← Κύπρος

Μαρούλας Κυριάκου Λαζάρου ν. Ρομίνας Τζαουχάρη, Αριθμός αγωγής: 1907/2019, 28/2/2023

Μαρούλας Κυριάκου Λαζάρου ν. Ρομίνας Τζαουχάρη, Αριθμός αγωγής: 1907/2019, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1907/2019 Μεταξύ: Μαρούλας Κυριάκου Λαζάρου Ενάγουσας -και- Ρομίνας Τζαουχάρη Εναγόμενης ------------------------------ Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 27.4.2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.2.2023 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Κ. Χατζηιωάννου, για Λ. Λυσάνδρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: εμφανίζεται προσωπικά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας συμφωνία ενοικίασης μιας κατοικίας που συνήψε με την εναγόμενη κατά ή περί το Σεπτέμβρη του 2017 (στο εξής «επίδικη κατοικία») αποτελεί τη βάση αγωγής της πρώτης, με την οποία αξιώνει εναντίον της δεύτερης, πρώτο, διάταγμα που να τη διατάσσει να της παραδώσει ελεύθερη κατοχή της επίδικης κατοικίας η οποία βρίσκεται στον Ύψωνα Λεμεσού, δεύτερο, το συνολικό ποσό των €18.400, υπό μορφή καθυστερημένων ενοικίων, για την περίοδο από 5/10/2017 μέχρι 5/8/2019 και τρίτο, το ποσό των €800 το μήνα ή €26,66 τη μέρα από 5/9/2019 μέχρι ανάκτησης ελεύθερης κατοχής της επίδικης κατοικίας. Η ενάγουσα, στις 27/4/2021 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι ανάλογη αίτηση καταχώρησε και στις 14/10/2019, την οποία ωστόσο απέσυρε στις 27/8/2020, άνευ βλάβης του δικαιώματός της για καταχώρηση νέας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 15 λόγους και υποστηρίζεται από δική της ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον, η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας παρουσίασε και γραπτή αγόρευση, ενώ η εναγόμενη - η οποία χειρίστηκε προσωπικά την αίτηση κατά την ακρόασή της - προέβηκε σε διάφορες δηλώσεις προφορικά, υπό την τύπον αγόρευσης. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α) - η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του - για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται ακόλουθες τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως, προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται καθώς και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - εννοείται σωρευτικά - το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στον εναγόμενο (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.ά.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας, θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση θα πρέπει να δίνονται ενόρκως και με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Όλες οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Μιχαηλίδης κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 60/2011, ημερ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Χαραλάμπους ν. Νεοφύτου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 292/2011, ημερ. 7/7/2017, ECLI:CY:AD:2017:A251, BRAINVIBES LTD κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 504/2012, ημερ. 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235, Χριστοδούλου ν. Σάββα, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 139/2012, ημερ. 12/9/2018, Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολ. Έφ. Αρ. Ε28/2017, ημερ. 24/10/2018, Κωνσταντίνου κ.ά. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2013, ημερ. 5/3/2019, Φιλίππου κ.ά. ν. Κούτρα, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 397/2012, ημερ. 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A235 και Χαραλάμπους (Καρούσου) v. Μελά, Πολ. Έφ. Αρ. E242/2014, ημερ. 3/9/2020. Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Η ενάγουσα καταχώρησε την αγωγή της με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 2/9/2019 και η εναγόμενη, στις 10/10/2019 καταχώρησε εμφάνιση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/4/2021. Ότι η ενάγουσα είναι το πλέον αρμόδιο και κατάλληλο πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής θεωρώ πως δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Και τούτο, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα υπό το φως όσων αναφέρονται μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω)από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.» Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ.1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts).» Με αυτό δεδομένο, το δικαίωμά της να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να της δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στην εναγόμενη. Η εναγόμενη, με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και/ή προωθήσει την παρούσα αίτηση και κατ' επέκταση την αγωγή, καθότι δεν είναι ιδιοκτήτρια και/ή η μόνη ιδιοκτήτρια και/ή το μόνο πρόσωπο δικαιούμενο σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου. Με το 10ο λόγο ένστασης υποβάλλει ότι η ενάγουσα ποτέ δεν συμβλήθηκε μαζί της. Τέλος, με τον 11ο λόγο ένστασης υποβάλλει - μεταξύ άλλων - ότι η ενάγουσα, ψευδώς επικαλείται ότι η θυγατέρα της, Ν.Ψ. ενεργούσε για λογαριασμό της και/ή ως αντιπρόσωπός της, αφού η θυγατέρα της, ούτε στο ενοικιαστήριο έγγραφο ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης, λόγω της συνάφειάς τους, θα συνεξεταστούν. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Oργανισμός Xρηματοδοτήσεως Tραπέζης Kύπρου Λτδ ν. Xαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 - στην οποία μ' έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας - δεν είναι απαραίτητο όπως μια ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο σε ένορκη δήλωση παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται και τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Κάθε ένσταση - όπως αναφέρεται λίγο παρακάτω στην ίδια απόφαση - θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της. Και οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή στο φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις. Άλλο είναι οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα στα οποία αυτοί στηρίζονται. Με υπαγωγή των δεδομένων της υπό εξέταση περίπτωσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η ενάγουσα, τόσο δικογραφικά όσο και στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα εξής: Το 2014 ήταν δικαιούχος και είχε και εξακολουθεί να έχει εγγεγραμμένο επ' ονόματί της το δικαίωμα επικαρπίας και κατοχής, χρήσης, κάρπωσης και εκμετάλλευσης της επίδικης κατοικίας και επί του ½ μεριδίου του αποβιώσαντα συζύγου της Κ.Δ. επί του ακινήτου, με στοιχεία τα οποία αναφέρονται. Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι στο σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας που επισυνάπτει η ενάγουσα στην ένορκη δήλωσή της (βλ. το τεκμ. 1) η ακίνητη ιδιοκτησία που καλύπτει ο τίτλος περιγράφεται ως οικόπεδο, το οποίο είναι εγγεγραμμένο, στους Ψ.Κ., Ψ.Α., Δ.Α. και Ν.Ψ., με μερίδιο, 1/6, 1/4 1/6 και 5/12, αντίστοιχα, έκαστος/εκάστη. Το εν λόγω ακίνητο υπόκειται σε δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής, όσον αφορά το ½ μερίδιο του Κ.Δ., με δικαιούμενο πρόσωπο την ενάγουσα. Συνεχίζοντας η ενάγουσα αναφέρει τα εξής: το πιο πάνω ακίνητο έχει διαχωρισθεί επί τόπου μεταξύ του αποβιώσαντα συζύγου της, αφενός και της θυγατέρας της και του «επί θυγάτρι γαμπρού της», αφετέρου και το δυτικό μισό οικόπεδο και τεμάχιο γης αναλογούσε στον αποβιώσαντα σύζυγό της και το ανατολικό μισό οικόπεδο και τεμάχιο γης αναλογούσε στη θυγατέρα της και τον «επί «θυγάτρι γαμπρό της». Η επίδικη κατοικία βρίσκεται στο δυτικό μισό οικόπεδο που αναλογούσε στον αποβιώσαντα σύζυγό της. Δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου και προφορικής συμφωνίας, η οποία έγινε αρχές Σεπτεμβρίου, 2017, μεταξύ της ίδιας, μέσω της θυγατέρας της Ν.Ψ., ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της και της εναγόμενης, νοίκιασε την επίδικη κατοικία στην εναγόμενη για περίοδο ενός έτους (από 5/9/2017 μέχρι 5/9/2018) αντί του μηνιαίου ενοικίου των €800. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης των εν λόγω ισχυρισμών της, η ενάγουσα επισυνάπτει αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου και το πρωτότυπο πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 10/8/2017 (βλ. τα τεκμ. 2 και 3). Η εναγόμενη κατέβαλε μόνο το πρώτο ενοίκιο και κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης παρέλειψε να καταβάλει τα ενοίκια για την περίοδο από 5/10/2017 μέχρι 5/8/2019, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €18.400, το οποίο της οφείλει. Τόσο η ίδια όσο και η θυγατέρα της, ως αντιπρόσωπός της, επανειλημμένα και με την επιστολή του πρώην δικηγόρου της, ημερομηνίας 24/4/2018 (τεκμ. 4) κάλεσαν την εναγόμενη, όπως ξοφλήσει το πιο πάνω χρέος της εντός 21 ημερών από τη λήψη της επιστολής. Επειδή παρέλειψε να συμμορφωθεί, στις 3/6/2018, μέσω της επιστολής του πρώην δικηγόρου της (τεκμ. 5) τερμάτισε την ενοικίαση και κάλεσε την εναγόμενη να εγκαταλείψει και εκκενώσει αμέσως την επίδικη κατοικία και να παραδώσει στην ίδια αμέσως ελεύθερη την κατοχή της. Η εναγόμενη μέχρι σήμερα αρνείται να συμμορφωθεί. Με νέα επιστολή του πρώην δικηγόρου της προς την εναγόμενη, ημερομηνίας 6/5/2019 (τεκμ. 6) αναφέρθηκε στις παραβάσεις της συμφωνίας από την εναγόμενη και τερμάτισε εκ νέου την ενοικίαση, καλώντας την εναγόμενη, όπως εντός 7 ημερών από τη λήψη της επιστολής εγκαταλείψει την επίδικη κατοικία και παραδώσει ελεύθερη κατοχή της. Είναι φανερό ότι με την προβολή όλων των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών της, η ενάγουσα επιδιώκει να θεμελιώσει το αγώγιμό δικαίωμά της εναντίον της εναγόμενης και κυρίως, τη νομιμοποίησή της να καταχωρήσει η ίδια την παρούσα αγωγή και στο πλαίσιό της, την υπό κρίση αίτηση. Ας δούμε όμως σε ποιο βαθμό τεκμηριώνονται οι παραπάνω θέσεις και ισχυρισμοί της και τι προκύπτει από τα παραπάνω έγγραφα που η ίδια έχει θέσει ενώπιον μου. Καταρχάς, ενώ επικαλείται κάποια συμφωνία διαχωρισμού του ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι και η επίδικη κατοικία, δεν διευκρινίζει κατά πόσο η συμφωνία αυτή είναι γραπτή ή προφορική και αν ισχύει το πρώτο, γιατί δεν την έχει θέσει ενώπιον μου. Απ' εκεί και πέρα, το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι ημερομηνίας, 1 Οκτωβρίου και σύμφωνα με αυτό, η συμφωνία ενοικίασης γίνεται μεταξύ της Ν.Ψ., υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτη και της εναγόμενης, υπό την ιδιότητά της, ως ενοικιαστή. Το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφεται από τα δυο αυτά πρόσωπα και πουθενά σ' αυτό αναφέρεται ότι η Ν.Ψ. συμβάλλεται υπό την ιδιότητά της ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ενάγουσας μητέρας της, το όνομα της οποίας, επίσης, δεν αναφέρεται πουθενά στο έγγραφο. Και με δεδομένο ότι η Ν.Ψ., που φαίνεται να συμβάλλεται υπό την προσωπική της ιδιότητα με την εναγόμενη, τυγχάνει και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια - με μερίδιο 5/12 - του ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη κατοικία, ενώ η ενάγουσα έχει μόνο δικαίωμα επικαρπίας επί του μεριδίου του αποβιώσαντα συζύγου της, γενικά επί του εν λόγω ακινήτου και έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όταν οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία, ή άλλο πλεονέκτημα αποκτήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 11 σχετικά με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία, αυτό θεωρείται ότι είναι προσαρτημένο στην ιδιοκτησία αυτή και ότι περιλαμβάνεται σε κάθε συναλλαγή που διενεργείται σχετικά με την ιδιοκτησία αυτή, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν, τα οποία, προφανώς δεν μπορούν να απαντηθούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είναι τα εξής: με ποιο κριτήριο μπορώ να θεωρήσω μη καλόπιστη και ανυπόστατη την υπερασπιστική θέση της εναγόμενης, ότι δεν συμβλήθηκε ποτέ με την ενάγουσα για σκοπούς ενοικίασης της επίδικης κατοικίας (10ος λόγος ένστασης) αλλά με την Ν.Ψ., επομένως, όπως υποβάλλεται με τον 9ο λόγο ένστασης, η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και/ή να προωθήσει την παρούσα αίτηση και κατ' επέκταση την αγωγή; Και γιατί θα πρέπει να αποκλείσω με συνοπτικό τρόπο και να θεωρήσω εξωπραγματική τη θέση της εναγόμενης, ότι η ενάγουσα, ψευδώς επικαλείται ότι η θυγατέρα της Ν.Ψ. ενεργούσε για λογαριασμό της και/ή ως αντιπρόσωπός της, αφού δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στο ενοικιαστήριο έγγραφο τη στιγμή μάλιστα που η ενάγουσα, είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπροσώπου, δεν θα μπορούσε να συμβληθεί με την εναγόμενη, υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτη της επίδικης κατοικίας; Ας δούμε όμως και τι προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου που επικαλείται η ενάγουσα, που θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής, ότι είναι γενικό πληρεξούσιο έγγραφο. Όπως αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, με αυτό, η ενάγουσα διορίζει ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της και αντίκλητό της τη Ν.Ψ, όπως αντί της ίδιας και εξ' ονόματός της και για λογαριασμό της προβαίνει σε οτιδήποτε αναφέρεται στη συνέχεια, μεταξύ αυτών και να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία της. Το εύλογο ερώτημα που και πάλι ανακύπτει είναι το εξής: πώς μπορώ να δεχθώ ότι η Ν.Ψ. συμβλήθηκε με την εναγόμενη υπό την ιδιότητά της ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ενάγουσας μητέρας της και όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα, τη στιγμή που εάν ισχύει το πρώτο, αυτό θα έπρεπε να αναφέρεται ρητά στο ενοικιαστήριο έγγραφο, δηλαδή ότι συμβάλλεται εξ ονόματος της ενάγουσας μητέρας της, υπό την ιδιότητά της ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της και υπό αυτή την ιδιότητα να υπογράφει κιόλας το έγγραφο: Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Τα παραπάνω έγγραφα δεν είναι και τα μόνα που έχει θέσει ενώπιον μου η ενάγουσα, που θέτουν εν αμφιβόλω το δικαίωμά της να ενάγει την εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση και να ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της. Υπάρχουν ακόμη δυο έγγραφα τα οποία και πάλι έθεσε ενώπιον μου η ίδια, που δεν συνάδουν με δυο από τους παραπάνω βασικούς ισχυρισμούς της. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής της, τόσο η ίδια όσο και η θυγατέρα της, επανειλημμένα και με την επιστολή του πρώην δικηγόρου της (τεκμ. 4) κάλεσαν την εναγόμενη όπως ξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια εντός 21 ημερών. Κι' όμως ο δικηγόρος της απευθύνει την εν λόγω επιστολή στην εναγόμενη, κατόπιν οδηγιών της πελάτισσάς του, Ν.Ψ., ιδιοκτήτριας της επίδικης κατοικίας (και όχι και της ενάγουσας) και με αυτή αναφέρει στην εναγόμενη ότι δυνάμει της συμφωνίας ενοικίασης της επίδικης κατοικίας, οφείλει να πληρώσει στην πελάτισσά του, δηλαδή στη Ν.Ψ. (και όχι στην ενάγουσα) το ποσό που αναφέρεται στη συνέχεια. Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και με την πρώτη επιστολή τερματισμού (τεκμ. 5) της συμφωνίας ενοικίασης της επίδικης κατοικίας. Ενώ η ενάγουσα, στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της ισχυρίζεται ότι με αυτή, τερμάτισε τη συμφωνία ενοικίασης και κάλεσε την εναγόμενη να παραδώσει αμέσως ελεύθερη κατοχή της επίδικης κατοικίας, ο δικηγόρος της, με την εν λόγω επιστολή απευθύνεται και πάλι στην εναγόμενη εκ μέρους της Ν.Ψ, υπό την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτριας της επίδικης κατοικίας, τερματίζει την εν λόγω συμφωνία εκ μέρους της Ν.Ψ. και τέλος, καλεί την εναγόμενη να παραδώσει την επίδικη κατοικία ελεύθερη κατοχής, επίσης στη Ν.Ψ. Η σύγχυση, αναφορικά με το πρόσωπο που συμβλήθηκε με την εναγόμενη στον ουσιώδη χρόνο, επιτείνεται από το περιεχόμενο ενός ακόμη εγγράφου, που επίσης έθεσε ενώπιον μου η ενάγουσα. Πρόκειται για τη δεύτερη επιστολή τερματισμού αυτό (τεκμ. 6) την οποία απέστειλε στην εναγόμενη ο ίδιος δικηγόρος, με την οποία, όπως αναφέρει η ενάγουσα στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσής της, τερμάτισε εκ νέου την ενοικίαση κ.ο.κ. Ακολουθεί το τι προκύπτει από την εν λόγω επιστολή: Καταρχάς, ότι ο δικηγόρος που τη συνέταξε ενεργεί εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία για πρώτη φορά παρουσιάζεται ως έχουσα το δικαίωμα επικαρπίας της επίδικης κατοικίας. Ακολούθως, γίνεται αναφορά στην επίμαχη συμφωνία ενοικίασης, την οποία η εναγόμενη συνήψε γραπτώς με τη θυγατέρα της ενάγουσας Ν.Ψ., στην οποία (Ν.Ψ), η εναγόμενη κατέβαλε μόνο το ενοίκιο του πρώτου μήνα ενοικίασης, χωρίς να αποκαλείται μέχρι στιγμής πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας, η Ν.Ψ. Ως αντιπρόσωπός της, απλώς αποκαλείται στη συνέχεια σε συνάρτηση με την πρώτη επιστολή τερματισμού, την καταχώρηση κάποιας άλλης αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον της εναγόμενης εκ μέρους της Ν.Ψ - η οποία αποσύρθηκε - και τέλος, με τις επανειλημμένες κλήσεις της Ν.Ψ. να ξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια. Από τα παραπάνω, τα οποία - για να επαναλάβω - απορρέουν από μαρτυρία που έχει προσκομίσει η ίδια η ενάγουσα, είναι φανερό ότι ανακύπτει θέμα νομιμοποίησής της να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή η ίδια και στο πλαίσιό της την υπό κρίση αίτηση. Για να το πω και αλλιώς, κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο είναι ότι η ίδια έχει νόμιμο δικαίωμα να ενάγει την εναγόμενη σε σχέση με τη συμφωνία ενοικίασης της επίδικης κατοικίας. Απεναντίας, θα έλεγα ότι από τα παραπάνω στοιχεία μαρτυρίας φαντάζει πιο πιθανόν η εναγόμενη να είχε συμβληθεί με τη Ν.Ψ. και όχι με την ενάγουσα στον ουσιώδη χρόνο. Και με δεδομένο ότι η νομιμοποίηση κάποιου να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, δηλαδή το να έχει locus standi αποτελεί θέμα υψίστης σημασίας και δικαιοδοτικής φύσεως για το Δικαστήριο να τον ακούσει είναι φανερό, ότι ο 1ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εναγόμενη έχει καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην εναγόμενη να καταχωρήσει την υπεράσπισή της, χωρίς οποιοδήποτε όρο, εντός 15 ημερών από σήμερα. Αναφορικά με τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος της εναγόμενης και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.