Γαλάτεια Μιχαήλ ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5225/15, 21/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5225/15 Μεταξύ: Γαλάτεια Μιχαήλ Ενάγουσα ν.
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κρις Παύλου ως διαχειριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (τέως Marfin Popular Bank Public Co Ltd)
- Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενοι ---------------------------- Ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 03.12.19 Ημερομηνία: 21.02.2023 Για τον Εναγόμενο 2/Αιτητή: κα Κουσταή Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Σταυρινίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εναγόμενος 2 (στο εξής «Αιτητής») καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία αξιώνει τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα και/ή Απόφαση τον Δικαστηρίού διατάττον την απόρριψη (dismiss) και/ή την καθολική διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και/ή του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ημερ. 28/12/2015 ως και της καταχωρηθείσας στις 17/9/2018 'Εκθεσης Απαίτησης εναντίον τον Εναγομένου 2— Αιτητή επί τω ότι: i. Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και/ή κατά νόμω και/ή εύλογο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τον Εναγομένου 2 — Αιτητή και/ή προωθείται κατ' αυτού αντικανονικά και/ή παράτυπα και/ή συvιστoύσης ανυπόστατης και/ή επιπόλαιας και ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή σκανδαλώδους. ii. Δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής (cause of action) και/ή καλή και/ή εύλογη και/ή υπαρκτή και/ή κατά νόμω βάση και/ή κάποιο ζήτημα κατάλληλο προς εκδίκαση από το Δικαστήριο εναντίον του Εναγομένου 2 — Αιτητή ώστε η συνέχισή της συνιστά προϊόν κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας (abuse of judicial process) και/ή στερείται οιασδήποτε προοπτικής επιτυχίας. Β. Διαζευκτικά και/ή Επικουρικά, Διάταγμα και/ή Απόφαση τον Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη (dismiss) καιή την διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και/ή τον γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ημερ. 28/12/2015 ως και της καταχωρηθείσας στις 17/9/2018 'Εκθεσης Απαίτησης εναντίον του Εναγομένου 2 — Αιτητή ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή στερούμενης οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή ως εκ του ότι η συνέχιση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of judicial process) και/ή τείνουσας να προκαλέσει στον Εναγόμενο 2 — Αιτητή αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Σύμφωνα με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, η Αρχή Εξυγίανσης διόρισε στις 06.04.15 τον Αιτητή ως διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Τράπεζα»). Ο διορισμός του ίσχυσε μέχρι την 01.01.17, αφού κατά την εν λόγω ημερομηνία διορίστηκε άλλο πρόσωπο ως διαχειριστής της Τράπεζας. Από τον τίτλο της αγωγής προκύπτει, ότι ο Αιτητής ενάγεται υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της Τράπεζας. Στην Έκθεση Απαίτησης, ωστόσο, δεν δικογραφούνται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί που να αφορούν το πρόσωπο του Αιτητή, ούτε και προβάλλονται γεγονότα που άπτονται χρονικά του διορισμού του Αιτητή ως διαχειριστή της Τράπεζας. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται αφορούν αποκλειστικά την Τράπεζα και σχετίζονται με την αγορά 130 αξιογράφων της Τράπεζας από την Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση»). Τα δε παράπονα της Καθ' ης η αίτηση στρέφονται εναντίον της Τράπεζας και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Υπάρχει, επομένως, δικονομική αντίφαση μεταξύ του τίτλου της αγωγής και του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, καθώς ο Αιτητής, από τη μία, και η Τράπεζα τελούσα υπό καθεστώς ειδικής διαχείρισης από την άλλη, συνιστούν δύο διαφορετικές οντότητες. Συνεπώς, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον του Αιτητή στερείται νομικού ερείσματος. Η Καθ' ης η αίτηση αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης ήγειρε πέντε λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη, καθώς και στο ότι υποβλήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο και αποσκοπεί στην κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση η οποία ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι με την παρούσα αγωγή διεκδικεί αποζημιώσεις σε σχέση με τη συμφωνία που κατήρτισε τον Απρίλιο του 2010 με την Τράπεζα για αγορά 130 αξιογράφων της τελευταίας. Η απαίτηση αφορά πράξεις και παραλείψεις που έλαβαν χώρα σε χρόνο προγενέστερο του διορισμού του Αιτητή ως διαχειριστή της Τράπεζας. Η αγωγή, ωστόσο, στρέφεται εναντίον του, διότι υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της Τράπεζας εκπροσωπεί την τελευταία σε σχέση με τη σύναψη και παράβαση της επίδικης συμφωνίας αγοράς αξιογράφων. Η αίτηση αποσκοπεί στην κατάχρηση της διαδικασίας και την πρόκληση αχρείαστων εξόδων. Ο Αιτητής, θα μπορούσε να προβάλει τους επίμαχους ισχυρισμούς του με την καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης. Αντ' αυτού, και ενώ ζήτησε χρόνο για καταχώρηση Υπεράσπισης, προώθησε την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, καθώς αυτή αφορά γεγονότα που ήταν εξ αρχής γνωστά στον Αιτητή και σε κάθε περίπτωση περιήλθαν σε γνώση του με την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης η οποία έλαβε χώρα στις 17.09.
- Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των επιμελών αγορεύσεων τους, επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Νομική πτυχή Στη νομική βάση της αίτησης μνημονεύεται μεγάλος αριθμός νομοθετικών και δικονομικών διατάξεων. Η ουσιαστική, ωστόσο, διάταξη επί της οποίας εδράζεται είναι η Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αναστολής ή απόρριψης αγωγής σε προκαταρκτικό στάδιο, λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος. Οι αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.27 θ.3 τέθηκαν με ενάργεια στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά &Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ 1316: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Η εξέταση αίτησης αυτής της φύσης διενεργείται με αναφορά στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης (Πολ. Έφεση αρ.Ε200/14, ημερ.30.12.20, Masar v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια μέσου του Γενικού Εισαγγελέα κ.α.). Συμπεράσματα Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στην παράθεση της νομικής πτυχής, αιτήσεις αυτής της φύσης εξετάζονται με αναφορά στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης. Από τη μελέτη του εν λόγω δικογράφου συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα, ότι η βάση της αγωγής της Καθ' ης η αίτηση εντοπίζεται στη συμφωνία αγοράς αξιογράφων που καταρτίστηκε ανάμεσα στην ίδια και την Τράπεζα τον Απρίλιο του
- Συγκεκριμένα, η Καθ' ης η αίτηση, μέσα από την Έκθεση Απαίτησης, αναφέρεται στη σχέση που διατηρούσε με την Τράπεζα και/ή τους υπαλλήλους αυτής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ισχυρίζεται, ότι με δόλιο και/ή παράνομο τρόπο και κατά παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης και/ή εμπιστευτικότητας και κατόπιν προτροπής της Καθ' ης η αίτηση και/ή των υπαλλήλων της πείσθηκε να προχωρήσει στην αγορά των επίμαχων αξιογράφων. Περαιτέρω, παραθέτει λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ψευδών παραστάσεων της Τράπεζας και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Ταυτόχρονα, με την Έκθεση Απαίτησης αποδίδει στην Εναγόμενη 3 αμέλεια κατά την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων και στην Εναγόμενη 4 κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει, μέσω της αγόρευσης της, ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον του τελευταίου. Η κα. Κουσταή βασίζει την εισήγησή της στο ότι ο Αιτητής, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της Τράπεζας, και η Τράπεζα τελούσα υπό καθεστώς εξυγίανσης ή ειδικής διαχείρισης, είναι δύο διαφορετικές οντότητες. Από την άλλη πλευρά, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ του τίτλου της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης. Ο κ. Σταυρινίδης εισηγείται, ότι ο τίτλος συμβαδίζει με τη Δ.9 θ.
- Περαιτέρω, στην Έκθεση Απαίτησης προσδιορίζεται υπό ποια ιδιότητα ενάγεται ο Αιτητής. Το πρωταρχικό ερώτημα, στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, συνίσταται στο κατά πόσο ο Αιτητής, ως διαχειριστής της Τράπεζας, και η Τράπεζα ταυτίζονται ή αποτελούν δύο ξεχωριστά πρόσωπα. Προτού απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα, θεωρώ χρήσιμη την παράθεση των ακόλουθων γεγονότων που αφορούν το καθεστώς της Τράπεζας και αποτελούν κοινό έδαφος: · Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, αποφάσισε τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα δυνάμει των προνοιών του Ν.17(Ι)/
- Στις 25.03.13 δημοσιεύθηκε η Κ.Δ.Π. 94/13, δυνάμει της οποίας η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να εφαρμόσει το μέτρο της πώλησης των εργασιών της Τράπεζας. Στις 29.03.13 δημοσιεύθηκε η Κ.Δ.Π. 104/13 με την οποία η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε διάταγμα πώλησης ορισμένων εργασιών της Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στις 06.04.15, η Αρχή Εξυγίανσης διόρισε τον Αιτητή ως διαχειριστή της Τράπεζας, σε αντικατάσταση της προηγούμενης διαχειρίστριας. Πέραν των πιο πάνω αποτελεί, επίσης, κοινό έδαφος, ότι ο διορισμός του Αιτητή έγινε δυνάμει των προνοιών του Ν.17(Ι)/
- Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)του Ν.17(Ι)/2013, ο ειδικός διαχειριστής αναλαμβάνει τη διοίκηση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση με σκοπό την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης (βλ. και άρθρο 15 του Ν.17(Ι)/2013). Ο Ν.17(Ι)/2013 δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ρύθμιση η οποία να προνοεί, ότι το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση παύει να υπάρχει ως νομική προσωπικότητα ή ότι ο ειδικός διαχειριστής υποκαθιστά το εν λόγω ίδρυμα σε δικαστικές διαδικασίες. Ο διαχειριστής, επομένως, διακρίνεται από το υπό εξυγίανση ίδρυμα. Μάλιστα στα άρθρα 19 και 30 του Ν.17(Ι)/2013 καθορίζεται κάτω από ποιες προϋποθέσεις ο διαχειριστής μπορεί να υπέχει ευθύνη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του. Περαιτέρω, σημειώνω ότι στο άρθρο 28 του Ν.17(Ι)/2013 γίνεται αναφορά σε αγωγές ή αγώγιμα δικαιώματα που εκκρεμούν ή υφίστανται κατά τον χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. Σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.17(Ι)/2013, η αγωγή μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση. Το άρθρο 28 αφορά, δηλαδή, περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάστηκαν σε αποκτών πρόσωπο και η υποκατάσταση γίνεται από αυτό και όχι από τον ειδικό διαχειριστή. Καθίσταται, επομένως, φανερό, ότι ο διαχειριστής δεν υποκαθιστά το υπό εξυγίανση ίδρυμα σε δικαστικές διαδικασίες, ούτε και το τελευταίο παύει να υπάρχει ως νομική οντότητα. Ο διαχειριστής και το υπό εξυγίανση ίδρυμα είναι, κατά την κρίση μου, δύο ξεχωριστά πρόσωπα. Οι ρυθμίσεις των άρθρων 19 και 30 του Ν.17(Ι)/2013, για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω, συνηγορούν στο ότι ο διαχειριστής και το υπό εξυγίανση ίδρυμα είναι ξεχωριστές οντότητες. Επισημαίνω, ότι ο Ν.17(Ι)/2013 καταργήθηκε στις 18.03.2016 από τον Ν.22(Ι)/2016. Οι ρυθμίσεις, ωστόσο, που αφορούν την υποκατάσταση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε δικαστικές διαδικασίες και ο περιορισμός της ευθύνης του διαχειριστή κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του, διατηρήθηκαν και στον Ν.22(Ι)/2016 (βλ. άρθρα 88 και 112 του Ν.22(Ι)/2016). Η προαναφερόμενη διαπίστωση ως προς το ότι ο Αιτητής και η Τράπεζα είναι ξεχωριστές οντότητες θέτει επί τάπητος το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση αποκαλύπτεται ή όχι αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή. Η μοναδική αναφορά στο πρόσωπο του Αιτητή στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης εντοπίζεται στην παράγραφο 3 και είναι η ακόλουθη: «...Περαιτέρω στην παρούσα αγωγή η Εναγόμενη 2 ενάγεται μέσω του διαχειριστή της μετά την έκδοση του Νόμου Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και επί τη βάση αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων υπό του Διοικητού των Εναγόμενων 3 ως Αρχή Εξυγίανσης και μετά την έκδοση του υπ' αριθμόν 104/2013 διατάγματος περί Πώλησης ορισμένων εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεί, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 προς την Εναγόμενη 1.» Ο τίτλος της αγωγής, ως είναι διατυπωμένος, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Η αγωγή στρέφεται εναντίον του Αιτητή ως διαχειριστή της Τράπεζας. Επομένως, στην Έκθεση Απαίτησης, θα αναμενόταν η προβολή ισχυρισμών που αφορούν πράξεις ή παραλείψεις του Αιτητή, οι οποίες να έγιναν κακόπιστα ή ως αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας και οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του ως διαχειριστή της Τράπεζας (βλ. άρθρα 19 και 30 του Ν.17(Ι)/2013 και 112 του Ν.22(Ι)/2016). Τέτοιοι ισχυρισμοί, ωστόσο, δεν προβάλλονται στο δικόγραφο της Καθ' ης η αίτηση. Αντιθέτως, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι η αγωγή αφορά πράξεις ή παραλείψεις της Τράπεζας σε σχέση με την πώληση αξιογράφων προς την Καθ' ης η αίτηση σε χρόνο προτού η Τράπεζα τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης και, επομένως, σε χρόνο προγενέστερο του διορισμού του Αιτητή. Η δικογραφία οφείλει να διαγράψει εύλογη αιτία αγωγής. Η απουσία εύλογης αιτίας όταν κάτι τέτοιο προκύπτει ξεκάθαρα, οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής (Πολ. Έφεση αρ.Ε200/2013, ημερ.20.03.19, ΧΧΧ κ.α. ν. ΑΕΛ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΛΤΔ). Εν προκειμένω, είναι φανερό, ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή. Δεν παραβλέπω τη Δ.9 θ.8 στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Σταυρινίδης. Δεν θεωρώ, ότι η εν λόγω διάταξη διαφοροποιεί τα πράγματα. Επαναλαμβάνω, ότι η Τράπεζα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υφίστατο ως ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ως τέτοια θα μπορούσε να εναχθεί. Ο δε διαχειριστής με τον διορισμό του ανέλαβε τη διοίκηση του ιδρύματος με σκοπό την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης, χωρίς να αντικαθιστά ή να υποκαθιστά το τελευταίο σε δικαστικές διαδικασίες. Ακόμη, όμως, και αν εφαρμόζεται η Δ.9 θ.8, τότε θα έπρεπε ως Εναγόμενη να εμφανίζεται η Τράπεζα μέσω του Αιτητή ως διαχειριστή της και όχι ο Αιτητής ως διαχειριστής της Τράπεζας. Το θέμα δεν είναι τυπικό, αλλά ουσιαστικό αφού αφορά το πρόσωπο που ενάγεται και κατά πόσο αποκαλύπτεται εναντίον αυτού του προσώπου αγώγιμο δικαίωμα. Έχω προβληματιστεί, αν και δεν εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση, ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η παρούσα περίπτωση να θεωρηθεί ως λανθασμένη περιγραφή ονόματος διαδίκου (misnomer). Φρονώ, ότι δεν είναι τέτοια η περίπτωση. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Αιτητής, ως διαχειριστής της Τράπεζας, και η Τράπεζα είναι δύο ξεχωριστά πρόσωπα και οι αιτίες αγωγής που μπορεί να προβληθούν εναντίον τους διαφέρουν. Συνεπώς, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει λόγος για περίπτωση διόρθωσης σφάλματος περί το όνομα. Πριν διατυπώσω την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, θα ασχοληθώ με δύο διαδικαστικής φύσεως ζητήματα που ήγειρε η Καθ' ης η αίτηση. Το πρώτο, αφορά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα το ότι αυτή υπογράφεται από δικηγόρο. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί στη νομολογία το ανεπιθύμητο της κατάρτισης ενόρκου δηλώσεως από δικηγόρο (Πολ. Έφεση 205/2017, ημερ. 23.04.19, Nwili v. Maremonte Investments Ltd). Το ανεπιθύμητο μετατρέπεται σε απαγορευτικό, όταν ο δικηγόρος, μέσω της ένορκης δήλωσης, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων, οπότε θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης (Ζωγράφου κ.ά ν. Drosoneri Farm Limited
(2015)1B A.A.Δ 1119). Στην προκείμενη περίπτωση, η ένορκη δήλωση δεν αφορά ζητήματα ουσίας της υπόθεσης, αλλά περιορίζεται σε νομικά θέματα. Εν πάση περιπτώσει, ο ενόρκως δηλών δεν είχε τον χειρισμό της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, αν και θα ήταν επιθυμητό ο ενόρκως δηλών να μην ήταν δικηγόρος, εντούτοις, υπό τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι η επίμαχη ένορκη δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί. Το δεύτερο ζήτημα αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Με κάθε σεβασμό, η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η αγωγή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 28.12.15 και επακολούθησε η Έκθεση Απαίτησης, μετά πάροδο τριών σχεδόν ετών, στις 17.09.18. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 10.01.20, πριν τη λήψη οποιοδήποτε άλλου δικονομικού διαβήματος από τον Αιτητή. Στη Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. Α. G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892]3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορεί να προβάλλεται ζήτημα καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει αφ' ης στιγμής δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η Έκθεση Απαίτησης σε ό,τι αφορά τον Αιτητή - Εναγόμενο 2 διαγράφεται. Έχω προβληματιστεί ως προς την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Είναι καλά γνωστό, ότι τα έξοδα επαφίονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία, κατά κανόνα, ασκείται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Το αποτέλεσμα της δίκης, ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συνεκτιμήσει το όλο πλαίσιο των δεδομένων (Πολ. Έφεση αρ. 118/14, ημερ. 28.03.22, See You Travel Ltd v. Χριστοφόρου). Εν προκειμένω, θεωρώ ότι το ζήτημα που εγέρθηκε είναι καινοφανές. Συγκεκριμένα, ο Ν.17(Ι)/2013, στη βάση του οποίου διορίστηκε ο Αιτητής ως διαχειριστής της Τράπεζας, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.03.13. Η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας δημιούργησε πρωτόγνωρα δεδομένα στην κυπριακή κοινωνία, γεγονός το οποίο είναι πασίδηλο. Τα πιο πάνω γεγονότα είχαν και νομικές προεκτάσεις. Μία από τις οποίες αφορούσε και το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα έπρεπε να στραφεί ενδεχόμενη αγωγή εναντίον του ιδρύματος που τέθηκε υπό εξυγίανση. Πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση της Τράπεζας, όπου το μέτρο εξυγίανσης αφορούσε την πώληση ορισμένων εργασιών της (βλ. Κ.Δ.Π. 94/13 και 104/13). Επισημαίνω, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έτυχε μέχρι σήμερα νομολογιακής ερμηνείας. Τουλάχιστον, δεν έχω εντοπίσει, ούτε και οι συνήγοροι των διαδίκων με έχουν παραπέμψει σε σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ως την ορθότερη και δικαιότερη υπό τις περιστάσεις λύση, όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Συνακόλουθα, εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης η αίτηση ημερ. 26.07.19 σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2 καθίσταται άνευ αντικειμένου. Συνεπώς, η εν λόγω αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα όσο αφορά την προαναφερόμενη αίτηση. Η αγωγή ορίζεται για Οδηγίες σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 3 και 4 στις 07.03.23 και ώρα 09:00 π.μ.. Το Πρωτοκολλητείο να ενημερώσει τους συνηγόρους των Εναγόμενων 1, 3 και 4 για την ημερομηνία και ώρα ορισμού της υπόθεσης. (Υπ.) .......................................... Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο