← Κύπρος

ΕΛΕΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1708/2022, 17/3/2023

ΕΛΕΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1708/2022, 17/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1708/2022 Mεταξύ: ΕΛΕΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγουσα ν.

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
  2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  3. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγόμενοι ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 07.11.2022 Ημερομηνία: 17.03.23 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Αβραάμ με κ. Νικολαΐδη Για Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση: κ. Λουκά Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Τον Οκτώβριο του 2004 παραχωρήθηκε δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ στην Ενάγουσα, τον πατέρα της και δύο αδέλφια της. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου η Ενάγουσα εκτέλεσε, προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας της. Η δανειακή σύμβαση δεν εξελίχθηκε ομαλά, με αποτέλεσμα να εκδοθεί διαιτητική απόφαση, η οποία στη συνέχεια, δυνάμει δικαστικού διατάγματος, εγγράφηκε ως δικαστική. Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης 1 η οποία, κατόπιν συγχωνεύσεων και μετονομασιών, διαδέχθηκε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ. Επιπλέον, η αγωγή στρέφεται εναντίον του πατέρα της Ενάγουσας και του ενός αδελφού της - Εναγόμενοι 2 και 3 αντίστοιχα. Ο άλλος αδελφός της, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, καταχώρησε ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Στη βάση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση διαταγμάτων ακύρωσης των συμφωνιών δανείου και υποθήκης, της διαιτητικής απόφασης, καθώς και του δικαστικού διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Επίσης, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €110.242,
  4. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και με αυτή ζητείται η έκδοση των ακόλουθων 7 διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση και/ή εκτελεστότητα και/ή η ισχύς της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 15/11/2011 στο μέρος που αφορά την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση και/ή εκτελεστότητα και/ή η ισχύς της Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 2/7/2013 στη Γενική Αίτηση 170/2013 με την οποία εγγράφηκε η Διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 15/11/2011 στο μέρος που αφορά την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και να απαγορεύεται και να μην έχει δικαίωμα η Εναγόμενη 1 να προωθεί οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον της Ενάγουσας βάσει της εγγραφείσας απόφασης ημερομηνίας 2/7/2013 στην Γενική Αίτηση 170/
  5. Δ. Διάταγμα που να αναστέλλει τη διαδικασία αίτησης έρευνας και μηνιαίων δόσεων στη Γενική Αίτηση 170/2013 ημερομηνίας 18/09/2020 στο μέρος που αφορά την Ενάγουσα μέχρι την πλήρη εκδίκαση. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους και/ή στελέχη τους από το να προβούν σε οποιανδήποτε άλλη διαδικασία προς την εκποίηση της επίδικης περιουσίας βάσει της υποθήκης με αριθμόν [ ] συσταθείσα την 18/10/2004 και εγγραφείσα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού λτδ για την εξασφάλιση πληρωμής τον ποσού των £27.500 πλέον τόκους επί τον ακινήτου με Αρ. εγγραφής [ ] και η οποία αποτελεί την πρώτη και μοναδική κατοικία της Ενάγουσας - Αιτήτριας συσταθείσα την 18/10/2004 και εγγραφείσα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προς όφελος της Εναγόμενης Ι. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει και ή να ακυρώνει και ή να μην επιτρέπει την διαδικασία εκποιήσεως της υποθήκης αριθμόν [ ] συσταθείσα την 18/10/2004 και εγγραφείσα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού λτδ για την εξασφάλιση πληρωμής τον ποσού των £ 27.500 πλέον τόκους επί τού ακινήτου με Αρ. εγγραφής [ ] και η οποία αποτελεί την πρώτη και μοναδική κατοικία της Ενάγουσας - Αιτήτριας συσταθείσα την 18/10/2004 και εγγραφείσα στο Επαρχιακά Κτηματολόγιο Λεμεσού προς όφελος της Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη 1 και τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της και η οποία αποτελεί την πρώτη της κατοικία και Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που παραμερίζει και/ή να ακυρώνει την επιστολή Ι ημερομηνίας 20/05/2022 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής.» Η αίτηση κατέστη δια κλήσεως και επιδόθηκε στην Εναγόμενη
  6. Ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω, ότι θα αναφέρομαι στη συνέχεια στην Εναγόμενη 1 ως «Καθ' ης η αίτηση», αναφορά η οποία θα περιλαμβάνει και το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ. Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι στην επίδικη αίτηση προς υποστήριξη της οποίας καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις, από την Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια»), τον αδελφό της και τον χρηματοοικονομικό σύμβουλό της. Η Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωσή της, ισχυρίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η Καθ' ης η αίτηση σε συμπαιγνία με τους Εναγόμενους 2 και 3 την ξεγέλασαν με αποτέλεσμα να υπογράψει ως συνοφειλέτης σε δάνειο που παραχωρήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση. Από το ποσό του δανείου δεν επωφελήθηκε η ίδια, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση της Καθ' ης η αίτηση. Παρά ταύτα, η Καθ' ης η αίτηση και οι Εναγόμενοι 2 και 3 την χρησιμοποίησαν προκειμένου να παράσχει εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου μέσω της υποθήκευσης ακινήτου της, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της (στο εξής το «ακίνητο»). Η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε της εξήγησε τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψε. Ειδικότερα, δεν εξάσκησε την οφειλόμενη προς το πρόσωπο της επιμέλεια. Αντιθέτως την απέκλεισε από οποιαδήποτε συζήτηση με το πρόσχημα, ότι δεν την αφορά το ζήτημα του δανείου. Ταυτόχρονα, οι Εναγόμενοι 2 και 3 άσκησαν αθέμιτη πίεση εις βάρος της εκμεταλλευόμενοι τη δύσκολη σωματική και ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, λόγω της σοβαρής ασθένειας της μητέρας της η οποία και απεβίωσε το
  7. Όλα τα πιο πάνω ήταν σε γνώση της Καθ' ης η αίτηση. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, οι Εναγόμενοι 2 και 3, άρχισαν εκδικητικά να την απειλούν λέγοντας της ότι δεν θα αποπληρώσουν το δάνειο και θα άφηναν την Καθ' ης η αίτηση να της «πάρει το σπίτι». Ενημερώθηκε για τη διαδικασία της διαιτησίας, η οποία ενεργοποιήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με το δάνειο. Ωστόσο, όταν επικοινώνησε με την Καθ' ης η αίτηση και τους Εναγόμενους 2 και 3, έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας καθώς το όλο ζήτημα θα το διευθετούσε ο Εναγόμενος
  8. Ακολούθως, μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, επιχείρησε να διαμαρτυρηθεί, αλλά απειλήθηκε από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος της απαγόρευσε να ασχοληθεί με το εν λόγω θέμα. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε με δόλιο τρόπο στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης με αρ.170/13 Ε.Δ. Λεμεσού. Επίσης, παράνομα και ανήθικα καταχώρησε εναντίον της, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης Γενικής Αίτησης, αίτηση έρευνας. Επιπροσθέτως, παρά τη διαβεβαίωση της Καθ' ης η αίτηση, ότι πρόθεσή της ήταν η εξεύρεση λύσης και όχι η πώληση του ακινήτου, η τελευταία απέστειλε ειδοποίηση Τύπου «Ι» δυνάμει του Ν.9/65 ενεργοποιώντας τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου. Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή του συνηγόρου της και του χρηματοοικονομικού της συμβούλου η συμφωνία δανείου περιέχει καταχρηστικές και παράνομες ρήτρες η εφαρμογή των οποίων οδήγησε σε υπερχρεώσεις. Από την ανάλυση που διενήργησε ο χρηματοοικονομικός της σύμβουλος, προκύπτουν υπερχρεώσεις που υπερβαίνουν το ποσό των €54.
  9. Το ακίνητο είναι το μοναδικό που διατηρεί η Αιτήτρια και σε αυτό διαμένει ο υιός της, ο οποίος είναι χαμηλόμισθος. Η ίδια με τον σύζυγό της διαμένει σε άλλη οικία, καθώς μετά τον θάνατο του άλλου υιού της δεν μπορούσε πλέον να διαμένει σε αυτό. Η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να συμμορφωθεί με την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και να προσπαθήσει να εξεύρει βιώσιμη λύση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Συνεπώς, η έναρξη διαδικασίας εκποίησης είναι πρόωρη. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς η πώληση της οικίας θα επιφέρει τετελεσμένα και κανένα χρηματικό ποσό δεν θα μπορεί να αποκαταστήσει την αδικία που θα υποστεί. Από την άλλη πλευρά, η Καθ' ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο αδελφός της Αιτήτριας στη δική του ένορκη δήλωση ανέφερε, ότι τόσο ο ίδιος, όσο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 παγίδευσαν την Αιτήτρια και την χρησιμοποίησαν προκειμένου να υποθηκεύσει το ακίνητο και να λάβουν το επίδικο δάνειο το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην επιχείρηση που διατηρούσε ο ίδιος και οι Εναγόμενοι 2 και
  10. Δεν εξηγήθηκε στην Αιτήτρια, είτε από τον ίδιο, είτε από τους Εναγόμενους 2 και 3 ή τους λειτουργούς της Καθ' ης η αίτηση, το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψε και οι ευθύνες που αναλάμβανε με αυτά. Όλα ήταν ένα καλοστημένο κόλπο από τους Εναγόμενους 2 και 3, αλλά και τους λειτουργούς της Καθ' ης η αίτηση οι οποίοι γνώριζαν, ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 και ο ίδιος, δεν είχαν πρόθεση να εξοφλήσουν το δάνειο. Νιώθει ντροπή για τη συμπεριφορά του, όπως και για τη συμπεριφορά των Εναγομένων 2 και
  11. Διέκοψε κάθε σχέση με τους τελευταίους, όταν κατάλαβε τις πραγματικές τους προθέσεις, που δεν είναι άλλες από την κλοπή του ακινήτου και την απόλυτη εκμετάλλευση της Αιτήτριας από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης καταχώρησε και ο χρηματοοικονομικός σύμβουλος της Αιτήτριας. Σε αυτήν δήλωσε ότι, λόγω της προηγούμενης επαγγελματικής του εμπειρίας, γνωρίζει τις πρακτικές εκφοβισμού και παραπλάνησης που ακολουθούσαν τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και την επιβολή υπερχρεώσεων στους λογαριασμούς. Επίσης, είναι σε θέση να γνωρίζει, ότι αρκετές φορές καθησυχάζονταν ψευδώς οι δανειολήπτες από τα πιστωτικά ιδρύματα με απώτερο σκοπό την έκδοση απόφασης στην απουσία τους. Πέραν των πιο πάνω, η χρησιμοποίηση ανυποψίαστων συγγενικών προσώπων για τη χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων και η παροχή ψευδών δεδομένων, αποτελούσε συνήθη πρακτική σε όλο τον τραπεζικό τομέα. Μελέτησε τους λογαριασμούς του επίδικου δανείου και κατέλεξε στο συμπέρασμα, ότι περιλαμβάνουν παράνομες και αντικανονικές χρεώσεις ύψους €54.
  12. Περαιτέρω, στη συμφωνία δανείου περιλαμβάνονται καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, το δάνειο ήταν σχεδιασμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να εξοφληθεί στην ώρα του. Μετά τη μελέτη των λογαριασμών, ήλθε σε επικοινωνία με την Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να εξευρεθεί εξώδικη λύση. Η τελευταία, ωστόσο, ήταν πάντα αρνητική και δεν επέδειξε καλή διάθεση. H Καθ' ης η αίτηση, από τη δική της πλευρά, εγείρει 19 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στους ακόλουθους 5: · Η παρούσα αγωγή και αίτηση δεν μπορούν να προωθούνται λόγω δεδικασμένου. · Η Αιτήτρια ενήργησε με μεγάλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  13. · Η διαδικασία εκποίησης του ακινήτου προωθείται νομότυπα και δικαιωματικά. · Η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα και διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει την Αιτήτρια για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά υποστεί από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία, δυνάμει συμφωνίας με την Καθ' ης η αίτηση, ενεργεί για λογαριασμό της. Σύμφωνα με αυτή, η Αιτήτρια κωλύεται λόγω δεδικασμένου να προωθεί την παρούσα αγωγή και αίτηση, καθώς εκδόθηκε εναντίον της διαιτητική απόφαση η οποία, δυνάμει δικαστικού διατάγματος, εγγράφηκε στις 02.07.13 ως δικαστική απόφαση στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης με αρ.170/13 Ε.Δ. Λεμεσού. Όλα τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία, επιλύθηκαν στην προαναφερόμενη Γενική Αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε ξεγέλασε ή παγίδεψε την Αιτήτρια, ούτε και υπήρξε συμπαιγνία ή συνεννόηση μεταξύ της ίδιας και των Εναγομένων 2 και 3 προκειμένου να πείσουν την Αιτήτρια να υπογράψει τη συμφωνία δανείου και τη συμφωνία υποθήκης του ακινήτου. Το δάνειο παραχωρήθηκε κατόπιν αιτήματος της Αιτήτριας και των Εναγομένων 2 και 3, χωρίς οποιαδήποτε δόλια συνεννόηση των τελευταίων με την Καθ' ης η αίτηση. Η Αιτήτρια υπέγραψε τα προαναφερόμενα έγγραφα με ελεύθερη βούληση, χωρίς να ασκηθεί ψυχολογική ή σωματική πίεση, γνωρίζοντας το περιεχόμενό τους και τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε με την υπογραφή τους. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει στην ένορκη δήλωσή της 20 σχεδόν χρόνια μετά την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της στην προσπάθεια της να αποτρέψει τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση, η Καθ' ης η αίτηση δεν γνωρίζει κατά πόσο ασκήθηκαν απειλές ή πίεση από τους Εναγόμενους 2 και 3 προς το πρόσωπο της Αιτήτριας. Ουδέποτε λέχθηκε στην Αιτήτρια, ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας ή ότι δεν χρειαζόταν να διορίσει δικηγόρο, διότι, δήθεν, όλα τα ζητήματα θα επιλύνονταν από τους Εναγόμενους 2 και
  14. Η Καθ' ης η αίτηση ενήργησε με καλή πίστη έναντι της Αιτήτριας και εξακολουθεί να είναι πρόθυμη να συζητήσει μαζί της τρόπους αποπληρωμής της οφειλής της. Η τελευταία, όμως, ουδέποτε υπέβαλε ουσιαστική πρόταση διευθέτησης της οφειλής της. Η οικονομική έκθεση του χρηματοοικονομικού συμβούλου της Αιτήτριας είναι αυθαίρετη, καθώς παραγνωρίζει τα επιτόκια που καθορίστηκαν στην επίδικη συμφωνία δανείου. Οι αναφορές του περί καταπιεστικών και καταχρηστικών πρακτικών των πιστωτικών ιδρυμάτων, αποτελούν εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματά του. Εν κατακλείδι, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίστηκε, ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα και είναι σε θέση να αποζημιώσει την Αιτήτρια σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της. Συνεπώς, δεν υπάρχει ο κίνδυνος αδυναμίας ικανοποίησης της οποιασδήποτε απαίτησης της Αιτήτριας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των αγορεύσεων τους, επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους. Νομική πτυχή Το άρθρο 32 του Ν.14/60 θέτει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί προσωρινό διάταγμα. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o

(1982)1 C.L.R 557, λέχθηκε σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω), ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 σημειώνεται ότι τα κριτήρια που τίθενται με αυτά για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι παρόμοια με εκείνα του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LIMITED κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
(2009)1Α Α.Α.Δ 754 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 4 του Κεφ. 6: «Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6.» Στο άρθρο 5 του Κεφ.6, το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1Β Α.Α.Δ 1121, αναφέρθηκε ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, αφού το προαναφερόμενο άρθρο αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Συμπεράσματα Οι λόγοι ένστασης υπ' αρ.1 - 3 σχετίζονται άμεσα με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Επιγραμματικά με τους προαναφερόμενους λόγους ένστασης, η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια κωλύεται στην έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής, αφ' ης στιγμής εκδόθηκε και βρίσκεται σε ισχύ δικαστικό διάταγμα το οποίο διατάσσει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης η οποία αφορά το επίδικο δάνειο και υποθήκη. Για την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να αποκαλυφθεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Αυτή είναι η έννοια της συζητήσιμης υπόθεσης, όπως προσδιορίστηκε στην Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω). Πρόσφατα στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α. ν. Cypra Ltd, Πολ. Έφεση αρ.Ε153/2014, ημερ.12.10.22, τονίστηκε ότι η εν λόγω προϋπόθεση αφορά στην ανάγκη ύπαρξης απαίτησης, η οποία να είναι δυνατό, κατά το δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου. Απόλυτα σχετικά είναι και όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα «Διατάγματα» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, έκδοση 2016, στη σελ.55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση υποστήριξε, ότι υπάρχει δεδικασμένο, καθώς μεταξύ της Γενικής Αίτησης με αρ.170/13 και της παρούσας αγωγής υπάρχει ταύτιση διαδίκων και επιδίκων θεμάτων. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε, ότι ικανοποιείται το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60, ενόψει των ισχυρισμών περί δόλου κατά την έκδοση του διατάγματος στην προαναφερόμενη Γενική Αίτηση αφενός και ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών αφετέρου. Επικαλείται, επομένως, δύο αιτίες αγωγής. Συγκεκριμένα, την εξασφάλιση του διατάγματος στη Γενική Αίτηση με αρ.170/13 Ε.Δ. Λεμεσού με δόλο και την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη συμφωνία δανείου. Ξεκινώ με το ζήτημα του δόλου κατά την έκδοση του διατάγματος στη Γενική Αίτηση με αρ.170/
  3. Σύμφωνα με την Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 992, αλλά και την πιο πρόσφατη Παπαναστασίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση με αρ.284/14, ημερ.16.01.23, απόφαση η οποία λήφθηκε με δόλο μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή. Η εν λόγω αρχή, άλλωστε, ενσωματώνεται στη Δ.33 θ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, η Αιτήτρια, αποκαλύπτει αιτία αγωγής σε όση έκταση η αξίωση της στηρίζεται στην ισχυριζόμενη δόλια εξασφάλιση του διατάγματος στη Γενική Αίτηση με αρ.170/
  1. Προχωρώ στη δεύτερη αιτία αγωγής που επικαλέστηκε η κα Αβραάμ και αφορά τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στη συμφωνία δανείου. Καταρχάς, σημειώνω ότι ένας καταναλωτής μπορεί να καταχωρήσει αγωγή σε περίπτωση κατά την οποία θίγονται τα οικονομικά του συμφέροντα από την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών (βλ. άρθρο 63 του Ν.112(Ι)/2021). Στην προκείμενη, ωστόσο, περίπτωση θεωρώ ότι η υπό αναφορά αιτία αγωγής δεν θα μπορούσε να προωθηθεί για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός, ότι σε σχέση με την επίμαχη συμφωνία δανείου εκδόθηκε διαιτητική απόφαση η οποία εγγράφηκε ως δικαστική και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Η προαναφερόμενη ιδιαιτερότητα διαφαίνεται να καθιστά, στο παρόν στάδιο, αδύνατη την προώθηση αγωγής στη βάση της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, εφόσον η διαιτητική απόφαση είναι περιβεβλημένη με την ισχύ της δικαστικής απόφασης. Θεωρώ, ότι διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε, με βάση τα δεδομένα που ισχύουν αυτή τη στιγμή, σε ανασφάλεια δικαίου. Οι πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερ.17.05.22 στις οποίες παρέπεμψε η Αιτήτρια (Τεκμήριο 1 της αίτησης), δεν διαφοροποιούν τα πράγματα. Συνοπτικά στην υπόθεση C-869/19, L v. Unicaja Banco SA, εγέρθηκε το ζήτημα κατά πόσο μπορεί να γίνει δικαστικός έλεγχος για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών ενώπιον δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όταν ο καταναλωτής δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Στις υποθέσεις C-600/19, MA v. Ibercaja Banco SA, C-693/19 συνεκδικασθείσα με τη C-831/19, SPV Project 1503 Srl a.o v. YB και C-725/19, IO v. Impuls Leasing Romania IFN SA, απασχόλησε το ΔΕΕ το ζήτημα του κατά πόσο θα μπορούσε να εξεταστεί για πρώτη φορά θέμα ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στο στάδιο της λήψης μέτρων εκτέλεσης. Εν προκειμένω, το υπό εξέταση ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό και δεν σχετίζεται με την αρχή της αποτελεσματικότητας στη βάση της οποίας εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις. Συγκεκριμένα, η παρούσα δεν αφορά τη λήψη μέτρων εκτέλεσης, ούτε και την καταχώρηση έφεσης. Το ζητούμενο, όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, αφορά το κατά πόσο η ισχυριζόμενη ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών μπορεί να αποτελέσει, υπό τις ιδιαιτερότητες της παρούσας διαφοράς, αυτοτελή βάση αγωγής σε μία νέα διαδικασία. Σημειώνω και το εξής σημαντικό. Στις αποφάσεις του ΔΕΕ, οι διαδικασίες της έφεσης και της λήψης μέτρων εκτέλεσης απέρρεαν από την απόφαση επί της ουσίας και συνδέονταν με αυτήν. Συνεπώς, δεν υπήρχε ο κίνδυνος έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων, αφού τα προαναφερόμενα διαβήματα εντάσσονταν ουσιαστικά στην ίδια διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, η παρούσα αγωγή αφορά νέα ανεξάρτητη διαδικασία, με αποτέλεσμα να υφίσταται το ενδεχόμενο έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων. Κλείνοντας την αναφορά μου στις αποφάσεις του ΔΕΕ, σημειώνω ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας θα πρέπει να εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, τις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας, καθώς και την αρχή της ασφάλειας δικαίου (C-600/19 σκέψη 44). Ως εκ των ανωτέρω το πρώτο κριτήριο πληρούται σε σχέση με τη βάση αγωγής που αφορά την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη Γενική Αίτηση με αρ.170/13 Ε. Δ. Λεμεσού λόγω ισχυριζόμενου δόλου. Προχωρώ στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Αυτό το οποίο ελέγχεται κατά την εξέταση της εν λόγω προϋπόθεσης, είναι η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά την ενδιάμεση θεραπεία σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και CYFIELD - NEMESIS κ.α., Πολ. Έφεση αρ.Ε52/21, ημερ.10.02.22). Στη Zondrvan Group Ltd και Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α., Πολ. Έφεση αρ.Ε64/2015, ημερ.20.07.21, τονίστηκε ότι θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια η αρχή, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια προσωρινού διατάγματος δεν εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και δεν επιτρέπεται να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας της μιας ή της άλλης εκδοχής. Στη βάση των πιο πάνω παγιωμένων νομολογιακών αρχών θα εξετάσω την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Αιτήτριας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήλθαν σε συνεννόηση με λειτουργούς της Καθ' ης η αίτηση και κατόπιν ψευδών διαβεβαιώσεων, αθέμιτων τραπεζικών πρακτικών και απόκρυψης ουσιαστικών δεδομένων, οδήγησαν, με συμπαιγνία, την Αιτήτρια στο να υπογράψει ως συνοφειλέτης το επίδικο δάνειο και να εκτελέσει την υποθήκη επί του ακινήτου ως εξασφάλιση του εν λόγω δανείου. Η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε, ότι η Αιτήτρια δεν θα επωφελούνταν από την παραχώρηση του δανείου. Γνώριζε, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν σκόπευαν να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να αποπληρώσουν το επίδικο δάνειο. Ταυτόχρονα, λειτουργοί της Καθ' ης η αίτηση την διαβεβαιώσαν, ως προς το ότι δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί για τη διαιτησία και μετέπειτα για την αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Επιπρόσθετα, έλαβε διαβεβαιώσεις από λειτουργούς της Καθ' ης η αίτηση, ότι δεν υπήρχε ανάγκη για διορισμό δικηγόρου, καθώς το όλο θέμα θα διευθετούνταν μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Εναγόμενου
  3. Η Καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Ισχυρίστηκε, ότι ουδεμία συμπαιγνία ή δόλος υπήρξε μεταξύ λειτουργών της και των Εναγομένων 2 και
  4. Το δάνειο παραχωρήθηκε κατόπιν αιτήματος της Αιτήτριας και των Εναγομένων 2 και
  5. Η δε Αιτήτρια υπέγραψε, τόσο τη συμφωνία δανείου, όσο και τη συμφωνία υποθήκης, με την ελεύθερη βούλησή της. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ότι το δάνειο δεν θα αποπληρωνόταν δεν ευσταθεί, καθώς στο επίδικο δάνειο, το οποίο παραχωρήθηκε το 2004, γίνονταν πληρωμές μέχρι και το
  6. Επίσης, ουδέποτε δόθηκε διαβεβαίωση στην Αιτήτρια, ότι το όλο ζήτημα θα διευθετούνταν και δεν χρειαζόταν ο διορισμός δικηγόρου. Αποφεύγοντας την εις βάθος θεώρηση και αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση δεν ικανοποιούν το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/
  7. Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί περί δόλου και/ή συμπαιγνίας της Καθ' ης η αίτηση με τους Εναγόμενους 2 και 3 περιορίστηκαν σε γενικές αναφορές οι οποίες προβλήθηκαν υπό τύπο επικεφαλίδας. Δεν δόθηκαν λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ψευδών διαβεβαιώσεων, αθέμιτων τραπεζικών πρακτικών και απόκρυψης ουσιαστικών δεδομένων. Ούτε, διευκρινίστηκε ποιοι λειτουργοί της Καθ' ης η αίτηση προέβησαν στις ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες σε συμπαιγνία με τους Εναγόμενους 2 και 3 και διαβεβαίωσαν την Αιτήτρια για το ότι δεν υπήρχε ανάγκη διορισμού δικηγόρου. Τονίζω, ότι η Αιτήτρια ως αιτία αγωγής επικαλέστηκε την έκδοση με δόλο του δικαστικού διατάγματος για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αρκεί απλώς να προβάλλεται στην αγωγή ισχυρισμός για δόλο, αλλά θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες (Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και Παπαναστασίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ανωτέρω). Απολύτως σχετικά είναι και όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η εκδ., σελ. 452: «The Statement of Claim must contain precise and full allegations of facts and circumstances leading to the reasonable inference that the fraud was tlιe cause, of the loss complained of (see Lawrance V. Lord Norreys
(1890)15 App.Cas. 210 at 221). It is not allowable to leave fraud to be inferred from the facts pleaded and accordingly, fraudulent conduct must be distinctly alleged and as distinctly proved (Davy V. Garrett
(1878)7 Ch.D. 473 at 489) "General allegations, however strong may be the words in which they are stated, are insufficient to amount to an averment of fraud of which any cοurt ought to take notice" ................. The proper method of impeaching a completed judgment on the ground of fraud is by action, or in special cases by motion for a new trial; in either case exact particulars of the fraud must be given (Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298).» Είναι γεγονός, ότι η αγωγή καταχωρήθηκε σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Αυτό το δεδομένο δεν μπορεί να απαλλάξει την Αιτήτρια από την υποχρέωση της παροχής λεπτομερειών του ισχυριζόμενου δόλου. Αντιθέτως, από τη στιγμή που υφίσταται τέτοια υποχρέωση στη σύνταξη δικογράφου, πολύ περισσότερο θα πρέπει να παρατίθενται οι ακριβείς λεπτομέρειες στη μαρτυρία που προσάγεται προς τον σκοπό έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Άλλωστε, στις περιπτώσεις που η αίτηση για προσωρινό διάταγμα προηγείται της καταχώρησης Έκθεσης Απαίτησης τα γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτηση για τους σκοπούς του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1Β Α.Α.Δ 598). Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν είχαν σκοπό να αποπληρώσουν το επίμαχο δάνειο, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση της Καθ' ης η αίτηση. Σε όση έκταση θα μπορούσε ο εν λόγω ισχυρισμός να θεωρηθεί ότι αποτελεί λεπτομέρεια ισχυριζόμενου δόλου, σημειώνω, ότι η Καθ' ης η αίτηση παρουσίασε ως Τεκμήριο Β την κατάσταση λογαριασμού του δανείου στην οποία φαίνεται ότι γίνονταν πληρωμές μέχρι και το 2011, δηλαδή για περίοδο 7 ετών από την ημερομηνία παραχώρησης του. Χωρίς να προβαίνω σε τελικά ευρήματα επισημαίνω, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση από την Αιτήτρια. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι η υπόθεση της Αιτήτριας δεν έχει τέτοια αποδεικτική δύναμη που να ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60. Αν και η πιο πάνω κατάληξή μου σφραγίζει την έκβαση της αίτησης, θεωρώ ότι δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς σχολιασμό η καθυστέρηση με την οποία ενήργησε η Αιτήτρια. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα» (ανωτέρω) σελ.148, αναφέρεται, ότι η καθυστέρηση λαμβάνεται υπόψη στο στάδιο που το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα (βλ. και Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ 577). Αποτελεί κοινό έδαφος, ότι η Αιτήτρια γνώριζε τόσο για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, όσο και για την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης με αρ.170/13 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στις 02.07.
  1. Τόσο στην πρώτη, όσο και στη δεύτερη διαδικασία, η Αιτήτρια επέλεξε να μην εμφανιστεί. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τους δικούς της ισχυρισμούς, ήταν γνώστης του επίδικου διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της προαναφερόμενης Γενικής Αίτησης. Δεν αναφέρει πότε ακριβώς περιήλθε στη γνώση της το δικαστικό διάταγμα, ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητο, ότι, τουλάχιστον, από τις 07.12.20 πληροφορήθηκε γι' αυτό. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω, ότι από τη στιγμή που γνώριζε για την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης με αρ.170/13, θα μπορούσε από τις 02.07.13, με εύλογη έρευνα, να ενημερωθεί για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Παρά τα πιο πάνω, η Αιτήτρια παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα αδρανής, αφού καταχώρησε την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση στις 07.11.
  2. Ακόμη και εάν ληφθεί υπόψη το ευνοϊκότερο για την Αιτήτρια σενάριο, ήτοι ότι πληροφορήθηκε για την έκδοση του διατάγματος στις 07.12.20, υπήρξε καθυστέρηση δύο ετών στην έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Θεωρώ, ακόμα και την καθυστέρηση των δύο ετών, υπέρμετρη. Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η Αιτήτρια γνώριζε από τις 07.12.20 τον ισχυριζόμενο δόλο και/ή συμπαιγνία των Εναγομένων 2 και 3 και της Καθ' ης η αίτηση (βλ. παραγράφους 12, 13 και 17 της ένορκης δήλωσής της). Περαιτέρω, με την καταχώρηση της αίτησης έρευνας εναντίον της ήταν ξεκάθαρο, ότι η Καθ' ης η αίτηση έλαβε μέτρα εκτέλεσης του διατάγματος που κατ' ισχυρισμό εξασφάλισε με δόλο. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να υπάρξει άμεση αντίδραση. Η Αιτήτρια, όμως, ουδέν έπραξε. Ουσιαστικά, αποφάσισε να αντιδράσει μόνον όταν παρέλαβε την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Υπήρξε, επομένως, υπέρμετρη και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση η οποία συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Επισημαίνω, ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία για την αδράνεια της. Η καθυστέρηση και η αδράνεια που επέδειξε η Αιτήτρια είχαν αντίκτυπο και στην Καθ' ης η αίτηση, η οποία, βασιζόμενη στο δικαστικό διάταγμα που εξασφάλισε προ δεκαετίας (02.07.13) προχώρησε, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............................................ Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.