← Κύπρος

Stasenia Investments Ltd κ.α. ν. Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού κ.α., Αρ. Αγωγής 2627/2018, 20/1/2023

Stasenia Investments Ltd κ.α. ν. Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού κ.α., Αρ. Αγωγής 2627/2018, 20/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2627/2018 Μεταξύ:

  1. Stasenia Investments Ltd
  2. Π. Ζ.
  3. Α. Ν. Εναγόντων -και-
  4. Σκοπευτικής Οργάνωσης Λεμεσού
  5. Γ. Έ.
  6. Ν. Κ.
  7. Μ. Κ.
  8. Σ. Σ.
  9. Μ. Α.
  10. Λ. Ε.
  11. Λ. Μ. Εναγομένων ------------------------------ Αίτηση Εναγομένης 1 ημερ. 6.4.21 για Διαγραφή Μέρους της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κ. Σ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες 1 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μαρία Ιωαννίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημ. 20.12.22 με την οποία το Δικαστήριο ενέκρινε το πρώτο αιτητικό της Αίτησης και εξέδωσε διάταγμα διαγραφής της Αγωγής του Ενάγοντος 2 εναντίον της Εναγομένης 1, παρέμεινε προς εκδίκαση το δεύτερο αιτητικό αυτής με το οποίο η Εναγομένη 1 - Αιτήτρια ζητά διάταγμα διαγραφής συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης ως επιπόλαιων και ή ενοχλητικών, αναφορικά με τους εναπομείναντες Ενάγοντες 1 και
  12. Ως εκ τούτου, για σκοπούς της παρούσας, το Δικαστήριο υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του ημ. 20.12.22 και προχωρεί στην εξέταση του εν λόγω αιτητικού. Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο (θέμα) μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει πως, με βάση τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης, δεν παρατηρείται καθυστέρηση η οποία να οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη αυτής (βλ. Williams and Glyns Bank v. Ship "Maria"

(1984)1 C.L.R. 821). Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της Δ.19 θ.26 περιέχεται στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.27, και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, στην οποία αναφέρεται πως ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι και οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε ότι σύμφωνα με το The Annual Practice 1960 η αντίστοιχη της Δ.19 θ.26 Αγγλική πρόνοια έχει ερμηνευτεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 θ.4, βάσει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697, στην οποία η λέξη «ουσιώδες» («material») ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «αναγκαίο για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής» («necessary for the purpose of formulating a complete cause of action»). Τα οποία, ας σημειωθεί ότι επαναλήφθηκαν αργότερα στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif
(2012)1(A) A.A.Δ. 28. Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ενοχλητικό ("embarrassing") είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Όπως αναφέρεται ανωτέρω, σύμφωνα με τη Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο συνοπτική δήλωση των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του και όχι τη μαρτυρία με την οποία προτίθεται να τα αποδείξει. Στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.4, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case (per Brett, j, in Lord Hammer v. Flight 1876, 24 W.R at p. 347, not evidence to prove the facts (N.W Salt Co. Ltd v. Electrolytic Alakli Co. Ltd. [1913] 3 K.B. The inferences of law to be drawn from those facts need to be stated in the pleading.» Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleadings and Practice, 16η έκδοση, σελ. 99, με αναφορά στην Αγγλική Διάταξη, όπου αναφέρονται τα εξής: «Facts should be alleged as facts. It is not necessary to state in the pleadings circumstances which merely tend to prove the truth of the facts already alleged. The fact in issue between the parties is the factum probandum, the fact to be proved, and therefore the fact to be alleged. It is unnecessary to tell the other side how it is proposed to prove the fact; such matters are merely evidence, facta probantia, facts by means of which one proved the fact in issue. Such facts will be relevant at the trial but they are not material facts for pleading purposes. This was always a clear rule of the common law. Evidence shall never be pleaded because it tends to prove matter in fact and therefore the matter in fact shall be pleaded.» Η πιο πάνω νομική αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Alpan (Taki Bros.) Ltd v. Nakufreight Ltd
(1978)1 C.L.R. 582 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (ανωτέρω). Η τελευταία υπόθεση περιέχει μία ιδιαίτερα διαφωτιστική ανάλυση του θέματος, ως ακολούθως : «Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει σχέση με δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196,
  1. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake 'Precedents of Pleadings' 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: "Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated; but if the precise words of a document or conversation are themselves material, they must be set out in full in the pleading. Thus, it is not ordinarily necessary to set out verbatim the entire terms of a written contract, but only to state briefly the effect thereof and to specify the particular terms in respect of which any breach is alleged. So it is not ordinarily necessary to set out the precise words used by the parties when making a contract or taking part in any conversation relied on." Μια τέτοια περίπτωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου είναι εκείνη που τα ουσιαστικά γεγονότα ταυτίζονται με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όπως, λ.χ., δημοσίευμα εφημερίδας σε αγωγή λιβέλλου: βλέπε Π.Ε. 9435 "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. και ΄Αλλος ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα ημερ. 19/5/
  2. Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι΄ αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being - made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. . . . .............................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Όπως και να εξετασθεί το θέμα που ανέκυψε έχουμε στην παρούσα περίπτωση παραβίαση σε μεγάλη κλίμακα του παραπάνω θεμελιακού κανόνα. Και στις τρεις περιπτώσεις το δικόγραφο περιέχει εκτεταμένη μαρτυρία, που ο κανονισμός αυτός απαγορεύει. Παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση, γιατί άπτεται της ουσίας των θεμάτων που συζητήσαμε και περαιτέρω καθορίζει το ρόλο Εφετείου σε τέτοια ζητήματα, η απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473: "Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence." Ας σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε στη μεταγενέστερη Re W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93.» Η πιο πρόσφατη υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422 ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με τη Δ.19 θ.19, η οποία αναφέρεται στον τρόπο δικογράφησης περιεχομένου εγγράφου το οποίο κρίνεται ουσιώδες. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι: «Δεν συμφωνούμε ότι οι Εφεσείοντες είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να δικογραφήσουν αυτές τις λεπτομέρειες. Σύμφωνα με την Δ.19, θ.18 το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου δεν είναι ανάγκη να δικογραφείται, εκτός και αν οι ακριβείς λέξεις είναι ουσιώδεις, που δεν είναι η περίπτωσή μας. Όπως αναφέρεται στη Δ.19, θ.19, αρκεί στο δικόγραφο να αναφέρεται «το αποτέλεσμα» («effect»), χωρίς να χρειάζεται να παρατεθεί ολόκληρο ή μέρος του εγγράφου, εκτός εάν οι ακριβείς λέξεις του εγγράφου είναι ουσιώδεις. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες της Δ.19, θ.22 σε σχέση με συμβάσεις.» Πριν την εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται η διαγραφή των αιτούμενων παραγράφων, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως πέραν των όσων αναφέρονται στην απόφαση ημ. 20.12.22 αναφορικά με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, σε αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: 1. Στις 22.11.18 οι Εναγόμενοι 2-8 εισήλθαν παράνομα εντός του Σκοπευτηρίου, έκλεισαν τις εισόδους και άρχιζαν να αλλάζουν τις κλειδωνιές στις πόρτες προκαλώντας φόβο και ανησυχία σε όσους βρίσκονταν εντός αυτού. 2. Ο Ενάγων 3 τηλεφώνησε στην Αστυνομία η οποία αρνήθηκε να επέμβει με αποτέλεσμα ο Ενάγων 3 να πάει στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και να καταγγείλει το περιστατικό. 3. Εντός του Σκοπευτηρίου υπήρχαν προσωπικά αντικείμενα και έγγραφα της Ενάγουσας 1 εταιρείας και του προσωπικού της, μεγάλης προσωπικής και χρηματικής αξίας. 4. Οι πιο πάνω ενέργειες των Εναγομένων 2-8 στοιχειοθετούν σωρεία αδικημάτων, όπως κλοπή, παράνομη επέμβαση, υπεξαίρεση, παραβίαση συμφωνίας διαχείρισης, απειλή, απάτη και δόλο. 5. Μετά την έκδοση προσωρινού διατάγματος, ο δικηγόρος των Εναγομένων 1-8 ενημέρωσε ότι οι Εναγόμενοι είχαν αποχωρήσει από τον χώρο και οι Ενάγοντες μπορούσαν να εισέλθουν εντός αυτού, ενώ τελικώς άτομα των Εναγομένων τους εμπόδισαν να εισέλθουν και να παραλάβουν την περιουσία τους και γενικά προκαλούσαν φασαρία και τους απειλούσαν. 6. Η Ενάγουσα 1 εταιρεία υπέστη ζημιά, και συγκεκριμένα απώλεια κερδών, συνεπεία της αναστολής των εργασιών της. 7. Οι Εναγόμενοι 1-8 παράνομα κατακρατούν περιουσία των Εναγόντων. 8. Παρά τις μεταγενέστερες υποσχέσεις για παραλαβή από τους Ενάγοντες μέρους της περιουσίας τους, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να κατακρατούν, οικειοποιούνται και χρησιμοποιούν την περιουσία των Εναγόντων. 9. Λόγω των ανωτέρω γεγονότων, μια μεγάλη μερίδα αθλητών που ασχολούνται με την σκοποβολή δεν επιθυμούσαν να είναι πλέον μέλη της Εναγομένης 1 και ζήτησαν την παραίτηση τους, ενώ κάποια μέλη ίδρυσαν νέο σωματείο με την επωνυμία Παγκύπρια Σκοπευτική Οργάνωση ΠΑ.Σ. 10. Οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να παρανομούν και οι πράξεις τους επηρεάζουν δραστικά την ομαλή λειτουργία του Σκοπευτηρίου, εξ ου και οι Ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις και άλλες θεραπείες. Με την παρούσα Αίτηση ζητείται η διαγραφή των ακόλουθων παραγράφων, οι οποίες και θα εξεταστούν ξεχωριστά: (
  1. i)Παράγραφοι 13 και 14. Οι εν λόγω παράγραφοι αναφέρονται στην απαίτηση των μελών της Εναγομένης 1 και ή των Εναγομένων 2-8 από τον Πρόεδρο της Οργάνωσης να ενημερωθούν για το πώς ξοδεύονταν τα χρήματα τα οποία η Εναγομένη 1 έλαβε από την Ενάγουσα 1, στην άρνηση του Προέδρου, Εναγομένου 2, να δώσει επαρκείς απαντήσεις και στη σύγκληση γενικής συνέλευσης κατά την οποία εξελέγη νέο διοικητικό συμβούλιο. Η ΡΖ ισχυρίζεται πως το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της «κατάληψης» του Σκοπευτηρίου και τείνει να καταδείξει ότι οι Εναγόμενοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως τα μόνα ή τα πιο σημαντικά μέλη του και ενεργούσαν απερίσκεπτα και ανεξάρτητα από τη θέληση των υπολοίπων. Αυτά τα ζητήματα αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν την ισχυριζόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων έναντι των Εναγόντων και κρίνονται άσχετα με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Εάν παραμείνουν στο δικόγραφο τότε γι΄ αυτά θα χρειαστεί η προσκόμιση άσχετης και αχρείαστης μαρτυρίας η οποία τείνει να περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα και να προκαλέσει καθυστέρηση και έξοδα στη διαδικασία. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι και πάλι ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί η διαγραφή τους. Μια δήλωση δεν διαγράφεται μόνο για τον λόγο ότι είναι αχρείαστη, εκτός αν τείνει να βλάψει την άλλη πλευρά. Στο σύγγραμμα Odger's on Pleadings and Practice, 21η έκδοση, σελ. 144, αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού λόγο για τη διαγραφή του και γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Mayor of London v. Horner (ανωτέρω). Αν όμως επουσιώδη θέματα διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και με αυτό τον τρόπο καθίστανται επίδικα οποιαδήποτε άσχετα θέματα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν επειδή επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης. Επομένως δικαιολογείται η διαγραφή των παραγράφων αυτών στη βάση των όσων έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. (
  2. ii)Παράγραφος 23. Η εν λόγω παράγραφος αφορά στην ισχυριζόμενη παράλειψη της Αστυνομίας Γερμασόγειας, να λάβει μέτρα προστασίας της Ενάγουσας 1 και των ατόμων εντός του Σκοπευτηρίου, και γι΄ αυτό η Ενάγουσα 1 αποτάθηκε με επιστολή στον Αρχηγό Αστυνομίας και στον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού για την παρέμβαση τους. Η ΡΖ ισχυρίζεται ότι αυτή η παράγραφος είναι ουσιώδης για να καταδειχθεί η σοβαρότητα του επίδικου περιστατικού και να αποδοθεί η πλήρης εικόνα στο Δικαστήριο καθώς επίσης για να αποδειχθεί η παράλειψη της Αστυνομίας να ενεργήσει όπως είχε υποχρέωση να πράξει. Η όποια αποδιδόμενη παράλειψη εκ μέρους της Αστυνομίας δεν αποτελεί επίδικο θέμα και είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα καθότι δεν αφορά την αποδιδόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων. Ούτε και καταδεικνύει τη σοβαρότητα του ισχυριζόμενου περιστατικού η οποία θα διαφανεί στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας αναφορικά με το ίδιο το περιστατικό και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Το γεγονός περί αποστολής επιστολών στον Αρχηγό και στον Αστυνομικό Διευθυντή αποτελεί μαρτυρία και επομένως δεν είναι επιτρεπτή η δικογράφηση αυτού. Επομένως αυτή διαγράφεται. (iii) Παράγραφος 26. Αυτή η παράγραφος αναφέρεται σε διάφορες αναρτήσεις στη σελίδα Facebook της Ενάγουσας 1 όπου ο σκοπευτικός κόσμος εκφράζει την ανησυχία του για τις εξελίξεις. Αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και κυρίως με τις αξιώσεις για ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη στον Ενάγοντα 3 και επομένως δεν δικαιολογείται η διαγραφή της. (
  3. iv)Παράγραφοι 29-31. Αυτές αναφέρονται στην έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος, στην ακύρωση του για τυπικούς λόγους, στη δήλωση του δικηγόρου της Εναγομένης 1 ενώπιον Δικαστηρίου για τη δυνατότητα των Εναγόντων να εισέλθουν στον χώρο και λάβουν τα αντικείμενα τους και στη μη συμμόρφωση των Εναγομένων με το διάταγμα, εξ ου και οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στην Αστυνομία ζητώντας την παρέμβαση της. Ο λόγος απόρριψης του διατάγματος και η ισχυριζόμενη μη συμμόρφωση με το διάταγμα δεν αποτελούν επίδικό θέμα της Αγωγής, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της ΡΖ. Τα υπόλοιπα γεγονότα αφορούν την εξέλιξη των γεγονότων και την ισχυριζόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων. Επομένως η φράση «Το οποίο [διάταγμα] κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους» στην παρ. 29 και η φράση «Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν επί του εν λόγω διατάγματος» στην παρ. 31 διαγράφονται. (
  4. v)Παράγραφος 36. Αυτή αναφέρεται στα γεγονότα της 5.12.18 όταν ο υιός του Ενάγοντος 3 επισκέφθηκε τον χώρο του σκοπευτηρίου, όπου βρισκόταν ο πατέρας του, και τότε ο Εναγόμενος 3 με δύο άλλα πρόσωπα τους καταδίωξαν με το αυτοκίνητο, προκαλώντας του φόβο και κίνδυνο, με αποτέλεσμα την καταγγελία του επεισοδίου στην Αστυνομία. Παρόλο που αυτό το περιστατικό αφορά και τον υιό του Ενάγοντος 3, εντούτοις εντάσσεται εντός του πλαισίου της εξέλιξης των ισχυριζόμενων επίδικων γεγονότων και σχετίζεται με τις αξιώσεις για ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη στον Ενάγοντα 3. Επομένως, η εν λόγω παράγραφος κρίνεται σχετική με τα επίδικα θέματα και δεν διαγράφεται. (
  5. vi)Παράγραφος 38. Αυτή αναφέρεται σε μια συνάντηση μεταξύ των μερών στις 7.12.18 για προσπάθεια συμβιβασμού, στο περιεχόμενο της και στη διαφωνία μεταξύ τους. Η εν λόγω συνάντηση απλώς καταδεικνύει την εξέλιξη των γεγονότων και τη μάταιη προσπάθεια εξεύρεσης λύσης της διαφοράς μεταξύ των μερών, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου δεν διαγράφεται. (vii) Παράγραφοι 40-42. Στις εν λόγω παραγράφους γίνεται αναφορά στην υποβολή γραπτής καταγγελίας στον Πρόεδρο του ΚΟΑ, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον Πρόεδρο της Βουλής και στον Υπουργό Παιδείας και σε αίτημα παρέμβασης της Αστυνομίας, μεταξύ Οκτωβρίου 2018 και Μαΐου του 2019. Αυτά τα διαβήματα αφορούν σε μαρτυρία ως προς την εξέλιξη των γεγονότων και επομένως δεν είναι επιτρεπτό να δικογραφηθούν. Ως εκ τούτου αυτές διαγράφονται. (viii) Παράγραφος 43 από την 14 γραμμή μέχρι το τέλος. Αυτή η παράγραφος αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 3.12.18 για προσωρινά διατάγματα και σε διάφορα έγγραφα και επιταγές που κατ΄ ισχυρισμό λήφθηκαν παράνομα από τα γραφεία της Ενάγουσας 1. Από τη γραμμή 14 μέχρι το τέλος, παρατίθενται αναλυτικά οι επιταγές με αναφορά στο πρόσωπο προς το οποίο εκδόθηκαν, στην ημερομηνία έκδοσης τους και στον τρόπο λήψης αντιγράφου αυτών καθώς επίσης και στο γεγονός ότι θα αποκαλυφθούν ως τεκμήρια στα πλαίσια της Αγωγής. Δεν είναι επιτρεπτή ούτε και αναγκαία η λεπτομερής περιγραφή των εγγράφων τα οποία πρόκειται να αποκαλυφθούν στα πλαίσια της Αγωγής καθότι αυτά αφορούν σε μαρτυρία η οποία θα προσκομιστεί και ως τέτοια δεν περιλαμβάνεται σε δικόγραφο. Το γεγονός ότι πρόκειται για ισχυριζόμενη περιουσία η οποία κατακρατείται παράνομα δεν απαιτεί τη λεπτομερή περιγραφή της αλλά αντιθέτως είναι επαρκής η αναφορά σε επιταγές, οι οποίες εν πάση περιπτώσει θα αποκαλυφθούν και θα παρουσιαστούν ως τεκμήρια. Ως εκ τούτου η εν λόγω παράγραφος από την 14 γραμμή μέχρι το τέλος διαγράφεται. (
  6. ix)Παράγραφοι 44, 47, 50 και 52. Οι εν λόγω παράγραφοι αναφέρονται σε έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων που συνοδεύει την ένσταση τους ημ. 3.12.18 στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα και στον περαιτέρω σχολιασμό αυτών, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνεται σε δικόγραφο. Το δικόγραφο περιορίζεται σε ισχυρισμούς επί γεγονότων και όχι σε έγγραφα τα οποία ενδεχομένως να αποτελούν μαρτυρία η οποία θα προσαχθεί στη δίκη και κυρίως όχι σε παραπομπή και σχολιασμό εγγράφων τα οποία αποτελούν αντικείμενο ενδιάμεσης αίτησης στη διαδικασία της Αγωγής. Ως εκ τούτου οι εν λόγω παράγραφοι διαγράφονται. (
  7. x)Παράγραφος 48. Η εν λόγω παράγραφος αναφέρεται στο ότι στην επιστολή ημ. 4.12.18 των Εναγομένων 2-8 επισυνάπτονται τεκμήρια τα οποία λήφθηκαν παράνομα και κατά παράβαση του διατάγματος, αποδεικνύουν την αποκλειστική διαχείριση και κατοχή του Σκοπευτηρίου από τους Ενάγοντες και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους ημ. 3.12.18 στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Αυτοί οι ισχυρισμοί αποτελούν σχολιασμό εγγράφων και μάλιστα ενδιάμεσης διαδικασίας και επιχείρημα, και ως τέτοιοι δεν είναι επιτρεπτό να περιέχονται στο δικόγραφο. Ως εκ τούτου η εν λόγω παράγραφος διαγράφεται. (
  8. xi)Παράγραφος 49. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρονται γεγονότα που αφορούν την εξαργύρωση κουπονιών από αθλητές της Σκοπευτικής Ομοσπονδίας, την απαίτηση του Ενάγοντος 2 να αναλάβει ως διευθυντής ο Ενάγων 3 και το ζήτημα της διαχείρισης των χρημάτων, τα οποία είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και η συμπερίληψη τους θα συνεπάγεται αχρείαστη μαρτυρία και πρόκληση καθυστέρησης και εξόδων. Ο ισχυρισμός της ΡΖ πως η εν λόγω παράγραφος τείνει να καταδείξει ότι οι ενέργειες των Εναγομένων ήταν παράνομες και καταχρηστικές δεν τις καθιστά αποδεκτές, από τη στιγμή που αυτές οι ενέργειες δεν είναι επίδικες ούτε και σχετικές με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Η εν λόγω παράγραφος διαγράφεται. (xii) Παράγραφος 54. Η εν λόγω παράγραφος αφορά στην εξαπάτηση του Κοινοτάρχη στην υπογραφή της καταμέτρησης την οποία ολοκλήρωσαν οι Εναγόμενοι 2-8 μετά την αποχώρηση του, και στην οποία δεν επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του ιδίου. Αυτή η παράγραφος αφορά στα επίδικα γεγονότα εφόσον αναφέρεται σε ισχυριζόμενη καταμέτρηση στην οποία προέβησαν οι Εναγόμενοι 2-8 και επομένως αυτή δεν διαγράφεται. (xiii) Παράγραφος 57. Σε αυτή γίνεται αναφορά στην επιστολή ημ. 13.2.19 των δικηγόρων των Εναγομένων και παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της, το οποίο είναι μακροσκελές. Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει μια συνοπτική αναφορά του περιεχόμενου του εν λόγω εγγράφου και στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος παράθεσης αυτολεξεί όλου του περιεχομένου αυτού. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (ανωτέρω), στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 44, όπου γίνεται αναφορά σε έγγραφο, δεν είναι απαραίτητο να αναγράφεται το ακριβές περιεχόμενο του, αλλά μόνο η αποτελεσματικότητα αυτού σε συντομία. Η εν λόγω νομική αρχή ισχύει και στην παρούσα υπόθεση. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Davy v. Garrett [1878] 7 C. D. 473. Επομένως, το μέρος που αφορά σε αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής διαγράφεται. (xiv) Παράγραφος 60. Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στην επιθυμία και στο αίτημα αθλητών να παραιτηθούν από την Εναγομένη 1 με αποτέλεσμα την απαγόρευση από τους Εναγόμενους 1-8 να λαμβάνουν μέρος στους αγώνες πρωταθλήματος της Σκοπευτικής Ομοσπονδίας Κύπρου. Αυτή η παράγραφος σχετίζεται με τις αξιώσεις για ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη στον Ενάγοντα 3. Η αναφορά στη γνωμάτευση της Επιτρόπου Προστασίας του Παιδιού και ο ισχυρισμός για άρνηση των Εναγομένων να συμμορφωθούν με αυτή δεν κρίνεται σχετική με τα επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου η τελευταία πρόταση της εν λόγω παραγράφου διαγράφεται. (
  9. xv)Παράγραφος 61. Η εν λόγω παράγραφος αναφέρεται στην καταχώριση δύο προσφυγών στη Δικαστική Επιτροπή Αθλητισμού του ΚΟΑ, οι οποίες αποτελεί κοινό έδαφος ότι αφορούν κάποιους των Εναγομένων, και στην προσκόμιση μαρτυρίας επί τούτων αν κριθεί αναγκαίο κατά την ακρόαση. Αυτά τα γεγονότα κρίνονται άσχετα με τα επίδικα θέματα και επομένως η εν λόγω παράγραφος διαγράφεται. (xvi) Παράγραφος 62. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται ότι θα προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με την ίδρυση νέου σωματείου. Η αναφορά στη μαρτυρία που προτίθεται η κάθε πλευρά να προσκομίσει κατά τη δίκη δεν επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνεται στο δικόγραφο και ως εκ τούτου και αυτή η παράγραφος διαγράφεται. Ως εκ τούτου, η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 13, 14, 23, 29-31, 40-42, 43 από τη 14η γραμμή μέχρι το τέλος, 44, 47-50, 52, 57 το μέρος που αφορά αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής, 60 η τελευταία πρόταση, 61 και 62. Όσον αφορά τα έξοδα αναφορικά με το δεύτερο αιτητικό της Αίτησης εναντίον των Εναγοντων 1 και 3, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων 1 και 3 - Καθ΄ ων, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, στα 3/4 του σετ των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.