← Κύπρος

GEORGE MARAS CONSTRUCTIONS - DEVELOPERS LTD ν. ΜΑΡΙΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 1456/2015, 15/5/2023

GEORGE MARAS CONSTRUCTIONS - DEVELOPERS LTD ν. ΜΑΡΙΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 1456/2015, 15/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1456/2015 GEORGE MARAS CONSTRUCTIONS - DEVELOPERS LTD Ενάγουσα v. 1. ΜΑΡΙΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ 2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Στ. Κ. Στυλιανού Για τους Εναγόμενους: Ι. Μιχαλάκη για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία, με την αγωγή της, αξιώνει ποσό που ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι της οφείλουν βάσει σύμβασης πώλησης ακινήτου. Ειδικότερα, με συμφωνία ημερομηνίας 18.01.2008, η Ενάγουσα πώλησε στους Εναγόμενους υπό ανέγερση κατοικία σε τεμάχιο γης της που περιγράφεται στην αγωγή, έναντι συνολικού τιμήματος €273.376,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., που οι Εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στην Ενάγουσα σταδιακά, €51.000,00 με την υπογραφή, €51.000,00 με την περάτωση του σκελετού, €51.000,00 με την περάτωση των τούβλων, €34.000,00 με την περάτωση των σοβαντισμάτων, €34.000,00 με την περάτωση των πατωμάτων, €17.000,00 με την ολοκλήρωση των μπογιατισμάτων και €18.376,00 με την παράδοση του ακινήτου στους Εναγόμενους και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από την 18.01.2009. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως, ενώ περάτωσε και παρέδωσε την κατοικία στους Εναγόμενους, που την παρέλαβαν, περί την 06.11.2009, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν ολόκληρο το συμφωνημένο ποσό. Ειδικότερα, παραμένει οφειλόμενο, από την δόση ολοκλήρωσης των μπογιατισμάτων, το ποσό των €6.240,00, και από την δόση παράδοσης της κατοικίας, ολόκληρο το ποσό των €18.376,00, που δίδουν σύνολο οφειλής €24.616,00. Όταν απαιτήθηκε η πληρωμή, με σχετική επιστολογραφία, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν, προβάλλοντας πως υπήρχαν παραλείψεις και κακοτεχνίες που δεν επιδιορθώθηκαν, παρόλο που είχαν ελέγξει την κατοικία κατά την παραλαβή της. Με το δικόγραφό τους, οι Εναγόμενοι, δεν αρνούνται ότι αγόρασαν από την Ενάγουσα υπό ανέγερση κατοικία και ότι οι ίδιοι κατέβαλαν συνολικά το ποσό των €248.760,00 σε διάφορες ημερομηνίες. Ήταν, όπως αναφέρουν, ρητός ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι η κατοικία θα παραδίδονταν σε άριστη κατάσταση και χωρίς προβλήματα, ότι η μεταβίβασή της θα γίνονταν στα ονόματα των Εναγόμενων «εντός τεσσάρων μηνών» ειδάλλως θα καταβάλλονταν νόμιμοι τόκοι για όσο καιρό υφίσταται καθυστέρηση, ότι το υπόλοιπο θα καταβάλλονταν με την παράδοση και όχι αργότερα από την 18.01.2009, ενώ η Ενάγουσα θα υπέγραφε οποιαδήποτε αναγκαία έγγραφα, σχέδια και αιτήσεις. Η Ενάγουσα, όπως είναι η θέση των Εναγόμενων, κατά παράβαση της συμφωνίας, παρέδωσε με καθυστέρηση το ακίνητο, γεγονός που επηρέασε τους Εναγόμενους στην προσωπική τους ζωή. Όταν παραδόθηκε, διαπιστώθηκαν κακοτεχνίες και παραλείψεις, για τις οποίες αναγκάστηκαν να ζητήσουν τις υπηρεσίες ανεξάρτητου πραγματογνώμονα την 17.10.2017, ώστε να υπολογίσει το ποσό αναπροσαρμογής, στις €16.060,84. Στις κακοτεχνίες ή παραλείψεις, η Ενάγουσα θέτει: την καθυστέρηση στην έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας λόγω παράβασης των οικοδομικών αδειών· υγρασίες στους τοίχους της τραπεζαρίας και του καθιστικού· χρήση λανθασμένης μεθοδολογίας και υλικών κατασκευής της ξύλινης κεκλιμένης οροφής· απώλεια υδάτων από την υγρομόνωση της οριζόντιας οροφής κατά τη βροχόπτωση με αποτέλεσμα τη δημιουργία ζημιών στις σπάτουλες και τον χρωματισμό των ταβανιών και των τοίχων των υπνοδωματίων στον όροφο· και την παράλειψη τοποθέτησης προνοιών και διασωληνώσεων για εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης. Ενώ οι Εναγόμενοι είχαν απαιτήσει την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών ή και την άρση των παραλείψεων, και η Ενάγουσα υπόσχονταν να το πράξει, εν τέλει, παρέλειψε. Εξ ου και οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να εξασφαλίσουν ανεξάρτητη πολεοδομική μελέτη την 25.01.2018, τα ευρήματα της οποίας καταγράφουν, και βάσει των οποίων ισχυρίζονται πως θα λάβουν ελαττωματικό τίτλο. Ανταπαιτούν αναγνωριστική απόφαση ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό, €16.060,84 για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών ή παραλείψεων, €1.856,00 πλέον Φ.Π.Α. για ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, €1.800,00 πλέον Φ.Π.Α. για την πολεοδομική μελέτη, €650,00 πλέον Φ.Π.Α. για την πραγματογνωμοσύνη, και αποζημιώσεις. Η Ενάγουσα, με το απαντητικό της δικόγραφο, αρνείται τις θέσεις των Εναγόμενων, λέγοντας πως όλοι οι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας περιλήφθηκαν στο έγγραφο, και δεν υπήρχαν εξυπακουόμενοι όροι. Οι Εναγόμενοι εμποδίζονται λόγω συμπεριφοράς ή εγγράφων να θέτουν όσα στο δικόγραφό τους περί καθυστέρησης ή κακοτεχνιών και παραλείψεων, εφόσον εξέτασαν την ανεγερθείσα κατοικία όταν την παρέλαβαν, καθώς γνώριζαν και τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του ακινήτου. Η κατοικία ανεγέρθηκε σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και καλότεχνα και ουδέποτε οι Εναγόμενοι είχαν διαμαρτυρηθεί για οποιοδήποτε πρόβλημα, αλλά ήγειραν για πρώτη φορά το θέμα με επιστολή των δικηγόρων τους το 2015. Ουδέποτε η Ενάγουσα έλαβε γνώση ή υποσχέθηκε για κάποια επιδιόρθωση. Δεν υπήρξαν ανακολουθίες ή παρατυπίες ή παραβάσεις σχετικά με τους όρους των οικοδομικών αδειών για το όλο έργο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κατοικία των Εναγόμενων, και εν πάση περιπτώσει, τα δικαιώματα των Εναγόμενων δεν επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε θα λάβουν ελαττωματικό τίτλο. Η Ενάγουσα θεωρεί τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων σκέψεις εκ των υστέρων, για να αποφύγουν την εξόφληση του συμβολαίου τους. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει τι ακριβώς περιλάμβανε η συμφωνία των δύο πλευρών και εάν βάσει της συμφωνίας αυτής, που είναι γραπτή, υπήρξε μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος, που δημιουργεί συμβατικά δικαιώματα στο άλλο, ή που απολήγει σε παράβαση, που δίδει δικαίωμα αποζημίωσης σε οποιοδήποτε εξ αυτών. Ειδικότερα, όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας, που ενάγει ως πωλήτρια, θα πρέπει να αποφασιστεί εάν υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, εκ του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, ή εάν βάσει της ίδιας σύμβασης, εξαλείφεται ή μειώνεται η οφειλή του τιμήματος πώλησης, για οποιονδήποτε λόγο. Όσον αφορά την ανταπαίτηση των Εναγόμενων εναντίον της Ενάγουσας, που ενάγεται ως η κατασκευάστρια εταιρεία, θα πρέπει να αποφασιστεί εάν υπάρχουν παραλείψεις ή κακοτεχνίες, που ζημιώνουν τους Εναγόμενους, και δημιουργούν δικαίωμα αποζημίωσης. Διαδικασία Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η σειρά παρουσίασης της μαρτυρίας ήταν με βάση τη Δ.33,κ.9(c)(ii)(
  2. b)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Η Ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία της αναφορικά με την απαίτηση δια του κύριου Γεώργιου Μάρα (ΜΕ1), ο οποίος αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των Εναγόμενων. Οι Εναγόμενοι παρουσίασαν τη μαρτυρία τους αναφορικά με την υπεράσπιση και την ανταπαίτησή τους δια των κυρίων Κώστα Παπαλεοντίου (ΜΥ1), Νίκου Γερολέμου (ΜΥ2), Κώστα Δαμιανού (ΜΥ3), Χαράλαμπου Αναγιωτού (ΜΥ4) και Παναγιώτας Γεωργίου (Εναγόμενης 2) (ΜΥ5), που αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία της αναφορικά με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγόμενων για τις κακοτεχνίες και τεχνικές παραλείψεις δια των κυρίων Γιώργου Γεωργίου (ΜΕΥ1) και Γεώργιου Μάρα (ΜΕ1), που αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόμενων. Το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο σε πρακτικά, που τηρήθηκαν. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών είναι επίσης σε κείμενη μορφή στον φάκελο της διαδικασίας. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρεται στα δικόγραφα, στη μαρτυρία και στην επιχειρηματολογία, και γενικά στον φάκελο της διαδικασίας, στην πλήρη τους μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή λεπτομερής αναφορά. Μαρτυρία και εξέταση Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Μαρτυρία ειδικής γνώμης δυνατόν να ακουστεί, εφόσον είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, που μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας, μόνον από εμπειρογνώμονες, δηλαδή από άτομα που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για να εκφέρουν τέτοια ειδική γνώμη. Το προσόν της εμπειρογνωμοσύνης μπορεί να προκύπτει από την εξειδικευμένη μόρφωση ή κατάρτιση ή και την επαγγελματική πείρα ή και την ικανότητα πρόσβασης σε δεδομένα μη προσιτά σε όλους και κατανόησης εξειδικευμένων εννοιών και ζητημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μαρτυρία γνώμης συνιστά μαρτυρία γεγονότων βάσει των οποίων σχηματίζεται συμπέρασμα ή γνώμη για ένα θέμα εξειδικευμένο. Σε κάθε περίπτωση, η ειδική γνώμη αξιολογείται ως προς τη βασιμότητα ή την εγκυρότητά της όπως και η μαρτυρία γεγονότων ως προς την αλήθεια τους, με κριτήρια που δεν δίδονται εξαντλητικά, όμως θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πληρότητα της αιτιολογίας ή στον βαθμό μελέτης, και άλλα, έχοντας υπόψη και πως το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι, ενεργώντας κατά κανόνα με ανεξάρτητο και αντικειμενικό τρόπο, να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές ή εξειδικευμένες πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, και ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας τις πληροφορίες στα γεγονότα της υπόθεσης που αποδεικνύονται, να σχηματίσει την κρίση του[3]. Όταν υπάρχει αμφισβήτηση του νοήματος της συμφωνίας, χρήζει ερμηνείας. Η πρόθεση ή βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι αυτή που δείχνουν οι εκφρασμένες λέξεις, παρά εκείνη που προκύπτει από τις ανέκφραστες επιθυμίες, και εντοπίζεται με βάση το κείμενο, εκ του νοήματος των λέξεων. Όπως υποδεικνύεται μέσα από πλούσια νομολογία[4], ερμηνεία είναι ο καθορισμός του νοήματος που το έγγραφο θα μπορούσε να μεταδώσει σε έναν λογικό άνθρωπο που γνωρίζει ό,τι ευλόγως θα γνώριζαν και τα συμβαλλόμενα μέρη, και βρίσκεται στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης. Τυχόν εμπορικός χαρακτήρας της σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη, οπότε, όταν ένας όρος επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, υιοθετείται η ερμηνεία που συνάδει με την κοινή επιχειρηματική λογική, απαντώντας στο ερώτημα τι θα κατανοούσε ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει, εάν αυτός διέθετε το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο και βρισκόταν στην ίδια θέση με τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο της σύμβασης. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται ο λογικός άνθρωπος δεν δίνεται αφηρημένα και αόριστα, αλλά σε μια συγκεκριμένη ολότητα, που περιλαμβάνει οτιδήποτε (σχετικό) θα μπορούσε να έχει επιδράσει στον τρόπο με τον οποίον η γλώσσα του εγγράφου, ως διαμορφώθηκε, θα μπορούσε να τύχει κατανόησης. Δεν περιλαμβάνονται οι προσυμβατικές διαπραγματεύσεις, ούτε οι διακηρύξεις των προθέσεων. Το νόημα που αναζητείται δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το νόημα των λέξεων στα λεξικά. Είναι αυτό που τα μέρη, χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις, ευλόγως θα κατανοούσαν ότι σημαίνει. Ο προαναφερόμενος κανόνας αντανακλά τη θέση πως, όταν τα μέρη μπαίνουν στη διαδικασία να διατυπώσουν γραπτώς ό,τι συμφώνησαν, δεν γίνονται με ευκολία λάθη. Η πρωταρχική πηγή για να καταστεί κατανοητό τι εννόησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν είναι το συνηθισμένο νόημα των λέξεων, επομένως, όταν δεν υπάρχει ασάφεια στο νόημα, αυτό ισχύει, οπουδήποτε κι αν οδηγεί. Εάν διαπιστώνεται ότι συνέβη λάθος όσον αφορά τη γλώσσα ή τη χρήση της, δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να δώσει στα μέρη πρόθεση που δεν θα μπορούσαν να έχουν[5]. Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας μια σύμβαση, δεν θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική ή συμβατική θέση οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους[6], δεν θα παράγει τη σύμβαση με βάση ό,τι νομίζει πως ήθελαν τα μέρη κατά τον χρόνο σύναψής της, αν και μπορεί να διαγνώσει τη βούληση των μερών μέσα από τη διερεύνηση του πλαισίου ή μέσα από την ίδια να «διορθώσει» δια ερμηνείας προφανή λάθη (χωρίς να πλάθει τη σύμβαση). Όταν οι όροι μιας συμφωνίας τέθηκαν γραπτώς, δεν επιτρέπεται η εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence) για να αντικρούσει ή να διαφοροποιήσει το περιεχόμενό της (parol evidence rule). Ωστόσο, η εξωγενής μαρτυρίας μπορεί να είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της ερμηνείας, όταν υπάρχει πραγματικά αμφίβολο ή ασαφές νόημα[7] ή όταν δημιουργείται αντίφαση με το νόημα της ίδιας λέξης ή φράσης που περιέχεται σε άλλο έγγραφο που συνεξετάζεται[8] ή όσον αφορά τη σημασία τεχνικών όρων, για τη διάγνωση, τέλος πάντων, του πλαισίου, αλλά και τούτο υπό δύο εξαιρέσεις (που επαναφέρουν τον κανόνα). Η πρώτη εξαίρεση αφορά στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και στη διάγνωση των προθέσεων των μερών. Οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μπορούν, όμως, να εισαχθούν στη μαρτυρία, για την απόδειξη ότι ένα γεγονός είναι σχετικό και εμπίπτει στο πλαίσιο που ήταν γνωστό στα μέρη[9] ή για την απόδειξη του ότι τα μέρη έχουν προσδώσει σε συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις συγκεκριμένο (διαφορετικό από το συνηθισμένο) νόημα ("private dictionary rule")[10] ή ότι υπάρχει προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μερών μη προπαρασκευαστική της υπό κρίση συμφωνίας και εφόσον η προσκόμιση της μαρτυρίας είναι ουσιαστική[11], σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε η μαρτυρία αυτή (όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχεται το Δικαστήριο) να διαχωρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μη επιτρεπτή μαρτυρία που τυχόν αφορά στο τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά στη συμπεριφορά των μερών μετά την υπογραφή της σύμβασης. Μπορεί να προσκομιστεί, όμως, μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία ή για την έγερση κωλύματος (estoppel), αλλά όχι για να αλλοιωθεί το αρχικό νόημα της σύμβασης. Δίδονται περαιτέρω ερμηνευτικές οδηγίες, που συνοψίζονται εγκυκλοπαιδικά[12]: Οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται σύμφωνα με τη φύση των περιστάσεων ή το πρόσωπο· σε περίπτωση αμφιβολίας, οι λέξεις στο λειτουργικό μέρος της σύμβασης ερμηνεύονται υπό το φως του λοιπού μέρους της σύμβασης· όταν μια λίστα συγκεκριμένων πραγμάτων ή μια συναφής τάξη ακολουθείται από γενικές λέξεις, τεκμαίρεται ότι οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται υπό το φως των προηγούμενων ειδικών· όταν συγκεκριμένο πρόσωπο, δικαίωμα ή πράγμα περιλαμβάνεται στη σύμβαση, ενδεχομένως να ενδείκνυται πρόθεση εξαίρεσης οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δικαιώματος ή πράγματος· σε συμβάσεις που καταρτίζουν άτομα χωρίς ειδικές γνώσεις, δεν υπάρχει τεκμήριο κατά του πλεονασμού· η διατύπωση των προνοιών υπερτερεί έναντι της διατύπωσης των επικεφαλίδων· οι εμπορικές συμβάσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την πρακτική και τα έθιμα των εμπόρων, νοουμένου ότι αυτά δεν είναι αντίθετα με το περιεχόμενο της σύμβασης· όταν είναι διατυπωμένες σε σταθερές φόρμες, χρήζουν και ομοιόμορφης ερμηνείας· οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του νοήματος των λέξεων και του νοήματος των εικόνων, επιλύνεται υπέρ του νοήματος των λέξεων· τεκμαίρεται ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποια συμβατική πρόνοια για να βασίσει δική του αντισυμβατική συμπεριφορά. Ο κανόνας "contra proferentem" ή "verba fortius accipiuntur contra proferentem" (οι λέξεις πρέπει να ερμηνεύονται κυρίως εναντίον εκείνου που τις χρησιμοποιεί), κατά την παλαιά Doe d Davies v Williams

(1788)1 Hy Bl 25, επίσης, προκύπτει από το αμφίβολο νόημα των προνοιών μιας σύμβασης. Έχει την έννοια ότι η ερμηνεία, σε τέτοια περίπτωση, τείνει να είναι εις βάρος εκείνου που επιχειρεί να βασιστεί στην αμφίβολη πρόνοια, προκειμένου να εξουδετερώσει κάποια βασική υποχρέωσή του ή ένα νόμιμο καθήκον επιμέλειας που έχει ανεξάρτητα από τη σύμβαση. Έχει, επίσης, την έννοια ότι η ερμηνεία τείνει να είναι εναντίον και του μέρους που επιχείρησε την ένταξή της (κατόπιν ερμηνείας) αμφίβολης πρόνοιας στη συμφωνία, δηλαδή εναντίον του συντάκτη της[13]. Τι συμφωνήθηκε και τι εκπληρώθηκε Σχετική με το τίμημα πώλησης που απαιτεί η Ενάγουσα, βάσει της σύμβασης πώλησης, ήταν η μαρτυρία του ΜΕ1 και της Εναγόμενης 2 (ΜΥ5), ενώ σε αυτό το μέρος θα εξεταστεί και η μαρτυρία του ΜΥ3, όπως και οι θέσεις των Εναγόμενων περί μη έγκαιρης εκπλήρωσης σχετικά με την παράδοση και τη μεταβίβαση, ως θέσεις υπεράσπισής τους στην απαίτηση για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης, αλλά και ως θέσεις ανταπαίτησής τους για αποζημιώσεις. Ο ΜΕ1, διευθυντής της Ενάγουσας, ανέφερε ενόρκως ό,τι και στο δικόγραφο της η Ενάγουσα. Προσκόμισε το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1), που δεν αμφισβητήθηκε, και μαρτυρήθηκε και από την ΜΥ5, πως συνιστά τη γραπτή συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1, η Ενάγουσα ασχολείται με τις αναπτύξεις ακινήτων και οικοδομών. Το ενδιαφέρον των Εναγόμενων ήταν για την κατοικία AJ4 (κατοικία 4), που περιλαμβάνονταν σε ενιαία ανάπτυξη έξι κατοικιών, στο Κολόσσι, που ανεγείρονταν επί τεμαχίου γης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, τα πλήρη στοιχεία του οποίου αναφέρονται. Ως προς το αντικείμενο της αγοραπωλησίας, επίσης, δεν υπάρχει διαφωνία, ήταν η κατοικία AJ4 (κατοικία 4) που κατ' εκείνο τον χρόνο ήταν υπό ανέγερση από την Ενάγουσα. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, που υπογράφθηκε την 18.01.2008, οι Εναγόμενοι αγόρασαν την μη υφιστάμενη, μελλοντική κατοικία, έναντι τιμήματος €273.376,00, που θα καταβάλλονταν σταδιακά. Τα στάδια αποπληρωμής του συμφωνημένου τιμήματος συνδέθηκαν με τα στάδια ανέγερσης της κατοικίας, μέχρι την παράδοσή της στους Εναγόμενους ολοκληρωμένης, σε κατάσταση που να μπορεί να κατοικηθεί. Κατά την παράδοση στους Εναγόμενους, θα εξοφλούνταν και ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα πώλησης. Δεν θα παρέμενε οποιοδήποτε υπόλοιπο συνδεόμενο με την πράξη ή με τον χρόνο της μεταβίβασης. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το γεγονός πως οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το συνολικό ποσό €248.760,
  1. Επίσης, συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι Εναγόμενοι παρέλαβαν τελικά ολοκληρωμένη την πωλούμενη κατοικία. Η διαφορά μεταξύ του ποσού που πληρώθηκε από τους Εναγόμενους και του ποσού που συμφωνήθηκε να πληρωθεί, ανέρχεται στο ποσό των €24.616,20, η πληρωμή του οποίου απαιτήθηκε από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 2). Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώνουν τις υποσχέσεις τους, εκτός εάν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση, με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου[14]. Οι Εναγόμενοι, εάν δεν έχουν απαλλαχθεί ή εξαιρεθεί από την εκτέλεση της συμβατικής τους υποχρέωσης να αποπληρώσουν το συμφωνημένο τίμημα πώλησης, θα πρέπει να το αποπληρώσουν. Ο εργολάβος υποχρεούται να ολοκληρώσει τις εργασίες που αναλαμβάνει έως μια καθορισμένη ημερομηνία ή εντός καθορισμένης περιόδου από την έναρξη των εργασιών, κι αν δεν έχει καθοριστεί χρόνος, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η καθορισμένη ημερομηνία μπορεί να αδρανοποιείται είτε με συμφωνία είτε με παραίτηση από την πλευρά του ιδιοκτήτη του έργου. Τι είναι «εύλογο» χρονικό διάστημα, είναι ζήτημα πραγματικό, που εξαρτάται από τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Σε περιπτώσεις καθυστέρησης, ο εργοδότης δυνατόν να μην μπορεί να ανακτήσει δική του ζημιά βάσει της σύμβασης, ενώ ο ιδιοκτήτης του έργου δυνατόν να μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για πραγματική ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί εξαιτίας της καθυστέρησης, αποδεικνύοντας την αιτιώδη συνάφειά της με την καθυστέρηση. Δεδομένου ότι ο χρόνος μπορεί να μην είναι ουσιαστικός, η αδυναμία ολοκλήρωσης των εργασιών έως την καθορισμένη ημερομηνία μπορεί να μην δικαιολογεί, από μόνη της, καταγγελία της σύμβασης. Ο χρόνος μπορεί να καθίσταται ουσιαστικός με ρητές λέξεις στη σύμβαση ή με την επίδοση ειδοποίησης που καθορίζει εύλογο χρόνο για ολοκλήρωση. Ο καθορισμένος χρόνος, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι εύλογος. Ο χρόνος δεν είναι ουσιαστικός, εάν υπάρχουν όροι που δεν συνάδουν με αυτό, όπως, για παράδειγμα, διατάξεις για αποζημιώσεις σε περίπτωση καθυστέρησης, ή για παράταση του χρόνου. Ο ΜΕ1 ισχυρίζεται πως η παράδοση της κατοικίας έγινε την 06.11.2009, ενώ η ΜΥ5 ισχυρίζεται πως η παράδοση έγινε τον Σεπτέμβριο του
  2. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3(η) του Τεκμηρίου 1, η εξόφληση θα γίνονταν κατά την παράδοση. Διευκρινίζεται στο κείμενο (με χρήση του «δηλαδή») πως παράδοση σημαίνει την κατοίκηση του ακινήτου από τους Εναγόμενους, και σε εκείνο το σημείο προσδιορίζεται ο χρόνος, όχι αργότερα από την 18.01.
  3. Με αυτό τον τρόπο, το κείμενο αφήνει να νοηθεί πως η παράδοση του πωλούμενου ακινήτου, στον βαθμό που αφορά την εκπλήρωση από την Ενάγουσα σημαίνει την προσφορά του προς τους Εναγόμενους σε κατοικήσιμη κατάσταση, που θα γίνονταν πριν από την 18.01.
  4. Η παράδοση προϋποθέτει την ολοκλήρωση των εργασιών, για τις οποίες δεν προβλέπονται επιμέρους χρονικά στάδια. Πέρα από την κάπως μεγάλη διάσταση των δύο πλευρών ως προς τον χρόνο παράδοσης (η Ενάγουσα το 2009, οι Εναγόμενοι το 2011), ως γεγονός, έγινε η παράδοση, εκπληρώθηκε από την Ενάγουσα η συγκεκριμένη συμβατική υποχρέωση. Με φυσικότητα και ειλικρίνεια δέχθηκε ο ΜΕ1 πως η παράδοση δεν έγινε πριν από την 18.01.2009, ωστόσο, κατά τη θέση του, δεν υπήρξε κάποια καθυστέρηση, με τον τρόπο που το εννοεί η ΜΥ5, εφόσον μόλις ολοκληρώθηκε η κατοικία, παραδόθηκε. Και ο λόγος του ΜΕ1, όμως, σε σχέση με τον χρόνο παράδοσης, δεν ήταν τόσο πειστικός, ότι η παράδοση έγινε τον Ιούνιο του
  5. Αυτός αντιτίθεται στη μαρτυρία του ΜΕΥ1, ότι η κατοικία περατώθηκε περίπου τον Φεβρουάριο του
  6. Σε κάθε περίπτωση, η μη έγκαιρη παράδοση, που με αναφορά στην 18.01.2009 μόνον φαίνεται να υπήρξε, δεν συνδέεται, στο Τεκμήριο 1, με οποιονδήποτε τρόπο, με το ύψος του τιμήματος πώλησης. Το τίμημα πώλησης είναι το αντάλλαγμα στην αξία του πράγματος, της κατοικίας, που αγόρασαν οι Εναγόμενοι από την Ενάγουσα. Δεν εξαιρούνται οι Εναγόμενοι από την υποχρέωσή τους να πληρώσουν ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα πώλησης, σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του ακινήτου. Από αυτή την οπτική, ανεξαρτήτως του πότε έγινε η παράδοση του πωλούμενου ακινήτου στους Εναγόμενους, οι Εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην Ενάγουσα τη συμφωνημένη αξία του. Κατ' ακρίβεια, όφειλαν να αποπληρώσουν το τίμημα πώλησης κατά τον χρόνο της παράδοσης. Παρόλο που η Ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει το ακίνητο στους Εναγόμενους, εάν δεν λάμβανε ταυτόχρονα το συμφωνημένο τίμημα πώλησης[15], προέβη στην παράδοση του ακινήτου, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε εγκατάλειψη του δικαιώματός της να απαιτήσει και την πληρωμή του συμφωνημένου τιμήματος, με βάση τη συμφωνία. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, ο χρόνος παράδοσης καθορίστηκε στο Τεκμήριο 1 με αναφορά στα στάδια αποπληρωμής του συμφωνημένου τιμήματος, και η τήρησή του προφανώς εξαρτάται από την εκτέλεση προηγούμενων, αμοιβαίων συμβατικών υποχρεώσεων, με τη σειρά ή την τάξη που προβλέπονται ρητά[16]. Για παράδειγμα, θα πρέπει να ολοκληρωθούν τα μπογιατίσματα από την Ενάγουσα και να καταβληθεί και το ποσό των €17.000,00 από τους Εναγόμενους, που προβλέπεται για εκείνο το στάδιο, έχοντας εκπληρώσει και όλα τα προηγούμενα, για να υποχρεούται η Ενάγουσα να παραδώσει το ακίνητο στους Εναγόμενους, και ταυτόχρονα οι Εναγόμενοι να υποχρεούνται να εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό. Η συνεχής αντιστοιχία των αμοιβαίων συμβατικών υποχρεώσεων μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων (ανέγερση/δόση), σε συνάρτηση με την έλλειψη μαρτυρίας ως προς το τι ακριβώς προηγήθηκε της παράδοσης, δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπεράσματος ότι η Ενάγουσα, όντως, δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση για παράδοση «έγκαιρα», αποκλειστικά και μόνον εκ του γεγονότος ότι δεν παρέδωσε πριν από την 18.01.2009, αλλά παρέδωσε σε μεταγενέστερο χρόνο. Εάν ο χρόνος παράδοσης ήταν ορισμένος με τον τρόπο που περιλήφθηκε στο Τεκμήριο 1, και ουσιώδης όρος της συμφωνίας, κατά τρόπο που η παράλειψη παράδοσης μέχρι την 18.01.2009 να συνιστά λόγο ακύρωσης της συμφωνίας, κατ' επιλογή των Εναγόμενων, ως γεγονός, δεν ακυρώθηκε οποτεδήποτε. Ούτε και ζητείται ακύρωσή της. Στη συνέχεια, οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν την παράδοση σε άλλον χρόνο (αδιάφορα προς το παρόν ποιον, πάντως μεταγενέστερο της 18.01.2009), χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία πως γνωστοποίησαν στην Ενάγουσα με κάποιον τρόπο πρόθεση αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης, οφειλόμενης στην Ενάγουσα. Ο λόγος των Εναγόμενων, δια της ΜΥ5, συναρτήθηκε αποκλειστικά με την 18.01.
  7. Ωστόσο, ο ΜΕ1 προσκόμισε δέσμη με τις αποδείξεις των πληρωμών που έγιναν από τους Εναγόμενους έναντι του συμφωνημένου τιμήματος (Τεκμήριο 5), από την οποία φαίνεται πως οι πλείστες των πληρωμών είχαν γίνει μετά από την 18.01.
  8. Οι αποδείξεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 5, που συνάδουν και με τις αναφορές της ΜΥ5, δεν συνδέονται γενικότερα με τα στάδια πληρωμής που προβλέπει η παράγραφος 3 του Τεκμηρίου 1, κατά τρόπο που να μπορεί να καταστεί εύρημα πως, ενώ οι Εναγόμενοι ήταν συνεπείς και εκτέλεσαν πλήρως τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις (την πληρωμή του τιμήματος πώλησης), η Ενάγουσα παρέλειψε να εκτελέσει αντίστοιχη δική της συμβατική υποχρέωση, παράδοσης του πωλούμενου. Απεναντίας, οι Εναγόμενοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ΜΕ1 και ΜΥ5, και τις αποδείξεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 5, μέχρι την 18.01.2009, πλήρωσαν μόνον €51.000,00 (ποσό η πληρωμή του οποίου προβλέπονταν κατά την υπογραφή της σύμβασης, την 18.01.2008). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στον λόγο της ΜΥ5, περί μη «έγκαιρης» παράδοσης, και για άλλους λόγους, πέραν του ότι συναρτάται αποκλειστικά με την 18.01.2019 ενώ οι Εναγόμενοι, μέχρι τότε, αποδεδειγμένα (Τεκμήριο 5), μα και αντιφατικά όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ίδιας της ΜΥ5, δεν είχαν καταβάλει τίμημα πώλησης αντίστοιχο της υποχρέωσης παράδοση. Στο Τεκμήριο 3, επιστολή των δικηγόρων των Εναγόμενων, μετά την απαίτηση πληρωμής από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 2) το 2015, έγγραφο που δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται αναφορά σε παράδοση «1 χρόνο μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης» (Ιανουάριο του 2010), ενώ η ΜΥ5 αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της σε Σεπτέμβριο του
  9. O MEY1, πολιτικός μηχανικός που μετείχε στην επίβλεψη του έργου, ανέφερε πως οι εργασίες ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2009 και ολοκληρώθηκαν περί τον Φεβρουάριο του 2010, μαρτυρία που συνάδει και με τα Τεκμήρια 5 και 3, αλλά διαψεύδει αμφότερους τους ΜΕ1 και ΜΥ5 επί τούτου του θέματος, που και οι δύο, με επιμονή, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, υποστήριξαν ο μεν ότι παρέδωσε τον Ιούνιο του 2009 και η δε ότι θα έπρεπε να παραλάβει τον Ιανουάριο του 2009 (μίαν ανύπαρκτη κατοικία). Βεβαίως, o ΜΕΥ1 δεν γνωρίζει πότε παραδόθηκε η κατοικία στους αγοραστές, αλλά προφανώς παραδόθηκε μετά την περάτωσή της. Για το πότε άρχισαν και πότε περατώθηκαν οι εργασίες στην κατοικία των Εναγόντων αποδεκτή είναι η μαρτυρία του ΜΕΥ
  10. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι η καθυστέρηση στην έναρξη των οικοδομικών εργασιών, κατ' επέκταση και στην περάτωση της κατοικίας και στην παράδοσή της, ήταν υπαίτια, για λόγους που οφείλονται σε ενέργειες ή παραλείψεις της Ενάγουσας. Πέραν του ότι δεν προσκομίστηκε συγκεκριμένη μαρτυρία για επιφύλαξη δικαιώματος αποζημίωσης κατά την παράδοση, λόγω καθυστέρησης, ο λόγος της ΜΥ5 δεν ήταν πειστικός και ως προς κάποια ζημιά των Εναγόμενων, σχετική με τον χρόνο παράδοσης. Επικαλέστηκε, η ΜΥ5, πως, επειδή οι Εναγόμενοι μεταξύ τους είχαν συνάψει γάμο και δεν παραδόθηκε «έγκαιρα» η κατοικία, αναγκάστηκαν να μένουν χωριστά και να επέλθει και ρήξη στη σχέση τους. Γενικός και αόριστος ο ισχυρισμός, μα ταυτόχρονα έκδηλη η υπερβολή του. Εάν οι Εναγόμενοι συνήψαν γάμο, θα μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν, να διαμένουν μαζί, σε άλλο ακίνητο. Ο κλονισμός της σχέσης τους πιθανόν να οφείλεται σε οποιονδήποτε λόγο που σχετίζεται με τους ίδιους. Δεν αρνήθηκε, η ΜΥ5, κατά την αντεξέτασή της, πως μέχρι την ολοκλήρωση της κατοικίας, ο διευθυντής της Ενάγουσας τους είχε παραχωρήσει και διαμέρισμα στον Ύψωνα για να διαμένουν, προσπαθώντας να βοηθήσει το νέο ζευγάρι, αλλά, και πάλι, δεν διέμεναν μαζί, γιατί ο Εναγόμενος 1 έμενε στη μητέρα του, ενώ δεν τους βόλευε και η τοποθεσία, λόγω της εργασίας τους. Όταν ερωτήθηκε, κατά την αντεξέτασή της, πιο επίμονα επί αυτού, απαντούσε με γενικότητα, για την ευκολία του δρόμου, εάν διέμεναν αλλού. Εάν ήταν ουσιώδης όρος να λάβουν την κατοικία πριν από την 18.01.2009 (αν και δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από το Τεκμήριο 1), εφόσον δεν την παρέλαβαν μέχρι τότε και δεν είχαν αποπληρώσει το συμφωνημένο τίμημα (παρά πλήρωσαν μόνον €51.000,00, η πληρωμή των οποίων είχε συμφωνηθεί με την υπογραφή της συμφωνίας), θα μπορούσαν να προβούν σε ακύρωση της συμφωνίας, και να αγοράσουν άλλην, έτοιμη για χρήση. Τα γεγονότα όμως, που φαίνονται μέσα από το Τεκμήριο 5, που δεν συνάδει με τις διάφορες θέσεις της ΜΥ5 περί υποτιθέμενης αντίδρασής της στην καθυστέρηση, είναι πως συνέχισαν να καταβάλλουν ποσά, σε μεταγενέστερες ημερομηνίες που καλύπτουν χρονική περίοδο αρκετών μηνών, και δεν υπήρξε συγκεκριμένη αντίδρασή τους (no further action) που να δηλώνει μη αποδοχή της κατάστασης. Εν τέλει, η Ενάγουσα τους παρέδωσε το ακίνητο που αγόρασαν, ενώ δεν είχαν αποπληρώσει το τίμημα πώλησης· και το παρέλαβαν. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν διαφαίνεται να υπήρξε μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης σε σχέση με τον χρόνο παράδοσης του πωλούμενου ακινήτου, ως προβλέπεται ο χρόνος εκπλήρωσης της παράδοσης στο Τεκμήριο 1 (αμοιβαία συμβατική υποχρέωση, με προβλεπόμενη σειρά τάξης), απλώς και μόνον επειδή το πωλούμενο ακίνητο παραδόθηκε μετά από την 18.01.
  11. Ο χρόνος, ως προβλέφθηκε στο Τεκμήριο 1, δεν κατέστη ουσιώδης όρος λειτουργίας της συμφωνίας, και σε κάθε περίπτωση συνδέεται με την υποχρέωση των Εναγόμενων να καταβάλουν στην Ενάγουσα ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα πώλησης της κατοικίας που παρέλαβαν, ενώ εν τέλει την παρέλαβαν σε άλλον χρόνο από την 18.01.2009, κατά τρόπο που δεν τους αφήνει περιθώριο αξίωσης αποζημίωσης για ζημιά λόγω καθυστέρησης παράδοσης[17], πέραν του ότι δεν προσκομίστηκε και αποδεκτή μαρτυρία για τέτοια ζημιά. Οι Εναγόμενοι αναφέρονται και στην καθυστέρηση στη μεταβίβαση του τίτλου του ακινήτου, που μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής, δεν είχε γίνει. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, η Ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει τον τίτλο της κατοικίας στους Εναγόμενους, εφόσον εξοφληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης (όρος 4γ). Η υποχρέωση της Ενάγουσας να μεταβιβάσει δεν ενεργοποιείται, εάν δεν εξοφληθεί πρώτα ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα πώλησης («εφόσον»). Στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένες τις αναφορές των ΜΕ1 και ΜΥ5 πως δεν υπήρξε εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας να μεταβιβάσει τον τίτλο του ακινήτου στους Εναγόμενους[18]. Η εξόφληση του συνόλου του τιμήματος, στο Τεκμήριο 1, όπως προαναφέρθηκε, συνδέθηκε με τον χρόνο της παράδοσης. Εφόσον παραδίδονταν το πωλούμενο ακίνητο στους Εναγόμενους, θα έπρεπε και να είχε εξοφληθεί. Θα θεωρούνταν ότι ανήκει στους Εναγόμενους κατά κυριότητα, με αυτή την ύπαρξη του πωλητηρίου συμβολαίου (που με βάση τον νόμο κατατίθεται στο Κτηματολόγιο και φαίνεται η εγγραφή) και την παράδοση της φυσικής κατοχής του ακινήτου, προς πλήρωση των βασικών στοιχείων της κυριότητας του. Οι Εναγόμενοι, από την παράδοση και μετέπειτα, θα όφειλαν τους φόρους του, και η Ενάγουσα θα διατηρούσε την υποχρέωση, ως τυπικά η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του όλου τεμαχίου, να υπογράφει αιτήσεις ή έγγραφα, κ.λπ.. Από το σύνολο της συμφωνίας, δεν προκύπτει πως η έκδοση και μεταβίβαση του ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας (title deed), αναδείχθηκε συμβατικά ως λόγος που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μη πληρωμή του τιμήματος πώλησης ή οποιουδήποτε μέρους του. Οι Εναγόμενοι δεν εξαιρούνται από την συμβατική υποχρέωσή τους να πληρώσουν ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα πώλησης της κατοικίας που έλαβαν από την Ενάγουσα, επειδή δεν διενεργήθηκε η πράξη της μεταβίβασης του τίτλου της, μέχρι στιγμής. Εάν ήθελαν να κατακρατήσουν κάποιο ποσό από το τίμημα πώλησης για τον χρόνο της μεταβίβασης, θα μπορούσαν απλώς να το προβλέψουν στη συμφωνία τους. Δεν προβλέπεται όμως κάτι τέτοιο. Όταν η ΜΥ5 ερωτήθηκε, κατά την αντεξέτασή της, πού αναφέρεται το δικαίωμά της να κατακρατήσει ποσό μέχρι να διευθετηθούν τα θέματα που έχει θίξει σε σχέση με την τιτλοποίηση, δεν ήταν σε θέση να παραπέμψει στη συμφωνία του Τεκμηρίου
  12. Επειδή ο χρόνος μεταβίβασης, ως εκτίθεται στη συμφωνία (Τεκμήριο 1), σε συνάρτηση με την πρόνοια περί νόμιμων τόκων από το «υπαίτιο μέρος» αποτέλεσε την αφορμή να ισχυριστούν οι Εναγόμενοι καθυστέρηση στη μεταβίβαση, και να προσκομίσουν και τη μαρτυρία του ΜΥ3, δια της οποίας ο ΜΥ3 προσπαθεί να υπολογίσει τέτοιους νόμιμους τόκους, ας σημειωθούν και τα εξής: Καταρχάς, ο χρόνος εκτέλεσης της συμβατικής υποχρέωσης της μεταβίβασης δεν προβλέπεται στη συμφωνία ανεξάρτητα από τις λοιπές πρόνοιες της, και δεν έχει το νόημα πως η Ενάγουσα υποχρεούται να μεταβιβάσει τον τίτλο του πωλούμενου στους Εναγόμενους εντός 4 μηνών, είτε ανεγερθεί είτε όχι, και είτε εξοφληθεί είτε όχι. Υπάρχουν αντίθετες συμβατικές πρόνοιες. Για την αναφορά σε «4 μήνες», ο ΜΕ1 διευκρίνισε πως είναι τυπογραφικό λάθος, θέση που ενισχύεται εκ του όλου περιεχομένου της συμφωνίας, που αφορά σε υπό ανέγερση κατοικία σε ενιαία ανάπτυξη, για την οποία ήταν δεδομένο πως δεν υφίστατο ξεχωριστός τίτλος (εφόσον δεν ολοκληρώθηκε), ενώ προβλέπεται και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την παράδοση/εξόφληση (που προϋποτίθεται για την μεταβίβαση). Την εκδοχή αυτή ενισχύει και η μαρτυρία του ΜΕΥ1, ο οποίος απέκλεισε ακόμα και τη θεωρητική δυνατότητα να ολοκληρωθεί μια οικοδομή σε 4 μήνες. Συνάδει και με τη λογική των πραγμάτων, εφόσον, όχι μόνον θα έπρεπε να ολοκληρωθεί η κατοικία των Εναγόμενων, για να μπορέσει η μεταβίβαση, αλλά θα έπρεπε να ολοκληρωθεί η ενιαία ανάπτυξη, να γίνει ο διαχωρισμός και να εκδοθούν οι ξεχωριστοί τίτλοι, και να μετά να ακολουθήσει η μεταβίβαση, διαδικασία που ευνόητα δεν θα μπορούσε να γίνει εντός 4 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει, όπως προαναφέρθηκε, οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το συμφωνημένο τίμημα πώλησης, για να δικαιούνται, με βάση τη συμφωνία, να αποκτήσουν και τον τίτλο του ακινήτου. Η σύμβαση δεν τερματίστηκε[19], είτε εγγράφως είτε με οποιαδήποτε συμπεριφορά των Εναγόμενων, και η Ενάγουσα εξακολουθεί να υποχρεούται σε μεταβίβαση με βάση τη συμφωνία, εφόσον θα έχει πληρωθεί ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα πώλησης. Επομένως, το θέμα τίθεται πάλι στον χρόνο εκπλήρωσης, εάν υπάρχει βλαπτική καθυστέρηση. Ακόμα κι αν ενεργοποιούνταν η υποχρέωση της Ενάγουσας να μεταβιβάσει τον τίτλο του ακινήτου ανεξαρτήτως της συμβατικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων, και ο χρόνος της μεταβίβασης είχε καθοριστεί εντός 4 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης (μη εύλογος χρόνος), και πάλι, παρά τη μη μεταβίβαση εντός του συμφωνημένου χρόνου, όπως προβλέφθηκε στο Τεκμήριο 1, οι Εναγόμενοι επέλεξαν τη συνέχιση της συμφωνίας (να κρατήσουν το ακίνητο), ασκώντας κυριότητα επί αυτού με βάση το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο, την κατοχή και τη νομή του, και από όσα διαδραματίστηκαν στη δίκη, είναι κατανοητό πως αναμένουν και τη μεταβίβαση του τίτλου του (title deed) από την Ενάγουσα, όταν θα είναι έτοιμος, την οποία θα αποδεχθούν. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ζημιάς εξαιτίας της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης μεταβίβασης εντός ορισμένου χρόνου, παρόλο που το Δικαστήριο έχει εξηγήσει γιατί δεν θεωρεί πως ενεργοποιήθηκε καθόλου η υποχρέωση μεταβίβασης, για να είναι δυνατόν να αξιωθεί είτε η εκτέλεσή της είτε αποζημίωση λόγω μη εκτέλεσης ή έγκαιρης εκτέλεσης, και τους λόγους για τους οποίους ο χρόνος των 4 μηνών στην προκειμένη περίπτωση, εκ της συμπεριφοράς των Εναγόμενων (πληρωμή μόνον €51.000,00 μέχρι τότε), δεν δηλώνει μη αποδοχή κάποιας παράλειψης μεταβίβασης εντός καθορισμένου χρόνου 4 μηνών, δεν έχει προσκομιστεί και μαρτυρία που να δείχνει συγκεκριμένη ζημιά των Εναγόμενων, συναφή με τέτοια καθυστέρηση μεταβίβασης του τίτλου. Η μαρτυρία του ΜΥ3, λογιστή, στον οποίον δόθηκαν οδηγίες από την πλευρά των Εναγόμενων να υπολογίσει νόμιμους τόκους επί του ποσού των €273.376,00 από την 18.05.2008, προσαρμόζοντας το μετέπειτα επί του ποσού των €237.718,00, καταλήγοντας ότι η Ενάγουσα οφείλει νόμιμους τόκους στους Εναγόμενους ύψους €139.081,00, με σεβασμό, δεν είναι μαρτυρία επί συγκεκριμένης δικογραφημένης απαίτησης ή υπεράσπισης των Εναγόμενων, μα ούτε και σχετική με τα γεγονότα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε κατέβαλαν ποσό €273.376,00 στην Ενάγουσα, ενώ μέχρι την 18.05.2008, το ποσό που κατέβαλαν ήταν μόνον €51.000,
  13. Πέραν αυτού, η εφαρμογή τέτοιας ρήτρας, ακόμα κι αν αποδεικνύονταν «υπαιτιότητα» της Ενάγουσας, προς όφελος των Εναγόμενων, εκτρέπει τη συμβατική σχέση από τη λογική των πραγμάτων, θεωρώντας πως συνιστά συμφωνημένη έννομη συνέπεια (που όμως δεν συνιστά, με βάση το Τεκμήριο 1 στο σύνολό του), οι Εναγόμενοι να λάβουν κατοικία από την Ενάγουσα και να την χρησιμοποιούν, και, πρόσθετα, να πληρώνονται από την Ενάγουσα. Η μαρτυρία του ΜΕ3, πραγματικά, δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο με οποιονδήποτε τρόπο.Η Με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, οι Εναγόμενοι θα πρέπει να καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης. Η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει την απαίτησή της για την πληρωμή του υπολοίπου οφειλόμενου τιμήματος πώλησης, που ανέρχεται στο ποσό των €24.616,
  14. Ο τόκος στον οποίον δικαιούται η Ενάγουσα δεν προκύπτει διαφορετικά από το Τεκμήριο 1, και είναι από την καταχώριση της αγωγής της. Παραλείψεις και κακοτεχνίες Όσον αφορά τον τίτλο, σχετικές ήταν και οι μαρτυρίες των ΜΥ2 και ΜΥ
  15. Με δεδομένο ό,τι προαναφέρθηκε, πως δηλαδή δεν ενεργοποιήθηκε η συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας να μεταβιβάσει τον τίτλο του ακινήτου στους Εναγόμενους, εφόσον οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το τίμημα πώλησής της κατοικίας που αγόρασαν από την Ενάγουσα, με βάση το Τεκμήριο 1, και η συμφωνία παραμένει εκκρεμής, η συζήτηση για ενδεχόμενο ελάττωμα του τίτλου της κατοικίας, όταν αποκτηθεί, είναι, εκτός από υποθετική, πρόωρη, υπό τις περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζει κάποια εκδοχή ότι οι Εναγόμενοι δεν θα λάβουν καθόλου τον τίτλο του ακίνητου που αγόρασαν από την Ενάγουσα. Ούτε οι Εναγόμενοι αποδεικνύουν ζημιά που να σχετίζεται με την μη έκδοση ξεχωριστού τίτλου ή τη μη μεταβίβασή του στα ονόματά τους μέχρι στιγμής. Ήταν εξ αρχής δεδομένο και γνωστό στους Εναγόμενους, που αγόρασαν μη υπαρκτή κατοικία, από το σχέδιο, πως η κατοικία που οι ίδιοι αγόρασαν ήταν μέρος ενιαίας ανάπτυξης, που όταν ολοκληρώνονταν, θα έπρεπε στη συνέχεια να γίνει διαχωρισμός και έκδοση ξεχωριστών τίτλων, αρχικά στο όνομα της Ενάγουσας, και έπειτα στο όνομα κάθε συμβεβλημένου αγοραστή. Ο ΜΥ2, εκ της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού, κατέθεσε δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 10) και τα Τεκμήρια 11-14, τα οποία εξήγησε. Όπως ανέφερε, είχε εκδοθεί νέο πιστοποιητικό χωρίς σημειώσεις που αντικαθιστά το προηγούμενο, και αφορούσε τις κατοικίες 1, 2 και 4, δηλαδή και την κατοικία των Εναγόμενων. Για την κατοικία 3 μόνον εξακολουθεί να υπάρχει το πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών για παράνομες προσθήκες. Οι κατοικίες 1, 2 και 4 είναι «καθαρές». Δεν επηρεάζει οτιδήποτε την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας, όπως ξεκάθαρα ανέφερε. Δεν έχει υπόψη του οτιδήποτε για παράνομες προσθήκες. Ο ΜΥ4, πρώην λειτουργός της πολεοδομίας που ανέλαβε, κατόπιν εντολής της πλευράς των Εναγόμενων, να καταρτίσει πολεοδομική μελέτη (Τεκμήριο 15), δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν το θέμα της ρυμοτομίας έχει διευθετηθεί με μεταγενέστερες πράξεις, μετά το
  16. Δεν γνώριζε ούτε εάν εκκρεμεί ήδη η αίτηση στο Κτηματολόγιο για έκδοση ξεχωριστών τίτλων, αλλά μόνον όσα ίσχυαν κατά τον χρόνο της έκθεσής του. Η μαρτυρία του δεν προσφέρει στη διάγνωση της υπόθεσης αυτής, ενώ, μεταξύ άλλων, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν οι ενέργειες που έγιναν και φαίνονται στους φακέλους που υπάρχουν στις διάφορες αρμόδιες αρχές. Στα οικοδομικά συμβόλαια, όταν ο εργολάβος αναλαμβάνει να ανεγείρει μια οικοδομή σύμφωνα με τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στα σχέδια, θα πρέπει να τις ολοκληρώσει όπως φαίνεται και καθορίζεται σε αυτά (as shown and specified), ακόμα κι αν το αποτέλεσμα, μετά την ολοκλήρωση, δεν είναι της απόλυτης αρεσκείας του ιδιοκτήτη του έργου. Δεν έχει το δικαίωμα να υποκαταστήσει υλικά με ισοδύναμα ή ακόμα και ανώτερα από τα καθορισμένα, ή άλλως πώς να τροποποιήσει το έργο, εκτός εάν έχει επιφυλάξει τέτοιο δικαίωμα ή οι περιστάσεις είναι τέτοιες που μπορεί να ασκήσει τέτοιο δικαίωμα. Γενικά, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει σιωπηρό δικαίωμα να προσθέσει ή να τροποποιήσει εργασία που απαιτείται να γίνει βάσει της σύμβασης. Ο εργολάβος δεν είναι υποχρεωμένος, εκτός εάν φυσικά η σύμβαση ορίζει διαφορετικά, να αποδεχθεί οποιοδήποτε αίτημα να γίνει επιπλέον εργασία ή να διαφοροποιηθεί η εργασία. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται εκ πρώτης όψεως να υποστηρίξει το γράμμα της συμφωνίας και να επιμείνει ότι οι εργασίες θα ολοκληρωθούν όπως ορίζεται στη σύμβαση. Ωστόσο, η σύμβαση συχνά αφήνει ορισμένες εργασίες απροσδιόριστες ή ελλιπώς καθορισμένες. Καθώς προχωρά η εργασία μπορεί επίσης να γίνει φανερό ότι πρέπει να γίνει πρόσθετη εργασία, ή ότι συγκεκριμένη εργασία πρέπει να παραλειφθεί ή να τροποποιηθεί. Αυτές οι καταστάσεις αντιμετωπίζονται ad hoc, με συμφωνία μεταξύ των μερών. Εάν ο εργολάβος έχει δεσμευτεί να παράγει ένα δεδομένο αποτέλεσμα, έχει διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο επίτευξής του, οπότε και εάν απαιτείται περισσότερη εργασία από την αναμενόμενη για την επίτευξή του, ο κίνδυνος βαραίνει τον ίδιο. Κατά πόσον ο εργολάβος έχει πράγματι δεσμευτεί να παράσχει ένα δεδομένο αποτέλεσμα, είναι ζήτημα πραγματικό, που προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση. Εάν από την άλλη ο ιδιοκτήτης του έργου είναι υπεύθυνος για τη μελέτη και τα σχέδια, τότε ο εργολάβος δικαιούται να απαιτήσει περαιτέρω λεπτομέρειες, ώστε να μπορεί να κατασκευαστεί. Ο εργολάβος είναι γενικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε αδυναμία ολοκλήρωσης των εργασιών σύμφωνα με τη σύμβαση, ακόμα κι όταν η αστοχία μπορεί να οφείλεται σε υπεργολάβο. Έπειτα, είναι σιωπηρός όρος της σύμβασης που περιλαμβάνει την εκτέλεση εργασιών, ότι οι εργασίες θα εκτελεστούν με καλό και τεχνικό τρόπο, χρησιμοποιώντας την ικανότητα και τη φροντίδα ενός κατασκευαστή συνήθους επάρκειας. Ο εργολάβος υποχρεούται να υιοθετήσει τα συνήθη και αναγνωρισμένα πρότυπα και πρακτικές ενός ικανού εργολάβου στη δεδομένη αγορά, και να φροντίζει εύλογα για να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η κακή κατασκευή (poor workmanship) δεν πρέπει να συγχέεται με τα ελαττώματα (defects), τα οποία συνιστούν εργασίες που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της σύμβασης. Τα πρότυπα κατασκευής (workmanship standard) μπορεί να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση ή να ορίζονται με αναφορά σε ισχύοντα εθνικά ή ευρωπαϊκά πρότυπα ή κώδικες πρακτικής ή οδηγίες του κατασκευαστή. Σε μια σύμβαση για την κατασκευή κατοικίας, υπονοείται ότι η κατασκευή θα είναι εύλογα κατάλληλη για ανθρώπινη κατοίκηση. Όπου ο εργολάβος αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τον σχεδιασμό και την κατασκευή, δυνατόν να υπονοηθεί ότι υπάρχει εγγύηση καταλληλότητας. Όπου υπάρχει σιωπηρή εγγύηση καταλληλότητας, το επίπεδο ξεπερνά την υποχρέωση της απλής χρήσης εύλογων δεξιοτήτων και φροντίδας και, επομένως, η υποχρέωση είναι πιο επαχθής από την κανονική σιωπηρή υποχρέωση ενός επαγγελματία. Τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν για μία κατασκευή μπορούν να αναφέρονται στα έγγραφα της σύμβασης και η σύμβαση να προσδιορίζει ρητά την ποιότητα ή την απόδοση που απαιτείται από αυτά. Εάν δεν προσδιορίζει τέτοια θέματα, οι συναφείς υποχρεώσεις αναζητούνται σε τυχόν υφιστάμενη νομοθεσία. Εάν ο εργολάβος προμηθεύει τα υλικά για την κατασκευή του έργου, και ο ιδιοκτήτης του έργου βασίζεται στην ικανότητα και την κρίση του εργολάβου, υπάρχει σιωπηρή εγγύηση ότι είναι κατάλληλα για τον σκοπό που χρησιμοποιούνται, και ότι είναι ικανοποιητικής ποιότητας. Είναι ικανοποιητικής ποιότητας εάν ανταποκρίνονται στο πρότυπο που ένα λογικό άτομο θα θεωρούσε ικανοποιητικό, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των εμπορευμάτων, την τιμή (εάν ισχύει) και όλες τις άλλες σχετικές περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, από όσα έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο, η Ενάγουσα ανέλαβε έναντι στους Εναγόμενους να παράγει ένα δεδομένο αποτέλεσμα, να ανεγείρει κατοικία σε δικό της τεμάχιο γης, και να την παραδώσει στους Εναγόμενους έτοιμη, σύμφωνα με σχέδια και μελέτες τρίτων, που είχαν εκπονηθεί από τους τρίτους για την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν εκχώρησε οποιαδήποτε δικά της συμβατικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Οι Εναγόμενοι δεν μαρτυρείται πως είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή είτε στον σχεδιασμό και τις μελέτες είτε στις κατασκευαστικές λεπτομέρειες και στα υλικά. Η Ενάγουσα ανέλαβε να ανεγείρει την κατοικία 4 επί της γης της, με την υπόσχεση, όταν ολοκληρωθεί, να την παραδώσει και να τη μεταβιβάσει στους Εναγόμενους, οι οποίοι βασικά, ως θα κατέβαλλαν το χρηματικό αντάλλαγμα, θα χρηματοδοτούσαν την ανέγερσή της. Παρόλο που η αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης ήταν συνδεδεμένη με την ολοκλήρωση των σταδίων ανέγερσης (sectional completion), για να χρηματοδοτείται το έργο, οι Εναγόμενοι δεν θα δικαιούνταν να λάβουν την κατοχή της κατοικίας σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιό της, πριν από την πρακτική ολοκλήρωσή της, με βάση την συμφωνία. Η αρχική ιδιοκτήτρια του όλου έργου ήταν η ίδια η Ενάγουσα, που, μετά την ολοκλήρωσή του, θα μεταβίβαζε μέρος του (την κατοικία 4), βάσει της συμφωνίας πώλησης, στους Εναγόμενους, οι οποίοι αγόρασαν την κατοικία αυτή από το σχέδιο της. Η συνθήκη αυτή δεν αλλάζει το δεδομένο πως η Ενάγουσα, ως η κατασκευάστρια εταιρεία, είχε την υποχρέωση να ανεγείρει την κατοικία σύμφωνα με τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές ή καθορισμούς υλικών που περιλαμβάνονται σε αυτά, σε κατάσταση που να μπορεί να κατοικηθεί. Οι οικοδομικές συμβάσεις συνήθως προβλέπουν ότι η ολοκλήρωση πραγματοποιείται σε δύο στάδια, την πρακτική ολοκλήρωση και την τελική ολοκλήρωση, καθένα από τα οποία σημειώνεται με πιστοποιητικό, μεταξύ των οποίων ισχύει ένας συμβατικός μηχανισμός για την αντιμετώπιση των ελαττωμάτων. Στο πρώτο στάδιο, οι εργασίες ολοκληρώνονται για όλους τους πρακτικούς σκοπούς και μπορεί να χρησιμοποιηθεί η κατοικία. Στο δεύτερο στάδιο, αποκαθίστανται ελαττώματα ή ατέλειες που έρχονται στο φως στο μεσοδιάστημα. Η πρακτική ολοκλήρωση λειτουργεί και ως το συμβατικό έναυσμα για ορισμένα άλλα γεγονότα (π.χ. ασφάλιση, αποδέσμευση μέρους ποσού κράτησης, ρυθμίσεις σε σχέση με το κόστος επισκευής, κ.λπ.). Όταν η σύμβαση δεν κάνει διάκριση μεταξύ της πρακτικής ολοκλήρωσης (ή κάποιου άλλου μηχανισμού ενεργοποίησης ελέγχου ελαττωμάτων) και της τελικής ολοκλήρωσης, ο ιδιοκτήτης του έργου, κανονικά, δεν επιτρέπεται να την έχει στην κατοχή του, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες (να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης), και συνήθως υπάρχει αντίστοιχος περιορισμός στα οφειλόμενα ποσά στον εργολάβο. Στην προκειμένη περίπτωση, στα έγγραφα που ετοίμασε η Ενάγουσα για να συμβληθεί με τους Εναγόμενους, καταναλωτές, δεν περιλήφθηκε τέτοια διάκριση, ούτε προβλέφθηκε κάποιο ποσό κράτησης και δέσμευσης, αλλά και η κατοχή της κατοικίας παραδόθηκε στους Εναγόμενους, και εκείνοι την παρέλαβαν, όπως φαίνεται, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και πιστοποίηση ως προς την έλλειψη ελαττωμάτων, παρά το ότι δεν υπήρχε και συμβατική περίοδος ευθύνης. Αυτή η συνθήκη, όπως γενικότερα και η έλλειψη μηχανισμού αναπροσαρμογής του τιμήματος πώλησης, δεν θα μπορούσε να λειτουργεί προς όφελος της Ενάγουσας, αποστερώντας από τους Εναγόμενους τη δυνατότητα, εάν εντοπίσουν σοβαρά ελαττώματα, να τα προβάλουν ή και να αξιώσουν θεραπείες. Ο λόγος όμως είναι πλέον για σοβαρά ελαττώματα και κατασκευαστικές αποκλίσεις, όχι για απλές ατέλειες. Το «εύλογο» του χρόνου, εν προκειμένω, απασχολεί, αλλά, εξίσου ευλόγως, δεν αποσυνδέεται από τις περιστάσεις. Όπως λέχθηκε, η ευθύνη του εργολάβου για ελαττώματα είναι απόρροια της υποχρέωσης ολοκλήρωσης των εργασιών, που τέτοια υποχρέωση περιέχεται και στην επίδικη σύμβαση, που, ακόμα κι αν δεν συνιστά ένα εργολαβικό συμβόλαιο με όλες τις ρήτρες που θα μπορούσαν να ρυθμίζουν τη σχέση, αποτρέποντας και τη δικαστική διαφορά, δεν στερεί τα δικαιώματα που οι Εναγόμενοι δυνατόν να έχουν με βάση το κοινό δίκαιο[20], κυρίως να απαιτήσουν την αποκατάσταση σοβαρών ελαττωμάτων ή κατασκευαστικών αποκλίσεων ή την καταβολή αποζημίωσης εναλλακτικά. Σε αυτό το πλαίσιο, εάν η μείωση της αξίας των εργασιών υπερβαίνει το κόστος διόρθωσης, ο ιδιοκτήτης του έργου ενδέχεται να μην είναι σε θέση να ανακτήσει το «πλεόνασμα», εάν δεν έχει δώσει στον εργολάβο την ευκαιρία να αποκαταστήσει τα ελαττώματα, με την αιτιολογία ότι ο ιδιοκτήτης του έργου δεν κατάφερε να μετριάσει την ζημία του. Από την άλλη πλευρά, εάν ο εργολάβος δεν έχει συμμορφωθεί με απαιτήσεις του επιβλέποντος μηχανικού, ο ιδιοκτήτης του έργου μπορεί να είναι σε θέση να ανακτήσει το κόστος αποκατάστασης, ακόμη και αν αυτό υπερβαίνει τη μείωση της αξίας των εργασιών που προκαλείται από αυτή τη μη συμμόρφωση. Εάν η ελαττωματική εργασία έχει εγκριθεί από την πλευρά του ιδιοκτήτη του έργου, μπορεί να αποκλειστεί από το να διεκδικήσει σχετικά με αυτήν. Ιδίως όταν ο επιβλέπων μηχανικός ενέκρινε τις εργασίες, και το πιστοποιητικό του λειτουργεί ως απόδειξη ολοκλήρωσης σύμφωνα με τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές χωρίς ουσιαστικές αποκλίσεις, και πρόσθετα στην πράξη οι εργασίες έγιναν αποδεκτές και από τον ιδιοκτήτη του έργου, και πέρασαν και κάποια χρόνια, υπάρχει προφανώς μεγαλύτερη δυσκολία του ιδιοκτήτη του έργου να αποδείξει ότι θα πρέπει να αποζημιωθεί για ελαττώματα. Είναι αυτή τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι Εναγόμενοι. Σχετικές με ελαττώματα ήταν οι μαρτυρίες των ΜΥ1, ΜΥ5, ΜΕΥ1 και ΜΕ
  17. Η βασική μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενων ήταν αυτή του ΜΥ1, στην οποία παρέπεμψε αρκετές φορές δια της μαρτυρίας της και η ΜΥ
  18. Έναντι στη μαρτυρία του ΜΥ1, παρουσιάστηκε από την πλευρά της Ενάγουσας η μαρτυρία του ΜΕΥ1 και σε ορισμένα σημεία του ΜΕ
  19. Η ΜΥ5 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τεχνικά ό,τι δεν την ικανοποίησε κατασκευαστικά, σε συνάρτηση με τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές της κατοικίας, που προκύπτουν από τον σχεδιασμό και την αδειοδότηση της. Εστίασε ακόμα και σε θέματα που δεν έχουν σχέση με καθαυτή την κατασκευή της κατοικίας, όπως, για παράδειγμα, ότι υπήρχε ένας πάσσαλος της ΑΗΚ σε χώρο που, κατά τη γνώμη της, δεν θα έπρεπε. Ορισμένα από όσα ανέφερε ο ΜΥ1, και θα εξηγηθούν στη συνέχεια, η ΜΥ5 είπε ότι τα εντόπισε σχεδόν αμέσως μετά την παραλαβή, όπως το σταμπωτό μπετόν (αντί πλακόστρωτο) ή την έλλειψη ζεστού νερού στο ένα υπνοδωμάτιο που έχει χώρο υγιεινής, ή την προεξοχή σωλήνας στον τοίχο εξωτερικά της κουζίνας. Οι αναφορές της ότι αντέδρασε ή ότι ειδοποίησε αμέσως τον εργολάβο και δεν ανταποκρίθηκε, που δεν έτυχαν αποδοχής από την πλευρά του ΜΕ1, δεν ήταν συγκεκριμένες (τρόπος, τόπος, χρόνος, περιεχόμενο), και δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτές πως, ακόμα και να εντόπισε σημεία που, κατά τη θέση της, συνιστούν ελαττώματα, αντέδρασε καθόλου ή σε εύλογο χρόνο από την παραλαβή, και έδωσε την ευκαιρία στην Ενάγουσα να προβεί σε επιθεώρηση και σε επιδιορθώσεις, εντός κάποιας καθορισμένης περιόδου. Παράλληλα, είναι δεδομένο πως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 11, η αρμόδια αρχή πιστοποίησε πως, μεταξύ άλλων, η κατοικία 4, συμπληρώθηκε σύμφωνα με την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε με βάση τον νόμο. Κατ' επέκταση, ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις παρεκκλίσεις από τα εγκεκριμένα σχέδια βάσει των οποίων είχαν εκδοθεί οι οικοδομικές άδειες. Η κατοικία 4 χρησιμοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια από την Εναγόμενη
  20. Δεν υπάρχει διαφωνία πως η κατοικία που ανέλαβε να ανεγείρει η Ενάγουσα έπρεπε να ήταν σύμφωνη με τα εγκεκριμένα σχέδια, οποιεσδήποτε τεχνικές προδιαγραφές είχαν περιληφθεί σε αυτά, και οι εργασίες να έχουν επαρκή ποιότητα, που να επιτρέπουν στην οικοδομή να χρησιμοποιηθεί λειτουργικά ως κατοικία, σκοπός για τον οποίον αγοράστηκε. Ότι θα έπρεπε να ήταν τέλεια ή άριστη, δεν προκύπτει από οπουδήποτε. Παρεμβάλλεται, επίσης, πως, όσον αφορά το έγγραφο των τεχνικών προδιαγραφών, το Τεκμήριο 6, που δεν υπάρχει διαφωνία πως υπογράφθηκε μαζί με το Τεκμήριο 1, που ετοίμασε η Ενάγουσα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, δεν αφορά στα σχέδια της επίδικης κατοικίας. Αναφέρεται σε διαμερίσματα. Προφανώς, χρησιμοποιήθηκε άσχετο πρότυπο, που αναφέρεται, λόγου χάριν, και σε ανελκυστήρα, ή άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά, που δεν έχουν σχέση με την επίδικη κατοικία, χωρίς να σημαίνει, εξ αυτών, πως ο τρόπος που η Ενάγουσα έπρεπε να κατασκευάσει την επίδικη κατοικία είναι αυτός που περιέχεται στο Τεκμήριο 6, και όχι στα σχέδια ή στις οικοδομικές άδειες. Η Ενάγουσα, βεβαίως, θα έπρεπε να επιδεικνύει περισσότερη προσοχή, όταν χρησιμοποιεί έγγραφα στις συναλλαγές της, όπως και οι Εναγόμενοι, όταν τα υπογράφουν. Η ΜΥ5 δικαιολόγησε την έλλειψη τόσης σημασίας στο τι υπογράφονταν εκ του γεγονότος πως υπήρχε συγγένεια μεταξύ του διευθυντή της Ενάγουσας και του πρώην συζύγου της, Εναγόμενου 1, επομένως εμπιστοσύνη ως προς το ότι θα τους έκτιζε ένα σπίτι όπως έπρεπε. Τα προσόντα και η πείρα των ΜΥ1 και ΜΕΥ1, αμφότεροι πολιτικοί μηχανικοί, δεν αμφισβητήθηκαν. Στον ΜΥ1 ανατέθηκε από τους Εναγόμενους η εκτίμηση της κατάστασης της κατοικίας, αρκετά χρόνια μετά την περάτωσή της, ενώ ο ΜΕΥ1 είναι ο πολιτικός μηχανικός που μετείχε στην εκπόνηση των σχεδίων και των μελετών, και στην επίβλεψη της κατοικίας κατά την ανέγερσή της. Υπάρχουν τεχνικά σημεία στα οποία οι δύο αυτοί μάρτυρες τείνουν να συμφωνούν και σημεία στα οποία διαφωνούν. Τα δεύτερα είναι και τα περισσότερα. Ειδικότερα, ο ΜΥ1 ετοίμασε έκθεση πραγματογνωμοσύνης (Τεκμήριο 8), κατόπιν προφορικών οδηγιών της πλευράς των Εναγόμενων που έλαβε τον Απρίλιο του
  21. Εκ παραδρομής, όπως είπε, ανέφερε στην έκθεσή του πως έλαβε οδηγίες το
  22. Οι επιθεωρήσεις του στην κατοικία έγιναν το 2016, τρεις στο σύνολο, κατά τις οποίες, όπως ανέφερε, αφιέρωσε πολύ χρόνο, προκειμένου να αξιολογήσει ορθά τα δεδομένα. Οι επιθεωρήσεις έγιναν μόνον στην παρουσία της Εναγόμενης
  23. Δεν θεώρησε, όπως είπε, αναγκαίο να παρευρίσκεται και η άλλη πλευρά κατά τις επιθεωρήσεις, εφόσον σκοπός των όρων εντολής ήταν να καταγράψει τις κακοτεχνίες και τις παραλείψεις, με δεδομένο, που του έθεσε η πλευρά των Εναγόμενων, ότι ο κατασκευαστής δεν ενδιαφέρθηκε να επιδιορθώσει σημαντικά πράγματα που αφορούν τη βιωσιμότητα της κατοικίας. Στην έκθεσή του, περιέλαβε φωτογραφίες, που λήφθηκαν από τον ίδιο. Ως βάση για να καταλήξει στα συμπεράσματά του ήταν η επιτόπου κατάσταση και η υποχρέωση του εργολάβου ως προς τη μέθοδο και τα υλικά κατασκευής. Από τη στιγμή που υπάρχουν διαφοροποιήσεις, όπως ανέφερε, σημαίνει ότι ο εργολάβος έχει αποτύχει να εφαρμόσει την ορθή μέθοδο. Από το Τεκμήριο 8, δεν λαμβάνονται υπόψη γνώμες και απόψεις του ΜΥ1 επί νομικών θεμάτων, στα οποία δεν έχει την εμπειρογνωμοσύνη, αλλά και το Δικαστήριο δεν χρειάζεται τέτοιου είδους εμπειρογνωμοσύνη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, ο ΜΥ1 εντόπισε τα εξής τεχνικά θέματα, που εμπλέκουν και κακή εκτέλεση εργασιών και αποκλίσεις από τα σχέδια ή χρησιμοποίηση μη κατάλληλων υλικών, τα οποία στη συνέχεια αντιπαραβάλλονται και με την αντίθετη μαρτυρία.
(1)Υγρασίες στους τοίχους της τραπεζαρίας και του καθιστικού της οικίας: ο ΜΕ1, όπως αναφέρει, κατέγραψε την ύπαρξη υγρασίας στους χώρους αυτούς, και την απέδωσε στη μέθοδο κατασκευής της κεκλιμένης οροφής της βοηθητικής οικοδομής (αποθήκης), στο σημείο που εφάπτεται με την κυρίως οικοδομή. Ειδικότερα, στο σημείο που εφάπτεται η κεκλιμένη οροφή της αποθήκης με τον τοίχο της κατοικίας, δεν έγινε στεγανή και σταθερή συναρμογή, όπως, κατά τη γνώμη του, θα όφειλε να κάνει η κατασκευάστρια. Εξηγεί τους τρόπους συναρμογής και αναφέρει πως δεν εφαρμόστηκε οποιοσδήποτε τρόπος, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ρωγμές στο τσιμεντοκονίαμα που εφάπτεται των κεραμιδιών και της τοιχοποιίας, που αποτελούν διόδους για την εισχώρηση των όμβριων υδάτων εντός της αποθήκης και μέσω του φαινομένου της ανιούσας υγρασίας να εμφανίζονται στον κοινό τοίχο μεταξύ της αποθήκης και της κατοικίας. Ο ΜΕ1 και ο ΜΕΥ1 αποδίδουν αυτές τις ρωγμές στο τσιμεντοκονίαμα που εφάπτεται των κεραμιδιών και της τοιχοποιίας σε φυσική φθορά, λόγω ανεπαρκούς συντήρησης, και όχι σε μέθοδο κατασκευής, εφόσον η κατασκευή ήταν σε κάθε περίπτωση σύμφωνη με τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στα σχέδια, και εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή, ενώ η τεχνική που εφαρμόστηκε είναι καλή. Οι αναφορές του ΜΥ1 στην παράγραφο 5.1 του Τεκμηρίου 8 περί απουσίας κατάλληλης συναρμογής δεν εξηγούνται επαρκώς, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε εύρημα ότι αφενός υπάρχει σοβαρή τεχνική παράλειψη που πίπτει κάτω από το οφειλόμενο στους Εναγόμενους επίπεδο επιμέλειας, αφετέρου πως υπάρχουν συγκεκριμένες υγρασίες, σε συγκεκριμένους χώρους της κατοικίας, που προκλήθηκαν λόγω της απουσίας κατάλληλης συναρμογής, από ρωγμές, που και εκείνες δημιουργήθηκαν εξαιτίας συγκεκριμένης τεχνικής παράλειψης.
(2)Σύμφωνα με τον ΜΥ1, δεν ακολουθήθηκαν, όπως θέτει, τα κατασκευαστικά σχέδια για την ξύλινη κεκλιμένη οροφή της κατοικίας. Στο σχέδιο 22 (παράρτημα Δ), προδιαγράφεται ο τρόπος κατασκευής της κεκλιμένης ξύλινης οροφής. Οι μορίνες που προδιαγράφονται για την κατασκευή του ξύλινου ζευκτού της οροφής είναι διαστάσεων 150 x 75 χιλ. κάθε 450 χιλ. και στην άνω τους πλευρά τοποθετείται πλακάζ OSB 9 χιλ. και ακολούθως κατρόχαρτο, κεραμυδορομίνες και κεραμίδια. Αντ' αυτού, τοποθετήθηκαν μορίνες διαστάσεων 100 x 50 χιλ. κάθε 450 χιλ., δηλαδή μικρότερης διατομής και φέρουσας ικανότητας) και στην άνω πλευρά, δεν τοποθετήθηκε πλακάζ OSB 9 χιλ. και κατρόχαρτο. Επίσης, δεν έγινε οποιαδήποτε σύνδεση των ξύλινων στοιχείων της κεκλιμένης οροφής με τα δομικά στοιχεία του κτιρίου (πλάκα οροφής από οπλισμένο σκυρόδεμα) κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μεταβιβάζονται με ασφάλεια τα φορτία της στέγης στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου και ταυτόχρονα να εξασφαλίζεται η στέγη από ανύψωση ή παραμορφώσεις λόγω ανεμοπιέσεων καθώς και των οριζόντιων δυνάμεων που εξασκούνται σε αυτή κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. Οι ξύλινες μορίνες και οι ενδιάμεσοι στύλοι που έχουν τοποθετηθεί δεν έχουν στερεωθεί στην πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, αλλά απλώς εφάπτονται σε αυτήν. Επίσης, δεν τοποθετήθηκε υγρομόνωση για την προστασία της στέγης από την βροχή, η οποία, όπως αναφέρει, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα της ξύλινης κεκλιμένης οροφής. Υπάρχουν κατασκευαστικές ατέλειες στα κεραμίδια της ξύλινης στέγης που, κατά τη θέση του, επηρεάζουν την υδροστεγανότητα που πρέπει να φέρουν σε μια κεκλιμένη ξύλινη οροφή: τα κεραμίδια των κορυφογραμμών (καβάλοι) έχουν τοποθετηθεί κολυμβητά με τσιμεντοκονίαμα, το οποίο παρουσιάζει ρωγμές. Επίσης, κατά την τοποθέτηση, δεν έχει χρησιμοποιηθεί γόμα για τη στερέωση, με αποτέλεσμα σε μερικά σημεία να υπάρχει αποκόλληση από το τσιμεντοκονίαμα που χρησιμοποιήθηκε για τη στερέωσή τους. Ορισμένα κεραμίδια στη στέγη είναι σπασμένα και ανασηκωμένα προς τα πάνω, με αποτέλεσμα να επιτρέπουν την εισχώρηση όμβριων υδάτων, ενώ αρκετά κεραμίδια έχουν λερωθεί με τσιμεντοκονίαμα και θα πρέπει είτε να καθαριστούν είτε να αντικατασταθούν. Στα σημεία όπου οι σωλήνες εξαερισμού των αποχετεύσεων εξέρχονται της ξύλινης οροφής, το κενό μεταξύ της σωλήνας και των κεραμιδιών έχει γεμίσει με τσιμεντοκονίαμα που έχει ρηγματώσει και η ύπαρξη ρωγμών στο σημείο επαφής της σωλήνας με το τσιμεντοκονίαμα αποτελεί διόδους για την εισχώρηση όμβριων υδάτων εντός της κατοικίας. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ανέφερε μεταξύ άλλων πως έχει υπολογίσει ο μελετητής τα φορτία στα οποία εκτίθενται οι μορίνες, φέρουν το φορτίο του πλακάζ που δεν τοποθετήθηκε, κ.λπ., καθορίζονται στους κώδικες, βάσει αυτών προκαθόρισε, εάν δεν ακολουθηθούν όσα πρέπει, μειώνεται η φέρουσα ικανότητα της ξύλινης στέγης. Το ελάχιστο σε μια μορίνα, όταν μειώνεται το ύψος μιας μορίνας μειώνεται κατά τρεις φορές η αντοχή της μορίνας, η αρχική υποχρέωση ήταν 70 χιλιοστά και τοποθετήθηκαν 50 χιλιοστά, άρα μειώνεται η φέρουσα ικανότητα κατά 25%, στο τέλος της ημέρας, σίγουρα οι εργασίες που έπρεπε να γίνουν ήταν τα στηρίγματα γι' αυτό στην κοστολόγηση δεν έχει υπολογίσει όλες τις μορίνες από τη στέγη, και την τοποθέτηση άλλων, αλλά τη διαφορά του κόστους. Διαφώνησε με τη θέση πως αυτός ο «εναλλακτικός τρόπος» που έγινε δεν δημιουργεί πρόβλημα στη στέγη αλλά δημιουργεί μείωση κόστους, εξηγώντας πως, σε ένα σεισμό, σε μια ανεμοπίεση θα μπορούν εύκολα να μετακινηθούν, έπειτα δεν τοποθετήθηκε το πλακάζ, που εξασφαλίζει τη διαφραγματική λειτουργία της στέγης, σε περίπτωση μετακινήσεων όλες οι μορίνες εργάζονται μαζί και δίνει ευστάθεια σε οριζόντιες μετακινήσεις, έπειτα υγρομόνωση, επομένως δεν ήταν μόνο θέμα διατομών, ήταν γενικά η κατασκευή της. Από την άλλη, ο ΜΕΥ1, που είναι ο μηχανικός του έργου στη μελέτη του οποίου παρέπεμπε και ο ΜΥ1, για να στοιχειοθετήσει απόκλιση, είχε αντίθετη άποψη από αυτήν του ΜΥ1. Συμφώνησε πως έχουν τοποθετηθεί μορίνες διαφορετικής διατομής από αυτές που ήταν στα σχέδια, αλλά, παραπέμποντας και στις φωτογραφίες 31 και 32, εξήγησε πως, όπως είναι η στέγη, έχει τοποθετηθεί δεύτερη καρίνα με στηρίξεις, οπότε το άνοιγμα της μορίνας, από τα 4 μέτρα έπεσε στα 2, και λογικά δεν απαιτείτο οτιδήποτε στατικά, εφόσον μπήκε δεύτερη στήριξη. Η διατομή των μορίνων, όπως είπε, βγαίνει με υπολογισμό, και πρέπει ο υπολογισμός εκείνος να δείξει ότι η μορίνα δεν έχει βέλος κάμψης· βάζοντας τη δεύτερη στήριξη, μείωσε στο μισό, οπότε ικανοποίησε και στατικά. Το μόνο πράμα που μπορεί να αποδεχθεί, όπως είπε, είναι η μη τοποθέτηση του πλακάζ OSB και του κατρόχαρτου που θα τοποθετούνταν πάνω από το πλακάζ. Υποστήριξε ότι, εισάκουσε τη θέση του εργολάβου, που διαθέτει την κατασκευαστική πείρα, κατόπιν συζήτησης, πως, εφόσον υπάρχει κάτω από την κεραμοσκεπή πλάκα μπετόν ίσια, δεν χρειάζονταν το πλακάζ και το κατρόχαρτο, τα οποία μπαίνουν όταν δεν υπάρχει πλάκα κάτω από την κεραμοσκεπή. Εάν στάξει κεραμίδι, όπως είπε, θα είναι πάνω στην πλάκα. Εάν τοποθετείτο το πλακάζ και το κατρόχαρτο, θα διαφοροποιούσε μεν την αποτελεσματικότητα, αλλά σε ασήμαντο βαθμό. Έστω και έσταξε ένα κεραμίδι, ανέφερε, δεν θα μπει το νερό στο σπίτι για να δημιουργήσει ζημιά, θα το συγκρατήσει η πλάκα, η οριζόντια. «Ευχής έργον» είναι, όπως είπε, να μπαίνει το πλακάζ και το κατρόχαρτο, αλλά δεν διαφοροποιείται η ανθεκτικότητα, η ασφάλεια ή η αποτελεσματικότητα της στέγης, εάν δεν μπει. Διαφωνεί ότι για να γίνουν οι αλλαγές θα υπάρξει κόστος, και ότι είναι αναγκαίο να γίνουν αλλαγές, και δη στην έκταση που περιέγραψε ο ΜΥ1, να αφαιρεθούν όλα τα κεραμίδια, κ.λπ... Γόμα, όπως είπε, τοποθετήθηκε, ενώ κάποιοι κάβαλοι που ξεκολλήσαν, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία 42, μπορεί να ξεκόλλησαν γιατί ανέβηκαν στη στέγη να κάνουν εργασίες άλλα άτομα, και να έχουν προκαλέσει ζημιά σε ορισμένους κάβαλους και σε ορισμένα κεραμίδια. Στις φωτογραφίες 41 και 39, φαίνονται λερωμένα τα κεραμίδια με τσιμεντοπηλούς, που δεν θα μπορούσαν να γίνουν στη φάση της παράδοσης της οικοδομής. Οι σωλήνες εξαερισμού που προεξέχουν της στέγης, όπως εξήγησε ο ΜΕΥ1, συνήθως χωλιάζονται (γεμίζει το κενό μεταξύ των κεραμιδιών και της σωλήνας). Οι ρωγμές είναι φυσιολογική συμπεριφορά του τσιμεντοπηλού, δεν μπορούν να μην γίνουν, γιατί ο τσιμπεντοπηλός είναι άοπλος, δεν έχει σίδερο, οπότε είναι φυσικό επόμενο να γίνουν τα «κρακς». Έχοντας υπόψη πως ο μελετητής του έργου και επιβλέπων μηχανικός είχε ικανοποιηθεί από τον τρόπο κατασκευής και το στατικό αποτέλεσμα της στέγης, και η κατοικία εγκρίθηκε και από την αρμόδια αρχή, δεν μπορεί να καταλογιστεί από το Δικαστήριο, αντίθετα με τα δεδομένα αυτά, ουσιώδης απόκλιση στον εργολάβο, όσον αφορά το στατικό αποτέλεσμα. Η μη χρησιμοποίηση πλακάζ και κατρόχαρτου, που αποδέχθηκε και ο ΜΕΥ1, συνδέθηκε, από τον ΜΥ1, με την παράλληλη μη χρήση υγρομόνωσης και στην οριζόντια πλάκα κάτω από την κεραμοσκεπή, που δημιουργεί συνολικά πρόβλημα υδροστεγανότητας. Υπάρχουν, όμως, τα εξής ζητήματα: Εκ της μαρτυρούμενης παράλειψης τοποθέτησης πλακάζ και κατρόχαρτου, δεν προκύπτει ότι μειώνεται η αξία της πωλούμενης κατοικίας που έλαβαν οι Εναγόμενοι, έχοντας υπόψη πως το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον κάποιαν αρχική προσφορά του εργολάβου, βάσει της οποίας υπολόγισε ή χρέωσε στο κόστος που συμφώνησε με τους Εναγόμενους για την συγκεκριμένη εργασία, που δεν εκτελέστηκε, άρα που το κόστος της οποίας θα πρέπει να αφαιρεθεί. Η συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ των μερών, που στην προκειμένη περίπτωση είναι συμφωνία πώλησης υπό ανέγερση κατοικίας και παράδοσής της έτοιμης μετά την ανέγερσή της, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο προσέγγιση στην προαναφερόμενη βάση, ως σε προσαρμογές ποσών εργοληπτικών συμβολαίων για σκοπούς τελικής παραλαβής. Παρότι αποδείχθηκε η τεχνική παράλειψη τοποθέτησης πλακάζ και κατρόχαρτου, αφενός δεν αποδείχθηκε πως πρόκειται για ουσιώδη απόκλιση ή κατασκευαστικό ελάττωμα, αφετέρου η μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εξαιτίας της, παρέμεινε ασαφής. Οι αναφορές, στην παράγραφο 5.2 του Τεκμηρίου 8, από τον ΜΥ1, περί διόδων εισχώρησης όμβριων υδάτων, είναι κάπως γενικές και αόριστες, και δεν συνδέονται με συγκεκριμένα προβλήματα, που να εντοπίστηκαν εντός της οικίας, σε συγκεκριμένα σημεία, τα οποία να προκύπτουν αιτιωδώς από νερό που εισχώρησε στην κατοικία από τα συγκεκριμένα σημεία, από τα κεραμίδια και έπειτα και από την πλάκα κάτω από την κεραμοσκεπή, επειδή δεν έχει μόνωση. Δηλαδή, κάπου η αναφορά σε πρόβλημα υδροστεγανότητας, λόγω της μη τοποθέτησης πλακάζ και κατρόχαρτου, φάνηκε και στο Δικαστήριο θεωρητική, όπως το έθεσε και ο ΜΕΥ1 στη μαρτυρία του. Υπό το σύνολο των δεδομένων, τυχόν επιβάρυνση του εργολάβου για εργασίες που επισημαίνει ο ΜΥ1 ως αναγκαίες για την παράγραφο 5.2, εκλήφθηκε πως πιθανότερα θα συνιστούσε βελτίωση της κατάστασης της κατασκευής που παραλήφθηκε, που δεν συμφωνήθηκε να είναι και δεν ήταν η τέλεια κατασκευή, αρκετά χρόνια μετά την παράδοσή της, που εκτρέπει και την εκτέλεση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας από το επίπεδο που αναλήφθηκε συμβατικά έναντι στους Εναγόμενους· με τη συγκεκριμένη συμφωνία.
(3)Ο ΜΥ1 ανέφερε προβλήματα με την υγρομόνωση που τοποθετήθηκε στην οριζόντια οροφή της κατοικίας, λόγω των οποίων εισέρχονται ύδατα από τις οριζόντιες πλάκες οροφής της κατοικίας που είναι υγρομονωμένες με ασφαλτόπανα. Τα προβλήματα, όπως είπε, αφορούν στον τρόπο τοποθέτησης των ασφαλτόπανων: έχουν αποκολληθεί από το υπόστρωμα που αποτελείται από οπλισμένο σκυρόδεμα, τα νερά διαπέρασαν την υγρομόνωση ώστε να υπάρχει μούχλα με έντονη οσμή μεταξύ του υποστρώματος και της στρώσης με ασφαλτόπανο, ενώ η μέθοδος που ακολουθήθηκε για τη στερέωση των ασφαλτόπανων στα στηθαία της οροφής δεν ήταν κατάλληλη με αποτέλεσμα να υπάρχει πλήρης αποκόλληση και δίοδοι για την εισχώρηση όμβριων υδάτων εντός της κατοικίας. Από την εισροή νερών εντός της οικίας, λόγω της υγρομόνωσης της οροφής, υπήρξε αποκόλληση της σπάτουλας και της μπογιάς των ταβανιών και των τοίχων στα δύο υπνοδωμάτια στον όροφο της οικίας. Ο ΜΕΥ1, από την άλλη, υπέδειξε πως από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον ΜΥ1, φαίνεται η οροφή της ίσιας πλάκας και η μόνωση που γυρίζει πάνω στον τοίχο περιμετρικά, 15-20 πόντους, ώστε να γίνεται καλύτερη στεγανομόνωση. Είναι κατρόχαρτο 4 μιλίμετρα πολυέστερ, είναι μεμβράνη που είναι στο ενδιάμεσο του πάχους των 4 μιλιμέτρων για να μην σχίζεται το κατρόχαρτο. Φαίνεται η αποκόλληση περιμετρικά από την τοιχοποιία. Αυτό, όπως είπε, μπορούσε πολύ απλώς να συντηρηθεί, και δεν απαιτείται η αφαίρεση ολόκληρης της μόνωσης της πλάκας, όπως ισχυρίζεται ο ΜΥ1, και η τοποθέτηση εκ νέου νέας μόνωσης. Αυτό το κατρόχαρτο δεν παρουσιάζει βλάβες που να το καθιστούν ελαττωματικό, να επιτρέπουν την εισροή νερού, απλώς αποκολλήθηκε από το στηθαίο, εκεί, φωνάζοντας έναν ειδικό, «μπορούσε να βράσει με το γκάζι και να επανακολλήσει». Δεν απέκλεισε να μην έγινε πολύ καλή συγκόλληση από την αρχή, λέγοντας πως, ακόμα και σε τέτοια περίπτωση, η επιδιόρθωση με επανασυγκόλληση στοιχίζει €50,00 με €100,00, γιατί ο λόγος είναι για ένα σημείο πάνω από τον ηλιακό. Εξήγησε πως προβλήματα στις οικοδομές παντού υπάρχουν, είναι ασήμαντα, και θεωρεί απαράδεκτο να προβάλλονται τέτοιες αξιώσεις, αυτού του είδους, τόσα χρόνια μετά. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως πρόκειται απλώς για φυσική φθορά, που δεν μπορεί να καταλογιστεί στον εργολάβο, όπως και το σπασμένο κεραμίδι ή ο λερωμένος τοίχος ή οι ρωγμές. Είναι γεγονός πως ο ΜΥ1 αναφέρθηκε και πάλι σε κακή μέθοδο, αλλά εν τέλει εννοούσε την αποκόλληση, που δεν εξήγησε πως μπορεί να οφείλεται σε κακή μέθοδο ή κακή συγκόλληση, και δεν απέκλεισε ξεκάθαρα το ενδεχόμενο να οφείλεται σε φυσική φθορά, δηλαδή στο πέρασμα των χρόνων, να μπορεί απλώς να ξεκολλήσει σε κάποια σημεία το τοποθετημένο κατρόχαρτο, λόγος για τον οποίο θα πρέπει να ελέγχεται και να γίνεται συντήρηση. Η αποκόλληση του κατρόχαρτου από τα στηθαία, ως αποτέλεσμα που συνέβη σε ανύποπτο χρόνο και δεν αποδίδεται ακριβώς σε συγκεκριμένη τεχνική, δεν συνιστά ουσιώδη απόκλιση της κατασκευής από την συμφωνημένη, ή σοβαρό τεχνικό ελάττωμα σε επίπεδο κακοτεχνίας, που επηρεάζει την αξία της οικοδομής που αγόρασαν οι Εναγόμενοι και τους παραδόθηκε. Πρόσθετα, η αναφορά του ΜΥ1 πως, λόγω της τοποθέτησης της μόνωσης στην οροφή, υπήρξε και αποκόλληση της σπάτουλας και της μπογιάς των ταβανιών και των τοίχων στα δύο υπνοδωμάτια στον όροφο της οικίας, δεν ήταν αρκετά σαφής, για να μπορεί να διακρίνει το Δικαστήριο, ακόμα κι αν θεωρούσε την αποκόλληση του κατρόχαρτου που διαπιστώθηκε κάποια χρόνια μετά την παράδοση της κατοικίας ως τεχνικό ελάττωμα, ότι υπάρχει και αδιάσπαστη αιτιώδης σύνδεση κάποιας ζημιάς. Ότι πέρασε νερό από τα συγκεκριμένα σημεία από όπου υπήρξε αποκόλληση, και το νερό κατέληξε ή και έφτασε μέχρι το σημείο να αποκολληθούν σπάτουλα και μπογιά από τα ταβάνια και τους τοίχους, σε συγκεκριμένους χώρους, χωρίς να μεσολαβήσει και οποιαδήποτε άλλη ουσιώδης αιτία. Ο χρόνος που διέρρευσε από την παράδοση μέχρι την διαπίστωση τέτοιου προβλήματος, που δεν ήταν εύλογος, δημιουργεί προφανώς ερωτηματικά. Επίσης, το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την επιδιόρθωση οποιουδήποτε προβλήματος έγκαιρα, αναμένοντας από την Ενάγουσα να αναλάβει ένα κόστος, που πλέον δεν μπορεί να διακριθεί από το κόστος ανακαίνισης της κατοικίας.
(4)Δεν έγινε, κατά τον ΜΥ1, πρόνοια για την εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης «storage heaters». Ο ΜΥ1 δεν διευκρίνισε, από πού άντλησε την υποχρέωση αυτή του εργολάβου, και τι εννοεί πως δεν έγινε πρόνοια για την εγκατάσταση «κεντρικής θέρμανσης». H MY5 αναφέρονταν σε κάτι άλλο, σε βάσεις για σώματα θέρμανσης, όταν διαπίστωσε ότι τον χειμώνα χρειάζεται θέρμανση στο σπίτι. Από την άλλη, ο ΜΕΥ1 εξήγησε πως η αναφορά σε «storage heaters», που απλώς έγινε στο Τεκμήριο 6, σημαίνει πρίζες ηλεκτρικές, πάνω στις οποίες μπορεί να συνδέσει ο ιδιοκτήτης ηλεκτρικά σώματα (storage heaters), για τη θέρμανση. Τοποθετήθηκαν. Ότι έγινε η πρόνοια, το υποστήριξε και ο ΜΕ1. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει απόκλιση από τα σχέδια και τις προδιαγραφές, λόγω κάποιας παράλειψης. Συνακόλουθα, κάποια εκτίμηση, που περιλαμβάνεται στην εκτίμηση του ΜΥ1, για ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, δεν αποδείχθηκε ως εκτίμησης αναγκαίας εργασίας.
(5)Ενώ, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές, η κύρια είσοδος της κατοικίας θα κατασκευάζονταν από συμπαγές ξύλο δρυ, όπως αναφέρει ο ΜΥ1, τοποθετήθηκε θύρα από αλουμίνιο. Ο ΜΥ1 δεν απέκλεισε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών ως προς τη θύρα εισόδου που θα χρησιμοποιούνταν, εάν δηλαδή η θύρα αλουμινίου επιλέχθηκε ως βελτιωτική αλλαγή. Σε κάθε περίπτωση, δεν μαρτυρείται ως ουσιώδης απόκλιση ή σοβαρό τεχνικό ελάττωμα, ούτε ως τέτοια αυθαίρετη αλλαγή που δημιουργεί διαφορά κόστους/αξίας, ώστε να χρήζει αποζημίωσης.
(6)Η σωλήνα παροχής νερού προς τη γούρνα της κουζίνας, κατά τον ΜΥ1, τοποθετήθηκε εξωτερικά της τοιχοποιίας, αντί εντός καναλιού, όπως συνηθίζεται, με αποτέλεσμα να υπάρχει θέμα αισθητικής. Η ΜΥ5 ανέφερε πως η σωλήνα αυτή υπήρχε και κατά την παράδοση. Αυτή η σωλήνα φαίνεται και στη φωτογραφία 3, που έλαβε ο ΜΥ1. Ο ΜΕΥ1 ανέφερε πως, στη φάση της παράδοσης, δεν υπήρχε, την είδε πρώτη φορά από τη φωτογραφία 3, δεν υπήρχε ούτε στα σχέδια, δεν ξέρει πώς βρέθηκε, τι έκαναν οι ιδιοκτήτες, δεν υπήρχε, όταν επιθεώρησε για έγκριση. Αφήνοντας να νοηθεί πως μπορεί να οφείλεται σε μεταγενέστερη παρέμβαση, που δεν έχει σχέση με καθαυτή την κατασκευή. Αυτή την εκδοχή υποστηρίζει και ο ΜΕ1, λέγοντας πως δεν υπήρχε πρόνοια για εγκατάσταση σωλήνας παροχής νερού προς τη γούρνα της κουζίνας, και ουδεμία εγκατάσταση τέτοιας σωλήνας τοποθέτησε εξωτερικά του τοίχου η Ενάγουσα. Επιπλέον, ουδέποτε ενημερώθηκε για οποιοδήποτε πρόβλημα. Εάν υπάρχει, όπως είπε, οφείλεται σε μεταγενέστερη πράξη των Εναγόμενων. Ο ΜΥ1 ανέφερε γενικά πως, από αυτά που είδε επιτόπου, δεν θεωρεί πως έγινε μεταγενέστερη παρέμβαση, χωρίς όμως να εξηγεί για ποιους λόγους την αποκλείει. Λόγω της παρόδου του χρόνου από την παράδοση μέχρι την αναφορά τέτοιας διαπίστωσης, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για άμεση αναφορά τέτοιας προεξέχουσας σωλήνας, και το ότι πρόκειται για κάτι προφανές (το να προεξέχει μια σωλήνα, φαίνεται), δεν μπορεί να πείσει το Δικαστήριο η εκδοχή ότι υπήρχε τέτοια σωλήνα κατά την παράδοση και ότι έγινε από την Ενάγουσα. Πέραν αυτού, ακόμα κι αν θεωρούνταν ότι η Ενάγουσα, για άγνωστους λόγους, άφησε μία σωλήνα να προεξέχει, εκτός από το αισθητικό αποτέλεσμα, δεν αναφέρεται κάποια λειτουργική αδυναμία της κατοικίας, ούτε το γεγονός πως η σωλήνα προεξέχει μεταφράζεται σε συγκεκριμένη σοβαρή τεχνική παράβαση από την Ενάγουσα, που να προκαλεί μείωση της αξίας του ακινήτου που αγόρασαν οι Εναγόμενοι από την Ενάγουσα, ή άλλη ζημιά. Έχοντας υπόψη τη συμφωνία και τα σχέδια, ως έχουν στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα δεν θα έφερε το κόστος για τη βελτίωση ή τελειοποίηση του αισθητικού αποτελέσματος στο συγκεκριμένο σημείο.
(7)Σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό σχέδιο 2, στον ακάλυπτο χώρο στάθμευσης, έπρεπε να κατασκευαστεί πλακόστρωτο, αλλά αφέθηκε κενός χώρος 55 εκατοστά, για να χρησιμοποιηθεί ως ανθώνας. Ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων για την δημιουργία του ανθώνα ή τη χρήση σταμπωτού μπετόν. Η ΜΥ5 αρνήθηκε συγκεχυμένα το ενδεχόμενο ύπαρξης συμφωνίας και όχι ανάληψης πρωτοβουλίας της Ενάγουσας ως προς τη δημιουργία ανθώνα ή τη χρήση σταμπωτού μπετόν αντί ξεχωριστών πλακών. Ο ΜΕ1 αναφέρει πως ο ανθώνας ήταν απαίτηση των Εναγόμενων, που εφόσον δεν επηρέαζε την τελική έγκριση, ακολουθήθηκε. Ο ίδιος δεν είχε λόγο να κατασκευάσει ανθώνα για τους Εναγόμενους ή να επιλέξει να κατασκευάσει άλλη εργασία, που θα συνιστούσε και πρόσθετη εργασία, εφόσον πρόσθεσε κατασκευή που να φεύγει το νερό από τον κήπο, ειδικό φυτόχωμα, μόνωση του τοίχου. Στη φωτογραφία 11, φαίνεται, πάντως, πως φυτεύτηκαν και λουλούδια στον ανθώνα. Η ρηγμάτωση στο σταμπωτό μπετόν, στη φωτογραφία 13, δεν υποδηλώνει κατ' ανάγκη χρήση ακατάλληλης μεθόδου ή υλικού κατά την κατασκευή, ενώ δεν είναι και γνωστή η χρήση του χώρου αυτού, που μεσολάβησε από την παράδοση της κατοικίας μέχρι τη λήψη της φωτογραφίας 11. Σε κάθε περίπτωση, η έγκριση του κτιρίου από την αρμόδια αρχή, δεν συνηγορεί με την εκδοχή του ΜΥ1 ότι συνιστά ουσιώδη απόκλιση από τα σχέδια των οικοδομικών αδειών ή ότι επηρεάζει τη χρήση της κατοικίας. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως υπάρχει κακοτεχνία ή παράλειψη στο σημείο αυτό, που να αφαιρεί και από την αξία της κατοικίας ή άλλως πώς να ζημιώνει τους Εναγόμενους, κατά τρόπο ώστε οι Εναγόμενοι να πρέπει να αποζημιωθούν.
(8)Το γραφιάτο της προεξοχής της οροφής στην πίσω όψη της οικίας έχει αποκολληθεί και αποσαρθρωθεί, θεωρεί, ο ΜΥ1, λόγω των προβλημάτων της υγρομόνωσης της οριζόντιας οροφής της οικίας. Όπως όμως εξηγήθηκε, όσον αφορά την υγρομόνωση της οριζόντιας οροφής της οικίας, δεν συνιστά ουσιώδη απόκλιση της κατασκευής από την συμφωνημένη, ή κακοτεχνία, που επηρεάζει την αξία της οικοδομής που αγόρασαν οι Εναγόμενοι και τους παραδόθηκε, ενώ η χρονική απόκλιση των διαπιστώσεων του ΜΥ1 από την παράδοση της κατοικίας στον αποκλειστικό έλεγχο των Εναγόμενων, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποκλείσει πως οποιαδήποτε προβλήματα στην κατοικία που σχετίζονται με το γραφιάτο ή τα επιχρίσματα ή αποκολλήσεις κεραμιδιών, κατρόχαρτου ή τσεκολαδούρων οφείλονται στην πάροδο του χρόνου ή σε άλλη αιτία, σε συνάρτηση με την απουσία ελέγχου κατά την παραλαβή και εντός εύλογου χρόνου, ή και επαρκούς συντήρησης, όπως ήταν η εκδοχή των ΜΕΥ1 και ΜΕ1.
(9)Η ξύλινη θύρα του κουτιού των μετρητών της ΑΗΚ, κατά τον ΜΥ1, δεν είναι από ξύλο marine plywood που αντέχει στις εξωτερικές καιρικές συνθήκες, οπότε έχει φουσκώσει, αποφλοιωθεί και καταστραφεί. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως, με βάση τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ξύλο marine plywood για το κουτί των μετρητών της ΑΗΚ, ακόμα κι αν το ξύλο marine plywood είναι πιο ανθεκτικό στις καιρικές συνθήκες. Ούτε μαρτυρείται πως το υλικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν ακατάλληλο για την χρήση του, ακόμα κι αν δεν είναι ίδια ανθεκτικό με άλλο.
(10)Στο ντουζ του χώρου υγιεινής του κυρίως υπνοδωματίου, όπως επισήμανε ο ΜΥ1, δεν έχει τοποθετηθεί παροχή ζεστού νερού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Εξηγεί την εργασία που θα πρέπει να γίνει, για την τοποθέτηση νέας παροχής ζεστού νερού και τη σύνδεσή της με το μίξερ του ντους. Ο ΜΕΥ1 ανέφερε πως, ο ίδιος, πηγαίνοντας να παραλάβει την κατοικία, δεν έλεγξε αν τρέχει νερό ζεστό ή κρύο. Δεν βλέπει, όπως είπε, λογική να μην μπει ή και μετέπειτα να μην αναφερθεί άμεσα, εάν υπήρχε τέτοιο πρόβλημα. Όπως κατεβαίνουν από τον ηλιακό, διακλαδώνονται και μπαίνουν σε όλα τα σημεία, το βλέπει λίγο παράδοξο να μην διακλαδωθεί σε έναν νιπτήρα μόνο. Μπορεί, όμως, όπως είπε, να έγινε λάθος, δεν είναι σίγουρος, αλλά μπορεί και το πρόβλημα, που ως τέτοιο το επισήμανε ο συνάδελφος του, να οφείλεται σε πέτρα στο φίλτρο ή σε άλλη αιτία, εφόσον δεν ελέγχθηκε εσωτερικά του τοίχου η έλλειψη παροχής. Ως γεγονός, ο ΜΥ1 ανέφερε πως δεν γνωρίζει εάν έγινε ή όχι παροχή εσωτερικά, απλώς συμπεραίνει από αυτά που είδε, κατά την επιθεώρησή του. Ο ΜΕ1 υποστήριξε πως η παροχή έγινε και λειτουργούσε και κανονικά κατά την παράδοση, ωστόσο, εφόσον ο ίδιος ουδέποτε κλήθηκε από τους Εναγόμενους να εξετάσει κάποιο πρόβλημα, δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί, όπως οι ίδιοι θέτουν, δεν έχουν ζεστό νερό. Αναγκαστικά, εφόσον δεν διαπιστώθηκε η απουσία σωλήνωσης ή παροχής εσωτερικά του τοίχου με κάποιον τρόπο, αλλά η εκτίμηση του ΜΥ1 προκύπτει εξ υπόθεσης λόγω μη ύπαρξης ζεστού νερού, που όμως εξ υπόθεσης μπορεί να οφείλεται και σε άλλη αιτία, σε συνάρτηση με το γεγονός της χρονικής απόκλισης των διαπιστώσεων αυτών, στην απουσία της άλλης πλευράς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα ότι δεν έγινε παροχή ζεστού νερού στο ντους του ενός εκ των υπνοδωματίων, στη βάση απλώς της ετεροχρονισμένης υπόθεσης του ΜΥ1.
(11)Ο ΜΥ1 ανέφερε πως δεν τοποθετήθηκε τσεκολαδούρα στην βάση του ξύλινου πάγκου του χώρου υγιεινής στον όροφο και είναι εκτεθειμένη στα νερά από τη χρήση του μπάνιου ή το σφουγγάρισμα. Ο ΜΕΥ1, από την άλλη, υπέδειξε πως, από τις φωτογραφίες 22 και 23 που έλαβε ο ΜΥ1, φαίνεται κομμάτι τσεκολαδούρας, που υπάρχει δεξιά. Φαίνεται και η γραμμή της γόμας, που διακρίνεται από τη γραμμή του κεραμικού. Το πιο πιθανό, όπως είπε, είναι να υπήρχε, να ξεκόλλησε και να έφυγε. Ο ΜΕ1, επίσης, ανέφερε πως τοποθέτησε κανονικά όλες τις τσεκολαδούρες, δεν είχε λόγο να αφήσει ημιτελή την εργασία. Και πάλι, η ετεροχρονισμένη διαπίστωση του ΜΥ1, σε συνάρτηση με ό,τι φαίνεται στις φωτογραφίες που προσκόμισε, δεν επιτρέπει την εξαγωγή δικαστικού συμπεράσματος ότι εξ αρχής παραλείφθηκαν οι τσεκολαδούρες ή, εάν τοποθετήθηκαν και αποκολλήθηκαν, να υποθέσει μόνο του Δικαστήριο πως υπάρχει ζήτημα κακού υλικού με το οποίο έγινε η στερέωσή τους.
(12)Το επίχρισμα των τοίχων στην οριζόντια οροφή, στον χώρο τοποθέτησης των ντεπόζιτων, έχει αποκολληθεί από το υπόστρωμα, με αποτέλεσμα, κατά τον ΜΥ1, να υπάρχουν δίοδοι εισχώρησης όμβριων υδάτων εντός της κατοικίας. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία ότι η αποκόλληση του επιχρίσματος οφείλεται σε τεχνική παράλειψη ή κακοτεχνία ή κακό υλικό, και όχι σε φυσική φθορά. Η διαπίστωση του ΜΥ1, αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της κατοικίας και της λειτουργίας της υπό τον απόλυτο έλεγχο της πλευράς των Εναγόμενων, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάγει συμπέρασμα πως η αποκόλληση των επιχρισμάτων οφείλεται σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη της Ενάγουσας κατά την κατασκευή. Πρόσθετα, η αναφορά του ΜΥ1 περί διόδων εισχώρησης όμβριων υδάτων εντός της κατοικίας δεν μεταφράζεται σε συγκεκριμένη ζημιά των Εναγόμενων, αιτιωδώς συνδεδεμένη με πράξη ή παράλειψη της Ενάγουσας κατά την κατασκευή.
(13)Η απόσταση της κατοικίας από το σύνορο στην πίσω αριστερή γωνιά της οικίας, όπως θέτει ο ΜΥ1, ανέρχονταν σε 285 εκατοστά, ενώ η ελάχιστη επιτρεπόμενη, όπως αναφέρει, είναι 300 εκατοστά. Ο κατασκευαστής, όπως υποστηρίζει, αφαίρεσε ένα μικρό τρίγωνο διαστάσεων 64 x 45 από τη γωνία του καθιστικού, για να έχει τουλάχιστον απόσταση 285 εκατοστά. Εάν η κατοικία κατασκευάζονταν σύμφωνα με τα σχέδια, η απόσταση της πίσω αριστερής πλευράς από το σύνορο θα ήταν 252 εκατοστά. Ο ΜΥ1 εξέφρασε την γνώμη, το 2017, ότι ενδεχομένως να υπήρχε πρόβλημα με το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Ωστόσο, με δεδομένο ότι εκδόθηκε πιστοποιητικό έγκρισης, η γνώμη του ΜΥ1 επ' αυτού διαψεύστηκε. Στη βάση αυτή, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει, αντίθετα από το πιστοποιητικό έγκρισης, ότι υπάρχει απόκλιση από τα εγκεκριμένα σχέδια, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι οικοδομικές άδειες.
(14)Δεν τοποθετήθηκε, κατά τον ΜΥ1, πτυσσόμενη σκάλα για πρόσβαση από το δάπεδο ορόφου της οικίας στην οροφή της οικίας. Ο ΜΕΥ1, από την άλλη, ανέφερε πως τοποθετήθηκε από τον εργολάβο και υπήρχε και κατά την παράδοση. Κατά την αντεξέτασή του, δέχθηκε πως δεν θυμάται, αλλά του είπε ο εργολάβος ότι τοποθετήθηκε. Ο ΜΕ1 υποστήριξε πως τοποθετήθηκε κανονικά, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει εάν εκ των υστέρων, μετά την παράδοση, αφαιρέθηκε ή μετακινήθηκε. Ως προς το γεγονός, εάν τοποθετήθηκε ή όχι, από τις δύο αντίθετες εκδοχές, δεν μπορεί να επιλεγεί η εκδοχή του ΜΥ1, λόγω της χρονικής απόκλισης της παράδοσης και της επιθεώρησης που διενήργησε ο ίδιος, που αφήνει ανοιχτό κάθε άλλο ενδεχόμενο, σε συνάρτηση με το γεγονός πως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένη μαρτυρία για αναφορά απουσίας προφανούς κατασκευής, ως είναι μια πτυσσόμενη σκάλα, κατά την παραλαβή της κατοικίας από τους Εναγόμενους ή εντός εύλογου χρόνου από αυτήν.
(15)Οι ρόζοι του ξύλου σε όλες τις ξύλινες κάσες θυρών της οικίας έχουν αλλάξει χρώμα, όπως υποστηρίζει ο ΜΥ1, και θα πρέπει να γίνει ξανά χρωματισμός τους. Δεν υπάρχει οτιδήποτε στη συμφωνία ή σε όσα έγγραφα κατατέθηκαν στο Δικαστήριο που να προδιαγράφεται το είδος του ξύλου στις κάσες θυρών, μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκε ακατάλληλο υλικό, ή ότι ο αποχρωματισμός οφείλεται σε κακοτεχνία ή παράλειψη από πλευράς της Ενάγουσας. Συνολικά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην έκθεση του Τεκμηρίου 8 που ετοίμασε ο ΜΥ1, αρκετό καιρό μετά την παραλαβή της κατοικίας από τους Εναγόμενους, χωρίς προηγούμενη επιθεώρηση από την Ενάγουσα, για να διαπιστώσει αποκλίσεις από τα κατασκευαστικά σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές που περιέχονται σε αυτά ή κακοτεχνίες. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Πρόσθετα, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1, ανέφερε στο Δικαστήριο πως θεωρεί τα ευρήματά του πως συνιστούν σοβαρά κατασκευαστικά ελαττώματα, κατά τρόπο που δεν έπεισε το Δικαστήριο. Η κατοικία έχει πιστοποιηθεί από την αρμόδια αρχή ως σύμφωνη με τις οικοδομές άδειες και τα σχέδια και προδιαγραφές που περιλήφθηκαν σε αυτές. Αναφέρθηκε, ο ΜΥ1, στα υλικά, λέγοντας πως κάθε υλικό έχει μια διάρκεια ζωής, αλλά τα προβλήματα που αντιμετώπισε δεν έχουν σχέση με γήρανση, δεν αναμένεται να αποκολληθούν τα επιχρίσματα μετά από έξι χρόνια, ως φυσική φθορά, επειδή υπάρχει ήλιος ή υγρασία, δεν είναι θέμα συντήρησης ή φθοράς, και ότι η συντήρηση γίνεται ανάλογα και με τα υλικά που υπάρχουν. Ωστόσο, δεν εξήγησε πώς αποκλίνουν τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση με τα υλικά που, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, και από πού αντλεί το επίπεδο σε σχέση με τα υλικά που, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν (ποια; ) αντί αυτών που χρησιμοποιήθηκαν (ποιων; ). Δεν αναμένεται, όπως έθιξε, να γίνει συντήρηση στην υγρομόνωση που δεν υπάρχει, αλλά η συνήθης συντήρηση είναι ανά 10 χρόνια, ενώ άλλες υγρομονώσεις μπορούν να κρατήσουν μέχρι και 20 έτη. Δεν εξήγησε από πού προκύπτει η εκτίμηση αυτή, αναφορικά με ποια μόνωση, και από πού αντλεί το επίπεδο σε σχέση με τη μόνωση που, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, με τα δεδομένα της συμφωνίας στην προκειμένη περίπτωση, που δεν είναι πλήρες εργολαβικό συμβόλαιο. Του υποβλήθηκε πως η έρευνα που έκανε, αρκετά χρόνια μετά την περάτωση της κατοικίας, δεν θα μπορούσε να είναι ασφαλής όσον αφορά τα ευρήματα, και να αποδώσει ευθύνες και ελαττώματα στον κατασκευαστή. Ο ΜΥ1 παρέπεμπε απλώς στο περιεχόμενο της έκθεσής του, τονίζοντας πως τα περισσότερα ευρήματά του συνιστούν παραλείψεις από τα εγκεκριμένα σχέδια (τα οποία όμως οδήγησαν στην έγκριση της οικοδομής από την αρμόδια αρχή, διαψεύδοντας και αρκετές από τις εκτιμήσεις του ΜΥ1). Δεν γνωρίζει, ο ΜΥ1, εάν κάποια από τα προβλήματα είχαν εντοπιστεί από τους Εναγόμενους κατά τον πρώτο καιρό που έλαβαν την κατοχή, και σε αρκετές αναφορές του βασίστηκε στα λεγόμενα της Εναγόμενης 2, θεωρώντας τα αυτά ως δεδομένα, αλλά και κατά τρόπο που επηρεάζουν και τα συμπεράσματά του. Φαίνεται να κατέβαλε προσπάθεια προβολής ελαττωμάτων, όσον το δυνατόν περισσότερων, προκειμένου να «προσαρμοστεί» το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα πώλησης, και να μηδενιστεί. Συμπερασματικά, ενώ η Ενάγουσα απέδειξε πως οφείλεται το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ανταπαίτησή τους για το κόστος εργασιών για την επιδιόρθωση κακοτεχνιών και παραλείψεων που υπολόγισε ο ΜΥ1 στο ποσό των €16.060,84, ούτε την ανταπαίτησή τους για κόστος «ηλεκτρικών εγκαταστάσεων» €1.856,00, ούτε την ανταπαίτησή τους για περαιτέρω αποζημιώσεις για ζημιά ή απώλεια που υπέστησαν λόγω της μη εκτέλεσης συμβατικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Δεν αμφισβητείται πως οι Εναγόμενοι υπέστησαν έξοδα πραγματογνωμοσύνης (€650,00) και έξοδα ετοιμασίας πολεοδομικής μελέτης (€1.800.00), ωστόσο η μαρτυρία του ΜΥ1, στα σημεία όπου υπήρξε αντίθετη μαρτυρία, δεν μπόρεσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόμενων, ενώ δεν καταδείχθηκε η ανάγκη διενέργειας πολεοδομικής μελέτης και υποβολής των Εναγόμενων σε τέτοιο έξοδο. Οι Εναγόμενοι, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν δικαιούνται ούτε σε διάταγμα ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην πληρωμή του υπολοίπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, λόγω κακοτεχνιών ή παραλείψεων. Γενικότερα, οι Εναγόμενοι δεν είναι δυνατόν να αποφύγουν την πληρωμή του υπόλοιπου εκ του τιμήματος πώλησης του ακινήτου, για οποιονδήποτε εκ των λόγων που εξέθεσαν στην υπόθεσή τους. Η δυσαρέσκεια που κατανοητά μπορεί να αισθάνονται οι Εναγόμενοι από την εξέλιξη της συμβατικής τους σχέσης με την Ενάγουσα, όσον αφορά είτε το αποτέλεσμα που τελικά έλαβαν, είτε τους ρυθμούς με τους οποίους προχώρησε το έργο, θα μπορούσαν και ίσως θα έπρεπε να διασφαλίζονταν καλύτερα μέσα από τη συμφωνία που συνήψαν με την Ενάγουσα. Η σύμβαση για την αγορά κατοικίας βάσει σχεδίων (off-plan) γενικά ενέχει ορισμένους κινδύνους που σχετίζονται με την διαρκέστερη και πολυπλοκότερη εκτέλεσή της, που στον βαθμό που δεν μπορούν να προβλεφθούν στο σύνολό τους, θα βοηθούσε, αμφότερα τα μέρη, εάν διασφαλίζονταν με κατάλληλες συμβατικές ρήτρες. Η αναζήτηση νομικής βοήθειας για και κατά τη σύναψη τέτοιου είδους συμβάσεων, ενδεχομένως να αυξάνει το επίπεδο προστασίας των συμβαλλομένων μερών, ιδίως όσον αφορά την αντιμετώπιση τυχόν κατασκευαστικών ελαττωμάτων. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτησή της για το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, και γι' αυτό εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €24.616,00, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι, παρά την επιμελή και πλήρη προσπάθεια των συνηγόρων τους, δεν απέδειξαν την ανταπαίτησή τους εναντίον της Ενάγουσας για κακοτεχνίες ή παραλείψεις ή ζημιές και απώλειες ή έξοδα, και η ανταπαίτηση τους εναντίον της Ενάγουσας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [3] Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 ΑΑΔ 832, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298. [4] Συνοπτικά στην Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society [1998] 1 All E.R. 98, σελ. 114-115, και Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38, και στην εγχώρια νομολογία ενδεικτικά: Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 CLR 623, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 ΑΑΔ 168, Mιχαήλ ν. Kωμοδρόμου
(1997)1 ΑΑΔ 576, Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΤΔ
(1998)1 ΑΑΔ 2335, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 ΑΑΔ 2014, Ευθυμίου ν. Δημητρίου
(2001)1 ΑΑΔ 1721, Ζήνωνος ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 927, Καραολή ν. Λαούρη
(2008)1 ΑΑΔ 225, Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου
(2011)1 ΑΑΔ 199, Μarfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Χατζηνεοκλέους και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 595, και άλλες. [5] Sirius International Insurance Co (Publ) v FAI General Insurance Ltd [2004] UKHL 54 σελ. 19 και Rainy Sky SA v kookmin Bank [2011] UKSC
  1. [6] Wood v Capita Insurance Services Ltd [2017] UKSC
  2. [7] Bank of New Zealand v Simpson [1900] AC
  3. [8] BOC Group Plc v Centeon LLC [1999] 1 All E.R. (Comm)
  4. [9] Oceanbulk Shipping and Trading SA v TMT Asia Ltd [2010] UKSC
  5. [10] Proforce Recruit Ltd v Rugby Group Ltd [2006] EWCA Civ 69· και Jones v Bright Capital Ltd [2006] All E.R. (D) 87 (Dec)· ο Lord Hoffmann ήταν επικριτικός στη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου ιδιωτικού λεξιλογίου στην Partenreederei MS Karen Oltmann v Scarsdale Shipping Co Ltd, The Karen Oltmann [1976] 2 Lloyd's Rep
  6. [11] 8 Static Control Components (Europe) Ltd v Egan [2004] EWCA Civ 392· και KPMG LLP v Network Rail Infrastructure Ltd [2007] EWCA Civ 363· και HIH Casualty and General Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co [2001] EWCA Civ 735· και St Ivel Ltd v Wincanton Group Ltd [2008] EWCA Civ 1286· και Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd's Rep
  7. [12] Halsbury's Laws of England/Contract (Volume 22
(2012))/5. Contractual Terms/
(1)Representations and Terms/(ii) Interpretation of Express Contractual Terms/
  1. Particular rules, or guidelines. [13] John Lee & Son (Grantham) Ltd v Railway Executive [1949] 2 All E.R. 581· και Pera Shipping Corpn v Petroship SA, The Pera [1984] 2 Lloyd's Rep 363 σελ. 365· και Tam Wing Chuen v Bank of Credit and Commerce Hong Kong Ltd [1996] 2 BCLC 69 σελ. 77, PC· και Royal and Sun Alliance Insurance Plc v Dornoch Ltd [2004] EWHC 803 (Comm). [14] Βλ. και άρθρο 37 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  2. [15] Άρθρο 51 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. [16] Άρθρα 52 & 54 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  4. [17] Άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  5. [18] Άρθρα 52 & 54 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  6. [19] Βλ. και άρθρο 39 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  7. [20] H W Nevill (Sunblest) Ltd v William Press & Son Ltd
(1981)20 BLR 78, Tomkinson v St Michael
(1990)6 Const LJ 319, Pearce & High Ltd v Baxter [1999] CLC 749, CA, Raymond Construction Pte Ltd v Low Yang Tong
(1998)14 Const LJ 136, HC Singapore. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.