Ramy Mostafa Mohamed Elsayed Elhoushy ν. Windsor Brokers Limited κ.α., Αριθμός αγωγής:1590/2018, 2/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής:1590/2018 Μεταξύ: Ramy Mostafa Mohamed Elsayed Elhoushy Ενάγοντα και Windsor Brokers Limited
- Hannah Nicola Abuaitah Εναγόμενων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.5.2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.2.2023 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κα Π. Κτίστη, για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: καμιά εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ακόλουθοι είναι μερικοί μόνο από τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της αγωγής του πρώτου: Οι εναγόμενοι 1 είναι αδειοδοτημένη κυπριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και ο εναγόμενος 2, στον ουσιώδη χρόνο ήταν και παραμένει ένας από τους διευθυντές των εναγόμενων 1 και ο διευθύνων σύμβουλός τους (CEO) και θεωρείται ως ιθύνων νους των πράξεων και/ή παραλείψεών τους. Κατά ή περί τις 28/3/2013 και κατόπιν σύστασης τρίτου προσώπου, το οποίο ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόμενων 1, ως συνδεδεμένος αντιπρόσωπός τους, ο ενάγοντας υπέγραψε σχετικές συμφωνίες μαζί τους, για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκ μέρους τους στον ίδιο. Ο ενάγοντας προσέγγισε το συνδεδεμένο αντιπρόσωπο των εναγόμενων στο Κάιρο και προχώρησε στην υπογραφή των σχετικών εγγράφων (τα οποία αναφέρονται). Μετέφερε δε τα ποσά που ήθελε να επενδύσει στους εναγόμενους 1, σε τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους κατάθεσε διάφορα ποσά, ύψους $94.000 (δολάρια Αμερικής). Το τελικό κεφάλαιο και/ή πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του που τηρείτο από τους εναγόμενους, έπειτα από καταθέσεις και/ή επενδύσεις και/ή επανεπενδύσεις και/ή πληρωμές, αφαιρουμένων των αναλήψεων, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2015, ανερχόταν στις $383.216,
- Ο ενάγοντας, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με το συνδεδεμένο αντιπρόσωπο των εναγόμενων μέχρι και ή περί τα τέλη Αυγούστου του 2015, λάμβανε ενημερώσεις από τον τελευταίο σχετικά με το ύψος του υπολειπόμενου κεφαλαίου και/ή την απόδοση των επενδύσεων και/ή λοιπές πληροφορίες σχετικά με το λογαριασμό του. Την ίδια περίοδο ενημερώθηκε ότι άγνωστοι απήγαγαν το συνδεδεμένο αντιπρόσωπο των εναγόμενων 1 και το μετέφεραν σε άγνωστο μέρος. Ο υπό αναφορά, μετά την απαγωγή του βρισκόταν σε πολύ άσχημη σωματική και ψυχολογική κατάσταση, έπεσε σε κώμα και νοσηλεύτηκε για αρκετό καιρό σε νοσοκομείο. Συνεπεία όλων αυτών δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τα συμβατικά του καθήκοντα. Κατά ή περί τον Οκτώβρη του 2015, ο ενάγοντας ενημερώθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση. Στις 3/4/2018 καταδικάστηκε από Δικαστήριο της Αιγύπτου σε ποινή φυλάκισης 10 ετών. Λόγω όλων αυτών των γεγονότων, ο ενάγοντας επικοινώνησε με τους εναγόμενους 1 και ζήτησε να ενημερωθεί και για την κατάσταση του λογαριασμού του καθώς και για την εξέλιξη της μεταξύ τους συνεργασίας. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του συνάντησε τις έντονες ενστάσεις και/ή προσκόμματα των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων των εναγόμενων 1, οι οποίοι αρνούνταν να του δώσουν οποιαδήποτε πληροφόρηση για την κατάσταση του λογαριασμού του. Μάλιστα, τον παρέπεμπαν για πληροφορίες και ενημέρωση στο συνδεδεμένο αντιπρόσωπό τους, ενώ γνώριζαν ότι αυτός ήταν κλινήρης και/ή έγκλειστος και/ή εν πάση περιπώσει αδυνατούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Μόνο μετά από έντονες πιέσεις του, υπάλληλός τους, τον ενημέρωσε για την κατάσταση του λογαριασμού του και συγκεκριμένα, ότι παρουσίαζε μηδενικό υπόλοιπο και/ή πολύ μικρά ποσά σε σχέση με την κατάσταση του λογαριασμού του η οποία παρουσίαζε στην πλατφόρμα Lagacypro, υπόλοιπο, ύψους $383.216,
- Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι οι εναγόμενοι από κοινού και/ή κεχωρισμένα προέβησαν σε πράξεις απάτης και/ή δόλου και/ή καταδολίευσης και/ή σε δόλιες ενέργειες και/ή παραλείψεις με σκοπό να τον αποκλείσουν από την πρόσβαση στο λογαριασμό του και να οικειοποιηθούν και/ή αποξενώσουν τα ποσά που βρίσκονταν στο λογαριασμό του, προς βλάβη του. Οι σχετικές λεπτομέρειες δόλου και/ή καταδολίευσης και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνομωσίας μεταξύ των εναγόμενων 1 και 2, εκτίθενται στην παράγραφο 30.1 μέχρι 4 της έκθεσης απαίτησης, ενώ με την παράγραφο 30.5, τους καταλογίζεται ότι συνωμότησαν και/ή ενορχήστρωσαν και υλοποίησαν ένα σχέδιο όπου με συγκεκριμένες ενέργειες και παράνομα, αποξένωσαν τα χρήματα του ενάγοντα από τους λογαριασμούς του. Γενικά, στη βάση όσων καταλογίζει στους εναγόμενους 1 και 2 ο ενάγοντας είναι η θέση του ότι υπέστη ζημιά και απώλεια. Σωρεία είναι οι αιτούμενες αξιώσεις του εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της αγωγής του, μεταξύ τους και η αξίωσή του για έκδοση απόφασης εναντίον τους, για το ποσό των $383.216,68 (ανωτέρω), υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: πρώτο, διάταγμα που να διατάσσει τον ενάγοντα να παράσχει εντός τακτής προθεσμίας, ασφάλεια εξόδων, για το ποσό των €27.137,33, για τα έξοδα που θα υποστούν λόγω της παρούσας αγωγής και δεύτερο, διάταγμα που να διατάσσει την αναστολή, κάθε περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή μέχρι να δοθεί η ασφάλεια εξόδων και σε περίπτωση που δεν δοθεί, τότε, η αγωγή να θεωρείται ως απορριφθείσα με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα. Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - και στη Δ.60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση κάποιας δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 17 λόγους και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση συγκεκριμένης ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέµα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του ∆ικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της ∆60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp.384 - 385). Όταν τεθεί το θεµέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, µε τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαµβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δυο, η κατοχή εκ µέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δε µετακινείται εύκολα) στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του». Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Standard Ltd κ.ά. ν. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. ....... Τα έξοδα δεν πρέπει να είναι, ούτε φανταστικά, ούτε καταπιεστικά. » Αναφορικά με το ύψος του ποσού για το οποίο είναι δυνατό να δοθεί ασφάλεια ως προς τα έξοδα, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Sally Line Ltd ν. Greenmar Nav. Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 633, νοουμένου ότι η σχετική αίτηση καταχωρηθεί χωρίς καθυστέρηση, η ασφάλεια που θα διαταχθεί είναι δυνατό να καλύψει, πέραν των μελλοντικών εξόδων και έξοδα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Παραπέμπω ακόμη και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) 1314, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (δέστε Ebrand v. Gassier
(1884)28 Ch.D. 232 και In Re Apollinaris Company´s Trade Marks
(1891)1 Ch. 1). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd & Άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170).» Ακόμη ένα κριτήριο για την παροχή ασφάλειας εξόδων είναι και η οικονομική δυνατότητα του διαδίκου, εναντίον του οποίου στρέφεται το σχετικό διάταγμα, να ανταποκριθεί προς τους όρους του. Σύμφωνα με την Studland Holdings Limited και Άλλος ν. Σωφρόνιου Ευσταθίου και Άλλης
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809, η έκδοση του σχετικού διατάγματος δεν μπορεί να απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ωστόσο, το σχετικό βάρος ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο, το έχει αυτός που προβάλλει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Όπως επισημαίνεται συναφώς στην υπόθεση Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου & Yιοί (Υποδήματα) Λτδ
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 147: «Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα Άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Genemp Trading Ltd (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκε ότι « Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια»». Στην υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire ν. Sac Eugene O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087, η απροθυμία του πρωτόδικου δικαστηρίου να εκδώσει διαταγή για εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του εφεσίβλητου, κρίθηκε δικαιολογημένη. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October
- Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: ".............. it cannot be assumed that a request for security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψή μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R.
- Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο. Αυτή η διάσταση υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο όπου την αγωγή δεν την κίνησε ο διάδικος από τον οποίο ζητείται η εξασφάλιση και ο οποίος, με δεδομένη πια την εμπλοκή του, χρησιμοποίησε τις προσφερόμενες από το σύστημα διαδικασίες για τη διεκδίκηση των όποιων συναφών δικαιωμάτων του. Καταλήγουμε ότι η απροθυμία του πρωτόδικου δικαστηρίου να εκδώσει διαταγή για εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας ήταν, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας του εφεσίβλητου, δικαιολογημένη.» Καθόλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ' ακόλουθα από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Σωκράτους ν. Νικολάου, Πολ. Έφ. Αρ. 405/2016, ημερ. 15 Απριλίου, 2021: «Πάγια είναι η γραµµή της νοµολογίας ότι δεν χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όταν τούτο απολήγει σε στέρηση του δικαιώµατος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντα ή του εφεσείοντα, αναλόγως. Οι διαδικαστικοί κανονισµοί που παρέχουν τέτοια ευχέρεια στο δικαστήριο θα πρέπει να εναρµονίζονται προς το Σύνταγµα και ειδικά προς το Άρθρο 30.2 του Συντάγµατος (βλ. Άρθρο 188.1 του Συντάγµατος) αλλά και προς το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου (βλ. Conway (ανωτέρω)). .... .... Γενικότερα αποτελεί θεµελιακό ερµηνευτικό αξίωµα του δικαίου ότι ο νόµος δεν δύναται να επιβάλλει το αδύνατο (lex non cogit ad impossibillia) (Halsbury's Laws of England, Volume 96
(2018), para 766 ). Στην υπόθεση MV Yorke Motors (a firm) v. Edwards
(1982)1 All ER 1024, 1027, επιβεβαιώθηκε µεν η αρχή, αλλά έγινε η αναγκαία διάκριση µεταξύ της περίπτωσης της επιβολής οικονοµικού όρου η εκπλήρωση του οποίου είναι αδύνατη, από την περίπτωση που δεν διαπιστώνεται αδυναµία, αλλά δυσχέρεια.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Ο ενάγοντας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι είναι από την Αίγυπτο όπου έχει και τη μόνιμη διαμονή του. Έχω δε δικαστική γνώση ότι η Αίγυπτος δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου ότι έχει τεθεί το θεμέλιο για ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας μου [βλ. την Alahmari και Genemp Trading Ltd (ανωτέρω)] υπεισέρχομαι τώρα και στους διάφορους παράγοντες/κριτήρια, που καθηκόντως θα πρέπει να λάβω υπόψη προκειμένου κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, να αποφασίσω εάν θα πρέπει να προχωρήσω ή όχι στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι υπήρξε αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Δεν συμφωνώ με τον ενάγοντα. Ο ίδιος καταχώρησε την αγωγή του με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 13/7/
- Τα δικόγραφα, υπαιτιότητι και του ίδιου, συμπληρώθηκαν, μόλις στις 24/1/2020, με την καταχώρηση εκ μέρους του, απάντησης στην υπεράσπιση των εναγόμενων. Την ίδια μέρα εξέδωσε τη διαλαμβανόμενη στη Δ.30, κλήση οδηγιών, με επισυνημμένο το Παράρτημα κατά τον Τύπο 25 και οι εναγόμενοι κατάθεσαν το δικό τους Παράρτημα κατά τον ίδιο Τύπο, στις 11/2/2020 και σ' αυτόν περιλαμβάνεται και αίτημα για ασφάλεια εξόδων. Στις 26/5/2021 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση και μέχρι σήμερα - εν αναμονή της έκβασής της - δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες στο πλαίσιο της κλήσης οδηγιών, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός ότι εκκρεμεί ακόμη και η ολοκλήρωση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Όλα αυτά αποκαλύπτουν ότι η αγωγή βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας. Μολονότι είναι γεγονός ότι υπάρχει πράγματι καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, εντούτοις, δεδομένων των λόγων που την προκάλεσαν και ότι ευθύνη γι' αυτήν φέρουν και τα δυο μέρη και χωρίς να μου διαφεύγει ότι, ως θέμα αρχής, η αίτηση για ασφάλεια εξόδων με βάση τη Δ.60 μπορεί να καταχωρηθεί σ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θεωρώ πως δεν τίθεται θέμα απόρριψης της αίτησης, λόγω του χρόνου καταχώρησής της από τους εναγόμενους. Ακολουθεί ότι ο υπό κρίση λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Υπεισέρχομαι τώρα και στη δύναμη/ισχύ της υπόθεσης του ενάγοντα. Μερικοί από τους πλέον σημαντικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς του - οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της αγωγής του και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον των εναγόμενων - αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω, επομένως δεν χρειάζεται να τους επαναλάβω. Έναντι όλων αυτών των ισχυρισμών, οι εναγόμενοι, τόσο με την υπεράσπισή τους όσο και με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ενώ αναγνωρίζουν την ύπαρξη του προσώπου στο οποίο αναφέρεται ο ενάγοντας - το οποίο μάλιστα κατονομάζουν -, δεν δέχονται τον ισχυρισμό του ότι αυτό αποτελούσε το συνδεδεμένο αντιπρόσωπό τους. Αντιστρέφουν την ιδιότητά του, υπό την έννοια ότι, κατά τους ίδιους, ο υπό αναφορά, στον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα και όχι των ιδίων. Θα έλεγα ότι αυτή είναι και η κεντρική θέση τους έναντι όσων τους αποδίδει ο ενάγοντας με την αγωγή του. Ωστόσο, στο φάκελο της υπόθεσης βρίσκεται και η σχετική ειδοποίηση προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου, την οποία εξέδωσαν οι εναγόμενοι, η οποία απευθύνεται στον υπό αναφορά, με την οποία τον ειδοποιούν - μεταξύ άλλων - ότι αξιώνουν εναντίον του να αποζημιωθούν έναντι της απαίτησης του ενάγοντα ή να συνεισφέρει σ' αυτή, με δεδομένο ότι στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, οι ίδιοι ενεργούσαν στη βάση οδηγιών από τον ενάγοντα και/ή από τον υπό αναφορά (δηλαδή τον τριτοδιάδικο) για λογαριασμό του ενάγοντα και/ή στη βάση εγγράφων τα οποία παρουσιάστηκαν στους εναγόμενους, προερχόμενα από τον ενάγοντα και/ή δυνάμει των προνοιών πληρεξουσίου εγγράφου τα οποία παρείχαν στον τριτοδιάδικο εξουσία να προβεί σε πράξεις και/ή συναλλαγές εκ μέρους και για λογαριασμό του ενάγοντα. Με απλή αντιπαραβολή των παραπάνω ισχυρισμών και γενικά, των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών - τους οποίους αποτιμώ στην όψη τους και μόνο, δηλαδή, δηλαδή, χωρίς να τους αξιολογώ και να δηλώνω ποιους αποδέχομαι και ποιους απορρίπτω (αυτό θα γίνει σε κατοπινό στάδιο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της ουσίας) - θεωρώ ότι η υπόθεση του ενάγοντα, δεν είναι λιγότερο ισχυρή από την αντίστοιχη υπόθεση των εναγόμενων. Για να συνεχίσω, όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας δεν έχει στην Κύπρο οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία. Ως εκ τούτου, δεν έχει οποιαδήποτε ουσιαστικά και μόνιμα περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων των εναγόμενων. Με τη σειρά της, η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα, στη δική της ένορκη δήλωση, συναφώς με τα παραπάνω αναφέρει τα εξής: Όπως την ενημερώνει ο ενάγοντας, αλλά και ως εμφαίνεται από τα έγγραφα που βρίσκονται στα φάκελο της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος φυλάσσεται στα γραφεία των δικηγόρων του ενάγοντα, αυτός προέβηκε σε καταθέσεις, συνολικού ποσού $94.
- Το ποσό αυτό αντιπροσώπευε το σύνολο των αποταμιεύσεών του. Προέβηκε σε διάφορες αναλήψεις για την κάλυψη εξόδων και βιοποριστικών αναγκών της οικογένειάς του και ουδέν άλλο ποσό έλαβε. Σήμερα είναι άνεργος με μηδενικά εισοδήματα. Δεν έχει καθόλου αποταμιεύσεις, αφού συνεπεία των πράξεων και παραλείψεων των εναγόμενων αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα. Η οικονομική κατάστασή του έχει επιδεινωθεί δραματικά κατά τον τελευταίο χρόνο, αφού λόγω της οικονομικής κρίσης και της έλλειψης ρευστότητας που έχει προκαλέσει η πανδημία του κορωνοιού, η γενναιοδωρία και φιλανθρωπία φίλων και συγγενών του προς τον ίδιο και την άμεση οικογένειά του, έχει εκλείψει. Όπως περαιτέρω την ενημερώνουν οι δικηγόροι του, η οικονομική κατάστασή του δεν του επιτρέπει την καταβολή κανενός ποσού ως ασφάλεια εξόδων. Τα δε δικηγορικά έξοδα του γραφείου που τον εκπροσωπεί σήμερα, καταβλήθηκαν από φιλικό πρόσωπο του ιδίου, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βοηθηθεί να ανακτήσει περιουσία που απώλεσε. Συνεχίζοντας η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα, αναφέρει και τα εξής: Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω ειλικρινά πιστεύει και είναι η θέση του ενάγοντα ότι η υπό κρίση αίτηση γίνεται με σκοπό την παρεμπόδιση της προώθησης της αγωγής του. Η αγωγή έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας και τυχόν έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας εξόδων, λόγω της οικονομικής κατάστασης του ενάγοντα θα παρεμβάλει ανυπέρβλητα εμπόδια στην πρόσβασή του στη δικαιοσύνη. Συνεπεία των πράξεων και παραλείψεων που καταλογίζει στους εναγόμενους έχει περιέλθει σε κατάσταση ένδειας κατά τρόπο που να αδυνατεί να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια εξόδων. Συνεπώς, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι άδικη και αντίθετη με το πνεύμα της δικαιοσύνης, αφού ο ενάγοντας θα εμποδίζεται από του να προωθήσει την αγωγή του κατά τρόπο που να συνεπάγεται την επιβράβευση και αποκόμιση οφέλους από πλευράς εναγόμενων. Το δικαίωμά τους να αποταθούν στο Δικαστήριο για παροχή ασφάλειας εξόδων δεν μπορεί να υπερισχύσει του δικαιώματος του ενάγοντα να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη και να προωθήσει την απαίτησή του η οποία είναι γνήσια με καλές πιθανότητες επιτυχίας. Οι εναγόμενοι κωλύονται να αιτούνται την έκδοση διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων, καθότι σύμφωνα με τον ενάγοντα είναι οι ίδιοι που ευθύνονται για την οικονομική ζημιά του και είναι υπαίτιοι για την παρούσα οικονομική του κατάσταση, ένεκα της οποίας αδυνατεί να παράσχει την όποια ασφάλεια εξόδων. Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας για τον ενάγοντα παρέμειναν αναντίλεκτοι. Από το περιεχόμενό τους, είναι σαφές, ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας ήθελε διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων, αυτό θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματός του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη προκειμένου να προωθήσει την αγωγή του, η οποία, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), υπό προϋποθέσεις, συγκεντρώνει καλές πιθανότητες επιτυχίας, έστω κι αν το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και για την υπεράσπιση των εναγόμενων. Στην περίπτωση του ενάγοντα δεν τίθεται απλώς θέμα δυσχέρειας να παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόμενων, αλλά πλήρους αδυναμίας. Αδυνατεί να καταβάλει ακόμη και τα έξοδα των δικηγόρων του οι οποίοι τον εκπροσωπούν στην παρούσα αγωγή. Κατά τον ίδιο, το συνολικό ποσό των $94.000 αντιπροσώπευε το σύνολο των αποταμιεύσεών του. Σήμερα είναι άνεργος, με ανύπαρκτα εισοδήματα και αποταμιεύσεις και αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα. Η όποια βοήθεια τύγχανε από συγγενείς και φίλους, λόγω της οικονομικής κρίσης και της έλλειψης ρευστότητας, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοιού, δεν υφίσταται πλέον. Οι ακόλουθες θέσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής τους, δεν με βρίσκουν σύμφωνο: Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ενάγοντας επένδυσε χρήματα στους εναγόμενους 1, που αποτελούν εταιρεία παροχής επενδυτικών εταιρειών. Ως εκ της φύσεως τους αυτές οι συναλλαγές περιέχουν κάποιο ρίσκο. Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή παραβλέπει πλήρως την αιτία της αγωγής του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων. Ο ενάγοντας δεν προσάπτει στους εναγόμενους γενικά και αόριστα ότι απώλεσε τα λεφτά που είχε επενδύσει μέσω τους, για να ισχύει αυτό που, ούτε λίγο ούτε πολύ υπαινίσσονται οι δικηγόροι τους, που κατά το κοινώς λεγόμενο εκφράζεται με τη φράση «έπαιξες και έχασες». Ό,τι αποδίδει στους εναγόμενους με την αγωγή του, που αποτελεί και την κεντρική θέση του είναι ότι με μια σειρά από ποινικά κολάσιμες πράξεις και παραλείψεις σφετερίστηκαν το σύνολο των επενδυμένων και επανεπενδυμένων χρημάτων του τα οποία στον ουσιώδη χρόνο ήσαν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς τους, ύψους $383.216,
- Για να συνεχίσω, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοούν οι δικηγόροι των εναγόμενων, αποδίδοντας στον ενάγοντα ότι εκθέτει με γενικότητα ότι είναι άνεργος, χωρίς εισοδήματα, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το επάγγελμά του και τις προσπάθειές του να εξεύρει εργασία. Εάν οι εναγόμενοι ήθελαν να αμφισβητήσουν αυτό τον ισχυρισμό του ενάγοντα, θα μπορούσαν και όφειλαν να το κάνουν με τον ορθό, δικονομικά, τρόπο. Είτε ζητώντας άδεια καταχώρησης απαντητικής συμπληρωματικής δήλωσης, με την οποία να προσκομίζουν περί αντιθέτου μαρτυρία (αν διέθεταν τέτοια μαρτυρία) είτε ακόμη, ζητώντας άδεια αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας για τον ενάγοντα. Ούτε το ένα έκαναν μα ούτε και το άλλο. Απ' εκεί και πέρα, το γεγονός ότι ο ενάγοντας είχε - όπως πολύ ορθά υποβάλλεται - τη δυνατότητα να δανειστεί χρήματα από φίλους και συγγενείς δεν σημαίνει ότι έχει και σήμερα τέτοια δυνατότητα. Εν πάση περιπτώσει, η ενόρκως δηλούσα γι' αυτόν, αναφέρει για ποιο λόγο δεν έχει πλέον τέτοια δυνατότητα. Τέλος, επί του ισχυρισμού των δικηγόρων των εναγόμενων ότι το ποσό που ζητείται να καταβληθεί ως ασφάλεια εξόδων δεν είναι τόσο μεγάλο καθώς και επί της θέσης τους, ότι ο ενάγοντας, με τον ίδιο τρόπο που αντλεί χρηματοδότηση για τη δική του εκπροσώπηση θα πρέπει να είναι σε θέση να αντλήσει κεφάλαια και για την παροχή ασφάλειας εξόδων, θα ήθελα να πω τα εξής: καταρχάς, το ποσό, πέραν των €27.000 για το οποίο οι εναγόμενοι ζητούν να τους καταβάλει ο ενάγοντας ως ασφάλεια για τα έξοδά τους, τόσο γενικά όσο και ειδικά για τον ίδιο, δεδομένης της ανυπαρξίας οποιουδήποτε εισοδήματος εκ μέρους του, είναι υπέρογκο και όχι απλώς, μεγάλο. Απ' εκεί και πέρα, η ενόρκως δηλούσα για αυτόν, εκείνο που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της είναι ότι τα δικηγορικά έξοδα του γραφείου που τον εκπροσωπεί σήμερα, καταβλήθηκαν από φιλικό του πρόσωπο. Ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι οποιοδήποτε πρόσωπο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να καταβάλλει τα δικηγορικά του έξοδα. Έπειτα, ούτε και είναι γνωστό το ύψος των εν λόγω δικηγορικών εξόδων και εν πάση περιπτώσει και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ακόμη και να εξακολουθεί να καταβάλλει τα δικηγορικά έξοδα των δικηγόρων του το φιλικό του πρόσωπο, δεν νομίζω να είναι τόσο απλό να του ζητήσει να καταβάλει και μάλιστα, εκ προοιμίου και τα δικηγορικά έξοδα των αντιδίκων του, ως ασφάλεια, για το ενδεχόμενο που θα αποτύχει η αγωγή του. Και να το έκανε, γενικά ομιλούντες, μου φαίνεται ότι κανένας νοήμων άνθρωπος, όσο έντονα και να είναι τα φιλικά αισθήματα που τρέφει για κάποιο άλλο, θα ανταποκρινόταν θετικά σ' ένα τέτοιο αίτημα. Με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση όλων των παραπάνω δεδομένων, θεωρώ πως - όπως και το Εφετείο στη Σωκράτους (ανωτέρω) -, στην περίπτωση του ενάγοντα, δεν χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, αφού κάτι τέτοιο, θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματός του για πρόσβαση στο Δικαστήριο και θα αντιστρατευόταν το θεμελιακό ερμηνευτικό αξίωμα του δικαίου ότι ο νόμος δεν δύναται να επιβάλλει το αδύνατο. Γενικά, θα έλεγα ότι, οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες, ώστε, εκείνο που βαραίνει περισσότερο στη σκέψη μου, από τους διάφορους παράγοντες/κριτήρια που προσμετρούν κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του ενάγοντα, η οποία είμαι βέβαιος, πως δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με το διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων των εναγόμενων σε περίπτωση έκδοσης τέτοιου διατάγματος [βλ. την The Continental Insurance Company of Hampshire (ανωτέρω)]. Ακόμη ένας λόγος που δεν συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης είναι και το γεγονός ότι κατά τον ενάγοντα, η σημερινή δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σε βαθμό που αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια για τα έξοδα των εναγόμενων, αποτελεί απότοκο των δικών τους πράξεων και παραλείψεων (βλ. τις υποθέσεις Sir Lindsay Parkinson Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 AII E.R. 273 και McAteer & Beechfinch Limited v. Lismore [2000] NICh 53 (8th November, 2000)). Ακολουθεί ότι οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος και 11ος λόγοι ένστασης, είναι βάσιμοι. Και με δεδομένο ότι συνεπεία αυτού διαγράφεται η τύχη της αίτησης - η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή -, θεωρώ περιττή την εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο