← Κύπρος

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ZITH STAINLESS STEEL CONSTRUCTION LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3315/14, 15/2/2023

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ZITH STAINLESS STEEL CONSTRUCTION LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3315/14, 15/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3315/14 Μεταξύ: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων - και -

  1. ZITH STAINLESS STEEL CONSTRUCTION LIMITED
  2. Μαρούλα Roger Γεωργίου, υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Roger N. Γεωργίου Εναγόμενων Αίτηση τροποποίησης υπό των Εναγόντων ημερομηνίας 2.3.22 Ημερομηνία: 15η Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κος. Δημητριάδης Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα. Μαραγκού Ενδιάμεση Απόφαση Η διαφορά των διαδίκων χρονολογείται από το έτος
  3. Μόλις στις 2.3.22, ο κοινώς διορισμένος δικηγόρος των Εναγόμενων 1 και 2 καταχώρισε αντίστοιχες αιτήσεις για τροποποίηση των αντίστοιχων Υπερασπίσεων των πελατών του, οι οποίες είχαν εξ αρχής καταχωριστεί, επίσης αντίστοιχα, στις 10.6.15 και 8.7.
  4. Όσων αφορά την Εναγόμενη 1, η αίτηση τροποποίησης έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες και στις 30.11.22 εκδόθηκε αντίστοιχο εκ συμφώνου Διάταγμα του Δικαστηρίου. Παρέμεινε η υπό κρίση Αίτηση που αφορά μόνον την Εναγόμενη 2, της οποίας μάλιστα επιτράπηκε, εκ συμφώνου, η τροποποίησή της ούτως ώστε να περιλαμβάνει στη νομική βάση της τη Διαταγή 23 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και διαζευκτικό αίτημα για καταχώριση περαιτέρω Υπεράσπισης της Εναγόμενης
  5. Ως διαφαίνεται από το Αιτητικό, η κρίσιμη Αίτηση αφορά τροποποίηση μεγάλης έκτασης της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 2 αιτείται όπως οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της Υπεράσπισης διαγραφούν, όπως η αρίθμηση της παραγράφου 1 αλλάξει σε 3, της παραγράφου 2 σε 4 και της παραγράφου 8 σε 10 και όπως προστεθούν ως νέες παράγραφοι 1, 2, 5, 6, 7, 8, 9 και 11, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται στο σώμα της Αίτησης. Την Αίτηση στήριξε με ένορκη δήλωσή του ο Διευθυντής της Εναγόμενης 1, ο οποίος όντας εξουσιοδοτημένος, ως αναφέρει, από την Εναγόμενη 2, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση «βασίζεται σε γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2, η οποία έγινε στις 08/07/2015 και συγκεκριμένα στα γεγονότα που ετέθησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και στην εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 963/12, ημερομηνίας 14/06/2019». Η καθυστέρηση, κατά τον ομνύοντα, «οφείλεται στις επιπτώσεις της πανδημίας καθώς και στο γεγονός ότι ο δικηγόρος της Αιτήτριας που χειρίζεται την υπόθεση Ανδρέας Δημητριάδης ασθενούσε με σοβαρά διαδοχικά προβλήματα υγείας». Είναι η θέση του ομνύοντος δε ότι, τυχόν έγκριση του αιτήματος, δεν θα καθυστερήσει ούτε θα εκτροχιάσει τη διαδικασία, αλλά αντίθετα τυχόν απόρριψή του θα ισοδυναμούσε με στέρηση της δικαιοσύνης για την Εναγόμενη 2 καθότι δεν θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Με 12 λόγους η πλευρά των Εναγόντων πρόβαλε ένσταση στην Αίτηση. Συνοψίζονται στα ότι δεν πληρούνται οι νομικές αλλά και πραγματικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος, ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση από πλευράς της Εναγόμενης 2 στην υποβολή του αιτήματος χωρίς να δίδεται ικανοποιητικός λόγος, αλλά και ότι μέσω της Αίτησης προωθούνται ψευδή και παραπλανητικά στοιχεία προς υποστήριξη της ίδιας της Αίτησης. Είναι θέση των Εναγόντων επίσης ότι μέσω της Αίτησης προωθείται ουσιαστικά πλήρης μεταβολή των ισχυρισμών της Υπεράσπισης. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, επαναλαμβάνονται οι λόγοι και προωθείται η θέση της ομνύουσας υπαλλήλου των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 2, ανεξήγητα και με καθυστέρηση επιχειρεί να θέσει εντελώς αντίθετους ισχυρισμούς από εκείνους της αρχικής της Υπεράσπισης, συγκεκριμένα να μετατρέψει παραδοχές σε αρνήσεις. Προκύπτει εκ των ανωτέρω, κατά την ομνύουσα, το κακόπιστο και καταχρηστικό του αιτήματος της Εναγόμενης
  6. Προσθέτει η ίδια ότι το αίτημα δεν αφορά εξ ολοκλήρου σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης αλλά και σε γεγονότα που χρονολογούνται πριν καν την καταχώριση της Αγωγής. Η αιτούμενη δε προσθήκη νομικού σημείου δεν δικαιολογείται επαρκώς αλλ' ούτε συνεπικουρείται από γεγονότα και γίνεται και πάλιν καθυστερημένα, με την καθυστέρηση τούτη να πλησιάζει τα 3 έτη από την επέλευση των επικαλούμενων σχετικών γεγονότων. Επί της ουσίας του ισχυρισμού, η ομνύουσα επίσης αναφέρει ότι τα ως άνω γεγονότα, τα οποία κατά τον ισχυρισμό της πλευράς της Εναγόμενης 2 προέκυψαν από την απόφαση στη Γενική Αίτηση 963/2012, δεν προσδιορίζονται επαρκώς, αλλά ούτε προσκομίζονται οποιαδήποτε τεκμήρια, ούτως ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποια εξ αυτών δεν ήταν γνωστά από το έτος 2012 που καταχωρίστηκε η εν λόγω διαδικασία και να αποτιμηθεί ορθά ο χρόνος της καθυστέρησης. Οι γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων που κατατέθηκαν την ημέρα της Ακρόασης είναι μαρκοσκελείς και αυτολεξεί επανάληψη του περιεχομένου τους εδώ θα καταλάμβανε τεράστια έκταση. Αρκεί να επισημάνω ότι έλαβα υπόψη μου το καθετί τέθηκε μέσω τους και συνοψίζω τα κύρια σημεία που προβάλλονται ως εξής: Αφενός ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 τονίζει ότι η καθυστέρηση οφείλεται κυρίως σε ασθένεια του ιδίου και στις επιπτώσεις της πανδημίας, αλλά, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο νομολογιακώς κέκτηται εξουσίας να διατάξει τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, με γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παραπέμπει δε και σε Νομολογία στην οποία τροποποίηση επετράπη με τη διαπίστωση ότι τα όσα ζητούνται να τροποποιηθούν δεν προσθέτουν αιτία αγωγής αλλά μόνον στοιχεία που συνιστούν διεύρυνση της υφιστάμενης αιτίας. Επικαλείται επιπροσθέτως τις πρόνοιες της Διαταγής 23 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Ως προς τις αποσύρσεις παραδοχών που προκύπτουν, εάν ήθελε εγκριθεί η κρίσιμη Αίτηση, ο συνήγορος αναφέρει ότι το ζήτημα διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες δικογράφησης και με παραπομπή σε Νομολογία εισηγείται ότι παραδοχή σε δικόγραφο δύναται να αποσυρθεί εάν έγινε εκ παραδρομής ή όπου ήρθαν στο φως νέα γεγονότα και εφόσον το Δικαστήριο έχει διερευνήσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες η εν λόγω παραδοχή είχε εξ αρχής γίνει. Αφετέρου, η συνήγορος της Ενάγουσας με εξίσου μακροσκελή και εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση φανερώνει αρχικά το κοινό έδαφος των διαδίκων πλευρών αναφορικά με την εφαρμογή της Διαταγή 25 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού ως είχε πριν την τροποποίησή της που τέθηκε σε ισχύ από την 1.1.
  7. Ως εκ τούτου υπάρχουν κοινές αναφορές σε νομολογιακές αρχές. Πέραν τούτου και πιο συγκεκριμένα, η συνήγορος της Ενάγουσας εστιάζει στην πρόκληση αδικίας και βλάβης που η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει στην πελάτη της εάν ήθελε εγκριθεί. Προκρίνει επίσης ότι το βάρος αιτιολόγησης για την αιτούμενη τροποποίηση είναι ανάλογο με το στάδιο που το αίτημα προβάλλεται και είναι αναγκαίο όπως ο αιτών αιτιολογήσει την καθυστέρηση τούτη και εν τοιαύτη περιπτώσει, ο Εναγόμενη 2 δεν προσφέρει επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση τούτη αλλ' ούτε προσδιορίζει επαρκώς τον κατ' ισχυρισμό χρόνο κατά τον οποίο τα γεγονότα που αιτείται να δικογραφήσει περιήλθαν εν γνώσει της. Τονίζεται δε ότι η θέση της Ενάγουσας είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη καθότι μέσω της αποπειράται η εισαγωγή ψευδών και κακόπιστων ισχυρισμών και η ίδια η αίτηση ουσιαστικά ισοδυναμεί με διαγραφή της υφιστάμενης υπεράσπισης, ζητήματα που αναδείχθηκαν με την ένορκη δήλωση που στήριξε την ένσταση αλλά παρέμειναν αναντίλεκτα από την πλευρά της Εναγόμενης
  8. Ως προς την εφαρμογή της Διαταγής 23, πλην του νομικού σημείου που προτίθεται η Εναγόμενη 2 να εγείρει στην παράγραφο 2 της αιτούμενης προς καταχώριση τροποποιημένης Υπεράσπισης, αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατά τον οποίο φαίνεται να ανέκυψαν τα στοιχεία τα οποία η Εναγόμενη 2 προτίθεται να δικογραφήσει. Ως προς τη νομική πτυχή του θέματος αναφέρω εν είδει υπενθύμισης ότι πράγματι, πριν την τροποποίηση της Διαταγής 25, τα Δικαστήρια υιοθέτησαν μια φιλελεύθερη προσέγγιση στο ζήτημα της τροποποίησης δικογράφου και έχοντας κατά νου, κυρίως, το συμφέρον της δικαιοσύνης, τον καθορισμό πραγματικών ζητημάτων προς επίλυση κατά τη δίκη, το χρόνο κατά τον οποίο η τροποποίηση ζητείτο και το είδος, την επίδραση που τυχόν έγκρισή της θα είχε στα δικαιώματα των διαδίκων και τον κίνδυνο εκτροχιασμού της διαδικασίας, δύναντο να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια υπέρ της έγκρισης, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω εν πρώτοις επισημαίνω ότι, η προσέγγιση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας, εν μέρει και όπως αναπτύσσεται σε συγκεκριμένα σημεία της αγόρευσής της δεν με βρίσκει σύμφωνο. Συγκεκριμένα και όσων αφορά το κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προτίθεται η Εναγόμενη 2 να παραθέσει είναι ψευδείς και άρα κακόπιστοι και τούτο, και πάλι εν μέρει, λόγω της μη αμφισβήτησης από πλευράς της των όσων η ομνύουσα για την ενιστάμενη Ενάγουσα παρέθεσε, κρίνω ότι δεν μπορεί να τύχει αξιολόγησης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Συνεπώς, και στη βάση των ισχυρισμών και χαρακτηρισμών που η ομνύουσα για την ενιστάμενη Ενάγουσα παρέθεσε και απέδωσε, δεν μπορώ να κρίνω κατά πόσο το αίτημα εδράζεται επί ψευδών στοιχείων και συνεπώς να το απορρίψω ως κακόπιστο, επειδή ακριβώς, το παρόν στάδιο, δεν προσφέρεται για ουσιαστική αποτίμηση των όσων έκαστη πλευρά ισχυρίζεται. Σπεύδω επίσης να επισημάνω ότι, παρά τις πολλές αναφορές σε πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα της Ενάγουσας που τυχόν έγκριση του αιτήματος της Εναγόμενης 2 θα επιφέρει, δεν συγκεκριμενοποιείται οτιδήποτε - οπουδήποτε - έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκτιμήσει τη βλάβη τούτη και να κρίνει εάν μπορεί ή όχι να θεραπευθεί με διαταγή για έξοδα. Παρά το προφανές βάρος που η Εναγόμενη 2 φέρει να αιτιολογήσει το αίτημά της, ζήτημα που πραγματεύομαι αμέσως πιο κάτω, η Ενάγουσα, από την μεριά της, θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιήσει το είδος της κατ' ισχυρισμό επαπειλούμενης βλάβης και σε τι συνίσταται τούτη. Ως προανέφερα, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να με οδηγεί να καταλήξω σε ανάλογη διαπίστωση. Με τα πιο πάνω κατά νου, στρέφω την προσοχή μου στην κρίσιμη Αίτηση αυτή καθαυτή και εν όψει της προαναφερθείσας έκτασης της αιτούμενης τροποποίησης, αλλά και της μεταβολής της θέσης της Εναγόμενης 2 που αυτή εμπεριέχει, η οποία σημειώνω είναι σε ορισμένες παραγράφους πλήρης, επισημαίνω ότι εναπόκειτο στην πλευρά της Εναγόμενης 2 να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η Αίτηση είναι αρκούντως αιτιολογημένη, αναγκαία ούτως ώστε να τίθεται προς επίλυση το πραγματικό ζήτημα μεταξύ των διαδίκων, ότι η διαδικασία δεν πρόκειται να εκτροχιαστεί σε περίπτωση έγκρισης και ότι η Αίτηση γίνεται εντός χρόνου η πάροδος του οποίου από την καταχώριση της πρώτης Υπεράσπισης ή των γεγονότων εκείνων που επέφεραν την ανάγκη για τροποποίηση είναι αιτιολογημένη. Ανάγνωση της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης φανερώνει ότι τα όσα αναφέρονται για να αιτιολογήσουν το αίτημα στο στάδιο που γίνεται εντοπίζονται μόνον στις παραγράφους 3 και
  9. Οτιδήποτε άλλο καταγράφεται αφορά γενικά την κατ' ισχυρισμό επίδραση της έγκρισης ή απόρριψης της Αίτησης σε έκαστο εκ των διαδίκων ανάλογα, την, κατά την πλευρά της Εναγόμενης 2, ανάγκη για έγκριση καθώς και την επανάληψη αυτολεξεί της αιτούμενης τροποποίησης. Διαπιστώνω εκ του περιεχομένου των ως άνω παραγράφων 3 και 4, ότι στην ένορκη δήλωση που στήριξε την Αίτηση δεν συγκεκριμενοποιούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο ποια είναι τα γεγονότα εκείνα που προέκυψαν «μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης [.] και συγκεκριμένα [.] γεγονότα που ετέθησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 963/12 [.]». Ο ομνύοντας δηλαδή, πέραν του απλού ισχυρισμού ότι τα γεγονότα που προτίθενται να δικογραφηθούν προέκυψαν υπό τις πιο πάνω συνθήκες, δεν επεξηγεί με ποιο τρόπο αυτά προέκυψαν ούτε από ποιον και με ποιο τρόπο «ετέθησαν» ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου στην αναφερόμενη Γενική Αίτηση, εκτός από τις παραγράφους 2, 9 και
  10. Στις εν λόγω παραγράφους διαφαίνεται να γίνεται παραπομπή στην εν λόγω απόφαση και θα αναφερθώ σε αυτές πιο κάτω. Πέραν όμως εκείνων, δεν είναι ευδιάκριτο ποια γεγονότα πράγματι προέκυψαν κατά τον τρόπο που περιγράφεται, αλλά και η ίδια η περιγραφή δεν είναι αρκούντως λεπτομερής ούτως ώστε να καθίσταται αντιληπτό, από ανάγνωση του σώματος του αιτήματος, ποια γεγονότα όντως προέκυψαν στο πλαίσιο που αναφέρεται. Ως προς τις προς προσθήκη παραγράφους 1, 2, 5, 6, 7, 8, 9 και 11, διαπιστώνω για έκαστη εξ αυτών τα ακόλουθα: Η παράγραφος 1 φαίνεται να αποτελεί άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας όπου αυτοί δεν συνάδουν με τους δικούς της. Δεν έχει επεξηγηθεί η ανάγκη της προσθήκης της εν λόγω παραγράφου, ούτε εάν η άρνηση καθίσταται αναγκαία εκ των κατ' ισχυρισμό γεγονότων τα οποία και πάλι κατ' ισχυρισμό προέκυψαν ή ετέθησαν στην Γενική Αίτηση 963/20, ως το καθορισμένο εφαλτήριο για την κρίσιμη Αίτηση της Ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση, εν όψει της γενικότητάς της, το κατά πόσο θα πρέπει να επιτραπεί η προσθήκη της παραγράφου 1 θα εξαρτηθεί από την θεώρηση των λοιπών προς προσθήκη παραγράφων. Αναφορικά με τις παραγράφους 2 και 11 διαπιστώνω ότι αφενός με την παράγραφο 2 εγείρεται προδικαστική ένσταση εδραζόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.6.19 και παρατίθενται και κατ' ισχυρισμό συγκεκριμένα σημεία της εν λόγω απόφασης επί των οποίων η Εναγόμενη 2 φαίνεται να βασίζει την ένστασή της και αφετέρου, με την παράγραφο 11, προωθείται ο ισχυρισμός ότι, εν όψει της εν λόγω απόφασης, οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας είναι ανυπόστατοι ή και «δεδικασμένοι». Εν προκειμένω θεωρώ ότι, εκ πρώτης όψεως του περιεχομένου των εν λόγω παραγράφων, αυτές θα μπορούσαν δυνητικά να θεωρηθούν ως προκύπτουσες από την απόφαση ημερομηνίας 14.6.
  11. Το κατά πόσο θα επιτραπεί η προσθήκη τους απομένει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των λοιπών παραγόντων που το Δικαστήριο καθηκόντως θα σταθμίσει πιο κάτω. Αναφορικά όμως με τις παραγράφους 5, 6 και 7 δεν έχει, μέσω της μαρτυρίας που στηρίζει την Αίτηση, επεξηγηθεί με ποιο τρόπο το περιεχόμενό τους προκύπτει από τα όσα «ετέθησαν» ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση ή από την εκ συμφώνου απόφαση σε αυτή. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των εν λόγω παραγράφων είναι ότι φαίνεται να αφορούν σε ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι χρονολογούνται τόσο πριν την 14.6.19 όσο και πριν το έτος 2012 και όχι εμφανώς να προκύπτουν από την απόφαση στην σχετική Γενική Αίτηση και συνεπώς δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί δικαστικώς το κατά πόσο το περιεχόμενό τους ανταποκρίνεται στο χρονικό πλαίσιο που η ίδια η Εναγόμενη 2 έθεσε ως την απαρχή για την ανάγκη υποβολής της Αίτησης. Η δε παράγραφος 8 φαίνεται να αφορά τους λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη 2 οδηγήθηκε στο να καταχωρίσει τη Γενική Αίτηση 963/12 και μπορεί, κατά τα φαινόμενα, να σχετίζεται με την εν λόγω διαδικασία, αλλά παρατηρώ ότι τα γεγονότα που παρατίθενται ουσιαστικά περιορίζονται στα όσα η Εναγόμενη 2 φέρεται να ζητούσε στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, η οποία καταχωρίστηκε, όπως προκύπτει, το 2012, πριν καν δηλαδή την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Επαναλαμβάνω ότι δεν προσφέρεται οποιαδήποτε επεξήγηση για το λόγο που τα εν λόγω γεγονότα δεν ήταν δυνατό ή δεν τέθηκαν εξ αρχής στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 2 ή και μεταγενέστερα μέχρι και την 14.6.2019, αλλ' ούτε με ποιο τρόπο σχετίζονται ή προκύπτουν από το γεγονός που η ίδια η πλευρά της Εναγόμενης 2 έθεσε ως χρονικό ορόσημο στη βάση του αιτήματός της για τροποποίηση της Υπεράσπισης στις 2.3.
  12. Όσον αφορά την παράγραφο 9, σε αυτή αναφέρεται ότι «[κ]ατά την προσκόμιση μαρτυρίας με τη μορφή Ένορκης Δήλωσης των αντιδίκων διαπιστώθηκαν μεταξύ άλλων [.]» τα όσα καταγράφονται στις προς προσθήκη υποπαραγράφους 9.
  13. έως 9.
  14. Υπενθυμίζω ότι δεν προσκομίζεται η κατ' ισχυρισμό ένορκη δήλωση στην οποία ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι τέθηκαν τα όσα αναγράφονται στις εν λόγω υποπαραγράφους. Συνεπώς είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να διαπιστώσει αφενός το πότε χρονικά καταχωρίστηκε η ρηθείσα ένορκη δήλωση και αφετέρου να αποτιμήσει ποιοι εκ των προβεβλημένων ισχυρισμών πράγματι περιήλθαν στη γνώση της Εναγόμενης 2 δια της κατ' ισχυρισμό ενόρκου δηλώσεως. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το ζήτημα του χρόνου στον οποίο καταχωρίστηκε η κρίσιμη Αίτηση. Από την ημέρα έκδοσης της απόφασης στη Γενική Αίτηση 963/12, δηλαδή από την 14.6.19, παρήλθαν περίπου 2 χρόνια και 9 μήνες μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της Αίτησης, δηλαδή στις 2.3.
  15. Ο πάροδος του χρόνου χωρίς καταχώριση της κρίσιμης Αίτησης αιτιολογείται, σύμφωνα με τη θέση της Εναγόμενης 2, αφενός στην ασθένεια του δικηγόρου της και αφετέρου στην επίδραση της πανδημίας του Covid-
  16. Πέραν των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 3, δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο υποστηρικτικά ούτε δίδονται λεπτομέρειες αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο τα πιο πάνω ζητήματα συνδυαστικά επίδρασαν στο να προκληθεί καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, διαπίστωσα ότι ο δικηγόρος της Εναγόμενης 2 είχε στο παρελθόν καταχωρίσει στο Δικαστήριο ιατρικά πιστοποιητικά με τα οποία του χορηγείτο άδεια ανάρρωσης μεταξύ της 9.10.21 και της 25.11.21 και σχετική ενημέρωση ότι περί τις αρχές 4.2.22 θα υποβαλλόταν σε χειρουργική επέμβαση. Εντοπίζεται επίσης, από σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, ότι η πρόθεση της πλευράς της Εναγόμενης 2 να προβεί σε καταχώριση Αίτησης τροποποίησης επί τη βάση της απόφασης στη Γενική Αίτηση, φαίνεται να δηλώνεται από την 28.11.
  17. Η πλευρά των Εναγόντων ήτο, ως φαίνεται, ενήμερη για την κατάσταση τούτη. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της έκδοσης της απόφασης στη Γενική Αίτηση 463/19 και της ημερομηνίας καταχώρισης της παρούσας Αίτησης δεν είναι τόσο ασυνήθιστα μεγάλος, ούτε στερείται της ελάχιστης αιτιολόγησης σε βαθμό που να μην επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, κατά την Εναγόμενη 2, τα όσα προκύπτουν από την απόφαση στη Γενική Αίτηση 463/19 είναι σοβαρά και δικαιολογούν έως και την εισαγωγή ισχυρισμού περί κωλύματος στην παρούσα διαδικασία. Των πιο πάνω λεχθέντων, έστω και με την κατάληξη ότι η καθυστέρηση μεταξύ της απόφασης στη Γενική Αίτηση θα ήταν δυνατό να δικαιολογηθεί σταθμισμένη στο σύνολο των περιστάσεων που πλαισιώνουν το αίτημα, πρέπει να αναφέρω ότι, εκτός των προς προσθήκη παραγράφων 2 και 11, εν τη απουσία επεξήγησης και αιτιολόγησης από την πλευρά της Εναγόμενης 2 και όταν τούτο δεν είναι εμφανές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε υποθέσεις αναφορικά με το κατά πόσο οι υπόλοιπες παράγραφοι και τα γεγονότα που καταγράφονται σε αυτές προέκυψαν ως αναφέρεται από την πλευρά της Εναγόμενης
  18. Αποτελούσε υποχρέωση της πλευράς που προβάλλει το αίτημα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα δεν ήταν γνωστά στην Εναγόμενη 2 μέχρι και το χρονικό σημείο που η ίδια η Εναγόμενη 2 υπέδειξε στην Αίτησή της και καθ' αυτό τον τρόπο να αιτιολογήσει το εν λόγω αίτημα είτε αυτό εδραζόταν στη βάση της Διαταγής 25 είτε της Διαταγής 23 είτε και στις δύο. Εάν η υποχρέωση τούτη εκπληρωνόταν τότε το Δικαστήριο θα ήταν σε θέση να υπαγάγει τα γεγονότα αυτά στην αξιολόγηση του παράγοντα χρόνου και να είναι σε θέσει να σταθμίσει την ανάγκη συμπερίληψής τους, λαμβανομένης και της επίδρασης που θα είχαν στην όλη υπόθεση. Η πλευρά της Εναγόμενης 2 δεν προσέφερε στο Δικαστήριο ικανοποιητικά στοιχεία ότι πράγματι τα γεγονότα στις παραγράφους 1, 5, 6, 7, 8 και 9 που προσπαθεί να ισχυριστεί προέκυψαν από την απόφαση στη Γενική Αίτηση 963/20 και ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο αντιμετωπίζει αντικειμενική δυσκολία στο να εκτιμήσει το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα και να αποφασίσει εάν μπορεί να αιτιολογηθεί πραγματικά, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης της Υπεράσπισης της οποίας αποπειράται η μεταβολή και του ενδεχόμενου εκτροχιασμού της διαδικασίας ένεκα αυτής. Ναι μεν ο παράγοντας χρόνος δεν είναι το μοναδικό κριτήριο για κρίση επί της Αιτήσεως, αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι σε θέση να τον εκτιμήσει και συνεκτιμήσει το αίτημα στο σύνολό του. Ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε και αιτιολογήθηκε το αίτημα κρίνω ότι η πλευρά της Εναγόμενης 2 δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό ως προς το πραγματικό έρεισμα του αιτήματος όσον αφορά τις προαναφερθείσες παραγράφους. Έχοντας λάβει υπόψη την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, αλλά παράλληλα και τους λόγους που προωθήθηκαν για να την επεξηγήσουν, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης και τη σημασία που αυτή έχει για την υπόθεση της Εναγόμενης 2 και έχοντας επίσης σταθμίσει και αντιπαραβάλει τυχόν κίνδυνο εκτροχιασμού της ενώπιον μου διαδικασίας ο οποίος είναι συνυφασμένος με την έκταση και φύση της αιτούμενης τροποποίησης, αλλά και εκείνον του πιθανού δυσμενούς επηρεασμού της πλευράς της Ενάγουσας που τυχόν έγκριση της Αίτησης θα ενείχε ο οποίος εν προκειμένω δεν συγκεκριμενοποιήθηκε, κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί ως προς το να επιτραπεί στην πλευρά της Εναγόμενης 2 να τροποποιήσει την Υπεράσπισή της κατάλληλα προκειμένου να συμπεριλαμβάνει τις παραγράφους 2 και
  19. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης με διαγραφή των παραγράφων 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 της Υπεράσπισης και με την αναρίθμηση της παραγράφου 1 σε 3, της παραγράφου 2 σε 4 και της παραγράφου 8 σε 10 και η προσθήκη νέων παραγράφων 1, 5, 6, 7, 8 και 9 απορρίπτεται. Η απόρριψη των προς προσθήκη παραγράφων 5 έως 9 θεωρώ ότι δεν θα ήταν συμβατή με το να επιτραπεί η συμπερίληψη της νέας παραγράφου 1, η οποία ουσιαστικά αφορά την γενική άρνηση ισχυρισμών της Ενάγουσας εκτός όπου συνάδουν με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και απόρριψη των απαιτήσεων. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 δια της προσθήκης της προτεινόμενης προς τροποποίηση παραγράφου 2 όπως περιλαμβάνεται στο Αιτητικό της Αίτησης Τροποποίησης ημερομηνίας 2.3.22, ως νέας παραγράφου 1 της Υπεράσπισης. Εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο η υφιστάμενη παράγραφος 1 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2, όπως και κάθε επόμενη παράγραφος μέχρι και την παράγραφο 10 αναριθμηθούν με απαρχή τον αριθμό
  20. Εκδίδεται τέλος διάταγμα με το οποίο η υφιστάμενη παράγραφος 11 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 διαγράφεται και αντικαθίσταται με την προτεινόμενη προς τροποποίηση παράγραφο 11 της Αίτησης Τροποποίησης ημερομηνίας 2.3.22, ως νέα παράγραφο 12 της Υπεράσπισης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος, το οποίο να ζητηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την ημέρα καταχώρισης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, εν όψει της επιτυχίας της Αίτηση σε περιορισμένο βαθμό, κρίνω ορθό όπως διατάξω κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. Τα έξοδα όμως που σπαταλούνται από την τροποποίηση (thrown away) επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.