Αίτηση της πιστώριας ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Αναφορικά με τον ΠΑΥΛΟ ΚΟΚΟΖΙΔΗ, ΑΙΤΗΣΗ ΠΣΑ 20/2022, 16/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. ΑΙΤΗΣΗ ΠΣΑ 20/2022 I-JUSTICE Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 και Αναφορικά με τον ΠΑΥΛΟ ΚΟΚΟΖΙΔΗ από την Πάφο, χρεώστη Αίτηση της πιστώριας ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ημερομηνίας 24.06.2022 για ακύρωση της επαλήθευσης χρέους Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την πιστώτρια: Ξ. Κόκκινου (κα) για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον σύμβουλο αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Για την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας: καμία εμφάνιση Για ενδιαφερόμενο μέρος (χρεώστη): Γ. Χ. Σιαηλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 08.04.2022, εκδόθηκε, κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας δια του Επίσημου Παραλήπτη, προστατευτικό διάταγμα αναφορικά με τον χρεώστη που κατονομάζεται στο τίτλο, διάρκειας 95 ημερών, προκειμένου να γίνουν όλες οι ενέργειες για ολοκλήρωση του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής (ΠΣΑ) με την πιστώτρια, στο καθορισμένο ποσό των €74.183,53, σύμφωνα με τη δήλωση της πιστώτριας. Το προστατευτικό διάταγμα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Την 06.07.2022, η ισχύς του προστατευτικού διατάγματος ημερομηνίας 08.04.2022 παρατάθηκε για επιπλέον 40 ημέρες, για τον ίδιο σκοπό. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, μετά από την έκδοση του προστατευτικού διατάγματος, με επιστολή του ημερομηνίας 15.04.2022, είχε αποταθεί στην πιστώτρια, πληροφορώντας την ότι έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα, ο ίδιος διορίστηκε ως σύμβουλος αφερεγγυότητας, και καλώντας την, μεταξύ άλλων, να επαληθεύσει το χρέος, το αργότερο εντός 35 ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου 65(I)/2015 («Ν.65(Ι)/2015»). Η επιστολή του συμβούλου αφερεγγυότητας ημερομηνίας 15.04.2022 είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιστώτρια, την 19.04.2023, απέστειλε εκτίμηση του ενυπόθηκου ακινήτου, και την 29.04.2023, απέστειλε τα στοιχεία που διέθετε προς επαλήθευση του χρέους. Ωστόσο, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, με επιστολή του ημερομηνίας 09.05.2022 προς την πιστώτρια, απάντησε πως χρειάζεται πρόσθετη μαρτυρία σε σχέση με τον τοκισμό, καθώς και αναλυτική κατάσταση του επιτοκίου, και όλα τα έγγραφα της συμβατικής σχέσης, με επίκληση του άρθρου 43
(8)Ν.65(Ι)/
- Την 12.05.2022, η πιστώτρια απέστειλε στον σύμβουλο αφερεγγυότητας περαιτέρω στοιχεία, προς απόδειξη του χρέους, περιλαμβανομένης αναλυτικής κατάστασης αναφορικά με το επιτόκιο (διακυμάνσεις), και εγγράφων της συμφωνίας. Δεν απέστειλε «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού», εξηγώντας πως το οφειλόμενο ποσό είναι ως στην επαλήθευσή της. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, με επιστολή/απόφασή του ημερομηνίας 13.06.2022, δεν αποδέχθηκε την επαλήθευση ως προς το ύψος του χρέους. Σύμφωνα με την απόφασή του, επειδή δεν είχε σταλεί αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από την πιστώτρια, και αφού έλαβε υπόψη τις θέσεις του χρεώστη περί αντισυμβατικών ή παράνομων χρεώσεων τόκων ή και παράβαση της καλής πίστης ή υποχρεώσεων προσυμβατικής ενημέρωσης ή και ζητήματα κύρους συμβατικών ρητρών ως καταχρηστικών, που εξέθεσε εκτενώς, και λαμβάνοντας υπόψη γενικά τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/1996 και του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999 καθώς και αποφάσεις της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών για εμπορικές πρακτικές της Alpha Bank Cyprus Ltd σε σχέση με συμβάσεις στεγαστικών δανείων, κατέληξε βάσει δικής του αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, πως το πραγματικά οφειλόμενο ποσό προς την πιστώτρια ανέρχεται σε €7.003,
- Η αλληλογραφία και τα στοιχεία αυτά είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιστώτρια, την 23.06.2022, απέστειλε προς τον σύμβουλο αφερεγγυότητας κατάσταση λογαριασμού από την οποία αφαιρέθηκαν ορισμένες χρεώσεις. Και η επιστολή αυτή είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιστώτρια, που διαφωνεί με το καθορισμένο ποσό, την 24.06.2022, υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση, βάσει του άρθρου 43 Ν.65(Ι)/2015, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο τον παραμερισμό της απόφασης του συμβούλου αφερεγγυότητας ημερομηνίας 13.06.2022 με την οποία καθόρισε το ύψος του χρέους σε €7.003,52, την επικύρωση της επαλήθευσης χρέους που απέστειλε η ίδια ημερομηνίας 29.04.2022, ή και τον καθορισμό του ορθού υπολοίπου από το Δικαστήριο. Προσκομίζει όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία και εκθέτει τα προαναφερόμενα γεγονότα. Ισχυρίζεται πως ο υπολογισμός του συμβούλου αφερεγγυότητας εφάρμοσε λανθασμένα τους όρους 5, 7, 16 και 17 της συμφωνίας δανείου. Υπολόγισε καταθέσεις που έγιναν στο δάνειο με την αρχική συναλλαγματική ισοτιμία Ευρώ-CHF, ενώ στη συμφωνία προνοείται κάτι διαφορετικό. Εκτός από το ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι γραπτοί, εξηγήθηκαν και προφορικά στους δανειολήπτες, κυρίως ο συναλλαγματικός κίνδυνος που διατρέχουν από τις διακυμάνσεις του νομίσματος / συναλλάγματος του δανείου, τον οποίον ανέλαβαν πλήρως και σίγουρα αντιλήφθηκαν τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου. Δεν θα προχωρούσαν εξάλλου σε τροποποιητική συμφωνία 10 χρόνια μετά, ούτε θα κατέβαλλαν δόσεις για τόσα χρόνια. Δεν έλαβε υπόψη του τις επιστολές ενημέρωσης του χρεώστη για τις αλλαγές του επιτοκίου. Επρόκειτο για μεταβολές που έγιναν λόγω των αλλαγών στις συνθήκες της αγοράς και στις διακυμάνσεις των διεθνών επιτοκίων. Υπήρχε συμβατικό δικαίωμα. Ένεκα των δυσκολιών που ο χρεώστης αντιμετώπιζε στην αποπληρωμή, και λόγω των προαναφερόμενων αλλαγών στον τοκισμό, την 10.02.2015, υπογράφθηκε τροποποιητική συμφωνία δια της οποίας διαφοροποιήθηκε το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου και δια της οποίας ο χρεώστης αναγνώριζε το μέχρι τότε χρεωστικό υπόλοιπο. Στα έγγραφα των συμφωνιών υπάρχουν δηλώσεις που δεσμεύουν τον χρεώστη, περιλαμβανομένης της δήλωσής του πως είχε συμβληθεί εθελούσια και εγνωσμένα. Έπειτα, ουδέποτε, καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης είχε εκφράσει διαφωνία με το υπόλοιπο ή οποιαδήποτε χρέωση. Οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας των Καταναλωτών, όπως θέτει η πιστώτρια, δεν είναι δεσμευτικές, αλλά δι' αυτών εκφράζεται η γνώμη της. Είναι η θέση της πιστώτριας πως ο σύμβουλος αφερεγγυότητας μετέτρεψε τον εαυτό του σε Δικαστήριο και αποφάσισε το οφειλόμενο ποσό, βασιζόμενος σε λανθασμένα στοιχεία, αυθαίρετα και αντινομικά, χωρίς να έχει εξουσία να το πράξει. Επί της ουσίας, η θέση της πιστώτριας είναι πως ενήργησε με βάση τις συμφωνίες, οι ρήτρες των οποίων δεν είναι καταχρηστικές, και επιχειρηματολογεί επί τούτου. Σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η επαλήθευση στην οποία κατέληξε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, που απέχει κατά πολύ από το οφειλόμενο ποσό, η πιστώτρια θα υποστεί μεγάλη ζημιά. Με ένσταση που καταχωρίστηκε από τον χρεώστη[1], προβάλλεται η θέση πως το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση της πιστώτριας και να επικυρώσει την επαλήθευση του συμβούλου αφερεγγυότητας. Πως, επειδή δεν περιέχεται στη νομική βάση της αίτησης και είναι ελλιπής και η αίτηση έκθετη σε απόρριψη, εφόσον επίσης δεν περιέχει και συγκεκριμένους λόγους παραμερισμού, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Έπειτα, ότι ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ενήργησε ορθά στους υπολογισμούς του, και η πιστώτρια δεν δικαιούται στις θεραπείες που ζητά. Ο χρεώστης, με την ένορκη του δήλωση, δεν διαφωνεί ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας, αλλά υιοθετεί την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως ορθή, περιλαμβανομένων όσων ο ίδιος του ανέφερε, τα οποία επαναλαμβάνει. Με βάση το άρθρο 43 § 11 Ν.65(Ι)/2015, όπως θέτει, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας μπορεί να λάβει υπόψη του τις διατάξεις του Ν.93(Ι)/1996 και του Ν.160(Ι)/
- Όπως έπραξε. Έλαβε υπόψη του, εφόσον δεν θα μπορούσε να αγνοήσει, και τις αποφάσεις του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, χωρίς προσθήκες[2]. Πρόκειται για αντικρουόμενη μαρτυρία ουσίας. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με γραπτές αγορεύσεις, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις ως αυτές προκύπτουν και από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 42 Ν.65(Ι)/2015, μετά την έκδοση προστατευτικού διατάγματος, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, το αργότερο εντός 20 ημερών, δίνει γραπτή ειδοποίηση (με τον καθορισμένο τρόπο) στους καθορισμένους πιστωτές και στους εγγυητές του ενδιαφερόμενου χρεώστη ότι διορίστηκε ως σύμβουλος αφερεγγυότητας από τον χρεώστη για την υποβολή μίας ή περισσότερων προτάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου κατά τη διάρκεια ισχύος του προστατευτικού διατάγματος, για ΠΣΑ, και τέτοια ειδοποίηση συνοδεύεται με την Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων του χρεώστη, και καλεί τους καθορισμένους πιστωτές να επαληθεύσουν τα οφειλόμενα σε αυτούς χρέη από το χρεώστη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 Ν.65(Ι)/2015 και να του υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν τα χρέη του χρεώστη στο πλαίσιο του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 Ν.65(Ι)/
- Σύμφωνα με το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/2015, καθορισμένος πιστωτής επαληθεύει το οφειλόμενο σε αυτόν χρέος εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Η επαλήθευση γίνεται δια ένορκης δήλωσης πιστωτή που επιβεβαιώνει το χρέος. Η ένορκη δήλωση καθορισμένου πιστωτή περιλαμβάνει λεπτομέρειες αναφορικά με, ή/και συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού που αποδεικνύει τις λεπτομέρειες του χρέους ή/και τις αποδείξεις πληρωμών, εάν υπάρχουν. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δύναται, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο, να ζητήσει την προσαγωγή δικαιολογητικών αναφορικά με οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του χρέους αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Τα έξοδα επαλήθευσης του οφειλόμενου στον καθορισμένο πιστωτή χρέους, περιλαμβανομένων των εξόδων της εξασφάλισης οποιωνδήποτε εγγράφων ή μαρτυρίας που απαιτείται από το σύμβουλο αφερεγγυότητας, επιβαρύνουν τον πιστωτή, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εξετάζει κάθε επαλήθευση και τους λόγους του χρέους, και, το αργότερο εντός 5 ημερών από την παραλαβή της επαλήθευσης χρέους από τον πιστωτή, αφότου διαβουλευτεί και με το χρεώστη, είτε αποδέχεται, είτε απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την εν λόγω επαλήθευση είτε απαιτεί περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξή της και κοινοποιεί την απόφασή του γραπτώς στους πιστωτές. Σε περίπτωση απόρριψης, εν όλω ή εν μέρει, της επαλήθευσης, αναφέρει στον καθορισμένο πιστωτή τους λόγους για την απόρριψη. Οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία του καθορισμένου πιστωτή προς υποστήριξη της επαλήθευσης χρέους, προσκομίζεται στο σύμβουλο αφερεγγυότητας τα αργότερο εντός 5 ημερών από την γνωστοποίηση της εν λόγω απαίτησης, και ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, εντός 5 ημερών από την παραλαβή της περαιτέρω μαρτυρίας από τον πιστωτή είτε αποδέχεται, είτε απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την εν λόγω επαλήθευση. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του συμβούλου αφερεγγυότητας και οποιουδήποτε καθορισμένου πιστωτή αναφορικά με την επαλήθευση οποιουδήποτε χρέους, αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Δικαστήριο, μετά από αίτηση είτε του συμβούλου αφερεγγυότητας είτε του σχετικού πιστωτή που καταχωρίζεται εντός 15 ημερών το αργότερο από την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(8). Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου καταχωρίζεται αίτηση δυνάμει του εδαφίου
(9), επιλαμβάνεται της υπόθεσης το συντομότερο δυνατό και αποφασίζει κατά πόσο θα επικυρώσει ή θα ακυρώσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ή κατά πόσο θα διαφοροποιήσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση χρέους και η απόφαση του Δικαστηρίου θεωρείται δεσμευτική και τελεσίδικη. Η καταχώριση αίτησης δυνάμει του άρθρου 43 § 9 Ν.65(Ι)/2015 δεν αναστέλλει κατά τα άλλα τη διαδικασία έγκρισης ΠΣΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 16 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2016 («ΔΚ»), η δυνάμει του άρθρου 43 § 9 Ν.65(Ι)/2015 υποβολή αίτησης επαλήθευσης χρέους στο Δικαστήριο, γίνεται διά κλήσεως, στον Τύπο 1 του Δεύτερου Παραρτήματος και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου που αιτείται την επαλήθευση χρέους ή εκπροσώπου του, όπου αυτό εφαρμόζεται, στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα και οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η αίτηση επαλήθευσης χρέους, και την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση χρέους. Η αίτηση επαλήθευσης χρέους, καταχωρίζεται το αργότερο εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Συμβούλου Αφερεγγυότητας αναφορικά με την επαλήθευση του χρέους στους πιστωτές ή/και σε οποιονδήποτε εγγυητή. Η αίτηση επαλήθευσης χρέους επιδίδεται στον σύμβουλο αφερεγγυότητας ή/και στο σχετικό καθορισμένο πιστωτή ή/και σε οποιοδήποτε εγγυητή του εν λόγω χρέους, ανάλογα με την περίπτωση, και ορίζεται για ακρόαση από το Δικαστήριο, εντός το αργότερο είκοσι 21 ημερών από την καταχώριση της. Ένσταση στην αίτηση από οποιοδήποτε μέρος στη διαδικασία δύναται να καταχωριστεί στον Τύπο 4 του Πρώτου Παραρτήματος, πριν την ακρόαση της αίτησης, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του προσώπου που καταχωρίζει την Ένσταση στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα και οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση. Κατά την ακρόαση της αίτησης επαλήθευσης χρέους, το Δικαστήριο δύναται να απαιτήσει οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις ή πληροφορίες από τους διαδίκους καθώς επίσης και την προσκόμιση οποιωνδήποτε περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων ως προς το επίδικο χρέος. Οι πρόσθετες πληροφορίες ή οποιαδήποτε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του προσώπου από το οποίο αυτές ζητούνται, σε προθεσμίες που καθορίζει το Δικαστήριο. Μετά την ακρόαση της αίτησης επαλήθευσης χρέους, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο θα επικυρώσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ή θα την ακυρώσει ή κατά πόσο θα διαφοροποιήσει την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ως προς την επαλήθευση του χρέους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 § 10 Ν.65(Ι)/
- Ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου κοινοποιεί στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, στον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, στο σχετικό καθορισμένο πιστωτή ή σε οποιονδήποτε εγγυητή, όπου αυτό εφαρμόζεται, την απόφαση του Δικαστηρίου. Καταρχάς, η αίτηση υποβλήθηκε από καθορισμένο πιστωτή, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 15 ημερών από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, περιέχει στη νομική της βάση το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/2015 και συνάδει με τον Τύπο 1 του Δεύτερου Παραρτήματος των ΔΚ, χωρίς ουσιώδεις αποκλίσεις, και το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει στην εξέτασή της, εφόσον παραδεκτά υποβάλλεται. Δεν υπάρχει έλλειψη στη νομική βάση της αίτησης που να επιδρά καταλυτικά στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει την αίτηση, η οποία αντλείται απευθείας από το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/
- Η διαδικασία του άρθρο 43 § 1 Ν.65(Ι)/2015 είναι διαδικασία αναφοράς στο Δικαστήριο κατά την οποία το Δικαστήριο αναθεωρεί την απόφαση επαλήθευσης που λαμβάνει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ώστε να την επικυρώσει, να την ακυρώσει ή να την τροποποιήσει (judicial review). Ισχύουν οι ίδιες αρχές ως σε κάθε διαδικασία αναφοράς αναθεωρητικής φύσης. Όπως προκύπτει από το άρθρο 43 § 1 Ν.65(Ι)/2015 και τον Κανονισμό 16 ΔΚ, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας και ο πιστωτής είναι αναγκαία μέρη στη διαδικασία αναθεώρησης από το Δικαστήριο της επαλήθευσης, για έγκριση (όταν την αίτηση υποβάλλει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας) ή ακύρωση (όταν την αίτηση υποβάλλει ο πιστωτής). Ο χρεώστης κατέστη μεν ενδιαφερόμενο μέρος από την πιστώτρια, αλλά ο λόγος της δεν αναπληρώνει τον δικονομικό λόγο του συμβούλου αφερεγγυότητας. Δεν είναι αντιπαραθετική αυτή η διαδικασία, ενώ η πιστώτρια φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας πάσχει. Ο αναθεωρητικός έλεγχος διενεργείται, λαμβάνοντας αναγκαστικά υπόψη τη δικονομική απουσία του συμβούλου αφερεγγυότητας και την παράλειψη εκπλήρωσης βασικά της υποχρέωσής του έναντι στο Δικαστήριο να εφοδιάσει ο ίδιος το Δικαστήριο με όλα τα στοιχεία που διαθέτει για τους σκοπούς της επαλήθευσης και με πλήρως αιτιολογημένη απόφασή του, για να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασής του. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 43 Ν.65(Ι)/2015, όταν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας «επαληθεύει χρέος», ενεργεί ό,τι και ο εκκαθαριστής σε διαδικασία εκκαθάρισης[3] ή ο παραλήπτης και διαχειριστής σε διαδικασία πτώχευσης[4], στις διαδικασίες των οποίων η επαλήθευση (prove) σημαίνει την προσκόμιση από τον πιστωτή στοιχείων για την απόδειξη της αλήθειας του χρέους, ότι πρόκειται για μια γνήσια απαίτηση. Εξετάζει τις λεπτομέρειες του χρέους (particulars of debt / details of claim), δηλαδή πώς και πότε προέκυψε. Εξετάζοντας το «έδαφος» του χρέους, μπορεί οι περιστάσεις να είναι τέτοιες που να χρειάζεται να μην αρκεστεί στο ότι υπάρχει δικαστική απόφαση ή παραδεδεγμένος λογαριασμός[5], να προχωρήσει πίσω από αυτά, όπως και το Δικαστήριο, κατά την αναθεώρηση. Όταν προσκομίζεται επαρκής απόδειξη σχετικά με την ύπαρξη του χρέους και την αξία του, εάν δεν υφίσταται συγκεκριμένη μαρτυρία που να διαψεύδει τις αποδείξεις ή να οδηγεί λογικά προς άλλη κατεύθυνση, δεν έχει λόγο ο σύμβουλος αφερεγγυότητας να μην αποδεχθεί την επαλήθευση ως υποβάλλεται. Ειδάλλως, όπως ο νόμος ορίζει, θα πρέπει να αιτιολογήσει (με πλήρη και δέουσα αιτιολογία) την απόφασή του να μην δεχθεί την επαλήθευση ολικά ή μερικά (ακόμα και με την ιδιάζουσα θέση που έχει στον Ν.65(Ι)/2015). Για να μην αποδεχθεί την επαλήθευση, πρέπει να ακούσει τον χρεώστη και τον πιστωτή και να προβεί σε προηγούμενη έρευνα των ενώπιον του δεδομένων, ώστε να μπορεί να λάβει αιτιολογημένη απόφαση. Το Δικαστήριο, αναθεωρώντας την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας, δεν περιορίζεται στο να εξετάσει εάν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας ενήργησε ορθά με βάση τον Νόμο ως προς τη διαδικασία επαλήθευσης[6], αλλά εισέρχεται στην ουσία, στην έκταση που μπορούσε να εισέλθει και ο σύμβουλος αφερεγγυότητας· εξ ου και μπορεί να τροποποιήσει την απόφασή του, ζητώντας πρόσθετα στοιχεία. Ως Δικαστήριο, μπορεί να λαμβάνει υπόψη του τις διατάξεις άλλων νόμων, περιλαμβανομένου του νόμου που διέπει τις καταχρηστικές ρήτρες. Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, όπως προκύπτει από το άρθρο 43 Ν.65(Ι)/2015, κατ' επέκταση και το Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασής του επί της επαλήθευσης, δεν επιλύουν άλλες διαφορές ουσίας μεταξύ του χρεώστη και του πιστωτή. Όπου οι ενδείξεις είναι ότι υφίστανται τέτοιες διαφορές ουσίας μεταξύ τους που πρέπει να επιλυθούν και να αποφασιστούν από Δικαστήρια αγωγής ή άλλα, ευλόγως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή χωρίς κανονική και πλήρη δίκη η θέση της μίας πλευράς ή της άλλης, του χρεώστη ή του πιστωτή, ιδίως εάν τέτοια προοπτική προκαλεί προφανή αδικία. Τέτοιες ενδείξεις, δυνατόν να υφίστανται όταν εγείρονται, για παράδειγμα, ζητήματα δόλου, αμέλειας, ή σχετικά με το κύρος των συμφωνιών, ή νομικά ζητήματα, που ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δεν μπορεί να τα εξετάσει απλώς ως «λεπτομέρειες χρέους» για σκοπούς επαλήθευσης. Δυνατόν να δημιουργούν αίρεση σχετικά με την ύπαρξη ή την αξία του χρέους. Σε τέτοια περίπτωση, η προσέγγιση δεν μπορεί να είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιεί τη διαδικασία της επαλήθευσης χρέους μέσω ΠΣΑ, προκειμένου να αποφύγει μια κανονική διαδικασία δικαστικής απόδειξης, όπου εκείνη χρειάζεται, επιβάλλοντας τη δική του θέση. Η δε παρεμβολή του Δικαστηρίου αναθεωρητικά στο στάδιο αυτό δεν δίδει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διεξάγει, ταχέως και κατά προτεραιότητα, δίκη, ως σε αγωγή για το τραπεζικό χρέος, για να διαπιστώσει τις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας (λόγου χάριν εάν και τι εξηγήθηκε προσυμβατικά στον χρεώστη, κ.λπ.), ή το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου μέσα από αμφισβητούμενη μαρτυρία και αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τα πράγματα. Στην πτωχευτική νομοθεσία, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να κηρύξει το χρέος μη δυνάμενο να επαληθευτεί σε πτώχευση. Δεν αποκλείεται και στη νομοθεσία που διέπει την αφερεγγυότητα, ένα χρέος να μην μπορεί να επαληθευτεί σε διαδικασία ΠΣΑ. Σε άλλες περιπτώσεις, η επαλήθευση ίσως να μπορεί να εκταθεί έως τον βαθμό που δείχνουν τα ενώπιον του συμβούλου αφερεγγυότητας στοιχεία αναφορικά με το χρέος και είναι εφικτή (που στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσαν να ήταν τα στοιχεία που προσκόμισε η πιστώτρια), με δυνατότητα αναπροσαρμογής, εάν η αξία του χρέους καθοριστεί (λ.χ. μειωθεί) διαφορετικά μέσα από άλλη (κατάλληλη) διαδικασία. Έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο σε συνάρτηση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας και κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, εντοπίζονται οι εξής, κατά τη γνώμη μου, αδυναμίες, που εκφράζουν συνδυαστικά και όπως φαίνεται δικαιολογούν τους λόγους που αποτάθηκε στο Δικαστήριο η πιστώτρια: Ενώ ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έλαβε, όπως είπε, τη θέση του χρεώστη ότι υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες στη δανειακή σύμβαση ή σε σχέση με την προσυμβατική ενημέρωση ή άλλες, χωρίς προηγουμένως να θέσει υπόψη της πιστώτριας τις θέσεις αυτές, για να ακουστεί επί αυτών, ζήτησε περαιτέρω στοιχεία από την πιστώτρια που καθόρισε ο ίδιος ως «αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού» με την οποία να γίνει προσαρμογή του επιτοκίου που εφαρμόστηκε με βάση τη δανειακή σύμβαση χωρίς τροποποιήσεις που έκρινε εκ προοιμίου ως άκυρες επειδή ήταν μονομερείς, χωρίς συνάρτηση της κρίσης του αυτής με το ίδιο το περιεχόμενο των συμβατικών όρων, και αυτών σε συνάρτηση με το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων. Ενήργησε και ζήτησε πρόσθετα στοιχεία που εμπεριέκλειαν δηλαδή την προαπόφαση, στη βάση μόνον των λεγομένων του χρεώστη (ο οποίος δεν φαίνεται να του είχε προσκομίσει κάποια δική του κατάσταση λογαριασμού που να αποτυπώνει τον τρόπο λειτουργίας της συμβατικής σχέσης των μερών) ότι η δανειακή σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες που δεν εφαρμόζονται ή ότι η Τράπεζα ακολούθησε αθέμιτες πρακτικές. Δεν ενήργησε μεν με ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα, συνθήκη που συναρτάται άλλωστε και με την ιδιάζουσα θέση του συμβούλου αφερεγγυότητας στον Ν.65(Ι)/2015, αλλά και ο τρόπος που ενήργησε δεν είναι ενδεικτικός καλοπιστίας. Αναδύει έντονα εξυπηρέτηση των συμφερόντων του χρεώστη, να επιβληθούν οι δικές του θέσεις (μείωση της αξίας του χρέους από το ποσό των €74.183,53, που θεωρεί η πιστώτρια ως οφειλόμενο, στο ποσό των €7.003,52), αδιάφορα από τις θέσεις της πιστώτριας. Είναι σημαντικό να τύχει υπόμνησης, αλλά και έμφασης, πως, όταν ο σύμβουλος αφερεγγυότητας (όπως και ο παραλήπτης και διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής στα πλαίσια της πτωχευτικής νομοθεσίας) καλεί τον πιστωτή να προσκομίσει στοιχεία ή να παράγει έγγραφα στο πλαίσιο της επαλήθευσης της απαίτησής του, δεν θα πρέπει να είναι με σκοπό να απομειώσει την απαίτησή του, αλλά για να την αποδείξει, στην αξία που υποβάλλεται. Τα στοιχεία που ζήτησε από την πιστώτρια ο σύμβουλος αφερεγγυότητας («αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού»), πέραν του ότι ήταν ασαφή, δεν ήταν για έλεγχο των λεπτομερειών του χρέους για τους σκοπούς της επαλήθευσης, αλλά για να καθορίσει ο ίδιος επιτακτικά, εκ μέρους του χρέωστη, μια πολύ μειωμένη αξία για το χρέος, για να επιτύχει «κούρεμα χρέους». Ενδεχομένως για να μπορεί να το αντιμετωπίσει μέσα από ΠΣΑ και να καταστεί σύντομα φερέγγυος, αλλά δεν φαίνεται κάτι τέτοιο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν του ότι γενικευμένα ο ρόλος του ΠΣΑ δεν είναι το «κούρεμα χρεών». Ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έλαβε απόφαση σε σχέση με το κύρος συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών ή πρακτικών (λ.χ. σε σχέση με τη ρήτρα για τον τρόπο τοκισμού της συμφωνίας ή την ισοτιμία) ή και συμφωνιών και την εφάρμοσε όχι μόνον χωρίς προηγούμενη ακρόαση της πιστώτριας, αλλά και χωρίς να εξουσιοδοτείται από τον νόμο να πράξει κάτι τέτοιο (όπως το Δικαστήριο μπορεί). Μη έχοντας ενδεχομένως και τις νομικές γνώσεις να το επιχειρήσει. Δεν προσκομίστηκε ανάμεσα στα υπό εξέταση στοιχεία κάποια απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου με τα οποία να αναγνωρίζεται πρόβλημα κύρους είτε συγκεκριμένων συμβατικών ρητρών είτε συγκεκριμένης συμφωνίας είτε πρακτικής στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης. Ο ίδιος δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο με κάποια διαδικασία. Η γενική επίκληση αποφάσεων του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών, που δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, δεν αναφέρεται ούτε σε συγκεκριμένους όρους της συγκεκριμένης δανειακής σύμβασης υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης (ποιος είναι ο χρεώστης, πώς συνάφθηκε η συμφωνία, τι σημαίνει προδιατυπωμένη συμφωνία - η χρήση προτύπων εγγράφων σε έκταση υποβοήθησης επαγγελματικής πρακτικής σε οποιονδήποτε χώρο δεν συνιστά κατ' ανάγκη «προδιατύπωση» που στερεί εκ προοιμίου τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης, κ.λπ.), και δεν ήταν αρκετή για να θεωρηθεί από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας το σύνολο των αποδείξεων που προσκόμισε η πιστώτρια σε σχέση με την ύπαρξη και το ύψος του χρέους (συμβάσεις, ειδοποιήσεις και κατάσταση λογαριασμού) μη ικανοποιητικό. Ήταν κινούμενη σε ένα θεωρητικό, γενικό και αόριστο πλαίσιο, που δεν μπορούσε ο σύμβουλος αφερεγγυότητας να αγγίξει, ως μη ειδικός και αρμόδιος σε θέματα διάγνωσης συμβατικού κύρους. Έναντι στο ότι η ύπαρξη των έγγραφων συμβάσεων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε (η προέλευση και ο τρόπος δημιουργίας του χρέους), και ο χρεώστης δεν προσκόμισε ο ίδιος κάποια κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει διαφορετικό χρεωστικό υπόλοιπο, και η πιστώτρια προσκόμισε και στοιχεία σε σχέση με τον τοκισμό, δεν δικαιολογείτο η σχεδόν καθολική απόρριψη της επαλήθευσης της πιστώτριας ή και επιλογή ενός κατά πολύ χαμηλότερου ποσού ως οφειλόμενου. Δεν έχει υποδειχθεί πώς ο σύμβουλος αφερεγγυότητας εξουσιοδοτείται με βάση τον νόμο, για τους σκοπούς της διαδικασίας ΠΣΑ, να ενεργεί παράλληλα και ως ο οικονομικός σύμβουλος ή ο εμπειρογνώμονας του χρεώστη, καταρτίζοντας για λογαριασμό του καταστάσεις λογαριασμού, προς αντιδικία με την πιστώτρια ή και ταυτιζόμενος με τον χρεώστη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας δεν απέρριψε την επαλήθευση της πιστώτριας πέραν του ήμισυ στη βάση των δικών της στοιχείων που προσκόμισε για την απόδειξη της απαίτησής της, αλλά στη βάση των δικών του στοιχείων, που παρήγαγε ο ίδιος, απομειώνοντας αυθαίρετα την απαίτηση της πιστώτριας. Δεν προκύπτει από την απόφασή του πως η αξία στην οποία κατέληξε είναι η υπολογιζόμενη αξία (estimated value), επειδή το χρέος, για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να καθοριστεί επακριβώς (contingent debt), η δε διαφορά από την απαίτηση που υποβλήθηκε είναι τέτοια που δεν δικαιολογείται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία. Τα πιο πάνω αρκούν για να θεωρήσει το Δικαστήριο την απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας ακυρωτέα. Το Δικαστήριο δεν έχει επαρκή στοιχεία ενώπιον του για να καθορίσει το χρέος με τροποποίηση της απόφασης του συμβούλου αφερεγγυότητας. Επιπλέον, φαίνεται πως η έκταση της διαφοράς είναι τέτοια, επί θεμάτων ουσίας (κύρος συμφωνιών ή και συμβατικών ρητρών και πρακτικών, σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης), που, εάν ο χρεώστης επιμένει σε τέτοια αμφισβήτηση, το ΠΣΑ, προδήλως, δεν είναι η κατάλληλη διαδικασία απόδειξης, καθότι θα πρέπει να διεξαχθεί πλήρης δίκη, να αξιολογηθεί δικαστικά μαρτυρία, τέτοια διαδικασία που δεν είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε αναθεωρητική διαδικασία από το Δικαστήριο του ΠΣΑ. Η πιστώτρια έχει επιτύχει να αποδείξει πως η απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας πάσχει. Έναντι στα δεδομένα που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πιστώτρια, δεν μπορούν, οποιοσδήποτε λόγος ένστασης του χρεώστη και τα στοιχεία που εκείνος παρέθεσε, να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα περί ορθότητας και νομιμότητας της, ώστε να είναι εφικτή η επικύρωσή της. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου η απόφαση του συμβούλου αφερεγγυότητας σχετικά με την επαλήθευση, ημερομηνίας 13.06.2022, ακυρώνεται. Έπεται πως, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας θα πρέπει να επανεξετάσει την επαλήθευση της πιστώτριας. Στο πλαίσιο της επαλήθευσης και για τους σκοπούς της, δανειακές συμβάσεις η ακυρότητα των οποίων δεν έχει αναγνωριστεί δικαστικά και δεν έχουν ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, θα πρέπει να θεωρηθούν από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας έγκυρες και δεσμευτικές. Όσον αφορά τα έξοδα, παρότι τα έξοδα της επαλήθευσης και εξέτασης μαρτυρίας για σκοπούς επαλήθευσης βαρύνουν κατά κανόνα την πιστώτρια, με βάση τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις σε σχέση με τις ενέργειες του συμβούλου αφερεγγυότητας, δεν δικαιολογείται επιβάρυνση της πιστώτριας με έξοδα, υπό τις περιστάσεις. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, επιστρέφοντας και ακολουθώντας τον συνήθη κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να επιβαρύνουν την περιουσία του χρεώστη, και δίδονται οδηγίες να προστεθούν από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας στο χρέος του χρεώστη προς την πιστώτρια. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τον νόμο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η ένσταση που καταχωρίστηκε φέρεται ως ένσταση μόνον από τον Καθ' ου η αίτηση
- [2] Βλ. και Κανονισμός 5 ΔΚ. [3] Άρθρο 251 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- [4] Άρθρο 34 § 5, άρθρο 37, Δεύτερο Παράρτημα, περί Πτώχευσης Νόμος Κεφ.5 [5] Mutatis mutandis λ.χ. Re Van Laun, ex p Chatterton [1907] 2 KB 23, CA, Re Lupkovics, ex p Trustee v Freville [1954] 2 All ER
- [6] Mutatis mutandis λ.χ. Re Kentwood Construction Ltd [1960] 2 All ER 655n, Re Trepca Mines Ltd [1960] 3 All ER 304n, CA. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο