Αναφορικά με την Αίτηση του Σάββα Σάββα εκ Λεμεσού, Παραλήπτη/Διαχειριστή όλης της περιουσίας της WARDBASE TRADING LIMITED ν. RCB BANK LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 96/2021, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 96/2021 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 334-344 ως έχουν τροποποιηθεί -και- Αναφορικά με την εταιρεία WARDBASE TRADING LIMITED (αρ. εγγραφής ΗΕ 294069) εκ Λεμεσού -και- Αναφορικά με την Αίτηση του Σάββα Σάββα εκ Λεμεσού, Παραλήπτη/Διαχειριστή όλης της περιουσίας της WARDBASE TRADING LIMITED, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 10/10/2012 προς όφελος της VTB CAPITAL PLC, εκ Λονδίνου Ηνωμένου Βασιλείου Μεταξύ: Σάββας Σάββα εκ Λεμεσού, 12 Κολωνακίου WEST BLOCK, 1ος όροφος, γραφείο 102, Άγιος Αθανάσιος, 4103, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης (Receiver) όλης της περιουσίας της WARDBASE TRADING LIMITED, εκ Λεμεσού (ΗΕ 294069) Αιτητής -και- 1. RCB BANK LTD, εκ Λεμεσού, οδός Αμαθούντος αρ. 2, 3015 2. MAGNUMSERVE SECRETARIAL LTD, εκ Λεμεσού, οδός Χρυσάνθου Μυλωνά αρ. 10, MAGNUM HOUSE, 3030 Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------------- Εναρκτήρια Αίτηση ημερ. 10/03/21 υπό του Σάββα Σάββα Παραλήπτη/Διαχειριστή της WARDBASE TRADING LTD για Διατάγματα Αποκάλυψης Ημερομηνία: 10/01/2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Π. Βορκάς για κ.κ. Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ού η Αίτηση 1: κα Ι. Μιχαήλ για κ.κ. A.G. Erotocritou LLC Για Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Κ. Πίττας για κ.κ. Soteris Pittas & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η I. Η υπό κρίση Αίτηση και η Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1 I.1. Οι ζητούμενες θεραπείες της υπό κρίση αίτησης:- Με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή της WARDBASE TRADING LTD («WARDBASE»), ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, εξαιτείται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 διάταγμα αποκάλυψης δια καταχώρησης και επίδοσης ένορκης δήλωσης που να αποκαλύπτει (παράθεση Δικαστηρίου κατά συνοπτική αναφορά) όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν ή παραλήφθηκαν για το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών της WARDBASE στην Καθ' ης η Αίτηση 1, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων διευθυντών, μετόχων, αιτήσεων εντύπων, την ταυτότητα και διεύθυνση των προσώπων που υπέγραφαν ή διαχειρίζονταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς είτε στην Κύπρο είτε σε παραρτήματα στο εξωτερικό, καθώς και όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της WARDBASE που τηρούντο στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και κάθε είσπραξη, πληρωμή, μεταφορά, πίστωση, χρέωση από τις 10/10/2012 ή από την ημερομηνία ανοίγματος των λογαριασμών μέχρι σήμερα και όλων των δικαιολογητικών που παρουσιάστηκαν προς τον σκοπό αυτό για να δικαιολογήσουν τις πράξεις αυτές, των σχετικών οδηγιών και των όποιων προσώπων έδωσαν ή υπέγραψαν αυτές. Περαιτέρω, εξαιτείται διάταγμα όπως η Καθ' ης η Αίτηση 1 παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους του Αιτητή (κατά συνοπτική αναφορά) αντίγραφα όλων των εγγράφων που ευρίσκονται άμεσα ή έμμεσα στην κατοχή της και αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν οποιαδήποτε από τα ζητήματα για τα οποία ζητείται αποκάλυψη, όπως αντίγραφα εγγράφων καταπιστεύματος, εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων διευθυντών, μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού με τους υπό αναφορά τραπεζικούς λογαριασμούς σε σχέση με την αιτούμενη περίοδο. Εναντίον δε της Καθ' ης η Αίτηση 2, εξαιτείται διάταγμα αποκάλυψης δια καταχώρησης και επίδοσης ένορκης δήλωσης που να (παράθεση Δικαστηρίου κατά συνοπτική αναφορά) αποκαλύπτει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας των προσώπων που έδιναν εντολές στην Καθ' ης η Αίτηση 2 να διαχειρίζεται τα ζητήματα της WARDBASE, των λεπτομερειών των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούνται ή διατηρούντο στην Κύπρο και το εξωτερικό, των διαχειριστών και υπογραφέων αυτών, των συμφωνιών και εγγράφων στην κατοχή της Καθ' ης η Αίτηση 2 που αφορούν τη μεταβίβαση και επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων της WARDBASE, των δανειακών συμφωνιών, των συμφωνιών εκχώρησης περιουσιακών στοιχείων, ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων πληρεξουσίων, ψηφισμάτων μετόχων και διευθυντών, καθώς και αντίγραφων των εγγράφων στην κατοχή και φύλαξη της που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν όλα αυτά. Η υπό κρίση αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 90, 93, 97, 334-344 του περί Εταιρειών Νόμου, στους περί Εκκαθαρίσεως Εταιρειών Κανονισμούς, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Κ. 1-5, στα Companies (Winding-
- up)Rules 1949 της Αγγλίας, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ 1-9, Δ.55 και Δ.64 και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. I.2. H Ένορκη Δήλωση του Παραλήπτη/Διαχειριστή:- Στην ένορκη δήλωση του Σάββα Σάββα που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση («ΣΣ») αναφέρεται ότι στις 13/07/2020 διορίστηκε Παραλήπτης/Διαχειριστής της WARDBASE και των θυγατρικών της από την VTB CAPITAL PLC («VTB») ως αντιπρόσωπος δανειακής διευκόλυνσης και δικαιούχος κυμαινόμενης επιβάρυνσης δυνάμει συμφωνιών μεταξύ της VTB, της WARDBASE και των θυγατρικών της. Όπως υποστηρίζει, προβαίνει με την ιδιότητα του αυτή στην υπό κρίση αίτηση ώστε μέσω των αιτούμενων διαταγμάτων να καταστεί ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντα του. Όπως εξηγεί ο ΣΣ, η VTB εκ Ηνωμένου Βασιλείου ανήκει στον όμιλο εταιρειών της Ρωσικής τράπεζας VTB Bank, η οποία ενεργεί ως αντιπρόσωπος δανειακής διευκόλυνσης με την WARDBASE και προς όφελος της εκτελέστηκαν ενεχυριάσεις μετοχών και κυμαινόμενες επιβαρύνσεις επί των περιουσιακών στοιχείων της WARDBASE και των θυγατρικών της και ότι η άσκηση των δικαιωμάτων εξ αυτών είχαν ως αποτέλεσμα να διοριστεί αυτός παραλήπτης/διαχειριστής στις 13/07/2020. Όπως αναφέρει ο ΣΣ, η Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι αδειοδοτημένη παροχέας τραπεζικών υπηρεσιών και παρείχε τραπεζικές υπηρεσίες στην WARDBASE, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι, μεταξύ άλλων, η σημερινή παροχέας υπηρεσιών/γραμματέας της WARDBASE. Όπως ορκίζεται ο ΣΣ διορίστηκε ως παραλήπτης/διαχειριστής της WARDBASE εφ' όλης της περιουσίας της σύμφωνα με συμφωνία κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge) που παραχωρήθηκε στην VTB για εξασφάλιση δανείου ύψους RUB 88,000,000,000 εκ των οποίων το ποσό των RUB 21,000,000,000 πλέον τόκοι οφείλονται από 15/11/2018 στην Ρωσική Τράπεζα NATIONAL BANK TRUST («ΝΤΒ») ως ο νέος δανειστής/πιστωτής. Συνεχίζοντας, ο ΣΣ υποστηρίζει ότι έχει ζητήσει γραπτώς από την Καθ' ης η Αίτηση 1 ως τραπεζίτες της WARDBASE να του παραδώσει όλα τα έγγραφα και πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης, τα οποία σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία της WARDBASE και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατά παράβαση των νόμιμων της υποχρεώσεων αρνείται και παραλείπει να πράξει τούτο, εμποδίζοντας τον έτσι να εκτελέσει τα καθήκοντα του. Παραδέχεται δε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 έχει καταθέσει την έκθεση περιουσιακής κατάστασης (statement of affairs) παραδίδοντας του αριθμό εγγράφων που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία της WARDBASE, αλλά δεν περιλαμβάνονται σε όσα του έχουν παραδοθεί τα έγγραφα που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Αναφέρει δε, ότι τα πρόσωπα που έλεγχαν την WARDBASE την έχουν ήδη απογυμνώσει από τα περιουσιακά της στοιχεία που αποτελούσαν αντικείμενο της κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της VTB και έθεσαν σε εκκαθάριση τις έξι
(6)θυγατρικές της εταιρείες, παρόλο που και αυτές υπέγραψαν συμφωνίες κυμαινόμενης επιβάρυνσης με την VTB. Προβάλει δε, ότι τόσο η Καθ' ης η Αίτηση 1 όσο και η Καθ' ης η Αίτηση 2 έχουν επιδείξει αρνητική συμπεριφορά στο να παραδώσουν τα έγγραφα που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Στη συνέχεια, ο ΣΣ παραθέτει τα γεγονότα που απέληξαν στον διορισμό του ως παραλήπτη/διαχειριστή της WARDBASE με την συνομολόγηση της συμφωνίας διευκόλυνσης στις 9/10/2012 με την VTB και με την ΝΒΤ να καθίσταται από την 15/11/2018 ως ο μοναδικός πιστωτής της WARDBASE με μεταβίβαση και εκχώρηση του χρέους για ποσό RUB 21,000,000,000. Όπως παραθέτει ο ΣΣ, στις 10/10/2012 η WARDBASE παραχώρησε εξασφάλιση στην VTB επί όλης της περιουσίας της, αντίγραφο της οποίας παραθέτει ως τεκμήριο, ενώ την ίδια ημερομηνία υπεγράφη μεταξύ των ιδίων μερών συμφωνία κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί όλων των περιουσιακών στοιχείων παρόντων και μελλοντικών της WARDBASE, που ενεγράφη δεόντως στον Έφορο Εταιρειών δυνάμει του άρθρου 90 του περί Εταιρειών Νόμου, η οποία προβλέπει την αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων, αντίγραφο της οποίας παραθέτει ως τεκμήριο και προβαίνει σε παράθεση συγκεκριμένων όρων αυτής, μεταξύ άλλων και του όρου που αφορούν τις εξουσίες του παραλήπτη σε σχέση με την άμεση κατοχή, συλλογή και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο της εξασφάλισης. Επίσης παραθέτει ως τεκμήριο δέσμη εγγράφων τα οποία καταδεικνύουν ότι ενεγράφησαν στον Έφορο Εταιρειών άλλες έξι
(6)κυμαινόμενες επιβαρύνσεις μεταξύ της VTB και άλλων έξι
(6)θυγατρικών εταιρειών της WARDBASE, τις οποίες και κατονομάζει. Περαιτέρω, όπως αναφέρει ο ΣΣ, στις 26/06/2014 η WARDBASE ενεχυρίασε το 100% των μετοχών που κατείχε στις έξι
(6)θυγατρικές της εταιρείες στην VTB και παραθέτει ως τεκμήριο αντίγραφο του εντύπου ΗΕ23 ημερ. 17/05/2019 που πιστοποιεί την εγγραφή στο μητρώο επιβαρύνσεων που τηρείται από το Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών των ενεχυριάσεων αυτών, καθώς και της κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί όλων των περιουσιακών στοιχείων της WARDBASE. Ακολούθως, ο ΣΣ κάνει αναφορά στις επιστολές που απεστάλησαν από την VTB στην WARDBASE για γεγονότα αθέτησης, ειδικότερα στην επιστολή ημερ. 16/11/2018 που παραθέτει ως τεκμήριο, με την οποία η VTB την πληροφορούσε ότι η Ρωσική Τράπεζα PJSC OTKRITIE FC ως ο δανειστής την ενημέρωσε ότι είχαν λάβει διάφορα γεγονότα αθέτησης (events of default) και της ζητούσε ως αντιπρόσωπος διευκόλυνσης να αποστείλει επιστολή στην WARDBASE και να απαιτήσει την άμεση πληρωμή του οφειλόμενου ποσού των RUB 21,000,000,000, ενώ με επιστολή ημερ. 13/07/2020, που παραθέτει ως τεκμήριο, η VTB ενημέρωσε την WARDBASE ότι η κυμαινόμενη επιβάρυνση καθίστατο πάγια επί συγκεκριμένων τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο στην Καθ' ης η Αίτηση 1, επί του 100% του κεφαλαίου στις έξι
(6)θυγατρικές και επί όλης της περιουσίας της που είχε την ημέρα της ειδοποίησης και διόρισε τον ίδιο ως ΠΔ, ο οποίος και απέστειλε το έντυπο ΗΕ35 στον Έφορο Εταιρειών. Οι ίδιες ενέργειες έγιναν αναφορικά και με τις έξι
(6)θυγατρικές εταιρείες της WARDBASE, όμως ο Έφορος Εταιρειών αρνήθηκε την καταχώρηση των σχετικών εντύπων ΗΕ35 στα μητρώα του γιατί αυτές είχαν τεθεί υπό εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου, κάτι που δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος, ούτε η VTB και ούτε η ΝΒΤ. Όπως υποστήριξε ο ΣΣ, μετά από σχετική έρευνα στην οποία προέβηκε, διαπίστωσε ότι οι έξι
(6)θυγατρικές τέθηκαν σε εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου σε διαφορετικές ημερομηνίες, μετά από αιτήσεις εταιρειών, για τις πέντε
(5)εξ αυτών η αίτηση υποβλήθηκε από τον παροχέα διοικητικών υπηρεσιών για μικρό χρέος εξόδου διαχείρισης, ενώ παρέθεσε ως τεκμήρια αποσπάσματα δημοσιεύσεων των ημερομηνιών ακροάσεων των σχετικών αιτήσεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Όπως πρόσθεσε ο ΣΣ, σε όλες τις εταιρείες αυτές διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής, ενώ υποστηρίζει ότι η χρονική στιγμή που τέθηκαν σε εκκαθάριση οι θυγατρικές της WARDBASE συμπίπτει με τον χρόνο που αυτή ευρισκόταν σε παράβαση της συμφωνίας εξασφάλισης και των συμφωνιών κυμαινόμενης επιβάρυνσης και η VTB ως αντιπρόσωπος δανειακών διευκολύνσεων άρχισε την διαδικασία εκτέλεσης των εξασφαλίσεων σε βάρος της WARDBASE και των θυγατρικών της. Όπως προβάλλει ο ΣΣ, αυτό έγινε προσχεδιασμένα, ενορχηστρωμένα, σκοπίμως και δολίως από τα πρόσωπα που έλεγχαν την WARDBASE και τις θυγατρικές της για να προκληθούν εμπόδια στην ιχνηλάτηση των αποξενώσεων των περιουσιακών τους στοιχείων και έπραξαν τούτο με το να προκαλέσουν τις εκκαθαρίσεις των έξι
(6)θυγατρικών με βάσει ασήμαντες ή μηδαμινές απαιτήσεις και αμφίβολα χρέη. Η διαδικασία εκκαθάρισης των έξι
(6)θυγατρικών δεν έχει προχωρήσει και ο Επίσημος Παραλήπτης απέρριψε την κοινοποίηση του διορισμού του ως παραλήπτη/διαχειριστή των υπό αναφορά έξι
(6)θυγατρικών παρά το ότι αυτό δεν εμποδίζεται να γίνει μετά την έναρξη εκκαθάρισης και προς τούτο προτίθεται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ώστε να επιβεβαιωθεί ο διορισμός του ως παραλήπτη/διαχειριστή των θυγατρικών της WARDBASE. Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 ο ΣΣ προβάλλει ότι ευθύς αμέσως με τον διορισμό του ως παραλήπτη/διαχειριστή της WARDBASE απέστειλε επιστολή στην Καθ' ης η Αίτηση 1 παραθέτοντας αντίγραφο της ως τεκμήριο, με την οποία την πληροφόρησε, μεταξύ άλλων, για τον διορισμό του και ζήτησε να του παραδώσει πληροφορίες και έγγραφα σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της WARDBASE, πλην όμως η Καθ' ης η Αίτηση 1 επέμεινε επιτακτικά όπως οι διευθυντές της WARDBASE υπογράψουν έντυπα και παρουσιάσουν αντίγραφα του διοικητικού συμβουλίου για αλλαγή του διαχειριστή (signatory) των τραπεζικών λογαριασμών και τον διορισμό του ως τέτοιο ή δικαστική απόφαση περί τούτου ή όπως η VTB υπογράψει έγγραφο απαλλαγής σε σχέση με τους λογαριασμούς της WARDBASE. Παραθέτει ως τεκμήριο αντίγραφα της σχετικής αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε. Περαιτέρω, ο ΣΣ παραθέτει αντίγραφο της επιστολής που απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 1 που επιβεβαιώνουν τον διορισμό του ως παραλήπτη/διαχειριστή και σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία σε τέτοια περίπτωση παύουν οι εξουσίες των διευθυντών και συνεπώς δεν έπρεπε να του ζητείται η προσκόμιση των όσων ζητούσαν. Ουσιαστικά, στην καταληκτική παράγραφο 42 της ένορκης δήλωσης του ΣΣ αποτυπώνεται ο σκοπός της υπό κρίση αίτησης που είναι η ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων και πληροφοριών και παροχή αντιγράφων τους ώστε να τεθούν τα περιουσιακά στοιχεία της WARDBASE στον έλεγχο του, η ιχνηλάτηση τους, ο εντοπισμός του τρόπου αποξένωσης τους, καθώς και η δικογράφηση και απόδειξη απαιτήσεων που θα εγείρει εκ μέρους της WARDBASE για αδικοπραξίες σε βάρος της και ταυτοποίηση των αδικοπραγούντων, κάτι που όπως προβάλλει, η άρνηση της Καθ' ης η Αίτηση 1 τον αποτρέπει στο να προβεί. Σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 2 ο ΣΣ προβάλει ότι της απέστειλε επιστολή ημερ. 27/07/2020 για τα όσα ζητά εναντίον της με την υπό κρίση αίτηση με παράθεση ως τεκμηρίου αντιγράφου αυτής και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2, πέραν της έκθεσης περιουσιακής κατάστασης (statement of affairs) της WARDBASE που δείχνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία και είναι αφερέγγυα, του παρέδωσε κάποια από τα αιτούμενα έγγραφα, αλλά αρνήθηκε για άλλα επικαλούμενη ότι άνευ διατάγματος δικαστηρίου δεν ήταν υποχρεωμένη να το πράξει. I.
- Η Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1:- Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση 1 προβάλλεται (κατά συνοπτική παράθεση από το Δικαστήριο) ότι η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού η Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει αποδεχθεί και αναγνωρίσει τον διορισμό του Σάββα Σάββα ως παραλήπτη/διαχειριστή της WARDBASE και έχει συμμορφωθεί με τις οδηγίες του αποκαλύπτοντας τις πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητήθηκαν με την υπό κρίση αίτηση και ότι δεν παρενέβη καθ' οιονδήποτε τρόπο στην άσκηση των καθηκόντων του. Περαιτέρω, όπως προβάλλεται, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1, καθώς και ότι η καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης είναι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, ότι είναι παράτυπη νομικά και πραγματικά αβάσιμη, χωρίς έρεισμα στην νομολογία και στην νομοθεσία. I.
- H Ένορκη Δήλωση Σβετλάνας Ορφανίδου:- Στην ένορκη δήλωση της Σβετλάνας Ορφανίδου, που όπως ορκίζεται είναι Ανώτερη Λειτουργός στο τμήμα διεθνών πελατειακών σχέσεων και υπηρεσιών της Καθ' ης η Αίτηση 1 (ένορκη δήλωση «ΣΟ») προβάλλεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει ικανοποιήσει πλήρως τα αιτήματα για αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων του Αιτητή. Στη συνέχεια η ΣΟ παραθέτει την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του παραλήπτη/διαχειριστή της WARDBASE και της Καθ' ης η Αίτηση 1 στην οποία παραδέχεται την επιστολή ημερ. 29/07/2020 που απέστειλε ο ΣΣ, ενώ περαιτέρω αναφέρει ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 ζήτησε στις 30/07/2020 δια η-μηνύματος από τον ΣΣ, αντίγραφο του οποίου παραθέτει ως τεκμήριο, να αποστείλει δικαστική απόφαση ή άλλο έγγραφο διορισμού του όπως επίσης και συγκεκριμένα έγγραφα ΚΥC («Know Your Client») βάσει της σχετικής νομοθεσίας, ώστε να καθίσταται δυνατή η χορήγηση πρόσβασης σε πληροφορίες. Αρνείται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 επέμεινε επιτακτικά όπως υπογραφούν έντυπα από τους διευθυντές της WARDBASE και παρουσιαστούν ψηφίσματα του διοικητικού συμβουλίου αλλαγής του διαχειριστή των τραπεζικών λογαριασμών, ως ο ισχυρισμός του ΣΣ και υποστηρίζει ότι από τη λίστα εγγράφων KYC που ζητήθηκαν προκύπτει ότι η αλλαγή αυτή ήταν απαραίτητο να υπογραφτεί μόνο από τον ΠΔ και δεν ήταν απαραίτητη η υπογραφή του από τους προηγούμενους διαχειριστές. Όπως υποστηρίζει η ΣΟ, με νέα επιστολή του ημερ. 10/09/2020 ο ΣΣ ζήτησε εκ νέου τα έγγραφα και πληροφορίες και σε η-μήνυμα ημερ. 11/09/2020 η Καθ' ης η Αίτηση 1 ζήτησε εκ νέου την εκτέλεση των εγγράφων ΚYC. Προβάλλει δε, ότι μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ο Αιτητής δεν είχε προσκομίσει στην Καθ' ης η Αίτηση 1 ούτε τα έγγραφα KYC, ούτε το έγγραφο κυμαινόμενης επιβάρυνσης βάσει του οποίου διορίστηκε ως ΠΔ στις οποίες να εμφαίνονται οι εξουσίες του και ότι αν παραχωρούνταν οι ζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα η Καθ' ης η Αίτηση 1 θα παραβίαζε την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία για ζητήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αυτός ήταν ο λόγος, όπως αναφέρει η ΣΟ, που δεν παραχωρήθηκαν τότε τα έγγραφα και οι πληροφορίες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης τον οποίο αποδίδει στην παράλειψη του ΣΣ να προσκομίσει και να εκτελέσει τα απαραίτητα έγγραφα. Όπως υποστηρίζει η ΣΟ, πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ο Αιτητής δεν είχε ζητήσει από την Καθ' ης η Αίτηση 1 αποκάλυψη εγγράφων που παραλήφθηκαν από αυτή για το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών της WARDBASE, των εγγράφων ΚΥC για τον σκοπό αυτό, αλλά ούτε και την αποκάλυψη της ταυτότητας και άλλων στοιχείων των διαχειριστών ή την αποκάλυψη όλων των τραπεζικών λογαριασμών της WARDBASE και συναλλαγών από την ημερομηνία ανοίγματος μέχρι σήμερα, με εξαίρεση το ιστορικό των συναλλαγών της WARDBASE για το οποίο ο ίδιος ο ΣΣ είχε ζητήσει να συμφωνηθεί το κόστος και το χρονοδιάγραμμα συμμόρφωσης, το οποίο δεν συμφωνήθηκε ποτέ. Περαιτέρω, η ΣΟ αναφέρει ότι μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης έλαβε η Καθ' ης η Αίτηση 1 αντίγραφο του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, κάτι που καταδεικνύεται και στην ένορκη δήλωση του ΣΣ και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις εξουσίες που είχαν παραχωρηθεί στον ΣΣ σε σχέση με την WARDBASE, αλλά ούτε και τα έγγραφα KYC είχαν προσκομιστεί μέχρι τότε. Σε σχέση με την περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση στην ένορκη δήλωση της ΣΟ αναφέρεται ότι στις 15/06/2021 οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση 1 απέστειλαν η-μήνυμα στους δικηγόρους του Αιτητή ζητώντας εκ νέου τα έγγραφα ΚΥC ώστε να καταστεί εφικτή η αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών και εγγράφων, ενώ οι δικηγόροι του Αιτητή στις 14/07/2021 ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα αυτό με αποστολή αντιγράφων των εγγράφων KYC σε αυτούς, για να επανέλθουν οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση 1 ζητώντας πιστοποίηση των πρωτοτύπων εγγράφων KYC από πιστοποιών υπάλληλο ή σε παράρτημα της Καθ' ης η Αίτηση
- Στην συνέχεια, όπως ορκίζεται η ΣΟ, αφού υλοποιήθηκαν τα όσα ζητήθηκαν, η Καθ' ης η Αίτηση 1 αποκάλυψε στον Αιτητή όλες τις πληροφορίες και έγγραφα που ζητούσε, παραθέτοντας ως τεκμήριο την σχετική συνοδευτική επιστολή αποκάλυψης ημερ. 16/09/
- Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η ΣΟ, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 1 ανέμενε ότι, με δεδομένο ότι είχε συμμορφωθεί με τα αιτήματα αποκάλυψης, ο Αιτητής θα απέσυρε την υπό κρίση αίτηση, πληροφορήθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν και ότι η υπό κρίση αίτηση θα προωθείτο. Για τον λόγο αυτό, όπως ορκίζεται η ΣΟ, στις 08/03/2022 οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση 1 απέστειλαν η-μήνυμα στους δικηγόρους του Αιτητή, αντίγραφο του οποίου παραθέτει ως τεκμήριο, ζητώντας να πληροφορηθούν γραπτώς αναφορικά με ποιες πληροφορίες θεωρούν ότι δεν παραχωρήθηκαν και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 στο βαθμό που όντως παραχωρήθηκαν όλες οι αιτούμενες πληροφορίες ανέμενε την απόσυρση της υπό κρίση αίτησης. Σε απάντηση του η-μηνύματος αυτού, η ΣΟ παραθέτει αντίγραφο η-μηνύματος των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 16/03/2022, με το οποίο αναφέρουν ότι πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η Καθ' ης η Αίτηση 1 αρνήθηκε να παραδώσει οποιαδήποτε έγγραφα, ότι τα έγγραφα που παραδόθηκαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης δεν συνοδεύονταν από ένορκη δήλωση αποκάλυψης που να υπογράφεται από αξιωματούχο της Καθ' ης η Αίτηση 1, αλλά ούτε και από κατάλογο καταγραφής αυτών και ότι ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να εξειδικεύσει στο παρόν στάδιο ποια έγγραφα και πληροφορίες που καλύπτονται από την υπό κρίση αίτηση δεν έχουν παραδοθεί από την Καθ' ης η Αίτηση
- Ως εκ τούτου η ΣΟ, ενόψει συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση 1 κρίνει ότι η προώθηση της υπό κρίση αίτησης είναι αδικαιολόγητη και έχει καταστεί άνευ αντικειμένου προκαλώντας αχρείαστα έξοδα και δαπάνες, ενώ αρνείται τον υπαινιγμό ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει, του Αιτητή ότι η άρνηση της Καθ' ης η Αίτηση 1 να εκδοθεί δικαστικό διάταγμα ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων είναι μεμπτή. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, ενώ από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 2/12/21 εκ των Διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση 2 ως γραμματέας της WARDBASE καταχώρησε ένορκη δήλωση παράθεσης πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων με επισυναπτόμενο παράρτημα που αναφέρει ότι περιέχει λεπτομέρειες της ταυτότητας και διευθύνσεων των προσώπων που έδιδαν οδηγίες στην Καθ' ης η Αίτηση 2 για διαχείριση των πραγμάτων της WARDBASE, προς συμμόρφωση με την παράγραφο Β του αιτητικού της υπό κρίση Αίτησης, άνευ εκδόσεως σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου που να τους διατάσσει να το πράξουν. Όπως προκύπτει από η-μηνύματα που απέστειλε η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο Δικαστήριο δεν φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, κάτι που επανέλαβε κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπό κρίση αίτηση για προφορικές διευκρινήσεις. II. Ζητήματα που προκύπτουν εκ των γραπτών αγορεύσεων:- Η πλευρά του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση 1 παρέδωσαν στο Δικαστήριο Γραπτές Αγορεύσεις και προχώρησαν και σε σύντομες προφορικές αγορεύσεις και διευκρινήσεις, ενώ η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 2 παρακολούθησε την εξέλιξη της διαδικασίας. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την μαρτυρία που παρατέθηκε στις ένορκες δηλώσεις του ΣΣ και της ΣΟ και μελέτησε τις θέσεις που πρόβαλε η πλευρά του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση 1 στις γραπτές τους αγορεύσεις και όχι οτιδήποτε ενδεχόμενα να έχει εισαχθεί σε αυτές ως μαρτυρία (βλ. El Fath Co. for International Trade S.A.E. -v- E.D.T. Shipping Ltd και Άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 225). Προτού προχωρήσω στην παράθεση των νομικών αρχών που διέπουν τα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης οφείλω να επισημάνω ότι στην αγόρευση της η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 1 συνόψισε τους λόγους ενστάσεως σε δύο άξονες, ήτοι πρώτον, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε επί ματαίω, αφού η Καθ' ης η Αίτηση 1 ουδέποτε αρνήθηκε να συμμορφωθεί και έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις οδηγίες του παραλήπτη/διαχειριστή παραχωρώντας τις ζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα, ουσιαστικά μη αμφισβητώντας την εξουσία και το δικαίωμα του παραλήπτη/διαχειριστή σε αποκάλυψη και δεύτερο, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη που δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης, όπως παρατέθηκε ανωτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση 1 υποστήριξε ότι η υπό κρίση αίτηση δεν συμπεριέλαβε στην νομική της βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για να τεθεί το νομικό υπόβαθρο για την έκδοση διαταγμάτων, όπως και ότι ο παραλήπτης/διαχειριστής δεν έχει προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας που θα ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης. Εκείνο που διαπιστώνει το Δικαστήριο και έχει τονίσει σε αριθμό αποφάσεων που έχει εξεδώσει, είναι ότι τέτοιος λόγος δεν αποτυπώνεται με επάρκεια στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1, αλλά ούτε και αιτιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο σε αυτή, ενώ η αναφορά σε παρατυπία και στο νομικά και πραγματικά αβάσιμο της αίτησης ένεκα της μη αναφοράς στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 και της μη προσκόμισης μαρτυρίας που να αποδεικνύει τις προϋποθέσεις που αυτό τάσσει, τίθενται για πρώτη φορά στην γραπτή αγόρευση. Όπως αναφέρεται στο κάτωθι απόσπασμα της απόφασης στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 σε σχέση με το τί πρέπει να περιλαμβάνεται σε μια Ένσταση: «Αυτός ο λόγος έφεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει εφ' όσον σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ. 4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η Ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Επομένως, αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία, πλην όμως θα είχε ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη κατ' ένσταση μόνο όσα γεγονότα ήταν εμφανή από το φάκελο της αγωγής. Όμως, βρισκόμενοι στο σημείο τούτο θα πρέπει να εντοπίσουμε μια άλλη σοβαρή παράλειψη η οποία καθάπτετο της κανονικότητας της Ένστασης. Αυτή αναφέρεται στο γεγονός ότι στο κυρίως σώμα της Ένστασης, κατά παράβαση της Δ.48, κ.4
(1)δεν εξειδικευόταν κανένας Λόγος Ένστασης. Σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Διαταγής αυτής, η οποία τροποποιήθηκε στις 23.12.1999, κάθε Ειδοποίηση Ένστασης θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47 και «θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης». Και οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή στο φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις. Άλλο είναι οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα στα οποία αυτοί στηρίζονται. Ο συγκεκριμένος δε Τύπος 47 με τον οποίο πρέπει να συνάδει κάθε Ένσταση, ρητά απαιτεί την παράθεση εξειδικευμένων λόγων ένστασης ως εξής: «Η ένσταση βασίζεται (α) ............... Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: ........» Εδώ όμως, ο εφεσίβλητος δεν εξειδίκευσε ή παρέθεσε κανένα λόγο ένστασης παρά μόνο πρόβαλε κάποια γεγονότα και κάποιους ισχυρισμούς που κατέγραψε στο κυρίως σώμα της Ένστασής του. Στην απόφασή του το Εφετείο στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, είχε τονίσει τα εξής σχετικά: «... Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Εν πάση όμως περιπτώσει το Δικαστήριο θα εξετάσει την συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα πλαίσια του βάρους που φέρει η πλευρά του Αιτητή για να ικανοποιήσει ότι δικαιούται σε τέτοιες θεραπείες. III. Νομική πτυχή και προεκτάσεις επί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση:- Μεταξύ των νομικών βάσεων της υπό κρίση αίτησης αποτέλεσε και η πρόνοια του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 που διαλαμβάνει τα εξής: «Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώματα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.». Η έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με το πεδίο και ευρύτητα εφαρμογής της διάταξης αυτής κατέληξε στον εντοπισμό της απόφασης στην υπόθεση Re Therm-a-Stor Ltd (in administrative receivership); Morris and others v Lewis and another
(1996)3 All ER 228. Η υπόθεση αυτή αφορούσε έφεση κατά απόφασης που εκδόθηκε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Insolvency Act 1986 («IA 86»), το οποίο είναι σχεδόν όμοιο με το άρθρο 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113[1], με την οποία τα πρόσωπα τα οποία διόρισαν τους παραλήπτες/διαχειριστές και παρείχαν σε αυτούς κάλυψη (indemnity) για έξοδα, αμοιβή και ευθύνη, διατάχθηκαν στα πλαίσια σχετικής αίτησης των παραληπτών/διαχειριστών για οδηγίες να καταθέσουν εντός 28 ημερών σε κοινή κατάθεση το ποσό των £25,000- ως όρος/προϋπόθεση για καταχώρηση μαρτυρίας κατά της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι παραλήπτες/διαχειριστές. Συγκεκριμένα, οι παραλήπτες/διαχειριστές αποτάθηκαν στο δικαστήριο στη βάση του άρθρου 35 του IA 86 με εναρκτήρια κλήση για θεραπείες, μεταξύ άλλων, για οδηγίες προς τα πρόσωπα που τους παρείχαν κάλυψη για να παρέχουν επαρκή κεφάλαια, ώστε να ολοκληρωθεί και να κλείσει η διαχείριση της εταιρείας Therm-a-Stor Ltd και διαζευτικά διάταγμα που να διατάσσει τους παροχείς κάλυψης να παρέχουν κάλυψη στους αιτητές αναφορικά με όλα τα έξοδα και ευθύνες που προέκυψαν από την διαχείρισης της εταιρείας μέχρι την ημερομηνία εκείνη. Οι παροχείς κάλυψης δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η αίτηση ούτε και προσέφεραν μαρτυρία, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί διάταγμα το οποίο προέβλεπε ότι οι παροχείς κάλυψης θα μπορούσαν να καταχωρήσουν μαρτυρία εντός 14 ημερών και σε περίπτωση παράλειψης θα αποκλείοντο από τέτοιο δικαίωμα. Στην επόμενη ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση οι παροχείς κάλυψης παρέλειψαν να συμμορφωθούν και δεν εμφανίστηκαν και εκδόθηκε διάταγμα που τους διέτασσε να καταβάλουν το ποσό των £109,770 σύμφωνα με την σύμβαση κάλυψης. Στην συνέχεια οι παροχείς κάλυψης προέβηκαν σε αίτηση ακύρωσης του διατάγματος πληρωμής που εκδόθηκε στην απουσία τους υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να παραμεριστεί γιατί ήταν άδικο, οπόταν και τους δόθηκε το δικαίωμα να καταχωρήσουν μαρτυρία υπό τον όρο ότι θα κατέθεταν το ποσό των £25,000, σε αντίθετη περίπτωση το προηγούμενο διάταγμα θα παρέμενε σε ισχύ. Η πλευρά των αιτητών υποστήριξε ότι σύμφωνα με το άρθρο 35 IA 86 το δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να επιβάλει την σύμβαση κάλυψης μεταξύ των παρόχων της και των παραληπτών/διαχειριστών και ότι ούτε οι δικαστές που εξέδωσαν τα διατάγματα με τα οποία διατάχθηκαν οι πάροχοι κάλυψης να πληρώσουν τους παραλήπτες ή να πληρώσουν χρήματα στο δικαστήριο ή σε κοινό λογαριασμό είχαν δικαιοδοσία να το πράξουν. Αυτό που προέβαλαν ήταν ότι η κάλυψη είναι ζήτημα σύμβασης μεταξύ των παρόχων και των παραληπτών/διαχειριστών και ως ιδιωτικής φύσης διαφορά ευρίσκεται εκτός των εξουσιών και της εμβέλειας του άρθρου 35 IA 86. Όπως υποστήριξε η πλευρά των παρόχων κάλυψης, αν οι παραλήπτες/διαχειριστές επιθυμούσαν να επιβάλουν την κάλυψη τότε θα έπρεπε να καταχωρήσουν κλητήριο ένταλμα και να δικογραφήσουν δεόντως την απαίτησή τους, ώστε η πλευρά των παρόχων κάλυψης να γνωρίζουν τι έχουν να αντιμετωπίσουν. Περαιτέρω, επέμειναν ότι το ζήτημα ως ιδιωτική διαφορά δεν είναι ζήτημα της διαχείρισης. Η θέση αυτή διατυπώθηκε παρά την παραδοχή της πλευράς των παρόχων κάλυψης ότι η εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 35 IA 86 είναι ευρεία και ότι είτε οι πάροχοι κάλυψης είτε οι παραλήπτες/διαχειριστές θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν υπό το άρθρο αυτό διάταγμα αναφορικά με το πεδίο των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την σύμβαση κάλυψης. Όπως αναφέρθηκε αποφασίστηκε στην υπόθεση αυτή σε σχέση με το άρθρο 35 IA 86 (υπογραμμίσεις δικές μου): «Under this section, the receiver, the manager, or those who have appointed them, can apply for directions in relation to any particular matter arising in connection with the performance of the functions of the receiver or manager. In my view this is drafted in wide terms and should be given a wide scope. The objective is to allow the receiver, manager or appointor easy access to the court to sort out any difficulty in connection with the performance of the receiver's or manager's duties. These words are wide enough to embrace any dispute concerning the receiver's or manager's remuneration. Difficulties in resolving such disputes are likely to have a direct bearing on the manner in which the receiver or manager functions. Furthermore, s 35 should be read as a whole. [.] Furthermore, whatever the proper construction of s 35, it appears to me that the indemnifiers' objections are ones of form, not substance. [.] The formalities imposed on different types of proceedings under the Rules of the Supreme Court are, by and large, designed to ensure that litigation is conducted speedily and fairly.[.] But the formalities prescribed by the rules should not readily be allowed to undermine their own proper function by becoming a hindrance to the efficient administration of justice. It is for that reason that Ord 2, r 1 provides that failures to comply with any requirement of the rules shall not nullify the proceedings, any steps taken in the proceedings or any document, judgment or order in the proceedings. Furthermore, the courts are obliged to take into consideration the matters referred to in s 49
(2)of the Supreme Court Act 1981, namely: 'Every such court shall . so exercise its jurisdiction in every cause or matter before it as to secure that, as far as possible, all matters in dispute between the parties are completely and finally determined, and all multiplicity of legal proceedings with respect to any of those matters is avoided.'». Συνεχίζοντας σε σχέση με το ζήτημα της σχέσης της εναρκτήριας κλήσης για οδηγίες για το ζήτημα της σύμβασης κάλυψης και της επιβολής της δια αγωγής κατέληξε στα ακόλουθα (υπογραμμίσεις δικές μου): «If, as in this case, there exists both a dispute as to the effect of the contract of indemnity and a need for directions under s 35, it frequently will be proper to bring them before the court at the same time rather than have two separate proceedings. In that case, even if the contract dispute would normally be commenced by writ and the s 35 application would normally be brought by originating application, an objection to both being raised on the same application appears to me to be without purpose. I can discern no disadvantage in adopting this course. It would make even less sense to force the receivers, or in a suitable case the indemnifiers, to seek a declaration from the Companies Court under s 35
(2), as Mr Marshall conceded was permissible, and then to return in effect to the same court under a different form of process to give the declaration teeth.». Και συνεχίζοντας αναφορικά με το θέμα της κατάλληλης δικογράφησης σε ένα κλητήριο ένταλμα σε σχέση με τα όσα μπορούν να παρατεθούν σε μια εναρκτήρια αίτηση εξήγησε τα εξής (υπογραμμίσεις δικές μου): «Since, by virtue of r 7.10 of the Insolvency Rules 1986, SI 1986/1925, all requirements as to pleadings and evidence can be provided for in an application under s 35, there should be no hardship to either party by adopting that procedure [.] It should be noted that in this case, Mr Marshall did not assert that his clients were in any way inconvenienced by the receivers having brought the contract issue before the court as part of the s 35 application. He did not, and could not, argue that his clients did not understand the nature of the case raised against them.». Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε στα εξής (υπογραμμίσεις δικές μου): «It follows that, in my view, even if the receivers' application for an order in relation to the contract of indemnity falls outside the scope of s 35, I would hold that there is no defect of substance which should deflect the court from hearing all of the issues at the same time, even if they were all brought before the court in the same originating application.».[2] Ερχόμενος στο να εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εγείρονται στα δικαστήρια τα ένδικα μέσα αναλόγως των αιτούμενων θεραπειών σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 που προνοεί ότι κάθε δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας οφείλει σε έκαστη δίκη ή διαδικασία να παρέχει είτε απόλυτα ή υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις όπως κρίνει δίκαιο όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διάδικους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε εγειρόμενη από αυτόν αξίωση που στηρίζεται στον νόμο ή στις αρχές της επιείκειας με τέτοιο τρόπο, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, ώστε όλα τα αμφισβητούμενα θέματα μεταξύ των διαδίκων να διαγιγνώσκονται πλήρως και τελικώς και η πολλαπλότητα των διαδικασιών που αφορά σε οποιοδήποτε από αυτά τα θέματα να αποφεύγεται. Η ίδια πρόνοια που παρέθεσε και το δικαστήριο στην Re Therm-a-Stor Ltd ανωτέρω, αποτελεί επιταγή δικαίου και στο δικό μας νομικό σύστημα, ώστε να αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών και προφανώς η κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και δαπάνης. Χαρακτηριστικά, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω παρατιθέμενη απόφαση δεν υπάρχει ο οποιοσδήποτε λόγος να ζητηθεί αναγνωριστική απόφαση μιας νομικής κατάστασης στα πλαίσια μιας αίτησης από τον παραλήπτη/διαχειριστή δυνάμει του σχετικού άρθρου που του παρέχει εξουσία να ζητήσει οδηγίες από το δικαστήριο περί τούτου και να καταχωρηθεί κλητήριο ένταλμα για να δοθεί καταψηφιστικό αποτέλεσμα στην διάγνωση αυτή, ήτοι «δόντια» όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Re Therm-a-Stor Ltd. Το εναρκτήριο μέσο του άρθρου 337
(1)του Κεφ. 113 σύμφωνα με το άρθρο 6(
- w)και 7 του περί Εταιρειών Διαδικαστικού Κανονισμού 396/1944 ως ετροποποιήθηκε («ΔΚ Εταιρειών») είναι η αίτηση δια κλήσεως (application by summons), η οποία είναι εναρκτήρια κλήση (originating summons). H έννοια της εναρκτήριας κλήσης σύμφωνα με την Δ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζεται ως η κλήση εκτός αυτής που γίνεται αναφορικά με εκκρεμή αιτία ή ζήτημα. Στις διαδικασίες των εταιρικών αιτήσεων σύμφωνα με τον ΔΚ Εταιρειών εφαρμόζονται οι εκάστοτε εν ισχύ Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας σε όση έκταση αυτό είναι δυνατό, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον περί Εταιρειών Νόμο ή στον ΔΚ Εταιρειών (άρθρο 3). Όπως προβλέπει η Δ.48 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εκτός και αν προβλέπεται σε οποιαδήποτε άλλη πρόνοια διαφορετικά, κάθε αίτηση στο Δικαστήριο θα γίνεται γραπτώς και να αναφέρει την φύση του διατάγματος ή της οδηγίας που επιζητείται και να αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή των Θεσμών επί των οποίων εδράζεται. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν αυτό το άρθρο τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις των αιτήσεων του άρθρου 6(
- w)και 7 του ΔΚ Εταιρειών. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί μετά βεβαιότητας είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε την χρήση της Δ.48 ως εναρκτήριο μέσο, όπως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις που δεν προβλέπεται ρητά στην νομοθεσία πως ζητούνται θεραπείες για ένα ζήτημα. Αυτό που προκύπτει από το άρθρο 4
(1)των ΔΚ Εταιρειών είναι ότι κάθε αίτηση ή κλήση θα εγείρεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο και αναφορικά με την εταιρεία και τον περί Εταιρειών Νόμο. Το ζήτημα στο οποία αφορά οποιαδήποτε τέτοια αίτηση καθορίζεται από το σχετικό άρθρο του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στην περίπτωση κλήσεων από παραλήπτες/διαχειριστές από το άρθρο 337
(1). Αυτό φαίνεται να αρκεί για το είδος της ζητούμενης θεραπείας που νομιμοποιεί τον οποιονδήποτε αιτητή να ζητήσει. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι αν δύναται η αίτηση για οδηγίες δυνάμει του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 να γίνεται ο μανδύας αιτήσεως για διατάγματα τα οποία προϋποθέτουν την έγερση αγωγής και στα πλαίσια αυτής γίνονται αντικείμενο αίτησης, όπως π.χ. τα διατάγματα αποκάλυψης του τύπου Norwich Pharmacal, όπως καθορίστηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co. v. Customs and Excise Commissioners
(1973)2 All ER 943, τα οποία υπό την συνήθη διαδικασία θα προωθούντο ως ενδιάμεση θεραπεία. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα παρατέθηκαν στην Re Therm-a-Stor Ltd ανωτέρω, εκ του ευρέως πεδίου εφαρμογής του άρθρου 35 IA 86, στην περίπτωση μας του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113[3], δεν κρίνω ότι θα μπορούσε μια αίτηση της φύσης της υπο κρίση αίτησης να αποτύχει επειδή δεν καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1, αλλά εναρκτήρια κλήση με το οποίο ζητούνται διατάγματα αποκάλυψης για ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλήπτη/διαχειριστή. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να υποστηριχθεί και από την απόφαση στην υπόθεση Re Shilena Hosiery Co Ltd (βλ. υποσημείωση 2), με την αιτιολογία να εδράζεται στο ότι τα ζητήματα της διαδικασίας δεν πρέπει να υπερνικούν τα ζητήματα ουσίας στην προσπάθεια ενός εκκαθαριστή να συλλέξει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ή ενός παραλήπτη/διαχειριστή να ασκήσει τα καθήκοντά του με το να ερευνήσει την οποιαδήποτε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας, στην οποία διορίστηκε παραλήπτης/διαχειριστής στη βάση ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, όταν τέτοια αποξένωση υποστηρίζεται ότι δεν έγινε κατά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Δεν θα υπήρχε νόημα να προωθηθεί αγωγή από ένα παραλήπτη/διαχειριστή για τον σκοπό αυτό ενόψει της ευρείας εξουσίας έκδοσης ενός διατάγματος στα πλαίσια του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 όταν η εναρκτήρια κλήση δεόντως δικογραφεί τα όσα επιζητούνται[4], ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει το τι επιζητείται για να μην επικαλείται άγνοια των αξιώσεων προς βλάβη των δικαιωμάτων της. Άλλωστε, όπως έχει επεξηγηθεί οι δικονομικοί τύποι αποβλέπουν στην προώθηση των διαδικασιών και όχι στην προβολή προσκομμάτων στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.[5] Για τον λόγο αυτό η Δ.64 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι « η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.». Δεν διαφεύγουν βέβαια του Δικαστηρίου οι κείμενες νομολογιακές αρχές που καθορίζουν ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις αποτελεί όρο απαράβατο της εγκυρότητάς τους η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς στα οποία στοιχειοθετούν το υπόβαθρό τους. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε όση έκταση αυτό είναι δυνατόν σε αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με σχετικά άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου, σύμφωνα με τον ΔΚ Εταιρειών. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Σταύρος Χριστοφόρου -ν- Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 743 (υπογραμμίσεις δικές μου): «Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης.». Γίνεται φανερό ότι η αναφορά της νομικής βάσης με ακρίβεια σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.48 Θ. 2 έχει την δική της θεωρητική και νομολογιακή προσέγγιση, ήτοι τον επ' ακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων για την γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση των αιτήσεων από παραλήπτη/διαχειριστή για οδηγίες δυνάμει του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 δεν χρησιμοποιείται ως εναρκτήριο μέσο η Δ.48, αλλά η εναρκτήρια κλήση που προνοείται στα άρθρα 6(w) και 7 των ΔΚ Εταιρειών, η οποία εξετάζεται η ουσία της με τα όσα παρατίθενται στο σώμα της και με την παράθεση των γεγονότων που την στηρίζουν στην ένορκη δήλωση. Η περίπτωση αυτή δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση, ενώ τα διατάγματα που δύνανται να εκδοθούν και που αφορούν ζητήματα της άσκησης των εξουσιών του παραλήπτη/διαχειριστή δεν απαριθμούνται εξαντλητικά, ούτε και φαίνεται να προκύπτει εκ της πρόνοιας αυτής περιορισμός. Ειδικότερα, τα διατάγματα αποκάλυψης διευκολύνουν τον παραλήπτη/διαχειριστή να προβεί στην διερεύνηση και συλλογή των περιουσιακών στοιχείων της υπό παραλαβή/διαχείριση εταιρείας σε σχέση, μεταξύ άλλων και με την ενδεχόμενη αποξένωση τους εκτός των συνήθων εργασιών της, αφού η εταιρεία μόνο τέτοια άδεια έχει εκ της κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ήτοι της χρήσης των περιουσιακών της στοιχείων στην συνήθη πορεία των εργασιών της (βλ. Kerr, On The Law And Practice As To Receivers, 15th edition, 1978, σελ 161). Κατά συνέπεια δεν διαβλέπω την οποιαδήποτε ουσία στην όποια απαίτηση για αναφορά στην νομική βάση της εναρκτήριας αίτησης δυνάμει του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, αν και εφόσον η αιτούμενη θεραπεία προκύπτει ξεκάθαρα από το σώμα της αίτησης και η ένορκη δήλωση που την στηρίζει καταδεικνύει την συνδρομή των προϋποθέσεων των θεραπειών που ζητούνται ασχέτως του ότι δεν αναφέρονται στην νομική βάση οι πρόνοιες των άρθρων 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και της όποιας νομολογίας τύπου π.χ. Norwich Pharmacal. Ούτε κρίνω απαραίτητο εκ των όσων έχω παραθέσει πιο πάνω και δη της ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου εκ του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου να έπρεπε να προηγηθεί κλητήριο ένταλμα και να καταχωρηθεί για την εξασφάλιση των διαταγμάτων της φύσης της παρούσης ενδιάμεση αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Κεφ. 113. Ανεξαρτήτως των όσων παρατίθενται ανωτέρω, η απλή μελέτη του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 ως αναλύθηκε πιο πάνω, φαίνεται όχι μόνο να μπορεί να επιλύσει ζητήματα που σε άλλες περιπτώσεις θα χρειαζόταν η καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος, αλλά και αποτελεί αυτοτελή νομοθετικά θεμελιωμένη διαδικασία που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας παραλήπτης/διαχειριστής, ώστε να διαγνωστούν δικαιώματα του που αφορούν την διαχείριση ή που είναι συνυφασμένα με αυτή με τελική απόληξη την έκδοση σχετικών διαταγμάτων από τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Και εξηγώ. Ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή από τον κάτοχο ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας συνεπάγεται στην παράλυση των εξουσιών της εταιρείας και των συμβούλων της να χειρίζονται τέτοια περιουσία. Συνήθως, σύμφωνα με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ο παραλήπτης/διαχειριστής προβλέπεται ότι είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας και οι εξουσίες της εταιρείας παραχωρούνται σε αυτόν αναφορικά με την διεξαγωγή των εργασιών της και την συλλογή των περιουσιακών της στοιχείων (βλ. Kerr, ανωτέρω, σελ. 312). Στα πλαίσια αυτά σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, οι σύμβουλοι της εταιρείας έχουν καθήκον να ετοιμάσουν έκθεση περιουσιακής κατάστασης και να την παραδώσουν στον παραλήπτη/διαχειριστή [άρθρο 340
(1)(β)]. Σε περίπτωση που οι σύμβουλοι δεν συμμορφώνονται με την πρόνοια αυτή, η πρόνοια του άρθρου 337
(1)αποτελεί το ένδικο μέσο ώστε οι διευθυντές να εξαναγκαστούν να πράξουν. Ενόψει της ευρύτητας του μέσου αυτού, ο παραλήπτης/διαχειριστής μιας εταιρείας το έχει στη διάθεση του για οποιοδήποτε ζήτημα που ανακύπτει κατά την διάρκεια της διαχείρισης της. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός της, αλλά και η ευρύτητα με την οποία αυτή ερμηνεύεται. Με τον διορισμό του παραλήπτη/διαχειριστή και με την παράλυση των εξουσιών της εταιρείας και των συμβούλων, αλλά και με την χορήγηση τους σε αυτόν, ο παραλήπτης/διαχειριστής έχει δικαίωμα να λάβει στην κατοχή του και να χειρίζεται όλα τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών που διατηρεί η εταιρεία. Στην προκείμενη περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν αμφισβητεί την εξουσία αυτή του παραλήπτη/διαχειριστή, απεναντίας σύμφωνα με την Ένσταση της και την συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση της ΣΟ ξεκάθαρα την παραδέχεται, μάλιστα εκ των γεγονότων που παραθέτει, ουδέποτε την αμφισβήτησε ζητώντας απλά να υποβληθούν τα στοιχεία του παραλήπτη/διαχειριστή και ο διορισμός του στα πλαίσια των διαδικασιών ΚΥC, για αλλαγή του διαχειριστή των λογαριασμών (signatory) με το δικό του όνομα. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 παραδέχεται ουσιαστικά ότι αυτά τα οποία ζητά ο παραλήπτης/διαχειριστής τα δικαιούται να τα λαμβάνει εξ' ου και ότι επικαλείται ότι συμμορφώθηκε με τα αιτήματά του. Η προσπάθεια επιβολής από πλευράς του παραλήπτη/διαχειριστή των δικαιωμάτων του έναντι της Καθ' ης η Αίτηση 1 στα πλαίσια αίτησης δυνάμει του άρθρου 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 σε τί διαφέρει από την επιβολή της υποχρέωσης για υποβολή της έκθεσης περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας μέσω της ίδιας αίτησης; Το Δικαστήριο κρίνει ότι η δεύτερη περίπτωση είναι απλά θεμελιωμένη νομοθετικά υποχρέωση των συμβούλων, ενώ η δεύτερη αποτελεί δικαίωμα που προκύπτει εκ της θέσεως που κατέχει με τον διορισμό του ένας παραλήπτης/διαχειριστής, ενώ και οι δύο περιπτώσεις μπορούν να τύχουν επιβολής δυνάμει διατάγματος στα πλαίσια του άρθρου 337
(1)του Κεφ. 113 ανεξαρτήτως της όποιας συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Ακόμη, αυτό που μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί είναι ότι με τον διορισμό του Αιτητή ως παραλήπτη/διαχειριστή επί ολόκληρης της επιχειρήσεως και ενεργητικού της WARDBASE αυτός απολαμβάνει του δικαιώματος διαχείρισης των περιουσιακών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των λογαριασμών ενεργώντας για αυτή ως ο «πελάτης» πλέον της Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία δεν είναι τρίτος «άγνωστος» στη βάση της συμβατικής σχέσης που συνήφθηκε προηγουμένως με τους συμβούλους. Προβαίνοντας στην μελέτη των όσων παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις τόσο του Αιτητή όσο και της πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση 1, αλλά και στις νομικές αρχές που με παρέπεμψαν στις γραπτές τους αγορεύσεις και προφορικές διευκρινίσεις οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι της κάθε πλευράς θα διαφωνήσω με την θέση της πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή τέτοια διατάγματα δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με την προώθηση της υπό κρίση αίτησης και επειδή δεν αναφέρεται π.χ. η νομολογία Norwich Pharmacal και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 ή επειδή δεν επεξηγείται η συνδρομή των προϋποθέσεων του στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 1 εγείρει ζήτημα τόσο διαδικαστικό όσο και ουσιαστικό. Το διαδικαστικό ζήτημα θεωρώ ότι έχει απαντηθεί ανωτέρω αναφορικά με το τι περιλαμβάνεται στην υπό κρίση αίτηση είτε ενδεχόμενα αυτή έχει π.χ. την φύση Norwich Pharmacal είτε την διαδικασία που επεξήγησε το Δικαστήριο ότι ακολουθείται από ένα παραλήπτη/διαχειριστή σύμφωνα με το άρθρο 337
(1)του Κεφ. 113. Σε σχέση με το ουσιαστικό ζήτημα που θέτει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 1, ήτοι ότι δεν παρατίθενται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση η συνδρομή των προϋποθέσεων για έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης παρατηρώ ότι εκ των όσων παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του παραλήπτη/διαχειριστή ΣΣ του οποίου την εξουσία και ιδιότητα αλλά και το δικαίωμα στην λήψη των πληροφοριών και εγγράφων δεν αμφισβητεί η Καθ' ης η Αίτηση 1 αναφέρεται ότι πιστεύει εκ των περιστάσεων της εκκαθάρισης των θυγατρικών της WARDBASE, αλλά και της απογύμνωσης των περιουσιακών της στοιχείων η αποκάλυψη των πληροφορικών και εγγράφων θα τον καταστήσει ικανό να διερευνήσει και να εγείρει απαιτήσεις εναντίον των προσώπων τα οποία προέβηκαν σε αυτές, ενώ χωρίς την πρόσβαση στα έγγραφα και πληροφορίες αυτές κάτι τέτοιο δεν θα είναι δυνατόν να το πράξει, αφού δεν γνωρίζει πότε και ποια πρόσωπα ενδεχόμενα έδιδαν οδηγίες και υπέγραφαν σχετικές εντολές. Τα όσα παραθέτει στην ένορκη του δήλωση προκύπτει ότι ενδεχομενα πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να εκδίδετο ένα διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal στα πλαίσια καταχώρησης κλητηρίου εντάλματος και συνακόλουθα μιας ενδιάμεσης αίτησης. Τέλος για το έτερο ουσιαστικό ζήτημα που θέτει η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι ότι όλα τα στοιχεία και οι πληροφορίες έχουν ήδη δοθεί στην πλευρά του Αιτητή δια της επιστολής της Καθ' ης η Αίτηση 1 ημερ. 16/09/2021, το οποίο αναγάγει σε νομικό ζήτημα, ήτοι ότι ένα διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδίδεται επί ματαίω, παρατηρώ εκ των όσων παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις, ειδικότερα το μήνυμα η-ταχυδρομείου των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 8/03/22 και την επιστολή της Καθ' ης η Αίτηση 1 ημερ. 16/09/21, Τεκ. 7 και Τεκ 6 της Ένστασης Καθ' ης η Αίτηση 1 αντίστοιχα, φαίνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 μέσω υπαλλήλου της προβαίνει σε αποστολή εγγράφων και λεπτομερειών στον Αιτητή χωρίς να προβαίνει σε ένορκη δήλωση από διορισμένο υπό αυτή αξιωματούχο. Από την μια παραδέχεται ότι ο Αιτητής δικαιούται στα όσα ζητά να του αποκαλυφθούν από την Καθ' ης η Αίτηση 1 επιδοκιμάζοντας τις ενέργειες του παραλήπτη/διαχειριστή και από την άλλη αποδοκιμάζει αυτά να φέρουν την μορφή ενόρκου δηλώσεως δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου χωρίς να εξηγεί τον λόγο που ενίσταται στην έκδοση τέτοιου διατάγματος ή ποια ζημιά θα υποστεί από την έκδοση του, αφού παραδέχεται ότι τα όσα έχει ήδη αποκαλύψει και παραδώσει είναι όλα όσα έχει στην κατοχή της. Θα διαφωνήσω με την θέση που προβάλει η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι ένα διάταγμα ένορκης αποκάλυψης στην προκείμενη περίπτωση θα εκδίδετω επί ματαίω, καθότι ένα τέτοιο διάταγμα με την ισχύ που το περιβάλλει θα βοηθήσει τον Αιτητή στην άσκηση των εξουσιών του ως παραλήπτη/διαχειριστή να αναζητήσει την ταυτότητα των προσώπων που ενδεχομένως εμπλέκονται, καθώς και λεπτομέρειες της όποιας ενδεχόμενης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της WARDBASE και να εγείρει ενδεχόμενα τις όποιες διαδικασίες και διεκδικήσεις για την ανάκτησή τους ή θεραπείες εναντίον των όσων τυχόν ενδεχόμενα να εμπλέκονται σε αυτές. Από την μια, η άσκηση των εξουσιών αυτών σύμφωνα και με τους όρους του χρεωστικού ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης με το οποίο αυτός διορίστηκε του δημιουργούν καθήκον[6] να αναζητήσει τέτοια αποξενωθέντα περιουσιακά στοιχεία με τον δέοντα τρόπο ως αποτέλεσμα ορθής και όχι πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του επιδιώκοντας δια της παρούσας αίτησης ένα διάταγμα ένορκης αποκάλυψης μη περιοριζόμενος στο να αποδεχθεί την απλή δήλωση του όποιου προσώπου εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 1 αναφορικά με αυτά, αλλά την ένορκη αποκάλυψη, ώστε αν για τον οποιοδήποτε λόγο εκ των υστέρων φανεί ότι υπήρχαν οι όποιες άλλες ζητούμενες δια της παρούσας αίτησης πληροφορίες και έγγραφα που δεν αποκαλύφθηκαν να εγείρει ενδεχόμενα άλλες διαδικασίες εναντίον του όποιου προσώπου δεν συμμορφώθηκε διασφαλίζοντας έτσι το στόχο που έθεσε και εκπληρώνοντας πλήρως το καθήκον του αυτό. Εξ' ου και το ζήτημα αυτό αφορά την άσκηση των καθηκόντων του ως παραλήπτη/διαχειριστή και για τον λόγο αυτό αποτάθηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 337
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Από την άλλη, το Δικαστήριο δεν διαβλέπει την όποια ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση 1 εάν εκδοθούν εναντίον της τα αιτούμενα διατάγματα με δεδομένο ότι, όπως η ίδια προβάλλει, ο Αιτητής δικαιούται στις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα και ότι η ίδια έχει πλήρως συμμορφωθεί. IV. Κατάληξη:- Οι πιο πάνω παρατεθείσες σκέψεις και κρίσεις προδιαγράφουν την επιτυχή κατάληξη της υπό κρίση αίτησης. Εκδίδονται διατάγματα ως υπό το Α και Β της αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται στις 20 ημέρες από την επίδοση των παρόντων διαταγμάτων στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν έφερε ένσταση στην έκδοση του παρόντος διατάγματος του Δικαστηρίου εναντίον της αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση 2 κάθε πλευρά να φέρει τα έξοδά της. (υπ.)............... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Insolvency Act 1986, s 35: «
(1)A receiver or manager of the property of a company appointed under powers contained in an instrument, or the persons by whom or on whose behalf a receiver or manager has been so appointed, may apply to the court for directions in relation to any particular matter arising in connection with the performance of the functions of the receiver or manager.
(2)On such an application, the court may give such directions, or may make such order declaring the rights of persons before the court or otherwise, as it thinks just.». [2] Το δικαστήριο έκανε αναφορά στην απόφαση στην υπόθεση Re Shilena Hosiery Co Ltd
(1979)2 All ER 6, [1980] Ch 219, όπου τέθηκε το ζήτημα του κατά πόσο αιτήσεις παραμερισμού μεταβιβάσεων ως δόλιων προτιμήσεων σύμφωνα με το άρθρο 172 του Property Act 1925 θα πρέπει να προωθούνται δια κλητηρίου εντάλματος, ενόψει του προβληθέντος ισχυρισμού ότι με δεδομένο ότι αυτά αφορούν απάτη εναντίον προσώπων ξένων προς την εταιρεία θα πρέπει να καταχωρείται κλητήριο ένταλμα και όχι δια κλήσεως αίτηση στην οποία προέβη ο εκκαθαριστής της εταιρείας. Το δικαστήριο παρέθεσε τα εξής (με υπογραμμίσεις δικές μου: 'As regards the first point, in my judgment, the provisions of RSC Ord 5, r 2, do not go to jurisdiction but only to procedure: see Re Deadman [1971] 2 All ER 101, [1971] 1 WLR 426. Secondly, if there is a claim against a stranger which needs to be decided in order to complete the collection and distribution of the assets of the company, I find no warrant for the suggestion that it can only be litigated by summons in the Companies Court if it is based on a section of the [Companies Act 1948].' (See [1979] 2 All ER 6 at 10, [1980] Ch 219 at 225.). Εν τέλει αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε καλός λόγος που να επιβάλλεται η έναρξη τέτοιας διαδικασίας δια κλητηρίου εντάλματος. [3] Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, Part 14, Jan 2015, παράγραφο 14.149 αναφέρεται ότι «[.] The jurisdiction is a wide one and can be used for the purpose of resolving any difficulties which arise in the course of the receivership [.]». [4] Στον Atkin's Encyclopaedia of Court Forms in Civil Proceedings, 2η έκδοση, Vol 29, 1964, σελ.224 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής: « Claim for relief. Every originating summons must include a statement of the questions on which the plaintiff seeks the determination or direction [.] or as the case may be, a concise statement of the relief or remedy claimed, with sufficient particulars to identify the cause or causes of action in respect of which the relief or remedy is claimed. A point on which has not been raised by the Plaintiff will not be decided at the instance of the Defendant, unless he counterclaims. [.] The claim for relief sought by the summons must, if necessary, be divided into paragraphs numbered consecutively, each head of relief being, so far as convenient contained in a separate paragraph. It is often convenient to frame relief in the alternative.[.]. The summons must contain, and contain only, statement in a summary from of the material facts upon which the plaintiff relies for his claim, but not the evidence by which those facts are to be proved». Η δυσκολία της παροχής λεπτομερειών δικογράφησης αντίστοιχα με αυτή σε ένα κλητήριο ένταλμα αντιμετωπίζεται δια της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την εναρκτήρια κλήση. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στον Atkin's ανωτέρω, «It is the affidavits filed in support of and in opposition to the summons which strictly correspond to the pleadings, and to which some of these provisions would be better applied». [5] «The formalities imposed on different types of proceedings under the Rules of the Supreme Court are, by and large, designed to ensure that litigation is conducted speedily and fairly. A framework of pre-defined procedures and directions helps the parties to progress litigation in an orderly manner. They know where they are and what steps to take or expect next. The opportunity for litigation by ambush is reduced. But the formalities prescribed by the rules should not readily be allowed to undermine their own proper function by becoming a hindrance to the efficient administration of justice. It is for that reason that Ord 2, r 1 provides that failures to comply with any requirement of the rules shall not nullify the proceedings, any steps taken in the proceedings or any document, judgment or order in the proceedings.». (Re Therm-a-Stor Ltd, ανωτέρω). [6] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον Palmer's, ανωτέρω, παράγραφος 14.125.1, με αναφορά στην υπόθεση Johnson (B.) & Co (Builders) Ltd, Re
(1955)1 Ch. 634, «Now this seems to indicate that a receiver if fiduciary for the debenture holder and not for the company despite the fact that he may be expressed in the debenture to be agent for the company. Where there is such a provision it is in fact usual in any event to provide expressly that the company is responsible for his acts and defaults. This of course, only deals with the liability inter se of the company and debenture holder towards third parties. Such a clause does not exonerate the receiver from whatever duties he owes to the company. It seems from the Johnson case that he owes at least the duty of a mortgagee in such circumstances, i.e. basically of good faith. He must not exceed or abuse the special powers and discretions vested in him by the debenture for the special purpose of enabling the assets comprised in the security to be preserved and realised.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο