← Κύπρος

PJSC NATIONAL BANK "TRUST" ν. EUROBANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής 1432/2022, 27/1/2023

PJSC NATIONAL BANK "TRUST" ν. EUROBANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής 1432/2022, 27/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1432/2022 i Justice Μεταξύ: PJSC NATIONAL BANK "TRUST" Ενάγουσας Και EUROBANK CYPRUS LTD (και 2-44 ως οι Εναγόμενοι στο Παράρτημα «Α») Eναγομένων --------------------------- Αίτηση Balamer Holdings Ltd, Beristor Holdings Ltd και Merahall Holdings Ltd ημερ. 16.12.2022 για Παρέμβαση και Προσθήκη ως Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: κα Μ. Σπυρίδη για S.D.M. Spyrides LLC Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Τσιρίδης με κα Α. Χαραλαμπίδη για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτήτριες ζητούν διατάγματα με τα οποία να επιτρέπεται η προσθήκη τους ως Εναγομένων 45-47 στην Αγωγή, καθώς επίσης και η προσθήκη τους ως Καθ΄ ων η Αίτηση και η καταχώριση ένστασης στη μονομερή αίτηση ημ. 13.9.22 για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΑΣ, ενός εκ των διευθυντών των Αιτητριών στην οποία επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι Αιτήτριες νομιμοποιούνται να προστεθούν στην αίτηση ημ. 13.9.22 και στην Αγωγή. Ο ΑΣ βασικά ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης κατονομάζει τις Αιτήτριες ως πιθανές εναγόμενες σε μελλοντικές διαδικασίες καθότι φέρονται ενδεχομένως να συμμετείχαν στην ισχυριζόμενη δόλια συνωμοσία εναντίον της τράπεζας Rost Bank, την οποίας η Ενάγουσα φέρεται ως νόμιμη διάδοχος. Ο ΑΣ επικαλείται συμφωνία διευθέτησης ημ. 5.9.19 δυνάμει της οποίας οι Αιτήτριες απαλλάγησαν από οποιαδήποτε απαίτηση μεταξύ της Ενάγουσας και του Safmar Group και άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των Αιτητριών, δυνάμει της οποίας εν πάση περιπτώσει οι Αιτήτριες έχουν ήδη αποκαλύψει όλες τις συναλλαγές και τα έγγραφα που σχετίζονται με αυτές. Ο ΑΣ ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια επειδή δεν αποκάλυψε τη συμφωνία διευθέτησης και ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση και προώθηση της παρούσας Αγωγής και συνακόλουθα της αίτησης ημ. 13.9.

  1. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στο ότι οι Αιτήτριες δεν έχουν έννομο συμφέρον στη διαδικασία, η Ενάγουσα δεν θα κινηθεί νομικά εναντίον των Αιτητριών ούτε και θα χρησιμοποιήσει τα αποκαλυφθέντα στοιχεία εναντίον τους, η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι μεταγενέστερη της Αίτησης παρέμβασης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του DP ημ. 13.9.22 η οποία συνοδεύει την αίτηση ημ. 13.9.22 και στην ένορκη δήλωση μετάφρασης αυτής, καθώς επίσης και στην ένορκη δήλωση του ΣΒ που συνοδεύει την ένσταση. Στην ένορκη του δήλωση ο ΣΒ, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα, διαφωνεί με την ερμηνεία που δίδουν οι Αιτήτριες αναφορικά με τη συμφωνία διευθέτησης και αναφέρει ότι η συμφωνία δεν αφορά όλες ανεξαιρέτως τις συναλλαγές μεταξύ των μερών ούτε και η διενεργηθείσα αποκάλυψη καλύπτει όλο το φάσμα των υπό κρίση γεγονότων. Σύμφωνα με τον ΣΒ, παρόλο που η συμφωνία δεν καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση, εντούτοις η Ενάγουσα έχει δεσμευτεί να μην κινηθεί δικαστικά εναντίον των Αιτητριών λόγω του κατεπείγοντος της Αίτησης, και αυτές προωθούν την Αίτηση κακόπιστα με σκοπό την καθυστέρηση στην όλη διαδικασία. Ο ΣΒ θεωρεί ότι κάποιες θέσεις του ΑΣ αφορούν στην ουσία της αίτησης αποκάλυψης και όχι την υπό κρίση Αίτηση παρέμβασης και εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι η διενεργηθείσα αποκάλυψη έχει αναφερθεί από τον DP στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 13.9.22 και ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για να ξεκαθαρίσει το όλο φάσμα της πολύπλοκης συνωμοσίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο όπως τα πρόσωπα για τα οποία ζητούνται οι πληροφορίες είναι και διάδικοι. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής πως ο λόγος ένστασης περί του μη νομότυπου της Αίτησης λόγω μεταγενέστερης ημερομηνίας της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν αναφέρεται στην αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας και επομένως θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις καταχωρίσεις στο σύστημα i Justice, τόσο η Αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει έχουν καταχωριστεί ενιαία, ως ένα έγγραφο, με ημερομηνία καταχώρισης τις 15.12.22 και η ένορκη δήλωση φέρεται να έχει υπογραφεί ενώπιον ορκίζοντος δικηγόρου την ίδια μέρα, ήτοι στις 15.12.
  2. Επομένως, τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, σύμφωνα με τον φάκελο που τηρείται στο σύστημα, δεν υποστηρίζουν τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Και οι δύο πλευρές παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην προγενέστερη ενδιάμεση απόφαση του ημ. 28.11.19 στην Αγωγή 1522/19 ΕΔ Λεμεσού επί του ζητήματος της παρέμβασης και πάλι στα πλαίσια Αγωγής και μονομερούς αίτησης για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως και παραθέτει αυτούσιο το μέρος της νομικής ανάλυσης του ζητήματος από την εν λόγω απόφαση: «Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.16 r.
  3. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πως πρόσωπο το οποίο είναι εμμέσως ενδιαφερόμενο («indirectly interested») δεν θα προστεθεί - Moser v. Marsden

(1892)1 Ch. 48, και πως πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία από τον ενάγοντα δεν θα προστεθεί ενάντια στη θέληση του τελευταίου - Hood-Barrs v. Frampton & Co
(1924)W. N. 287. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» ............................... Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, προσφέρει επίσης μια διαφωτιστική και ολοκληρωμένη ανάλυση του όλου θέματος: «In the case of Artemis v The ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. p.153 I had the opportunity to deal extensively with the aforesaid Orders regarding the addition of a defendant and the principles applicable thereto. I pointed out that rule 30 corresponds in all material respects to Order 9, rule 10 of our Civil Procedure Rules . . it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it; also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v Goschen
(1898)1 Ch.81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B.; The Result
(1958)P. 174 at p.184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjoinder, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v The Result
(1958)P. 174.» Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v Dorami Marine Ltd και άλλων
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω) και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 66. ................................. Θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι τόσο η Αγωγή όσο και η μονομερής αίτηση περιορίζονται αποκλειστικά και αφορούν στην αποκάλυψη πληροφοριών αναφορικά και με τον Αιτητή για ενδεχόμενη χρήση και εναντίον του σε εκκρεμούσες και μελλοντικές δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η αναζήτηση πληροφοριών και η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise Excise
(1973)2 All E.R. 943. Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη, χωρίς απαραιτήτως να περιλαμβάνονται ως εναγόμενοι τα πρόσωπα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες. Αυτές οι αρχές οι οποίες καθιερώθηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν και στην Κύπρο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 118, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά.
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2110 και Αθανασίου κ.ά. v. Οντόνι
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2669. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω), η αποκάλυψη δεν περιορίζεται μόνο στην ταυτότητα του αδικοπραγούντος αλλά και στη συλλογή πληροφοριών για τα γεγονότα και η αγωγή για αποκάλυψη δυνατό να στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ήθελε καταδειχθεί ότι έχει ανάμειξη, ακόμα και αθώα. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 η οποία συνόψισε τις πρoϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal ως εξής: «(
  1. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  2. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το σύγγραμμα Disclosure of Information Norwich Pharmacal and Related Principes, Simon Bushell and Gary Milner-Moore, όπου στη σελ. 65, παρ. 7.1, αναφέρεται ότι εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η αδικοπραξία ενώ είναι παντελώς άσχετο το κατά πόσο και ο εναγόμενος είναι αδικοπραγήσας. Ειδικότερα αναφέρονται τα εξής: «A typical application will be based upon the acts or omissions of the alleged wrongdoer (typically the party whose identity is sought), rather than by the respondent. In that scenario, whether or not the respondent is also the wrongdoer is irrelevant to passing the threshold: British Steel Corporation v. Granada Television [1981] AC 1096.» Όσον αφορά την προϋπόθεση της ανάμειξης, στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ.113, παρ. 8.7 αναφέρονται τα ακόλουθα: «As has been seen in Chapter 7.1, relief can be granted where the respondent is or may be a wrongdoer himself, rather than the paradigm of an innocent party who has been mixed up in another's wrong. Whether or not the respondent is a wrongdoer is not relevant to passing the thresholds for relief since all that is required is involvement, as described above. However, wrongdoing by the respondent may be a relevant consideration in exercising the discretion, at least to the extent that the respondent opposes the relief itself, rather than merely on behalf of the intended target.» Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές προκύπτει πως αγωγή για αποκάλυψη πληροφοριών δύναται να στρέφεται εναντίον των προσώπων από τα οποία επιζητείται η αποκάλυψη η οποία μπορεί να αφορά και σε άλλα πρόσωπα τα οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι διάδικοι. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29 και Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140. Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, στην οποία η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων και η οποία αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Επίσης η αγωγή για αποκάλυψη δύναται να στρέφεται και εναντίον τραπεζών για πληροφορίες αναφορικά με πελάτες τους οι οποίοι δεν είναι εναγόμενοι. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others
(1980)1 W.L.R. 1274 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Korovel κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ.
  1. Η φύση της αγωγής και γενικά της διαδικασίας για αποκάλυψη πληροφοριών τύπου Norwich Pharmacal είναι ομολογουμένως ιδιάζουσα καθότι εκείνο το οποίο επιζητείται είναι μόνο η παροχή πληροφοριών για την αποκάλυψη της ταυτότητας προσώπων και της αλληλουχίας των γεγονότων. Από τη στιγμή που τέτοια αγωγή δεν είναι απαραίτητο να στρέφεται εναντίον όλων των προσώπων για τα οποία ζητούνται πληροφορίες, τότε θεωρώ ότι η προσθήκη του Αιτητή ως διάδικου μέρους και η παρέμβαση του στη μονομερή αίτηση και στην Αγωγή δεν κρίνεται αναγκαία για τον λόγο μόνο ότι ζητούνται πληροφορίες γι΄ αυτόν. Η διαδικασία αποκάλυψης Norwich Pharmacal ακριβώς στοχεύει την αναζήτηση πληροφοριών από οποιοδήποτε πρόσωπο πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις και όχι απαραιτήτως και από το πρόσωπο στο οποίο αφορούν οι πληροφορίες.» Σε εκείνη την Αγωγή, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση παρέμβασης. Σημειώνεται πως εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης, καταχωρίστηκε η Πολ. Αίτηση 217/19 η οποία απερρίφθη με σχετική απόφαση ημ. 20.1.
  2. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών εκφράζουν διαφορετική άποψη ως προς την πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί. Η πλευρά των Αιτητριών θεωρεί ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από τα δεδομένα της ανωτέρω Αγωγής ενώ οι δικηγόροι της Ενάγουσας καλούν το Δικαστήριο να ακολουθήσει το ίδιο ακριβώς σκεπτικό. Για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως τόσο η Αγωγή όσο και η μονομερής αίτηση ημ. 13.9.22 στρέφονται εναντίον συνολικά 44 Εναγομένων, φυσικών και νομικών προσώπων (Παράρτημα Α στην Αγωγή) και αφορούν στην έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης Norwich Pharmacal αναφορικά με συνολικά 27 νομικά πρόσωπα (Παράρτημα Β στην Αγωγή). Στο Παράρτημα Β περιλαμβάνονται και οι Αιτήτριες για τις οποίες ζητείται η αποκάλυψη πληροφοριών και στοιχείων από τους Εναγόμενους 1, 13-15, 18, 22, 29, 40 και
  3. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση του DP που συνοδεύει την αίτηση ημ. 13.9.22 αυτός αναφέρει πως τα διατάγματα αποκάλυψης ζητούνται σε σχέση με απαίτηση που θα καταχωριστεί από την Ενάγουσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ή αλλού εναντίον μεταξύ άλλων των προσώπων που αναφέρονται στο Παράρτημα Β, τα οποία φέρονται να συμμετέχουν σε δόλια συνωμοσία εναντίον της προκατόχου της Ενάγουσας Rost Bank. Σύμφωνα πάντα με τον DP, η συνωμοσία περιλαμβάνει τη σύναψη μιας σειράς εικονικών συναλλαγών για πέραν των 3.2 δις Δολαρίων Αμερικής κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου τεσσάρων ετών και προκάλεσε ζημιές στη Rost Bank και συνακόλουθα στην Ενάγουσα ύψους δύο δις Δολαρίων Αμερικής. Ο DP ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες αποκαλύψεις είναι απαραίτητες για να εντοπιστούν οποιαδήποτε άγνωστα ακόμα άτομα που εμπλέκονται στη συνωμοσία, να εντοπιστεί η διαδρομή των κεφαλαίων που έχουν οικειοποιηθεί παράνομα οι συνωμότες και να ξετυλιχθεί ο ιστός των δόλιων δραστηριοτήτων για να καθοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το ποσό των ζημιών και να δικογραφηθεί ορθά η υπόθεση συνωμοσίας εναντίον όλων των συνωμοτών. Οι Αιτήτριες, όπως και τα υπόλοιπα στο Παράρτημα Β πρόσωπα, φέρονται να ήταν τα οχήματα που χρησιμοποιήθηκαν από άλλα πρόσωπα για μέρος της υλοποίησης του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου, μέσω της μεταφοράς χρημάτων σε αυτές. Παρόλο που οι Αιτήτριες φέρονται ως μέρος της ισχυριζόμενης συνωμοσίας και μάλιστα ως πρόσωπα εναντίον των οποίων πιθανόν να ληφθούν δικαστικά μέτρα από την Ενάγουσα είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, εντούτοις η Ενάγουσα, τόσο μέσω του ΣΒ στην ένορκη του δήλωση όσο και μέσω των δικηγόρων της στην αγόρευση τους επί της Αίτησης, δηλώνουν και δεσμεύονται πως η Ενάγουσα δεν θα εγείρει οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες εναντίον τους ούτε και θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που ήθελαν αποκαλυφθεί εναντίον τους. Και τούτο, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η Ενάγουσα προβάλλει για το ότι προβαίνει σε αυτή τη δέσμευση, που είναι η κατεπείγουσα φύση της Αίτησης κυρίως λόγω ενδεχόμενης παραγραφής κάποιων αγώγιμων δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτές οι δηλώσεις είναι επαρκείς για να αναιρέσουν πλέον την όποια πρόθεση της Ενάγουσας να κινηθεί δικαστικά εναντίον των Αιτητριών και ή να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία τυχόν αποκαλυφθεί εναντίον τους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι όποιες πληροφορίες δεν θα αποτελέσουν τη βάση και το αντικείμενο διαδικασίας και χρήσης εναντίον των ίδιων των Αιτητριών. Αυτό το στοιχείο σαφώς διαφοροποιεί την αρχική κατάσταση αναφορικά με τις Αιτήτριες εφόσον πλέον δεν διατρέχουν κίνδυνο εμπλοκής σε δικαστική διαδικασία λόγω ισχυριζόμενης συμμετοχής τους σε συνωμοσία εις βάρος του προκατόχου της Ενάγουσας ή χρήσης οποιωνδήποτε πληροφοριών εναντίον τους. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτήτριες δεν επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό όπως κατά την καταχώριση της Αγωγής και της μονομερούς αίτησης ημ. 13.9.
  4. Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι σαφές ότι το γεγονός πως οι αιτούμενες πληροφορίες αφορούν στις Αιτήτριες δεν οδηγεί από μόνο του στην ανάγκη συμπερίληψης τους ως διαδίκων και δη Εναγομένων. Και τούτο, καθότι η παρούσα διαδικασία περιορίζεται στην έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών, κάτι το οποίο δύναται να αποτελέσει ξεχωριστή και αυτοτελή βάση αγωγής και να απευθύνεται στα πρόσωπα από τα οποία ζητούνται οι πληροφορίες χωρίς απαραιτήτως τα πρόσωπα για τα οποία αφορούν οι πληροφορίες να είναι διάδικοι αν οι πληροφορίες ζητούνται από άλλους. Αυτά τα πρόσωπα ενδεχομένως να είναι διάδικοι εναγόμενοι σε δικαστική διαδικασία η οποία θα εγερθεί στη βάση των πληροφοριών και στοιχείων, στα πλαίσια της οποίας αυτά θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις και την υπεράσπιση τους. Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιο ενδεχόμενο αναφορικά με τις Αιτήτριες έχει αποκλειστεί από την ίδια την Ενάγουσα για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται πως οι δεσμεύσεις της Ενάγουσας δεν δικαιολογούν την όποια παρέμβαση των Αιτητριών στην υπό κρίση διαδικασία καθότι αφενός ζητούνται μόνο πληροφορίες και αφετέρου αυτές δεν θα χρησιμοποιηθούν με οποιονδήποτε τρόπο εναντίον των Αιτητριών. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, εντούτοις το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν πως η Ενάγουσα εξακολουθεί να επιζητεί τις αιτούμενες πληροφορίες αναφορικά με τις Αιτήτριες για τη διακρίβωση της πλήρους εικόνας της αλυσίδας των γεγονότων, της ταυτοποίησης των εμπλεκομένων και της πορείας και κατάληξης των χρημάτων που κατ΄ ισχυρισμό αποσπάστηκαν δόλια από την προκάτοχο της. Τούτο απολήγει στην ύπαρξη και προώθηση των αξιώσεων, τόσο στην Αγωγή όσο και στην αίτηση ημ. 13.9.22, για αποκάλυψη πληροφοριών αναφορικά με τις Αιτήτριες. Ακόμα και σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο θεωρεί πως και πάλι τα δικαιώματα των Αιτητριών δεν επηρεάζονται δυσμενώς με μόνο το γεγονός της αποκάλυψης που να δικαιολογείται η παρέμβαση τους στη διαδικασία εφόσον η αποκάλυψη δεν θα έχει οποιονδήποτε αρνητικό αντίκτυπο εις βάρος τους και ούτε κάποιο από τα αιτούμενα διατάγματα αφορά ενέργειες που θα πρέπει να εκτελέσουν οι ίδιες. Το γεγονός πως ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με τις Αιτήτριες δεν αποτελεί ικανό λόγο για να δικαιολογήσει τη συμπερίληψη τους ως διαδίκων. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως οι Αιτήτριες ισχυρίζονται βασικά πως τυχόν αποκάλυψη των πληροφοριών επηρεάζει το δικαίωμα τους να ακουστούν, πλην όμως με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν διαφαίνεται ότι τα δικαιώματα τους επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο. Οι όποιοι ισχυρισμοί περί ανάγκης προβολής ισχυρισμών για τη στάση της Ενάγουσας η οποία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, για τη μη νομιμοποίηση της Ενάγουσας στην έγερση της υπό κρίση διαδικασίας και γενικότερα στην ύπαρξη της συμφωνίας διευθέτησης και της ήδη προηγηθείσας αποκάλυψης είναι θέματα τα οποία αφορούν στην ουσία της αίτησης και της Αγωγής και τα οποία δεν έχει λεχθεί ούτε και διαφανεί πως δεν δύνανται να εγερθούν και από τους υφιστάμενους διάδικους από τους οποίους ζητείται η αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών αναφορικά με τις Αιτήτριες. Επισημαίνεται ότι οι συγκεκριμένοι Εναγόμενοι, φυσικά και νομικά πρόσωπα, πλην των Εναγομένων 1, φέρονται να είναι πάροχοι υπηρεσιών ή ελεγκτές των Αιτητριών και με δεδομένη αφενός τη μη ύπαρξη πλέον του διατάγματος φίμωσης και αφετέρου της λήψης γνώσης της διαδικασίας από αυτές, οι Αιτήτριες είναι σε θέση να ενημερώσουν και πληροφορήσουν σχετικά και ακόμα να δώσουν οδηγίες στους εν λόγω Εναγόμενους για το περιεχόμενο της ένστασης και υπεράσπισης τους. Ακόμα ο βασικός ισχυρισμός των Αιτητριών πως αυτές έχουν απαλλαγεί από οποιανδήποτε διαδικασία όχι μόνο δεν επηρεάζεται αλλά επιβεβαιώνεται και επισφραγίζεται από τις δεσμεύσεις της Ενάγουσας περί μη έγερσης δικαστικής διαδικασίας εναντίον τους. Ο δε ισχυρισμός τους πως έχουν ήδη προβεί σε αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, ήτοι όλων των συναλλαγών και εγγράφων που σχετίζονται με την Αιτήτρια, στα πλαίσια της συμφωνίας διευθέτησης καταδεικνύει πως η αιτούμενη αποκάλυψη, ακόμα και αν ήθελε διαταχθεί, δεν τις επηρεάζει δυσμενώς εφόσον τα στοιχεία έχουν ήδη αποκαλυφθεί και η Ενάγουσα ήδη τα κατέχει. Επιπλέον ο ισχυρισμός τους πως μόνο αυτές είναι αρμόδιες να παρουσιάσουν τις αιτούμενες πληροφορίες αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της αίτησης ημ. 13.9.22 και της Αγωγής και όχι της υπό κρίση διαδικασίας. Σαφώς το κατά πόσο οι Εναγόμενοι είναι σε θέση και δύνανται να παρουσιάσουν τις αιτούμενες πληροφορίες είναι ζήτημα εξέτασης της ουσίας της διαδικασίας αποκάλυψης και όχι της παρούσας Αίτησης παρέμβασης. Τέλος, επισημαίνεται πως το κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης είτε στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημ. 13.9.22, όπου το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε τελικά συμπεράσματα - βλ. Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά. (ανωτέρω), είτε στα πλαίσια της ίδιας της Αγωγής, είναι ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει κατά την ακρόαση της αίτησης και της Αγωγής αντίστοιχα. Επομένως, το κατά πόσο οι Αιτήτριες θα καταδείξουν πως ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων στην αίτηση ημ. 13.9.22 διαταγμάτων και θα αποσείσουν το βάρος απόδειξης στην Αγωγή εναντίον των διαδίκων από τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες για τις Αιτήτριες σαφώς και παραμένει ανοικτό προς εξέταση στα πλαίσια της αντίστοιχης διαδικασίας. Στο παρόν στάδιο και για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται ή μη η παρέμβαση των Αιτητριών. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον των Αιτητριών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.