Μαρία Παναγή ν. Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κ.α., Αρ. Αγωγής: 481/19, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 481/19 Μεταξύ: Μαρία Παναγή Ενάγουσα και 1.Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών 2.Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενοι Ημερομηνία: 28.2.23 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κα Κ. Γαβριήλ για κ Σ. Βασιλείου (για να ακούσει την απόφαση η κα Ηλ. Κωνσταντίνου) Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές: κα Ι. Τσιντίδου --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 19.4.21 οι Εναγόμενοι, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», εξαιτούνται την προδικαστική επίλυση των ενστάσεων που προβάλουν με τις παραγράφους 1 (α-γ) της Υπεράσπισής τους. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.27 και Δ.48, θθ. 1-3 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Έλενας Χρίστου, Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στην Λεμεσό και δεόντως εξουσιοδοτημένης να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση δεν καταχωρήθηκε Ένσταση, το δε Δικαστήριο στις 20.5.22 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεψε την προδικαστική εκδίκαση των προαναφερόμενων ενστάσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών εγκατέλειψε την προδικαστική ένσταση υπό παράγραφο 1(γ) της Υπεράσπισης και αρκέστηκε στις προδικαστικές ενστάσεις υπό παραγράφους 1(α) και (β) της Υπεράσπισης. Με την πρώτη η πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, με την δεύτερη ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας γιατί δικαιοδοσία έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, Ν. 139/91, και ο Εναγόμενος 2 ως υπεύθυνος εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας για «παράνομες πράξεις και παραλείψεις των αρχών της και/ή υπαλλήλων της και/ή Υπουργών και/ή υπουργείων της και/ή υπηρεσιών της». Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτουν τα ακόλουθα. Μετά την Τουρκική εισβολή και την εγκατάσταση της οικογένειας της Καθ' ης η αίτηση στις ελεύθερες περιοχές παραχωρήθηκε στον πατέρα της, ο οποίος ασχολείτο με την γεωργία και την κτηνοτροφία, η κατοχή και χρήση συγκεκριμένων τουρκοκυπριακών τεμαχίων στο χωριό Μουταγιάκα της επαρχίας Λεμεσού «μετά από συνεννόηση και/ή συμφωνία με τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή μετά από υπογραφή σχετικής συμφωνίας και/ή μετά από προφορική συνεννόηση και/ή υπόδειξη των τεμαχίων στον πατέρα της Ενάγουσας από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2». Μεταξύ των τεμαχίων που παραχωρήθηκαν στον πατέρα της Καθ' ης η αίτηση ήταν και ολόκληρο το τεμάχιο με αριθμό 394 το οποίο στην συνέχεια παραχωρήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση με «απευθείας παραχώρηση και/ή μίσθωση σε αυτήν από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2». Η διαδικασία της μεταβίβασης της κατοχής και/ή χρήσης και/ή ενοικίασης του τεμαχίου προς την Καθ' ης η αίτηση έγινε μέσω της αρμόδιας Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η Καθ' ης η αίτηση καλλιεργούσε το εν λόγω τεμάχιο, από τώρα και στο εξής «το τεμάχιο», από το έτος 2004 μέχρι και τα μέσα του 2017. Σε κάποια στιγμή άγνωστη προς την Καθ' ης η αίτηση η χρήση και εκμετάλλευση του τεμαχίου αφαιρέθηκε από αυτήν και παραχωρήθηκε σε κάποιο τρίτο χωρίς την σύμφωνη γνώμη της. Η Καθ' ης η αίτηση διαμαρτυρήθηκε έντονα στις αρμόδιες υπηρεσίες τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Τον Ιούλιο του 2017 έλαβε απάντηση από το Υπουργείο Εσωτερικών με την οποία ενημερώνονταν ότι το τεμάχιο όντως είχε παραχωρηθεί στο τρίτο πρόσωπο και ότι η χρήση του ουδέποτε είχε παραχωρηθεί στον πατέρα της και, κατ' επέκταση, στην ίδια. Όμως προς αποφυγή διενέξεων με τον τρίτο αποφασίσθηκε να αποκοπεί μέρος του τεμαχίου και να παραχωρηθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Με την αγωγή της η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων και δη: αναγνωριστική απόφαση ότι το τεμάχιο νόμιμα χρησιμοποιείτο από την Καθ' ης η αίτηση μέχρι την παράτυπη μεταβίβαση της κατοχής του από τους Αιτητές σε νέο μισθωτή αναγνωριστική απόφαση ότι η μεταβίβαση της κατοχής και/ή χρήσης του τεμαχίου από τους Αιτητές σε τρίτο πρόσωπο ήταν παράνομη και/ή αντισυμβατική. Επίσης αξιώνει: αποζημιώσεις για την απώλεια της κατοχής και/ή χρήσης του τεμαχίου και/ή αποζημιώσεις ίσες με το ποσό των Ευρώ 260.000,00 σεντ αποζημιώσεις στην βάση «αμελών, ανακριβών δηλώσεων (negligent misrepresentation or negligent misstatement) των αρμόδιων λειτουργών και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρεσιών» των Αιτητών ότι η Καθ' ης η αίτηση «κατείχε νόμιμα και/ή συμβατικά ολόκληρο το επίδικο ακίνητο με αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να υποστεί ζημία και να απωλέσει την χρήση και/ή εκμετάλλευση του ακινήτου για λόγους που δεν μπορεί να γνωρίζει αποζημιώσεις για παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση και δη του δικαιώματος της ισότητας. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 η αμφισβήτηση των εναγόμενων/εφεσίβλητων αφορούσε στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του επαρχιακού δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην βάση του ότι η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δικαιολογείτο ενόψει του νομικού χαρακτήρα του θέματος και των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής. Μάλιστα η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του βάσει της Δ.27 επιβεβλημένη καθότι έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τονίσθηκε ότι θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του. Στην πιο πάνω υπόθεση οι ενάγοντες/εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διεκδικώντας επιστροφή εισαγωγικών δασμών που είχαν καταβάλει για εμπορεύματα που, όπως ισχυρίζονταν, είχαν επανεξαγάγει δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 5 του Περί Εκτάκτου Προσφυγικής Επιβαρύνσεως (Εισαγόμενα Εμπορεύματα) Νόμου του 1977. Συγκεκριμένα το διεκδικούμενο δικαίωμα προέκυπτε από την άρνηση των Τελωνειακών Αρχών, όπως αναφέρονταν στην Έκθεση Απαίτησης και βεβαιώνονταν στην Υπεράσπιση, να επιστρέψουν στους εφεσείοντες προσφυγική επιβάρυνση την οποία είχαν καταβάλει για την εισαγωγή εμπορευμάτων μετά την ισχυριζόμενη επανεξαγωγή τους. Η επιφύλαξη του άρθρου 5 του Νόμου επιβάλλει την επιστροφή της επιβάρυνσης κάτω από τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του. Οι εφεσίβλητοι ήγειραν θέμα καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση ισχυριζόμενοι ότι η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας και ότι η αγωγή εδράζονταν στην άρνηση ή παράλειψη διοικητικού οργάνου να εκπληρώσει υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλει ο Νόμος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε του θέματος σαν προκαταρκτικού νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αφού βρήκε ότι η επίλυση της διαφοράς συνεπαγόταν αναπόφευκτα την αναθεώρηση από το Δικαστήριο της ισχυριζόμενης παράλειψης των εφεσίβλητων να εκπληρώσουν καθήκον επιβαλλόμενο από τον νόμο και αναγόμενο στον τομέα του δημοσίου δικαίου, αρμοδιότητα που, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατ' έφεση οι Εφεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή αφορούσε στην αποπληρωμή χρέους, θέμα για το οποίο είχε αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd And Others
(1989)1 ΑΑΔ 729). Στην βάση τούτου το ερώτημα για το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο αποκαλύπτονταν ή προσδιορίζονταν στην Έκθεση Απαίτησης παραβίαση ή διάρρηξη δικαιώματος για το οποίο η παροχή θεραπείας ανάγεται ή εμπίπτει στην δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η θέση των εφεσειόντων ότι η διαφορά συνεπάγετο την αποπληρωμή χρέους και, επομένως, αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυσή της ήταν το πολιτικό δικαστήριο, και, επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο, παραγνώριζε την βάση της αγωγής η οποία συνίστατο στην άρνηση ή παράλειψη δημόσιας Αρχής στην εκπλήρωση νομικού καθήκοντος. Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρου 146 παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Η αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεκτείνεται στην αναθεώρηση του συνόλου των πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων δημόσιας Αρχής ή οργάνου στην άσκηση εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Κρίθηκε ότι ορθά επισημάνθηκε στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι αποφάσεις των Τελωνειακών Αρχών στην εκτέλεση του καθήκοντός τους για συλλογή δασμών, φόρων και τελών ανάγονται στον τομέα του δημόσιου δικαίου και υπόκεινται σε αναθεωρητικό έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η άσκηση της εξουσίας συναρτάται άμεσα με την ευόδωση των δημοσιονομικών στόχων της πολιτείας, θέμα ύψιστου συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το δημόσιο. Προϋπόθεση για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 146 είναι η γένεση από την προσβαλλόμενη πράξη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα της άσκησης της διοικητικής λειτουργίας. Με αυτή την έννοια η πράξη πρέπει να είναι εκτελεστή, δηλαδή, γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αν δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πολίτη αφήνονται ανεπηρέαστα· συνεπώς, δεν υπάρχει αντικείμενο προς αναθεώρηση ή διαφορά προς λύση. Η άλλη προϋπόθεση για την άσκηση της δικαιοδοσίας είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτούντος. Οι εφεσείοντες βάσισαν τα δικαιώματά τους στην άρνηση των Τελωνειακών Αρχών να τους αποδώσουν τα οφειλόμενα σ' αυτούς. Η άρνηση είχε άμεσες και απτές επιπτώσεις στα οικονομικά τους συμφέροντα και ήταν καθοριστική γι' αυτά. Η πράξη είχε, συνεπώς, βάσει των γεγονότων όπως διατυπώνονταν στην Έκθεση Απαίτησης, όλα τα γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Η βάση της αγωγής των εφεσειόντων συναρτάτο, λοιπόν, με την εγκυρότητα πράξης της Διοίκησης η οποία είχε εκδοθεί στον τομέα του δημοσίου δικαίου και όχι με την παραβίαση αστικού δικαιώματος και, επομένως, βρισκόταν έξω από το πεδίο αρμοδιότητας πολιτικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Takis P. Makrides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424 οι ενάγοντες/εφεσείοντες εξασφάλισαν άδεια μετά από υποβολή αίτησης στο Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας για εισαγωγή αριθμού κυλίνδρων υγραερίου και βαλβίδων μαζί με τους ρυθμιστές τους και εισήγαγαν μέρος των εμπορευμάτων για τα οποία τους δόθηκε άδεια. Μετά την άφιξη της πρώτης παρτίδας κυλίνδρων και βαλβίδων το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας ανακάλεσε την άδεια για εισαγωγή βαλβίδων μετά από διαπίστωση από τις αρμόδιες αρχές ότι αυτές ήταν ελαττωματικές με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στους εφεσείοντες στην οποία συνυπολόγισαν και το διαφυγόν κέρδος από την αδυναμία διάθεσης των εμπορευμάτων που εισήγαγαν και εκείνων που προόριζαν να εισαγάγουν στο μέλλον. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν κατά της Δημοκρατίας αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστησαν. Απέδωσαν την ζημία στην ανάκληση της απόφασης για την εισαγωγή των βαλβίδων. Ως γενεσιουργό αιτία της ζημίας καθόρισαν την αμελή, κατά τους ισχυρισμούς τους, διερεύνηση του αιτήματος τους για την χορήγηση άδειας εισαγωγής από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές της Δημοκρατίας. Βασίστηκαν, όπως ισχυρίσθηκαν, στα αποτελέσματα της έρευνας των διοικητικών αρχών ως προς την ποιότητα των εμπορευμάτων τα οποία θα εισήγαγαν. Η αμέλεια των αρχών συνιστούσε παράβαση οφειλόμενου καθήκοντος επιμέλειας. Συνάρτησαν την απαίτηση τους και το συναφές προς αυτή αγώγιμο δικαίωμα προς τις αρχές που διακηρύχθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Hedley Byrne & Co v. Heller & Partners [1963] 2 All E R 575. To πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή εξετάζοντας αυτεπάγγελτα το θέμα της δικαιοδοσίας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στερείτο δικαιοδοσίας λόγω του ότι το αντικείμενο της αγωγής ήταν συνυφασμένο με την άσκηση διοικητικής λειτουργίας η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Η ζημιογόνος πράξη ή ακριβέστερα η ζημία η οποία διεκδικείτο προέκυψε σύμφωνα με την απαίτηση των εφεσειόντων από εκτελεστή διοικητική πράξη και δη από την ανάκληση της άδειας εισαγωγής των βαλβίδων. Κρίθηκε κατ' έφεση ότι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα επίδικα θέματα της αγωγής ξέφευγαν της δικαιοδοσίας πολιτικού δικαστηρίου ήταν ορθή και κατά συνέπεια η απόφασή του ότι στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί του αντικειμένου της αγωγής ήταν, επίσης, ορθή. Η παράβαση καθήκοντος επιμέλειας επί της οποίας βασίζονταν η αγωγή δεν εξουδετέρωνε την προέλευση του αγώγιμου δικαιώματος, ούτε αλλοίωνε το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετούσε το δικαίωμα αποτελούσε αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Τόσο η απόφαση για χορήγηση άδειας εισαγωγής των επίδικων εμπορευμάτων όσο και η ανάκλησή της συνιστούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες επενεργούσαν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Στην υπόθεση Ανδρέας Πλάτων κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1995)4 ΑΑΔ 2042 οι αιτητές ήταν εκτοπισθέντες και κατοικούσαν στη Λάρνακα. Ζήτησαν από τον Έπαρχο την παραχώρηση τουρκοκυπριακής γης για να επαναδραστηριοποιηθούν επαγγελματικά. Ο Κηδεμόνας απέρριψε το αίτημα. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας εισηγήθηκε πως η λειτουργία του Κηδεμόνα σύμφωνα με τον Ν.139/91 δεν εμπίπτει στην σφαίρα του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφώνησε με την εισήγηση λέγοντας τα ακόλουθα: «Δεν συμφωνώ με την εισήγηση η οποία προσεγγίζει το ζήτημα εντελώς εσφαλμένα. Οι εξουσίες που έχει ο αρμόδιος Υπουργός, που διορίστηκε ως Κηδεμόνας των Τ/Κ περιουσιών σύμφωνα με το Ν.139/91, ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και μάλιστα άπτονται μιας πολύ σοβαρής και μεγάλης πτυχής ζητήματος που ενδιαφέρει ολόκληρη την πολιτεία. Η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα δεν αφορά μόνο ένα έκαστο των ιδιοκτητών αλλά γενικά όλους τους Τ/Κ πολίτες της Δημοκρατίας, καθώς και τους υπόλοιπους. Αυτοί που αποκτούν προσωρινά τις τουρκοκυπριακές περιουσίες το πράττουν προς όφελος των ιδιοκτητών των ιδίων αλλά και της πολιτείας στο σύνολο της. Η κατάσταση αυτή, που δημιουργήθηκε μετά την τούρκικη εισβολή, αντιμετωπίζεται με νομοθετικούς κανόνες που επηρεάζουν όλους τους πολίτες». Στην υπόθεση Σταυρούλα Ν. Σπύρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών (Αρ. 1)
(2006)3 ΑΑΔ 87 πρωτόδικα είχε αποφασιστεί πως η προσβληθείσα με προσφυγή απόφαση για ανάκληση της αρχικά προς όφελος της εφεσείουσας δοθείσας έγκρισης για αυτοστέγαση σε κρατική γη δεν ενέπιπτε στην σφαίρα του δημοσίου, αλλά του ιδιωτικού δικαίου και για το λόγο αυτό η προσφυγή απορρίφθηκε. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιτρέποντας την έφεση υιοθέτησε την αρχή που διακηρύχθηκε στην Πλάτων ανωτέρω και αποφάσισε ότι δεν διαφοροποιείται η αρχή επειδή η ακίνητη ιδιοκτησία ανήκει στο κράτος. Το ουσιαστικό θέμα που ανήγαγε την υπόθεση στην σφαίρα του δημόσιου δικαίου ήταν η αναληφθείσα υποχρέωση της πολιτείας για την στέγαση των δεκάδων χιλιάδων πολιτών που παρέμεναν άστεγοι λόγω της τούρκικης εισβολής. Το έργο αυτό έχει μέγιστο και σπουδαίο δημόσιο σκοπό. Η ανάκληση, επομένως, της αρχικά δοθείσας έγκρισης για αυτοστέγαση της εφεσείουσας, η οποία ήταν εκτοπισθείσα, ήταν πράξη που ενέπιπτε στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Τέλος στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882 λέχθηκε ότι γνώμονας για την ταξινόμηση μιας πράξης ή απόφασης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου στην σφαίρα του δημόσιου ή του ιδιωτικού δικαίου είναι ο σκοπός για τον οποίο έγινε η πράξη ή λήφθηκε η απόφαση σε συνάρτηση με τις εξουσίες του νομικού προσώπου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών του νομικού προσώπου, αυτή, επενεργεί στην σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ' αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωσή του. Στην υπό εξέταση περίπτωση η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελιώνει την αγωγή και δη η αφαίρεση της χρήσης και εκμετάλλευσης του τεμαχίου από την Καθ' ης η αίτηση και η παραχώρηση του σε τρίτο πρόσωπο είναι συνυφασμένη με την άσκηση διοικητικής λειτουργίας και την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου η θεώρηση της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ανδρέας Πλάτων κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1995)4 ΑΑΔ 2042, που πιο πάνω μνημονεύεται, οι εξουσίες που έχει ο Κηδεμόνας των τουρκοκυπριακών περιουσιών σύμφωνα με τον Ν.139/91 ανάγονται στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου αφού άπτονται μιας πολύ σοβαρής και μεγάλης πτυχής ζητήματος η οποία είναι υψίστου ενδιαφέροντος για ολόκληρη την πολιτεία και το δημόσιο γενικά. Άξονας της διοικητικής λειτουργίας στον δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή ή όργανο (Βλ. μεταξύ άλλων Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 CLR 623, Machlouzarides ν. Republic
(1985)3 CLR 2342). Η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών από τον Κηδεμόνα δεν αφορά μόνο ένα έκαστο των ιδιοκτητών αλλά όλους τους πολίτες της Δημοκρατίας, τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους. Η ζημιογόνος πράξη, η αφαίρεση, δηλαδή, της χρήσης και εκμετάλλευσης του τεμαχίου από την Καθ' ης η αίτηση, δεν ανάγεται στο ιδιωτικό δίκαιο, αλλά συναρτάται με μονομερή κυριαρχική πράξη δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Σύμφωνα δε με όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης έχει τα γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Είναι γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και έχει άμεσες και απτές επιπτώσεις στα οικονομικά συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση. Το άρθρο 146.1 του Συντάγματος αποκλείει την εξέταση άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως από οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλο από το Διοικητικό Δικαστήριο της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της (Βλ. Takis P. Makrides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424). Υπό το φως όλων των πιο πάνω το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αξιωμένα διατάγματα ή να επιδικάσει αποζημιώσεις για απώλεια της κατοχής και/ή χρήσης του τεμαχίου. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται ότι η κήρυξη της πράξης ως παράνομης και η μη ικανοποίηση του προσφεύγοντος από την Διοίκηση αποτελούν προϋπόθεση για την έγερση αγωγής για αποζημιώσεις. Η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει, επίσης, αποζημιώσεις για παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος και δη του δικαιώματος της ισότητας επειδή οι Αιτητές «επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν αρμόδιους υπαλλήλους και/ή λειτουργούς τους να χρησιμοποιήσουν πληροφορίες που έλαβαν από αρμόδιες Υπηρεσίες της Δημοκρατίας εν αγνοία της Ενάγουσας αποκτώντας πλεονέκτημα έναντι της Ενάγουσας σε σχέση με την διεκδίκηση της κατοχής και χρήσης ολόκληρου του επίδικου ακινήτου». Η οποιαδήποτε τυχόν παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος δεν εξουδετερώνει την προέλευση του αγώγιμου δικαιώματος, ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η διοικητική πράξη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Αν στην έκδοση της πράξης εμφιλοχώρησε αθέμιτος επηρεασμός από μέρους του πατέρα του τρίτου προσώπου, ως είναι ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση, αυτό, άπτεται της νομιμότητας και εγκυρότητας της πράξης. Και επομένως εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου και όχι του παρόντος Δικαστηρίου. Η κήρυξη δε της πράξης ως παράνομης και η μη ικανοποίηση της απαίτησης για αποζημιώσεις από την Διοίκηση που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη είναι προϋποθέσεις για την έγερση αγωγής για αποζημιώσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ 420, 425 σκιαγραφεί τις προϋποθέσεις για την διεκδίκηση ζημίας απορρέουσας από παράνομη διοικητική πράξη: «Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη». Η Διάταξη 27, θεσμός 3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι επιπόλαιη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο». Ο πιο πάνω θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 4 της Διάταξης 25 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1958 η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή ότι η διαδικασία είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τον πιο πάνω θεσμό ασκείται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν χωρεί αμφιβολία. Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.A. κ.α. ν. Το Πλοίο Marwa M κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1159 και Nagle v. Feilden
(1966)1 All E R 689). Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίησή του (Βλ. σελίδα 574 υπό τον τίτλο: «Scope of this Rule»). Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Άλλων
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής εξετάζεται από το Δικαστήριο η εγκυρότητα του δικογράφου. Στην υπόθεση In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι η διαπίστωση κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Γι' αυτό όχι μόνο το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και το Εφετείο είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του επικαλούμενου θεσμού. Και αυτό είναι λογικό αφού όταν γίνεται επίκληση του εν λόγω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 575 υπό τον τίτλο: «No reasonable cause of action» αναφέρεται ότι αφ' ης στιγμής η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρει κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασισθεί από τον Δικαστή ή τους ενόρκους δεν δικαιολογεί διαγραφή της το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει. Στο εν λόγω σύγγραμμα παρατίθενται με αναφορά σε υποθέσεις διάφορες περιπτώσεις στις οποίες η Έκθεση Απαίτησης διαγράφηκε και η αγωγή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτονταν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αγωγής που προσέκρουε στην αρχή του δεδικασμένου, (β) αγωγής για σύμβαση στην οποία φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ή (γ) η σύμβαση δεν ήταν έγκυρη κατά τον νόμο, (δ) αγωγής με την οποία αξιωνόταν θεραπεία σε βάση η οποία δεν αποτελούσε την βάση για την θεραπεία εκείνη, (ε) αγωγής στην οποία αξιωνόταν θεραπεία που το Δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να παραχωρήσει, (στ) αγωγής για δυσφήμηση στην οποία η Έκθεση Απαίτησης απεκάλυπτε ότι η δημοσίευση που είχε γίνει ήταν απόλυτα προνομιούχα. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 142-144 υπό τον τίτλο «Pleadings disclosing no reasonable cause of action or ground of defence» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Δικόγραφο το οποίο δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση δύναται να διαγραφεί ή τροποποιηθεί και η αγωγή δύναται να ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδοθεί απόφαση αναλόγως της περίπτωσης. Εύλογο αγώγιμο δικαίωμα σημαίνει αγώγιμο δικαίωμα με κάποιο ενδεχόμενο επιτυχίας ιδωμένο υπό το φως και μόνο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο δικόγραφο. Εύλογο αγώγιμο δικαίωμα σημαίνει απλά και μόνο αγώγιμο δικαίωμα που είναι εύλογο και όχι απαραίτητα και καλό. Συνεπώς νοουμένου ότι η Έκθεση Απαίτησης περιλαμβανομένων των λεπτομερειών (particulars) αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα κατάλληλο να αποφασισθεί από το Δικαστήριο είτε το ερώτημα είναι νομικό είτε πραγματικό είτε μεικτό νομικό και πραγματικό το ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή δεν είναι πιθανό να πετύχει στην δίκη δεν αποτελεί λόγο για την διαγραφή του. Όταν η Έκθεση Απαίτησης ή η Υπεράσπιση δεν αποκαλύπτουν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση αντίστοιχα για τον λόγο ότι ελλείπει κάποιος ουσιώδης ισχυρισμός ή γιατί το δικόγραφο είναι διατυπωμένο με ελαττωματικό τρόπο το Δικαστήριο δύναται να διαγράψει το δικόγραφο αλλά δεν θα απορρίψει την αγωγή ή εκδώσει απόφαση. Θα δώσει στον διάδικο άδεια για τροποποίηση και αν είναι αναγκαίο να επιδώσει νέο δικόγραφο για να διορθώσει ή θεραπεύσει τα ελαττώματα του αρχικού δικογράφου. Από την άλλη, αν το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση, αναλόγως της περίπτωσης, και ότι καμία τροποποίηση όσο ευφυής και αν είναι δεν θα διορθώσει ή θεραπεύσει το ελάττωμα το δικόγραφο θα διαγραφεί και η αγωγή θα απορριφθεί ή θα εκδοθεί απόφαση αναλόγως της περίπτωσης. Στην παρούσα αγωγή η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει αποζημιώσεις στην βάση «αμελών, ανακριβών δηλώσεων (negligent misrepresentation or negligent misstatement) των αρμόδιων λειτουργών και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρεσιών της ότι κατείχε νόμιμα και/ή συμβατικά ολόκληρο το επίδικο ακίνητο με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία και να απωλέσει την χρήση και/ή εκμετάλλευση του ακινήτου». Ο λόγος που η θεραπεία αυτή εξετάζεται χώρια από τις θεραπείες που εξετάστηκαν ανωτέρω είναι γιατί κατά την άποψή μου η διεκδίκησή της δεν προϋποθέτει την κήρυξη της πράξης της Διοίκησης παράνομη από το Διοικητικό Δικαστήριο. Με τους πιο πάνω ισχυρισμούς δε φρονώ πως η Καθ' ης η αίτηση δέχεται το νόμιμο και έγκυρο της διοικητικής πράξης. Αυτό καθιστά την υπό εξέταση περίπτωση παράδοξη. Διότι, από την μια, η Καθ' ης η αίτηση με τις ήδη συζητηθείσες θεραπείες που αξιώνει δηλώνει ότι δεν δέχεται το νόμιμο της πράξης, με την τελευταία, δηλώνει ακριβώς το αντίθετο. Κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας αναφορικά με την τελευταία θεραπεία. Ως εκ τούτου θα προχωρήσω να εξετάσω αν σε σχέση με αυτή η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει αποζημιώσεις για το γεγονός ότι οι Αιτητές την διαβεβαίωναν ότι το τεμάχιο είχε παραχωρηθεί σε αυτήν και ότι δικαιούνταν να κάνει χρήση αυτού ενώ στην πραγματικότητα το τεμάχιο δεν της είχε παραχωρηθεί και, επομένως, δεν δικαιούνταν να κάνει χρήση αυτού. Μόνο που παραλείπει να αναφέρει λεπτομέρειες και να υποδείξει τις δηλώσεις που ισχυρίζεται ότι της έγιναν. Επίσης ισχυρίζεται ότι συνεπεία των δηλώσεων απώλεσε την χρήση και/ή εκμετάλλευση του τεμαχίου. Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς συνεπεία δηλώσεων του τύπου που η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται η τελευταία απώλεσε την χρήση και/ή εκμετάλλευση του τεμαχίου. Δεν είναι από τις οποιεσδήποτε δηλώσεις που επήλθε η απώλεια. Αλλά από την πράξη της Διοίκησης να αφαιρέσει από την Καθ' ης η αίτηση την χρήση και εκμετάλλευση του τεμαχίου. Υπό το φως των πιο πάνω είναι εμφανές ότι η Έκθεση Απαίτησης κανένα εύλογο αγώγιμο δικαίωμα δεν αποκαλύπτει, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και δεν μπορεί να διασωθεί με τυχόν διαταγή για τροποποίηση της. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και εγκρίνεται. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2/Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο