ΓΣ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Aρ. Αγωγής 1296/2012, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής 1296/2012 Μεταξύ: ΓΣ Ενάγοντος - και - Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ----------------------- Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Δημητριάδης με κ. Π. Δημητριάδη για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή ο Ενάγων απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, μόνιμη αναπηρία, ανικανότητα και άλλες δαπάνες τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη και θα συνεχίσει να υφίσταται εφ΄ όρου ζωής συνεπεία ιατρικής αμέλειας των κυβερνητικών γιατρών των Νοσοκομείων της Κυπριακής Δημοκρατίας κατόπιν εγκεφαλικού επεισοδίου στις 24.3.
- Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη είτε λόγω αμέλειας είτε λόγω παράβασης νομίμων καθηκόντων, καθώς επίσης και τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του Ενάγοντος και το ύψος των αξιούμενων αποζημιώσεων. Κατά την ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν συνολικά 14 μάρτυρες, έξι για τον Ενάγοντα και οκτώ για τον Εναγόμενο. Για τον Ενάγοντα έδωσαν μαρτυρία οι γονείς του, ΒΣ (ΜΕ1) και ΝΣ (ΜΕ3), ο Δρ ΝΝ (ΜΕ2), ο ΓΤ (ΜΕ4), η Δρ ΣΚ (ΜΕ5) και ο Δρ ΒΠ (ΜΕ6). Για τον Εναγόμενο κατέθεσαν ο ΝΣ (ΜΥ1), η Δρ ΕΚ (ΜΥ2), η Δρ ΑΓ (ΜΥ3), η ΔΧ (ΜΥ4) και η Δρ EΦ (ΜΥ5), η EΔ (ΜΥ6), ο Δρ MAΛ (ΜΥ7) και ο Δρ ΚΠ (ΜΥ8). Ι. Ιστορικό και Εξέλιξη Κατάστασης του Ενάγοντος μέχρι τη Μεταφορά του στη Γερμανία Ι.Α Κοινώς Αποδεκτά και Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Μέσα από τη μαρτυρία και τις τελικές τοποθετήσεις των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους, διαφαίνεται ότι μεγάλος μέρος του ιστορικού των γεγονότων από την άφιξη του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι και τη μεταφορά του από εκεί στη Γερμανία, αποτελεί κοινό ή αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ειδικότερα, η όλη κατάσταση του Ενάγοντος και η εξέλιξη αυτής, η διενέργεια διαφόρων εξετάσεων, οι διαπιστώσεις και τα ευρήματα των γιατρών και η διενέργεια δύο χειρουργικών επεμβάσεων κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, αποτελούν κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, τελικώς η ισχυριζόμενη αμέλεια ουσιαστικά περιορίζεται στην καθυστέρηση υποβολής του Ενάγοντος σε χειρουργική επέμβαση στις 27.3.09 στις 14:00, ενώ η κατάσταση του είχε επιδεινωθεί από τις 07:30 το πρωί της ίδιας μέρας, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, του προκάλεσε τη μόνιμη βλάβη. Επομένως, τα ακόλουθα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα υιοθετούνται και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
- Ο Ενάγων γεννήθηκε στις 18.7.
- Στις 24.3.09 το βράδυ ο Ενάγων μεταφέρθηκε από τον πατέρα του, ΜΕ1, στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η ώρα άφιξης τους και τα αναφερόμενα από τον ΜΕ1 συμπτώματα του Ενάγοντος αποτελούν αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών και επομένως θα αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης στο κατάλληλο στάδιο.
- Εκεί η ΜΥ2, Ιατρικός Λειτουργός στο ΤΑΕΠ, προέβη σε κλινική εξέταση του Ενάγοντος η οποία κατέδειξε 14/15 στην Κλίμακα Γλασκώβης. Η Κλίμακα Γλασκώβης είναι μια κλινική κλίμακα μέτρησης του επιπέδου συνείδησης ενός ατόμου μετά από εγκεφαλική κάκωση με βάση τις κινήσεις των ματιών, τη φωνητική και την κινητική ανταπόκριση. Η βαθμολογία κυμαίνεται μεταξύ του 3 και του 15 που είναι ο ψηλότερος βαθμός ανταπόκρισης. Συγκεκριμένα, η ΜΥ2 διαπίστωσε ότι η ανταπόκριση οφθαλμών ήταν αυτόματη, ο Ενάγων βρισκόταν σε σύγχυση όμως μπορούσε να συζητήσει και υπάκουε σε λεκτικές εντολές. Η ΜΥ2 συμπλήρωσε το σχετικό Έντυπο του ΤΑΕΠ, Τεκμήριο 49, στη σελ. 2 με τον τίτλο «Ιστορικό - Κλινική Εικόνα» με τα εξής: «Κλινική εξέταση, έντονη εφίδρωση, το ηλεκτροκαρδιογράφημα χωρίς παθολογικά ευρήματα, τα ζωτικά όργανα φυσιολογικά, κλίμακα Γλασκώβης 14/15, οι κόρες ευμεγέθεις, αντιδρούν φυσιολογικά στο φως, εστιακή σημειολογία, δοκιμασία barrett άνω κάτω άκρα είναι φυσιολογικά, επίπεδο συνείδησης συγχυτική, σημείο babinski - δεξιά και αριστερά είναι αρνητικό. Αυχενική δυσκαμψία αρνητική, αντιδρά στα επώνυμα ερεθίσματα.» H δοκιμασία barrett είναι μια δυνατότητα στα κάτω και άνω άκρα που εξετάζει ο γιατρός για να ανακαλύψει πιθανή βλάβη στον εγκέφαλο. Το σημείο babinski είναι το πελματιαίο αντανακλαστικό το οποίο γίνεται για τυχόν εντοπισμό διαταραχής στον εγκέφαλο.
- Ταυτόχρονα με την εξέταση της ΜΥ2, νοσηλευτής προέβη στις δικές του ενέργειες, δηλαδή εξέτασε τις ζωτικές λειτουργίες, σύνδεσε τον Ενάγοντα με το σύστημα παρακολούθησης (monitor), του παρείχε οξυγόνο και άνοιξε ενδοφλέβια γραμμή.
- Η ΜΥ2 κάλεσε τη ΜΥ3, παθολόγο γιατρό η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Παθολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και εκείνο το βράδυ βρισκόταν σε καθήκον αναμονής για έκτακτα περιστατικά στην Παθολογική Κλινική.
- Η ΜΥ3 μετέβη στο Νοσοκομείο και εκτίμησε εκ νέου τον Ενάγοντα κλινικά. Διαπίστωσε ότι ήταν διεγερτικός με το επίπεδο συνείδησης του να βρίσκεται στο 14 στην Κλίμακα Γλασκώβης.
- Εν τω μεταξύ η ΜΥ2 είχε δώσει οδηγίες για τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου την οποία έκανε η ΜΥ4, Τεχνικός Ακτινολόγος η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η αξονική τομογραφία απεικόνισε ενδοεγκεφαλική αιμορραγία, κροταφικά και με επέκταση ινιακά και βρεγματικά αριστερά. Παρατηρείτο αίμα και στην αριστερή πλάγια κοιλία, στο οπίσθιο κέρας με ήπια παρεκτόπιση της μέσης γραμμής. Τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας καταγράφηκαν στο σχετικό έντυπο, Τεκμήριο 51, από τον Δρ Salah Musa, Ακτινολόγο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ο οποίος εκείνο το διάστημα κάλυπτε την Πάφο λόγω κάποιων προβλημάτων με τους γιατρούς του ακτινολογικού τμήματος του Νοσοκομείου Πάφου.
- Στον Ενάγοντα χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της σύγχυσης και για την πήξη αίματος, καθώς και ηλεκτρολύτες.
- Επειδή δεν υπήρχε νευροχειρουργός στο Νοσοκομείο Πάφου, ο Ενάγων έπρεπε να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Έτσι η ΜΥ3 επικοινώνησε με τον ΜΥ7, νευροχειρουργό στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, για τη μεταφορά του Ενάγοντος εκεί και παράλληλα κάλεσε τη ΜΥ5, αναισθησιολόγο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, για σκοπούς μεταφοράς του. Σύμφωνα με το Δελτίο Κλήσης Ιατρών για Υπηρεσία Εκτός Ωρών Εργασίας, Τεκμήριο 76, η ΜΥ5 έφθασε στο Νοσοκομείο Πάφου στις 21:
- Και η ΜΥ5 εκτίμησε κλινικά τον Ενάγοντα και διαπίστωσε ότι αυτός ήταν ελαφρώς διεγερτικός με βαθμό 14/15 στην Κλίμακα Γλασκώβης και αιμοδυναμικά σταθερός.
- Μετά την κατάλληλη προετοιμασία, ήτοι την σύνδεση του με το σύστημα παρακολούθησης και την παροχή οξυγόνου, η ΜΥ5 συνόδευσε τον Ενάγοντα κατά τη μεταφορά του με ασθενόφορο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Σύμφωνα με τα γραφόμενα της ΜΥ2 στο Τεκμήριο 49, το ασθενοφόρο αναχώρησε από την Πάφο στις 22:
- Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του, η κατάσταση του Ενάγοντος ήταν σταθερή και αμετάβλητη. Οι ενέργειες της ΜΥ5 καταγράφηκαν από την ίδια σε σχετική επιστολή ημ. 11.12.14 προς τον Διευθυντή Νοσοκομείου Πάφου, μέρος του Τεκμηρίου 75, κατόπιν αιτήματος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ημ. 16.9.14 αναφορικά με την παρούσα Αγωγή.
- Ο Ενάγων αφίχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας γύρω στις 23:
- Υπήρχε και Συνοδευτικό Σημείωμα του ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Τεκμήριο 50, για την κατάσταση του Ενάγοντος, στο οποίο η ΜΥ3 έγραψε ένα σύντομο ιστορικό και αντέγραψε τα όσα αναφέρονταν στη γνωμάτευση της αξονικής. Κατά την αρχική κλινική του εξέταση στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ο Ενάγων είχε ανακτήσει το επίπεδο συνείδησης με 15/15 στην Κλίμακα Γλασκώβης χωρίς εστιακή σημειολογία.
- Ο Ενάγων μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) για παρακολούθηση και συντηρητική (αντιεπιληπτική) αγωγή. Εκεί ο Ενάγων ανέπνεε χωρίς τεχνική υποστήριξη. Μπήκε σε παρακολούθηση ζωτικών σημείων και νευρολογικής εικόνας και λάμβανε ιατροφαρμακευτική θεραπεία, ήτοι ενδοφλέβια υγρά, αντιεπιληπτική αγωγή και αναλγησία. Το Ημερήσιο Φύλλο Πορείας του Ενάγοντος για τις 25.3.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 26.3.09 ο Ενάγων υπεβλήθη σε ψηφιακή αγγειογραφία εγκεφάλου, Τεκμήριο 45, η οποία κατέδειξε αρτηριοφλεβώδη δυσπλασία αριστερά κροταφικά. Ο Ενάγων παρέμεινε σε σταθερή νευρολογική εικόνα με ελαφρά υπνηλία με την Κλίμακα Γλασκώβης να κυμαίνεται στο 14-15/15 χωρίς υπόταση ή υποξυγοναιμία. Οι κόρες των ματιών ήταν ισομεγέθεις και αντιδρώσες στο φως. Το Ημερήσιο Φύλλο Πορείας του Ενάγοντος για τις 26.3.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 27.3.09 και περί τις 07:30, παρατηρήθηκε επιδείνωση της νευρολογικής εικόνας του Ενάγοντος με διαστολή της δεξιάς κόρης. Ο Ενάγων εξετάστηκε από τον εφημερεύοντα εντατικολόγο και διενεργήθηκε επείγουσα αξονική τομογραφία εγκεφάλου στις 08:03, Τεκμήριο
- Η αξονική τομογραφία δεν κατέδειξε νέα αιμορραγία αλλά αύξηση του περιεστιακού οιδήματος γύρω από το αιμάτωμα, με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής. Ενημερώθηκε ο εφημερεύων νευροχειρουργός, χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και ο Ενάγων συνέχισε να βρίσκεται υπό παρακολούθηση στη ΜΕΘ.
- Στις 12:00 ο Ενάγων παρουσίασε τονικοκλονικούς επιληπτικούς σπασμούς με διαστολή και της αριστερής κόρης και διασωληνώθηκε και τοποθετήθηκε στον αναπνευστήρα. Τοποθετήθηκε αμέσως κεντρικός φλεβικός καθετήρας στη δεξιά υποκλείδα φλέβα και τέθηκε σε καταστολή μέχρι τις 14:00 που ο Ενάγων μεταφέρθηκε στο χειρουργείο. Το Ημερήσιο Φύλλο Πορείας του Ενάγοντος για τις 27.3.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως έχει υποδειχθεί ανωτέρω, αυτό το χρονικό διάστημα, μεταξύ 07:30 - 14:00 είναι άκρως ουσιώδες για την υπόθεση. Γι΄ αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 για εκείνο το χρονικό διάστημα: «Στις 7:30 am παρατηρήθηκε ανισοκορία δεξί οφθαλμός μεγάλου μεγέθους χωρίς αντίδραση, αριστερός οφθαλμός μέτριου μεγέθους με αντίδραση, παρατηρήθηκε πτώση επιπέδου συνείδησης αρχικά άνοιγμα με διέγερση στη συνέχεια χωρίς ανταπόκριση. Ενημερώθηκε ο Δρ Ρίγας και ασθενής μεταφέρθηκε στον αξονικό (επείγον) για C-T Brain. Δόθηκε μετά επιστροφής 100ml Mannitol καθώς και ενημερώθηκαν οι νευροχειρούργοι με οδηγίες να δοθεί 8mg Detamethasol και παραγγέλθηκαν 6 αίματα και 3 πλάσματα (πιθανόν για χειρουργείο σήμερα). Υπάρχει μία περιφερική γραμμή από που παίρνει Hardmans 100ml + 40ml KCL με 80 l/h. Στη συνέχεια παρατηρήθηκε επιδείνωση της κατάστασης του . δεξί οφθαλμός μεγάλου μεγέθους χωρίς αντίδραση και αριστερή μετρίου μεγέθους προς μεγάλου μεγέθους. Στις 11:45 am δεξίς οφθαλμός χωρίς αντίδραση μεγάλου μεγέθους και η αριστερή μεγάλου μεγέθους χωρίς αντίδραση παρατηρήθηκαν γενικευμένοι σπασμοί, μείωση του SPO2 σε
- Ενημερώθηκε η Δρ Βαβλίτου και ασθενής διασωληνώθηκε από τη Δρ Βαβλίτου και τον Δρ Μιξίδη σε .. Τοποθετήθηκε στοματογαστρικός σωλήνας με 300ml . υγρού. Τοποθετήθηκε αρτηριακή γραμμή στο αριστερό χέρι για έλεγχο αρτηριακής πίεσης .. οδηγίες Δρ Βαβλίτου. Τοποθετήθηκε ΚΦΓ από που άρχισε proporol 15ml/h,
(2)Fentanyl 2ml/h, . οδηγίες Δρ Βαβλίτου, Δόθηκε extra 100 ml mannibol και Hxemmel κατά τη διασωλήνωση. Έγινε CXR. Τοποθετήθηκε ουρικός καθετήρας με καλή αποβολή ούρων. Έγιναν ΑΑΑ το είδε η Δρ Βαβλίτου χωρίς οδηγίες. Υπάρχει ενυπόγραφη φόρμα συγκατάθεσης από τους συγγενείς. Αναμένεται για χειρουργείο. Έγινε SV02.»
- Περί τις 14:00 ο Ενάγων μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου έγινε κρανιοτομή και αφαίρεση αιματώματος και της αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας (AVM) και τοποθετήθηκε καθετήρας μέτρησης της ενδοκράνιας πίεσης. Συνεχίστηκε αποιδηματική αγωγή του εγκεφάλου. Μετά το πέρας του χειρουργείου οι κόρες των οφθαλμών είχαν μειωθεί σε μέγεθος με ελαφρά αντίδραση στο φως. Ο Ενάγων παρέμεινε σε βαθιά καταστολή και διασωληνωμένος.
- Στις 28.3.09 και περί τις 03:00 ο Ενάγων παρουσίασε αύξηση της ενδοκρανίου πιέσεως, δόθηκε επιπλέον αποιδηματική αγωγή και στις 03:45 διενεργήθηκε αξονική τομογραφία, Τεκμήριο 47, η οποία κατέδειξε οίδημα στην περιοχή του αιματώματος χωρίς στοιχεία αιμορραγίας και με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής.
- Στις 11:00 ο Ενάγων, με τη χρήση ενδοφλέβιας πεντοθάλης, τέθηκε σε βαρβιτουρικό κώμα και σε ελαφρά υποθερμία 35 βαθμών.
- Περί τις 20:20 ο Ενάγων παρουσίασε τιμές που έφθαναν μέχρι και το
- Υπεβλήθη σε νέα αξονική τομογραφία η οποία έδειξε ευρήματα παρόμοια με την αξονική που είχε γίνει στις 03:45 και οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου έγινε αριστερά αποσυμπιεστική κρανιεκτομή και συνέχιση της μέτρησης ενδοκρανίου πιέσεως με ένδειξη 5mm Hg.
- Μετά το χειρουργείο υπήρξε θετική ανταπόκριση του Ενάγοντος με κόρες ίσες και αντιδρώσες και έλεγχο της ενδοκρανίου πιέσεως σε φυσιολογικά όρια από 5-18, με άμεση μετεγχειρητική ένδειξη 5 και διακύμανση εντός φυσιολογικών ορίων από 5-
- Έγινε διακοπή εγχύσεως της πεντοθάλης μετά το χειρουργείο και ο Ενάγων παρέμεινε σε καταστολή με συνεχή έγχυση προποφόλης, φυντανύλ και μιδαζολάμης. Τα Ημερήσια Φύλλα Πορείας του Ενάγοντος για τις 28.3.09 και τις 29.3.09 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Έξι σελίδες από τον προσωπικό ιατρικό φάκελο του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με τον τίτλο «Πορεία Νόσου» για την περίοδο από 24.3.09 μέχρι και 29.3.09 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Τις επόμενες μέρες ο Ενάγων παρέμεινε σε καταστολή μέχρι τις 4.4.09 με διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων ενδοκρανίου πιέσεως. Η υποθερμία απέδραμε στις 30.3.09 ενώ ξεκίνησε σταδιακά μείωση της μανιτόλης η οποία διακόπηκε στις 3.4.
- Ο καθετήρας ενδοκρανίου πιέσεως αφαιρέθηκε στις 6.4.
- Εν τω μεταξύ, στις 2.4.09 είχε γίνει επανάληψη αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, Τεκμήριο 48, και στις 8.4.09 οι εξετάσεις κατέδειξαν προοδευτική βελτίωση των μετεγχειρητικών αλλοιώσεων και μείωση του οιδήματος του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Στις 7.4.09 ο Ενάγων υπεβλήθη σε διαδερμική τραχειοτομία. Στις 8.4.09 έγινε έναρξη δοκιμασιών απογαλακτισμού από την αναπνευστική υποστήριξη. Στις 16.4.09 το επίπεδο συνείδησης του παρουσίαζε διακυμάνσεις από 3 μέχρι 8 στην Κλίμακα Γλασκώβης. Έξι σελίδες από τον προσωπικό ιατρικό φάκελο του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για την περίοδο από 26.3.09 μέχρι και 12.4.09 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Η Δρ Βαβλίτου, Εντατικολόγος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, εξέδωσε δύο Ιατρικά Πιστοποιητικά ημ. 2.4.09 και 14.4.09, Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα, στα οποία περιγράφει την εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος. Στο Τεκμήριο 9 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «This 25 year old previously healthy young man was admitted to Nicosia General Hospital ICU on March 24,09 after having suffered an intracerebral hematoma involving the left temporal lobe and extending to the occipto-parietal lobe, and in the left lateral ventricle. He presented initially to Pafos General Hospital earlier that day, with Glascow Coma Score 14, dysphasia, weakness, and drowsiness. He was transferred to our ICU for neuromonitoring. On arrival he had CTscan of the brain, with the same findings as previously. His clinical condition had not changed either. On 26th of March an angiography was done, that showed an AVM. On 27th of March his condition deteriorated, GCS 8-9, with unequal pupils (right larger than the left). An urgent CTbrain was done that showed edema surrounding the hematoma, with midline shift. Our neurosurgeons decided to take him to the operating theatre, but in the meantime he had epeliptic seizures, his pupils became large with no reaction to the light. He was intubated and transferred to the operating room. Craniotomy was done and evacuation of the hematoma. Also an ICP camino monitor was inserted. Despite the fact that on arrival back to the ICU he was stable with small pupils reacting to light and ICP was less than 15, the very next day 28th of March, rise of ICP up to 45 was noted, and the CTscan showed malignant edema not responding to medical therapy, so craniectomy was done. He is still on dechanical ventilation, sedated with Propofol and Fentanyl, his ICP is around 20, and today a new CTscan was done.» Στο Τεκμήριο 10 η Δρ Βαβλίτου καταγράφει τα εξής: «On 6th of April the ICP camino monitor removed. On 7th of April a percutaneous tracheotomy was done. On 6th of April his condition deteriorated with high fever and a new lung infiltrate to the right basal lobe. From the bronchial secretions grew MDR Acinetobacter Baumani, and he received Collimycin iv, and Collimycin neb. On 11th of April he became septic, fever about 40'C, with hemodynamic instability. He received noradrenaline. There was deterioration of liver and kidney function despite the fact that his blood pressure was stable all the time. Due to kidney aggravation collimycin stopped and he is receiving Ampicillin/sulbactam (Begalin). The central vein (Rt subclavian:6th of April) removed. From the bronchial secretions grew MDR Acinetobacter Baumani again, and from the tip of the catheter grew Klebsiella pneumonia ESBL producing. Blood cultures still have not identified but GRAM negative bacteria is growing. So Amicacin iv was added and he has good response to the therapy. He is now afebrile, without vasoactive agents or inotropes, he has a good gas exchange on ventilator on Pressure support mode, FiO2 40%, PS 16, and every day he breaths spontaneously on T- piece trials for some hours during the last 2days. His neurological state is poor. GCS =
- He opens his eyes to the pain, he does not obey to demands, and he has right hemiparesis.»
- Ο πρωτότυπος ιατρικός φάκελος του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας κατατέθηκε από τη ΜΥ6 η οποία εργάζεται στο αρχείο του Νοσοκομείου, Τεκμήριο
- Στις 16.4.09 ο Ενάγων μεταφέρθηκε σε κέντρο στη Γερμανία για συνέχιση της θεραπείας και αποκατάστασης του.
- Στις 15.9.09 ο Ενάγων επέστρεψε στην Κύπρο.
- Ο ΜΥ7 εξέδωσε Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 6.9.12, Τεκμήριο 30, στο οποίο βασικά αναφέρει την πορεία της κατάστασης του Ενάγοντος από τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μέχρι και μεταφορά του στη Γερμανία, όπως αυτή περιγράφεται στα ανωτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου. Ι.Β Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Λοιπά Ευρήματα Ι. Γενικό Νοσοκομείο Πάφου Ο πατέρας του Ενάγοντος, ΜΕ1, ήταν αυτός που βρισκόταν μαζί του στις 24.3.09 το βράδυ και τον μετέφερε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Ο ΜΕ1 περιέγραψε την όλη εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος μέχρι και τη μεταφορά του στη Γερμανία. Κατά την εν λόγω περιγραφή, επέμενε πως μετέφερε τον Ενάγοντα στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 20:00, πως ο Ενάγων δεν είχε λιποθυμήσει και ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο και πως τόσο εκεί όσο και στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας υπήρχε μια ολιγωρία και καθυστέρηση στην εξέταση του Ενάγοντος για σκοπούς διάγνωσης της κατάστασης του. Το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως η πρόθεση και επιθυμία του ΜΕ1 ήταν να πει την αλήθεια, εντούτοις όμως η περιγραφή του για τα εν λόγω γεγονότα δεν κρίνεται πειστική. Κατ΄ αρχάς ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια βάσιμη εξήγηση πώς θυμόταν την ακριβή ώρα άφιξης τους στο Νοσοκομείο Πάφου. Επίσης οι αναφορές του πως έφθασαν εκεί στις 20:00, πως εκεί δεν προσήλθε η ΜΥ3, πως η ακτινολόγος κλήθηκε κατόπιν της δικής του επιμονής, πως δεν έγινε εξέταση της Κλίμακας Γλασκώβης και πως δεν χορηγήθηκαν οποιαδήποτε φάρμακα στον Ενάγοντα δεν βρίσκουν έρεισμα στα γραφόμενα στα Τεκμήρια 49 και 50, για τα οποία δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως είναι είτε ανακριβή είτε συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 δήλωσε χωρίς δισταγμό πως δεν είναι γιατρός ούτε και κατέχει τις γνώσεις για να κρίνεται ικανός να περιγράψει την εξέταση για την Κλίμακα Γλασκώβης, η οποία όχι μόνο έγινε και καταγράφεται στα προαναφερόμενα Τεκμήρια αλλά έγινε και από τους τρεις γιατρούς οι οποίοι εξέτασαν τον Ενάγοντα, κάτι το οποίο δείχνει πως έγινε εξαρχής αντιληπτό ότι επρόκειτο ενδεχομένως για εγκεφαλικό περιστατικό, σε αντίθεση με τη θέση του ΜΕ1 πως δεν έγινε έγκαιρη διάγνωση. Κάποιες αναφορές του ΜΕ1 αποτελούν απλές εικασίες, όπως π.χ. ότι η παράλειψη διενέργειας αξονικής τομογραφίας στις 25.3.09 οφειλόταν στη λειτουργία της ΜΕΘ με μειωμένο προσωπικό λόγω της εθνικής επετείου. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως το «Ιστορικό - Κλινική Εικόνα» του Τεκμηρίου 49 το οποίο κατέγραψε η ΜΥ2 και παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω ξεκινά με τη φράση «προσήλθε λόγω αναφερόμενης (ο πατέρας) τάσης προς λιποθυμία». Αυτή η φράση καταγράφηκε και από τη ΜΥ3 στο Τεκμήριο 50 κάτω από το «Ιατρικό Ιστορικό» όπου αναφέρεται πως «Ο κος Γ. Σ. μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ μετά από τάση προς λιποθυμία, έντονη εφίδρωση και έντονη διέγερση». Η αναφορά για τάση προς λιποθυμία δεν ισοδυναμεί ούτε και παραπέμπει σε λιποθυμικό επεισόδιο, επομένως αυτή η αναφορά δεν συγκρούεται με τη θέση του ΜΕ1 πως ο Ενάγων δεν είχε λιποθυμικό επεισόδιο. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αναφορά είναι περιορισμένης σημασίας εφόσον περιορίζεται στο ιστορικό του ασθενούς κατά την άφιξη και εισαγωγή του στο ΤΑΕΠ ενώ η κατάσταση του στο ΤΑΕΠ και τα ευρήματα των εκεί γιατρών αποτελούν ήδη ευρήματα του Δικαστηρίου. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ΜΕ1 κυριαρχείτο από την έγνοια και την έντονη (και φυσιολογική) ανησυχία για τον γιο του, με αποτέλεσμα η κατάσταση του κατ΄ εκείνο τον χρόνο να μην του παρείχε την απαραίτητη καθαρότητα και νηφαλιότητα να μπορούσε να αντιληφθεί και θυμηθεί ακριβώς την όλη εξέλιξη των γεγονότων στο ΤΑΕΠ. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Εν πάση περιπτώσει, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, αυτά τα ζητήματα τελικώς δεν ενέχουν οποιαδήποτε σημασία καθότι αφενός είναι κοινώς αποδεκτό ότι δεν φαίνεται να επηρέασαν αρνητικά με οποιονδήποτε τρόπο την κατάσταση του Ενάγοντος μέχρι τη μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και αφετέρου η ισχυριζόμενη αμέλεια δεν αφορά στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Η μητέρα του Ενάγοντος, ΜΕ3, με τη σειρά της ανέφερε πως στις 24.3.09 περί τις 20:00 της τηλεφώνησε ο ΜΕ1 και της είπε ότι είχε μεταφέρει τον Ενάγοντα στο Νοσοκομείο επειδή δεν ένιωθε καλά. Παρά την άφιξη της στο Νοσοκομείο Πάφου αργότερα εκείνο το βράδυ, γύρω στις 21:30, η ΜΕ3 δέχθηκε ότι η πιο άμεση και διαρκής εμπλοκή της με τον Ενάγοντα ήταν στη Γερμανία. Με βάση την ίδια τη μαρτυρία της ΜΕ3, διεφάνη πως αυτή βασικά αντλούσε την πληροφόρηση της από τον ΜΕ1 για την κατάσταση του στο Νοσοκομείο Πάφου και πέρασε περιορισμένο χρόνο με τον Ενάγοντα εκεί. Επομένως, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία της ως προς τα εν λόγω γεγονότα. Αντιθέτως, οι ΜΥ2-5 παρουσίασαν μια σταθερή και συνεπή εκδοχή αναφορικά με την εξέλιξη των γεγονότων, μέχρι και τη μεταφορά του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η οποία καταγράφεται επίσης στα σχετικά έντυπα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Συγκεκριμένα, η ΜΥ2 επιβεβαίωσε ότι η ώρα άφιξης του Ενάγοντος στο Νοσοκομείο Πάφου ήταν αυτή που η ίδια έγραψε στο Τεκμήριο 49 ως ώρα εγγραφής 20:20, αποκλείοντας το ενδεχόμενο ο ασθενής να είχε φθάσει 20 λεπτά νωρίτερα και να ανέμενε για 20 λεπτά μέχρι την εγγραφή του. Η απάντηση της ότι η πόρτα εγγραφής ήταν πάντα ανοικτή και ότι ο Ενάγων οδηγήθηκε αμέσως μέσα στο ΤΑΕΠ ήταν κατηγορηματική και πειστική. Περαιτέρω, η θέση της ΜΥ2 ότι η ίδια είχε αντιληφθεί πως επρόκειτο για σοβαρό περιστατικό και ο ασθενής προφανώς είχε υποστεί κάτι στον εγκέφαλο, κρίνεται καθόλα βάσιμη και επιβεβαιώνεται και από τις ενέργειες της ίδιας εφόσον προέβη στην εξέταση βάσει της Κλίμακας Γλασκώβης, όπως καταγράφεται και στα σχετικά έντυπα. Η ΜΥ3 δήλωσε πως δεν θυμόταν το περιστατικό ενώ η ΜΥ4 ανέφερε πως θυμόταν γενικά για ένα περιστατικό μεταφοράς ενός ασθενούς με ενδοκράνια αιμορραγία, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι αυτές κατέθεσαν με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Η μαρτυρία της ΜΥ4 περιστράφηκε γύρω από τον χρόνο διενέργειας μιας αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου και τον τρόπο συμπλήρωσης του σχετικού εντύπου, Τεκμήριο
- Αυτή η μαρτυρία δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία καθότι δεν υπάρχει τελική εισήγηση πως η αμέλεια συνίσταται και στον χρόνο διενέργειας της αξονικής τομογραφίας ενώ ο τρόπος συμπλήρωσης του Τεκμηρίου 51 αφορά σε τυπικής μορφής διαδικασία η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης ή αντίκρουσης. Και η μαρτυρία της ΜΥ5 παρέμεινε σταθερή και συνεπής και επιβεβαιώνεται από την επιστολή την οποία η ίδια συνέταξε τον Δεκέμβριο του 2014, μέρος του Τεκμηρίου
- Η ίδια ήταν κατηγορηματική ότι κρατούσε πάντοτε τις δικές της σημειώσεις για τους ασθενείς που έτυχαν μεταφοράς με τη δική της εμπλοκή, δηλώνοντας πως δεν κατάφερε να τις εντοπίσει. Αυτό το γεγονός δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια και αξιοπιστία της μάρτυρος εφόσον τα όσα αναφέρονταν στις σημειώσεις της μεταφέρθηκαν προ πολλών ετών στην επιστολή της ημ. 11.12.
- Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι ΜΥ2-5 κατέθεσαν με ειλικρίνεια και η μαρτυρία τους κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Επομένως, γίνεται δεκτό πως ο Ενάγων αφίχθη και ενεγράφη αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 20:20, κατόπιν αναφοράς για τάση για λιποθυμία και έντονη εφίδρωση και διέγερση. Γίνεται επίσης δεκτό πως αμέσως η ΜΥ2 αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για σοβαρό περιστατικό και πως ο ασθενής προφανώς είχε υποστεί κάτι στον εγκέφαλο, εξ ου και προέβη στη σχετική εξέταση βάσει της Κλίμακας Γλασκώβης, όπως έκαναν και οι υπόλοιποι γιατροί του Νοσοκομείου Πάφου που εξέτασαν τον Ενάγοντα. ΙΙ. Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας Η εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος ενόσω βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έχει ήδη περιγραφεί ανωτέρω. Υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη μαρτυρία από τις δύο πλευρές ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του Ενάγοντος, με επίκεντρο το κατά πόσο υπήρξε ή όχι τέτοια ολιγωρία και καθυστέρηση στη διενέργεια της πρώτης χειρουργικής επέμβασης που να προκάλεσε τη μόνιμη βλάβη στον Ενάγοντα. Επί τούτου έδωσαν μαρτυρία οι ΜΕ2 και 6 για τον Ενάγοντα και οι ΜΥ7 και 8 για τον Εναγόμενο. Και οι τέσσερις αυτοί μάρτυρες είναι νευροχειρουργοί. Ο ΜΕ2 εργάζεται στην Πολυκλινική Λευκωσίας και κατέθεσε το Βιογραφικό του Σημείωμα ως Τεκμήριο
- Ο ΜΕ6 εργάζεται στο Αρεταίειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο και είναι επίσης Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Κατέθεσε το Βιογραφικό του Σημείωμα ως Τεκμήριο
- Ο ΜΥ7 είναι ο Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά προσόντα και στην εμπειρία του στη Γραπτή του Δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, Έγγραφο
- Ο ΜΥ8 εργάζεται ως Ιατρικός Λειτουργός 1ης τάξης στη Νευροχειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Κατέθεσε αντίγραφα των Διπλωμάτων του ως Τεκμήριο
- Τα ακαδημαϊκά προσόντα, η ειδικότητα και η εμπειρογνωμοσύνη όλων αυτών των μαρτύρων δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και επομένως το Δικαστήριο δέχεται ότι και οι τέσσερις αυτοί μάρτυρες είναι ειδικοί εμπειρογνώμονες νευροχειρουργοί. Η πλευρά του Ενάγοντος ήγειρε ζήτημα σύγκρουσης συμφέροντος του ΜΥ8 λόγω του ότι εργάζεται στο ίδιο τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και είναι υφιστάμενος του ΜΥ
- Όπως έχει νομολογιακά αναγνωριστεί, η σύγκρουση συμφέροντος άπτεται της έκφρασης ανεπηρέαστης γνώμης και ενδέχεται να λάβει τη μορφή επηρεασμού ή πιθανότητας επηρεασμού λόγω προσωπικών κινήτρων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η Αγγλική υπόθεση Zuber Bux v. The General Medical Council [2021] EWHC 762, στην οποία γίνεται μεν ανάλυση του ζητήματος με παραπομπή στους Αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι όμως αντανακλώνται και στην προγενέστερη νομολογία και επομένως η εν λόγω ανάλυση είναι διαφωτιστική. Στην υπό κρίση περίπτωση ο ΜΥ8 αποκάλυψε από την αρχή της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου την ιδιότητα και τον τόπο εργασίας του, μη διστάζοντας να δεχθεί πως εργάζεται στο ίδιο τμήμα και είναι υφιστάμενος του ΜΥ
- Υπενθυμίζεται ότι ο ΜΥ7 δεν ήταν ο θεράπων γιατρός του Ενάγοντος και πως και οι δύο ουσιαστικά κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας τους και τη φύση της επαγγελματικής σχέσης μεταξύ τους, το Δικαστήριο καταλήγει ότι αυτή η σχέση δεν είναι τέτοια που να θέτει τον ΜΥ8 σε θέση σύγκρουσης συμφέροντος σε βαθμό που η μαρτυρία του να πρέπει να αγνοηθεί στο σύνολο της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως η μαρτυρία του ΜΥ8 δεν δύναται να αποκλειστεί λόγω της επαγγελματικής του σχέσης με τον ΜΥ
- Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. v Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. v Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E.R.
- Χρήσιμη ανάλυση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα και του ρόλου του Δικαστηρίου προσφέρει το σύγγραμμα Medical Negligence, Michael Jones, 4η έκδοση 2008, σελ. 327-332, παρ. 3-162 μέχρι 3-
- Ενόψει του ότι έχουν παρουσιαστεί αντικρουόμενες εκδοχές από τους εν λόγω μάρτυρες, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση ως προς τον τρόπο αξιολόγησης τους από την υπόθεση Novichkova Daria v. Θέμη Βλάβη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1111, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επί διϊστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα. Όπως έχει λεχθεί και στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, στις σελ. 451-452: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως πρέπει να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.» Ο ΜΕ2 κατέθεσε πως εξέτασε τον Ενάγοντα σε διάφορες ημερομηνίες από το 2013 και συγκεκριμένα η πρώτη εξέταση έγινε στις 7.8.13 και ακολούθως τον είδε πέντε φορές πριν την ετοιμασία του Ιατρικού Πιστοποιητικού ημ. 12.2.14, Τεκμήριο 28, τρεις ακόμα φορές εντός του 2014 και έκτοτε μια φορά ετησίως. Στο Τεκμήριο 28 ο ΜΕ2 καταγράφει, μεταξύ άλλων, τα νευρολογικά του ευρήματα και τη φαρμακευτική αγωγή του Ενάγοντος ενώ μεταγενέστερα υπέγραψε την Αναφορά Θεράποντος Ιατρού προς το Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας, του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες ημ. 20.4.16, Τεκμήριο 26, στην οποία καταγράφει και πάλι τις ιατρικές διαγνώσεις του αναφορικά με την κατάσταση του Ενάγοντος. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ2 παρέμεινε παντελώς αδιαμφισβήτητο και ως τέτοιο γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο και παρατίθεται στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Το Τεκμήριο 28, όπως και η προφορική μαρτυρία του ΜΕ2, επεκτάθηκαν σε τοποθετήσεις για καθυστέρηση και παραλείψεις εκ μέρους όλων των εμπλεκομένων από την άφιξη του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μέχρι και τη δεύτερη χειρουργική του επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αυτές αποτέλεσαν αποκλειστικά και μόνο αντικείμενο αντεξέτασης του ΜΕ2. Ο ΜΕ2 βασικά απέδωσε παράλειψη έγκαιρης διάγνωσης και διενέργειας εξετάσεων, καθυστέρηση στη διενέργεια των δύο χειρουργικών επεμβάσεων και λάθος χειρισμό κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση. Συνοπτικά οι βασικές θέσεις του ΜΕ2 είναι οι ακόλουθες: i. Σημαντική καθυστέρηση στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μέχρι την πρώτη αξονική τομογραφία. ii. Παράλειψη διενέργειας αξονικής ή μαγνητικής αγγειογραφίας αμέσως με την άφιξη του Ενάγοντος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. iii. Παράλειψη άμεσης χειρουργικής επέμβασης προς αποσυμπίεση του εγκεφάλου στις 25.3.09. iv. Παράλειψη τουλάχιστον τοποθέτησης μετρητή από τη στιγμή εισαγωγής του Ενάγοντος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στις 25.3.09. v. Παράλειψη στη διενέργεια αξονικής τομογραφίας (εκτός από την αγγειογραφία) στις 26.3.09. vi. Μεγάλη καθυστέρηση στη διενέργεια της πρώτης χειρουργικής επέμβασης στις 27.3.09. vii. Λανθασμένα τοποθετήθηκε το οστό κατά τη διενέργεια της κρανιοτομής στις 27.3.09. viii. Καθυστέρηση στη διενέργεια της δεύτερης χειρουργικής επέμβασης, αποσυμπιεστικής κρανιεκτομής, στις 28.3.09. ix. Έλλειψη ορθής συνεργασίας και συνεννόησης μεταξύ των διαφόρων ειδικοτήτων που ενεπλάκησαν στην περίπτωση του Ενάγοντος. Αυτή η μαρτυρία έρχεται σε πλήρη αντίκρουση με τη μαρτυρία του ΜΕ6 ο οποίος επίσης κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας για την πλευρά του Ενάγοντος και απέδωσε μόνο στους γιατρούς του Νοσοκομείου Λευκωσίας καθυστέρηση στην υποβολή του Ενάγοντος στην πρώτη χειρουργική επέμβαση στις 27.3.09, την οποία μάλιστα ο ίδιος θεώρησε ότι διεξήχθη με απόλυτη επιτυχία. Τελικώς, ο δικηγόρος του Ενάγοντος κατά την τελική του αγόρευση δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά στο πιο πάνω σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ2 παρά μόνο αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ΜΕ6 καλώντας το Δικαστήριο να την αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Επομένως, η πλευρά του Ενάγοντος δεν προώθησε και ούτε στηρίζεται σε αυτή τη μαρτυρία του ΜΕ2 η οποία και θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Ενάγοντα. Ο ΜΕ6 με τη σειρά του άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Το έγγραφο το οποίο συνέταξε με τίτλο «Σύνοψη απόψεων σχετικά με το περιστατικό» και κατατέθηκε ως Έγγραφο 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του περιέχει μια ολοκληρωμένη και αντικειμενική άποψη η οποία τεκμηριώνεται από τα σχετικά επιστημονικά συγγράμματα. Ταυτόχρονα ο ΜΕ6 επαινεί τον τρόπο αντιμετώπισης του Ενάγοντος και περιορίζεται σε ένα μόνο σημείο στην όλη διαδικασία για το οποίο θεωρεί πως παρατηρείται τόση καθυστέρηση η οποία προκάλεσε τη βλάβη στον Ενάγοντα, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα και επιθυμία του να θέσει με ειλικρίνεια τις δικές του απόψεις επί του τρόπου αντιμετώπισης του Ενάγοντος. Ο ΜΕ6 ήταν άμεσος, σαφής και συνεπής καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και εξέφρασε τεκμηριωμένες θέσεις οι οποίες ανταποκρίνονται τόσο από λογικής όσο και από επιστημονικής άποψης. Αντέκρουσε τις υποβολές της Υπεράσπισης με χαρακτηριστική ευθύτητα, αιτιολόγηση και επάρκεια, με αποτέλεσμα να έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έλεγε. Αξίζει να σημειωθεί πως η βασική του θέση ήταν πως το πρωινό της 27ης Μαρτίου 2009 ο Ενάγων παρουσίασε εγκολεασμό ο οποίος έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης, θέση την οποία ο ίδιος υποστήριξε με παραπομπή στη βιβλιογραφία ενώ οι ΜΥ7 και 8 δεν κατάφεραν να την αντικρούσουν με πειστικές και τεκμηριωμένες θέσεις. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως η αναφορά του ΜΕ6 ότι στις 07:30 της 27η Μαρτίου 2009 ο Ενάγων παρουσίασε απώλεια συνείδησης από 14 σε 7 στην Κλίμακα Γλασκώβης και ότι σε περίπτωση εγκολεασμού ο χρόνος χειρουργικής επέμβασης είναι ουσιώδους σημασίας έγινε δεκτή από τους ΜΥ7 και 8 οι οποίοι όμως προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να καταδείξουν ότι ο Ενάγων υπέστη επιληπτικούς σπασμούς και όχι εγκολεασμό. Ειδικότερα, στο Έγγραφο 7 ο ΜΕ6 επεξηγεί πως σε ασθενείς με ενδο-εγκεφαλική αιμορραγία υπάρχουν τρεις παράμετροι οι οποίες λαμβάνονται υπόψιν: (
- i)Νευρολογική σημειολογία, η οποία καθορίζεται κυρίως από την περιοχή της αιμορραγίας και το μέγεθος του αιματώματος. (
- ii)Ένδειξη αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης με μείωση του επιπέδου συνείδησης (όπως αυτή αξιολογείται με την Κλίμακα Γλασκώβης) η οποία εξαρτάται κυρίως από το μέγεθος του αιματώματος, τυχόν επέκταση της αιμορραγίας, καθώς επίσης και από τις αλλοιώσεις οι οποίες λαμβάνουν χώρα στον εγκέφαλο γύρω από το αιμάτωμα λόγω οιδήματος τα επόμενα 24ώρα (συνήθως με κορύφωση στις τρεις-τέσσερις μέρες από την αρχική αιμορραγία). (iii) Η αιτιολογία της αιμορραγίας, π.χ. αυτόματη, λόγω υπέρτασης, υποκείμενη αγγειακή βλάβη κ.λπ. Σύμφωνα με τον ΜΕ6, η απόφαση για χειρουργική επέμβαση και αφαίρεση του αιματώματος εξαρτάται αποκλειστικά από τη δεύτερη παράμετρο, δηλαδή σε ασθενείς με φυσιολογικό επίπεδο συνείδησης, συνεπώς χωρίς ιδιαίτερα αυξημένη ενδοκράνια πίεση, δεν υπάρχει ένδειξη άμεσης αφαίρεσης του αιματώματος. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης του ο ΜΕ6 παρέπεμψε σε σειρά μελετών. Όπως εξήγησε ο ΜΕ6, σε περίπτωση παρουσίας υποκείμενης αγγειακής βλάβης, τότε η ανάγκη χειρουργικής επέμβασης προς αφαίρεση-εξουδετέρωση της βλάβης (χωρίς κατ΄ ανάγκη να αφαιρεθεί το αιμάτωμα) εξαρτάται από τη φύση της βλάβης η οποία με τη σειρά της καθορίζει τον κίνδυνο επαναιμορραγίας στο άμεσο ή απώτερο μέλλον. Ένα ρραγέν εγκεφαλικό ανεύρυσμα, έχει ένα ρίσκο δεύτερης αιμορραγίας της τάξης του 25% τις πρώτες δύο βδομάδες, μέχρι και 60% τους επόμενους τρεις μήνες και με ποσοστό θνησιμότητας μέχρι και 80%. Συνεπώς υπάρχει άμεση ανάγκη διασφάλισης του ανευρύσματος σε οξεία φάση προς αποφυγή επαναιμορραγίας. Αυτό συχνά γίνεται με ενδο-αγγειακή επέμβαση (χωρίς δυνατότητα αφαίρεσης τυχόν μικρού αιματώματος) εκτός αν ταυτόχρονα υπάρχει και σημαντικό αιμάτωμα το οποίο χρήζει αφαίρεσης, οπότε οι δύο στόχοι επιτυγχάνονται με ανοικτή επέμβαση. Ο ΜΕ6 εξηγεί πως σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο κίνδυνος δεύτερης αιμορραγίας από μια αρτηριο-φλεβική δυσπλασία (ΑΦΔ) η οποία έχει αιμορραγήσει είναι περίπου 10% τον πρώτο χρόνο με κίνδυνο θνησιμότητας 10% ανά αιμορραγία. Συνεπώς η αναμονή μερικών εβδομάδων (τεσσάρων με έξι) πριν την αφαίρεση της ΑΦΔ είναι απόλυτα ενδεδειγμένη και συνάδει με τη σχετική βιβλιογραφία. Σε περίπτωση που υπάρχει ανάγκη αφαίρεσης του αιματώματος, τότε, αναλόγως της θέσης, αρχιτεκτονικής και μεγέθους της ΑΦΔ καθώς και της κατάστασης του ασθενούς, μπορεί να αφαιρεθεί η βλάβη μαζί με το αιμάτωμα ή και να γίνει αφαίρεση σε δεύτερη φάση μετά την ανάρρωση του ασθενούς από την πρώτη αιμορραγία. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ6, στην προκειμένη περίπτωση ήταν απόλυτα ενδεδειγμένο να παρακολουθείται ο ασθενής, χωρίς κατ΄ ανάγκη να υποβληθεί άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, από τη στιγμή που η ψηφιακή αγγειογραφία στις 26.3.09 ανέδειξε την παρουσία ΑΦΔ και το επίπεδο συνείδησης του παρέμενε στο 14/15. Ο λόγος που αυτή η παρακολούθηση γίνεται σε νοσοκομείο με νευροχειρουργική υποστήριξη είναι ούτως ώστε αν υπάρξει επιδείνωση, αυτή να διερευνηθεί και αντιμετωπιστεί άμεσα. Και τούτο καθότι η αυξημένη ενδοκράνια πίεση είναι μια κατεπείγουσα κατάσταση, ιδιαίτερα αν είναι λόγω χωροκατακτητικής βλάβης (όγκος, αιμάτωμα), όπου το αποτέλεσμα είναι στενά συνυφασμένο με τον χρόνο που περνά από την έναρξη συμπτωμάτων μέχρι να αντιμετωπιστεί επαρκώς. Αυτό έχει αποδειχθεί σε πολλές νευροχειρουργικές μελέτες, τόσο αφαίρεσης επισκληρίδιων ή υποσκληρίδιων αιματωμάτων όσο και στην απαναγγείωση ισχαιμικών εμφράκτων. Όπως συνεχίζει ο ΜΕ6, στις 27.3.09 στις 07:30 περίπου ο Ενάγων παρουσίασε επιδείνωση με σημαντική μείωση επιπέδου συνείδησης από 14-15 σε 7. Αφού ο ΜΕ6 αναφέρεται στο ιστορικό του Ενάγοντος κατ΄ εκείνη τη μέρα, συνεχίζει πως η αριστερή οπίσθια εγκεφαλική αρτηρία δεν βρίσκεται στο χειρουργικό πεδίο, συνεπώς δεν υπάρχει πιθανότητα να τραυματίστηκε στη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης. Είναι όμως ευάλωτη κατά τον εγκολεασμό του εγκεφάλου στη περιοχή του σκηνιδίου όπως φαίνεται στα σχεδιαγράμματα τα οποία απεικονίζονται στο Έγγραφο 7 και τα οποία ο ΜΕ6 επεξήγησε με λεπτομέρεια. Η ανάπτυξη εγκεφαλικού οιδήματος σε περιοχές ισχαιμίας και η εμφάνιση απεικονιστικών αλλοιώσεων στην αξονική τομογραφία έπονται μέχρι και 24 ώρες του εμφράκτου επομένως, κατά πάσα πιθανότητα προήλθαν από τη συμπίεση της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας κατά την περίοδο εγκολεασμού του εγκεφάλου μέχρι την αφαίρεση του αιματώματος και τη μείωση της ενδοκράνιας πίεσης. Σύμφωνα με τον ΜΕ6, από την αρχική σημαντική κλινική επιδείνωση του ασθενούς στις 07:30 (μείωση του επιπέδου συνείδησης από 14/15 στο 7/15) μέχρι τη χειρουργική επέμβαση στις 14:00, πέρασε χρονική περίοδος πέραν των έξι ωρών. Η περαιτέρω επιδείνωση και ανάπτυξη σημείων ισχαιμίας εγκεφαλικού στελέχους (μυδρίαση και μη αντίδραση στο φως) συνέβησαν τέσσερις ώρες μετά την πρώτη επιδείνωση. Αυτό ήταν το παράθυρο ευκαιρίας για αποσυμπίεση του εγκεφαλικού εγκολεασμού και αποφυγή των προβλημάτων τα οποία ακολούθησαν με την ανάπτυξη ισχαιμίας και εγκεφαλικού εμφράκτου στην περιοχή της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας και τα επακόλουθα νευρολογικά προβλήματα τα οποία παρουσιάζει σήμερα ο Ενάγων. Τέλος, ο ΜΕ6 παραπέμπει σε βιβλιογραφία αναφορικά με τις περιπτώσεις εγκολεασμού και τα επακόλουθα του, όπως π.χ. για την ανάπτυξη εμφράκτου στην περιοχή της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας, καθώς επίσης και για την τεκμηρίωση της ανάγκης άμεσης αποσυμπίεσης, Τεκμήρια 64-68. Αξίζει να γίνει αναφορά στο Τεκμήριο 67, το οποίο τιτλοφορείται Transtentorial Herniation, των James Knight και Appaji Rayi, τελευταία ενημέρωση ημ. 11.2.21, και στα αποσπάσματα από αυτό στο Έγγραφο 7, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «A transtentorial herniation is the movement of brain tissue from one intracranial compartment to another. This includes uncal, central, and upward herniation. These are life-threatening and time-critical pathologies that may be reversible with emergent surgical intervention and medical management. ................................. With any supratentorial mass causing tentorial herniation, the posterior cerebral arteries (PCA) can be compressed against the tentorium. The basilar artery ends in two PCA branches that travel around the midbrain and along the undersurface of the occipital lobes. The downward pressure of the occipital lobes compresses the PCA against the tentorium. ................................... Surgery ................................ In regards to timing, Mendelow et al. showed that extradural hematoma should be evacuated within two hours of neurological deterioration to improve mortality and functional outcome.[35] Seelig et al. showed that acute subdural hematoma should be evacuated within 4 hours of injury to improve mortality and functional outcome. Prognosis A transtentorial herniation is a vital clinical diagnosis due to possible reversibility both with temporizing medical therapies and (definitive surgical treatments. Prior to brainstem involvement, both uncal and central herniation can be fully reversible, particularly with etiologies, such as extradural and subdural hematoma. Surgical evacuation of an extra-axial lesion, or emergent tumor debulking, is a time-critical intervention, and thus, early diagnosis and instigation of temporizing therapies as described above are vital. Once signs of the midbrain and lower brainstem involvement have developed, it becomes increasingly unlikely that the neurological status is reversible, likely due to irreversible ischemia. Once the midbrain stage of herniation is complete full recovery is rare, with less than 5% making a good recovery.[2] Once herniation causes respiratory compromise, there is no chance of a meaningful recovery, and thus, mechanical ventilation is usually not appropriate. .. A series of 153 patients demonstrated that in patients in a coma with fixed pupils and abnormal motor responses had a good recovery in only 9% of cases. 60% died, and 10% being classed as severely disabled at delayed follow-up.[37] As with most neurological insults, young age is a better prognostic factor. ................................... Brain herniation syndromes are a medical emergency and require urgent assessment and intervention from a wide variety of clinical teams ................................... Prognosis An important factor for a better neurosurgical outcome in patients with uncal herniation is early diagnosis and timely management of the condition. ...................................... Complications The most severe complications seen in uncal herniation are coma or death due to the failure of management strategies to reverse the herniation syndrome. Depending on the amount of tissue involved in the herniation, the patient is also at risk for the development of brainstem or cortical ischemia because of the anatomical proximity of major blood vessels.» Το Τεκμήριο 68 είναι το εγχειρίδιο Neurosurgical Surgery του Youmans, 6η έκδοση, σελ. 39-62, 169-182 και 3563-3570, το οποίο ο ΜΕ6 περιέγραψε ως τη Βίβλο της Νευροχειρουργικής. Στο κεφάλαιο 10 που αφορά τη διαχείριση ισχαιμικών και αιμορραγικών εγκεφαλικών εμφράκτων αναλύεται, μεταξύ άλλων, ο παράγοντας χρόνου όπου τοποθετείται χρονικά η νευρολογική βλάβη και συγκεκριμένα το 50% επέρχεται στα 100 λεπτά, ενώ το 80-90% επέρχεται στα 300 λεπτά. Επομένως, το παράθυρο για αποφυγή της μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης είναι μεταξύ 2-4 ωρών. Και το Τεκμήριο 60, άρθρο με τίτλο Management of Ruptured Brain Arteriovenous Malformations, των Zacahria, Vaughan, Jacoby, Hickman, Bodner και Connolly, επιβεβαιώνει τις θέσεις του μάρτυρος. Συγκεκριμένα, στις σελ. 336, 337 και 339 αναφέρονται τα εξής: «. Patients who present with a hemorrhage from an AVM should be initially stabilised according to acute management guidelines for ICH. . A rest period of 2 to 6 weeks after hemorrhage is recommended before definitive treatment to avoid disrupting friable parenchyma and the hematoma. ................................. Furthermore, critical features including the presence of intraventricular hemorrhage, hydrocephalus, or impeding herniation can be noted and dealt with expeditiously. ................................. However, if the hematoma has led to significant mass effect and neurological deficits, urgent intervention is recommended.» Ο ΜΕ6 επεξήγησε προφορικά και με κάθε λεπτομέρεια, σε συσχετισμό με τα σχεδιαγράμματα του Εγγράφου 7, τα αγγεία του εγκεφάλου και την περιοχή της κατανομής της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας. Όπως ανέφερε ο ΜΕ6, ο σκοπός του αριστερού σχεδιαγράμματος είναι να δείξει την κατανομή και την τροφοδοσία του εγκεφάλου από την οπίσθια εγκεφαλική αρτηρία. Το δεξί σχεδιάγραμμα δείχνει τον εγκολεασμό, δηλαδή ένα τραυματικό υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Ο ΜΕ6 εξήγησε παραστατικά ότι το κρανίο είναι ένα σχετικά κλειστό κουτί, στο οποίο αν αναπτυχθεί μια μάζα (αιμάτωμα), σπρώχνει τον εγκέφαλο μέσα από τα εσωτερικά ανοίγματα. Ένα εκ των πιο σημαντικών είναι το δρέπανο του εγκεφάλου το οποίο χωρίζει το αριστερό από το δεξί ημισφαίριο και το σκηνίδιο το οποίο διαχωρίζει τον εγκέφαλο από την παρεγκεφαλίδα. Οι σημαντικοί εγκολεασμοί στην περιοχή του σκηνιδίου που απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα αφορούν τη μετατόπιση του κροταφικού λοβού μέσα από το σκηνίδιο ή πιέζουν το κοινό κινητικό νεύρο, το τρίτο κρανιακό νεύρο, γι΄ αυτό δημιουργείται ως αρχικό σύμπτωμα η ανισοκορία. Επομένως όταν ο γιατρός δει ανισοκορία, αμέσως υποψιάζεται εγκολεασμό και πίεση του κοινού κινητικού νεύρου. Δίπλα από το κοινό κινητικό νεύρο υπάρχει η οπίσθια εγκεφαλική αρτηρία η οποία επίσης πιέζεται και σε τέτοια περίπτωση που ο εγκολεασμός κατεβαίνει προς τα κάτω μέσα από το σκηνίδιο, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την οπίσθια εγκεφαλική αρτηρία τη στιγμή που περνά από τον οπίσθιο βόθρο για να πάει πάνω προς τον εγκέφαλο, δημιουργεί τον μηχανισμό με τον οποίο μια χωροκατακτητική βλάβη, σπρώχνοντας τον εγκέφαλο μέσα από τα ανοίγματα του κρανίου, προκαλεί βλάβη τόσο σε νεύρα όσο και σε αγγεία, με επακόλουθο την ανάπτυξη ισχαιμικών εμφράκτων. Ο ΜΕ6 εξήγησε με πλήρη επάρκεια την εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος από τις 07:30 της 27ης Μαρτίου 2009 και χαρακτήρισε ως πιο σοβαρή τη σημαντικότατη μείωση του επιπέδου συνείδησης από 14 σε 7 που θεωρείται ότι ο ασθενής περιέρχεται σε κώμα. Ο Ενάγων ανέπτυξε επίσης ανισοκορία η οποία, σύμφωνα με τον ΜΕ6, είναι από τις πρώτες ενδείξεις εγκολεασμού του εγκεφάλου. Βασικά ο ΜΕ6 επεξήγησε πως ο έσω κροταφικός λοβός σπρώχνεται από τη χωροκατακτητική βλάβη, με αποτέλεσμα να σπρωχτεί προς το σκηνίδιο και κατερχόμενος διά μέσου του σκηνιδίου πιέζει το κοινό κινητικό νεύρο και απ΄ εκεί και πέρα αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση για την ανάπτυξη ισχαιμίας του εγκεφαλικού στελέχους γιατί, συμπιέζοντας τα αγγεία τα οποία τροφοδοτούν το στέλεχος του εγκεφάλου δηλαδή τους κλάδους της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας, σε κάποια χρονική περίοδο υπάρχει πλέον ισχαιμική βλάβη. Αυτό, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, συνέβη τέσσερις ώρες μετά την πρώτη επιδείνωση, στις 11:45, όταν πλέον οι κόρες των οφθαλμών δεν αντιδρούσαν στο φως και είχαν διασταλεί. Αυτό είναι ένδειξη ισχαιμίας του εγκεφαλικού στελέχους. Ο ΜΕ6 εξήγησε όμως πως η αξονική τομογραφία του πρωινού δεν θα δείξει το έμφρακτο γιατί δεν είχε τότε συμβεί, αλλά φαίνεται στη μετεγχειρητική αξονική τομογραφία η οποία έγινε 12 ώρες μετά το χειρουργείο και 15 ώρες από την ανάπτυξη της ισχαιμίας στο εγκεφαλικό στέλεχος, κάτι το οποίο είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο. Σημείωσε όμως πως η ύπαρξη αυξημένης πίεσης στον εγκέφαλο στην αξονική τομογραφία που έγινε στις 08:03 αποτελεί ένδειξη εγκολεασμού. Ο ΜΕ6 εξήγησε πως ο εγκολεασμός είναι η μετατόπιση τμημάτων εγκεφάλου μέσα από τα εσωτερικά ανοίγματα, και πως στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε νέο αιμάτωμα αλλά είχε αυξηθεί η πίεση στον εγκέφαλο με ένδειξη εγκολεασμού κροταφικού λοβού και προκάλεσε τη μείωση του επιπέδου συνείδησης και την ανάπτυξη της ανισοκορίας. Επεξηγώντας το Τεκμήριο 46, αξονική τομογραφία της 27ης Μαρτίου 2009 στις 08:03, o ME6 έδειξε το αιμάτωμα και το οίδημα γύρω από αυτό και ταυτόχρονα ανέφερε ότι φαινόταν εν μέρει ο εγκολεασμός του αριστερού κροταφικού λοβού. Αυτό, σύμφωνα με τον ΜΕ6, ήταν ένδειξη πως υπάρχει πίεση στον υδραγωγό, με αποτέλεσμα το κοιλιακό σύστημα να διατείνεται. Εξήγησε χαρακτηριστικά πως εκείνο το οποίο παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση είναι η κορύφωση του οιδήματος μετά από μια ενδοεγκεφαλική αιμορραγία η οποία αυξάνει τη μάζα και τη χωροκατακτητική ιδιότητα. Βασικά, δεν υπήρχε νέο αιμάτωμα, απλώς είχε αυξηθεί η πίεση στον εγκέφαλο, με ένδειξη εγκολεασμού, και αυτό προκάλεσε τη μείωση του επιπέδου συνείδησης και την ανάπτυξη της ανισοκορίας. Ο ΜΕ6 κατέδειξε στο Τεκμήριο 58, στο οποίο απεικονίζεται πως το αιμάτωμα έχει πλήρως αφαιρεθεί, όμως η μια πλευρά που φαίνεται πιο σκούρα από την άλλη είναι η περιοχή του εμφράκτου, δηλαδή εκεί όπου ο εγκέφαλος είναι πλέον νεκρός. Αυτό προκλήθηκε λόγω ισχαιμίας, δηλαδή έλλειψης αίματος η οποία μετά από μια χρονική περίοδο προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Επομένως, κατά τη διενέργεια της πρώτης επέμβασης, υπήρχε πλέον εγκατεστημένη μόνιμη βλάβη, άρα ο εγκέφαλος φούσκωνε και το οίδημα προκαλούσε την αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης, εξ ου και χρειάστηκε να γίνει η δεύτερη αποσυμπιεστική κρανιεκτομή. Ο ΜΕ6 ήταν σαφής ότι η ανάπτυξη του εμφράκτου ήταν το απότοκο του εγκολεασμού και της πίεσης της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας η οποία είχε συμβεί την προηγούμενη, 27.3.09 στις 07:00, και οι όποιες διεργασίες έγιναν πλέον για να σώσουν τη ζωή του ασθενούς, κάτι το οποίο πέτυχαν μεν αλλά με τις τεράστιες νευρολογικές απώλειες. Ο ΜΕ6 επεξήγησε πως μετά τις 07:30 ο Ενάγων έπρεπε να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία, όπως και έγινε και από τη στιγμή που δεν υπήρχε επαναιμορραγία αλλά οίδημα γύρω από το αιμάτωμα, τότε έπρεπε αμέσως να διασωληνωθεί και οδηγηθεί στο χειρουργείο για άμεση αποσυμπίεση. Εδώ ακριβώς ο χρόνος μετρά και παρά το καλό αποτέλεσμα της πρώτης επέμβασης, λόγω ακριβώς της καθυστέρησης αυτής, ο Ενάγων είχε ήδη αναπτύξει ισχαιμία στην περιοχή της οπίσθιας εγκεφαλικής αρτηρίας με ισχαιμία του εγκεφαλικού στελέχους εξ ου και η διάταση, μυδρίαση των κόρων των οφθαλμών, η μη αντίδραση τους στο φως και το εγκατεστημένο έμφρακτο στην αξονική που έγινε 12 ώρες αργότερα. Επέμενε, με παραπομπή στην βιβλιογραφία, πως αν η επέμβαση γινόταν έγκαιρα, τότε οι στατιστικές δείχνουν πως ένα ποσοστό άνω του 70% έχουν καλό αποτέλεσμα αποσυμπίεσης μέσα σε χρονική περίοδο δύο ωρών, ενώ αν περιμένεις μέχρι να παρουσιαστεί η ισχαιμία, τότε μόνο ένα 5-10% των ασθενών έχουν καλή έκβαση. Υπάρχει μια θνησιμότητα πέραν του 50% ενώ οι υπόλοιποι επιβιώνουν με σημαντικά νευρολογικά προβλήματα, όπως ο Ενάγων. Αναφέρθηκε εκτεταμένα σε διάφορα άρθρα τα οποία υποστηρίζουν τη θέση του πως σε περιπτώσεις εγκολεασμού ο χρόνος είναι ουσιώδους σημασίας και πως υπάρχει ένα παράθυρο μεταξύ δύο και τεσσάρων ωρών κατά το οποίο τα αποτελέσματα του εγκολεασμού θεωρούνται αναστρέψιμα. Επομένως, δήλωσε πως και στην παρούσα περίπτωση, πριν την ένδειξη στελέχους εγκολεασμού, τα αποτελέσματα αυτού ήταν αναστρέψιμα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ6 εξήγησε γιατί θεωρεί λανθασμένη τη χορήγηση αποιδηματικής αγωγής στον Ενάγοντα λέγοντας ότι αυτή ενδείκνυται για ασθενείς με επίπεδο συνείδησης από 14 σε 10 και όχι σε 7, και ότι με τη μείωση του επιπέδου συνείδησης κάτω του 8, ο ασθενής πρέπει να διασωληνωθεί και οδηγηθεί στο χειρουργείο για αποσυμπίεση του εγκεφάλου. Επέμενε πως αυτό προνοούν τα πρωτόκολλα και είναι η ενδεδειγμένη πρακτική, απορρίπτοντας κατηγορηματικά και αντικρούοντας με πειστικές απαντήσεις πως η αντιμετώπιση του Ενάγοντος κατά το πρωί της 27ης Μαρτίου του 2009 ήταν σύμφωνη με τα πρωτόκολλα. Ειδικότερα, ο ΜΕ6 αντέκρουσε με πλήρη επάρκεια τις θέσεις της Υπεράσπισης πως ο Ενάγων έχρηζε μόνο συντηρητικής αγωγής, παραπέμποντας σε σχετικό απόσπασμα από το Τεκμήριο 59, Κατευθυντήριες Γραμμές του 2015, όπου τονίζεται ότι η αφαίρεση υπερσυνειδιακού αιματώματος σε ασθενείς οι οποίοι επιδεινώνονται θα πρέπει να χειρουργηθούν άμεσα για την αφαίρεση του αιματώματος και την αποφυγή εγκολεασμού και ισχαιμικής βλάβης την οποία ο Ενάγων υπέστη. Παρομοίως σε παραπομπή στο Τεκμήριο 69, Κατευθυντήριες Γραμμές του 2010, ο ΜΕ6 αντέκρουσε την Υπεράσπιση λέγοντας ότι η αναφορά στον χρόνο επέμβασης στις 4-96 ώρες σχετίζεται με τον χρόνο να μετρά από την έναρξη της αιμορραγίας και όχι με την επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς. Υπεβλήθη στον μάρτυρα και απόσπασμα από το βιβλίο Handbbok of Neurosurgery, του Greenberg, Τεκμήριο 70, σελ. 1417-1418, όπου αναφέρεται ότι σε περιπτώσεις ασθενών που χειροτερεύουν η χειρουργική επέμβαση δύναται να αξιολογηθεί («deteriorating patients: ICH evacuation may be considered as a life-saving measure»). Ο MΕ6 επέμενε σταθερά πως αυτό το βιβλίο επαναλαμβάνει τις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες ακριβώς δίδουν κατεύθυνση και όχι απόλυτες υποδείξεις και ουσιαστικά αναφέρουν ότι δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί αμέσως το αιμάτωμα όμως αν ο ασθενής επιδεινώνεται τότε αφαιρείται. Το ποσοστό δε να υπήρχε διαφορετικό αποτέλεσμα αν ο Ενάγων χειρουργείτο στις 09:00 ή 10:00 το πρωί, δηλαδή όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα συμπτώματα εγκολεασμού, είναι άνω του 90%, ενώ από τη στιγμή που υπήρχε ισχαιμία εγκεφάλου το ποσοστό καλής έκβασης μειώθηκε στο 5-10%, όπως εξηγείται ανωτέρω. Ο ΜΕ6 επανέλαβε πως δεν είναι λάθος η παρακολούθηση, όμως αυτή γίνεται ακριβώς για να παρακολουθείται μήπως και ο ασθενής χειροτερέψει και χρειαστεί ανά πάσα στιγμή χειρουργείο. Κληθείς να σχολιάσει το Τεκμήριο 71, σελ. 901-903 του ιδίου βιβλίου Handbbok of Neurosurgery, του Greenberg, και τη θέση πως στη σελ. 903 αναφέρεται πως σε περιπτώσεις επιδείνωσης, ως η επίδικη, γίνεται συντηρητική αντιμετώπιση και μόνο αν η κατάσταση του ασθενούς επιδεινωθεί και εξαντλούνται τα συντηρητικά μέτρα, τότε ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο, ο ΜΕ6 εύστοχα απάντησε πως αυτές είναι οι γενικές οδηγίες για την ενδοκράνια υπέρταση και πίεση και παρέπεμψε στον πίνακα της ίδιας σελίδας στον οποίο αναγράφεται πως γίνεται αξονική τομογραφία για να αποκλειστεί η χειρουργική επέμβαση, κάτι το οποίο παραπέμπει στη δυνατότητα διενέργειας τέτοιας επέμβασης. Ήταν η βασική και ακλόνητη θέση του μάρτυρος πως στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα, πίεσης του εγκεφάλου και εγκολεασμού, ο χρόνος μετρά και αντί ο Ενάγων να οδηγηθεί στο χειρουργείο στις 08:00, οδηγήθηκε έξι ώρες αργότερα όταν είχε ήδη προκληθεί η βλάβη. Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί πως η Υπεράσπιση παρέλειψε να υποβάλει κάποιες βασικές της θέσεις προς τον ΜΕ6, όπως π.χ. η ύπαρξη μη εμφανών επιληπτικών κρίσεων από τις 07:30, ο αποκλεισμός εγκολεασμού λόγω της διαστολής της ομόπλευρης κόρης και η παρουσία του εμφράκτου κατά τη διάρκεια ή μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση, κάτι το οποίο καθιστά τρωτή τη σχετική επί τούτων μαρτυρία των μαρτύρων Υπεράσπισης. Αντίθετα, ο ΜΥ7 δεν δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Κατ΄ αρχάς, παρόλο που αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ως Ιατρικός Λειτουργός Α και ήταν ο γιατρός που υποδέχθηκε τον ασθενή κατά την άφιξη του στο Νοσοκομείο Λευκωσίας, εντούτοις δεν ήταν ο γιατρός που παρακολουθούσε τον Ενάγοντα από την εισαγωγή του στη ΜΕΘ και που χειρούργησε τον Ενάγοντα και επομένως παρέθετε τη δική του επιστημονική άποψη, σε θεωρητικό επίπεδο όπως και ο ΜΕ6. Μάλιστα, οι βασικές του θέσεις πως αποκλείεται η όποια πιθανότητα εγκολεασμού στον Ενάγοντα το πρωινό της 27ης Μαρτίου 2009, πως εκείνο το πρωί ο Ενάγων υπέστη μόνο επιληπτικές κρίσεις, πως η αναγνωρισμένη πρακτική ήταν αρχικά η συντηρητική αγωγή και πως ο εκγολεασμός επεσυνέβη μετά το πέρας της πρώτης χειρουργικής επέμβασης δεν βρίσκουν έρεισμα στα συγγράμματα και φαίνονται να αποτελούν απλές θεωρίες του μάρτυρος. Ο ΜΥ7 με τη σειρά του επέμενε πως η αντιμετώπιση του Ενάγοντος κατά τις 27.3.09, η αρχική συντηρητική αγωγή και τελικώς η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης αργότερα την ίδια μέρα ήταν σύμφωνη με τα πρωτόκολλα αντιμετώπισης των αιματωμάτων και διαχείρισης της αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης. Παρά ταύτα, δεν ήταν σε θέση να παραπέμψει σε οποιοδήποτε έγκυρο επιστημονικό σύγγραμμα ή άρθρο προς υποστήριξη αυτής της θέσης του, λαμβανομένης πάντοτε υπόψιν της κατάστασης του Ενάγοντος. Αντιθέτως, η παραπομπή του στο Τεκμήριο 69 ήταν άστοχη, όπως εξηγείται ανωτέρω. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως ταυτόχρονα με την έκφραση της πιο πάνω θέσης του, συμφωνούσε με τις εισηγήσεις του δικηγόρου του Ενάγοντος για την κρισιμότητα του χρόνου και για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιου περιστατικού σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασης του Ενάγοντος, διαφωνώντας όμως πως ο Ενάγων έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης το πρωί της 27ης Μαρτίου 2009. Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του ο ΜY7 πιθανολόγησε ότι η επιδείνωση της κατάστασης του Ενάγοντος οφείλεται σε επιληπτικές κρίσεις λόγω του ότι η μείωση του επιπέδου σε ασθενείς με αιματώματα, κυρίως δυσπλασίας, ακολουθείται συχνά από σπασμούς, εξ ου και παρέχεται αντιεπιληπτική επιθετική αγωγή, και στην περίπτωση του Ενάγοντος, αυτός ξεκίνησε να έχει μικρές υποκλινικές κρίσεις επιληψίας οι οποίες εξελίχθηκαν με την πάροδο του χρόνου και τελικώς ο Ενάγων έπεσε σε κώμα εξαιτίας της επιληπτικής δραστηριότητας. Παρά ταύτα δεν δόθηκε επιπλέον αντιεπιληπτική αγωγή στον Ενάγοντα καθότι αυτή δεν θα είχε επίδραση επειδή χρειάζεται χρόνο για να δράσει. Ο ΜΥ7 πρόσθεσε πως δίνει την αιτιολογία των επιληπτικών κρίσεων γιατί αυτές συνοδεύονταν από τη διαστολή της δεξιάς κόρης, κάτι που θέτει το ενδεχόμενο επιληπτικών κρίσεων όπως αποδεικνύεται από τη μετέπειτα εξέλιξη της πορείας του Ενάγοντος με την επέκταση των κρίσεων στον χειρότερο βαθμό τρεις-τέσσερις ώρες αργότερα. Παρόλο που δέχθηκε την πιθανότητα του εγκολεασμού, εντούτοις απέκλεισε σθεναρά τέτοιο ενδεχόμενο εγκολεασμού, αποδίδοντας το στο ότι η δεξιά κόρη του ματιού μεγάλωσε, δεν αντέδρασε στο φωτάκι και η αριστερή πλευρά ήταν φυσιολογική. Ο ΜΥ7 επέμενε κατηγορηματικά πως ο εγκολεασμός δεν ξεκινά με μυδρίαση της απέναντι από το πρόβλημα περιοχής και επομένως στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορούσε να υπάρχει εγκολεασμός καθότι η μυδρίαση του αιματώματος ήταν στην ίδια πλευρά. Εξήγησε πως ο εγκολεασμός ξεκινά με μυδρίαση της αντίθετης πλευράς του αιματώματος και σταδιακά επηρεάζει το στέλεχος και στην ίδια πλευρά. Αυτό συμβαίνει στο 90% των περιπτώσεων ενώ στο υπόλοιπο 10% παρατηρείται το φαινόμενο Kernohan, όπου αν η πίεση είναι μεγάλη τότε παρατηρείται και η σύστοιχη παράλυση. Με αναφορά στο Τεκμήριο 67 όταν του υπεβλήθη πως υπάρχει εγκολεασμός με σύστοιχη παράλυση, ο ΜΥ7 είπε πως αυτό είναι διαφορετικό, εμμένοντας στη θέση του και στο ότι το 10% αφορά καθαρά την κινητικότητα. Αυτή η θέση όμως δεν βρίσκει έρεισμα στα συγγράμματα. Ως εκ τούτου δήλωσε πως έπρεπε ο Ενάγων να αντιμετωπιστεί με συντηρητική αγωγή και μόνο αν όντως επρόκειτο για εγκολεασμό, τότε να χειρουργείτο άμεσα. Παρά την επιμονή του μάρτυρος πως με την επιδείνωση του το πρωινό της 27ης Μαρτίου 2009, ο Ενάγων είχε μικρές επιληπτικές κρίσεις οι οποίες βεβαίως δεν ήταν εμφανείς, αυτές δεν καταγράφονται από τους θεράποντες ιατρούς. Μάλιστα, ο ΜΥ7 δέχθηκε πως αν όντως επρόκειτο για επιληπτικές κρίσεις, αυτές είτε θα βελτιώνονταν είτε θα χειροτέρευαν όταν και ο ασθενής θα πάει στο status epilepticus και θα πρέπει πλέον να διασωληνωθεί, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Το ποσοστό όμως εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων στην περίπτωση ασθενών με ενδοκράνια αιμορραγία είναι 10% σύμφωνα με το Τεκμήριο 60, το οποίο παρόλο που ο ΜΥ7 δεν αμφισβήτησε, εντούτοις αναφέρθηκε σε βιβλιογραφία την οποία δεν παρουσίασε, για ποσοστό 20-30%, το οποίο δεν θεωρείται περιορισμένο. Το Δικαστήριο θεωρεί πως το εν λόγω ποσοστό του 10% είναι περιορισμένο και σε συνδυασμό με την παραδοχή του μάρτυρος πως ο Ενάγων λάμβανε και επιληπτική αγωγή, αυτό ήταν ακόμα μικρότερο. Ο ΜΥ7 δήλωσε πως στο Τεκμήριο 58 είδε πλέον ξεκάθαρα το έμφρακτο, διαφωνώντας με την υποβολή ότι αυτό προκλήθηκε πριν τη χειρουργική επέμβαση. Στήριξε αυτή τη θέση του στο ότι το έμφρακτο δεν φαίνεται να υπάρχει στην αξονική που έγινε στις 08:03 ενώ φαίνεται στην αξονική που έγινε μετεγχειρητικά και στο ότι αυτό δεν εμφανίζεται άμεσα και χρειάζεται κάποιο χρονικό διάστημα να φανεί, στην προκειμένη περίπτωση σε δύο-τρεις ώρες, μέχρι και 24 ώρες. Μάλιστα, ο ΜΥ7 ανέφερε πως πιθανόν το έμφρακτο να προκλήθηκε κατά τη χειρουργική επέμβαση ως αναμενομένη επιπλοκή του χειρουργείου, θέση η οποία και πάλι παραμένει μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Έκπληξη προκάλεσε και η θέση του μάρτυρος πως η επιδείνωση της κατάστασης του Ενάγοντος δεν προκλήθηκε στις 07:30 αλλά στις 11:30 όταν οι σπασμοί έγιναν εκτεταμένοι, και ότι το να πέσεις από 14 σε 7 μάλλον παραπέμπει σε κρίση παρά σε έμφρακτο, ανεξαρτήτως χειρουργικής επέμβασης. Επέμενε πως ακολουθήθηκε το πρωτόκολλο με την κλιμάκωση της αποιδηματικής αγωγής η οποία συνεχίστηκε στην υποθερμία και πεντοθάλη στις 11:00, και όταν πλέον ο Ενάγων δεν ανταποκρινόταν, προχώρησαν στην κρανιεκτομή. Παρόλο που και ο ΜΥ8 απέκλεισε το ενδεχόμενο εγκολεασμού και αναφέρθηκε στην πιθανότητα επιληπτικών κρίσεων, εντούτοις το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για την αξιοπιστία του για τους εξής λόγους. Κατ΄ αρχάς ο ίδιος, εντελώς αυθαίρετα, διαφώνησε με την αδιαμφισβήτητη διαπίστωση των ιατρών στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου Λευκωσίας για το ότι ο Ενάγων παρουσίαζε επίπεδο συνείδησης 15/15 στην Κλίμακα Γλασκώβης, δηλώνοντας ότι κατά τον ίδιο παρουσίαζε 13/15. Αυτή η απρόσμενη και αυθαίρετη αμφισβήτηση δημιούργησε εξαρχής μια αμφιβολία ως προς το ακέραιο των απαντήσεων του μάρτυρος και ειδικότερα την ειλικρίνεια του. Επίσης παρουσιάζονται δύο σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ του ΜΥ7 και του ΜΥ8. Η πρώτη αφορά το ζήτημα του status epilepticus, το οποίο ο ΜΥ7 αναγνώρισε ότι παρουσιάστηκε ενώ ο ΜΥ8 το απέκλεισε. Η δεύτερη αφορά το ζήτημα της ύπαρξης εμφράκτου ή όχι. Ο μεν ΜΥ7 δήλωσε κατηγορηματικά ότι αυτό υπήρχε και φαινόταν καθαρά στο Τεκμήριο 58, ενώ ο ΜΥ8 δήλωσε πως δεν φαινόταν καθαρά κάτι τέτοιο στο ίδιο Τεκμήριο. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο ΜΥ8 δήλωσε πως το ενδοεγκεφαλικό αιμάτωμα το οποίο προκλήθηκε από ραγέν AVM και του οποίου η χειρουργική επέμβαση είναι συχνά δύσκολη, απαιτεί τη μη οριστική αντιμετώπιση σε οξεία φάση, στο μέτρο του δυνατού, και την αναμονή για περίοδο δύο με έξι εβδομάδων, παραπέμποντας σε βιβλιογραφία, Τεκμήριο 79. Εξ ου και θεωρεί ορθό τον τρόπο αντιμετώπισης του Ενάγοντος στις 27.3.09 το πρωί. Και αυτός με τη σειρά του αναγνώρισε ότι υπάρχουν δύο ενδεχόμενα στην εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος κατ΄ εκείνη τη μέρα, η νευρολογική επιδείνωση συνεπεία εγκολεασμού ή επιληπτικών κρίσεων. Αναγνωρίζει ότι το μόνο σαφές από τα δεδομένα είναι ότι ο Ενάγων έκανε γενικευμένους επιληπτικούς σπασμούς οι οποίοι συνδέονται συχνά από πτώση επιπέδου συνείδησης και διαταραχές στο μέγεθος της κόρης του οφθαλμού. Το επιληπτικό status αντιμετωπίζεται με χορήγηση αντιεπιληπτικών και διασωλήνωση επί μη ανταπόκρισης ή επί επαπειλούμενου αεραγωγού. Εδώ σημειώνεται ακόμα μια αντίφαση με τον ΜΥ7 ο οποίος ανέφερε πως η χορήγηση αντιεπιληπτικής αγωγής δεν θα βοηθούσε στην κατάσταση του Ενάγοντος. Ο ΜΥ8 απέκλεισε το ενδεχόμενο εγκολεασμού καθότι · αρχικά προέκυψε ανισοκορία δεξιά (αντίπλευρα) και όχι αριστερά (ομόπλευρα) όπως θα ανέμενε κάποιος, εφόσον η αιμορραγία ήταν αριστερά, · η αξονική δεν έδειξε επαναιμορραγία ή σημαντική επιδείνωση, · υπήρξε καταγεγραμμένη επιληπτική κρίση στις 12:00 και · ο εγκολεασμός είναι μια προϊούσα κατάσταση όπου εγκαθίσταται σταδιακά ομόπλευρη ανισοκορία και διαταραχή συνείδησης, αντίπλευρη ημιπάρεση και ακολούθως προκύπτει η κατάπτωση της συνείδησης (βλ. Τεμήριο 80, Greenberg, Handbook of Neurosurgery, 9η έκδοση, 2020, σελ. 321). Αυτή η προϊούσα κατάσταση δεν προέκυψε στην περίπτωση αυτή με βάση τα τεκμήρια. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγων εγκολέαζε από τις 07:30, ένδειξη του οποίου ήταν η εγκατάσταση εμφράκτου της PCA ο ΜΥ8 ανέφερε τα εξής: 1. H ανισοκορία ΔΕ δεν ταιριάζει με τον εγκολεασμό του αγγίστρου AP. 2. Το έμφρακτο της PCA θα μπορούσε να είχε προηγηθεί και μάλιστα να αποτελεί αιτία της επιδείνωσης των επιληπτικών κρίσεων. 3. Οι ίδιες οι επιληπτικές κρίσεις πιθανόν να επίσπευσαν τη διαδικασία του εγκολεασμού, επιδεινώνοντας περαιτέρω την υφιστάμενη κατάσταση ενδοκράνιας υπέρτασης που δευτερογενώς προκάλεσε και το έμφρακτο της PCA. 4. Το έμφρακτο θα μπορούσε να είναι απότοκο διεγχειρητικών χειρισμών. 5. Το έμφρακτο θα μπορούσε να είναι απότοκο των αυξημένων ενδοκρανίων πιέσεων μετά την πρώτη επέμβαση. Ο ΜΥ8 βασικά αναφέρεται σε διάφορες πιθανότητες εντελώς γενικά και αόριστα. Ο ΜΥ8 ανέφερε επίσης πως οι κατευθυντήριες οδηγίες είναι συγκεκριμένες και οι γιατροί θα πρέπει να τις ακολουθούν και παρέπεμψε σε αυτές στη βιβλιογραφία (Τεκμήριο 81) για να καταδείξει πως ο γιατρός δεν πρέπει να λειτουργεί παρορμητικά σε αποσυμπιεστική κρανιοτομία ή κρανιεκτομία προτού εξαντληθούν τα συντηρητικά μέτρα καθότι αυτή είναι μια ακρωτηριαστική επέμβαση με τις δικές της ενδεχόμενες επιπλοκές (εκ νέου αιμορραγία, επιδείνωση του οιδήματος κ.λπ.) και θα πρέπει να διενεργείται μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διάσωση της ζωής. Κατέθεσε και σχετικό άρθρο, Τεκμήριο 82, προς υποστήριξη αυτής της θέσης του. Παρά ταύτα το Τεκμήριο 81 δεν τον υποστηρίζει απόλυτα, με δεδομένη την εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος, καθότι στη σελ. 906, αναφέρονται τα εξής: «"Second tier" therapy for persistent IC-HTN If IC-HTN remain refractory to the above measures, and especially if there is loss of previously controlled ICP, strong consideration should be given to repeating a head CT to rule out a surgical condition before proceeding with "second tier" therapies which are either effective but with significant risks (e.g. high-dose barbiturates), or are unproven in terms of benefit on outcome. Also consider an EEG to rule οut subclinical status epilepticus (seizures that are not clinically evident); see treatment for status epilepticus (p489); some medications are effective for both seizures and IC-HTN, e.g. pentobarbital, propofol . ................................. 4. decompressive surgery:
- a)decompressive craniectomy removal of portion of calvaria. Controversial (may enhance cerebral edema formation and enlargement of hemorrhagic contusions). Craniectomy decreased ICP to ‹20 mm Hg in 85% regardless of pupillary response to light, timing of craniectomy, brain shift, and age. Outcomes were improved when IC-HTN responded. The RESCUEicp trial showed increased survival at 6 months, and it also resulted in higher rates of vegetitave state. Early decompressive craniectomy may be considered in patients undergoing emergent surgery (for fracture, EDH, SDH.). Flap may be at least 12 cm in diameter and duraplacy is mandatory. .
- b)removal of large areas of contused hemorrhagic brain (makes room immediately; removes region of disrupted BBB). If contused, consider temporal tip lobectomy (no more than 4-5 cm on dominant side, 6-7 cm on non-dominant) (total temporal lobectomy is probably too aggressive) or frontal lobectomy. Has not shown great therapeutic promise..» O MY8 κατέθεσε επίσης ένα άρθρο Emerging Therapies, Marc Fisher, MD and Antini Davalos, MD, με τίτλο «The Stich Trial», Ιουλίου 2005, σελ. 1619-1620, Τεκμήριο 83, όπου αναφέρεται ότι έρευνα για την αποτελεσματικότητα άμεσης χειρουργικής επέμβασης (εντός 24 ωρών) σε σύγκριση με την αρχική συντηρητική ιατρική αντιμετώπιση και μεταγενέστερη κρανιεκτομή και αποσυμπίεση κατέδειξε πως δεν υπήρχε σημαντική διαφορά. Ο ΜΥ8 επέμενε σε αυτή την περικοπή, απομονώνοντας την καθότι ο δικηγόρος του Ενάγοντος τον παρέπεμψε και στη σελ. 1620, όπου αναφέρεται ότι 26% της ομάδας που έτυχε συντηρητικής αγωγής υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση εντός 60 ωρών κατά μέσο όρο, επομένως το τεστ Stich περιγράφεται ως μια χειρουργική επέμβαση εντός 30 ωρών. Ο ΜΥ8 δέχθηκε ότι αυτό το σημείο συμφωνεί με ό,τι έγινε στον Ενάγοντα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο ΜΥ8 συμφώνησε με την περικοπή πως «. because the pathophysiology of ICH is time-dependent, removal of blood from the brain should be ideally accomplished as soon as possible». Τέλος κατέθεσε τις σελ. 1414-1416 από το βιβλίο Handbook of Neurosurgery, Greenberg, Τεκμήριο 84, προς υποστήριξη της θέσης για μη χειρουργική διαχείριση ενδοεγκεφαλικών αιματωμάτων και το πρωτόκολλο που θα πρέπει να ακολουθείται από τους γιατρούς. Σε αυτό βεβαίως, περιέχεται αναφορά η οποία υποστηρίζει τη θέση του ΜΕ6, ήτοι ότι πιθανόν να απαιτείται επείγουσα επέμβαση και ότι καθυστέρηση στη διενέργεια αγγειογραφίας μπορεί να αποβεί ζημιογόνα στον ασθενή. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ8 αναγνώρισε πως αυτό όντως αναγράφεται και δέχθηκε ότι ισχύει στην περίπτωση εγκολεασμού. Παρά τη θέση του πως ο εγκολεασμός παρουσιάζει μυδρίαση της ομόπλευρης κόρης, εντούτοις ο ΜΥ8 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 85-88 τα οποία υποστηρίζουν την πιθανότητα εγκολεασμού με αντίπλευρη μυδρίαση. Επιπλέον, δέχθηκε ότι το ποσοστό επιληπτικής κρίσης είναι στο 10% και σε συνδυασμό με τη χορήγηση της αντιεπιληπτικής αγωγής Epanutin, αυτό μειώνεται ακόμα περισσότερο, δηλώνοντας ότι δεν εκμηδενίζεται, εξ ου και υπέστη τελικώς επιληπτική κρίση. Διαφώνησε με τη θέση πως η επιληπτική κρίση προήλθε λόγω του εγκολεασμού και αναφέρθηκε στη σταδιακή εξέλιξη τέτοιων κρίσεων, αρνούμενος ότι επήλθε status epilepticus όπως ανέφερε ο ΜΥ7. Παρά ταύτα, ο ίδιος ο ΜΥ8 κατέθεσε το άρθρο Brain Herniation, Τεκμήριο 93, προς υποστήριξη της πιθανότητας εγκολεασμού με μυδρίαση της κόρης του οφθαλμού στην ίδια πλευρά και μετατραυματικών υποκλινικών επιληπτικών κρίσεων, οπότε δήλωσε πως το πιθανότερο στην περίπτωση του Ενάγοντος ήταν να προέκυψε επεισόδιο υποκλινικών κρίσεων εγκολεασμού, κάτι το οποίο αναιρεί και αντικρούεται με όσα ανέφερε ανωτέρω για αποκλεισμό εγκολεασμού. Αναφορικά με το έμφρακτο, ο ΜΥ8 εξέφρασε απορία γιατί τοποθετήθηκε πίσω το κόκαλο, θέση στην οποία όμως δεν συμμερίστηκε ο ΜΥ7. Παράλληλα, συμφώνησε με τον δικηγόρο του Ενάγοντα πως αυτό έγινε επειδή κατά τον χρόνο της επέμβασης δεν είχε δημιουργηθεί το έμφρακτο. Η θέση του ΜΥ8 πως το έμφρακτο δημιουργήθηκε διεγχειρητικά ή μετεγχειρητικά δεν βρίσκει έρεισμα στα συγγράμματα, Τεκμήρια 90-92, στα οποία το ποσοστό τέτοιου ενδεχομένου ανέρχεται μόλις στο 1%, θέση με την οποία ο ΜΥ8 συμφώνησε. Αυτό ήταν ένα στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του, δηλαδή να εκφέρει αντίθετη άποψη από αυτή των μαρτύρων του Ενάγοντος αλλά ταυτόχρονα να συμφωνεί και με την αντίθετη αυτή άποψη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται ως πλήρως αξιόπιστη και υιοθετεί στο σύνολο της τη μαρτυρία του ΜΕ6 ως προς την εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος το πρωινό της 27ης Μαρτίου 2009 μέχρι και τις 14:00 που οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχεται ότι, αμέσως μετά τις 07:30 που υπήρξε η επιδείνωση της κατάστασης του με μυδρίαση της δεξιάς κόρης και τις 08:03, όταν η αξονική τομογραφία κατέδειξε οίδημα με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής, επιβάλλετο η άμεση διασωλήνωση του και η υποβολή του σε αποσυμπιεστική επέμβαση. Ο χρόνος εκείνος ήταν κρίσιμος και καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της πορείας του Ενάγοντος και μέχρι που αυτός οδηγήθηκε στο χειρουργείο έξι ώρες μετά, ήτοι στις 14:00, είχε ήδη δημιουργηθεί έμφρακτο με αποτέλεσμα την πρόκληση της μόνιμης βλάβης στον εγκέφαλο. Η δεύτερη αποσυμπιεστική κρανιεκτομή δεν απέφερε οποιαδήποτε βελτίωση στην κατάσταση του Ενάγοντος, παρά μόνο του έσωσε τη ζωή. ΙΙΙ. Γερμανία Είναι αδιαμφισβήτητο, εξ ου και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, πως στις 16.4.09 ο Ενάγων μεταφέρθηκε στη Γερμανία για συνέχιση της θεραπείας και αποκατάστασης του. Η εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος στη Γερμανία περιγράφηκε από τους γονείς του και φαίνεται μέσα από Ιατρικά Πιστοποιητικά των γιατρών στη Γερμανία τα οποία κατέθεσε ο ΜΕ1. Η προφορική μαρτυρία των ΜΕ1 και 3 αναφορικά με την κατάσταση του Ενάγοντος ενόσω βρισκόταν στη Γερμανία δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης. Επιπλέον οι δύο αυτοί μάρτυρες ανέφεραν χωρίς δισταγμό τα χρονικά στάδια που ο καθένας τους βρισκόταν στη Γερμανία με τον Ενάγοντα, επιβεβαιώνοντας την εντύπωση του Δικαστηρίου πως επιθυμία τους ήταν η απόδοση της πραγματικής εικόνας των γεγονότων με ευθύτητα και χωρίς υπερβολές. Επομένως η μαρτυρία τους επί τούτου κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Ο ΜΕ1 κατέθεσε συνολικά πέντε Ιατρικά Πιστοποιητικά από τη Γερμανία, όλα στην Αγγλική: (α) Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 22.4.09 από την Νευρολογική Κλινική UniversitatsKlinikum Heidelberg υπογεγραμμένο από τον Dr Julian Bosel, Neurocritical Care Unit Heidelberg και Πιστοποιητικό Μεταφοράς (Transferral Report) της ίδιας ημερομηνίας υπογεγραμμένο από τον Dr Bosel και τον Werner Hacke, Professor and Chairman, Τεκμήριο 11. (β) Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 14.5.09 της Κλινικής Kliniken Schmieder Heidelberg χωρίς την υπογραφή των γιατρών Tobias Brandt και Markus Bertram, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο τέλος αυτού, Τεκμήριο 12. (γ) Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 22.6.09 της ίδιας Κλινικής χωρίς την υπογραφή των γιατρών Ralf Weber και Ursula Leitner, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο τέλος αυτού, Τεκμήριο 13. (δ) Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 24.7.09 της ίδιας Κλινικής χωρίς την υπογραφή της γιατρού Christine Schulin, το όνομα της οποίας αναγράφεται στο τέλος αυτού, Τεκμήριο 14. (ε) Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 15.9.09 της ίδιας Κλινικής υπογεγραμμένο από τη Δρα Schulin, Τεκμήριο 15. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο ΜΕ1 ανέφερε πως ο ίδιος εξασφάλισε τα πιο πάνω Πιστοποιητικά μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος και πως δεν είχε προσέξει ότι κάποια εξ αυτών δεν έφεραν υπογραφή. Ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσε να εντοπίσει τους συντάξαντες αυτών για σκοπούς υποβολής ερωτήσεων, ο ΜΕ1 απάντησε πως από τότε που έφυγαν από τη Γερμανία ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επαφή με τους γιατρούς εκτός από μια επαφή με μια γραμματέα στην πρώτη προαναφερόμενη Κλινική η οποία του είπε ότι ο Διευθυντής της Κλινικής Δρ Hacke αφυπηρέτησε. Ερωτηθείς εκ νέου για τη δυνατότητα εντοπισμού των γιατρών, ο ΜΕ1 αρκέστηκε στο να εκφράσει πρόθεση να κάνει μια επαφή μαζί τους για να διαπιστώσει κατά πόσο μπορούν να επιβεβαιώσουν με κάποιο τρόπο το περιεχόμενο τους ή να υπογράψουν τα Πιστοποιητικά, δηλώνοντας αισιοδοξία ότι θα τα κατάφερνε. Σαφώς τα εν λόγω Πιστοποιητικά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, για την οποία δεν υπεβλήθη αίτημα κλήτευσης τους προς αντεξέταση, με βάση το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Οι προαναφερόμενες ερωτήσεις αφορούσαν μεν τη δυνατότητα εντοπισμού των γιατρών, πλην όμως παρέμειναν σε ένα γενικό και θεωρητικό επίπεδο, εφόσον ουδέποτε η δικηγόρος του Εναγομένου ζήτησε την κλήτευση ή την παρουσία των εν λόγω προσώπων για σκοπούς αντεξέτασης τους επί των εν λόγω εγγράφων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη βαρύτητα αυτών σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν πως ο ΜΕ1 δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους εν λόγω γιατρούς από τον χρόνο σύνταξης των Πιστοποιητικών, ήτοι εδώ και 13 έτη μέχρι την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, και παρά ταύτα εξέφρασε μια αισιοδοξία ως προς τη δυνατότητα εντοπισμού τους η οποία βεβαίως παρέμεινε παντελώς αόριστη. Το Δικαστήριο κρίνει πως δεν ήταν εύλογο για την πλευρά του Ενάγοντος να τους κλητεύσει για να δώσουν μαρτυρία, καθότι η μετάβαση του Ενάγοντος στη Γερμανία για συνέχιση της θεραπείας και αποκατάστασης του αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός στην Υπεράσπιση του Εναγομένου και η εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος στη Γερμανία δεν αποτελούσε βασικό επίδικο ζήτημα και αναμφίβολα δεν σχετιζόταν με την ισχυριζόμενη αμέλεια. Περαιτέρω αναφορικά με την δικογράφηση της κατάστασης του Ενάγοντος μετά τη Γερμανία για την οποία ζητούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, ο Εναγόμενος περιορίζεται σε μια γενική άρνηση αυτών. Έχει ήδη λεχθεί πως έχουν περάσει 13 ολόκληρα έτη από τη σύνταξη των Πιστοποιητικών μέχρι την παρουσίαση τους στο Δικαστήριο. Επισημαίνεται πως πρόκειται για πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία και δεν έχει διαφανεί πως οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα, όπως άλλωστε δεν έγινε οποιαδήποτε τέτοια εισήγηση από την Υπεράσπιση. Η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε αυτούσια στα εν λόγω έγγραφα και έγινε για σκοπούς γραπτής αναφοράς ή επιβεβαίωσης της κατάστασης του Ενάγοντος και παρουσίασης των Πιστοποιητικών σε οποιονδήποτε, όπως αναγράφεται ρητώς σε αυτά, η δε εξ ακοής μαρτυρία είναι η ίδια με την αρχική δήλωση εφόσον αυτή περιέχεται στα έγγραφα. Με βάση το σύνολο των περιστάσεων και κυρίως τη μη αμφισβήτηση του περιεχομένου ή της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα εν λόγω Πιστοποιητικά αποτελούν αποδεκτή και πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο δέχεται και υιοθετεί πλήρως ως μέρος των ευρημάτων του. Παρόλο που ολόκληρο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11-15 αποτελεί ευρήματα του Δικαστηρίου, εντούτοις αξίζει να σημειωθεί πως μέρος αυτών είναι πως ο Ενάγων εισήχθη σε κατάσταση ενεργούς μόλυνσης και έτυχε αγωγής και απομόνωσης. Διεφάνη πως έπασχε από κρίσιμη νευροπαθητική ασθένεια. Στις 22.4.09 μεταφέρθηκε στην Κλινική Αποκατάστασης όπου παρατηρήθηκε βελτίωση και αποδεσμεύτηκε στις 15.9.09 για επιστροφή στην Κύπρο και συνέχιση του προγράμματος αποκατάστασης του. Πέραν του περιεχομένου των Πιστοποιητικών, το Δικαστήριο υιοθετεί την ακόλουθη μαρτυρία των ΜΕ1 και 3 αναφορικά με την πορεία του Ενάγοντος στη Γερμανία: 1) Ο Ενάγων μεταφέρθηκε στη Γερμανία με τη συνοδεία του πατέρα του και εισήχθη στη Νευρολογική Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της Νευρολογικής Πανεπιστημιακής Κλινικής της Χαϊδελβέργης. Αρχικά ήταν σε κωματώδη κατάσταση και αντιμετώπιζε σοβαρές λοιμώξεις. Με την κατάλληλη αγωγή οι λοιμώξεις αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς και η κατάσταση του σταθεροποιήθηκε. Παρέμεινε στην Κλινική μέχρι τις 22.4.09 όταν μεταφέρθηκε σε Κλινική Αποκατάστασης. Τότε αφίχθη στη Γερμανία η μητέρα του η οποία παρέμεινε μαζί του. 2) Στην Κλινική Αποκατάστασης εισήχθη στον θάλαμο Φάσης Β, για εντατική παρακολούθηση και θεραπεία. Ήταν πλέον απύρετος και χωρίς φάρμακα καταστολής. Εξακολουθούσε να βρίσκεται στον αναπνευστήρα και ήταν συνδεδεμένος με διάφορους καθετήρες. Δεν είχα ακόμα ανακτήσει τη συνείδηση του, παρόλο που σε μερικές φάσεις άνοιγε λίγο τα μάτια του. Μετά από μια βδομάδα βγήκε από τον αναπνευστήρα. Μετά πάροδο περίπου τριών εβδομάδων, έδειξε κάποια νευρολογική βελτίωση με ορισμένες αντιδράσεις σε χαμηλό επίπεδο και ακολουθία απλών εντολών. Μπήκε σε πρόγραμμα νευρολογικής αποκατάστασης το οποίο περιλάμβανε φυσιοθεραπεία, εργοθεραπεία και λογοθεραπεία. 3) Τον Ιούλιο του 2009 ο Ενάγων παρουσίασε μεγαλύτερη βελτίωση, περιορισμένης όμως πάλι έκτασης. Ξεκίνησε να αρθρώνει λίγες λέξεις, όμως δεν γινόταν κατανοητός, ενώ μπορούσε να παραμείνει καθήμενος στο αναπηρικό καροτσάκι για 2-3 ώρες. 4) Παρέμεινε στην κλινική αποκατάστασης μέχρι τις 15.9.09, όταν και επέστρεψε στην Κύπρο. Είχε παρουσιάσει περαιτέρω πρόοδο, περιορισμένης πάλι έκτασης. Μπορούσε να χρησιμοποιήσει το δεξί του χέρι να κρατά πράγματα, να κάνει λίγα βήματα με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή και μιλούσε περισσότερο από προηγουμένως παρόλο και τα πλείστα των όσων έλεγε δεν ήταν αντιληπτά. 5) Γενικά, κατά την παραμονή του στη Γερμανία, ο Ενάγων βγήκε από τον αναπνευστήρα, την τραχειοστομία, τον γαστρικό και τον υπερηβικό καθετήρα. Κατάφερε να κάθεται στην αναπηρική καρέκλα, να κινεί τα αριστερά του άκρα, ενώ σε μικρό βαθμό τα δεξιά, και να ανταποκρίνεται, έστω και περιστασιακά, σε λεκτικές οδηγίες. ΙΙ. Κατάσταση Ενάγοντος Πριν και Μετά Το Επίδικο Επεισόδιο - Σημερινή Κατάσταση ΙΙ.Α Κατάσταση Ενάγοντος Πριν το Επίδικο Επεισόδιο Το Δικαστήριο δέχεται επίσης ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 3 αναφορικά με την κατάσταση του Ενάγοντος τόσο πριν όσο και μετά το επίδικο επεισόδιο. Πέραν της θετικής εντύπωσης που αυτοί προκάλεσαν στο Δικαστήριο, η κατάσταση του Ενάγοντος ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης στην τελική αγόρευση της δικηγόρου του Εναγομένου. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή έχει εγκαταλείψει και δεν προωθεί την όποια αμφισβήτηση της κατάστασης του Ενάγοντος τόσο πριν όσο και μετά το επίδικο επεισόδιο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται πως πριν τις 3.4.09 ο Ενάγων ήταν καθόλα υγιής, αρτιμελής και απολάμβανε τις χαρές της ζωής. Ήταν εκπαιδευτής και πρωταθλητής στο Ολυμπιακό άθλημα του τζούντο και λάμβανε μέρος και διακρινόταν σε διεθνείς αγώνες με πολύ καλές προοπτικές για το μέλλον. Διατηρούσε μια υγιή ζωή και ασχολείτο επίσης με την ποδηλασία, κολύμβηση και κωπηλασία. Ήταν πάντοτε προσεκτικός και αναφορικά με τη διατροφή του και έδιδε σημασία στην καλή ζωή ενός αθλητή. Γίνεται επίσης δεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1 πως αρχικά η οικογένεια του Ενάγοντος ζούσε στο Παραλίμνι, από όπου κατάγεται η ΜΕ3. Το 1999 μετακόμισαν στην Πάφο όπου ο ΜΕ1 δημιούργησε τον Ερασιτεχνικό Σύλλογο Τζούντο Πάφου ο οποίος λειτουργεί μέχρι και σήμερα υπό την αιγίδα του. Το 2005 ο ΜΕ1 έκρινε πως ήταν καιρός να ενταχθεί πιο ενεργά ο Ενάγων στον Σύλλογο με την προοπτική διαδοχής του πατέρα του ως προπονητή, όποτε και την 1.9.06 υπεγράφη συμφωνία απασχόλησης προπονητή με το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, Τεκμήριο 1. Παρέμεινε αναντίλεκτη και έτσι γίνεται δεκτή η αναφορά του ΜΕ4 πως αυτός ήταν Ιδρυτικό Μέλος του Συλλόγου και πως από την ίδρυση του μέχρι και το 2015 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, από το 2004 μέχρι το 2008 ήταν Πρόεδρος, από το 2009 μέχρι το 2012 ήταν αντιπρόεδρος και από το 2012 μέχρι το 2015 πάλι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο ΜΕ4 αναγνώρισε τη συμφωνία, Τεκμήριο 1, δηλώνοντας πως ο Ενάγων απασχολείτο στον Σύλλογο ως αυτοεργοδοτούμενος και πως κατά τις 3.4.09 λάμβανε μηνιαίο μεικτό εισόδημα εκ €3101,11 (ΛΚ1.815) το οποίο προέκυψε από δύο ετήσιες αυξήσεις προς 10% βάσει του όρου 2.Α της συμφωνίας. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ4 δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση ως προς τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του Ενάγοντος και μάλιστα η αναφορά στην κυρίως εξέταση του πως αυτό ήταν το ποσό που έδιναν και σε άλλους προπονητές, τόσο πριν όσο και μετά το επίδικο επεισόδιο αναιρέθηκε από τον ίδιο κατά την αντεξέταση του λέγοντας πως ο ΜΕ1 και ο Ενάγων ήταν τα μοναδικά πρόσωπα τα οποία έτυχαν απασχόλησης στον Σύλλογο και πως ο Ενάγων δεν αντικαταστάθηκε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχεται μεν την υπογραφή της συμφωνίας απασχόλησης, πλην όμως διατηρεί αμφιβολίες και αδυνατεί να δεχθεί πως οι μηνιαίες απολαβές του Ενάγοντος ήταν πράγματι αυτές που περιγράφονται στη συμφωνία. Και τούτο καθότι σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1, Ανώτερου Ασφαλιστικού Λειτουργού στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο Ενάγων δήλωνε για τα έτη 2009 και 2010 μηνιαίες ακάθαρτες απολαβές εκ €1000, ήτοι καθαρές απολαβές εκ €937 μέχρι τον Μάρτιο του 2009 και εκ €932 από τον Απρίλιο του 2009, ως φαίνεται στις σχετικές αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών των Υπηρεσιών Κοινωνιών Ασφαλίσεων για τα έτη 2009 και 2010, Τεκμήρια 72Α και 72Β αντίστοιχα. Σύμφωνα πάντα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1, εργοδότης του Ενάγοντος ήταν η εταιρεία NWS Special Business Services Ltd στην οποία Διευθυντής ήταν ο Ενάγων από τις 2.1.09 μέχρι και την 1.7.10 όταν Διευθυντής ανέλαβε ο ΜΕ1, με βάση το Τεκμήριο 73. Σημειώνεται πως στην αντεξέταση του ο ΜΥ1 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο δήλωσης στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις μικρότερου ποσού μηνιαίων απολαβών, πλην όμως αυτό αντίκεται στη σχετική νομοθεσία. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία, το Δικαστήριο δέχεται πως κατά τον ουσιώδη χρόνο το μηνιαίο εισόδημα του Ενάγοντος δεν ήταν αυτό που προνοείτο στη συμφωνία αλλά αυτό που δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ήτοι μηνιαίο ακάθαρτο εισόδημα εκ €1.000 και καθαρές απολαβές εκ €937 μέχρι τον Μάρτιο του 2009 και εκ €932 από τον Απρίλιο του 2009. ΙΙ.Β Κατάσταση Ενάγοντος Μετά το Επίδικο Επεισόδιο Έχει ήδη λεχθεί πως η περιγραφή από τους ΜΕ1 και 3 της κατάστασης του Ενάγοντος μετά το επίδικο επεισόδιο και την επιστροφή του από τη Γερμανία, κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Εκτός από τη μαρτυρία των γονέων του Ενάγοντος, έδωσε μαρτυρία και η ΜΕ5, διαβητολόγος - ενδοκρινολόγος, της οποίας τα ακαδημαϊκά προσόντα, η ειδικότητα και η εμπειρογνωμοσύνη ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και επομένως γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Παρά την αναφορά της πως ο Ενάγων ήταν ο πρώτος ασθενής της με τέτοια διάγνωση, εντούτοις η θέση της πως έχει εξετάσει πάνω από 20 περιπτώσεις ατόμων με εγκεφαλική (υποφυσική) αιμορραγία καταδεικνύει την εμπειρία της σε τέτοιους είδους περιπτώσεις. Η ΜΕ5 παρακολουθούσε τον Ενάγοντα από τον Μάρτιο του 2010 μέχρι και σήμερα και κατέθεσε τρία Ιατρικά Πιστοποιητικά αναφορικά με την κατάσταση του. Η ΜΕ5 ήταν σε θέση να δώσει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με την κατάσταση του Ενάγοντος και τη δική της εκτίμηση ως προς τις δυνατότητες και επιλογές του για βελτίωση της κατάστασης του, με ευθύτητα, συνέπεια και βεβαιότητα, χωρίς επιφυλάξεις ή υπεκφυγές. Ούτε και η μαρτυρία της αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση η οποία προσπάθησε απλώς να λάβει απαντήσεις από τη μάρτυρα ως προς τις συστάσεις της προς τον Ενάγοντα και κατά πόσο αυτές ήταν εφικτό να γίνουν στην περίπτωση του λόγω της κατάστασης του, οι οποίες (απαντήσεις) ήταν συγκεκριμένες και σαφείς. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό πως σύμφωνα με την προφορική της μαρτυρία και τα Ιατρικά Πιστοποιητικά ημ. 29.6.10, 22.10.12 και 14.5.21, Τεκμήρια 17, 22 και 62, η ΜΕ5 παρακολουθούσε τον Ενάγοντα από τον Μάρτιο του 2010 κατόπιν παραπομπής από τον νευρολόγο Δρα Μιχάλη Πρωτοπαπά από το Αρεταίειον Νοσοκομείο. Ο Ενάγων αισθανόταν παρατεταμένη κόπωση, υπνηλία, υπερφαγία και έντονη αίσθηση κρύου και, κατόπιν αιματολογικών εξετάσεων, διαγνώστηκε με υποφυσιακή ανεπάρκεια. Γίνεται επίσης δεκτό πως η υποφυσιακή ανεπάρκεια προκάλεσε μειωμένη παραγωγή κορτιζόλης, θυροξίνης και τεστοστερόνης και σε αρχική βάση αντιδιουρητικής και αυξητικής ορμόνης. Η πιο σημαντική είναι η κορτιζόλη, επομένως ο Ενάγων ξεκίνησε άμεσα με θεραπευτική δόση κορτιζόλης και ακολούθως των υπολοίπων. Μετά από δύο έτη σταμάτησε η χορήγηση της αντιδιουρητικής και της αυξητικής ορμόνης και λάμβανε την κορτιζόλη και τη θυροξίνη με χάπια ενώ την τεστοστερόνη με ενδομυικές ενέσεις 3-4 φορές εβδομαδιαίως. Παρόλο που υπήρξε βελτίωση στην κλινική εικόνα του ασθενούς, εντούτοις με την αναπλήρωση των ορμονών απέκτησε σημαντική υπερφαγία την οποία δεν μπορεί να ρυθμίσει και είχε σημαντική αύξηση βάρους και το μεταβολικό σύνδρομο, δηλαδή αυξημένα επίπεδα σε ουρικό οξύ και σε τριγλυκερίδια και υπνική άπνοια. Για την υπνική άπνοια, χρησιμοποιεί ειδική συσκευή ύπνου καθότι χωρίς αυτή υπάρχει παρατεαταμένη διακοπή της αναπνοής. Η υπνική άπνοια βελτιώνεται με απώλεια βάρους, κάτι το οποίο είναι αδύνατο για τον Ενάγοντα λόγω της υπερφαγίας. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση της ΜΕ5 πως για τα δέκα έτη που τον παρακολουθεί η κατάσταση του είναι σταθερή, όμως η συνύπαρξη σημαντικών νευρολογικών προβλημάτων καθιστά τον Ενάγοντα ανίκανο να φροντίσει τον εαυτό του επί καθημερινής βάσης ή να εργαστεί. Είναι δεκτή και η θέση της ΜΕ5 πως η υπερφαγία αντιμετωπίζεται με διατροφή και άσκηση, τα οποία ο Ενάγων δεν είναι σε θέση να πράξει, ενώ δεν συνέστησε χειρουργική επέμβαση στην περίπτωση του καθότι αυτή δεν θα ήταν αποτελεσματική στην περίπτωση του Ενάγοντος. Τέλος, γίνεται δεκτή η Αναφορά Θεράποντος Ιατρού προς το Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας ημ. 13.4.16, του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, Τεκμήριο 25, υπογεγραμμένη από τη ΜΕ5, πως ο Ενάγων παρουσιάζει υπερφαγία η οποία του προκαλεί παχυσαρκία και άπνοια και χρειάζεται 24ώρη φροντίδα για τις ανάγκες του. Έχει ήδη λεχθεί πως η μαρτυρία του ΜΕ2 αναφορικά με την εξέταση του Ενάγοντος σε διάφορες ημερομηνίες και τις διαπιστώσεις του ως προς την κατάσταση του παρέμεινε αναντίλεκτη και επομένως αυτή γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο υιοθετεί το περιεχόμενο του Ιατρικού Πιστοποιητικού ημ. 12.2.14 του ΜΕ2, Τεκμήριο 28, αναφορικά με τα νευρολογικά ευρήματα και την τότε φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ο Ενάγων. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι τότε ο Ενάγων λάμβανε καθημερινώς Λεβοθυροξίνη, Υδροκορτιζόνη, Bazefibrate, αντιεπιλητική αγωγή, αγωγή για τον μεταβολισμό και το ουρικό οξύ και μια φορά τον μήνα τεστοστερόνη. Γίνεται επίσης δεκτό το περιεχόμενο της Αναφοράς Θεράποντος Ιατρού προς το Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας ημ. 20.4.16, του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, Τεκμήριο 26, υπογεγραμμένης από τον ΜΕ2, στην οποία αναφέρονται οι ακόλουθες ιατρικές διαγνώσεις, οι οποίες ταυτίζονται και συμπληρώνουν αυτές του Τεκμηρίου 28: · Σπαστική παραπάρεση τονιζόμενη άνω άκρο δεξιά · Αφασία αισθητικού και κινητικού χαρακτήρα · Δυσαρθρία · Ανομία · Υποφυσική ανεπάρκεια · Δεξιά ημιανοψία · Βλεφαρόπτωση δεξιά · Πάρεση προσώπου δεξιά · Επιληπτικές κρίσεις · Καταθλιπτική συνδρομή · Αδυναμία ανάγνωσης και γραφής · Άπνοια · Υπόπνοια (μηχάνημα στήριξης στον ύπνο). Ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε αριθμό Ιατρικών Πιστοποιητικών για την κατάσταση του Ενάγοντος μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία, κάποια εκ των οποίων φέρονται να συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από γιατρούς στην Κύπρο οι οποίοι δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία για την οποία η δικηγόρος του Εναγομένου δεν υπέβαλε αίτημα για κλήτευση των προσώπων που τα συνέταξαν. Οι μοναδικές ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν στον ΜΕ1 αφορούσαν τη δυνατότητα του ιδίου να αναφερθεί σε λεπτομέρειες αναφορικά με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 19, 23, 24 και 29 και ο ΜΕ1 απλώς παρέπεμψε στη ΜΕ3 ως καλύτερη γνώστη των συναφών γεγονότων. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν πως δεν προσκομίστηκε μαρτυρία κατά πόσο ήταν εφικτή η παρουσίαση των εν λόγω μαρτύρων, πλην όμως δεν κρίνεται εύλογο για την πλευρά του Ενάγοντος να τους είχε κλητεύσει για να δώσουν μαρτυρία, καθότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Τα εν λόγω Πιστοποιητικά αφορούν τα έτη 2009 μέχρι και 2016, κάποια εξ αυτών προέρχονται από Δημόσια Νοσηλευτήρια και κρατικές υπηρεσίες και τμήματα και αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού, χωρίς να έχει διαφανεί πως οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα, όπως άλλωστε δεν έγινε οποιαδήποτε τέτοια εισήγηση από την Υπεράσπιση. Η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε αυτούσια στα εν λόγω έγγραφα και έγινε για σκοπούς γραπτής αναφοράς ή επιβεβαίωσης της κατάστασης του Ενάγοντος, η δε εξ ακοής μαρτυρία είναι η ίδια με την αρχική δήλωση εφόσον αυτή περιέχεται στα έγγραφα. Με βάση το σύνολο των περιστάσεων και κυρίως τη μη αμφισβήτηση του περιεχομένου ή της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι και αυτά τα Πιστοποιητικά αποτελούν αποδεκτή και πλήρως αξιόπιστη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο δέχεται και υιοθετεί πλήρως ως μέρος των ευρημάτων του. Επομένως, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: α. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό του Απολλώνειου Ιδιωτικού Νοσοκομείου ημ. 29.9.09, υπογεγραμμένο από τον Ακτινολόγο Δρα Α. Παπαλεοντίου, Τεκμήριο 16, παρατηρείται εικόνα κρανιοβρεγματικής κρανιοτομής, ευμεγέθης υπόπυκνη περιοχή που καταλαμβάνει τμήμα του αριστερού κροταφικού και βρεγματικού λοβού και επεκτείνεται σε ολόκληρο τον αριστερό ινιακό λοβό. Παρατηρείται επίσης διάταση της αριστερής πλάγιας κοιλίας και του σύστοιχου ινιακού κέρατος της. Πολλαπλές μικρές υπόπυκνες περιοχές ελέγχονται στα αριστερά βασικά γάγγλια. Δεν παρατηρείται παρεκτόπιση των στοιχείων της μέσης γραμμής ούτε και παθολογικά ευρήματα στο δεξιό εγκεφαλικό ημισφαίριο. β. Σύμφωνα με την Ιατρική Βεβαίωση της οφαλμίατρου Δρος Ευτυχίας Κούση, Τεκμήριο 18, σε οφθαλμολογικό έλεγχο κατά τις 10.9.10 δεν παρατηρήθηκε ανωμαλία στην οφθαλμοκινητικότητα. Λόγω κακής συνεργασίας δεν κατέστη δυνατό να ελεγχθεί το ποσοστό οξύτητας στους οφθαλμούς παρόλο που ο ίδιος έλεγε ότι έβλεπε τους αριθμούς αλλά δεν μπορούσε να τους πει (πιθανή οπτική αγνωσία). Υπάρχει μια διαταραχή στη χρωματική αντίληψη περισσότερο στην αριστερή πλευρά. Η ενδοφθαλμία πίεση είναι φυσιολογική. Κατά τη βυθοσκόπηση, παρατηρήθηκε μερική ατροφία περισσότερο αριστερά σε σύγκριση με δεξιά. Στα οπτικά πεδία φαίνεται μια καθαρή δεξιά ομώνυμη ημιανοψία όπου το σκότωμα στον αριστερό οφθαλμό επεκτείνεται πέραν της κάθετης κ. οριζόντιας γραμμής. γ. Σύμφωνα με την Ιατρική Βεβαίωση ημ. 19.11.10 του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας του Νοσοκομείου Πάφου, υπογεγραμμένη από την Παθολόγο Δρα Μαρία Νικολάου, Τεκμήριο 19, ο Ενάγων παρουσιάζει διαταραχές κινητικότητας στο δεξί άνω και κάτω άκρο, διαταραχή όρασης στον δεξιό οφθαλμό, διαταραχή ομιλίας, ακράτεια ούρων και ανεπάρκεια υπόφυσης για την οποία λαμβάνει ορμόνες αποκατάστασης. Λόγω αυτών των προβλημάτων ο Ενάγων χρήζει κινησιοθεραπείας - λογοθεραπείας και πάνων μιας χρήσης, επομένως έχει ανάγκη συνεχούς φροντίδας από άλλο άτομο επί 24ώρου βάσεως. δ. Με βάση τη Βεβαίωση ημ. 3.3.11 του ιδίου Τμήματος, υπογεγραμμένη από την Κλινική Διαιτολόγο, Δρα Ελίνα Ιωάννου, Τεκμήριο 20, βεβαιώνεται ότι ο Ενάγων χρήζει ειδικής διαιτητικής αγωγής και γι΄ αυτόν τον λόγο παρακολουθείται συστηματικά στο Διαιτολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. ε. Σύμφωνα με το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Κωνσταντίνου Πούγιουρου ημ. 1.11.11, Τεκμήριο 21, η νευρολογική εξέταση του Ενάγοντος κατέδειξε τα εξής: Ø Τετραπάρεση με κύρια δεξιά ημιπάρεση. Ø Μεικτή αφασία: τόσο αναισθητικού όσο και κινητικού χαρακτήρα με σοβαρή δυσχέρεια σε ακουστική αντίληψη, κινητική απάντηση και αδυναμία γραπτού λόγου. Ø Πάρεση (κεντρικού χαρακτήρα) δεξιού προσωπικού νεύρου. Ø Δυσαρθρία, δυσφαγία. Ø Υποφυσιακή ανεπάρκεια: Μόνιμη λήψη ορμονοθεραπείας (κορτιζόνη - θυροξίνη - τεστοστερόνη - αντιδιουρητική ορμόνη) Ø Υπνηλία και αίσθημα αδυναμίας στα πλαίσια συνδρόμου υπνικής άπνοιας με παράλληλη διαταραχή του ύπνου. Ø Σημειακού χαρακτήρα μνήμη. Ø Καταθλιπτική συνδρομή. Ø Επιληπτικές κρίσεις. Οι κλινικές εξετάσεις κατέδειξαν μεγάλη καταστροφή στο αριστερό ημισφαίριο (βρεγματικό, κροταφικό, ινιακό λοβό), βλάβη και στον μεσεγκέφαλο αμφοτερόπλευρα (λόγω του εγκολεασμού). Το συμπέρασμα είναι πως μετά από εγκεφαλική αιμορραγία λόγω αρτηριοφλεβικής δυσπλασίας στις 24.3.09 ο Ενάγων παρουσιάζει βαριά κινητική αναπηρία, επιληψία, έκπτωση ανώτερων ψυχικών λειτουργιών (σημειακή μνήμη, σφαιρική αφασία, οπτική αγνωσία), ημιανοψία, δυσαρθρία, δυσφαγία, υποφυσιακή ανεπάρκεια και καταθλιπτική συνδρομή (πιθανότατα επιδεινούμενη από αντιεπιληπτική αγωγή - Levetiracetam). Δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και χρειάζεται μόνιμα βοήθεια από τρίτο πρόσωπο. Δεν μπορεί να εργαστεί, να γράψει, να μιλήσει κανονικά και στερείται κοινωνικής ζωής. στ. Σύμφωνα με την Ιατρική Έκθεση ημ. 28.6.13 του Διευθυντή του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, Τεκμήριο 23, βεβαιώνεται πως ο Ενάγων δεν μιλά, δεν γράφει, δεν κινείται και επομένως είναι αδύνατη η μετακίνηση του για αυτοπρόσωπη παρουσία του ενώπιον του Ειδικού Ιατροσυμβουλίου. ζ. Με βάση τη Βεβαίωση ημ. 31.12.15 υπογεγραμένη από τον νευρολόγο Δρα Δ. Φούρναρη του Νοσοκομείου Πάφου, Τεκμήριο 24, ο Ενάγων είναι ανίκανος να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα. η. Με βάση την Ιατρική Βεβαίωση ημ. 28.9.16 της Δρος Μαρία Παλέξα, Βοηθού Διευθύντριας Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, Τεκμήριο 27, λόγω της εγκεφαλικής αιμορραγίας ο Ενάγων έχει κινητική αναπηρία και έκπτωση των γνωστικών του λειτουργιών σε σοβαρό βαθμό. Παρουσιάζει καταθλιπτική διάθεση, οι αντοχές του είναι μειωμένες και εκνευρίζεται εύκολα. Λόγω των πιο πάνω, δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετείται και χρήζει συνεχούς φροντίδας. θ. Σύμφωνα με την Έκθεση Ολοκληρωμένου Πορίσματος Αξιολόγησης Αναπηρίας ημ. 15.11.16, Τεκμήριο 29, υπογεγραμμένη από την Προϊσταμένη Υπηρεσίας Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, ο Ενάγων έχει ολική κινητική και άλλη σωματική αναπηρία. ΙΙ.Γ. Σημερινή Κατάσταση Ενάγοντος Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, και με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και 3 επί τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει πως η παρούσα κατάσταση του Ενάγοντος έχει ως εξής: 1) Βαρύτατη δεξιά ημιπάρεση. Δεν ελέγχει τη δεξιά του πλευρά. Δεν χρησιμοποιεί καθόλου το δεξί του χέρι, ενώ το δεξί του πόδι από το ύψος του γονάτου φεύγει προς τα πίσω. Πάσχει από σπαστική ημιπάρεση δεξιά, τονιζόμενη στο άνω άκρο. 2) Ελαφρότερη αριστερή ημιπάρεση. 3) Κουράζεται πολύ γρήγορα, ακόμα και με τις πιο μικρές σωματικές δραστηριότητες. 4) Πάσχει από μικτή αφασία (περιορισμένη ικανότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον) τόσο αισθητικού όσο και κινητικού χαρακτήρα. 5) Πάρεση (κεντρικού χαρακτήρα) δεξιού προσωπικού νεύρου. 6) Υπνηλία. 7) Αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην άρθρωση λόγου. Η ομιλία του δεν γίνεται κατανοητή από τον ακροατή ενώ παρουσιάζει επίσης ακουστική αφασία, ακουστική αγνωσία και ανομία. 8) Νέκρωση του δεξιού πεδίου οράσεως. Υπάρχει μια καθαρή δεξιά ημιανοψία η οποία τον περιορίζει σημαντικά να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στο δεξί του ημισφαίριο. 9) Πάρεση του δεξιού μέρους του προσώπου. Το δεξί μάτι είναι ημίκλειστο, ενώ η δεξιά πλευρά του χείλους του είναι πεσμένη, με αποτέλεσμα το πρόσωπο του να φαίνεται παραμορφωμένο. 10) Επιληπτικές κρίσεις. Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Ενάγων υπέστη δύο σοβαρές επιληπτικές κρίσεις, συνεπεία των οποίων χρειάστηκε να νοσηλευτεί στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και Λευκωσίας. 11) Πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή και καθημερινώς εκφράζει την επιθυμία να θέσει τέρμα στη ζωή του. 12) Διαταραχές ύπνου (άπνοιες και υπόπνοιες). 13) Μνήμη σύντομης διάρκειας και μερική απώλεια μνήμης. 14) Αδυναμία ανάγνωσης και γραφής. 15) Συχνοουρία. 16) Υποφυσική ανεπάρκεια συνεπεία της πλήρους καταστροφής της υπόφυσης του, ως αποτέλεσμα της αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης κατά τους ουσιώδεις χρόνους. 17) Σοβαρή υποφυσιακή υπερφαγία η οποία οδήγησε σε παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο δέχεται πως η κατάσταση του Ενάγοντος και η προοπτική αυτής έχουν ως ακολούθως: (
- i)Ο Ενάγων δεν μπορεί πλέον να έχει μια κανονική φυσιολογική ζωή. (
- ii)Δεν μπορεί ούτε και θα μπορέσει ποτέ να κάνει μπάνιο μόνος του, να περιποιηθεί τον εαυτό του, να βγει από το σπίτι για μια βόλτα, να ετοιμάσει φαγητό, να διαβάσει ένα βιβλίο, να δει μια ταινία ή να συνομιλήσει με ουσιαστικό τρόπο με φίλους ή συγγενείς. Για κάθε του βήμα χρειάζεται στήριξη, είτε για να πάει τουαλέτα είτε στο κρεβάτι. (iii) Λόγω της ημιπάρεσης, φορά νάρθηκα ο οποίος κρατεί το γόνατο στη φυσιολογική του θέση. Μπορεί να περπατήσει πολύ μικρές αποστάσεις, 6-7 μέτρων. (
- iv)Ο Ενάγων δεν μπορεί να γράψει ούτε και μια λέξη ούτε και να διαβάσει. (
- v)Χρειάζεται μόνιμη και συνεχή φροντίδα επί 24ώρου βάσεως. (
- vi)Είναι μόνιμα ανίκανος για εργασία. (vii) Είναι στο κρεβάτι τις 20 από τις 24 ώρες της ημέρας. Μετά την παραμικρή δραστηριότητα, όπως π.χ. για να πάει στην τουαλέτα, αναζητεί το κρεβάτι του. (viii) Κουράζεται ψυχικά και σωματικά εύκολα. (
- ix)Δεν έχει καθόλου κοινωνική ζωή ούτε έκανε νέες γνωριμίες ή φιλίες. (
- x)Όσα λέγονται προφορικά στον Ενάγοντα, δεν απομνημονεύονται παρά μόνο ελάχιστες κουβέντες που συνήθως αφορούν στο φαγητό. (
- xi)Δεν μπορεί να συνομιλήσει με κάποιον πέραν των δέκα λεπτών ή να ακούσει συζήτηση μεταξύ πέραν των 2-3 ατόμων. Δεν καταφέρνει να συμμετέχει σε μια απλή συνομιλία. (xii) Έχει κλειστεί στον εαυτό του και νιώθει μειονεκτικά και ότι γίνεται βάρος της παρέας. Οι φίλοι του διστάζουν να τον επισκέπτονται ενώ αυτός ντρέπεται να βγει από το σπίτι. (xiii) Δεν μπορεί να κάνει δική του οικογένεια. (xiv) Λαμβάνει έντεκα σκευάσματα ημερησίως σε συγκεκριμένες ώρες και περιστάσεις, όπως π.χ. νηστικός ή μετά το φαγητό. (
- xv)Λόγω της υποφυσιακής ανεπάρκειας, λαμβάνει μόνιμη αγωγή ορμονών και η ορμονοθεραπεία είχε ως αποτέλεσμα να τρώει ανεξέλεγκτα και να βάλει βάρος (από 70 πήγε στα 115 κιλά). (xvi) Λόγω της συχνοουρίας, ξυπνά αυτός και η μητέρα του η οποία τον φροντίζει αρκετές φορές το βράδυ, περίπου κάθε 45 λεπτά για να τον βοηθήσει να ουρήσει. (xvii) Λόγω της υπνικής άπνοιας, κοιμάται υποχρεωτικά με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής τύπου CPAP. Η μητέρα του κοιμάται μαζί του για τη μείωση του κινδύνου να σταματήσει η αναπνοή του ή να υποστεί ανακοπή καρδιάς. (xviii) O Ενάγων λαμβάνει μόνιμη φαρμακευτική ορμονική και επιληπτική αγωγή. (xix) Απαιτείται η λογοθεραπεία και η φυσιοθεραπεία εφ΄ όρου ζωής. (
- xx)Βρίσκεται καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι και χρειάζεται και άλλο βοηθητικό εξοπλισμό. ΙΙΙ. Δαπάνες και Έξοδα Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, όπως άλλωστε επιμαρτυρούν και οι σχετικές αποδείξεις, πως έχουν καταβληθεί τα εξής έξοδα:
(1)Έξοδα Ιατρικού Πιστοποιητικού του Δρος Νεοφύτου, ΜΕ2, €500 (Τεκμήριο 28).
(2)Έξοδα Ιατρικών Πιστοποιητικών άλλων γιατρών, έξοδα αναλύσεων, ακτινογραφιών και άλλων διαγνωστικών εξετάσεων και θεραπειών, €4.773,84 (Τεκμήριο 31).
(3)Φάρμακα, €608 (Τεκμήριο 33).
(4)Υδροθεραπεία και αποκατάσταση, €280 (Τεκμήριο 31).
(5)Αγορά εξοπλισμού και ανταλλακτικών, €291 (Τεκμήριο 34).
(6)Λογοθεραπεία, €1.200 (Τεκμήριο 35). Σύνολο €7.652,
- Δηλώθηκε από κοινού επίσης πως σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι ο Ενάγων δικαιούται στην απαίτηση του για μόνιμη φροντίδα, αυτό το ποσό ανέρχεται σε €800 μηνιαίως. Αποτελεί κοινό έδαφος πως η μεταφορά του Ενάγοντος στη Γερμανία έγινε με ιδιωτική πρωτοβουλία των γονέων του, ΜΕ1 και 3, παράλληλα όμως, αυτοί είχαν αποταθεί με επιστολή τους ημ. 7.4.09 προς τον Υπουργό Υγείας για την καταβολή των εξόδων της θεραπείας και αποκατάστασης του Ενάγοντος στο εξωτερικό, Τεκμήριο 39, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε πως η ΜΕ3, με χειρόγραφη επιστολή της ημ. 9.4.09, Τεκμήριο 61, ζήτησε από τον Υπουργό Υγείας την καταβολή των εξόδων για τη μεταφορά του Ενάγοντος με ειδικά εξοπλισμένο αεροπλάνο και εξιδεικευμένο προσωπικό στη Γερμανία. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης πως ο ΜΕ1 με επιστολή του ημ. 12.10.09, Τεκμήριο 43, ζήτησε από το Υπουργείο Υγείας την κάλυψη των εξόδων του Ενάγοντος στη Γερμανία. Ο ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη εγγράφων για τα αεροπορικά εισιτήρια προς Γερμανία, μεταφορικά και άλλα έξοδα για σκοπούς μετάβασης του Ενάγοντος και των γονέων του στη Γερμανία, Τεκμήριο 32, για το συνολικό ποσό των €26.
- Δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο η καταβολή των εν λόγω ποσών. Η δικηγόρος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 πως το Υπουργείο Υγείας κατέβαλε χρηματικό ποσό για σκοπούς θεραπείας του Ενάγοντος στο εξωτερικό στη βάση οικονομικών κριτηρίων και ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι καταβλήθηκε ένα ποσό της τάξης των €150.000 για σκοπούς θεραπείας του Ενάγοντος. Μάλιστα ο δικηγόρος του Ενάγοντος προέβη σε δήλωση πως τα έξοδα θεραπείας του Ενάγοντος έχουν πληρωθεί από το Υπουργείο, εξ ου και δεν υπάρχει αξίωση για τέτοια έξοδα. Ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε αυτή τη θέση προσθέτοντας ταυτόχρονα πως δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό για τα αεροπορικά εισιτήρια και τα μεταφορικά έξοδα του Ενάγοντος, του ιδίου και της ΜΕ3, τα οποία και διεκδικούνται. Αυτή η αναφορά του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και ως τέτοια γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. IV. Νομική Ανάλυση IV.Α Ιατρική Αμέλεια Η απαίτηση του Ενάγοντος βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η υπόθεση Αγγελή v. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761 περιέχει μια ιδιαίτερα διαφωτιστική ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την ιατρική αμέλεια. Στην εν λόγω υπόθεση αρχικά αναφέρεται ότι ο ασθενής που επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (α) την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή, (β) αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού, και (γ) την πρόκληση ζημιάς. Επίσης επισημαίνεται ότι το καθήκον του γιατρού, όπως και όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Lanphier v. Phipos (1835-42) All E.R. Ree 421, R. v. Bateman
(1925)All E.R. Rep. 45 και Cassidy v. Ministry of Health
(1951)1 All E.R. 574. Ακολούθησαν δύο σημαντικές Αγγλικές αποφάσεις οι οποίες έθεσαν καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας και υιοθετήθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια τόσο στην προαναφερόμενη υπόθεση όσο και σε μεταγενέστερες. Η πρώτη είναι η υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118, η οποία καθόρισε την ιατρική αμέλεια ενός γιατρού ως την παράλειψη του να ενεργήσει σύμφωνα με μια πρακτική που είναι αποδεκτή από ένα υπεύθυνο σώμα γιατρών που είναι εξειδικευμένοι στον συγκεκριμένο τομέα. Στην υπόθεση Αγγελή v. Βορκά (ανωτέρω) γίνεται μια σύνοψη των αρχών που καθιέρωσε η υπόθεση Bolam ως εξής: «(
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Η αρχή που διατυπώθηκε στη Bolam διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση στη δεύτερη υπόθεση Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1993)4 Med. L. R. 381. Σε αυτή την υπόθεση αποφασίστηκε ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μια καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων γιατρών. Το ερώτημα κατά πόσο ένα γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that medical practice puts the patient unnecessarily at risk.» Η απόφαση στην υπόθεση Bolam διαφοροποιήθηκε επίσης με την απόφαση στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust
(1999)48 B.M.L.R. 118, αναφορικά με το καθήκον προειδοποίησης του ασθενούς από τον γιατρό. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι το κριτήριο είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός γιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού αποφασίσει ποια θεραπεία να ακολουθήσει. Αυτή η απόφαση ουσιαστικά συνδυάζει το κριτήριο του μέσου συνετού ασθενούς με αυτό του μέσου λογικού γιατρού. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα: «In a case where it is being alleged that a plaintiff has been deprived of the opportunity to make a proper decision as to what course he or she should take in relation to treatment, it seems to me to be the law, as indicated in the cases to which I have just referred, that if there is a significant risk which would affect the judgment of a reasonable patient, then in the normal course it is the responsibility of a doctor to inform the patient of that significant risk, if the information is needed so that the patient can determine for him or herself as to what course he or she should adopt. . Obviously the doctor, in determining what to tell the patient, has to take into account all the relevant considerations, which include the ability of the patient to comprehend what he has to say to him or her and the state of the patient at the particular time, both from the physical point of view and an emotional point of view. There can often be situations where a course different from the normal has to be employed. However, where there is what can realistically be called a "significant risk", then, in the ordinary event, as I have already indicated, the patient is entitled to be informed of that risk.» Το βάρος απόδειξης ιατρικής αμέλειας είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority
(1983)2 All. E.R. 245, «The question for consideration is whether on a balance of probabilities it has been established that a professional man has failed to exercise the care required of a man possessing and professing special skill in circumstances which require the exercise of such special skill.» Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η υπόθεση Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, η οποία πραγματεύεται με λεπτομέρεια το θέμα της αιτιώδους συνάφειας. Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ερωτοκρίτου κάνει μια ανάλυση της Αγγλικής νομολογίας επί του συγκεκριμένου θέματος και για τις περιπτώσεις που δεν δίνεται οποιαδήποτε προειδοποίηση στον ασθενή καταλήγει στην υιοθέτηση του αντικειμενικού κριτηρίου όπως αυτό διαμορφώθηκε στην υπόθεση Chester v. Affshar
(2004)4 All E.R. 587. Στην εν λόγω υπόθεση η πλειοψηφία της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υπάρξει κάποια παρέκκλιση από τις κλασικές αρχές που αφορούν στην αιτιώδη συνάφεια προς όφελος του δικαιώματος της αυτονομίας του ασθενούς. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «To leave the patient who would find the decision difficult without a remedy, as the normal approach to causation would indicate, would render the duty useless in the cases where it may be needed post. This would discriminate against those who cannot honestly say that they would have declined the operation once and for all if they had been warned. I would find that result unacceptable. The function of the law is to enable rights to be vindicated and to provide remedies when duties have been breached. Unless this is done the duty is a hollow one, stripped of all practical force and devoid of all content. It will have lost its ability to protect the patient and thus to fulfil the only purpose which brought it into existence. On policy grounds therefore I would hold that the test of causation is satisfied in this case. The injury was intimately involved with the duty to warn. The duty was owed by the doctor who performed the surgery that Miss Chester consented to. It was the product of the very risk that she should have been warned about when she gave her consent. So I would hold that it can be regarded as having been caused, in the legal sense, by the breach of that duty.» Όπως επεσήμανε ο κ. Ερωτοκρίτου, ο σκοπός του δικαίου είναι η προστασία του δικαιώματος του ασθενούς να επιλέγει και η μερική παρέκκλιση από τις παραδοσιακές αρχές αιτιώδους συνάφειας είναι η μόνη διέξοδος ώστε να απονεμηθεί ορθώς δικαιοσύνη σε υποθέσεις παράλειψης προειδοποίησης για κινδύνους. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία πως ο τρόπος αντιμετώπισης του Ενάγοντος κατά τις 27.3.09 το πρωί μέχρι και την πρώτη επέμβαση του ουδόλως βρίσκει έρεισμα ούτε και προνοείται στα πρωτόκολλα ή διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές. Αντιθέτως, τα πρωτόκολλα, οι διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές και η σχετική βιβλιογραφία και αρθρογραφία, προβλέπουν όπως με την επιδείνωση του Ενάγοντος στις 27.3.09 και στις 07:30, και κυρίως μετά την αξονική τομογραφία λίγο αργότερα στις 08:03, οι γιατροί όφειλαν να τεθούν σε εγρήγορση για την επιδείνωση της κατάστασης του Ενάγοντος, να αντιληφθούν ότι η κατάσταση και τα συμπτώματα του καταδείκνυαν εγκολεασμό και αυξημένη ενδοκράνια πίεση, και επομένως ο χρόνος ήταν ουσιώδους σημασίας και αυτός έπρεπε πάραυτα να είχε διασωληνωθεί και οδηγηθεί στο χειρουργείο για αποσυμπιεστική επέμβαση και αφαίρεση του οιδήματος. Η αποιδηματική αγωγή δεν μπορούσε να προσφέρει οτιδήποτε προς βελτίωση της κατάστασης του Ενάγοντος κατ΄ εκείνο το χρονικό στάδιο. Αντιθέτως όλες οι ενδείξεις και τα συμπτώματα του Ενάγοντος στις 07:30 και τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας κατεδείκνυαν μια επείγουσα πλέον κατάσταση η οποία έχρηζε άμεσης χειρουργικής και αποσυμπιεστικής επέμβασης. Η καθυστέρηση για έξι ολόκληρες ώρες της χειρουργικής επέμβασης δυστυχώς ήταν η αιτία της πρόκλησης του εμφράκτου, το οποίο βεβαίως δεν μπορούσε να ήταν εμφανές στην αξονική που έγινε το πρωί, και το οποίο είχε ήδη προκαλέσει σοβαρή μόνιμη βλάβη στον Ενάγοντα. Και τούτο ανεξαρτήτως της αφαίρεσης του οιδήματος. Εξ ου και ακολούθησε η εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντος όπως περιγράφεται πιο πάνω. Το βέβαιο είναι πως η μακρά και παντελώς αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής του Ενάγοντος σε χειρουργική επέμβαση στις 27.3.09 δυστυχώς οδήγησε στη συμπίεση του εγκεφάλου με αποτέλεσμα την πρόκληση μόνιμης βλάβης. Είναι δε προφανές πως αν η επέμβαση γινόταν άμεσα και έγκαιρα, τότε όπως τα συγγράμματα, τα άρθρα και οι έρευνες και μελέτες κατέδειξαν, κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό πέραν του 90% η κατάσταση του Ενάγοντος θα αντιμετωπιζόταν και ο Ενάγων θα θεραπευόταν και δεν θα του προκαλείτο αυτή η βλάβη. Η παράλειψη έγκαιρης δράσης και του ενδεδειγμένου συμφώνως των πρωτοκόλλων και των κατευθυντήριων γραμμών τρόπου χειρισμού του Ενάγοντος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν αυτή που προκάλεσε τη μόνιμη βλάβη σε αυτόν και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται από τότε μέχρι και σήμερα. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η βελτιωμένη εικόνα που παρουσίαζε ο Ενάγων μετά και τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση καταδεικνύει πως επρόκειτο για ένα νεαρό και δυνατό οργανισμό ο οποίος με την έγκαιρη και σωστή παρέμβαση και αντιμετώπιση, ήτοι την άμεση πρώτη χειρουργική επέμβαση, θα μπορούσε να είχε θεραπευτεί και αναμφίβολα να αποφύγει την εξέλιξη της κατάστασης του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Ενάγων κατάφερε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό πως ο Εναγόμενος επέδειξε αμέλεια στον τρόπο αντιμετώπισης του Ενάγοντος με αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτόν μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης και οδηγώντας τον στην κατάσταση και στον τρόπο ζωής όπως περιγράφεται ανωτέρω στα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. IV.Β Γενικές Αποζημιώσεις Ι. Πόνος, Ταλαιπωρία, Μόνιμη Ανικανότητα, Απώλεια Απολαύσεων Ζωής Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο ότι παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων αποτελούν μεταξύ άλλων η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο που διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας. Σχετική είναι η υπόθεση Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66. Επίσης η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, και έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας - βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd. αnd another v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1303, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687 και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 υιοθετήθηκε η καθιερωμένη νομική αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων προσφέρουν καθοδήγηση στον βαθμό που είναι συγκριτικές ως αποκαλυπτικές της επικρατούσας τάσης χωρίς να είναι δεσμευτικές. Σε κάθε υπόθεση είναι ανάγκη να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της και βέβαια πρέπει να συνυπολογίζεται η μείωση της αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου. Περαιτέρω στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ. 430 επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει πάντοτε να προβαίνει στις αναγκαίες προσαρμογές λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα. Για τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο αντλεί χρήσιμη καθοδήγηση από τις υποθέσεις Παναγή v. Του Πλοίου 'Christy' κ.ά., Αγ. Ναυτ. 33/13, ημ. 17.1.18, A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 416, D & G Icos Sicapi Ltd v. D & G Products Ltd κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2315, Ανδρέου v. Almifalani
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 608, Καϊλας ν. Παπαχαραλάμπους
(2009)1 Α.Α.Δ. 596, Πασαντάς ν. Μόρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 690 και Χρίστου ν. Χριστοφή κ.ά
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 503. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν την κατάσταση του Ενάγοντος πριν το επίδικο επεισόδιο και πώς αυτή εξελίχθηκε μέχρι