Λ. Σ. ν. Ι. Α. κ.α., Αρ. Αγωγής 1032/14, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1032/14 Μεταξύ: Λ. Σ. Ενάγοντα - και -
- Ι. Α.
- ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού Λτδ. Εναγόμενων Αίτηση της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 3.8.22, για παροχή ασφάλειας εξόδων από τον Ενάγοντα Ημερομηνία: 10.1.2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κος Λαός Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Τριγγίδου Ενδιάμεση Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων ηλεκτρονικά, κατόπιν λήψης της ρητής τους συγκατάθεσης, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Δέκα περίπου χρόνια έχουν περάσει από τα γεγονότα που βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας υπόθεσης και ενώ είχε οριστεί για Προγραμματισμό της Ακρόασης της, καταχωρίστηκε η υπό κρίση ενδιάμεση Αίτηση με την οποία, η Εναγόμενη 1, ζητά όπως ο Ενάγοντας διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων για ποσό €24.693,19 ή ποσό που θα καθορίσει το Δικαστήριο (η «Αίτηση») και ν' ανασταλεί η διαδικασία μέχρις ότου ο Ενάγοντας συμμορφωθεί με τυχόν ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται, κυρίως, στη Διαταγή 60 θεσμοί 1, 2 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 (η «ΕΔ Αίτησης»). Συνοπτικά η ομνύουσα δικηγόρος, εκτός από αναδρομή στο περιεχόμενο του φακέλου, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας από ηλικίας 13 ετών διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό (παράγραφος 5 της ΕΔ Αίτησης) και ότι δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο ή σε χώρα με την οποία η Κύπρος είναι συμβεβλημένη για θέματα εκτέλεσης αποφάσεων προκειμένου, σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής, τα έξοδα να δύνανται να ανακτηθούν (παράγραφοι 10 και 11 της ΕΔ Αίτησης). Επίσης, στις 28.6.22 οι δικηγόροι του Ενάγοντα αιτήθηκαν από το Δικαστήριο αναβολή της υπόθεσης επειδή ο ίδιος αδυνατούσε να έλθει στην Κύπρο λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει (παράγραφος 13 της ΕΔ Αίτησης). Επειδή, κατά την ομνύουσα δικηγόρο, η Εναγόμενη 1 έχει καλή Υπεράσπιση ενώ ο Ενάγοντας δεν έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα, αλλ' ούτε πρόβαλε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς του, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων, ως ελάχιστο εχέγγυο για ανάκτηση των εξόδων που πιθανώς να επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης
- Υπολογίζει τα έξοδα εις το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω και προς τούτο επισυνάπτει προσχέδιο καταλόγου εξόδων ως (Τεκμήριο 1). Η πλευρά του Ενάγοντος καταχώρισε ειδοποίηση Ένστασης προβάλλοντας 11 λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί (η «Ένσταση»). Με αυτούς προκρίνονται ουσιαστικά ότι το γεγονός της διαμονής του Ενάγοντα στο εξωτερικό δεν ενεργοποιεί αυτομάτως την ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει να πληρωθεί ασφάλεια εξόδων και ότι ο ίδιος ο Ενάγων κατέχει και κινητή και ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, αλλά και καλή υπόθεση. Η Αίτηση δε, κατά την πλευρά του Ενάγοντος, είναι καταπιεστική, καταχρηστική, κατά παράβαση των δικαιωμάτων του και το ποσό που ζητείται είναι υπερβολικό. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που γίνεται επίσης από δικηγόρο, αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας διαμένει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Υπενθυμίζεται η βάση της αξίωσης του Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1 και υποστηρίζεται ότι τούτη είναι ισχυρή, εξ' ου και έχει ήδη εκδοθεί συντηρητικό διάταγμα από το Δικαστήριο και εκκρεμεί και σχετική ποινική υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης
- Επισυνάπτεται πιστοποιητικό έρευνας στο οποίο διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας διαθέτει ακίνητο στη Λεμεσό (Τεκμήριο 1 Ένστασης). Ο ομνύνοντας δικηγόρος επιχειρηματολογεί γράφοντας ότι το ποσό που αξιώνεται με την Αγωγή και κατακρατείται από την Εναγόμενη 1 είναι μεγαλύτερο από το ποσό που η Εναγόμενη 1 απαιτεί ως ασφάλεια εξόδων, ποσό που σε κάθε περίπτωση είναι υπερβολικό, μια και σε αυτό περιλαμβάνονται παράλογα έξοδα όπως 20 ακροάσεις. Η Αίτηση είναι υπέρμετρα καθυστερημένη και ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας έχει οικονομικά προβλήματα γενικά δεν είναι ορθός, αλλά η αναφορά σε αυτά, όταν έγινε, αφορούσε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και απρόσμενα έξοδα λόγω θανάτου του αδελφού του. Παρέλαβα γραπτές αγορεύεις από τους συνηγόρους των διαδίκων κατά την ημέρα της Ακρόασης. Στις 28 σελίδες της αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 καταγράφεται το ιστορικό της διαδικασίας, επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης και, με αναφορά σε Νομολογία, υποστηρίζεται ότι δεν υπήρξε ουσιαστική καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της Αίτησης επειδή ο Ενάγων διαμένει στο εξωτερικό, δεν διαθέτει αρκετή περιουσία στην Κύπρο και ουδείς εκ των λόγων Ένστασης ευσταθεί. Στην επίσης εμπεριστατωμένη αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα αντιτάσσεται, και πάλι με αναφορά σε Νομολογία, ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης από μόνη της είναι αρκετή για να οδηγήσει την Αίτηση σε απόρριψη, αλλά και ότι ο Ενάγοντας διαθέτει περιουσία, αλλά και ισχυρή υπόθεση, παράγοντες που συνυπολογίζονται θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της Αίτησης. Είναι κοινός τόπος των αντιδίκων συνηγόρων, μια και αμφότεροι παραθέτουν την ίδια επ' αυτού Νομολογία, ότι το επίδικο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο σταθμίζει, κατά περίπτωση, τους παράγοντες που πλαισιώνουν το συγκεκριμένο αίτημα. Κύριος παράγοντας είναι το ζήτημα της διαμονής. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει διαφωνία επί του σημείου τούτου. Ο Ενάγοντας είναι, κατά κοινή αντίληψη, μόνιμος κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Από εκεί και πέρα, σύμφωνα με τη σχετική με το θέμα Νομολογία, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου χαρακτηρίζεται ως ευρύτατη[1] και εκείνα που, κυρίως, εξετάζονται είναι
(1)το κατά πόσο ο Ενάγοντας διαθέτει περιουσία, και δη ακίνητη, στην Κύπρο και
(2)η ισχύς της υπόθεσης του[2]. Με τούτα κατά νου, προχωρώ να εξετάσω τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς: Ο πρώτος είναι η αναφορά της πλευράς της Εναγόμενης 1 στη δήλωση του δικηγόρου του Ενάγοντα αναφορικά με οικονομικές δυσκολίες του πελάτη του, που δεν του επέτρεψαν να βρίσκεται στην Κύπρο για σκοπούς Ακρόασης της Αγωγής, στις 28.6.
- Ανατρέχοντας στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι η αναφορά του δικηγόρου του Ενάγοντα πράγματι ήταν ότι ο πελάτης του αντιμετώπιζε προσωπικές και οικονομικές δυσκολίες μεν, αλλά ότι είχε μεριμνήσει να εξεύρει οικονομικούς πόρους και να ταξιδέψει στην Κύπρο για σκοπούς της Ακρόασης, εντός των επόμενων, από την ημερομηνία του σχετικού πρακτικού, δύο μηνών. Δεν έχει επεξηγηθεί ικανοποιητικώς από την πλευρά της Εναγόμενης 1 με ποιο τρόπο η δήλωση τούτη επιδρά στην υπό κρίση διαδικασία. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής καταγράφεται μόλις στην πρώτη παράγραφο του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 5.3.2014 και άρα το γεγονός ήταν γνωστό στην Εναγόμενη 1, τουλάχιστον κατά τον χρόνο που η ίδια ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση για την Αγωγή. Το κατά πόσο ο Ενάγοντας διαθέτει ή διέθετε στη χώρα διαμονής του, κατά τον χρόνο που έγινε η δήλωση του δικηγόρου του, οικονομικούς πόρους για να ταξιδέψει στην Κύπρο ή αν εκεί αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες ή όχι, δεν κρίνεται ικανό προκειμένου να στηρίξει το αίτημα της Εναγόμενης 1 στη βάση της κατ' ισχυρισμό ανυπαρξίας περιουσιακών στοιχείων εναντίον των οποίων θα μπορεί να εκτελεστεί τυχόν απόφαση για τα έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής. Άλλωστε, είναι η ίδια η πλευρά της Εναγόμενης 1 που προτείνει ότι ο Ενάγοντας δεν διαθέτει ικανοποιητική περιουσία στην Κύπρο και ότι βρίσκεται σε χώρα με την οποία η Κύπρος δεν έχει συμβληθεί είτε άμεσα είτε μέσω συνθήκης. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η εν λόγω αναφορά του δικηγόρου του Ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελεί μέρος του σκεπτικού για την προώθησή του αιτήματος της Εναγόμενης
- Ας μην λησμονείται επίσης ότι, τυχόν αφερεγγυότητα ή οικονομική αδυναμία ενάγοντος, δεν οδηγεί σε έγκριση της αίτησης, ιδίως όταν κάτι τέτοιο θα απέληγε ουσιαστικά σε αποστέρηση του δικαιώματος προσώπου σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη[3]. Για τον ίδιο λόγο, η δήλωση του δικηγόρου του Ενάγοντος στις 28.6.22, δεν είναι ούτε επαρκής αιτιολόγηση της, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας Αίτησης, ως, εν μέρει, προτείνεται στην παράγραφο 46 της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου της Εναγόμενης 1, από τη στιγμή που η ίδια η Εναγόμενη 1, τουλάχιστον από την ημέρα που έλαβε γνώση της διαδικασίας γνώριζε τον τόπο μόνιμης διαμονής του Ενάγοντα. Εξετάζοντας το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώριση της Αίτησης, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ούτε, ως ανέφερα ανωτέρω, με επίκληση της αναφοράς του δικηγόρου του Ενάγοντα σε οικονομικές δυσκολίες του πελάτη του σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ούτε στην αλλαγή δικηγόρου της Εναγόμενης 1 (παράγραφος 46 της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου της Εναγόμενης 1). Κανένας εκ των προβαλλόμενων λόγων κρίνεται ικανός για να επεξηγήσουν το προφανές χρονικό χάσμα που χωρίζει το σημείο κατά το οποίο η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση και το σημείο που πράγματι την καταχώρισε. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω τα εξής:
(1)τη ρητή πρόνοια του θεσμού 1 της Διαταγής 60 που αναφέρει ότι η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της Αγωγής[4],
(2)τις σχετικές αρχές της Νομολογίας, στις οποίες διαφαίνεται ότι η καθυστέρηση για να οδηγήσει σε απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος θα πρέπει συνυπάρχει με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες[5], ζήτημα που προχωρώ ευθύς να εξετάσω πιο κάτω, και
(3)το γεγονός ότι η πλευρά του Ενάγοντος δεν υποδεικνύει οποιοδήποτε τρόπο με τον οποίο η καθυστέρηση τούτη επιδρά αρνητικά στην υπόθεσή του, πέραν από την καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής (παράγραφοι 16 και 30 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Ένσταση). Πιο συγκεκριμένα, το θέμα αυτό της καθυστέρησης πραγματεύτηκε και σειρά αποφάσεων, σχετικά πρόσφατων, στην Αγγλία. Χαρακτηριστικά παραπέμπω σε αποσπάσματα από την απόφαση του Δικαστή Hildyard στην υπόθεση Re RBS [2017] 1 WLR 4635, στο πρώτο εκ των οποίων γίνεται αναφορά σε προγενέστερη απόφαση του Richard Millet QC στην υπόθεση Re Bennet Invest [2015] EWHC 1582 στην οποία αναφέρθηκε: «Delay in making the application is one of the circumstances to which the court will have regard when exercising its discretion to order security. The court may refuse to order security where delay has deprived the claimant of the time to collect the security, or led the claimant to act to his detriment or may cause hardship in the future costs of the action. The court may deprive a tardy applicant of security for some or all of his past costs or restrict the security to future costs [.]». Και πιο κάτω στην απόφαση (του ίδιου του Δικαστή Hildyard): «Once again, however, there are no hard and fast rules. An order for security for costs can be made at any stage of the proceedings. For example, in Warren v Marsden [2014] EWHC 4410 (Comm) an application for security against a claimant was made three months before the date fixed for the trial, in an action which had commenced 2 years and 3 months before the hearing of the application. Teare J held that the material being relied upon to support the application had been available for "a very long time" and that the application could have been made at the commencement of the action rather than shortly before trial. However, he nevertheless granted security (albeit limited to future costs). Thus the balance may be struck in the context of delay by fashioning the order so as to restrict it in its application to costs from and after a later point.». Στρέφω τώρα την προσοχή μου στους λοιπούς παράγοντες που περιβάλλουν το αίτημα και σπεύδω να επισημάνω ότι η πλευρά του Ενάγοντος δεν εγείρει ζήτημα αδυναμίας του ιδίου να ικανοποιήσει τυχόν διαταγή του Δικαστηρίου να επωμιστεί τα έξοδα της διαδικασίας. Αντίθετα, διάχυτη στην Ένσταση και υποστηρικτική ένορκη δήλωση είναι η θέση ότι ο Ενάγοντας έχει και κινητή και ακίνητη περιουσία ικανή να καλύψει τυχόν εναντίον του διαταγή για έξοδα (λόγοι Ένστασης 2 και 5 και παράγραφοι 11, 12 και 17 της ένορκης δήλωσης Ένστασης). Παρατίθεται μάλιστα και το Τεκμήριο 1 Ένστασης στο οποίο φαίνεται ότι ο Ενάγων διαθέτει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο εγγεγραμμένη στο όνομά του. Αναφέρεται επίσης ότι ο Ενάγοντας κατέχει και κινητή περιουσία στην Κύπρο, με τη σύνδεση να γίνεται με το ποσό που κατ' ισχυρισμό η Εναγόμενη 1 κατακρατεί από εκείνον (σελίδα 9 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του). Εν όψει της πιο πάνω θέσης, σε συνδυασμό με τα όσα προβάλλει η πλευρά του Ενάγοντος, δεν θεωρώ ότι έχει δοθεί εκ μέρους του οποιαδήποτε επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο, ως ισχυρίζεται, τυχόν διαταγή για να παρέχει ασφάλεια εξόδων, θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματός του να προωθήσει την Αγωγή του ή να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η πλευρά της Εναγόμενης 1 διατείνεται ότι από την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία που περιγράφεται στο Τεκμήριο 1 ένστασης στον Ενάγοντα αντιστοιχεί το 1/60 μερίδιο, πράγμα που σημαίνει ότι, κατά τους υπολογισμούς της, στη βάση της αξίας του όλου που αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο, αναλογεί στον Ενάγοντα περιουσία αξίας €2,183.
- Σημειώνεται επίσης ότι η πλευρά του Ενάγοντος δεν προσκόμισε άλλη εξήγηση, ούτε σχολίασε το ζήτημα της αξίας της περιουσίας. Όσων αφορά την αξία της αποκαλυφθείσας περιουσίας, εκ των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν μπορώ να παρά να δεχθώ, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε οτιδήποτε πέραν από διατύπωση μιας εκ πρώτης όψεως εντύπωσης για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, από τη μία μεριά ότι η αξία της πιθανόν να μην είναι τέτοια που να μπορεί να καλύψει τυχόν ποσό εξόδων πλήρως επιδικασθέν εναντίον του Ενάγοντος κατόπιν ακρόασης της Αγωγής στην κλίμακα στην οποία καταχωρίστηκε η Αγωγή, αλλά και από την άλλη ότι η περιουσία αυτή δεν παύει να αποτελεί ακίνητη περιουσία στο όνομα του Ενάγοντος που ευρίσκεται στην Κύπρο. Έρχομαι τώρα στους ισχυρισμούς από τη μία υπέρ της ισχύος της υπόθεσης του Ενάγοντα και από την άλλη περί της ισχύος της Υπεράσπισης της Εναγόμενης
- Στη βάση των εν λόγω ισχυρισμών, στην όψη τους και μόνο, δεν μπορώ και ούτε πρέπει, επί του παρόντος, να προδιαγράψω την τύχη της υπόθεσης. Η Αγωγή φαίνεται να εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό οικειοποίηση ποσού χρημάτων που ανήκε στον Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1, η οποία, πάντα κατ' ισχυρισμό, μεταξύ άλλων, απέσπασε και χρησιμοποίησε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, που υπεγράφη από τον Ενάγοντα και τη διόριζε γενική πληρεξούσιό του, υπό καθεστώς που υποδηλοί δόλο ή και απάτη. Δηλαδή, ότι η Εναγόμενη 1, ενώ γνώριζε ότι ο Ενάγων δεν γνώριζε ελληνικά, του παρουσίασε προς υπογραφή έγγραφο το οποίο αποτελούσε γενικό πληρεξούσιο έγγραφα και όχι ειδικό, ως ήταν η πρόθεσή του να υπογράψει, και εκείνος το υπέγραψε με αποτέλεσμα ή και συνακόλουθα η Εναγόμενη 1 να υπερβεί την πραγματική εξουσιοδότησή της από τον Ενάγοντα και να προβεί σε πράξεις που εν πάση περιπτώσει έβαιναν προς ζημιά του Ενάγοντος. Η εκδοχή της Εναγόμενης 1, όπως την έχω αντιληφθεί, θέλει τον Ενάγοντα να της έχει σκόπιμα και ενσυνείδητα υπογράψει Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, προκειμένου εκείνη να χειρίζεται τις υποθέσεις του στην Κύπρο ενόσω αυτός βρισκόταν στο εξωτερικό. Ο δε ισχυρισμός περί μη κατανόησης εκ μέρους του Ενάγοντος της ελληνικής γλώσσας απορρίπτεται, ενώ επίσης προβάλλεται ότι όλες οι ενέργειες της Εναγόμενης 1 γίνονταν εντός των πλαισίων της πληρεξουσιότητας και εν γνώση του Ενάγοντος. Προκύπτει συνεπώς ότι, εν πρώτοις, εναπόκειται στον Ενάγοντα να αποδείξει κατά τη δίκη τους ισχυρισμούς του περί δόλου ή και απάτης, αλλά και εκείνους περί υπέρβασης ή παραβίασης της πληρεξουσιότητας της Εναγόμενης 1, στο πλαίσιο της μέχρι στιγμής κοινώς παραδεχτής υπογραφής του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου και να αποδείξει την πραγματική του πρόθεση κατά την υπογραφή. Συνεπώς, κατά την άποψή μου, δεν είναι στο παρόν στάδιο δυνατό ν' αποκλείσω οποιαδήποτε εκ των αντιμαχόμενων εκδοχών ως αδύναμη, αλλά, η εκ πρώτης όψεως αποτίμησή μου της ισχύος της υπόθεσης του Ενάγοντος, σε συνδυασμό με τους λοιπούς παράγοντες που σχετίζονται με την υπό κρίση διαδικασία, δεν θα καθιστούσε τυχόν έγκριση του υπό κρίση αιτήματος άδικη. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, δηλαδή ότι ο Ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και ότι παρουσίασε ότι διαθέτει κάποια σχετικά χαμηλής αξίας ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, αλλά και ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος της Εναγόμενης 1 θα ήτο άδικη για τον Ενάγοντα με αναφορά στην ισχύ της υπόθεσής του, κρίνω ότι η καθυστέρηση, παρά το ότι ήταν μεγάλη και κατ' ουσία αναιτιολόγητη, δεν συνοδεύεται με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες. Τούτα, σε συνδυασμό με την εκτίμηση της δυνατότητας εκτέλεσης τυχόν απόφασης εναντίον του Ενάγοντα όσων αφορά τα έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής, κρίνω ότι οδηγούν σε επιτυχή κατάληξη της Αίτησης, όχι όμως για το ποσό ασφάλειας που η πλευρά της Εναγόμενης 1 προτείνει. Έχοντας κατά νου τον, κατά τα άλλα, βοηθητικό ρόλο που έχει το Τεκμήριο 1 της Αίτησης, επισημαίνω τα εξής τα όποια έλαβα υπόψη μου στην εκτίμηση ποσού που κρίνω εύλογο να διατάξω όπως δοθεί ως ασφάλεια εξόδων: Τα σημεία 1 έως 11 του συνημμένου Τεκμηρίου 1 της Αίτησης αφορούν τη διαδικασία παραμερισμού της απόφασης που είχε ερήμην εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης
- Στις 25.11.15 το Δικαστήριο εξέδωσε μεν απόφαση παραμερισμού της απόφασης, πλην όμως διέταξε όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Επίσης αναφορικά με την Αίτηση της Εναγόμενης 1 για επιστροφή τεκμηρίων για την οποία συμπεριλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 της Αίτησης και δικηγορικά και πραγματικά έξοδα, το Δικαστήριο, εγκρίνοντας το αίτημα στις 27.9.16, δεν επιδίκασε έξοδα. Ούτε στην ίδια αίτηση για επιστροφή ζητούντο τα έξοδα τούτα. Επίσης η συμπερίληψη συνολικά 4 εμφανίσεων για την Κλήση για Οδηγίες και 10 για Ακρόαση της Αγωγής, όταν ακρόαση δεν έλαβε χώρα, κρίνεται υπερβολική. Σε σχέση δε με τα μελλοντικά έξοδα, στα σημεία 1 - 5 του σχετικού μέρους του Τεκμηρίου 1 της Αίτησης, αυτά αφορούν τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας για τα οποία το Δικαστήριο πρόκειται να καταγράψει την απόφασή του πιο κάτω, ενώ υπερβολικές στον αριθμό κρίνω είναι και οι 8 δικάσιμες που προβλέπονται στα σημεία 8 έως
- Βάσει των πιο πάνω και συνυπολογίζοντας και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας διαθέτει κάποια ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, κρίνω ότι το ποσό των €3700 είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογο. Συνεπώς η Αίτηση επιτυγχάνει στο βαθμό που ανέφερα προηγουμένως. Ο Ενάγοντας διατάσσεται να καταθέσει το ποσό των €3700 είτε σε μετρητά είτε υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ως ασφάλεια για τα έξοδα της Εναγόμενης 1, εντός 90 ημερών από σήμερα. Σε περίπτωση που δεν το πράξει εντός των 90 ημερών από σήμερα, η Αγωγή θα θεωρείται απορριφθείσα. Μέχρι τότε η διαδικασία τελεί υπό αναστολή. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, εν όψει της φύσεως του αιτήματος και του γεγονότος ότι αυτό σχετίζεται άμεσα με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου επί των εξόδων της Αγωγής, κρίνω δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. Η ημερομηνία 16.2.23 ακυρώνεται και η Αγωγή ορίζεται στις 11.4.23 και ώρα 9.00 π.μ. για προγραμματισμό της Ακρόασης, εκτός εάν ο Ενάγοντας δεν συμμορφωθεί με την πιο πάνω διαταγή του Δικαστηρίου. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Sememces v. Apak Agro Industries Ltd. κ.α. (Αρ. 2)
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1170 [2] Βλ. Genemp Trading Ltd. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία πρώην Λαϊκή Κυπριακή Εταιρεία Λτδ.
(2011)1 ΑΑΔ 1314 [3] Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν Ιάκωβου Πέτρου κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1698 [4] Στο πρωτότυπο: «[.] at any stage of the action [.]» [5] Βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Sememces (υποσημείωση 1 ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο