← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΙΑΚΑΣ κ.α. ν. ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 5063/2014, 23/3/2023

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΙΑΚΑΣ κ.α. ν. ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 5063/2014, 23/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5063/2014

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΙΑΚΑΣ
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Ενάγοντες v.
  3. ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  4. ΚΡΟΝΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΥΠΟΥ Δ.Ε. ΛΤΔ
  5. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  6. Ψ. Φ. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ν. Καλλής Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3: Α. Χάσικος Για τον Εναγόμενο 4: N. Μουκταρούδης για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Κατά τον χρόνο στον οποίον αναφέρονται τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Ενάγων 1 ήταν Ανώτερος Υπαστυνόμος και Υπεύθυνος στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών και ο Εναγόμενος 2 ήταν Βοηθός Υπεύθυνος στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό, αμφότεροι οικογενειάρχες. Παραπονούνται ότι δια δημοσιευμάτων στην έντυπη εφημερίδα «Αλήθεια» την οποία εκδίδει η Εναγόμενη 1 και διανέμει η Εναγόμενη 2, καθημερινής κυκλοφορίας στην Κύπρο και ηλεκτρονικά, και ειδικότερα δια κειμένων που αρθρογράφησε ο Εναγόμενος 3 με πληροφορίες, όπως πιστεύουν, από τον Εναγόμενο 4, Λοχία στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό, υπέστησαν δυσφήμιση ή και επιζήμια ψευδολογία. Ο λόγος για το δημοσίευμα ημερομηνίας 05.12.2013, στη σελίδα 12 της έντυπης έκδοσης, με θέμα «Επικαιρότητα», ολοσέλιδο, με το εξής περιεχόμενο, που αναγράφηκε σε 5 κάθετες στήλες («το δημοσίευμα Α»): «Λοχίας που κατάγγειλε τους προϊσταμένους του διώκεται πειθαρχικά. Οι καταγγελίες εναντίον των υπευθύνων του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών αφορούσαν κυρίως τις μαζικές εξώδικες καταγγελίες για στάθμευση έξω από το νοσοκομείο Λεμεσού, προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού χώρου στάθμευσης. Η Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού αντί να εξετάσει τις σοβαρές καταγγελίες λοχία εναντίον του υπεύθυνου και του βοηθού υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών, κίνησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του. Η βασική καταγγελία του λοχία αφορά τις μαζικές εξώδικες καταγγελίες για στάθμευση οχημάτων σε χωμάτινο "παγκέτο" του δρόμου έναντι του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού οι οποίες φέρονται να έγιναν για εξυπηρέτηση του εκεί ιδιωτικού χώρου στάθμευσης. Ο ιδιωτικός χώρος στάθμευσης που λειτούργησε χωρίς άδεια το τέλος του 2012 φέρεται να είχε ιδιοκτήτες πρόσωπα που συνδέονται με πολιτικά πρόσωπα. Ο λοχίας όταν είχε εκφράσει τη διαφωνία του με τη τακτική των καταγγελιών στο νοσοκομείο πήρε μετάθεση για το Τρόοδος. ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ. Οι δικηγόροι του Λοχία έχουν αποστείλει επιστολή προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας ημερομηνίας 29/11/13 ζητώντας όπως οι καταγγελίες του πελάτη τους εναντίον του υπεύθυνου και του βοηθού υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών διερευνηθούν από ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή όπως και ο χειρισμός της υπόθεσης από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού και τον βοηθό του. Στην επιστολή προς τον αρχηγό Αστυνομίας αναφέρεται ότι στις 8/10/13 έγινε σύσκεψη μετά την επιθεώρηση από τον βοηθό αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών. Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης ο λοχίας προσπάθησε να εκφράσει τη θέση του σχετικά με τις αντιδράσεις και διαμαρτυρίες πολιτών αναφορικά με τις εξώδικες καταγγελίες σε οχήματα τα οποία ήταν σταθμευμένα σε "παγκέτο" επί της οδού Νίκαιας. Ωστόσο ο υπεύθυνος και ο βοηθός υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών διέκοψαν τον Λοχία και του απαγόρεψαν να συνεχίσει. Ο Β. Αστ. Διευθ. Λ/σού παρότρυνε τον Λοχία να μιλήσουν σε προσωπικό επίπεδο. Ο λοχίας ωστόσο με βάση τους κανονισμούς ετοίμασε την ίδια μέρα γραπτό σημείωμα απευθυνόμενο προς τον Β. Αστ. Διευθυντή. Στο σημείωμα αυτό κατάγγελλε τον υπεύθυνο του Αστ. Στ. Πολ. για "στοχευμένες" εξώδικες καταγγελίες αλλά και για άλλα ζητήματα στα οποία φέρεται να είχε εμπλακεί και ο βοηθός υπεύθυνος του σταθμού. Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΛΟΧΙΑ. Στις 22/11/13 μετά από 42 μέρες ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού κάλεσε τον λοχία στο γραφείο του και του ανακοίνωσε ότι είχαν γίνει καταγγελίες εναντίον του από τις οποίες προέκυψαν πειθαρχικά αδικήματα ήτοι α) αμέλεια καθήκοντος και β) ψεύδος και διαστροφή. Ο Αστυνομικός διευθυντής ανέφερε στον λοχία ότι ήταν πρόθυμος να τον δικάσει συνοπτικά για να λήξει το θέμα χωρίς να εμπλακεί το αρχηγείο αστυνομίας. Ο λοχίας αρνήθηκε την εισήγηση του αστυνομικού διευθυντή και του ζήτησε να δώσει οδηγίες όπως διεξαχθεί πλήρης έρευνα για τις καταγγελίες που υπέβαλε στο γραπτό του σημείωμα ημερομηνίας 08/10/13 εναντίον του υπεύθυνου και του βοηθού υπεύθυνου του σταθμού. Περαιτέρω ο λοχίας ζήτησε όπως του δοθεί κατηγορητήριο για τις εναντίον του πειθαρχικές καταγγελίες αλλά ο αστυνομικός διευθυντής του ανέφερε πως δεν ήταν ακόμα έτοιμο. Η πιο πάνω επιστολή που απευθύνεται στον αρχηγό αστυνομίας από τον οποίο ζητείται η διερεύνηση της υπόθεσης από ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή υπογράφουν οι δικηγόροι ΜΝ και ΕΠ. Στον αρχηγό αστυνομίας μαζί με την επιστολή επιστυνάπτεται και το σημείωμα του λοχία που είχε κάνει στις 08/10/
  7. Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΛΟΧΙΑ. Στο σημείωμα του προς τον βοηθό Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, ο λοχίας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι περί τα τέλη του 2012 λειτούργησε δυτικά του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ιδιωτικός χώρος στάθμευσης. Ταυτόχρονα σημειώνει ο υπεύθυνος ζητούσε φορτικά από τα μέλη του αστυνομικού σταθμού όπως μεταβαίνουν στην οδό Νίκαιας έξω από το Νοσοκομείο και να προβαίνουν σε εξώδικες καταγγελίες σε οχήματα τα οποία ήταν σταθμευμένα επί το πλείστον σε χωμάτινο "παγκέτο". Σύμφωνα πάντα με το σημείωμα του λοχία με τις πρώτες καταγγελίες που έγιναν άρχισε η αντίδραση από τους πολίτες τόσο προς τους αστυνομικούς που πήγαιναν στο νοσοκομείο όσο και απευθείας στον σταθμό. Υπήρξαν επίσης επιστολές διαμαρτυρίας στον τύπο και αρνητικά σχόλια στο "Κανάλι 9.86". Ο λοχίας όπως αναφέρει στο σημείωμα του συζήτησε το όλο θέμα αρκετές φορές με τον υπεύθυνο του σταθμού και προσπάθησε να του εξηγήσει ότι προκαλούνται έντονες διαμαρτυρίες από τους πολίτες και ότι το όλο θέμα το συνδέουν με παράνομη λειτουργία χώρου στάθμευσης που οι ιδιοκτήτες του σχετίζονται με πολικά πρόσωπα. Παράλληλα λεγόταν ότι σκοπός των καταγγελιών είναι για να εξυπηρετήσουν τον συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης. Ο λοχίας είχε εισηγηθεί στον υπεύθυνο του σταθμού όπως αντί καταγγελιών τοποθετηθούν προειδοποιήσεις στα οχήματα και σε συνεργασία με τους τροχονόμους του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών να τοποθετηθεί αστυνομική κορδέλα κατά μήκος του δρόμου έξω από το Νοσοκομείο. ΜΕΤΑΘΕΣΗ ΣΤΟ ΤΡΟΟΔΟΣ: Στις πολλές συζητήσεις που είχε ο λοχίας με τον υπεύθυνο του σταθμού για το θέμα των καταγγελιών ο τελευταίος όπως αναφέρεται στο σημείωμα, κτυπώντας το χέρι του στο γραφείο του έλεγε στον λοχία ότι αυτές είναι οι οδηγίες του και αν δεν του αρέσει να του το πει για να τον κανονίσει μετάθεση. Τελικά ο λοχίας 14/2/13 μετατέθηκε στο Τρόοδος ωστόσο σύντομα η μετάθεση αυτή ανακλήθηκε. Ο λοχίας σημειώνει επίσης ότι δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι ο υπέρμετρος ζήλος του υπεύθυνου του σταθμού για τις μαζικές εξώδικες καταγγελίες στη περιοχή του νοσοκομείου σχετίζονται με την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης». Το δημοσίευα Α περιέχει φωτογραφία που απεικονίζει κτίριο Αστυνομικού Σταθμού, με λεζάντα «Ο λοχίας όταν εξέφρασε τη διαφωνία του με τον υπεύθυνο του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών για το θέμα των εξώδικων καταγγελιών στο νοσοκομείο, μετατέθηκε στο Τρόοδος». Την 07.12.2023, στην ίδια εφημερίδα, ακολούθησε και άλλο άρθρο, στη σελίδα 7 με θέμα «Επικαιρότητα», σε έκταση που καταλαμβάνει περίπου το 1/3 της σελίδας, σε 5 κάθετες στήλες («δημοσίευμα Β»), με το εξής περιεχόμενο: «Οι καταγγελίες του λοχία θα διερευνηθούν Με οδηγίες του αρχηγού Αστυνομίας αναλαμβάνει ερευνώντας αξιωματικός, ωστόσο η πειθαρχική δίωξη του καταγγέλλοντος συνεχίζεται Μετά το δημοσίευμα της εφημερίδας μας την Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου με τίτλο "Λοχίας που κατάγγειλε τους προϊσταμένους του διώκεται πειθαρχικά" ο αρχηγός της Αστυνομίας Μιχάλης Παπαγεωργίου έδωσε οδηγίες για διερεύνηση των καταγγελιών. Όπως ανάφερε στην εφημερίδα μας ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας Ανδρέας Αγγελίδης, με βάση τις οδηγίες του αρχηγού της Αστυνομίας θα διερευνηθούν οι καταγγελίες που έγιναν από τον λοχία της Αστυνομίας από ερευνώντα αξιωματικό. Επιβεβαίωσε παράλληλα ότι υπάρχει σε εξέλιξη πειθαρχική δίωξη του λοχία σε σχέση με ανάρμοστη συμπεριφορά. Η πειθαρχική υπόθεση προέκυψε μετά την καταγγελία του λοχία σε σχέση με μαζικά εξώδικα για τη στάθμευση έξω από το νοσοκομείο Λεμεσού, προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού χώρου στάθμευσης. Μετά την επιθεώρηση του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών από τον βοηθό αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού και σε σύσκεψη που ακολούθησε, ο λοχίας επιχείρησε να θέσει το θέμα των καταγγελιών στο Νοσοκομείο Λεμεσού ωστόσο φέρεται να τον διέκοψαν και του απαγόρεψαν να μιλήσει ο υπεύθυνος και ο βοηθός υπεύθυνος του σταθμού. Ο λοχίας με βάση τους κανονισμούς απέστειλε σημείωμα στον βοηθό αστυνομικό διευθυντή Λεμεσού στον οποίο αναφερόταν στις απόψεις του για τις εξώδικες καταγγελίες στο νοσοκομείο αλλά και σε άλλα θέματα καταλογίζοντας ευθύνες στον υπεύθυνο και στον βοηθό υπεύθυνο του σταθμού. ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ. Οι καταγγελίες του λοχία φαίνεται να μην λήφθηκαν υπόψη και ο αστυνομικός διευθυντής Λεμεσού μετά από 42 ημέρες τον κάλεσε στο γραφείο του αναφέροντας του ότι είχαν γίνει καταγγελίες εναντίον του από τις οποίες προέκυψαν πειθαρχικά αδικήματα ήτοι α) αμέλεια καθήκοντος και β) ψεύδος και διαστροφή. Ο Αστυνομικός διευθυντής ανέφερε στον λοχία ότι ήταν πρόθυμος να τον δικάσει συνοπτικά για να λήξει το θέμα χωρίς να εμπλακεί το αρχηγείο αστυνομίας. Ο λοχίας αρνήθηκε την εισήγηση του αστυνομικού διευθυντή και του ζήτησε να δώσει οδηγίες όπως διεξαχθεί πλήρης έρευνα για τις καταγγελίες που υπέβαλε στο γραπτό του σημείωμα ημερομηνίας 08/10/
  8. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας Ανδρέα Αγγελίδη η καταγγελία για πειθαρχικό παράπτωμα εναντίον του λοχία αφορούσε το έντονο ύψος με το οποίο φέρεται να μίλησε στη διάρκεια της επιθεώρησης της 8ης Οκτωβρίου κάτι που έχει εκληφθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά. ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ. Οι δικηγόροι του λοχία έχουν αποστείλει επιστολή προς τον αρχηγό της Αστυνομίας ημερομηνίας 29/11/13 ζητώντας όπως οι καταγγελίες του πελάτη τους διερευνηθούν από ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή όπως και ο χειρισμός της υπόθεσης από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού και τον βοηθό του. Οι δικηγόροι του λοχία σύμφωνα με πληροφορίες μας θα εμμένουν στο διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή και όχι ερευνώντος αξιωματικού της Αστυνομίας». Στο δημοσίευμα Β περιέχεται φωτογραφία προσώπου χωρίς λεζάντα. Είναι η θέση των Εναγόντων πως τα δημοσιεύματα Α και Β, και ιδίως συγκεκριμένες φράσεις που υποδεικνύουν, τους αποδίδουν ψευδώς ή και κακόβουλα και δημιουργούν την εύλογη εντύπωση στον μέσο αναγνώστη πως, μεταξύ άλλων, εμπλέκονται σε μαζικές εξώδικες καταγγελίες για στάθμευση έξω από το Νοσοκομείο Λεμεσού προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού χώρου στάθμευσης ή ιδιωτικού συμφέροντος, κατά τρόπο που αποδίδει ή υπαινίσσεται, μεταξύ άλλων, κατάχρηση εξουσίας, μεροληψία και σκοπιμότητα οικονομικού ή προσωπικού οφέλους ή συμμετοχή σε παρανομίες ή σκάνδαλα που ταλανίζουν την Αστυνομία, παράλληλα κακοβουλία και παράλογη συμπεριφορά όσον αφορά τη μεταχείριση του Εναγόμενου
  9. Τα εν λόγω δημοσιεύματα, κατά τους Ενάγοντες, που ήταν διαδοχικά και με τονισμένες λέξεις ή φράσεις, αναφέρονται ξεκάθαρα στους ίδιους, εφόσον διευκρινίζεται η θέση και το αξίωμά τους στην Αστυνομία, και εύκολα μπορούν συνδεθούν με τους ίδιους από τον μέσο αναγνώστη. Αποτελούν, όπως προβάλλουν, δυσφήμισή τους, που διαπράχθηκε από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, εφόσον το περιεχόμενό τους δεν συνιστά την αλήθεια, ούτε έκφραση γνώμης, δεν υπήρχε λόγος δημοσίου συμφέροντος να συγγραφούν και να δημοσιευθούν, και ενυπάρχει η κακοβουλία. Πρόκειται για δημοσιεύματα που, κατά τους Ενάγοντες, προσβάλλουν την εντιμότητα και ακεραιότητα των ιδίων ως εργαζόμενων αλλά και ως πολιτών και που προκάλεσαν αναστάτωση στους ίδιους και στις οικογένειές τους, στεναχώρια, μείωση της προσωπικής, επαγγελματικής και κοινωνικής τους αξιοπρέπειας, ζημία στην τιμή και την υπόληψη, και περιήλθαν ή μπορούσαν να περιέλθουν σε δημόσια κατάκριση, περιφρόνηση, αποστροφή και χλεύη. Αξιώνουν αποζημιώσεις και διηνεκές διάταγμα που να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να δημοσιεύουν ίδιας φύσης δημοσιεύματα αναφορικά με τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, με κοινό δικόγραφο υπεράσπισης, αρνούνται το σύνολο της απαίτησης των Εναγόντων. Όπως μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο του δικογράφου τους και τους θετικούς ισχυρισμούς τους, δεν αρνούνται τις ιδιότητες τους και ότι υπήρξαν τα δημοσιεύματα με το περιεχόμενο που εκθέτουν οι Ενάγοντες. Ωστόσο, θέτουν πως δεν επρόκειτο για δυσφημιστικά δημοσιεύματα. Δεν αναφέρονταν ονομαστικά στους Ενάγοντες, αλλά σε καταγγελίες εναντίον των υπευθύνων του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών και το παράπονο του Λοχία που τους κατήγγειλε και διώχθηκε πειθαρχικά. Το περιεχόμενό τους δεν ήταν ούτε ψευδές ούτε κακόβουλο, ούτε είχε το νόημα που εκθέτουν οι Ενάγοντες. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει πως επρόκειτο για δυσφημιστικά δημοσιεύματα, ισχύουν, όπως προβάλλουν, οι υπερασπίσεις της αλήθειας ή του εύλογου σχολίου επί ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Υπήρξε και σχετικό ρεπορτάζ ημερομηνίας 13.11.2013 με τίτλο «πληρώνουν στάθμευση οι επισκέπτες του Νοσοκομείου Λεμεσού». Η συνέχεια στο θέμα δόθηκε όταν λήφθηκε επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου 4 προς την Εναγόμενη 1 στην οποία αναφέρονταν το ιστορικό και ο λόγος της καταγγελίας του Εναγόμενου 4, και μετά από αποστολή επιστολής του Αρχηγείου Αστυνομίας και από τη δήλωση του εκπρόσωπου Τύπου της Αστυνομίας ότι διερευνάται πειθαρχική υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου 4, οπότε υπήρχε η δυνατότητα δημοσιογραφικού σχολίου και κριτικής επί γεγονότων που ενδιαφέρουν τον δημόσιο διάλογο. Η δε δημοσίευση έγινε χωρίς πρόθεση βλάβης των Εναγόντων. Επίσης, τα δημοσιεύματα αποτελούν προνομιούχα δημοσιεύματα υπό επιφύλαξη. Την 22.03.2014, οι Εναγόμενοι 1 και 3 δημοσίευσαν απολογητικό κείμενο. Γι' αυτό, είναι η θέση των Εναγόμενων 1, 2 και 3, πως οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε θεραπείες. Πρόσθετα, όσον αφορά την Εναγόμενη 2, ως απλώς πρακτορείο διανομής της εφημερίδας, δεν μπορεί να έχει ευθύνη για το περιεχόμενο της εφημερίδας που δεν γνωρίζει, ενώ η συμμετοχή στη διάδοση της εφημερίδας ήταν χωρίς υπαιτιότητα και μη συνδεόμενη με τους Ενάγοντες, αλλά και δεν μπορούσε να σταματήσει. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός ατόμων στη γνώση των οποίων περιήλθαν τα δημοσιεύματα ήταν μικρός. Ο Εναγόμενος 4, ο οποίος είχε αιτηθεί ανεπιτυχώς τη διαγραφή της εναντίον του απαίτησης, στην υπεράσπιση που τελικά καταχώρισε, παραδέχεται τις ιδιότητες ενός εκάστου στην Αστυνομία, και ότι υπάρχει η εφημερίδα «Αλήθεια», αλλά αγνοεί και αρνείται τα υπόλοιπα που εκθέτουν οι Ενάγοντες. Παραδέχεται την ύπαρξη των δημοσιευμάτων που επικαλούνται οι Ενάγοντες, αλλά θέτει πως ο ίδιος δεν είχε κάποια συμμετοχή στη δημοσίευσή τους ή στην ετοιμασία τους. Δεν συνιστούν, όπως λέει, αναπαραγωγή δικών του δηλώσεων, ούτε εξουσιοδότησε τέτοια αναπαραγωγή, ούτε ο ίδιος είχε κάποιο σκοπό να προβεί σε δημοσιεύματα, τα οποία δεν αποτελούν φυσική ή πιθανή συνέπεια δικών του λόγων. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν, όπως θέτει, δυσφημιστικά ή ψευδή ή επιζήμια ή δυσμενή δημοσιεύματα για τους Ενάγοντες. Οποιαδήποτε αναφορά από τον Εναγόμενο 4 στο πλαίσιο των καθηκόντων του ή των αρμοδιοτήτων του ήταν καλόπιστη, μέσα στο πλαίσιο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, με μέσο επαρκές και πρόσφορο για τη διερεύνηση καταγγελιών ή παραπόνων, και είναι προνομιούχες. Ήταν εκπλήρωση υπηρεσιακής υποχρέωσης του Εναγόμενου 4 να αναφέρει σχετικά με παράπονα και καταγγελίες πολιτών που μπορούσαν να προσβάλουν την Αστυνομία, και τέτοιες αναφορές στο πλαίσιο της υπηρεσίας, με ειλικρινή σκοπό τη διαφύλαξη του κύρους της Αστυνομίας, δεν μπορούν να συνιστούν δυσφήμιση των Εναγόντων. Στα άρθρα που δημοσιεύθηκαν, όπως επαναλαμβάνει, δεν είχε εμπλοκή. Σε αυτά, σε κάθε περίπτωση, επειδή δεν γίνονταν αναφορά στα ονόματα των Εναγόντων και δεν ήταν πρωτοσέλιδα, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί μεγάλος αριθμός πολιτών ότι αναφέρονται στους Ενάγοντες, ενώ και η εν λόγω εφημερίδα δεν έχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό. Εμπεριείχαν κριτική προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού και τον χειρισμό των καταγγελιών που έγιναν εναντίον των Εναγόντων, και όχι προς τους Ενάγοντες ή σε συμπεριφορά των Εναγόντων. Μετέφεραν παράπονα και καταγγελίες πολιτών, που όντως υπήρχαν και που ο Εναγόμενος 4 είχε αναφέρει εντός υπηρεσίας, με λέξεις και φράσεις που δεν ανήκουν στον Εναγόμενο
  10. Τα θέματα στα οποία αναφέρονταν, καθόλα έντιμα, ειλικρινά, εύλογα και αναγκαία, ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Δεν θα μπορούσαν να έχουν την επίδραση που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, οι οποίοι δεν υπέστησαν ζημιά λόγω των δημοσιευμάτων. Υπήρχαν καταγγελίες εναντίον τους και από αυτές ενδεχομένως να μπορούσαν να υποστούν ζημιά. Και ο Εναγόμενος 4 αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων. Πριν από την έναρξη της ακρόασης, την 06.04.2022, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τα επίδικα δημοσιεύματα έχουν όντως δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Αλήθεια» κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Το δημοσίευμα Α κατατέθηκε εκ συμφώνου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 και το δημοσίευμα Β κατατέθηκε εκ συμφώνου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  11. Ως παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε και ότι την 22.03.2014 έγινε δημοσίευση απολογίας. Η δημοσίευση απολογίας ημερομηνίας 22.03.2014 στην εφημερίδα «Αλήθεια» κατατέθηκε εκ συμφώνου και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  12. Η απολογία δημοσιεύθηκε στη σελίδα 39 με θέμα «Κύπρος», σε έκταση που καταλαμβάνει μικρό χώρο της σελίδας, μικρότερη από διπλανή διαφήμιση, σε δύο στήλες, με το εξής περιεχόμενο: «Επανόρθωση και απολογία Η εφημερίδα μας αποσύρει όσα δημοσιεύθηκαν στις 5/12/2013 και στις 7/12/2013 τα οποία αφορούσαν τον υπαστυνόμο Μ. Θεμιστοκλέους και τον ανώτερο υπαστυνόμο Ανδρέα Φιακά και σε καμία περίπτωση δεν ήταν πρόθεσή της να τους αποδώσει ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση, να βλάψει την υπόληψη και την επαγγελματική τους ακεραιότητα. Εναντίον των δύο μελών της Αστυνομίας δεν εκκρεμεί καμιά υπόθεση ούτε πειθαρχική ούτε άλλως πως. Ούτε έγινε καμιά εξώδικη καταγγελία από τον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών. Οι καταγγελίες που έγιναν δεν ευσταθούσαν και σίγουρα δεν ήταν ευθύνη ή και παράλειψη των δύο αστυνομικών. Κατά συνέπεια εκφράζουμε τη λύπη μας και την απολογία μας.» Παρέμειναν επίδικα θέματα, εάν τα δημοσιεύματα αναφέρονται στους Ενάγοντες και εάν είναι δυσφημιστικά, και εάν σε αυτά, ως γεγονός, έχει οποιαδήποτε συμμετοχή ο Εναγόμενος
  13. Έπειτα, εάν σε περίπτωση που είναι δυσφημιστικά, ισχύει οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και
  14. Διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων, κατέθεσαν ως μάρτυρες ο Ενάγων 1 (ΜΕ1), ο Ενάγων 2 (ΜΕ2) και η κυρία Παρασκευή Λαζαρίδου (ΜΕ3). Όλοι αντεξετάστηκαν από τους δικηγόρους των Εναγόμενων 1, 2, 3 και
  15. Για τις υπερασπίσεις των Εναγόντων 1, 2, 3 κατέθεσε ως μάρτυρας ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ1), ενώ για τις υπερασπίσεις του Εναγόμενου 4 κατέθεσε ο ίδιος ως μάρτυρας (ΜΥ2), και όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης, επίσης, αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόντων. Δικαίωμα αντεξέτασης του ΜΥ1 δόθηκε και στον συνήγορο του Εναγόμενου 4, πριν από την επανεξέταση, για τυχόν ζητήματα που άπτονται της υπόθεσης του Εναγόμενου 4 (adverse party), και δικαίωμα αντεξέτασης του ΜΥ2 δόθηκε και στον συνήγορο των Εναγόμενων 1, 2 και 3, πριν από την επανεξέταση, για τυχόν ζητήματα που άπτονται της υπόθεσης των Εναγόμενων 1, 2 και 3 (adverse party)[1]. Το σύνολο της μαρτυρίας τους καταγράφηκε σε πρακτικά της διαδικασίας, που τηρήθηκαν. Η έγγραφη μαρτυρία, αποτελούμενη συνολικά από 22 τεκμήρια, είναι επίσης στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των Εναγόμενων και των Εναγόντων αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η απόφαση του Δικαστηρίου είχε τότε επιφυλαχθεί. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι γενικότερα αναφέρθηκε, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής αναφορά. Νομικές πτυχές Είναι βολικότερο, για τους σκοπούς αυτής της απόφασης, να παρατεθεί πρώτα το νομικό πλαίσιο. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, δυσφήμιση είναι η δημοσίευση, από οποιοδήποτε πρόσωπο, με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη, ή ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς της πρόνοιας αυτής, «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε, η οποία, εάν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη πράξη σε αυτήν. Στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι και νομοθετημένο πως η ευθύνη που υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο τον λόγο ότι προβαίνει σε αυτήν υπό μορφή επανάληψης (repetition) ή φημολογίας (hearsay) ή αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε ή, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή ή επειδή δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτήν ή να δημοσιεύσει αυτήν για τον ενάγοντα και ότι αφορούσε αυτόν ή, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του ενάγοντος. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης. Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς, δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα φυλάκιση, σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του, ή αποδίδουν σε αυτόν μεταδοτική ή μολυσματική νόσο, μοιχεία ή ασέλγεια. Δυσφήμιση διαπράττεται και εάν ακόμα το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως· αρκεί εάν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. Δεν αρκεί ένα κείμενο να είναι δυσφημιστικό, ως ερμηνεύεται, αλλά θα πρέπει επίσης να δημοσιευθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα εάν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αυτού που δυσφημίζεται από αυτό ή του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια του γάμου. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα εάν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημίζεται ή προς άλλον, συνιστά δημοσίευση. Μπορεί να είναι δυσφημιστικό ένα δημοσίευμα, αλλά να μην υπάρξει καταδίκη για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και να μην επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, εάν αποδειχθεί κάποια από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εφαρμόζονται στη νομολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ.148, σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές (true). Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντος, η υπεράσπιση της αλήθειας δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μίας κατηγορίας, εάν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχθηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντος, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών. Δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια κάθε μίας λέξης που χρησιμοποιεί[2], αλλά το ουσιωδώς αληθές του δημοσιεύματος. Η ουσία της υπεράσπισης είναι να μην επιτρέπει στον ενάγοντα να αποζημιώνεται για το πλήγμα σε έναν χαρακτήρα που είτε δεν κατέχει είτε δεν εξέφρασε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η απόδειξη της αλήθειας παρεμβάλλεται ως αντικειμενικό γεγονός που δείχνει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται στην άψογη φήμη που ισχυρίζεται πως έχει πληγεί από το δημοσίευμα. Το βάρος απόδειξης της αλήθειας που έχει ο εναγόμενος νοείται πως κινείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όσο πιο βαριά είναι η κατηγορία εναντίον του ενάγοντος, τόσο αυξάνεται και το βάρος απόδειξης της αλήθειας, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια, στο πλαίσιο υπεράσπισης σε απαίτηση για δυσφήμιση σε δημοσίευμα που φέρει τον ενάγοντα ως ύποπτο ποινικού αδικήματος, με τον τρόπο που ο δημόσιος κατήγορος πρέπει να αποδείξει τη διάπραξη του ιδίου ποινικού αδικήματος στην ποινική δίκη[3]. Όταν ο εναγόμενος επαναλαμβάνει κάτι που ειπώθηκε από άλλον, δεν αρκεί να αποδείξει ότι αυτό όντως ειπώθηκε από τον άλλο, για να διαφύγει της ευθύνης για δυσφήμιση, αλλά θα πρέπει να αποδείξει και ότι το αντικείμενο του λόγου του άλλου, που επανέλαβε, ήταν ουσιωδώς αληθές[4]. Κάθε επαναδημοσίευση λιβέλου συνιστά νέο λίβελο και ο συγγραφέας του καθενός που προβάλλει την υπεράσπιση της αλήθειας θα πρέπει να αναφέρεται στα γεγονότα που περιέχονται στην αρχική δημοσίευση[5]. Έτσι, όταν το δημοσίευμα είναι πως «ο Α είπε πως ο Β έκλεψε εξυπηρετεί ιδιωτικό συμφέρον», η ερμηνεία που δίδεται στο δημοσίευμα είναι «ο Β εξυπηρετεί ιδιωτικό συμφέρον»[6]. Οι λεπτομέρειες αλήθειας θα πρέπει να δικογραφούνται από τον εναγόμενο που χρησιμοποιεί την υπεράσπιση αυτή. Το Δικαστήριο εστιάζει στον πυρήνα του δυσφημιστικού ισχυρισμού, για να διαπιστώσει εάν μπορεί να επαρκέσει η υπεράσπιση της αλήθειας, και τυχόν ανακρίβειες, υπερβολές του δημοσιογραφικού ύφους ή η ατημέλητη δημοσιογραφία (sloppy journalism) ή ασυνειδησία μένουν στην άκρη[7]. Αποτελεί ειδική υπεράσπιση και το ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο (honest opinion) για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, ως κωδικοποιείται η υπεράσπιση του κοινοδικαίου στο εγχώριο δίκαιο, δηλαδή και με την προϋπόθεση το σχόλιο να είναι επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος[8]. Σε αντίθεση με την υπεράσπιση της αλήθειας, που εφαρμόζεται και σε δηλώσεις γεγονότων και σε δηλώσεις που συνιστούν γνώμη, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εφαρμόζεται σε δυσφημιστικές δηλώσεις που συνιστούν γνώμη με κάποια πραγματική βάση, επί της οποίας το έντιμο άτομο θα μπορούσε να εκφράσει γνώμη. Όταν το δημοσίευμα περιέχει και γεγονότα και γνώμη, συνήθως δικογραφούνται και οι δύο υπερασπίσεις. Στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν ενδιαφέρει τόσο η αλήθεια. Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, εάν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο, αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα τα οποία αποδεικνύονται. Η δίκαιη και ακριβής αναφορά μιας δήλωσης υπό προνομιούχα περίσταση μπορεί επίσης να περιληφθεί σε αυτή την υπεράσπιση, ακόμα κι αν η δήλωση είναι ανακριβής. Εάν κάποιος εκφράσει γνώμη αναφορικά με επίσημη καταγγελία στις Αρχές ή αναφορικά με την οποία διεξάγεται δίκη, ακόμα κι αν το περιεχόμενο της καταγγελίας καθαυτό είναι ανακριβές ή αναληθές, εάν η δική του γνώμη εκφράστηκε δίκαια και με ακρίβεια, εξαιρείται από τον κανόνα ότι η γνώμη θα πρέπει να βασίζεται πάντοτε σε γεγονότα που αληθεύουν[9]. Δεν υπάρχει κάποιος εξαντλητικός κατάλογος για το τι συνιστά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή τι δεν συνιστά, ενώ κριτήρια ή παράγοντες που έτυχαν ήδη χρήσης στην ευρύτερη νομολογία μπορούν να τυγχάνουν επίκλησης. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο γραφείο μιας εισαγγελίας αναφορικά με τον χειρισμό θεμάτων όπως λόγου χάριν οι ευάλωτοι ύποπτοι, μπορεί να θεωρηθεί θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος[10], όπως ακόμα και η ικανότητα ενός προσώπου να ασχολείται με τη διοίκηση ενός φιλανθρωπικού οργανισμού[11], άρα πρόκειται για μια καταρχάς ευρεία έννοια ή κατηγορία. Ενώ τα γεγονότα που έπονται της δημοσίευσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της υπεράσπισης της αλήθειας, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί η εντιμότητα με την οποία εκφράστηκε η γνώμη. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν επιτυγχάνει εάν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα με την έννοια του άρθρου 21, δηλαδή ότι έγινε με κακή πίστη (malice), που εξειδικεύεται στο ότι ο εναγόμενος δεν διατηρούσε όντως τη γνώμη που εξέφρασε[12]. Ενώ στην υπεράσπιση της αλήθειας δεν ενδιαφέρει η νοητική κατάσταση του εναγόμενου, στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου είναι σημαντική. Ο Ενάγων θα πρέπει να απαντά στην υπεράσπιση αυτή, δικογραφώντας τις λεπτομέρειες επί των οποίων βασίζεται για να επικαλεστεί κακή πίστη. Ενώ μπορούν να εντοπιστούν παλαιές αυθεντίες που υποστηρίζουν πως η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείται διαφορετικά όταν η δήλωση συνιστά κατηγορία για διαφθορά ή ανεντιμότητα[13], πλέον δεν υπάρχει ούτε μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία κάποια διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση[14]. Ειδικές νομοθετημένες υπερασπίσεις αποτελούν και το ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος ήταν προνομιούχα (in a privileged occasion) δυνάμει του άρθρου 20 (απόλυτα προνομιούχα) και του άρθρου 21 (υπό επιφύλαξη προνομιούχα) και ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου
  16. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλόπιστα, εάν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να το δημοσιεύσει και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον. Νοουμένου πάντοτε ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκώς υπό τις περιστάσεις. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι μομφή που προσάπτεται από κάποιο κατά της συμπεριφοράς άλλου, ως προς οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το οποίο ο πρώτος έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πώς, επί του άλλου, ή ως προς τον χαρακτήρα του άλλου στο μέτρο που εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου σε σχέση με τη συμπεριφορά του σε οποιοδήποτε θέμα ή σε σχέση με τον χαρακτήρα του, στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία συμβατικά ή άλλως πως επί του άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα͘. Εάν επίσης το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει ή προσώπου προς το οποίο γίνονταν η δημοσίευση ή κάποιου τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι ακριβοδίκαιη και ακριβής αναφορά αυτών που έχουν λεχθεί, πραχθεί ή δημοσιευθεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται πως έγινε καλόπιστα εάν το δημοσίευμα ήταν αναληθές και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή προέβη στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή αναληθούς ή ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό αντικειμενικά μεγαλύτερο ή σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, εάν η δημοσίευση θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα φέρει ο ενάγων. Εάν η δήλωση που φέρεται ως δυσφημιστική αποτέλεσε την ακριβή και ανεξάρτητη αναφορά διαφοράς ή διαμάχης στην οποία συμμετείχε ο ενάγων (στο πλαίσιο reportage), το Δικαστήριο, καθορίζοντας κατά πόσο ήταν εύλογο για τον εναγόμενο να πιστεύει πως η δημοσίευση εξυπηρετεί το δημόσιο ενδιαφέρον, δεν αναζητά εάν ο εναγόμενος προέβη και σε διαβήματα επαλήθευσης των κατηγοριών[15]. Αυτή η περισσότερο δημοσιογραφική «υπεράσπιση του ρεπορτάζ» (γνωστότερη ως «υπεράσπιση Reynolds»[16]) αν και ιστορικά δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις νομοθετημένες υπερασπίσεις ή και δεν συνιστά ακριβώς «προνόμιο», για διάφορους λόγους, στην Κυπριακή έννομη τάξη προσεγγίζεται περισσότερο υπό την υπεράσπιση του ειδικού προνομίου υπό επιφύλαξη καλοπιστίας, αν και συμπλέκει στοιχεία και των λοιπών υπερασπίσεων[17]. Το House of Lords, με τούτη την υπεράσπιση, που σταδιακά διασαφήνισε, θέλησε να ενθαρρύνει την εμπέδωση της δημοσιογραφικής ελευθερίας ή ελευθεροτυπίας, παράλληλα περιορίζοντας τις αγωγές κατά των ΜΜΕ για δυσφήμιση, ή ακόμα και να προσεγγίσει τη δυσφήμιση εκσυγχρονιστικά ως περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης των ΜΜΕ, παρά αποκλειστικά ως αυθύπαρκτο αστικό αδίκημα. Οι περιστάσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Υποθέτοντας σε κάθε περίπτωση ότι μια δήλωση είναι δυσφημιστική και πραγματικά αναληθής, παρόλο που καλόπιστα πιστεύεται ότι είναι αληθής, θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός σε σχέση με τις περιστάσεις. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης που έχει ληφθεί από τον κυβερνητικό Τύπο ή δημόσια ομιλία δημόσιου προσώπου ή επίσημη διαδικασία και άλλο η δημοσίευση δήλωσης πολιτικού αντιπάλου, επιχειρηματικού ανταγωνιστή, πρώην υπαλλήλου, κ.λπ.. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης για την οποία έχει δοθεί στον δυσφημισθέντα η ευκαιρία να ανατρέψει και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς να έχει δοθεί κάποια εφικτή ευκαιρία στον δυσφημισθέντα. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης μετά από προηγούμενη επαλήθευση και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς προηγούμενη επαλήθευση, ενώ η φύση της δήλωσης το απαιτεί. Αυτοί που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή θα πρέπει να αναμένουν και να δέχονται ότι η δημόσια συμπεριφορά τους θα είναι αντικείμενο εξονυχιστικού ελέγχου και οξείας κριτικής. Δεν θα αναμένουν βεβαίως οι πράξεις τους να είναι το αντικείμενο ψευδών και δυσφημιστικών δηλώσεων, εκτός εάν οι συνθήκες της δημοσίευσης απαιτούν, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, το πρόσωπο που δημοσιεύει τη δήλωση να περιβληθεί με τέτοια ασυλία, με δεδομένη την απουσία κακοπιστίας. Με την «υπεράσπιση Reynolds» αναγνωρίζεται η ελαστικότητα του δικαίου που αναγνωρίζει το ότι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν άνεση χρόνου και στην αμεσότητα της στιγμής μπορεί να μην υπάρχει τόσο καλή ορατότητα όσον αφορά τα γεγονότα και η συχνή απροθυμία τους να αποκαλύψουν τις πηγές τους δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος τους. Διατελώντας τους ρόλους του «λαγωνικού» και του «φύλακα», οι δημοσιογράφοι παίζουν ένα σπουδαίο κοινωνικό ρόλο και το Δικαστήριο, για την προστασία της ελευθερίας της δημοσιογραφικής έκφρασης, θα πρέπει να είναι φειδωλό ως προς το να αποφασίζει ότι μια δημοσίευση δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, συνεπώς, το κοινό δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει, ιδίως όταν οι πληροφορίες είναι πολιτικού περιεχομένου. Είναι ένα σύνολο περιστάσεων ή παραγόντων που συνθέτουν την εκάστοτε εικόνα. Κατά πόσο το δημοσίευμα ως προς τη γενική του κατεύθυνση και θεματολογία, και όχι μεμονωμένες δηλώσεις, εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου ενδιαφέροντος. Κατά πόσον η συμπερίληψη της δυσφημιστικής δήλωσης ήταν λογικά αναγκαία και δικαιολογημένη, πάλι με γνώμονα τον δημόσιο σκοπό στον οποίο πρέπει να ενσωματώνεται. Το γεγονός ότι μια ιστορία και η δημοσίευσή της είναι προς το δημόσιο συμφέρον δεν δίνει το δικαίωμα στον δημοσιογράφο να τη διανθίσει με δηλώσεις που δεν εξυπηρετούν τον δημόσιο σκοπό. Επειδή όμως το Δικαστήριο έχει άνεση χρόνου και καλύτερη ορατότητα από τον δημοσιογράφο, η δικαστική κρίση δεν θα πρέπει να είναι τόσο σχολαστική ως προς το ποιες δηλώσεις εξυπηρετούν με ακρίβεια το γενικό μήνυμα. Κατά πόσον τα διαβήματα που έγιναν για τη συλλογή, επαλήθευση και δημοσίευση των πληροφοριών ήταν υπεύθυνα και δίκαια (responsible journalism). Για τη διακρίβωση του τελευταίου, η σοβαρότητα της κατηγορίας (όσο πιο σοβαρή είναι η κατηγορία, τόσο περισσότερο παραπληροφορείται το κοινό και βλάπτεται το πρόσωπο, εάν η δήλωση είναι αναληθής), η φύση των πληροφοριών και η έκταση στην οποία το υποκείμενο-θέμα ενδιαφέρουν το κοινό, η πηγή των πληροφοριών, τα βήματα που έγιναν για επαλήθευση των πληροφοριών, η κατάσταση των πληροφοριών (μερικές φορές υπήρξαν ήδη το αντικείμενο κάποιας έρευνας), ο επείγων χαρακτήρας του θέματος (πολλές φορές η είδηση είναι κάτι το οποίο φθείρεται), η αναζήτηση σχολίου από τον ενάγοντα ο οποίος μπορεί να έχει διαφορετικές πληροφορίες (αν και δεν είναι πάντοτε αναγκαίο η δημοσιευμένη ιστορία να περιέχει την ουσία των ισχυρισμών της πλευράς του ενάγοντος), ο τόνος της δημοσίευσης που μπορεί να πολλαπλασιάσει τα ερωτήματα ή να αναδείξει την ανάγκη έρευνας, η χρονική στιγμή, η μη υιοθέτηση των δηλώσεων ως πραγματικά γεγονότα είναι μερικοί από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 19 §§ 1, 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα)»), όπως και στο άρθρο 10 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), είναι θεμελιώδης σε ένα πολίτευμα δημοκρατικό· συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική εξέλιξη αλλά και την προσωπική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου[18]. Ορίζει πως έκαστος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον έκφρασης, και το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση από οποιαδήποτε δημόσια αρχή και ανεξαρτήτως συνόρων. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται μόνον για γνώμες ή ιδέες που είναι αρεστές ή ευνοϊκές ή που δεν ενοχλούν κανέναν, αλλά και σε αυτές που μπορεί να προκαλέσουν ενόχληση· αυτό απαιτεί καταρχάς ο πλουραλισμός, η ανοχή και το ανοικτό πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν υφίσταται η δημοκρατική κοινωνία[19]. Η ελευθερία της έκφρασης υπόκειται σε περιορισμούς, που προβλέπονται στο άρθρο 19 § 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ, οι οποίοι θα πρέπει να τίθενται δια νόμου (lawfulness), να εξυπηρετούν κάποιον από τους προβλεπόμενους περιορισμούς (legitimacy), και να είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία (necessity), δηλαδή να εξυπηρετούν μία κοινωνική ανάγκη που πιέζει για την εφαρμογή τους (pressing social need). Οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και η αναγκαιότητά τους να αποδεικνύεται πειστικά[20]. Μέσα από τη νομολογία του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ανέδειξε τη θετική υποχρέωση που έχει κάθε Κράτος να προστατεύει την άσκηση αυτού του δικαιώματος, μεταξύ άλλων, εγκαθιδρύοντας αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας των δημοσιογράφων, αλλά και όσων συγγράφουν δημόσια, με σκοπό τη δημιουργία περιβάλλοντος συμμετοχής όλων των ενδιαφερόμενων σε δημόσιο διάλογο, επιτρέποντάς τους να εκφράσουν τις απόψεις και τις ιδέες τους χωρίς φόβο, έστω και εάν αυτές εναντιώνονται στις κρατικές Αρχές ή σε μεγάλο ή στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης, ή ακόμα και εάν προκαλούν ή εκνευρίζουν[21]. Το φάσμα που καλύπτει η ελευθερία της έκφρασης είναι αρκετά ευρύ, και καλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο και τον τρόπο της έκφρασης. Η μεθοδολογία της εξισορρόπησης ή στάθμισης είναι αυτή που εφαρμόζεται εφόσον ενεργοποιείται πράγματι και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ[22]. Στην Axel Springer v. Germany [GC] (αρ. 39954/08, ημερ.07.02.2012), υποδείχθηκε πως, για να εμπίπτει η υπόληψη του ατόμου (reputation) στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, στις υποθέσεις δυσφήμισης, θα πρέπει να υπάρχει ένα επίπεδο σοβαρότητας (threshold of seriousness), και η δυσφήμιση να γίνεται με τρόπο που, όντως, επηρεάζει την απόλαυση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Η απώλεια της φήμης, ως αποτέλεσμα των πράξεων του ίδιου του φορέα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (π.χ. διάπραξη ποινικού αδικήματος), συνηθέστερα, δεν δικαιολογεί την επίκληση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[23]. Στις υποθέσεις που αφορούν σε δημοσιεύματα στον Τύπο, οι οποίες διαχρονικά απασχόλησαν το δίκαιο της δυσφήμισης, η αρχή είναι πως, αν και ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, όσον αφορά ειδικότερα την προστασία της φήμης και των δικαιωμάτων των άλλων, το καθήκον του είναι να δώσει - με τρόπο σύμφωνο με τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του - πληροφορίες και ιδέες για όλα τα θέματα του δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο Τύπος δεν έχει μόνον το καθήκον να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, αλλά και το κοινό επίσης έχει το δικαίωμα να τις λαμβάνει. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Τύπος δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ζωτικό του ρόλο ως «δημόσιος φύλακας» ("watchdog")[24]. Το καθήκον της μετάδοσης πληροφοριών περιλαμβάνει υποχρεωτικά καθήκοντα και ευθύνες ως όρια που ο ίδιος ο Τύπος πρέπει να επιβάλλει στον εαυτό του αυθόρμητα. Σε περίπτωση μετάδοσης πληροφοριών ή δημοσίευσης φωτογραφιών που δείχνουν πτυχές της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου, τα κριτήρια που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι η συμβολή του δημοσιεύματος σε μια συζήτηση δημοσίου ενδιαφέροντος, ο βαθμός της φήμης του θιγόμενου ατόμου, το αντικείμενο του δημοσιεύματος, η προηγούμενη συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου ατόμου, το περιεχόμενο, η μορφή και οι συνέπειες της δημοσίευσης, και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η δημοσίευση. Το δημόσιο ενδιαφέρον στη νομολογία του ΕΔΔΑ αναφέρεται συνήθως σε ζητήματα που επηρεάζουν το κοινό σε βαθμό που μπορεί να το ενδιαφέρει, που προσελκύει την προσοχή του ή που το αφορά σε σημαντικό βαθμό, ιδίως επειδή επηρεάζει την ευημερία των πολιτών ή την κοινωνική ζωή τους. Αφορά επίσης ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν διαφωνίες, σε σχέση με ένα σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, ή περιλαμβάνει ένα πρόβλημα για το οποίο το κοινό θα ενδιαφέρονταν να ενημερωθεί[25]. Δημοσιεύματα που στοχεύουν αποκλειστικά σε ικανοποίηση της περιέργειας ενός συγκεκριμένου κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου δεν μπορεί θεωρείται ότι συμβάλλει σε οποιαδήποτε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος για την κοινωνία, ακόμα κι αν ο ενδιαφερόμενος είναι γνωστός. Ο βαθμός στον οποίον ένα άτομο έχει δημόσιο προφίλ ή είναι γνωστός επηρεάζει την προστασία που μπορεί να παρέχεται στην ιδιωτική του ζωή. Εάν ο ρόλος ή τα καθήκοντα του ενδιαφερομένου και η φύση των δραστηριοτήτων του αποτελούν το αντικείμενο της δημοσίευσης, συνιστά επίσης κριτήριο που αξιολογείται. Το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού μπορεί να επεκταθεί, σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις, σε πτυχές της ιδιωτικής ζωής των δημόσιων προσώπων, ιδιαίτερα όσον αφορά τους πολιτικούς. Η εφαρμογή αυτού του συλλογισμού επεκτείνεται, πέρα ​​από τα πολιτικά πρόσωπα, σε οποιοδήποτε άτομο θα μπορούσε να είναι θεωρείται δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο που, μέσω των πράξεων του ή ακόμη και της θέσης του, έχει μπει στον δημόσιο χώρο. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ένα άτομο είναι το αντικείμενο ποινικής έρευνας, για ένα πολύ σοβαρό αδίκημα, δεν δικαιολογεί από μόνο του τη μεταχείριση του ατόμου αυτού με τον ίδιο τρόπο όπως ένα δημόσιο πρόσωπο που εκτίθεται εθελοντικά στη δημοσιότητα. Η θυματοποίηση του ατόμου από διάφορες καταστάσεις ενδεχομένως να δικαιολογεί την έμφαση στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και περισσότερη εγκράτεια όσον αφορά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ[26]. Ενώ η προηγούμενη συμπεριφορά του θιγόμενου (π.χ. εάν ο ίδιος έχει εκτεθεί οικειοθελώς στη δημοσιότητα) μπορεί να επηρεάζει τη στάθμιση, το απλό γεγονός της συνεργασίας του με τον Τύπο στο παρελθόν δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιχείρημα για να στερήσει από τον ενδιαφερόμενο κάθε προστασία της ιδιωτικής του ζωής. Η υποτιθέμενη ή πραγματική προηγούμενη ανοχή ή άλλη ενέργεια ενός ατόμου σε σχέση με δημοσιεύσεις που αφορούν την ιδιωτική του ζωή, επίσης, δεν στερεί απαραίτητα από τον ενδιαφερόμενο το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Στις υποθέσεις δυσφήμισης, η σύνδεση μεταξύ της επίμαχης δήλωσης και του ατόμου που διεκδικεί προστασία, θα πρέπει να είναι αντικειμενική. Δεν αρκεί δηλαδή το πώς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκλαμβάνει το περιεχόμενο του δημοσιεύματος. Πρέπει να υπάρχει κάτι που να κάνει και τον απλό αναγνώστη ή ακροατή, αντίστοιχα, να καταλάβει ότι η δήλωση που έγινε δημόσια καθρεφτίζει άμεσα τον ενάγοντα ή ότι αυτός είναι που υπόκειται στην κριτική[27]. Ως προς το επίπεδο σοβαρότητας, που αναφέρθηκε προηγουμένως, τα δημοσιεύματα θα πρέπει να έχουν τόσο προσβλητικό χαρακτήρα που να έχουν αναπόφευκτη άμεση επίδραση στη ζωή του ενάγοντος[28]. Σημαντική είναι και η διάκριση ως προς το εάν το δημοσίευμα αφορά σε γεγονότα ή σε αξιολογική εκτίμηση. Τα γεγονότα μπορούν εύκολα να αποδειχθούν, η αλήθεια των αξιολογικών εκτιμήσεων όχι[29]. Για τους δημοσιογράφους, χρειάζονται ειδικοί λόγοι για την απαλλαγή από την υποχρέωση επαλήθευσης των δηλώσεων αναφορικά με γεγονότα, που είναι δυσφημιστικές για τον ιδιώτη. Κατά πόσον υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, εξαρτάται και από τη φύση και τον βαθμό της δυσφήμισης και την έκταση στην οποίαν ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να εμπιστευτεί ως αξιόπιστες τις πηγές του. Ορισμένες φορές, η διάκριση ως προς το εάν ένα δημοσίευμα συνιστά δήλωση γεγονότος ή αξιολογική εκτίμηση, δεν είναι τόσο απλή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται ερμηνευτική προσπάθεια, η οποία να λαμβάνει υπόψη και τις περιστάσεις υπό τις οποίες γίνεται το δημοσίευμα. Συνηθέστερα, οι ισχυρισμοί για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος συνιστούν αξιολογικές εκτιμήσεις και όχι δηλώσεις γεγονότων[30]. Στην Thorgeir Thorgeirson v. Iceland (αρ.13788/88, ημερ.25.06.1992), που οι δηλώσεις του προσφεύγοντος σε σχέση με την αστυνομική βία στηρίζονταν σε ιστορίες και φήμες άλλων, το θέμα ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος, και η εναπόθεση βάρους στον προσφεύγοντα να αποδείξει την αλήθεια των δηλώσεών του, σε έκταση εάν αληθεύουν ή όχι οι ιστορίες και οι φήμες των άλλων, δεν ήταν εύλογη, ενώ ενδεχομένως να μην ήταν και δυνατόν να επιτευχθεί ένας τέτοιος στόχος. Η αναγκαιότητα να συνδέεται μία αξιολογική εκτίμηση με ένα πραγματικό υπόβαθρο διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Για παράδειγμα, υπήρξε περίπτωση όπου οι προσφεύγοντες δεν είχαν πραγματικό υπόβαθρο για τους ισχυρισμούς τους περί ποινικά επιλήψιμης συμπεριφοράς του ενάγοντος, και κρίθηκε πως δεν παραβιάστηκε το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης[31]. Η απαίτηση για επαρκή πραγματική βάση εκτιμάται και έναντι άλλων σχετικών παραμέτρων, στο πλαίσιο της αναλογικότητας. Έτσι, μπορεί να είναι λιγότερο σημαντική, όταν οι επίμαχες δηλώσεις γίνονται κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής πολιτικής συζήτησης, όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι θα πρέπει να απολαμβάνουν ευρεία ελευθερία, να επικρίνουν τις ενέργειες των Αρχών, ακόμη και όταν οι δηλώσεις που γίνονται ενδέχεται να στερούνται σαφούς βάσης. Στην πρόσφατη Drousiotis v. Cyprus (αρ. 42315/2015, ημερ.05.07.2022), αναφέρθηκαν εκ νέου οι προαναφερόμενες αρχές. Η επιζήμια ψευδολογία συνιστά ένα άλλο αστικό αδίκημα που προβλέπεται και στο άρθρο 25 του Κεφ.
  17. Συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση ψευδούς δήλωσης, προφορικά ή άλλως πώς, αναφορικά με το επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, ενασχόληση ή τη θέση άλλου ή αγαθά ή τίτλο κυριότητας. Επιβάλλεται o ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς, εκτός εάν οι λέξεις επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και δημοσιεύονται εγγράφως ή με οποιονδήποτε άλλο πάγιο τρόπο ή εάν σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα σε σχέση με οποιαδήποτε θέση την οποία κατέχει ή επάγγελμα, ενασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία που ασκείται κατά τον χρόνο της δημοσίευσης, όπου η δημοσίευση έχει την ίδια έννοια του άρθρου
  18. Η μαρτυρία και εξέταση Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[32], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[33]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Ο ΜΕ1 ανάφερε, κατά την κυρίως εξέτασή του[34], ό,τι και στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Προσκόμισε περαιτέρω την αναφορά του ημερομηνίας 08.10.2013 σχετικά με τις τοποθετήσεις του Εναγόμενου 4 στη διάσκεψη κατά την ετήσια επιθεώρηση του σταθμού, την ίδια ημέρα (Τεκμήριο 4). Στο Τεκμήριο 4, ο ΜΕ1 περιγράφει όσα διαδραματίστηκαν στη συνάντηση επιθεώρησης της 08.10.2013, όπου, ενώ διεξάγονταν όλα ομαλά, ο Εναγόμενος 4 ζήτησε τον λόγο ως και να μην τον διακόψει κανείς, αρχίζοντας να βάλλει εναντίον των υπευθύνων του σταθμού, και για το θέμα των καταγγελιών έξω από το Νοσοκομείο Λεμεσού, αλλά και για άλλα θέματα. Ο ΜΕ1, στην αναφορά του, είχε ζητήσει τη διερεύνηση της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 4 γιατί τη θεώρησε απρεπή, υπό τις περιστάσεις, και έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά, ζητώντας την απομάκρυνση του Εναγόμενου 4 από τον σταθμό. Όσον αφορά τις εξώδικες καταγγελίες για τη στάθμευση έξω από το Νοσοκομείο Λεμεσού, ο ΜΕ1 είχε ενημερώσει την υπηρεσία του πως υπήρχαν πολλά παράπονα από τον Διευθυντή του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού σχετικά με τη στάθμευση τόσο στον χώρο των Πρώτων Βοηθειών, στους χώρους αναπήρων, όσο και κατά μήκος της οδού Νίκαιας, που εμπόδιζαν τη διέλευση των ασθενοφόρων και των λεωφορείων. Κατά μήκος της οδού Νίκαιας, υπάρχει διπλή κίτρινη γραμμή που απαγορεύει τη στάση και τη στάθμευση. Έλαβε μέρος σε πολλές συσκέψεις με τους αρμόδιους φορείς, τόσο στον Δήμο Πολεμιδιών όσο και στο Γενικό Νοσοκομείου Λεμεσού για το πρόβλημα στάθμευσης, αλλά και για τη λειτουργία του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης, η κατασκευή του οποίου έγινε με τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχής. Είχαν ληφθεί μέτρα για την παρεμπόδιση της παράνομης στάθμευσης κατά μήκος της οδού Νίκαιας, με κορδέλες και κώνους, χωρίς αποτέλεσμα. Από τον σταθμό, είχαν γίνει συνολικά 20 καταγγελίες που κρίθηκαν αναγκαίες, ενώ τοποθετήθηκαν στους ανεμοθώρακες οχημάτων πάνω από 400 γραπτές προειδοποιήσεις, χωρίς αποτέλεσμα. Από την 05.03.2013, δεν είχε γίνει κάποια εξώδικη καταγγελία από στον σταθμό. Από τη συμμετοχή του στις συσκέψεις, αντιλήφθηκε πως υπήρχε διαμάχη μεταξύ των μελών του δημοτικού συμβουλίου για τον τρόπο χειρισμού του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης και την αντιμετώπιση της παράνομης στάθμευσης, η μια πολιτική παράταξη κατηγορούσε την άλλη για εξυπηρέτηση συμφερόντων. Ο ΜΕ1, στην αναφορά του, συναρτώντας το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας του Λοχία με την εμπειρία της διαμάχης στη δημοτική μηχανή, διερωτήθηκε ποια συμφέροντα εξυπηρετεί ο Λοχίας, και πού αποσκοπούν οι καταγγελίες του. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και την αναφορά του ημερομηνίας 11.12.2013 για τα δημοσιεύματα Α και Β (Τεκμήριο 5). Με την εν λόγω αναφορά του, ενημερώνει πως δεν έγινε καταγγελία για στάθμευση οχημάτων σε χωμάτινο έρεισμα, πως όλες οι καταγγελίες έγιναν για στάθμευση σε διπλή κίτρινη γραμμή, οι δε περισσότερες στον χώρο των Πρώτων Βοηθειών, λόγω παρεμπόδισης της διέλευσης των ασθενοφόρων. Από την 09.01.2013 μέχρι την 15.03.2013, έγιναν συνολικά 20 καταγγελίες που κρίθηκαν απαραίτητες, ενώ μετά την 15.03.2013, δεν είχε γίνει κάποια καταγγελία. Ο ιδιωτικός χώρος στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου είναι αδειοδοτημένος. Σε συσκέψεις των αρμοδίων, όπου συμμετείχε, συζητήθηκε το πρόβλημα, υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ πολιτικών παρατάξεων, είχαν δοθεί οδηγίες να τοποθετούνται στους ανεμοθώρακες των οχημάτων προειδοποιήσεις, λήφθηκαν προληπτικά μέτρα χωρίς αποτέλεσμα, οπότε τότε άρχισαν οι εξώδικες καταγγελίες, ιδίως για τις εξόφθαλμες παραβάσεις, και ενόψει των πιέσεων της Αστυνομίας από το Γενικό Νοσοκομείο. Όσον αφορά τον Λοχία, περιοδικά υπήρξαν κρούσματα ανάρμοστης συμπεριφοράς και απειθαρχίας (π.χ. σε οδηγίες να εκτελέσει ένταλμα, το επέστρεψε με χειρόγραφη σημείωμα πως είναι αρμοδιότητα των ενταλμάτων). Πολλές φορές αντιμετώπισε, όπως αναφέρει, οξύθυμο και δύστροπο χαρακτήρα και απρέπεια με συναδέλφους, ανώτερους και υφιστάμενους, και με πολίτες που επισκέπτονταν τον σταθμό, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως η αντίδρασή του στη μετάθεση στον αστυνομικό σταθμό Τροόδους ήταν «σε μισή ώρα θα πάρω τα κανάλια έξω από τη διεύθυνση». Όταν ανακλήθηκε η μετάθεση και επέστεψε στον σταθμό, δήλωσε πολλές φορές ότι ήθελε να φύγει, αλλά περίμενε τις κατάλληλες συνθήκες, ενώ είχε πολλές έντονες και εκρηκτικές αντιδράσεις σε διάφορα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία του σταθμού. Δέχθηκε παράπονα εναντίον του Λοχία, και ο ίδιος ο ΜΕ1 προσπαθούσε να κατευνάσει τα πνεύματα. Αναφέρει χαρακτηριστικά περίπτωση που την 07.10.2013 δέχθηκε τηλεφώνημα στο σπίτι του από τον Λοχία, που σε έξαλλη κατάσταση ήθελε να καταγγείλει άλλους αστυνομικούς πως δεν εξυπηρέτησαν παραπονούμενη που είχε τηλεφωνήσει και την είχαν προτρέψει να μεταβεί στον σταθμό την επομένη και να ζητήσει ονομαστικά τον Λοχία. Προσπάθησε να τον ηρεμίσει αλλά εκφράζονταν έντονα και με απρεπείς χαρακτηρισμούς εναντίον των συναδέλφων του, ενώ, όταν του ζήτησε να πάρει την κατάθεση από την εν λόγω παραπονούμενη για να διερευνηθεί η υπόθεσή της, δεν το έπραξε. Σε έντονο ύφος, συνέχισε να διαμαρτύρεται και να λέει πως «έχει βρωμίσει ο σταθμός», και ότι έχει τη δύναμη να τους μεταθέσει και να φέρει στον σταθμό καλούς αστυνομικούς. Την επομένη, ήταν η επιθεώρηση του σταθμού, όπου έγινε το γνωστό επεισόδιο. Ο ΜΕ1 εξέφρασε υποψίες για τους σκοπούς των καταγγελιών, ιδίως γιατί έγιναν επτά μήνες μετά το τελευταίο από τα 20 εξώδικα, χωρίς οποτεδήποτε να προβεί ο Λοχίας σε οποιεσδήποτε καταγγελίες προηγουμένως, επιλέγοντας ή αναμένοντας την επιθεώρηση, επτά μήνες μετά. Εξέφρασε εκ νέου το ερωτηματικό για τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετεί ο Λοχίας και πού αποσκοπούν οι καταγγελίες του. Εξέφρασε, επίσης, την πρόθεσή του να λάβει μέτρα εναντίον της εφημερίδας και του δημοσιογράφου, εφόσον, χωρίς προηγούμενη διερεύνηση και έλεγχο ή ενημέρωση, δημοσιοποίησαν ψευδείς και ανυπόστατες κατηγορίες που θίγουν την προσωπική και επαγγελματική του υπόληψη. Στο δημοσίευμα, που στηρίζονταν σε επιστολή του δικηγόρου του Λοχία, θίγονταν και ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και ο Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 εξέφρασε την άποψη πως ο Λοχίας είχε υπερβεί τα όρια της προσωπικής του ελευθερίας και πως διαβάλλει ολόκληρη την αστυνομική δύναμη, για άγνωστους προσωπικούς του λόγους. Ο ΜΕ1 προσκόμισε και αναφορά του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 24.01.2024 με θέμα τα δημοσιεύματα (Τεκμήριο 6), στην οποία επαναλαμβάνει συνοπτικότερα τις ίδιες θέσεις του. Προσκόμισε, επίσης, αναφορά του χωρίς ημερομηνία, που περιλαμβάνει καταγγελία του Λοχία για αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία την 21.03.2014 (Τεκμήριο 7), στην οποία ζητείται εκ νέου η άμεση απομάκρυνσή του από τον σταθμό, όπου δημιουργεί προβλήματα, και έκθεση του σχετικά με νέο επεισόδιο έκτροπης συμπεριφοράς, τον Απρίλιο του 2014, με αφορμή την αλλαγή ατόμου στη βάρδια του Λοχία (Τεκμήριο 8). Ο ΜΕ1 προσκόμισε και επιστολή ημερομηνίας 05.03.2015 από το Αρχηγείο Αστυνομίας προς τον δικηγόρο των Εναγόντων, στην οποία συνοψίζονται οι διάφορες καταγγελίες εκ μέρους του Λοχία εναντίον των Εναγόντων, και αναφέρεται και η έκβασή τους, που δεν ήταν επιτυχής (Τεκμήριο 9). Σε σχέση με τις εξώδικες καταγγελίες για τη στάθμευση έξω από το Γενικό Νοσοκομείου Λεμεσού, ο Λοχίας είχε αποστείλει αναφορά ημερομηνίας 08.10.2013, αναφέροντας υπέρμετρο ζήλο του Ενάγοντος 1, που δεικνύει, κατά τη θέση του Λοχία, εξυπηρέτηση ιδιωτικού χώρου στάθμευσης, ωστόσο δεν είχε εντοπιστεί οτιδήποτε επιλήψιμο. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην ευρύτητα των γνωριμιών του, λόγω της θέσης του και των καθηκόντων του στον σταθμό, και στο ότι ο αντίκτυπος των δημοσιευμάτων υφίστατο πράγματι, εφόσον ρωτούσαν όσοι έρχονταν στον σταθμό ή γνώριζε και στους οποίους ο ίδιος έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να λογοδοτεί. Ένας ήταν ο Υπεύθυνος και ένας ο Βοηθός Υπεύθυνος, και δεν υπήρχε περίπτωση οι αναφορές να παραπέμπουν σε άλλα πρόσωπα. Εξέφρασε την ενόχλησή του που δεν έτυχαν σεβασμού, τα χρόνια του, η προσφορά του, το ήθος του. Θεωρεί πως τα δημοσιεύματα ευθύνονται και για το ότι δεν ανήλθε σε υψηλότερη βαθμίδα πριν να αφυπηρετήσει, το 2018, ότι τα τελευταία χρόνια της καριέρας του δέχθηκε λασπολογία. Σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1, το Δικαστήριο διέκρινε υπερβολή, καθότι η αναφορά του ΜΕ1 δεν σχετίστηκε με συγκεκριμένη ευκαιρία ή πιθανότητα περαιτέρω ανέλιξης και με συγκεκριμένη απάντηση της υπηρεσίας του, ενώ όπως φαίνεται από τη μαρτυρία που ο ίδιος προσκόμισε, παράλληλο σκηνικό των δημοσιευμάτων ήταν η αντιπαράθεση με τον Εναγόμενο 4, που συνεχίστηκε και μετά τα δημοσιεύματα. Την ίδια αντιπαράθεση βεβαιώνει και η μαρτυρία του ΜΕ
  19. Ο Εναγόμενος 4, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, ουδέποτε απολογήθηκε. Ο ΜΕ1 θεωρεί πως, εφόσον στο ίδιο το δημοσίευμα αναφέρεται η πηγή, η επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου 4, και χρησιμοποιείται η ίδια φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε και στη σύσκεψη επιθεώρησης, προκύπτει ότι πίσω από τα δημοσιεύματα είναι ο Εναγόμενος
  20. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ο ΜΕ1 ήταν πολύ σταθερός και συγκεκριμένος σε όλες τις αναφορές του προς το Δικαστήριο, δείχνοντας τη σιγουριά που είχε για τα λεγόμενά του. Και για το γεγονός ότι αισθάνθηκε προσβολή από τα δημοσιεύματα, αλλά και για όσα θεωρεί πως δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Δεν έγιναν μαζικές εξώδικες καταγγελίες, έγιναν (από τον σταθμό μόνον) 20 εξώδικες καταγγελίες σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι προειδοποιήσεις στους ανεμοθώρακες των οχημάτων δεν θεωρούνται καταγγελίες. Όντως, υπήρξαν διαμαρτυρίες από ορισμένους πολίτες, ωστόσο οι οδηγίες που υπήρχαν ήταν σαφείς, έπρεπε να παρεμποδιστεί η παράνομη στάθμευση, και εξηγούνταν στους πολίτες η αναγκαιότητα αυτή, που ήταν να μην παρεμποδίζεται η διέλευση των ασθενοφόρων στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η πειθαρχική δίωξη του Λοχία, όπως είπε ο ΜΕ1, δεν ήταν απόρροια των δικών του ενεργειών για υποτιθέμενες εξώδικες μαζικές καταγγελίες, αλλά όλης της συμπεριφοράς του Λοχία στον σταθμό, οπότε ο τίτλος του δημοσιεύματος Α, για τον οποίον ερωτήθηκε, κατά τη θέση του, δεν αληθεύει. Μπορεί στον τίτλο να μην κατονομάζονται οι Ενάγοντες, αλλά εκείνος που διαβάζει τον τίτλο, διαβάζει και το περιεχόμενο του άρθρου, για να πληροφορηθεί γιατί ο Λοχίας καταγγέλλει τους προϊσταμένους του. Οι απαντήσεις του ΜΕ1, καθ' όλη την αντεξέτασή του, ήταν εύστοχες. Εξήγησε πως ο δημοσιογράφος μπορεί να δημοσιεύει θέματα που κρίνει ότι απασχολούν το κοινό, αλλά όχι καθ' υπόδειξη άλλου, και όχι χωρίς ανάλογη διερεύνηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως επίμονα εξέφρασε, η υπόδειξη ήταν από τον Εναγόμενο
  21. Ο ίδιος δεν γνωρίζει προσωπικά τον Εναγόμενο 3, αλλά εφόσον δημοσιοποίησε τις θέσεις του Εναγόμενου 4 χωρίς διερεύνηση, δεν έχει σημασία για τον ΜΕ1 εάν ο Εναγόμενος 3 τις υιοθέτησε ως ορθές ή όχι. Η μετάθεση του Λοχία στο Τρόοδος δεν έγινε από τον ίδιο, ούτε γνωρίζει τους λόγους που μπορεί να έγινε, ο χρόνος μετάθεσής του δεν συμπίπτει με τον χρόνο του επεισοδίου κατά την επιθεώρηση. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ήταν και πολύ έντονος όταν περιέγραφε τη ζημιά του, για την οποία ερωτήθηκε. Όπως είπε, θίχθηκε η αξιοπρέπεια του. Είναι ένας πειθαρχημένος αξιωματικός που υπηρέτησε για 40 χρόνια, και η δημοσιοποίηση τέτοιου θέματος τον έθιξε σε όλους τους κύκλους που ήταν μέλος, στους συνδέσμους. Για παράδειγμα, ασχολείται με την ολυμπιακή σκοποβολή και είναι προπονητής, σε κάθε συμβούλιο ρωτούσαν «αν τα πιάσαμε που τον ππάρκατζη», σε κάθε προαγωγή δεν αξιολογήθηκε, δεν τοποθετήθηκε σε υπεύθυνη θέση, ταλαιπωρήθηκε να εξηγεί σε όποιον τον ήξερε τι έχει γίνει, έπρεπε να απαντά στον καθένα αν ήταν διεφθαρμένος, σε διαπλεκόμενα συμφέροντα και ότι δεν είναι «ελέφαντας». Ένιωθε τόσο πολύ απογοητευμένος, είχε το αίσθημα της προσβολής, που πολλές φορές σκέφτονταν εάν έπρεπε να πάει στα συμβούλια, τον ρωτούσαν «εν του Συλικιώτη του πάρκινγκ;», έστελνε επιστολές, απαντούσε, έρχονταν κάθε μέρα να διερευνήσουν τις καταγγελίες, μέχρι και σήμερα ρωτούν τι κάνουν στο Δικαστήριο, ρωτούν «το πάρκινγκ του Συλικιώτη;». Όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα για προαγωγή που έχασε, ο ΜΕ1 δεν ήταν συγκεκριμένος, σε αυτό το σημείο, και πάλι, επιβεβαιώνοντας την υπερβολή που διέκρινε το Δικαστήριο και κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα στο σημείο αυτό. Ο ίδιος δέχθηκε πως είναι υποθετική η θέση του περί απώλειας προαγωγής, αλλά παράλληλα εξέφρασε την πεποίθηση πως υπήρχε σχέση. Ανέφερε πως θέλει να «καθαρίσει το όνομά του», και να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι. Όταν έγινε η απολογία, είπε, η ζημιά ήδη έγινε, καθότι δεν ήταν άμεση, και έπειτα καταλάμβανε ένα μικρό χώρο στην εφημερίδα. Τότε, ο συνήγορος των Εναγόμενων 1, 2 και 3 του πρόταξε, με τεχνητά θυμωμένο τρόπο: «ε, τι θέλεις, να σε κάνουμε αστέρα του Χόλιγουντ;». O ME1 εισέπραξε το χιούμορ θετικά, δείχνοντας έτσι στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και ότι δεν θίγεται εύκολα (σε αντίθεση με ό,τι έδειξε στο Δικαστήριο ο ΜΥ2, που θα εξηγηθεί στη συνέχεια), και ότι διαθέτει την ευφυία να μπορεί να ξεχωρίσει την γνήσια κακή πρόθεση από την τυχαία ή μεμονωμένη αγενή συμπεριφορά. Άλλωστε, διαθέτει πολυετή εμπειρία στο σώμα της Αστυνομίας, και σε υπεύθυνη θέση. Εξήγησε πως απλώς δεν αποζημιώθηκε με την απολογία, υπό τις περιστάσεις. Μετά την απολογία, δεν περιέπεσε στην αντίληψή του, όπως ανέφερε, άλλο δημοσίευμα. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγόμενου 4, ο ΜΕ1 ανέφερε πως, εάν δεν γίνονταν τα δημοσιεύματα, η κοινή γνώμη δεν θα ήξερε τις «καταγγελίες» του Εναγόμενου
  22. Η φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε στην παρουσία του κατά την ημέρα της επιθεώρησης, την οποία γνωρίζει, χρησιμοποιήθηκε ίδια και στα δημοσιεύματα. Ο Εναγόμενος 4 είχε αναφέρει μεν όσα ανέφερε εντός της υπηρεσίας, αλλά αυτό, κατά τον μάρτυρα, δεν σημαίνει πως δεν μετέφερε τα ίδια και στην εφημερίδα. Στην υποβολή του συνηγόρου ότι ο Εναγόμενος 4 δέχθηκε παράπονα από πολίτες για το θέμα της στάθμευσης, ο ΜΕ1 απάντησε πως ο ίδιος δεν είχε δεχθεί αναφορά του Εναγόμενου 4 για τέτοιες καταγγελίες, εκδηλώνοντας και κατά τη δίκη πως το ουσιαστικό πρόβλημα του ΜΕ1 με τον Εναγόμενο 4 ήταν μεταξύ άλλων η συνεχής παραγνώριση της ιεραρχίας και η προσπάθειά του να υποσκάψει τη διεύθυνση. Η αναφορά του Εναγόμενου 4, όπως είπε, πως επιβλήθηκε φορτικά στους αστυνομικούς να πηγαίνουν στο Γενικό Νοσοκομείο να κάνουν καταγγελίες είναι ψεύδος. Εφόσον ήταν υπεύθυνος βάρδιας, έπρεπε να παρουσιάσει στοιχεία, ποιοι έχουν σταλεί, σε ποιους επιβλήθηκε να κάνουν καταγγελίες. Δεν γνωρίζει από πού πήρε η εφημερίδα τις πληροφορίες, η ίδια θα πρέπει να αποκαλύψει, αλλά η φρασεολογία είναι σαφώς η ίδια. Δεν εξέτασε μεν αν κάποιος άλλος από τους παρόντες στη σύσκεψη επιθεώρησης μπορεί να διέρρευσε τα γεγονότα, αλλά από την ανάγνωση του δημοσιεύματος, προκύπτει ότι αυτός που το έκανε είναι ο Εναγόμενος
  23. Η θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου 4 ήταν ότι η εφημερίδα ασχολήθηκε ξανά στο παρελθόν με το θέμα, όπως και ένα κανάλι, και γίνονταν και καταγγελίες, επομένως η πηγή πληροφόρησης της εφημερίδας για το θέμα δεν ήταν ο Εναγόμενος
  24. Ο ΜΕ1, αν και δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει τυχόν άλλη πηγή της εφημερίδας, επέμεινε ως προς την εκδοχή που έδωσε σε σχέση με τον Εναγόμενο 4, που βασίζεται στην ομοιότητα της φρασεολογίας. Ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι οι προειδοποιήσεις στους ανεμοθώρακες δεν δίδονταν σε οχήματα σταθμευμένα στο έρεισμα, αλλά στη διπλή κίτρινη γραμμή κατά μήκος του δρόμου, που έφτανε μέχρι την έξοδο. Αυτό ήταν το καθήκον του, και τα περί εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων είναι κακοήθειες του Εναγόμενου
  25. Ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει τα κίνητρά του, ο Εναγόμενος 4 θα πρέπει, όπως είπε, να τα καταθέσει. Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως τα κίνητρα του Εναγόμενου 4 ήταν μόνον η προάσπιση του ονόματος της Αστυνομίας, ο ΜΕ1, και πάλι, με ψυχραιμία, απάντησε πως ο Εναγόμενος 4 ήταν υφιστάμενός του, και δεν ήταν σε θέση να κρίνει τις ενέργειες του Υπεύθυνου του σταθμού, αλλά εάν διαφωνούσε με οτιδήποτε, να τον ενημερώσει, αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι ο Εναγόμενος 4 που λαμβάνει αποφάσεις. Στην υποβολή ότι ο Εναγόμενος 4 δεν έπραξε οτιδήποτε που να προκαλεί ζημιά στον ΜΕ1, ο ΜΕ1 εστίασε στη συμπεριφορά του Εναγόμενου 4 στη σύσκεψη επιθεώρησης και στις ψευδείς κατηγορίες για εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, που επειδή ξεκίνησαν από τον ίδιο και κατέληξαν σε δημοσιεύματα, με όμοια φρασεολογία, οδηγούν τον ΜΕ1 να θεωρεί λογικά πως ο Εναγόμενος 4 υποκίνησε τα δημοσιεύματα. Η παρουσία του ΜΕ1 στο εδώλιο ήταν αρκετά θετική. Ο λόγος του ΜΕ1 ήταν σε όλα στα στάδια συνεκτικός, λογικός, και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να επιδρά στην αξιοπιστία του, όσον αφορά τα γεγονότα που κατέθεσε. Οι συμπερασματικές κρίσεις ή ερμηνείες του ΜΕ1, όπως εξηγήθηκε και κατά τη διαδικασία, δεν επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων είναι δυσφημιστικό ή όχι. Το μόνο σημείο όπου το Δικαστήριο διέκρινε υπερβολή στη μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν οι αναφορές του στην επίδραση των δημοσιευμάτων στην επαγγελματική του ανέλιξη, όπως σημειώθηκε και προηγουμένως. Ωστόσο, η υπερβολή στις αναφορές του εκείνες δεν ήταν τέτοια που να τον καθιστά αναξιόπιστο ως μάρτυρα γεγονότων, και είναι κατανοητή, ενταγμένη μέσα στο ηθικό πλήγμα που απλώς υπέστη ο ΜΕ1, που μπορεί με ευκολία να οδηγήσει σε πιο έντονο ή διαχυτικό ή εμπλουτισμένο λόγο όσον αφορά τις συνέπειες, που ένας τρίτος μπορεί να βλέπει πιο αντικειμενικά ή απογυμνωμένες από το συναισθηματικό υπόβαθρο που τις ενισχύει. Η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι αποδεκτή ως μαρτυρία της αλήθειας των γεγονότων. Εάν επαρκεί ή όχι για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων εναντίον όλων των Εναγόμενων ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, είναι διαφορετικό θέμα, και θα εξεταστεί στη συνέχεια. Ο ΜΕ2, στην κυρίως εξέτασή του[35], ανέφερε επίσης όσα στην Έκθεση Απαίτησής τους οι Ενάγοντες. Προσθέτει και ο ίδιος ότι, τόσο το λεκτικό της επιστολής των δικηγόρων του Εναγόμενου 4 που εστάλη στην Εναγόμενη 1, όσο και το λεκτικό που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 στη σύσκεψη επιθεώρησης, είναι το ίδιο. Ο Εναγόμενος 4 διώχθηκε πειθαρχικά και καταδικάστηκε. Ο ΜΕ2 περιγράφει την επίδραση που είχαν τα δημοσιεύματα. Αναφέρει πως πλήγηκε η αξιοπρέπειά του ως αξιωματικός και ως άνθρωπος. Επί καθημερινής βάσης, ήταν αναγκασμένος να απαντά σε ερωτήματα και ειρωνείες συναδέλφων που εξέλαβαν τα δημοσιεύματα ως αληθή και πίστεψαν ότι ο ίδιος έχει σχέση με διαφθορά και διαπλεκόμενα συμφέροντα και ότι τα αποκάλυψε ο Εναγόμενος 4 και γι' αυτό καταγγέλθηκε ο Εναγόμενος
  26. Προσπαθούσε καθημερινά να εξηγήσει και να «καθαρίσει» το όνομά του, ότι δεν έχει σχέση με αυτά που γράφονται και ότι είναι όλα κατασκευάσματα του Εναγόμενου
  27. Το ίδιο απαντούσε και σε πολίτες των Πολεμιδιών που έρχονταν στον σταθμό και ρωτούσαν πράγματα, εφόσον πήρε μεγάλη έκταση το θέμα και συζητούνταν καθημερινά σε πηγαδάκια εντός του Δήμου. Ήταν υποχρεωμένος, όπως λέει, για αρκετό διάστημα, μήνες ολόκληρους, να δικαιολογείται και να προσπαθεί να πείσει για την αλήθεια και ταυτόχρονα ήταν και υπό έρευνα εντός της υπηρεσίας, τόσον ο ίδιος όσο και ο ΜΕ
  28. Τους έλαβαν καταθέσεις και ο σταθμός υπόκειτο σε έρευνα από το γραφείο εσωτερικών υποθέσεων της Αστυνομίας και από ανώτερο αξιωματικό που ενεργούσε ως ερευνών λειτουργός στις δήθεν καταγγελίες του Εναγόμενου 4 καθώς και για τα όσα απέρρεαν από τα δημοσιεύματα. Όλες οι ενέργειες είχαν δείξει πως δεν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό εναντίον των Εναγόντων. Ακόμα όμως και στο καφενείο του χωριού του, που διάβαζαν την εφημερίδα, υπήρχε δυσμενής σχολιασμός. Η Εναγόμενη 1, μετά από έξι μήνες, δημοσίευσε επανόρθωση και απολογία, «λίγο πριν από τα μνημόσυνα», όπως είπε ο ΜΕ
  29. Αυτό το έθεσε, όπως είπε, για να καυτηριάσει το γεγονός πως, όταν δημοσιεύθηκαν τα ψεύδη ήταν με πηχυαίους τίτλους στις καθημερινές ειδήσεις, ολοσέλιδα, με αναφορά στο πρωτοσέλιδο. Ακόμα και σήμερα, που ακούστηκε πως ξεκίνησε η δίκη, τον ρωτούν συνάδελφοι του εάν είναι η υπόθεση με τον Εναγόμενο 4, και ακόμα είναι αναγκασμένος να εξιστορεί την αλήθεια. Μετά τα γεγονότα αυτά, όπως λέει, στάλθηκε σε δυσμενή μετάθεση στην Πάφο. Είχε απειληθεί από τον Εναγόμενο 4 για μετάθεση, οπότε το συνδέει. Ωστόσο, ο Εναγόμενος 4 δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει ότι όντως η μετάθεσή του στην Πάφο ήταν για λόγους δυσμένειας και ότι αυτή σχετίζεται με τα δημοσιεύματα, πόσω μάλλον όταν ο ίδιος ο ΜΕ2 συνέχισε την αντιπαράθεση με τον Εναγόμενο 4 και όλο τον επόμενο καιρό, όπως φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία που ο ίδιος προσκόμισε. Έκανε καταγγελία μέσα στο 2014 για τη συμπεριφορά του Εναγόμενου
  30. Ο ΜΕ2 εξέφρασε τη λύπη του που είχε αυτή την απάνθρωπη αντιμετώπιση από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, μετά από τη μακρόχρονη πορεία του στην Αστυνομία, επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 3, όπως λέει, δεν μπήκαν στον κόπο απλώς να επαληθεύσουν τις πληροφορίες που έλαβαν από τον Εναγόμενο
  31. Όταν άκουσε τον Εναγόμενο 4 στη σύσκεψη επιθεώρησης να καταφέρεται εναντίον του και έπειτα στα δημοσιεύματα, έμεινε άναυδος, καθώς τις ημερομηνίες που αναφέρονται στα δημοσιεύματα ότι τον έστελνε με άλλα μέλη να καταγγέλλουν, ο ίδιος ο ΜΕ2 δεν βρίσκονταν καν στον σταθμό, αφού είχε μετατεθεί σε αυτόν την 15.07.
  32. Τον Εναγόμενο 4 δεν τον γνώριζε, μέχρι την ημέρα της σύσκεψης επιθεώρησης. Αυτό γιατί τον Αύγουστο ήταν με άδεια και μετέπειτα με άδεια ασθενείας μέχρι την 06.10.
  33. Η εμπάθεια και το μένος που έδειξε εναντίον τους ο Εναγόμενος 4, όπως λέει, μέχρι και σήμερα, δεν έχει αντιληφθεί από πού πηγάζει. Ουδέποτε απολογήθηκε. Ο ΜΕ2 προσκόμισε αναφορά του ημερομηνίας 08.10.2013 με θέμα τις τοποθετήσεις του Λοχία στη σύσκεψη επιθεώρησης της ίδιας ημέρας (Τεκμήριο 10). Στο Τεκμήριο 10 και ο ΜΕ2 αναφέρεται στην παρέμβαση του Εναγόμενου 4 κατά τη σύσκεψη επιθεώρησης όπου είχε καταγγείλει τους υπεύθυνους του σταθμού πως έβαλαν τους Αστυνομικούς να καταγγείλουν πολίτες για να εξυπηρετήσουν έναν ιδιώτη που είχε χώρο στάθμευσης και ανήκει σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Όταν ερωτήθηκε από τον ΜΕ2 τι εννοεί, ο Εναγόμενος 4 είπε ότι δεν εννοεί τον ίδιο, που ήρθε αργότερα στον σταθμό, συνεχίζοντας να βάλλει εναντίον του ΜΕ
  34. Για τον ΜΕ2, ανέφερε πως είχε ζητήσει να αλλάξει το αποχαιρετιστήριο πάρτι στον προηγούμενο Βοηθό Υπεύθυνο που αφυπηρετούσε επειδή την ημέρα που είχε οριστεί γι' αυτό έπαιζε η Ομόνοια και ότι το όρισε σε ημέρα που εργάζονταν για να μην πάει ο ίδιος. Ο ΜΕ2, επίσης, ανέφερε πως ο ίδιος, έχοντας μετατεθεί στον σταθμό την 15.07.2013, ήταν ήδη προγραμματισμένο το πάρτι και ο ίδιος δεν είχε λόγο, αλλά κάποια άλλα μέλη του σταθμού που κωλύονταν το βράδυ εκείνο, ζήτησαν την αλλαγή της ημερομηνίας, με τη συγκατάθεση του τιμώμενου, χωρίς διαπλοκή ή συνεννόηση για να αποκλειστεί ο Λοχίας. Όταν ο Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής, προσπαθώντας να επαναφέρει στην τάξη τον Λοχία, κατά τη σύσκεψη, του ζήτησε να κάνει γραπτή αναφορά, ο Λοχίας του απάντησε «όχι έχω να πω λέω σου το δημόσια εν τζιαι ήρτες δαμέ μόνο να πιείς καφέ και να φύεις». Εξέφρασε τη γνώμη και ο ΜΕ2, πως ήταν απρεπής η συμπεριφορά αυτή του Λοχία. Ο ΜΕ2 προσκόμισε και την δική του αναφορά ημερομηνίας 07.12.2013 σε σχέση με τα επίδικα δημοσιεύματα (Τεκμήριο 11). Στην εν λόγω αναφορά του, και ο ΜΕ2 συνδέει τα δημοσιεύματα με τα γεγονότα της σύσκεψης της 08.10.2013 και με την εκεί συμπεριφορά του Εναγόμενου 4, τον οποίον επίσης βλέπει πίσω από τα δημοσιεύματα, ζητώντας τη δίωξή του. Προσκόμισε επίσης κατάθεσή του ημερομηνίας 13.12.2013, προς συμπλήρωση της αναφοράς του ημερομηνίας 08.10.2013 (Τεκμήριο 12), στην οποία αναφέρεται στα δημοσιεύματα και σε άλλες αναφορές του Λοχία σχετικά με περιστατικό την 19.07.2013, καθώς και αναφορά του ημερομηνίας 24.01.2014 (Τεκμήριο 13). Προσκομίζει και δισέλιδη καταγγελία που έκανε στον Λοχία σε σχέση με απουσία την 21.03.2014 (Τεκμήριο 14). Η καταγγελία είναι έντονη. Αναφέρει και άλλη άδεια απουσίας για ταξίδι στο εξωτερικό από την 16.09.2014 έως και την 19.03.2014, που δεν έγινε, ως υποπτεύεται ο ΜΕ2, προκειμένου ο Λοχίας να αποφύγει τη σύσκεψη επιθεώρησης της 19.03.
  35. Ο ΜΕ2 τονίζει απειθαρχία του Λοχία και ζητά τη μετάθεσή του, λέγοντας μάλιστα σκληρά πράγματα. Ο ΜΕ2 προσκομίζει και καταγγελία του εναντίον του Λοχία ημερομηνίας 14.04.2014 (Τεκμήριο 15), στην οποία αναφέρεται σε έντονη τηλεφωνική επικοινωνία την ίδια ημέρα, με αφορμή την τοποθέτηση στη βάρδια του Λοχία ατόμου που τον είχε καταγγείλει πριν 15 ημέρες. Όταν ο ΜΕ2 του ανέφερε πως δεν θα έπρεπε να εκφράσει στον ίδιο το παράπονο αυτό, αλλά στον Υπεύθυνο του σταθμού, ο Λοχίας του είπε, όπως μεταφέρει «σταμάτα εσύ να ζητάς τη μετάθεσή μου από το σταθμό γιατί αν αναλάβω εγιώ εν εσού που έννα πάεις μετάθεση, τζιαι όπου θέλεις γράψε μες στα κουμουνιστικά σου έντυπα». Ο ΜΕ2 ζήτησε εκ νέου την πειθαρχική δίωξη του Λοχία, εκφράζοντας και ο ίδιος ότι δεν επιθυμεί να εργάζεται στην ίδια στέγη με τον Λοχία, γιατί θίγεται ως αξιωματικός και ως άνθρωπος. Ο ΜΕ2 προσκόμισε και κατάθεσή του ημερομηνίας 20.08.2014 αναφορικά με καταγγελία του Λοχία εναντίον του ΜΕ1 ότι τον εξύβρισε την 14.04.2014 στον σταθμό (Τεκμήριο 16). Στην οποία κατάθεσή του, ο ΜΕ2, καταγγέλλει τον Λοχία και πάλι για απρεπή συμπεριφορά. Στην ίδια κατάθεσή του, γίνεται αναφορά και σε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Ποντίκι» ημερομηνίας 21.03.2014 για πουλιά που εξαφανίστηκαν από σταθμό της Λεμεσού, εννοώντας τον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών, περιστατικό που διερευνήθηκε και εντοπίστηκε απώλεια μαρτυρικών καταθέσεων του Υπεύθυνου Θήρας για την αναγνώριση πουλιών, συνδέοντας και με το περιστατικό αυτό τον Λοχία, επειδή είχε δείξει ενδιαφέρον για τις καταθέσεις, παρόλο που δεν είχε ανάμειξη στην υπόθεση. Ταυτόχρονα, συνδέοντάς τον και με το δημοσίευμα στο «Ποντίκι». Ζητά και πάλι την τιμωρία του Λοχία. Ο ΜΕ2 προσκόμισε και τροποποιημένο κατηγορητήριο που εκδόθηκε στην πειθαρχική υπόθεση 15/2013 εναντίον του Εναγόμενου 4, που περιορίζεται στα γεγονότα της σύσκεψης επιθεώρησης ημερομηνίας 08.10.2013 (Τεκμήριο 17). Προσκόμισε, επίσης, έντυπο από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 18) και δέσμη επιστολών από τον δικηγόρο των Εναγόντων ημερομηνίας 23.01.2014, που επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1, 3 και 4 μαζί με αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης (Τεκμήριο 19). Στο Τεκμήριο 19, οι Εναγόμενοι καλούνταν σε απολογία εντός 5 ημερών. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 έλαβαν την επιστολή την 17.03.2014, και δημοσιεύθηκε η απολογία την 22.03.
  36. Σε κάθε περίπτωση, στην επιστολή αναφέρονταν πως θα λαμβάνονταν και δικαστικά μέτρα. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ο ΜΕ2, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως το θέμα με τον χώρο στάθμευσης είχε αρχίσει πριν ο ίδιος μεταβεί στον σταθμό, είχε αρχίσει γύρω στις αρχές του
  37. Ωστόσο, και τα δύο δημοσιεύματα, εκλαμβάνει πως, όταν αναφέρονται στον Βοηθό Υπεύθυνο του σταθμού, αναφέρονται στον ίδιο, που μετέβη στον σταθμό μετέπειτα. Εξάλλου, όπως λέει, και η απολογία που στη συνέχεια έγινε από την εφημερίδα, αναφέρεται σε εκείνον ονομαστικά, μη σχολιάζοντας την επισήμανση του κύριου Χάσικου πως η απολογία ήταν επειδή στάλθηκε επιστολή διαμαρτυρίας. Η αγωγή καταχωρίστηκε αργότερα γιατί, όπως ανέφερε, δεν καταλάγιασαν οι αντιδράσεις από τα δημοσιεύματα, εξακολουθούσαν να τον τρέχουν να δίνει καταθέσεις για τα αυτονόητα, διασύρονταν και έπρεπε να δικαιολογεί ότι δεν έπραξε οτιδήποτε, και ότι τα δημοσιεύματα είναι ψευδή. Λέγοντας πως, εάν η εφημερίδα έκανε έστω και την ελάχιστη έρευνα που έπρεπε να πράξει, ένα τηλεφώνημα, ως έπρεπε δημοσιογραφικά και δεοντολογικά, δεν θα βρίσκονταν εκτεθειμένος μαζί με τον ΜΕ1, να δικαιολογούνται, ως αξιωματικοί της Αστυνομίας, γιατί βρέθηκαν σε τούτη την κατάσταση, ότι εμπλέκονται σε εξυπηρέτηση συμφερόντων, ότι εξυπηρετούν διαπλοκές με πολιτικά πρόσωπα και στην ουσία ότι είναι διεφθαρμένοι. Και ο ΜΕ2 ανέφερε πως δεν ξεχωρίζει όσα έγιναν εντός της υπηρεσίας από όσα δημοσιεύθηκαν. Μάλιστα, όπως επισημαίνει, στο ένα εκ των δημοσιευμάτων, μέχρι και φωτογραφία του Αρχηγού της Αστυνομίας έβαλαν, για να τραβήξουν την προσοχή. Τον «πνίγει το δίκαιο», όπως λέει, γιατί ο ίδιος δεν εμπλέκεται, αλλά βρέθηκε στη δίνη μιας κατάστασης να έρχονται και να λαμβάνουν καταθέσεις, να δικαιολογείται, μέχρι και στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Πολεμιδιών τέθηκε θέμα. Ο ίδιος, όπως είπε, ενώ ήταν στην ησυχία του, ένας πειθαρχημένος αξιωματικός, βρέθηκε να τον συζητούν οι πολίτες, οι συνάδελφοι, οι χωριανοί του ότι είναι διεφθαρμένος. Όταν του υποβλήθηκε πως εφόσον δικαιώθηκε για το θέμα το χώρου στάθμευσης, δεν θα έπρεπε να αισθάνεται έτσι, ο ΜΕ2 επεκτάθηκε και σε άλλες καταγγελίες που έκανε ο Εναγόμενος
  38. Τα δημοσιεύματα, όπως λέει, λανθασμένα αναφέρουν πως είναι ο Λοχίας που κατήγγειλε. Είναι οι Ενάγοντες που κατήγγειλαν τον Λοχία, για το επεισόδιο της σύσκεψης επιθεώρησης, λέγοντας «δεν τον κανούσε να μείνει ενδοϋπηρεσιακά, αλλά τα έστειλε και στην εφημερίδα, κι εσείς εφάετε την κλάππα». Ερωτήθηκε εάν το μεγάλο παράπονο είναι πως άλλα λέχθηκαν στη σύσκεψη και άλλα γράφθηκαν, και ανέφερε πως μέρος των όσων λέχθηκαν στη σύσκεψη γράφθηκαν και στο δημοσίευμα, αλλά επί της ουσίας δεν ήταν αληθινά. Ο Λοχίας καταγγέλθηκε από τους Ενάγοντες και ο ίδιος έκανε αναφορά. Δεν «τσακώνονταν» μεταξύ τους, εφόσον ο ίδιος δεν γνώριζε καν τον Λοχία μέχρι τότε. Ο Λοχίας καταγγέλθηκε πειθαρχικά, αλλά, όπως είπε, δεν πρόκειται για αληθινά δημοσιεύματα, ως προσπαθούσε έντονα ο συνήγορος των Εναγόμενων 1, 2 και 3 να υποδείξει. Ο ΜΕ2 τόνισε πως όταν τα δημοσιεύματα αναφέρουν πως έδωσαν οδηγίες για να γίνονται καταγγελίες για στάθμευση οχημάτων για να εξυπηρετήσουν τον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης, είναι αντιληπτό πως τους κατηγορεί ευθέως ότι διαπλέκονται με ιδιώτες. Ωστόσο, η Αστυνομία, όπως έθεσε με έμφαση, εφαρμόζει τον νόμο και στο πρόσωπο το δικό του και του ΜΕ1 διασύρεται όλη η Αστυνομία, διότι όταν αποφασίζει ένας έγκριτος δημοσιογράφος να βάλει τέτοια δημοσιεύματα, έπρεπε, το ελάχιστον, να διασταυρώσει τις πληροφορίες του. Όπως είπε ο ΜΕ2, με ένταση, «όταν καταγγέλλει κάποιος και το γράφεις δημόσια να το βλέπει το κοινό δημόσια, πρέπει πίσω να έχεις κάτι να το αποδεικνύεις», υποδεικνύοντας, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, πως εάν ο δημοσιογράφος θεωρούσε το θέμα ότι έχει ενδιαφέρον, θα μπορούσε να το αναδείξει χωρίς συγκεκριμένες αναφορές, όπως έκανε και άλλη εφημερίδα, χωρίς αναφορά σε ονόματα ή με τρόπο που να θίγει την Αστυνομία. Μετά την απολογία, ένιωσε εν μέρει δικαιωμένος γιατί η εφημερίδα κατάλαβε πως έκανε ατόπημα, όμως και πάλι η απολογία ήταν στη σελίδα 39, «λίγο πριν τα μνημόσυνα», σε ένα μικρό τετράγωνο, και δεν επανορθώνει τη ζημιά στην προσωπικότητά τους. Πέραν τούτου, ο ΜΕ2 αποκάλυψε πως θα ήθελε η εφημερίδα να πει ποιος την έβαλε σε αυτή τη διαδικασία, για να ξεκαθαρίσει πλήρως η αλήθεια. Μετά την απολογία, δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη δημοσίευση για τους Ενάγοντες. Όσον αφορά την Εναγόμενη 2, ο ΜΕ2 ανέφερε πως συνυφαίνεται το έργο της διανομής με τη συντέλεση της δυσφήμισης, πόση ευθύνη έχει, είναι στο Δικαστήριο να το αποφασίσει. Ο ίδιος, όπως ανέφερε, ιδίως όσον αφορά το πρόσωπό του, θεωρεί πλήρως ψεύτικα τα δημοσιεύματα, από τα οποία προσβλήθηκε, ταλαιπωρήθηκε και χλευάστηκε. Ερωτήθηκε, προς τι η «υπερευαισθησία» εάν όλοι γνώριζαν πως δεν εργάζονταν στον σταθμό εκείνη την περίοδο. Ο ΜΕ2 απάντησε πως, όταν έγιναν τα δημοσιεύματα, ήταν στον σταθμό, και δεν γνώριζαν όλοι ότι τότε δεν ήταν εκεί, εξ ου και τον ρωτούσαν ακόμα και στο καφενείο του χωριού του. Θα μπορούσε, αν μη τι άλλο, όπως είπε, ο δημοσιογράφος, να καταγράψει και τις θέσεις των δύο πλευρών, όχι να κινηθεί μονόπλευρα και να στοχοποιήσει τους Ενάγοντες, θεωρώντας ότι είναι ορθός ο Λοχίας. Δεν κινήθηκαν δικαστικά εναντίον άλλων μέσων που ανέφεραν το θέμα του χώρου στάθμευσης του Νοσοκομείου. Ο ΜΕ2 ανέφερε και κατά την αντεξέτασή του από τον κύριο Χάσικο πως ήταν σε «δυσμένεια» λόγω των ερευνών μετά τα δημοσιεύματα, έρχονταν ανακριτές, τοποθετήθηκε ερευνών αξιωματικός, και στην προέκταση αυτών βρέθηκε σε μετάθεση στην Πάφο, χωρίς δικαιολογία, λέγοντας πως ήταν για υπηρεσιακούς λόγους. Έκανε τέσσερα χρόνια να επιστρέψει. Θεωρεί πως έπαιξε τον ρόλο του. Το Δικαστήριο, όμως, σημειώνει ό,τι και προηγουμένως, πως τον ρόλο του, μπορεί και σημαίνοντα ρόλο, ίσως να έπαιξε και το γεγονός ότι υπήρχε μια διαρκής «πολεμική» καταγγελιών αναμεταξύ των Εναγόντων και του Λοχία, και μετά τα δημοσιεύματα, ευρύτερα προβληματική, εφόσον δεν τύγχανε άλλης διαχείρισης, ενώ και ο ίδιος ο ΜΕ2 εξέφρασε την ανάγκη να μην στεγάζεται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο με τον Εναγόμενο
  39. Δεν προκύπτει κατ' ανάγκη δυσμένεια από μετάθεση στην Πάφο, εάν τέτοια μετάθεση δεν έγινε τιμωρητικά, αλλά για να εξυπηρετηθεί η ομαλή λειτουργία της υπηρεσίας. Κατά την αντεξέτασή του από τον κύριο Μουκταρούδη, ο ΜΕ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως ουδέποτε είχε αναφερθεί στον ίδιο, μέχρι τότε, ζήτημα διαμαρτυριών πολιτών για τον χώρο στάθμευσης. Όταν ο ίδιος είχε μετατεθεί στον σταθμό, δεν τέθηκε τέτοιο θέμα. Όταν του υποβλήθηκε πως ο Εναγόμενος 4 είχε επαγγελματική και ηθική υποχρέωση να ενημερώσει το Αρχηγείο και την Αστυνομική διεύθυνση, ο ΜΕ2 ανέφερε πως υπάρχει ιεραρχία. Κατά τη σύσκεψη, δεν έκανε αναφορά ενώπιον τους. Τους κατηγόρησε. Δεν είχε άλλος από τον Εναγόμενο 4 συμφέρον, ούτε θα μπορούσε άλλος να αποτυπώσει με τέτοια λεπτομέρεια τα λεγόμενα του Εναγόμενου 4, οπότε θεωρεί πως είναι ο Εναγόμενος 4 που ενημέρωσε την εφημερίδα, και όχι οποιοσδήποτε από τους παρόντες στη σύσκεψη. Δεν τίθεται ως θέμα άλλο μέλος του σταθμού να μαγνητοφώνησε τη σύσκεψη και να ήξερε επ' ακριβώς το λεξιλόγιο του Εναγόμενου
  40. Κατά τον ΜΕ2, μιλά από μόνο του ότι είναι ο Εναγόμενος 4 πίσω από τα δημοσιεύματα. Αναμένοντας, ο ΜΕ2, όπως είπε, πως και ο Εναγόμενος 3 θα επιβεβαιώσει αυτή την εκδοχή με μαρτυρία του σε αυτή τη διαδικασία. Ερωτήθηκε, ποιο ήταν το συμφέρον του Εναγόμενου 4; Απάντησε, «να μας καταστρέψει και υπηρεσιακά και προσωπικά», για λόγο που μόνον ο ίδιος μπορεί να γνωρίζει. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 4, ο ΜΕ2 ανέφερε πως γνωρίζει πως διώχθηκε πειθαρχικά, αλλά όχι πώς εξελίχθηκε η πειθαρχική διαδικασία, άκουσε όμως πως καταδικάστηκε. Εάν απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες για «ψεύδος και διαστροφή», όπως υπέδειξε ο κύριος Μουκταρούδης, τότε, όπως είπε ο ΜΕ2, εάν έγινε χωρίς τη συναίνεσή τους, σημαίνει πως έγινε κακοδικία. Δεν εξήγησε, βεβαίως, γιατί να πρέπει να ληφθεί η συναίνεσή τους, για το αποτέλεσμα της πειθαρχικής δίκης, η οποία, υποτίθεται, θα έπρεπε να ήταν ανεξάρτητη και αμερόληπτη. Και η παρουσία του ΜΕ2 στο εδώλιο, όπως και του ΜΕ1, ήταν θετική. Επίσης, ο λόγος του με λογική συνοχή, και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να δεικνύει ότι ανέφερε αναληθώς τα γεγονότα που γνωρίζει. Απεναντίας, ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός ως προς ευρύτερο πλαίσιο της κατάστασης, όπως και ο ΜΕ1, σε σχέση με ό,τι διαδραματίζονταν στην υπηρεσία με τον Λοχία. Οι λόγοι για τους οποίους διαδραματίζονταν, από πού ερείδονται όλα αυτά, δεν μπορούν να διαγνωστούν σε αυτό το πλαίσιο της δίκης, αν και είναι γενικότερα μια δυσάρεστη συνθήκη, στο σώμα της Αστυνομίας να υπάρχουν έριδες μεταξύ των μελών της, οποιωνδήποτε βαθμίδων και με ξεχωριστό ήθος και ικανότητες ο καθένας, ή συμπεριφορές αφορμώμενες ή συνεκφραζόμενες με πολιτικά δεδομένα που εκτρέπονται και δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης διαχείρισης, απασχολώντας και την κοινωνία, και κατ' επέκταση το Δικαστήριο. Τέτοιου είδους καταστάσεις, με συνεχιζόμενες καταγγελτικές δράσεις μεταξύ μελών της Αστυνομίας, όταν δημοσιοποιούνται, τείνουν να υπεισέρχονται στον σεβασμό και την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται η κοινωνία όταν αναφέρεται στην Aστυνομική δύναμη. Οι συμπερασματικές κρίσεις ή ερμηνείες του ΜΕ2 σε σχέση με τα δημοσιεύματα, όπως εξηγήθηκε και κατά τη διαδικασία και λέχθηκε και αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΕ1, δεν επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων είναι δυσφημιστικό ή όχι. Και στη μαρτυρία του ΜΕ1 το Δικαστήριο διέκρινε υπερβολή στις αναφορές του για δυσμένεια συναρτώμενη με τα δημοσιεύματα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν και προηγουμένως, η οποία, επίσης, δεν τον καθιστά αναξιόπιστο ως μάρτυρα γεγονότων. Η ενόχληση του ΜΕ2 από τα δημοσιεύματα ήταν προφανώς εντονότερη, παρατηρώντας και το τι επακολούθησε των δημοσιευμάτων, τις δικές του καταγγελτικές ενέργειες και τον έντονο τρόπο έκφρασής του στα διαβήματα αυτά. Ωστόσο, είναι κατανοητό πως η ξαφνική εμπλοκή του σε μια υπηρεσιακή κατάσταση με συνεχείς αντιπαραθέσεις, διαφωνίες, και εντάσεις, μπορεί να έτεινε στο να μην είναι τόσο ήρεμος ή αντικειμενικός στον τρόπο χειρισμού του Λοχία. Και η μαρτυρία του ΜΕ2, όπως και του ΜΕ1, εκτός από τα σημεία που προαναφέρθηκαν, είναι αποδεκτή ως μαρτυρία της αλήθειας των γεγονότων. Εάν επαρκεί ή όχι για την απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων εναντίον όλων των Εναγόμενων ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, είναι, όπως προαναφέρθηκε, διαφορετικό θέμα. Η ΜΕ3, ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, μπήκε στη διαδικασία να μαρτυρήσει γεγονότα, για να πει πως μπήκε στη Wikipedia και αναζήτησε το εύρος της κυκλοφορίας της εφημερίδας «Αλήθεια». Η ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την Wikipedia, τις καταχωρίσεις σε αυτήν, τον τρόπο που προκύπτει ο αριθμός που είδε, να τον εξηγήσει περαιτέρω. Το εύρος της κυκλοφορίας δεν αποδεικνύεται με μαρτυρία δικηγόρου από το Wikipedia και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή, για να προβεί σε σχετικό δικαστικό εύρημα σε σχέση με το εύρος της κυκλοφορίας της εφημερίδας «Αλήθεια», που, όμως, όπως αναφέρθηκε και κατά τη διαδικασία, δεν έχει σχέση με τη διάγνωση των συστατικών στοιχείων των αστικών αδικημάτων για τα οποία ενάχθηκαν οι Εναγόμενοι, αν και μπορεί να συνυπολογιστεί στην προσέγγιση της ζημιάς, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι διαπράχθηκε δυσφήμιση. Ως προς αυτό, δεν έτυχε αμφισβήτησης ότι η εφημερίδα «Αλήθεια» κυκλοφορεί ανά το παγκύπριο, αλλά έχει και ηλεκτρονική έκδοση. Πόσα φύλλα πωλήθηκαν εξ αυτών που περιείχαν τα επίδικα δημοσιεύματα ή την απολογία, δεν προσεγγίζεται με τη συλλογιστική του όσα φύλλα πωλήθηκαν, αριθμητικά, τόσα είναι και τα μάτια που διάβασαν αυτά τα δημοσιεύματα, ή άλλως πώς μικροσκοπικά, αλλά με μιαν ευρύτερη θεώρηση του εύρους της δημοσιότητας, ως δυναμική που συνυπολογίζεται, όταν το Δικαστήριο υπολογίζει αποζημιώσεις. Αν και το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η ΜΕ3 είπε ψέματα πως μπήκε στη Wikipedia και έκανε την έρευνα που ανέφερε, η μαρτυρία της δεν είναι κατάλληλη για την απόδειξη του συγκεκριμένου ζητούμενου, και γι' αυτό δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο. O MY1 (Εναγόμενος 3), επαγγελματίας και έμπειρος δημοσιογράφος, ο οποίος συνέγραψε τα επίδικα δημοσιεύματα, ανέφερε, στην κυρίως εξέτασή του[36], το πλαίσιο στο οποίο έγιναν τα δημοσιεύματα αυτά. Προηγήθηκε, όπως είπε, το δημοσίευμα ημερομηνίας 13.11.2013 με τίτλο «πληρώνουν στάθμευση οι επισκέπτες του Νοσοκομείου Λεμεσού» (Τεκμήριο 20), το οποίο βασίστηκε σε συνομιλία που είχε με δημοτικό σύμβουλο του Δήμου Πολεμιδιών, αλλά και σε επιστολές του προς τον Δήμαρχο, όπου έθετε το θέμα των εξώδικων καταγγελιών από την Αστυνομία και τη δημοτική Αστυνομία για τη στάθμευση έναντι του Νοσοκομείου. Έθετε, επίσης, θέμα παράνομης λειτουργίας του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης έναντι του Νοσοκομείου. Υποστήριζε πως, με τις καταγγελίες για τη στάθμευση, ευνοούνταν η εταιρεία στην οποίαν ανήκε ο παράνομος χώρος στάθμευσης, η διαχείριση του οποίου γίνονταν μέσω συγκεκριμένου προσώπου. Ο δημοσιογράφος είχε εξασφαλίσει τις επιστολές προς τον Δήμαρχο, αλλά και την απάντηση του δημοτικού γραμματέα. Ο δημοτικός σύμβουλος που αποτέλεσε την πηγή πληροφόρησής του, τον ενημέρωνε και για τις εξελίξεις για το θέμα. Ότι, για παράδειγμα, στον χώρο στάθμευσης, η χρέωση για τρεις ώρες ήταν δύο ευρώ, και για περισσότερες ώρες το ποσό αυξάνονταν. Η εκδοχή του δημοτικού συμβούλου ήταν πως ευνοούνταν συμφέροντα του ιδιοκτήτη του χώρου στάθμευσης. Με το θέμα, είχαν απασχοληθεί και άλλα ΜΜΕ. Σε κανένα άλλο κρατικό Νοσοκομείο στην Κύπρο, όπως λέει ο ΜΥ1, ασθενείς, προσωπικό και επισκέπτες αναγκάζονται να πληρώνουν χώρο στάθμευσης. Το αναμενόμενο, όπως υποστηρίζει, ήταν η Κυβέρνηση και ο Δήμος να επεκτείνουν τον δωρεάν χώρο στάθμευσης του Νοσοκομείου Λεμεσού. Ωστόσο, δέχθηκαν τη λειτουργία του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης έναντι πληρωμής από ασθενείς. Το Τεκμήριο 20 δεν είναι ένα επίδικο δημοσίευμα, ωστόσο είναι κατανοητό πως η ανάγκη του ΜΥ1 να το θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, ήταν για να δείξει πως ο ίδιος, ασχολούμενος γενικότερα με το συγκεκριμένο θέμα, με εστίαση στην αδικία που υφίστανται οι πολίτες και στο ενδεχόμενο εξυπηρέτησης συμφερόντων του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης, δεν συνέγραψε με κακοβουλία τα επίδικα δημοσιεύματα. Στη μαρτυρία του, ο ΜΥ1, ανέφερε ξεκάθαρα πως, για το δημοσίευμα Α, η πηγή της πληροφόρησής του ήταν επιστολή δικηγορικού γραφείου (του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο 4) στα γραφεία της Εφημερίδας. Ο ΜΥ1, επειδή ήδη είχε ασχοληθεί με το θέμα, το συνέχισε, λαμβάνοντας τη συγκεκριμένη επιστολή (Τεκμήριο 21). Η επιστολή των δικηγόρων απευθύνονταν προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας, όπως είπε, με κοινοποίηση στον Γενικό Εισαγγελέα, εκ μέρους του πελάτη τους, Εναγόμενου
  41. Πάντως, η κοινοποίηση προς τον Γενικό Εισαγγελέα, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 21α, έγινε την 06.12.2013, άρα, ευλόγως, όταν ο ΜΥ1 έλαβε την επιστολή των δικηγόρων, δεν γνώριζε για κοινοποίηση στον Γενικό Εισαγγελέα και το Τεκμήριο 21α το απέκτησε σε χρόνο μεταγενέστερο της συγγραφής του δημοσιεύματος Α. Με την επιστολή των δικηγόρων, ζητούνταν ο διορισμός ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή για τις καταγγελίες του Λοχία εναντίον των προϊσταμένων του αξιωματικών, αναφέροντας ότι τον εμπόδισαν στη σύσκεψη να εκφράσει την άποψή του σχετικά με τις αντιδράσεις και διαμαρτυρίες πολιτών για τις εξώδικες καταγγελίες· καταγγελίες που στρέφονταν εναντίον του Υπεύθυνου του σταθμού, ενώ, για άλλα ζητήματα, αφορούσαν και τον Βοηθό Υπεύθυνο του σταθμού. Επιπρόσθετα, στην ίδια επιστολή, αναφέρονταν πως οι προϊστάμενοι του Λοχία κίνησαν πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Λοχία, θεωρώντας τη στάση του ανάρμοστη. Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο αναφέρεται στο δημοσίευμα, πέραν των όσων καταγράφονταν στην επιστολή, ήταν, όπως λέει ο ΜΥ1, από δική του πληροφόρηση σχετικά με το θέμα, από διάφορες πηγές, και ήταν η έκφραση έντιμης και ειλικρινούς γνώμης για ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος που απασχολούσε την κοινωνία, τον Δήμο Πολεμιδιών και την Αστυνομία. Η επιστολή των δικηγόρων, όπως είπε, επιβεβαιώθηκε από τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας κατόπιν ερώτησης του δημοσιογράφου, όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα Β. Όσον αφορά το δημοσίευμα Β, βασίστηκε στη δήλωση που του είχε κάνει για το θέμα, απαντώντας σε ερώτησή του, ο τότε εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας. Στο δημοσίευμα, ανέφερε παράλληλα ότι οι καταγγελίες του Λοχία δεν είχαν ληφθεί υπόψη, ενώ υπενθύμιζε ότι οι δικηγόροι του Λοχία ζήτησαν τον διορισμό ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή. Μετά τα δημοσιεύματα, όπως είναι η θέση του ΜΥ1, που διατήρησε και κατά την αντεξέτασή του, επικοινώνησε μαζί του άλλος δικηγόρος, εκπροσωπώντας τους Ενάγοντες, ο οποίος δεν μπορούσε να αναλάβει την υπόθεσή τους, και απλώς μεσολαβούσε για να παρουσιαστεί η υπόθεση των Εναγόντων στην εφημερίδα, προς επανόρθωση. Παρόλο που ο ΜΥ1 δέχθηκε τη δημοσίευση της δικής τους εκδοχής, οι Ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν την πρόσκληση, και αργότερα, με άλλον δικηγόρο, ζητήθηκε η απολογία, εντός πέντε ημερών, όπως και έγινε. Η εφημερίδα επέλεξε να απολογηθεί, παρά τη θέση του ΜΥ1 πως θα έπρεπε να παρουσιαστεί η θέση των Εναγόντων, αντί απολογίας. Η απολογία έγινε προς αποφυγή κάποιας δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρει ο ΜΥ1, είχε την άποψη πως, για το πλήρες ξεκαθάρισμα όλων των καταγγελιών, ισχυρισμών, αλληλοκατηγοριών μεταξύ των υπευθύνων του σταθμού και του Λοχία αναφορικά με τις συνθήκες λειτουργίας του χώρου στάθμευσης, έπρεπε να γίνει ανεξάρτητη ποινική ή άλλη έρευνα, ώστε να μην μείνουν σκιές. Παρά την απολογία, οι Ενάγοντες τελικά προχώρησαν και με αγωγή, για τους δικούς τους λόγους. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες είχαν καθυστερήσει να καλέσουν την εφημερίδα σε απολογία. Δεν δημοσιεύθηκε οτιδήποτε άλλο. Ό,τι δημοσιεύθηκε, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, ήταν καλόπιστα, για ένα θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος. Δεν έχει κάτι προσωπικό με τους Ενάγοντες, ούτε τους κατονόμασε. Εκφράζει τη λύπη του εάν οι Ενάγοντες θίχθηκαν, όμως και ο ίδιος, ως δημοσιογράφος, στο πλαίσιο της ελευθεροτυπίας, ήθελε απλώς να κάνει το καθήκον του και να πληροφορήσει το κοινό για τις αλληλοκαταγγελίες αστυνομικών και τον χώρο στάθμευσης. Δεν θεώρησε ένοχους τους Ενάγοντες στα όσα τους καταλόγιζε ο Εναγόμενος 4, απλώς μετέφερε την είδηση της καταγγελίας και την άποψη πως θωρούσε ορθότερο να γίνει έρευνα από ανεξάρτητο ανακριτή. Όσον αφορά την Εναγόμενη 2, ο ΜΥ1 θέτει πως δεν έχει κάποιο ρόλο να ελέγχει το περιεχόμενο των εφημερίδων που παραλαμβάνει δεμένες για να διανέμει, και δεν είναι δυνατόν να της καταλογίζεται ευθύνη για το περιεχόμενο των εφημερίδων που ο καθένας μπορεί να θεωρεί δυσφημιστικό. Πέραν τούτου, όμως, η θέση του ΜΥ1 είναι πως τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούν είδηση και γεγονότα που στην ουσία τους είναι αληθινά και βασίστηκαν στην επιστολή του δικηγόρου του Εναγόμενου 4 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, το περιεχόμενο της οποίας δημοσιεύθηκε σχεδόν αυτούσιο, ενώ επιβεβαιώθηκε εκ των υστέρων και δια του εκπροσώπου Τύπου της Αστυνομίας. Δεν ζήτησε τις απόψεις των Εναγόντων στο στάδιο που συνέγραψε τα άρθρα γιατί αποτελούσαν είδηση και δημοσίευση της επιστολής δικηγόρου και όχι ρεπορτάζ της εφημερίδας. Το γεγονός, όπως αναφέρει, πως τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αναφέρονται ονομαστικά στους Ενάγοντες, αλλά στα αξιώματά τους, περιορίζει κατά πολύ την ταυτοποίηση των Εναγόντων ανάμεσα στον κόσμο, ιδίως όσον αφορά τον Ενάγοντα 2, που μετατέθηκε εκ των υστέρων στον συγκεκριμένο σταθμό. Θεωρεί πως τα δημοσιεύματα ήταν εκτός των ορίων λιβέλου. Ο ίδιος, όπως λέει, δεν πήρε τη θέση κανενός, και συνεχώς έκανε αναφορά στη λέξη «καταγγελίες», που σε καμία περίπτωση μπορεί να νοηθεί ένοχοι διάπραξης παραπτωμάτων. Θεωρεί, επίσης, πως τα επίδικα δημοσιεύματα θα πρέπει να διαβαστούν στο σύνολό τους, με απαρχή και το δημοσίευμα του Τεκμηρίου
  42. Επιχειρηματολογεί μέσα στη μαρτυρία του περαιτέρω. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόντων, ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως δεν επικοινώνησε με τους δικηγόρους που είχαν αποστείλει την επιστολή, γιατί δεν το θεώρησε αναγκαίο, ήταν συνεργάτες με τους δικηγόρους. Με τους Ενάγοντες δεν μίλησε, καθώς, όπως είπε, δεν ενδείκνυται πάντα να μιλούν. Τους δόθηκε, όμως, η ευκαιρία να τοποθετηθούν τις επόμενες ημέρες και δεν το έπραξαν. Αναφερόμενος, ο ΜΥ1, σε ευκαιρία που δόθηκε, περισσότερο εννοούσε τη δική τους δυνατότητα να ζητήσουν επανόρθωση, καθώς τα όσα ανέφερε για πρόσκληση μέσω δικηγόρου σε δημοσίευση της θέσης τους δεν ήταν αμέσως μετά. Εκείνος, όπως ανέφερε, είχε ένα στοιχείο στα χέρια του, ένα έγγραφο, που απευθύνονταν στον Αρχηγό της Αστυνομίας και στον Γενικό Εισαγγελέα, και δεν θεώρησε σκόπιμο να πάρει τηλέφωνο. Πάντως, εάν είχε μόνο την επιστολή του Τεκμηρίου 21β στα χέρια του, και ασχολούνταν με το θέμα του χώρους στάθμευσης, που εκείνο είναι θέμα δημοσίου συμφέροντος, και θεωρούσε ότι θα έπρεπε να δώσει συνέχεια, θα μπορούσε να γράψει αρκετά πιο συνοπτικά ό,τι θεωρούσε είδηση. Όπως είναι η θέση του ΜΥ1, δεν είπε ο ίδιος ότι εξυπηρετούσαν συμφέροντα οι Ενάγοντες, αλλά οι καταγγελίες του Λοχία αυτές ήταν. Στο αρχικό δημοσίευμα, του Τεκμηρίου 20, δεν είχε πληροφορία για τα διαδραματισθέντα στον σταθμό, αλλά ότι υπήρχαν καταγγελίες για εξυπηρέτηση ιδιωτικού χώρου στάθμευσης. Ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά τους Ενάγοντες. Δεν έχει στοιχεία πότε καταγγέλλονταν ο κόσμος, μπορεί να το είχε σημειώσει κάπου, να ήταν μέσα στο
  43. Δεν γνωρίζει εάν δεν έγινε άλλη εξώδικη καταγγελία από τον Μάρτιο του 2013 και μετέπειτα. Θεωρεί πως δεν ήταν δική του αρμοδιότητα να το διερευνήσει περαιτέρω. Ο κύριος Καλλής ήταν επίμονος στην αντεξέτασή του, ως προς την αποκάλυψη πληροφοριών, για να αναδειχθεί βασικά εμπλοκή του Εναγόμενου 4 στην πληροφόρηση του δημοσιογράφου. Ο ΜΥ1, από την άλλη, διατήρησε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του τη δική του εκδοχή ως προς την πληροφόρησή του, εξηγώντας κατ' επανάληψη, πως δεν μπήκε ο ίδιος σε διαδικασία να εξυπηρετήσει σκοπούς του Λοχία. Όταν ερωτήθηκε για τις λεπτομέρειες που περιέχουν τα επίδικα δημοσιεύματα, που είναι τέτοιες που παραπέμπουν στον Εναγόμενο 4, ο ΜΥ1 επέμεινε στο να μην αποκαλύπτει οποιαδήποτε επικοινωνία του με τον Εναγόμενο 4, απαντώντας γενικά ή και με υπεκφυγή πως μιλούσε με όλους τους άλλους. Ούτε γνωρίζει, όπως ανέφερε, για οποιαδήποτε σχέση του Εναγόμενου 4 με τον πληροφοριοδότη του αρχικού κειμένου, δημοτικό σύμβουλο, ή εάν ο δημοτικός σύμβουλος του είπε και για τη μετάθεση στο Τρόοδος. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγόμενου 4, ο ΜΥ1 ανέφερε πως την επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου 4 την έλαβε μέσω τηλεομοιότυπου από το γραφείο των δικηγόρων. Ωστόσο, δεν είχε κάποια απόδειξη τη δεδομένη στιγμή. Είδε απλώς τον αριθμό τηλεομοιότυπου στο επιστολόχαρτο και θεώρησε πως είναι από τους δικηγόρους, ωστόσο δεν είναι απόλυτος, όπως είπε, εφόσον δεν μπορεί να το αποδείξει. Ενώ αρχικά απάντησε, ο ΜΥ1, πως δεν θεώρησε αναγκαίο να μιλήσει με τους δικηγόρους που υποτίθεται απέστειλαν την επιστολή, γιατί εκείνη ήταν επαρκής, στην ίδια ερώτηση, από τον συνήγορο του Εναγόμενου 4, απάντησε πως δεν θυμάται. Ερωτήθηκε «άρα, δεν μπορείτε να ξέρετε καν εάν η επιστολή τούτη ήρθε κατ' εντολή του Λοχία, του Εναγόμενου 4», και απάντησε «δεν μπορώ να ξέρω». Ο ΜΥ1 δεν ήταν ανειλικρινής ως προς όλα τα γεγονότα που ανέφερε γενικά, δηλαδή ότι ήδη είχε ασχοληθεί με το θέμα του χώρου στάθμευσης (Τεκμήριο 20) και έδωσε συνέχεια, βασιζόμενος και στο Τεκμήριο 21β. Ωστόσο, η γενικότητα και η ασάφεια ως προς το σύνολο των πηγών της πληροφόρησής του, σε συνάρτηση με τον βαθμό των λεπτομερειών που περιέχονται στο δημοσίευμα Α και τον τρόπο έκθεσής τους, οδηγεί στο να μην μπορεί να πειστεί το Δικαστήριο πως ο ΜΥ1 όντως δεν συνομίλησε και με τον Εναγόμενο 4 πριν να συγγράψει το δημοσίευμα Α. Ο ΜΥ1, ναι, είχε ασχοληθεί ήδη το θέμα της στάθμευσης. Πήρε ξαφνικά (ή εξαιτίας της υφιστάμενης ενασχόλησής του) μια επιστολή - όπως λέει -των δικηγόρων ημερομηνίας 29.11.2013, λογικά πριν από την 05.12.2013 που δημοσιεύθηκε το δημοσίευμα Α. Υποθετικά, γιατί οι δικηγόροι ξαφνικά, παραβαίνοντας τη δεοντολογία, άρχισαν να την κοινοποιούν παντού (χωρίς οδηγίες του Εναγόμενου 4, όπως ο ίδιος είπε), όπως την κοινοποίησαν την 06.12.2013 στον Γενικό Εισαγγελέα (και η επιστολή κοινοποίησης βρέθηκε και εκείνη στην κατοχή του ΜΥ1, παρόλο που φέρει μεταγενέστερη του δημοσιεύματος Α ημερομηνία). Την κοινοποίησαν και νωρίτερα στη συγκεκριμένη εφημερίδα. Μόνον. Αφού ο ΜΥ1 πήρε την επιστολή εκείνη, θεώρησε, χωρίς έρευνα, ότι εστάλη όντως από τους συγκεκριμένους δικηγόρους. Και δεν επικοινώνησε μαζί τους, να τους ρωτήσει «τι είναι αυτή η επιστολή» ή «τι συνέβη», ή δεν θυμάται. Έπειτα, με πληροφορίες άγνωστης προέλευσης, χωρίς να επικοινωνήσει είτε με τους δικηγόρους είτε με άλλους, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 4, συνέγραψε το δημοσίευμα Α, τόσο εμπλουτισμένο με στοιχεία επικεντρωμένα στην υπόθεση και το «άδικο» του Λοχία, που δεν περιέχονται στο Τεκμήριο 21β. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στο δημοσίευμα Α και στο περιεχόμενο του σημειώματος του Λοχία μετά τη σύσκεψη επιθεώρησης, που είναι ενδοϋπηρεσιακό έγγραφο (Τεκμήριο 22), το περιεχόμενο του οποίου δεν αναφέρεται στο Τεκμήριο 21β. Μεταφέρεται αυτούσιος λόγος του Τεκμηρίου 22 στο δημοσίευμα Α (Τεκμήριο 1). Παρά ταύτα, ο ΜΥ1 δεν αναφέρθηκε σε κάποιο σημείωμα που έλαβε, ούτε στην επιστολή των δικηγόρων ημερομηνίας 29.11.2013 επισυνάπτεται κάποιο σημείωμα. Ευλόγως, εάν ήταν επιστολή προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, θα γνώριζε τα ενδοϋπηρεσιακά σημειώματα. Εάν το Τεκμήριο 22 εστάλη από τον Εναγόμενο 4 στον Αρχηγό Αστυνομίας και έλαβε γνώση του ο ΜΥ1, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε να το επικοινώνησε ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 ή οικείος του Εναγόμενου 4 που γνωρίζει τα γεγονότα (λ.χ. ο δικηγόρος του), είτε να διέρρευσε από το Αρχηγείο Αστυνομίας. Αναπόφευκτα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να πειστεί για την αλήθεια του λόγου του ΜΥ1 ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή του Εναγόμενου 4 ή προσώπου εκ μέρους του Εναγόμενου 4 στη συγγραφή των επίδικων δημοσιευμάτων. Παράλληλα, δεν έχει στοιχεία για διαρροή από το Αρχηγείο Αστυνομίας του σημειώματος του Λοχία, αν και ο ΜΥ2, προσπαθώντας να αποκλείσει την πρώτη περίπτωση, της δικής του εμπλοκής ή της εμπλοκής των δικηγόρων του (που όμως ο ΜΥ1 ρητά κατέθεσε), άφησε αιχμές για τη δεύτερη. Έχοντας υπόψη ότι ο ΜΥ1 είναι δημοσιογράφος και δεν υποχρεούται να αποκαλύψει τις πηγές του γενικότερα, η σκόπιμη γενικότητα και ασάφεια επί αυτών των σημείων της μαρτυρίας του, δεν επιδρά στην όλη αξιοπιστία του, αλλά σαφώς στην αξιοπιστία του λόγου του μόνον για το συγκεκριμένο γεγονός, της εμπλοκής του ΜΥ
  44. Από την άλλη, είτε ο Εναγόμενος 4 ή πρόσωπο εκ μέρους του Εναγόμενου 4 συνομίλησε με τον ΜΥ1, είτε όχι, η ουσία είναι ότι ο ΜΥ1, ως γεγονός, δεν συνομίλησε με τους Ενάγοντες, και ο ίδιος, συγγράφοντας τα δημοσιεύματα, έχει και την τελική ευθύνη για το περιεχόμενό τους, οποιοσδήποτε κι αν ήταν ο πληροφοριοδότης του. Η μαρτυρία του ΜΥ1, με εξαίρεση τον λόγο του ότι δεν συνομίλησε με τον Εναγόμενο 4 ή με πρόσωπο εκ μέρους του Εναγόμενου 4, είναι αποδεκτή. Ο ΜΥ2 (Εναγόμενος 4), κατά την κυρίως εξέτασή του[37], ανέφερε πως υπηρετεί στην Αστυνομία Κύπρου από το 1992, ενώ το 2005 έλαβε τον βαθμό του Λοχία με προαγωγή επ' ανδραγαθία. Όταν έγιναν οι καταγγελίες από πολίτες για την στάθμευση, ο Ενάγων 1 ήταν στον σταθμό, αλλά όχι ο Ενάγων 2, ο οποίος ήταν κατά τον χρόνο των δημοσιευμάτων. Γνωρίζει την εφημερίδα και τον Εναγόμενο 3, ονομαστικά, αλλά δεν έχει κάποια σχέση με τον Εναγόμενο 3, ούτε επικοινώνησε μαζί του οποτεδήποτε, είτε για τη σύνταξη των επίδικων δημοσιευμάτων είτε για άλλον λόγο. Ενώ ανέφερε αυτό κατά την κυρίως εξέτασή του, κατά την αντεξέτασή του, όπως θα υποδειχθεί και στη συνέχεια, υπήρξε διαφοροποιημένη εκδοχή. Διάβασε, όπως είπε, τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως και άλλα που είχαν γίνει στον ημερήσιο Τύπο, αλλά παρακολουθούσε και τις καταγγελίες πολιτών στον Ραδιοσταθμό «Κανάλι 6». Κατά τον χρόνο που αναφέρονταν στα δημοσιεύματα, στο πλαίσιο της υπηρεσίας του, βρίσκονταν συχνότατα στον χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, μαζί με άλλα μέλη της Αστυνομίας. Εκεί, όπως λέει, δέχονταν έντονες πιέσεις από τον Υπεύθυνο του σταθμού, να επιβάλλουν πρόστιμα σε αυτοκίνητα που στάθμευαν παράνομα έξω από το Νοσοκομείο, κάτι που προκαλούσε έντονες διαμαρτυρίες, θυμό, φωνές, ακόμα και φραστικές επιθέσεις από πολίτες. Όπως και ο ΜΕ1 ανέφερε στη μαρτυρία του, και επικαλείται ο ΜΥ2, πολίτες έφθαναν στον σταθμό και έκαναν παράπονα. Έβγαιναν και στο «Κανάλι 6». Έλεγαν, μάλιστα, ότι γίνονταν σκόπιμα από την Αστυνομία, για να εξαναγκαστούν να χρησιμοποιούν τον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης, που είχε πρόσφατα λειτουργήσει έναντι του Νοσοκομείου. Οι καταγγελίες που άκουγε προσωπικά, όπως λέει, του προκαλούσαν «αναστάτωση» και «άγχος». Λόγω της θέσης του, γίνονταν αποδέκτης αγανάκτησης και θυμού του κόσμου, καθημερινά, αφού στο πρόσωπό του ξεσπούσαν εναντίον ολόκληρης της Αστυνομίας. Ο ΜΥ2 επικαλέστηκε το Τεκμήριο 21β, για να πει ότι αυτή η επιστολή, που ο ίδιος έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να σταλεί στον Αρχηγό Αστυνομίας ως «εμπιστευτική», βεβαιώνει ότι ο ίδιος, καθηκόντως, κατά τη σύσκεψη επιθεώρησης, προσπάθησε να θέσει ενώπιον των άμεσα προϊσταμένων του, με τον πλέον ορθό και έντιμο τρόπο, το πρόβλημα που είχε προκληθεί με τις διαμαρτυρίες των πολιτών. Θα απογοητεύονταν, όπως είπε, εάν γνώριζε πως η επιστολή βρέθηκε στην κατοχή του Εναγόμενου 3, καθότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή ή άδεια. Ο ίδιος, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 που όμως άφησε περιθώριο απόκλισης, θεωρεί πως δεν είναι οι δικηγόροι του που την έστειλαν, και ότι δεν είναι τυχαίο που δεν προσκομίστηκε απόδειξη αποστολής της. Εάν έστελνε ο ίδιος την επιστολή, όπως είπε, θα επισύναπτε και το γραπτό σημείωμα. Όμως, όπως φαίνεται από το δημοσίευμα Α, ο δημοσιογράφος είχε πρόσβαση και στο σημείωμα. Αναφέροντας, ο ΜΥ2, πως ο Εναγόμενος 3 μπορεί να την έλαβε από οπουδήποτε αλλού, αλλά όχι από τους δικηγόρους του ή τον ίδιο, άφησε να νοηθεί πως υπήρξε διαρροή μέσα από την υπηρεσία. Παρά τις επαναλαμβανόμενες κατηγορηματικές αρνήσεις του ΜΥ2, δεν φαίνεται να τον απασχόλησε το ποιος κοινολόγησε δεδομένα της υπηρεσίας του, που αναφέρονται και στο πρόσωπό του, στον Τύπο. Εάν υπήρξε διαρροή υπηρεσιακής αλληλογραφίας (σημειώματος του ιδίου, και δεν ενόχλησε τον ΜΥ2, που κατά τα λοιπά επέδειξε ευαισθησία σε θέματα που εγείρουν ζητήματα ήθους), υπήρξε με τρόπο αρκετά υποστηρικτικό προς τον ΜΥ2 και τις θέσεις του. Όπως θα πρέπει να είναι κατανοητό, δεν είναι πολύ πειστική η συνθήκη πως κάποιος άλλος από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 4 (που ο ΜΥ1 λέει πως ήταν οι δικηγόροι του Εναγόμενου 4 και προσκομίζει την επιστολή που κατέχει) ενεργώντας εκ μέρους του Εναγόμενου 4 και από τον Εναγόμενο 4, είχε «συμφέρον» στη δημοσιοποίηση κάποιας εσωτερικής αναταραχής στον σταθμό, με εστίαση σε «καταγγελίες» του Λοχία εναντίον των υπευθύνων του σταθμού (εννοώντας τις προφορικές του αναφορές στη σύσκεψη επιθεώρησης) και τη μετέπειτα μεταχείρισή του, περιλαμβανομένης της μετάθεσής του στο Τρόοδος. Σε χρονικό διάστημα που ο Λοχίας παραπονούνταν και ενδοϋπηρεσιακά πως δεν εξετάζονταν οι «καταγγελίες» του. Ο αναγνώστης των γεγονότων, αναγκαστικά, σκέφτεται, αναπόδραστα θα έλεγα, πως η δημοσιοποίηση της εσωτερικής αναταραχής έγινε προκειμένου να ασκηθούν πιέσεις ή να γίνουν χειρισμοί σχετικά με τις «καταγγελίες» εναντίον των υπευθύνων του σταθμού. Στην ίδια ροή σκέψης, το θέμα του χώρου στάθμευσης δεν φαίνεται να ήταν η βασική έγνοια του Λοχία, που τον ταλαιπωρούσε νυχθημερόν, αλλά και το θέμα αυτό χρησιμοποιήθηκε με τρόπο ώστε να προβληθεί αρνητικά έναντι στη διεύθυνση του σταθμού. Και εξηγούνται οι λόγοι που ενισχύουν αυτή τη συλλογιστική, η οποία συνδέεται με τη διερεύνηση του κατά πόσον υπήρξε ή όχι καλοπιστία κατά την δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, όχι από τον ΜΥ1, αλλά από τον ΜΥ
  45. Αν και, σημειώνεται πως, ο ΜΥ2, ακόμα και κακόπιστος πληροφοριοδότης του δημοσιογράφου να είναι, ο δημοσιογράφος είναι που έχει την ευθύνη του ό,τι συγγράφει και δημοσιεύσει, όχι οι πηγές του, ενώ ο Εναγόμενος 4 δεν ενάγεται για οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή κοινολόγηση πλην των δημοσιευμάτων, και η διαρροή πληροφοριών από την Αστυνομία στον Τύπο δεν είναι ακριβώς επίδικο ζήτημα. Χρειάζεται, όμως, να γίνουν οι αναφορές, για την πληρότητα της εικόνας που έχει το Δικαστήριο. Καταρχάς, να λεχθεί πως οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΥ2, και ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν πιο έντονοι σε σχέση με όσα διαδραματίστηκαν στη σύσκεψη επιθεώρησης και στα εντός της υπηρεσίας τους, παρά σε ό,τι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει σε σχέση με τα γεγονότα, εάν υπήρξε κακοβουλία οποιουδήποτε, αλήθεια, ή συνέργεια του Εναγόμενου
  46. Η σύσκεψη επιθεώρησης έγινε την 08.10.
  47. Η επιστολή (Τεκμήριο 21β) εστάλη την 29.11.
  48. Η σύσκεψη επιθεώρησης, κατά την κοινή αντίληψη, δεν ήταν διαδικασία για να θέσει ο ΜΥ2 υπόψη των άμεσα προϊστάμενών του κάποιο πρόβλημα που παρατήρησε ή που βιώνει ο ίδιος, περιλαμβανομένων της «αναστάτωσης» ή του «άγχους» για το κοινωνικό ζήτημα, που αφήνει υπονοούμενα για το κύρος της Αστυνομίας. Οπότε, λογικό ήταν που στη σύσκεψη επιθεώρησης του ζητήθηκε να προβεί σε σύνταξη αναφοράς, ως το ενδεδειγμένο μέσο αναφοράς ζητημάτων προς τους άμεσα προϊστάμενούς του, με τη δέουσα σοβαρότητα και διακριτικότητα. Ο ΜΥ2 δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του ΜΕ1 πως, την ημέρα πριν από τη σύσκεψη επιθεώρησης, υπήρξε επεισόδιο μεταξύ του Εναγόμενου 4 και συναδέλφων του στον σταθμό σχετικά με την εξυπηρέτηση πολίτη, για το οποίο είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον ΜΕ1· και το οποίο ο ΜΕ1 χειρίστηκε ενδεχομένως με τρόπο που δεν ικανοποίησε τον Εναγόμενο 4, προσθέτοντας σε ό,τι, όπως φαίνεται, ο Εναγόμενος 4 συσσώρευε και σχετίζονταν με τον τρόπο συμπεριφοράς της διεύθυνσης γενικότερα σε συνάρτηση με τις δικές του προσδοκίες, ώστε να ωθηθεί να εκδηλωθεί στη σύσκεψη επιθεώρησης της επομένης εναντίον της διεύθυνσης του σταθμού. Εκεί ενδεχομένως να αισθάνθηκε ασφάλεια να εκφραστεί, ενώπιον όλων. Συνεχίζοντας τη σκέψη ότι το ζήτημα του χώρου στάθμευσης δεν ήταν ό,τι πράγματι ενοχλούσε τον Εναγόμενο 4, ηχεί παράξενα ένας έμπειρος Λοχίας να βιώνει «αναστάτωση» και «άγχος» επειδή οι πολίτες διαμαρτύρονται για τον χώρο στάθμευσης στο Νοσοκομείο ή και ακόμα εάν εκφράζουν παράπονα εναντίον της Αστυνομίας· θα δημιουργούσε εύλογα ερωτηματικά η ανάπτυξη τέτοιων συναισθηματικών εκδηλώσεων. Το ζήτημα του χώρου στάθμευσης ήταν περισσότερο εκείνο με το οποίο θεώρησε ο ΜΥ2 πως μπορεί να αντιμετωπίσει τους υπεύθυνους του σταθμού, τη δεδομένη χρονική στιγμή, για όσα άλλα βίωνε στον σταθμό, ίσως λόγω του τρόπου με τον οποίον εκλαμβάνει ή θέλει να χειρίζεται τα πράγματα, που περιλαμβάνει πάντως ευαισθησία και έντονη ανάγκη επίδειξης ανώτερου ήθους. Τα ίδια που ο ΜΥ2 επιχείρησε να επιδείξει και κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Έπειτα, μάλλον, ο ΜΥ2, εάν είχε την ανάγκη να εκφράσει διαφωνία ή θέση ή εισήγηση σε σχέση με τον χώρο στάθμευσης, που να ενδιαφέρει την Αστυνομία, θα έπρεπε να αρκεστεί στην αναφορά, χωρίς να επιδιώκει και ο ίδιος να διασυνδέσει τα παράπονα των πολιτών για την κατάσταση με τους χώρους στάθμευσης, με τέτοια ευκολία και χωρίς απτά στοιχεία, με διαφθορά στο σώμα της Αστυνομίας, και ιδίως του Υπεύθυνου του σταθμού, συμπαρασέρνοντας και τον Βοηθό Υπεύθυνο του σταθμού (ως μέρος της διεύθυνσης). Ο ΜΥ2 αναφέρει πως έθεσε το πρόβλημα ενδοϋπηρεσιακά, με μόνο γνώμονα να σταματήσει να διασύρεται η Αστυνομία και ο ίδιος· εκφρασμένο κίνητρο που όμως δεν συνάδει με το ευλόγως αναμενόμενο αποτέλεσμα τέτοιων ενεργειών, δημόσιας έκφρασης στη σύσκεψη επιθεώρησης, και αρκετές ημέρες μετά, δημόσιας έκφρασης, - κατά τον ίδιον αγνώστων (αλλά που δεν χρειάζεται και να γίνουν γνωστοί στον ίδιο) - , κατά τρόπο που όμως ενδεχομένως να διασύρει το κύρος της Αστυνομίας, ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Ήταν λογικό, με τον τρόπο που ενήργησε ο ΜΥ2 στη σύσκεψη επιθεώρησης, να διεγείρει τις αντιδράσεις των Εναγόντων, οι οποίοι διασυνδέθηκαν με εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων με τέτοιο επιπόλαιο τρόπο από τον Εναγόμενο
  49. Ενδεχομένως και οι αντιδράσεις των ΜΕ1 και ΜΕ2 έκτοτε να ήταν κάπως εντονότερες από τις αναμενόμενες. Δηλαδή, ανέπτυξαν και οι ίδιοι ενός είδους καταδιωκτική στάση έναντι στον ΜΥ2, όπως φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία τους και τις καταγγελίες και αναφορές που επακολούθησαν και μετά τα δημοσιεύματα, για λόγους που ενδεχομένως να μην χρειάζονταν τόση αμεσότητα ή και ένταση και ετοιμότητα, συνοδευόμενη από επανειλημμένες εισηγήσεις για απομάκρυνση του Λοχία, τον οποίον παρουσίασαν, μέσα από τις διάφορες αναφορές τους, ως μια προβληματική παρουσία. Πυροδότησαν περισσότερο το όλο κλίμα. Εν πάση περιπτώσει, για να τελειώνει κάπου εδώ το ζήτημα με τη σύσκεψη επιθεώρησης, ο Εναγόμενος 4 δεν ενάγεται από τους Ενάγοντες για ό,τι ανέφερε με λόγια στη σύσκεψη επιθεώρησης ή στη μετέπειτα αναφορά του για τα γεγονότα της σύσκεψης επιθεώρησης. Ενάγεται για λίβελο ή και επιζήμια ψευδολογία, εκ των δύο επίδικων δημοσιευμάτων. Η αναφορά στα γεγονότα της σύσκεψης, όπως και στα γεγονότα του χώρου στάθμευσης, ενδιαφέρει μόνον στο πλαίσιο ελέγχου του περιεχομένου των δημοσιευμάτων, σε συνάρτηση με τις υπερασπίσεις των Εναγόμενων, εάν η κατάληξη είναι ότι πρόκειται για δυσφημιστικά δημοσιεύματα. Συμπληρωματικά να λεχθεί και για τα γεγονότα του χώρου στάθμευσης: ο ΜΥ2 αναφέρονταν και στη δίκη στα γεγονότα του χώρου στάθμευσης, που έγιναν προ μηνών από τα δημοσιεύματα, με πάθος, ενδεχομένως αχρείαστα. Και κατά τον χρόνο της σύσκεψης επιθεώρησης, όπως ήταν η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, στην οποία ο ΜΥ2 δεν απαντά ως σε άλλα σημεία της, δεν είχαν γίνει άλλες εξώδικες καταγγελίες από την Αστυνομία. Τα παράπονα των πολιτών, όπως προκύπτει από τη συγκυρία του ότι δεν είχαν γίνει άλλες εξώδικες καταγγελίες μετά τον Μάρτιο του 2013, αλλά και από το Τεκμήριο 20, δεν ήταν οι εξώδικες καταγγελίες· που θα ήταν αναμενόμενες, εάν επρόκειτο για παράνομη στάθμευση. Λογικό θα ήταν και οι εξώδικες καταγγελίες, όταν γίνονταν, να προκαλούσαν αντιδράσεις· όχι επειδή γίνονταν απλώς, ως σε κάθε άλλη περίπτωση που υφίσταται παράνομη στάθμευση, αλλά επειδή γίνονταν υπό την συγκεκριμένη περίσταση της απουσίας επαρκούς δωρεάν χώρου στάθμευσης για τους επισκέπτες, ασθενείς και προσωπικό του Νοσοκομείου, όπου η ανάγκη για στάθμευση (ακόμα και παράνομη) θα μπορούσε να συνδεθεί με ανθρωπιστικό λόγο ή με επιβεβλημένη υποχρέωση (ευρύτερα) του Κράτους (το οποίο εκπροσωπεί και η Αστυνομία) να παρέχει χώρους στάθμευσης. Ήταν το γεγονός ότι θα έπρεπε να πληρώνουν τέλη για τη στάθμευση, χρησιμοποιώντας ιδιωτικό (ή ακόμα και δημόσιο) χώρο στάθμευσης. Να πληρώνουν. Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Το υπονοούμενο της διασύνδεσης με ιδιωτικά συμφέροντα, από την κοινωνική πλευρά, δεν ήταν οι καταγγελίες της Αστυνομίας καθαυτές. Καταγγελίες της Αστυνομίας (ή και των τροχονόμων), ευνόητα, θα πρέπει να γίνονται, αδιάκριτα, σε κάθε παράνομη στάθμευση. Ήταν για τη μη επέκταση των χώρων στάθμευσης του Γενικού Νοσοκομείου. Ενδεχομένως μέσα από κάποια δημόσια διαδικασία (ακόμα κι αν εκείνη κατέληγε στη χρησιμοποίηση του ιδιωτικού χώρου στάθμευσης για δημόσιο σκοπό). Ως σύνολο, τα δεδομένα, της μη επέκτασης των χώρων στάθμευσης και των εξώδικων καταγγελιών (και της Αστυνομίας και των τροχονόμων), θα μπορούσαν να οδηγήσουν έναν αγανακτισμένο πολίτη να σκεφτεί ή να εκφράσει πως πιθανόν να εξυπηρετούνται ιδιωτικά συμφέροντα (για να απαντήσει ο ίδιος στο «γιατί» δεν γίνεται κάτι), ιδίως εάν τέτοιοι συνειρμοί υιοθετούνται σε πολιτικές αντιπαραθέσεις εντός του δημαρχείου, που δημοσιεύονται (Τεκμήριο 20), προκαλώντας τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και προς εκείνη την κατεύθυνση. Ως αξιωματούχος της Αστυνομίας, όμως, ο ΜΥ2, θα έπρεπε να διαθέτει γερό «φίλτρο», να αναμένει τις αντιδράσεις των πολιτών, που ήταν δικαιολογημένες· να τις κατανοεί, μη υιοθετώντας αμελέτητα τους συνειρμικούς ισχυρισμούς περί «διαφθοράς» ως δεδομένα ή θετικούς ισχυρισμούς δικούς του. Να εξηγεί και τη θέση του σώματος που υπηρετεί στους πολίτες, χωρίς κατ' ανάγκη να συνταυτίζεται ή να αποδέχεται προσωπικά κάποια απόφαση ή πρακτική, που δεν ταιριάζει με το προσωπικό σύστημα αξιών του. Ο καθένας έχει το δικό του σύστημα ηθικών αξιών. Αλλά όταν υπηρετεί σε (οποιοδήποτε) σώμα, με κανόνες πειθαρχίας και ιεραρχίας, δεν επιχειρεί να επιβάλει το δικό του, να ξεχωρίσει, να φανεί ο ίδιος «ήρωας» στα μάτια των πολιτών ή ο καλός αστυνομικός, έναντι σε άλλους, κακούς. Μπορεί, ασφαλώς, να εκφράσει τη διαφωνία ή τις απόψεις του, και να εισφέρει στη διαμόρφωση πολιτικών ή αποφάσεων της υπηρεσίας του μέσα από υφιστάμενες διαδικασίες, και με ευκαιρίες που τυχόν δίδονται· να προσπαθεί με υγιείς τρόπους να βελτιώσει τα πράγματα. Η τάση καταφυγής στη δημοσιότητα που αναμφίβολα έδειξε ο ΜΥ2, με την ατυχή εκδήλωσή του (ξέσπασμα) στη σύσκεψη επιθεώρησης, είναι εκείνη που ώθησε τους ΜΕ1 και ΜΕ2 να θεωρήσουν τον ΜΥ2 υπόλογο και για τα επίδικα δημοσιεύματα, σε συνάρτηση με τη χρονική στιγμή τους (μετά τα γεγονότα της σύσκεψης), και το περιεχόμενό τους, που βρίθει λεπτομερειών προς υποστήριξη του Λοχία, και προς άσκηση πιέσεων διερεύνησης «καταγγελιών» εναντίον της διεύθυνσης του σταθμού, με χρήση φράσεων, που όντως διαθέτει και ο ΜΥ2, όπως έδειξε και στο Δικαστήριο, ιδίως μέσα και από την αναφορά του ημερομηνίας 08.10.2013 (Τεκμήριο 22), το περιεχόμενο της οποίας, σχεδόν αυτούσιο, μεταφέρεται στο δημοσίευμα Α, ενώ πρόκειται για υπηρεσιακό έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον ΜΥ2 και δόθηκε προς τον Αρχηγό Αστυνομίας. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόντων, ο ΜΥ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως έλαβε γνώση των δημοσιευμάτων δύο-τρεις ημέρες μετά, ενώ είχε απλώς ακούσει προηγουμένως γι' αυτά. Δεν του άρεσε που ανέφερε ένα εξ αυτών ότι η πειθαρχική δίωξη εναντίον του θα συνεχιστεί, καθότι, όπως είπε, τον εκθέτει. Εξάλλου, όπως είπε, όταν γίνει μια δημοσίευση που αφορά τα εσωτερικά της Αστυνομίας, μπαίνει το «σύστημα αυτοάμυνας», που είναι να πέσει στα μαλακά, να μην διερευνηθεί σωστά, οπότε δεν εξυπηρετούσε τον σκοπό της αναφοράς του (Τεκμήριο 22). Αυτή, όμως, η εκδοχή του ΜΥ2, θα μπορούσε να συνιστά και λόγο για τον οποίον δημοσιοποιήθηκε το θέμα της πειθαρχικής δίωξης του ιδίου, για να πέσει στα «μαλακά». Σκέψη του ΜΥ2 που δείχνει στο Δικαστήριο μεθοδικότητα ή και κατανόηση των τρόπων μεθόδευσης καταστάσεων. Ο λόγος που έκανε την αναφορά εκείνη στην υπηρεσία του (Τεκμήριο 22), όπως είπε ο ΜΥ2, ήταν γιατί δεν του επιτρέπονταν να εκφράσει τις θέσεις του για τον τρόπο λειτουργίας και τις δραστηριότητες του σταθμού, αντιδρούσαν ο Υπεύθυνος και Βοηθός Υπεύθυνος, για να μην ακούγεται, επομένως έκανε αναφορά. Όπως προκύπτει, όμως, από τη λοιπή μαρτυρία, η αναφορά ήταν το αποτέλεσμα της σύσκεψης επιθεώρησης, και του ζητήθηκε. Έπειτα, όπως είναι κατανοητό, ο ίδιος δεν είχε γενικότερα λόγο για τον τρόπο λειτουργίας και τις δραστηριότητες του σταθμού, οπότε, εάν επενέβαινε στα καθήκοντα άλλων, προφανώς θα υπήρχε αντίδραση. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορούσε και ο ΜΥ2, με αναφορές του προς τους προϊστάμενούς του, να εκθέσει τυχόν χρήσιμες απόψεις, χωρίς προσπάθεια να ακουστεί ή να επιβληθεί. Όταν υποδείχθηκε στον ΜΥ2 πως, εφόσον δεν του επιτράπηκε στη σύσκεψη επιθεώρησης να μιλήσει, γιατί διακόπηκε, και του ζητήθηκε αναφορά, οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι στη σύσκεψη, ευλόγως, δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν τα παράπονά του, προσπάθησε να δικαιολογήσει την προηγούμενη αναφορά του στον καθένα που θα μπορούσε να διοχετεύσει πληροφορίες, λέγοντας πως ήταν ούτως ή άλλως στο επίκεντρο των συζητήσεων τους το θέμα. Δεν εξήγησε με σαφήνεια τι πρόλαβε να πει. Εάν είπε, όπως ανέφερε, για άσκηση πίεσης να συμβιβάσει ποινικό αδίκημα, δεν ήταν εκείνο που απασχόλησε και δημοσιογραφικά. Ερωτήθηκε ευθέως, εάν περιήλθε σε γνώση του οποιοσδήποτε από τους παρευρισκόμενους στη σύσκεψη επιθεώρησης να έδωσε πληροφορίες για δημοσίευση, και απάντησε πως δεν γνωρίζει, εάν συνέβαινε πιθανόν να το γνώριζε, πιθανόν και όχι. Τα δημοσιεύματα, όπως είπε, δεν κάνουν ονομαστική αναφορά στον ίδιο, γιατί ήταν πέντε Λοχίες στον σταθμό, αλλά ήταν από τις συζητήσεις και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που αντιλήφθηκε πως αφορούσαν στον ίδιο. Σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του, ο λόγος του δεν ήταν καθόλου πειστικός, ιδίως αν ανέγνωσε τα δημοσιεύματα. Εφόσον αναφέρονται ρητά στην επιστολή των δικηγόρων του και στο δικό του σημείωμα. Και εφόσον, όπως ό ίδιος δέχθηκε στη συνέχεια, δεν έγινε άλλη δίωξη εναντίον άλλου Λοχία. Μεσολάβησε, όμως, μέχρι να απαντήσει τα προφανή, μια έκδηλη προσπάθεια υπεκφυγής του ΜΥ2, απαντώντας ακόμα και πως δεν γνωρίζει το πελατολόγιο του δικηγόρου για να εξάγει εξ αυτού πως αναφέρονταν στη δική του επιστολή. Στην συνέχεια, επιχείρησε να το θέσει πως τα επίδικα δημοσιεύματα εκθέτουν και τον ίδιο, και αναφέρθηκε με ασάφεια και γενικότητα στον τρόπο που του δημιουργήθηκαν αμφιβολίες ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούν στην περίπτωσή του. Όταν ο κύριος Καλλής επέμεινε στον τρόπο διαρροής, ο ΜΥ2 ανέφερε πως εκείνος έστειλε την αναφορά

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.