2XM ΕΛΛΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ - ΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ - ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ ν. ANTONIOU & PANAYIOTOU GENERAL TRADING LIMITED κ.α., Αριθμός αγωγής: 2927/2019, 8/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 2927/2019 Μεταξύ: 2XM ΕΛΛΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ - ΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ - ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ Εναγόντων -και-
- ANTONIOU & PANAYIOTOU GENERAL TRADING LIMITED
- Αντώνη Αντωνίου Εναγόμενων ΚΑΙ ΜΕ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ANTONIOU & PANAYIOTOU GENERAL TRADING LIMITED Εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων -και- 2XM ΕΛΛΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ - ΕΞΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ - ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ 2XM CYPRUS LTD Εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων ------------------ Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 10.6.2022 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.2.2023 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Ε. Φούττη, για A.G. Erotocritou LLC Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Χ. Κλεοβούλου, για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 από κοινού και/ή ξεχωριστά το ποσό των €23.823,49 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, ως το υπόλοιπο παραδεδειγμένου και/ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού, τηρουμένων μεταξύ των μερών και/ή ως χρεωστικό υπόλοιπο, δυνάμει λογαριασμού και/ή τιμολογίου και/ή ως οφειλή, δυνάμει σύμβασης και/ή δυνάμει της συμφωνίας και/ή ως εύλογο τίμημα για την πώληση και/ή προμήθεια των υποδημάτων και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Διαζευκτικά και/η επιπρόσθετα αξιώνουν ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή παράβαση της συμφωνίας. Τέλος αξιώνουν νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις 10/6/2022 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αξιώσεις τους. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή και νόμιμου εκπροσώπου των εναγόντων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 5 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α) - η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του - για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται ακόλουθες τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως, προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.
- (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται καθώς και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - εννοείται σωρευτικά -, το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στον εναγόμενο (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας, θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση θα πρέπει να δίνονται ενόρκως και με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Όλες οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Μιχαηλίδης κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 60/2011, ημερ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Χαραλάμπους ν. Νεοφύτου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 292/2011, ημερ. 7/7/2017, ECLI:CY:AD:2017:A251, BRAINVIBES LTD κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 504/2012, ημερ. 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235, Χριστοδούλου ν. Σάββα, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 139/2012, ημερ. 12/9/2018, Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολ. Έφ. Αρ. Ε28/2017, ημερ. 24/10/2018, Κωνσταντίνου κ.ά. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2013, ημερ. 5/3/2019, Φιλίππου κ.ά. ν. Κούτρα, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 397/2012, ημερ. 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A235 και Χαραλάμπους (Καρούσου) v. Μελά, Πολ. Έφ. Αρ. E242/2014, ημερ. 3/9/2020. Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα υπό το φως όσων αναφέρονται στις υποθέσεις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω)από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία)». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ.1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης"». Παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες στην υποστηρικτική της υπό κρίση αίτησης, ένορκη δήλωσή του, είναι διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος των εναγόντων και έχει άμεση και προσωπική γνώση, όλων των γεγονότων της υπόθεσης, υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος των εναγόντων από το
- Περαιτέρω, είχε άμεση σχέση και εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση με την οποία είχε ασχοληθεί προσωπικά υπό αυτή του την ιδιότητα. Συγκεκριμένα συμμετείχε εκ μέρους των εναγόντων στις συζητήσεις που έγιναν ανάμεσα στους ίδιους και τον εναγόμενο 2, οι οποίες κατέληξαν στην επίδικη διαφορά. Επίσης έχει προσωπική γνώση της οφειλής των εναγόμενων προς τους ενάγοντες, η οποία προέκυψε στα πλαίσια της μεταξύ των μερών συνεργασίας, μεταξύ άλλων και λόγω του ότι ο ίδιος είναι πλήρως ενήμερος για τη συλλογή των πληρωμών που οφείλονται στους ενάγοντες, ως επίσης και επειδή τους εκπροσωπούσε στις συνομιλίες για διευθέτηση της πληρωμής. Προβαίνει δε στην παρούσα ένορκη δήλωση και στη βάση εγγράφων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του υπό την πιο πάνω ιδιότητά του. Απ' ό,τι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους των εναγόντων δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα, αλλά και δεν υφίσταται οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Από τα παραπάνω και διάφορα άλλα που αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντας θεωρώ ότι, επί της ουσίας ικανοποιείται και η τρίτη προκαταρκτική - δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εν πάση περίπτωση, ούτε και υπάρχει περί αντιθέτου θέση εκ μέρους των εναγόμενων. Με τον 5ο λόγο ένστασης - σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει συναφώς με αυτόν ο εναγόμενος 2 στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής του - υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και με μεγάλη καθυστέρηση και τυχόν έγκρισή της, θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό και καθυστέρηση της διαδικασίας, αφού πρόκειται για γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει στην ολότητά τους, ένεκα του ότι αποτελούσαν πρακτική μεταξύ των εμπορικών σχέσεων των εναγόντων και των εναγόμενων
- Επειδή το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι δικαιοδοτικής φύσεως, επομένως, ακόμη και να μην εγείρεται από τους διαδίκους, όποτε διαπιστώνεται ότι υπάρχει, το Δικαστήριο οφείλει να το εξετάσει αυτεπάγγελτα και να πράξει ανάλογα και επειδή ακόμη, στην προκειμένη περίπτωση, εάν ήθελε διαπιστωθεί ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αυτή θα πρέπει να τερματιστεί, χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να εξεταστούν και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Leonid - Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 937: «.το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες, στις 13/12/2019 καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Οι δυο εναγόμενοι, στις 23/12/2019 καταχώρησαν εμφάνιση και στις 30/7/2020, υπεράσπιση και οι εναγόμενοι 1, ανταπαίτηση εναντίον, τόσο των εναγόντων όσων και ακόμη μιας εταιρείας, την οποία προσέθεσαν ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους
- Οι δικηγόροι των εναγόντων, στις 21/9/2020 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εκ μέρους των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 2 και στις 15/12/2021, απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Οι ίδιοι, 12 μέρες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 27/12/2021 εξέδωσαν τη διαλαμβανόμενη στη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κλήση οδηγιών, με επισυνημμένο το Παράρτημα κατά τον Τύπο
- Η συγκεκριμένη κλήση - η οποία αφορά στην απαίτηση - ορίστηκε για εξέταση, στις 14/4/
- Οι δικηγόροι των εναγόμενων, στις 12/4/2021 κατάθεσαν το δικό τους Παράρτημα, ενώ εξέδωσαν και αυτοί κλήση οδηγιών σε σχέση με την ανταπαίτηση των εναγόμενων
- Σ' αυτή - η οποία ορίστηκε για εξέταση, στις 13/5/2022 - επισυνάπτεται και το Παράρτημα, στο οποίο περικλείονται τα διάφορα αιτήματά τους. Οι δικηγόροι των εναγόντων - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων, με ηλεκτρονικό μήνυμά τους, ημερομηνίας 13/4/2022 ζήτησαν από το Δικαστήριο να ορίσει τη δική τους κλήση οδηγιών, για οδηγίες, στις 13/5/2022 που είχε οριστεί και η αντίστοιχη κλήση των εναγόμενων 1 - εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων. Οι δικηγόροι των τελευταίων, με αντίστοιχο, δικό τους μήνυμα, ίδιας ημερομηνίας ενημέρωσαν το Δικαστήριο πως δεν είχαν ένσταση στο αίτημα των συναδέλφων τους, το οποίο, συνεπεία αυτού έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Στις 12/5/2022, οι δικηγόροι των εναγόντων - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 2, κατάθεσαν το δικό τους Παράρτημα σε σχέση με την κλήση οδηγιών των αντιδίκων τους. Οι δικηγόροι των τελευταίων, με ηλεκτρονικό μήνυμά τους, ημερομηνίας, 11/5/2022 ζήτησαν από το Δικαστήριο να επιληφθεί και των δυο κλήσεων οδηγιών και όπως δώσει οδηγίες για αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων, εκατέρωθεν. Λίγη ώρα αργότερα, οι αντίδικοι συνάδελφοί τους, με δικό τους ηλεκτρονικό μήνυμα, συμφώνησαν με το περιεχόμενο του μηνύματος των τελευταίων και υπόβαλαν αίτημα προς το Δικαστήριο για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρών μέχρι στιγμής -αποδέχτηκε τα παραπάνω αιτήματα των συνηγόρων, καθώς στις 13/5/2022 επιλήφθηκε και των δυο κλήσεων οδηγιών και στο πλαίσιό τους, εξέδωσε οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων, εκατέρωθεν, εντός 60 ημερών. Την ίδια μέρα όρισε την αγωγή στις 22/9/2022, για συμμόρφωση με τις εν λόγω οδηγίες του καθώς και για έκδοση οδηγιών αναφορικά με την μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο. Σε λιγότερο από ένα μήνα (από τις 13/5/2022) και συγκεκριμένα, στις 10/6/2022, οι ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι, αντί να συμμορφωθούν με τις παραπάνω οδηγίες του Δικαστηρίου - οι οποίες είχαν εκδοθεί κατόπιν και δικού τους αιτήματος - καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των δυο εναγόμενων, επειδή - όπως είναι η θέση τους - δεν έχει αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα μα ούτε και υφίσταται οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Παρατηρώ τα εξής: Από το ιστορικό της υπόθεσης (ως ανωτέρω) και για λόγους που παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ ότι η καταχώρηση από τους ενάγοντες της παρούσας αίτησης, δυόμιση χρόνια μετά από τότε που κατά τη γνώμη μου θα μπορούσαν να την είχαν καταχωρήσει - αν η θέση τους είναι ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή - προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, η οποία αγγίζει τα όρια της περιφρόνησης των δικαιωμάτων και συμφερόντων της άλλης πλευράς και ταυτόχρονα, της έλλειψης σεβασμού προς το ίδιο το Δικαστήριο και τον πολύτιμο χρόνο του. Καταρχάς, η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τις 23/12/2019 που οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, οπότε οι ενάγοντες θα μπορούσαν να καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση μέχρι και τις 10/6/2022 που την καταχώρησαν εξουδετερώνει το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, που σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) - για να επαναλάβω - είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτησή του είναι τόση καθαρή ώστε να μη χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά, απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. (Βλ. και την Κυριάκου (ανωτέρω επίσης) σύμφωνα με την οποία, η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και προσφέρεται στα πλαίσια, όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης καθώς και τη Μεττή κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 σύμφωνα με την οποία, δεν νοείται μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, η έννοια της οποίας είναι συνυφασμένη με το δικαίωμα του ενάγοντα να εξασφαλίσει γρήγορα απόφαση όταν αντίδικός του δεν διαθέτει υπεράσπιση. Η μεγάλη καθυστέρηση καθιστά τη διαδικασία ατελέσφορη. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες, οι οποίοι φέρουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τη σημειωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, θεωρώ πως δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται και να κάνουν χρήση της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, προς αποφυγή καθυστέρησης της υπόθεσης είτε ακόμη, για σκοπούς γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης. Και φέρουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τη σημειωθείσα καθυστέρηση, καθώς, ενώ οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση, στις 23/12/2019 οπότε οι ίδιοι θα μπορούσαν από τη στιγμή αυτή να καταχωρήσουν την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους, δεν το έκαναν, αλλά τους ανάμεναν να καταχωρήσουν υπεράσπιση και οι εναγόμενοι 1 και ανταπαίτηση, 7 και πλέον μήνες αργότερα. Έπειτα, ευθύνονται και για τον επιπλέον λόγο, ότι ενώ οι δικηγόροι τους, στις 21/9/2020 καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εκ μέρους των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 2, η απάντηση στην υπεράσπιση και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση καταχωρήθηκαν, μόλις στις 15/12/2021, δηλαδή, 15 σχεδόν μήνες αργότερα. Η εξήγηση που δίδεται από το διευθυντή των εναγόντων, αναφορικά με το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση είναι τόσο φτωχή που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως αναφέρει στην τελευταία παράγραφο της ένορκης δήλωσής του, ο χρόνος που παρήλθε για την καταχώρηση της αίτησης και την εν γένει πρόοδο των δικαστικών διαδικασιών οφείλεται στην έκτακτη κατάσταση που επικρατεί λόγω της πανδημίας και των επιβληθέντων μέτρων για περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού, που δυσχεραίνει την επικοινωνία με τους δικηγόρους των εναγόντων, όπως και τις αεροπορικές μετακινήσεις για σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης. Επίσης, προστίθεται, όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι των εναγόντων, ενόψει της πανδημίας, μέχρι πρόσφατα, τα Δικαστήρια εξέταζαν μόνο επείγουσες υποθέσεις. Εάν η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ήταν το πρώτο και μοναδικό διαδικαστικό διάβημα που έγινε στην αγωγή, κατά τη διάρκεια της πανδημίας και των έκτακτων μέτρων που είχαν ληφθεί για αποτροπή της εξάπλωσής της, κυρίως εκ μέρους των εναγόντων, σίγουρα θα είχαν βάση όλα τα παραπάνω που αναφέρει ο διευθυντής τους. Όμως, τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, μιας και κατά τη διάρκεια της πανδημίας και των έκτακτων μέτρων που ίσχυαν και στα Δικαστήρια, τίποτε απ' όσα επικαλείται ο διευθυντής των εναγόντων τούς είχε εμποδίσει να καταχωρήσουν απάντηση στην υπεράσπιση των εναγόμενων και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγόμενων 1, ακολούθως, να εκδώσουν κλήση οδηγιών σε σχέση με την απαίτησή τους, με επισυνημμένο το Παράρτημα κατά τον Τύπο 25, στο οποίο διαλαμβάνονται συγκεκριμένα αιτήματα, έπειτα, να καταχωρήσουν δεύτερο Παράρτημα στο πλαίσιο της κλήσης οδηγιών των εναγόμενων 1 - εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων και τέλος, να ζητήσουν από το Δικαστήριο, την πρώτη φορά να επιληφθεί και των δυο κλήσεων οδηγιών, την ίδια μέρα, όπως και έγινε και τη δεύτερη, όπως κατά την εξέταση των εν λόγω κλήσεων οδηγιών, εκδοθεί διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Και ενώ για όλες τις παραπάνω διαδικαστικές ενέργειες, που εντάσσονται στο στάδιο της προδικασίας και της ετοιμασίας της υπόθεσης για κανονική ακρόαση, οι ενάγοντες δεν φαίνεται να είχαν κανένα πρόβλημα, είτε επικοινωνίας είτε συνεννόησης με τους δικηγόρους τους, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, τόσο αργοπορημένα στη συνέχεια - με βάση το χρόνο που θα μπορούσαν να την είχαν καταχωρήσει - με προβαλλομένη δικαιολογία, όλα τα παραπάνω. Και τούτο, μάλιστα, τη στιγμή που το Δικαστήριο που είχε επιληφθεί της υπόθεσης, στις 13/5/2022, ικανοποιώντας και δικό τους αίτημα, εξέδωσε διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων, εκατέρωθεν και όρισε χρόνο για σκοπούς συμμόρφωσης καθώς και για να δοθούν οδηγίες αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο. Προφανώς, κατά την ακρόαση της αγωγής και ανταπαίτησης και όχι της αίτησης για συνοπτική απόφαση, την οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν, λίγες μέρες αργότερα. Αυτό και μόνο το γεγονός, δηλαδή, οι ενάγοντες, από τη μια να υποβάλλουν συγκεκριμένο αίτημα στο Δικαστήριο που παραπέμπει σε κανονική ακρόαση και από την άλλη, να καταχωρούν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δηλαδή, έξω από το πλαίσιο της κανονικής δίκης, εκτός από κατάχρηση, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί και ένα είδος εμπαιγμού του Δικαστηρίου. Το ελάχιστον που όφειλαν να κάνουν, εάν πίστευαν ότι δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ήταν το εξής: ακόμη και να μην μπορούσαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, ενωρίτερα, όφειλαν, τουλάχιστον, να γνωστοποιήσουν την πρόθεσή τους να την καταχωρήσουν τόσο στο Δικαστήριο όσο και στους αντιδίκους τους, εξ αρχής. Και τούτο και για τον επιπλέον λόγο, ότι σύμφωνα με τη Loukos Trading Co. Ltd (ανωτέρω), όταν εξετάζεται θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, εάν καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση μετά την καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους των εναγόμενων, οι τελευταίοι, εν αναμονή της έκβασής της, δεν θα είχαν κανένα λόγο να καταχωρήσουν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, Παράρτημα στην κλήση οδηγιών των εναγόντων και ακολούθως, οι εναγόμενοι 1, να προχωρήσουν στην έκδοση της δικής τους κλήσης οδηγιών σε σχέση με την ανταπαίτησή τους, με επισυνημμένο Παράρτημα. Γενικά δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να προβούν έκτοτε στην υποβολή οποιουδήποτε δικονομικού διαβήματος, εκπροσωπούμενοι, πάντοτε από τους δικηγόρους τους, γεγονός το οποίο συνεπάγεται και στην υποβολή τους σε έξοδα. Το Δικαστήριο δε, με τη σειρά του, δεν θα είχε κανένα λόγο να επιληφθεί εντελώς αχρείαστα και σε βάρος του πολύτιμου του χρόνου, δυο φορές των κλήσεων οδηγιών, εκδίδοντας οδηγίες με προοπτική την ετοιμασία της υπόθεσης για διεξαγωγή κανονικής δίκης. Καμιά από τις διάφορες αποφάσεις (εφετειακές και πρωτόδικες) βοηθούν τους ενάγοντες για το λόγο που της επικαλούνται. Αρχίζοντας από την πρώτη εφετειακή απόφαση, στην υπόθεση Αtlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited
(2013)1 A.A.Δ. 2553, η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για συνοπτική απόφαση, επειδή θεωρήθηκε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν ικανοποιήσει την προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1(α), καθότι, με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση επιχειρήθηκε η επαλήθευση τριών διαζευκτικών αιτιών αγωγής που δικογραφούσαν οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης, κρίθηκε εσφαλμένη. Ούτε πρωτόδικα μα ούτε και κατ' έφεση φαίνεται να ήταν επίδικο θέμα, είτε ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης είτε ακόμη, το γεγονός ότι προηγουμένως είχε καταχωρηθεί υπεράσπιση. Στη δεύτερη εφετειακή απόφαση, στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, αυτό που - για πολύ ευνόητους λόγους - είχε λεχθεί είναι ότι η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμά του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση. Με απλά λόγια, εκείνο που λέχθηκε σε σχέση με την υπεράσπιση είναι ότι η καταχώρησή της, δεν μπορεί να δημιουργεί κώλυμα για να ένα ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης, εκεί όπου, παρά την καταχώρηση υπεράσπισης, ο εναγόμενος στερείται πραγματικής υπεράσπισης επί της ουσίας. Η σχετική αναφορά έχει την έννοια ότι δεν μπορεί ένας εναγόμενος, απλώς και μόνο προκειμένου να στερήσει διαδικαστικά το δικαίωμα από ένα ενάγοντα να ζητήσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, τεχνηέντως και πονηρά σκεπτόμενος, να καταχωρεί εμφάνιση και εί δυνατόν, ταυτόχρονα, υπεράσπιση, εμποδίζοντας έτσι τον ενάγοντα να εξασφαλίσει συνοπτική απόφαση, έστω κι' αν ο ίδιος, επί της ουσίας, δεν έχει υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, ό,τι αποτιμάται προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, είναι η συνολική συμπεριφορά και διαγωγή που επέδειξαν οι ενάγοντες, έναντι, τόσο των αντιδίκων τους όσο και του Δικαστηρίου και όχι το γεγονός ότι καθ' ον χρόνο καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση, ήταν ήδη καταχωρημένη η υπεράσπιση των εναγόμενων. Στην πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 365/2016, Ε.Δ. Λάρνακας δεν φαίνεται να είχε απασχολήσει το Δικαστήριο, ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης. Αυτό που λήφθηκε υπόψη είναι ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης και προτού αυτή καταχωρήσει υπεράσπιση. Αναφορικά με την άλλη πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 2252/2006, Ε.Δ. Πάφου, εκείνο που θέλω να πω είναι το εξής: όπως προκύπτει απ' όσα αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) αντικρίζω το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας πιο πλατιά, απ' ό,τι ο συνάδελφός μου στη δική του περίπτωση, υπό την έννοια ότι, κατά την εξέταση του θέματος λαμβάνω υπόψη και διάφορους άλλους παράγοντες, εκτός από το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και ότι προηγουμένως είχε καταχωρηθεί υπεράσπιση. Ό,τι συγκρατώ από την άλλη πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 2217/2009, Ε.Δ. Λευκωσίας είναι την επισήμανση, ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση, όπως προκύπτει από τη νομολογία πρέπει να καταχωρηθεί το συντομότερο δυνατό εντός των δικονομικών πλαισίων που επιτρέπουν αυτό και να εξεταστεί το συντομότερο δυνατό. Σ' εκείνη την υπόθεση, μολονότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και συγκεκριμένα, ενάμισι χρόνος μετά την καταχώρηση εμφάνισης και αφού μεσολάβησε διαδικασία τριτοδιαδίκου - εντούτοις, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την αίτηση, με το αιτιολογικό ότι η κύρια απαίτηση του ενάγοντα ήταν τόσο ξεκάθαρη ώστε τυχόν απόρριψη της αίτησης σε σχέση με την εν λόγω απαίτηση, το μόνο που θα προκαλούσε θα ήταν καθυστέρηση και έξοδα. Κατά πόσο στην υπό εξέταση περίπτωση ισχύει το ίδιο, είναι κάτι που θα με απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο. Σε σχέση με την τελευταία πρωτόδικη απόφαση στην οποία με παραπέμπουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 2322, Ε.Δ. Λάρνακας, το μόνο που θέλω να πω είναι το εξής: το στάδιο καταχώρησης της αίτησης, δεν φαίνεται να είχε εξεταστεί από το Δικαστήριο και από τη σκοπιά της εξακρίβωσης κατά πόσο συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Συγκεφαλαιώνοντας, στην προκειμένη περίπτωση, από το ιστορικό της υπόθεσης (ως ανωτέρω) και στην απουσία αποδεκτής εξήγησης αναφορικά με το χρόνο που οι ενάγοντες επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, τόσο αργοπορημένα και συγκεκριμένα, δυόμισι χρόνια μετά την καταχώρηση εμφάνισης από τους εναγόμενους και αφού στο μεταξύ και τα δυο μέρη προέβησαν στα διάφορα δικονομικά διαβήματα που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) και η αγωγή βρισκόταν στο τελικό στάδιο προτού οριστεί σε ακρόαση, οδηγούμε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κλασική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Με αυτό δεδομένο, στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία, όπως υποδείχθηκε στις υποθέσεις Loukos Trading Co. Ltd και Constantinides (πιο πάνω), αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Μολονότι η αίτηση ουσιαστικά έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που η απόφασή μου να απορρίψω την αίτηση ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα εξετάσω την αίτηση και επί τους ουσίας. Συγκεκριμένα, έχοντας υπόψη ότι και οι τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται, στη συνέχεια, θα εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι μ' έχουν ικανοποιήσει ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή ή έχουν αποκαλύψει τέτοια επαρκή γεγονότα για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρεται εντελώς στην αρχή της απόφασης, οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 από κοινού και/ή ξεχωριστά το ποσό των €23.823,49, ως το υπόλοιπο παραδεδειγμένου και/ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού, τηρουμένων μεταξύ των μερών και/ή ως χρεωστικό υπόλοιπο, δυνάμει λογαριασμού και/ή τιμολογίου και/ή ως οφειλή, δυνάμει σύμβασης και/ή δυνάμει της συμφωνίας και/ή ως εύλογο τίμημα για την πώληση και/ή προμήθεια των υποδημάτων και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Διαζευκτικά και/η επιπρόσθετα αξιώνουν ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή παράβαση της συμφωνίας. Η έκθεση απαίτησης των εναγόντων είναι ιδιαίτερα λιτή και οι ακόλουθοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί τους συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους: στον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος 2 προσέγγισε τους ενάγοντες που είναι από την Ελλάδα, με σκοπό να αγοράζει από αυτούς υποδήματα και να τα μεταπωλεί στην Κύπρο. Σ' αυτή τη βάση, οι ενάγοντες συμφώνησαν να του πωλούν και/ή προμηθεύουν υποδήματα έναντι συμφωνημένου τιμήματος. Σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή ως πρακτική μεταξύ τους, οι ενάγοντες πωλούσαν και/ή προμήθευαν τον εναγόμενο 2 υποδήματα σύμφωνα με τις παραγγελίες και/ή εντολές και/ή οδηγίες του και εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια. Καθ' υπόδειξή του, οι ενάγοντες εξέδιδαν τα εν λόγω τιμολόγια επ' ονόματι των εναγόμενων 1, άνευ βλάβης της υποχρέωσής του να ξοφλήσει οποιαδήποτε οφειλή προέκυπτε από τη μεταξύ των μερών συνεργασία και οι δυο εναγόμενοι ανέλαβαν από κοινού την υποχρέωση να ξοφλούν οποιεσδήποτε οφειλές προς του ενάγοντες. Οι τελευταίοι χρέωναν ισόποσο κάθε τιμολογίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος τηρείτο μεταξύ τους και των εναγόμενων 1 και/ή 2, στον οποίο (λογαριασμό) πιστώνονταν τα ποσά τα οποία οι δυο εναγόμενοι πλήρωναν προς τους ενάγοντες. Από τη μεταξύ των μερών συνεργασία παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό της αξίωσης των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων το οποίο προκύπτει από συγκεκριμένο τιμολόγιο, ημερομηνίας 12/10/2017, για το ποσό των €47.952,
- Οι εναγόμενοι, ουδέποτε αρνήθηκαν και/ή αμφισβήτησαν την οφειλή τους και/ή το ύψος της, αντίθετα παραδέχθηκαν και/ή αναγνώρισαν και τα δυο, πλην όμως αρνούνται να ξοφλήσουν την οφειλή τους. Περί το τέλος του 2017, ο εναγόμενος 2 προσέγγισε τους ενάγοντες και τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να τερματίσει τη μεταξύ των μερών συνεργασία και τους πρότεινε όπως εξαγοράσουν τις εργασίες πώλησης υποδημάτων των εναγόμενων 1 στην Κύπρο. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν να τις εξαγοράσουν στην τιμή που απαιτούσαν οι εναγόμενοι
- Ο εναγόμενος 2 - μέσω των δικηγόρων του - απέστειλε σχετική επιστολή στους ενάγοντες, ημερομηνίας 20/3/2018, ενώ περί τις 14/9/2018, οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν αγωγή εναντίον τους, την οποία δεν τους έχουν επιδώσει μέχρι σήμερα. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση και με την υποστηρικτική της ένορκη δήλωση, εκτός του ότι επαναλαμβάνουν όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς τους, επιπλέον επισυνάπτουν ως τεκμήρια και διάφορα έγγραφα, ενώ τοποθετούνται και επί μερικών ισχυρισμών των εναγόμενων που περιέχονται στην, προ πολλού καταχωρηθείσα υπεράσπισή τους καθώς και στην ανταπαίτηση των εναγόμενων
- Με τη σειρά τους, οι εναγόμενοι, στην υποστηρικτική της ένστασής τους, ένορκη δήλωση, στην οποία έχει προβεί ο εναγόμενος 2, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής, ως συνιστώντα την υπεράσπισή τους στην εναντίον τους αγωγή: Η επίδικη συμφωνία έγινε μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων
- Ο εναγόμενος 2, ουδέποτε ήταν προσωπικά συμβαλλόμενο μέρος σ' αυτή και κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόμενων
- Ο ίδιος, ουδέποτε ανέλαβε και ούτε υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης, είτε από κοινού με τους εναγόμενους 1 είτε άλλως πως σε σχέση με την προμήθεια υποδημάτων από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 και/ή σε σχέση με τυχόν οφειλές των τελευταίων προς τους πρώτους. Η πρακτική που ακολουθείτο από τα μέρη για τα υποδήματα που οι εναγόμενοι 1 πωλούσαν στα υποκαταστήματά τους, ήταν η εξής: οι εναγόμενοι 1 τοποθετούσαν παραγγελίες βάσει των αναγκών τους, ένα περίπου έτος πριν από την ημερομηνία παραλαβής των υποδημάτων. Μετά την τοποθέτηση της εκάστοτε παραγγελίας και στην αρχή της επόμενης εμπορικής σεζόν, οι εναγόμενοι 1 ετοίμαζαν τις σχετικές παραγγελίες, δίνοντας πίστωση της τάξης του 70% της συνολικής αξίας κάθε παραγγελίας. Κατέβαλλαν το 30% της συνολικής αξίας κάθε παραγγελίας, παραλάμβαναν τα εμπορεύματα και μόνο μετά την πώληση των υποδημάτων είχαν την υποχρέωση να αποπληρώσουν το υπόλοιπο του τιμολογίου που εξέδιδαν οι ενάγοντες. Ο συγκεκριμένος τρόπος διευθέτησης των πληρωμών διαφαίνεται και στο ηλεκτρονικό μήνυμα του υπεύθυνου πωλήσεων των εναγόντων προς προς τον εναγόμενο 2, ημερομηνίας 24/3/2017 (τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2). Είναι γεγονός, ότι στο συγκεκριμένο μήνυμα - το οποίο απευθύνεται στον εναγόμενο 2 -, μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος για καθαρές αξίες, ύψους €70.042, που όπως αναφέρεται αφορούν τα καταστήματα του εναγόμενου 2 και για κατάθεση μετρητών σε ποσοστό 30%. Στο ίδιο μήνυμα, αναφέρεται και το ποσό €58.480, που αφορά τους πελάτες του εναγόμενου 2, με την παράκληση στη συνέχεια - από τον αποστολέα του μηνύματος - όπως ενημερώσει το συντομότερο δυνατό για τον τρόπο πληρωμής των πελατών του. Σε σχέση με το επίδικο τιμολόγιο και το υπόλοιπό του, ο εναγόμενος αναφέρει τα εξής: Αυτό θα πληρωνόταν έτσι ώστε μαζί με την πληρωμή του 30% του τιμολογίου για την περίοδο 2018, οι εναγόμενοι να μπορούσαν να παραλάβουν τα εμπορεύματα. Αντ' αυτού, οι ενάγοντες, στις 9/3/2918 απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2), με το οποίο ανακοίνωναν στους εναγόμενους 1 τη μονομερή αλλαγή των όρων πληρωμής και πρακτικής που ακολουθούσαν τα δυο μέρη και ζητήθηκε να πληρωθεί προκαταβολικά, ολόκληρο το ποσό για να τους σταλούν τα εμπορεύματα. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα - το οποίο απευθύνεται στον εναγόμενο 2 και όχι στους εναγόμενους 1 - αναφέρονται τα εξής: «ΣAΣ ΑΠΟΣΤΕΛΛΩ ΤΗΝ PROFORMA INVOICE. Η ΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΠΛΗΡΩΜΗΣ CASH ΚΑΙ Η ΑΛΛΗ ΜΕ LC 120 DAYS. ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΤΕ ΟΠΟΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΣΤΕ.» Σύμφωνα πάντοτε με τον εναγόμενο 2, η πρακτική που ακολουθείτο στις πληρωμές των εμπορευμάτων διαφαίνεται ξεκάθαρα από τις καταστάσεις λογαριασμού των εναγόμενων 1 (τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2), όπου παρουσιάζεται ο τρόπος πληρωμής των αντίστοιχων τιμολογίων που εξέδιδαν οι ενάγοντες. Οι πιο πάνω όροι αποπληρωμής για τις παραγγελίες που τοποθετούσαν οι εναγόμενοι 1, προστίθεται, αποτελούσαν την κυριότερη βάση της εμπορικής συνεργασίας και το βασικότερο λόγο που οι εναγόμενοι 1 κατάφερναν να επιβιώσουν οικονομικά και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των εναγόντων. Όλα τα παραπάνω γεγονότα που αποκαλύπτουν οι εναγόμενοι, τα οποία, εν μέρει τεκμηριώνονται και από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων που παρουσιάζουν, με ικανοποιούν στον αναγκαίο βαθμό ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή, γεγονός το οποίο με υποχρεώνει να τους δώσω το δικαίωμα να την προβάλουν. Ούτε και μου διαφεύγει ότι δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, καθώς, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) θα είναι αρκετή. Στην προκειμένη περίπτωση, εάν ήθελε αποδειχθεί ο ισχυρισμός των εναγόμενων 1 και 2, ότι είναι μόνο οι εναγόμενοι 1 που είχαν συμβληθεί με τους ενάγοντες στον ουσιώδη χρόνο και είχαν αναλάβει συμβατικές υποχρεώσεις έναντί τους, ακόμη και να αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το ποσό που αξιώνουν με την αγωγή τους, αυτή, εναντίον του εναγόμενου 2, θα πρέπει να απορριφθεί. Απ' εκεί και πέρα, εάν ήθελε αποδειχθεί βάσιμη η θέση των εναγόμενων αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο πληρωμής των τιμολογίων που εξέδιδαν οι ενάγοντες κατά τα διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας και ειδικά για το επίδικο τιμολόγιο, ότι οι ενάγοντες προέβησαν μονομερώς σε αλλαγή των όρων πληρωμής του, καθώς ζητήθηκε από τους εναγόμενους να πληρωθεί προκαταβολικά, ολόκληρο το ποσό του τιμολογίου, ανακύπτει σοβαρό θέμα παράβασης της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων σε σχέση με ουσιώδη όρο της και κατ' επέκταση, νομιμοποίησής τους να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή καθώς και να αξιώνουν από τους εναγόμενους το συγκεκριμένο ποσό. Οι περί αντιθέτου θέσεις των εναγόντων παραβλέπουν ότι στο παρόν στάδιο δεν παρέχεται ευχέρεια ή δυνατότητα αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξαγωγή οποιωνδήποτε σχετικών συμπερασμάτων επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών, τα οποία προσδιορίζουν και τα επίδικα θέματα της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που με απόλυτη ασφάλεια μπορεί να λεχθεί είναι ότι οι εναγόμενοι έχουν θέσει τέτοια ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας ενώπιόν μου, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους, ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή, τα οποία σε συνδυασμό και με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων - με τους οποίους συναρτώνται - αποκαλύπτουν, ότι κάθε άλλο παρά τόσο καθαρή είναι η απαίτηση των εναγόντων ώστε να μη χρειάζεται κανονική δίκη για σκοπούς έκδοσης απόφασης σε σχέση με αυτή. Έπεται ότι η αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί και γι' αυτό το λόγο. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Δεδομένου ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν προ πολλού την υπεράσπισή τους - και ειδικά οι εναγόμενοι 1 και ανταπαίτηση - δεν τίθεται θέμα να τους δοθεί άδεια για το σκοπό αυτό. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο