως είχε βασιστεί σε πιστοποιητικό στο οποίο δεν αναφέρονταν όλοι οι κληρονόμοι, και ότι ήταν μια λανθασμένη διαδικασία. Επιτυχούσα διάδικος είναι η Ενάγουσα, έστω κι αν δεν έλαβε τις θεραπείες όπως τις ζήτησε. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
- [3] Βλ. και Έγγραφο Α, 23.06.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ.
- [4] Βλ. και Real Chester Luxury Homes, Γενική Αίτηση 249/2022 i-Justice Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 20.02.2023, [5] Messier-Dowty Ltd v. Sabena SA (No 2) [2001] 1 All ER 275 σε [41]—[42], CA, βλ. και Financial Services Authority v. Rourke (t/a J E Rourke & Co) [2001] EWHC 704 (Ch) από Neuberger J, Fujifilm Kyowa Kirin Biologics Co Ltd v. AbbVie Biotechnology Ltd [2017] EWCA Civ 1 σε [59]-[60] από Floyd LJ, και συνόψιση Bank of New York Mellon, London Branch v. Essar Steel India Ltd [2018] EWHC 3177 (Ch) σε [21]. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο