← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα, Αρ. Αγωγής: 5244/2015, 21/2/2023

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα, Αρ. Αγωγής: 5244/2015, 21/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5244/2015 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα - και - Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα Εναγομένων Ημερομηνία: 21/02/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κα Ζ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για Εναγόμενους: κ. Κ. Αριστείδου για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει την καταβολή του ποσού των €3.519.160,17, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένη οφειλή για την αξία του νερού που έχει παραχωρηθεί στους Εναγόμενους, μέσω του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου για υδροδότηση των περιοχών Μουτταγιάκας, Αγ. Τύχωνα, Παρεκκλησιάς, Πύργου και Μονής (πρώην Περιοχή Αμαθούντας), για τη χρονική περίοδο 01.01.2013 - 31.08.
  2. Το πιο πάνω ποσό οφείλεται δυνάμει των όρων σχετικής συμφωνίας και/ή της ΚΔΠ 366/97 και/ή δυνάμει σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και/ή δυνάμει σχετικής απόφασης και/ή πρακτικών της Επιτροπής Κυβερνητικού Υδατικού Έργου για υδροδότηση των πιο πάνω περιοχών, που λήφθηκε κατά ή περί την 21.12.
  3. Αξιώνει επίσης την καταβολή των πιο κάτω τόκων: «Β. Δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας επί του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού προς 4,75% για το έτος 2013, προς 4,5% για το έτος 2014 και προς 4% για το έτος 2015 και/ή κατά το ποσοστό και διάρκεια που εκάστοτε καθορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών, μέχρι την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Γ. Δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας ποσού €101,978.48 για το έτος 2012.» Ο Ενάγοντας εγείρει την παρούσα αγωγή εκ μέρους του Επάρχου Λεμεσού δυνάμει του άρθρου 57 τον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, του άρθρου 11 της Κ.Δ.Π. 366/97 και της Κ.Δ.Π. 97/10, των διατάξεων του Περί Κυβερνητικών Υδάτων Έργων Νόμου Κεφ. 341, όπως τροποποιήθηκε και του Περί της Ενιαίας Διαχείρισης Υδάτων Νόμου, 79

(1)/
  1. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία αρνούνται την επίδικη οφειλή. Προβάλλουν τη θέση ότι ο Ενάγοντας, παρά την τοποθέτηση υδρομετρητών στις υδατοδεξαμενές του Αγ. Τύχωνα, συνεχίζει να τιμολογεί τους Εναγόμενους με βάση τις ενδείξεις στα σημεία των γεωτρήσεων στην κοίτη του ποταμού Άμαθος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την τιμολόγηση ποσότητας νερού που χάθηκε κατά τη μεταφορά του μέσω του κεντρικού αγωγού στις υδατοδεξαμενές του Αγ. Τύχωνα και ουδέποτε παραλήφθηκε στις πιο πάνω υδατοδεξαμενές. Ισχυρίζονται ότι για την περίοδο 15.07.2007 μέχρι 31.12.2017 έχουν χρεωθεί λανθασμένα και αδικαιολόγητα με τη συνολική ποσότητα νερού, 2.178.454 κ.μ., που αντιστοιχεί σε €1.761.213,39, πλέον €67.889,26 τόκους. Στην παράγραφο 13 του δικογράφου τους αναφέρουν τα πιο κάτω τα οπoία θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέτω αυτούσια: «Διαζευκτικά με τα πιο πάνω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας θα έπρεπε να εφαρμόζει κάθε χρόνο €50,050 έκπτωση και/ή να αφαιρεί από την χρέωση που επέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό αυτό για ατελή ποσότητα 65.000 τόνων νερού και ο Εναγόμενος λέγει ότι για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2018 αδικαιολόγητα και/ή παράνομα δεν έχει εφαρμόσει και/ή αφαιρέσει το ποσό αυτό και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό.» Το συνολικό ποσό που οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να λάβουν για ατελή ποσότητα νερού ως έκπτωση, για τα έτη 2008-2018, το οποίο θα έπρεπε να αφαιρεθεί από το λογαριασμό τους, ανέρχεται στο ποσό των €500.
  2. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 1.7.1982, των προνοιών της ΚΔΠ 366/1977 και της σχετικής Νομοθεσίας, ο Ενάγοντας και/ή η Επιτροπή του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου έχει υποχρέωση να του παραχωρεί οικονομική βοήθεια, ανάλογη με το ποσοστό που εισπράττει από το δικαίωμα σύνδεσης, για την εκτέλεση αναπτυξιακών έργων. Ο Ενάγοντας οφείλει στους Εναγόμενους το ποσό των €534.293,44 που αποτελεί «. το 40% επί του ποσού των €1.335.733,52 που ο Ενάγοντας εισέπραξε για την περίοδο από 01.01.2008 μέχρι 25.05.2018 από τους ιδιοκτήτες του Αγ. Τύχωνα για δικαιώματα σύνδεσης και ή ζήτησε να του καταβάλει την εκ του Νόμου οικονομική βοήθεια πράγμα το οποίο αρνείται και ή αμελεί ... να το πράξει». Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Το ποσό των €534.293,44 το οποίο αφορά οικονομική βοήθεια ως ανωτέρω περιγράφεται. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τον Ενάγοντα όπως άμεσα διαγράψει από τον λογαριασμό του Ενάγοντα το ποσό του €1.761.231,39, πλέον τόκους €67.889,26 το οποίο αφορά ποσότητα νερού που δεν παρέδωσε στον Εναγόμενο και/ή που απωλέσθηκε την περίοδο από 15.07.2007 μέχρι 31.12.2017 σαν αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τον Ενάγοντα όπως άμεσα διαγράψει από τον λογαριασμό του Ενάγοντα το ποσό των €500.500 το οποίο αφορά έκπτωση για ατελή ποσότητα για τα έτη από το 2008 μέχρι το
  3. Δ. Διαζευκτικά με την παράγραφο Γ ανωτέρω, αποζημιώσεις για το ποσό των €500.500 ως ατελή ποσότητα για τα έτη από το 2008 μέχρι το 2018.» Με βάση τη δικογραφία και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία παραθέτω αμέσως μετά, για να γίνει πιο εύκολα κατανοητή η υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος αποτελεί Κοινοτικό Συμβούλιο το οποίο συστάθηκε δυνάμει του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν.86
(1)/99, ως έχει τροποποιηθεί. Το επίδικο Κυβερνητικό Υδατικό Έργο ιδρύθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αρ. 16.552, ημερομηνίας 27.01.1978. Σκοπός της ίδρυσης του ήταν η υδροδότηση της περιοχής του Συμβουλίου Βελτιώσεως Αμαθούντας. Η λειτουργία του έργου διέπετο από την Κανονιστική Διοικητική Πράξη, Κ.Δ.Π. 51/79, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη, Κ.Δ.Π.119/92. Το 1982, με έξοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατασκευάστηκε το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο Αμαθούντας (ΚΥΕ) εντός και πέριξ της κοίτης του ποταμού Άμαθος για την υδροδότηση των περιοχών στα όρια του Συμβουλίου Βελτιώσεως Περιοχής Αμαθούντας. Την 01.07.1982 έγινε συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου Αμαθούντας και του Συμβουλίου Βελτιώσεως Αμαθούντας με την οποία ανατέθηκε στο Συμβούλιο Βελτιώσεως Αμαθούντας η καταγραφή και η είσπραξη των τελών κατανάλωσης του νερού από τους καταναλωτές καθώς και η συντήρηση του υδρευτικού δικτύου, αυτού που εκτείνετο μετά τον κεντρικό αγωγό. Το Συμβούλιο Βελτιώσεως Αμαθούντας θα κατέβαλλε στην Επιτροπή την αξία για τις ποσότητες του νερού που θα προμηθευόταν η Επιτροπή από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για τις ανάγκες υδροδότησης. H συμφωνία αυτή θα ίσχυε για πενήντα χρόνια. Με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη, Κ.Δ.Π. 280/95 καταργήθηκε το Συμβούλιο Βελτιώσεως Αμαθούντας και η ευθύνη διαχείρισης του έργου, όσο αφορά την καταγραφή και είσπραξη τελών κατανάλωσης του νερού από τους καταναλωτές του Αγ. Τύχωνα, ανατέθηκε στους Εναγομένους. Στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αρ. 43.242, ημερομηνίας 27.10.95, για διάλυση του Συμβουλίου Βελτιώσεως Αμαθούντας, παράγραφο 5(δ), αναφέρεται ότι ο Έπαρχος θα καθόριζε τις διευθετήσεις που θα θεωρούνταν αναγκαίες ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της υδατοπρομήθειας της περιοχής που εκάλυπτε το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο. Οι Εναγόμενοι, με απόφαση τους, η οποία καταγράφεται στα πρακτικά της συνεδρίας τους, ημερομηνίας 21.12.1995, αποδέχτηκαν ομόφωνα να αναλάβουν την ευθύνη για τη συντήρηση και την ομαλή λειτουργία του υδρευτικού δικτύου και την καταγραφή και είσπραξη των σχετικών τελών. Οι πιο πάνω κανονισμοί λειτουργίας του υπό αναφορά έργου, ΚΔΠ 51/79 και 119/92, καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη, Κ.Δ.Π. 366/97, ημερομηνίας 12.12.1997 και την Κανονιστική Διοικητική Πράξη, Κ.Δ.Π. 97/10, ημερομηνίας 5.3.2010. Σύμφωνα με την K.Δ.Π. 366/97: (
  1. i)«Υδατικό Έργο» σημαίνει το έργο για την υδατοπρομήθεια περιοχής των χωριών Μουτταγιάκας, Αγ. Τύχωνα, Παρεκκλησιάς, Πύργου και Μονή (Κανονισμός 2). (
  2. ii)Το νερό του Υδατικού Έργου θα πωλείται στις Τοπικές Αρχές των χωριών Μουτταγιάκας, Αγ. Τύχωνα, Παρεκκλησιά και Μονή, σε τιμή που θα καθορίζεται κατά καιρούς από την Επιτροπή (Κανονισμός 6). Ο παροχέας του νερού είναι το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, το οποίο πωλεί το νερό στην Επιτροπή του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «Επιτροπή». Η Επιτροπή εγκαθιδρύθηκε με βάση την πιο πάνω Κανονιστική Διοικητική Πράξη. Η Επιτροπή είναι η διαχειρίστρια του δικτύου η οποία αναλαμβάνει να κατανέμει το νερό, μέσω του κεντρικού αγωγού στις υδατοδεξαμενές των διαφόρων κοινοτήτων της περιοχής. Μια εξ΄ αυτών των κοινοτήτων είναι και το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγ. Τύχωνα, ήτοι οι Εναγόμενοι. Πρόεδρος της Επιτροπής του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου είναι ο Έπαρχος. Οι Εναγόμενοι ήταν υπεύθυνοι για τη κατανομή του νερού από τις υδατοδεξαμενές στον Αγ. Τύχωνα στους καταναλωτές της κοινότητας τους. Κατά ή περί το 2007-2008 τοποθετήθηκαν μετρητές από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων στις υδατοδεξαμενές όπου κατέληγε το νερό του κεντρικού αγωγού, προτού κατανεμηθεί στους καταναλωτές. Υπεύθυνη για τον αγωγό που μεταφέρει το νερό μέχρι τις υδατοδεξαμενές του Αγ. Τύχωνα είναι η Επιτροπή. Η διαφωνία των δύο μερών έχει ως αντικείμενο τη διαφορά μεταξύ των μετρήσεων των μετρητών που είναι τοποθετημένοι στις γεωτρήσεις, στην περιοχή Γερμοσόγειας και των μετρητών που είναι τοποθετημένοι στις πιο πάνω υδατοδεξαμενές που βρίσκονται στην περιοχή Ρούσου, στον Αγ. Τύχωνα. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι η τιμολόγηση θα πρέπει να γίνεται με βάση τις ενδείξεις των υδρομετρητών στην περιοχή Ρούσου και όχι στο σημείο των γεωτρήσεων. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν οι Γιώργος Γαβριήλ, Μ.Ε.1 και Μιχάλης Καραϊσκάκης, Μ.Ε.2, εκ μέρους των Εναγόντων και οι Χαράλαμπος Ιωάννου, Μ.Υ.1, Γιώργος Στυλιανού, Μ.Υ.2, Μιχάλης Μιχαηλίδης, Μ.Υ.3 και Περικλής Στυλιανού, Μ.Υ.4, εκ μέρους των Εναγομένων. Ο Γιώργος Γαβριήλ, Μ.Ε.1, είναι Ανώτερος Λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού, υπεύθυνος για το επίδικο Κυβερνητικό Υδατικό Έργο. Ο μάρτυρας κατέθεσε για τον τρόπο που γίνεται η τιμολόγηση, παραθέτω αυτούσια την αναφορά του από την παράγραφο 10 της Γραπτής του Δήλωσης: «H επιτροπή του ΚΥΕ (Κυβερνητικού Υδατικού) Έργου αγοράζει το νερό από το ΤΑΥ (Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων) και ακολούθως στη βάση της εν λόγω τιμολόγησης, με διαφοροποίηση αναφορικά με τα ποσά που σχετίζονται με την ετήσια ατελή ποσότητα νερού και τα ποσά τα οποία αναγράφονται ως «διορθώσεις» στα τιμολόγια που εκδίδει το ΤΑΥ προς το ΚΥΕ, τα οποία αποτελούν έξοδα άντλησης, μεταφοράς και συντήρησης. Τα ποσά αυτά σύμφωνα με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου τα επωφελείται το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο και επομένως έστω και εάν το ΤΑΥ τα αφαιρεί από την χρέωση στα τιμολόγια που εκδίδει προς το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο, το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο, η Επιτροπή δηλαδή χρεώνει τα ποσά αυτά στον Εναγόμενο για την παροχή του νερού, στη βάση πάντοτε των τιμολογίων που εκδίδει το ΤΑΥ, το οποίο είναι και το αρμόδιο τμήμα για την καταμέτρηση, χρέωση και τιμολόγηση του νερού. Την μείωση της ετήσιας ατελούς ποσότητας σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, την επωφελείται το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο, αναγράφεται στο 1° τιμολόγιο κάθε έτους και αφορά 20.000 κ.μ. Στο κάθε τιμολόγιο που εκδίδει το ΤΑΥ και στη συνέχεια στην αναλυτική κατάσταση που αποστέλλει το ΚΥΕ στους Εναγόμενους αναγράφονται οι διατρήσεις από τις οποίες μεταφέρθηκε και παραδόθηκε το νερό. Οι Εναγόμενοι οφείλουν να πληρώνουν την ετήσια ατελή ποσότητα αλλά και τα ποσά τα οποία αναφέρονται ως «διορθώσεις» στα τιμολόγια του ΤΑΥ γιατί όπως ανάφερα αποτελούν έξοδα άντλησης και μεταφοράς, ουσιαστικά αποτελούν λειτουργικά έξοδα για παράδειγμα τα έξοδα που αφορούν τη συντήρηση, τον ηλεκτρισμό και όλες οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, εγκαταστάσεις αγωγών και δεξαμενών κα βάσει των κανονισμών ο Εναγόμενος οφείλει να τα πληρώσει.» Πρόσθεσε ότι σε κάθε λογαριασμό που αποστέλλετο στους Εναγόμενους υπάρχει «σημείωση», στο κάτω μέρος, στην οποία αναφέρεται ξεκάθαρα το θέμα που αφορά τον τόκο, ότι δηλαδή εάν περάσουν 90 μέρες από την ημερομηνία έκδοσης του λογαριασμού τότε τα ποσά θα επιβαρύνονται με τόκο. Επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι οι Εναγόμενοι παρόλο που αρνούνται να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο προχωρούν και εισπράττουν από τους καταναλωτές το ποσό που ζητείται από τον Ενάγοντα και όχι το ποσό που οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι οφείλουν δυνάμει της παρούσας αγωγής. Απόρριψε τη θέση που προβάλλεται στην Υπεράσπιση περί «διαρροών νερού». Κατέθεσε ότι οποιεσδήποτε αποκλίσεις στην καταμέτρηση του νερού που αφορούν τον αγωγό μέχρι τον υδατομετρητή των υδατοδεξαμενών στην περιοχή Ρούσου, «βρίσκονται εντός των αποδεκτών ορίων απόκλισης σύμφωνα με τον τρόπο τιμολόγησης, χρέωσης και καταμέτρησης του νερού». Καταθέτοντας για την «οικονομική βοήθεια», που με βάση την Υπεράσπιση δεν έπρεπε να αποκοπεί από τους Εναγόμενους, επεσήμανε ότι σύμφωνα με τη Κ.Δ.Π. 366/97, η οικονομική βοήθεια παραχωρείται «νοουμένου ότι υπάρξουν ταμειακά διαθέσιμα». Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχαν «ταμειακά διαθέσιμα». Οι ποσότητες του νερού που πωλούνται στο Κυβερνητικό Υδατικό Έργο Αμαθούντας, από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, δεν έχουν αμφισβητηθεί ποτέ από την Επιτροπή. Παρατήρησε ότι οι Εναγόμενοι διαχρονικά, ως διαχειριστές του έργου, δεν έχουν επιδείξει συνέπεια, αξιοπιστία και «αποδοτική διαχείριση», κάτι το οποίο οδήγησε στις υπέρογκες οφειλές τους προς το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο. Από το 1994 μέχρι το 2011 υπήρχαν διαφορές μεταξύ των Εναγομένων και της Επιτροπής με τις ίδιες αιτιάσεις. Τελικά οι Εναγόμενοι αποδέχτηκαν τις θέσεις της Επιτροπής και διευθέτησαν όλες τις μέχρι τότε οφειλές τους. Ο πρόεδρος των Εναγομένων με επιστολή του, ημερομηνίας 31.07.2015, προς την Επιτροπή, δεσμεύτηκε στη καταβολή ποσού €400.000 ετησίως για εξόφληση παλαιών οφειλών, ουδέποτε όμως υλοποίησε τις δεσμεύσεις του. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ενώ οι Εναγόμενοι χρεώνουν και εισπράττουν από τις εξυπηρετούμενες κοινότητες ολόκληρο το ποσό, το οποίο τιμολογείται από την Επιτροπή, στη συνέχεια αρνούνται να καταβάλουν τις οφειλές τους, προβάλλοντας διάφορες προφάσεις, αμφισβητώντας τις ποσότητες που παρέλαβαν. Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο μεγάλο αριθμό τεκμηρίων μεταξύ των οποίων ήταν δέσμη με λογαριασμούς του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων για την περίοδο 01.01.2013 - 31.08.2015, πρακτικά συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου και της Επιτροπής και τις επιστολές που αποστάληκαν στους Εναγόμενους σε σχέση με τα οφειλόμενα ποσά. Ο Μιχάλης Καραϊσκάκης, Μ.Ε.2, είναι Ανώτερος Τεχνικός Λειτουργός του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων. Εργάζεται στον κλάδο Λειτουργίας και Συντήρησης για τριανταπέντε έτη και διαθέτει εμπειρία σε «υδρευτικά συστήματα». Ο μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή αγοράζει το νερό από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και ακολούθως στη βάση της εν λόγω τιμολόγησης, με αφαίρεση των εξόδων άντλησης και μεταφοράς του νερού, σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με Αρ. 61.215, ημερομηνίας 24.11.2004. Τα συγκεκριμένα ποσά που αναγράφονται ως «διορθώσεις» στα τιμολόγια που εκδίδει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων προς το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο, τα επωφελείται το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο και επομένως έστω και εάν το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων τα αφαιρεί από την χρέωση στα τιμολόγια που εκδίδει προς το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο, η Επιτροπή χρεώνει τα ποσά αυτά στους Εναγόμενους για την παροχή του νερού, στη βάση των τιμολογίων που εκδίδει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, το οποίο είναι και το αρμόδιο Τμήμα για την καταμέτρηση, χρέωση και τιμολόγηση του νερού. Γίνεται επίσης αφαίρεση της ετήσιας ατελούς ποσότητας, σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 26.282, ημερομηνίας 26.9.1985, την οποία επωφελείται και πάλι το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο. H αφαίρεση της ετήσιας ατελούς ποσότητας των 20.000 κ.μ. γίνεται την πρώτη περίοδο εκάστου έτους (1/1-28/2) και αναγράφεται στο αντίστοιχο τιμολόγιο. Στο κάθε τιμολόγιο που εκδίδει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και στη συνέχεια στην αναλυτική κατάσταση που αποστέλλει το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο στους Εναγόμενους, αναγράφονται οι ενδείξεις των υδρομετρητών των γεωτρήσεων από τις οποίες αντλήθηκε και παραδόθηκε το νερό. Οι Εναγόμενοι οφείλουν να πληρώνουν την ετήσια ατελή ποσότητα αλλά και τα ποσά τα οποία αναφέρονται ως «διορθώσεις» στα τιμολόγια του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων, καθότι αποτελούν έξοδα άντλησης και μεταφοράς, αφορούν λειτουργικά έξοδα. Στα έξοδα αυτά περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων το κόστος συντήρησης, ο ηλεκτρισμός και όλες οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, όπως είναι οι αντικαταστάσεις αγωγών με βάση τους κανονισμούς, τα οποία οι Εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν και αποτελούν ποσά τα οποία σύμφωνα με τις αποφάσεις Υπουργικού Συμβουλίου, τα επωφελείται το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο. Οι ποσότητες του νερού που πωλούνται στο Κυβερνητικό Υδατικό Έργο, από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων δεν έχουν αμφισβητηθεί ποτέ από την Επιτροπή και η τελευταία έχει πληρώσει όλα τα τιμολόγια που εξέδωσε το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, αναφορικά με την επίδικη περίοδο για την παροχή νερού. Η Επιτροπή χρεώνει τους Εναγόμενους με βάση τις πιο πάνω τιμολογήσεις. Οι χρεώσεις και οι πιστώσεις προς την Επιτροπή, φαίνονται αναλυτικά στη «Καρτέλα Υπόχρεου» που έχει καταχωρηθεί ως Τεκμήριο 6 και συνάδουν με τα τιμολόγια τα οποία εξέδωσε το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων προς την Επιτροπή, Τεκμήριο 1. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων προέβαινε στην καταμέτρηση και τιμολόγηση του νερού με βάση τις ενδείξεις των υδρομετρητών στο επίπεδο των γεωτρήσεων, που βρίσκονται στον υπόγειο υδροφορέα του ποταμού Γερμασόγειας. Αυτή η αρχή, εφαρμοζόταν για το σύνολο των καταναλωτών που αντλούσαν νερό από το συγκεκριμένο υδροφορέα. Εάν παρουσιαζόταν οποιοδήποτε πρόβλημα στο μηχανισμό καταγραφής των υδρομετρητών, τότε γινόταν η ενδεδειγμένη αναπροσαρμογή στις χρεώσεις. Ο εντοπισμός αυτών των περιπτώσεων γινόταν από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο του Τμήματος κατά τη διάρκεια της καταγραφής των ενδείξεων των υδρομετρητών που πραγματοποιείτο ανά δεκαπενθήμερο. Αυτή η αρχή εφαρμοζόταν χωρίς να αμφισβητείται και για τις ποσότητες νερού που αντλούσε το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (Σ.Υ.Λ.) για τις ανάγκες της Λεμεσού, Γερμασόγειας, Μουτταγιάκας, Αγίου Αθανασίου και Φοινικαριών. Οποιεσδήποτε διαρροές νερού στον αγωγό άντλησης, δεν αποτελούν δικαιολογία μη εξόφλησης των τιμολογίων, καθότι αφορούσαν ποσότητες νερού που αντλήθηκαν από τον υδροφορέα που ανήκει στο κράτος, εντός του δικτύου που αποτελεί μέρος του Έργου. Καταθέτοντας για τις ενδείξεις των υδρομετρητών που ήταν τοποθετημένοι στην είσοδο των κεντρικών υδατοδεξαμενών από τις οποίες προμηθευόντουσαν νερό οι Εναγόμενοι, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είχαν την απαιτούμενη αξιοπιστία, αφού κατά την εγκατάσταση τους δεν είχαν τηρηθεί οι ελάχιστες απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές όπως είναι η οριζόντια θέση, η μικρότερη διάμετρος από τη διάμετρο του αγωγού, οι αποστάσεις πριν και μετά από τον υδρομετρητή και διάφορα άλλα. Η εγκατάσταση υδρομετρητών με μεγάλη αξιοπιστία προϋπόθετε υψηλή δαπάνη. Η χρήση των συγκεκριμένων υδρομετρητών γινόταν για στατιστικούς και ενδεικτικούς σκοπούς όπως επίσης και για να εντοπίζονται τυχόν απώλειες στον αγωγό άντλησης και όχι για σκοπούς τιμολόγησης του νερού. Ο Χαράλαμπος Ιωάννου, Μ.Υ.1, ήταν ο κοινοτάρχης του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγ. Τύχωνα από το 1979 μέχρι το 2012 και από το 2017 μέχρι σήμερα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι η κυριότητα του νερού μεταβιβαζόταν στους Εναγομένους όταν «. το νερό χορηγούνταν και αδειάζονταν στις υδατοδεξαμενές που βρίσκονταν στην περιοχή του Συμβουλίου . ευθύς μετά τις υδατοδεξαμενές το νερό διοχετευόταν στις διακλαδώσεις». Οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να επέμβουν στον κεντρικό αγωγό, δεν μπορούσαν να το διορθώσουν ή να εκτελέσουν εργασίες συντήρησης. Η κατασκευή του φράγματος Γερμασόγειας εμπόδισε «το τρεχούμενο νερό» να φθάσει σε σημεία εντός του ποταμού που ανήκουν στις επηρεαζόμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων, ήταν και ο Αγ. Τύχωνας. Ένα από τα αντισταθμίσματα που είχαν δοθεί προς όφελος των κοινοτήτων για το γεγονός αυτό, ήταν και οι δωρεάν ποσότητες νερού. Σε ότι αφορά τον Άγιο Τύχωνα συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε να παραχωρείται δωρεάν ποσότητα 20.000 κ.μ. νερού ετησίως, πλην όμως το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο παράνομα χρεώνει τον Εναγόμενο με την ποσότητα αυτή που θα έπρεπε στην ουσία να παραχωρείται δωρεάν. Ο μάρτυρας περίγραψε και για τη θέση που κατέχουν οι Εναγόμενοι στη διαδικασία κατανομής του νερού και δήλωσε ότι αυτοί έχουν «διττή ιδιότητα». Σε ότι αφορά τη σχέση τους με το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο κατέχουν τη θέση του «καταναλωτή» καθότι αγοράζουν νερό από το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο έναντι συγκεκριμένου ποσού, κατέχουν όμως ταυτόχρονα τη θέση παρόχου υπηρεσιών νερού ύδρευσης και εξουσιοδοτημένου προμηθευτή νερού σε ότι αφορά τη σχέση τους με τους τελικούς καταναλωτές. Κατέθεσε ότι η καταμέτρηση του νερού που παρέχεται από το Συμβούλιο, ήτοι από τους Εναγόμενους, στους τελικούς καταναλωτές γίνεται με μετρητές που βρίσκονται τοποθετημένοι στα όρια του κάθε τεμαχίου γης και υποστατικού που υδροδοτείται. Οι απώλειες νερού εντός των διακλαδώσεων από τις υδατοδεξαμενές στην περιοχή του Συμβουλίου μέχρι και την παράδοση του νερού στον τελικό καταναλωτή αποτελεί «κίνδυνο» για τον οποίο ευθύνεται το Συμβούλιο. Τέτοιες απώλειες το Συμβούλιο, σύμφωνα με την τιμολογιακή πολιτική που ακολουθεί, οφείλει, δυνάμει νομοθεσίας, να τις καλύπτει με την αναπροσαρμογή της τιμής πώλησης νερού. Αυτό όμως που το Συμβούλιο δικαιούται να καλύπτει με την αναπροσαρμογή της τιμής είναι την απώλεια εντός των διακλαδώσεων που αποτελεί δική του ευθύνη και όχι την απώλεια που παρουσιάζεται μέσα στον κεντρικό αγωγό που είναι ευθύνη του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου. Αυτές τις απώλειες, δηλαδή τις απώλειες μέσα από τον κεντρικό αγωγό και γενικά τις απώλειες που καταγράφονταν πριν το νερό καταλήξει στις υδατοδεξαμενές στην περιοχή του Συμβουλίου, θα έπρεπε η Επιτροπή να τις συνυπολογίζει στο κόστος ανάκτησης η Επιτροπή και όχι το Συμβούλιο, ήτοι οι Εναγόμενοι. Αντίθετα με τη σχετική νομοθεσία, αντί η Επιτροπή να αναπροσαρμόζει την τιμολογιακή πολιτική της και να καθορίζει τιμή ανά πωλούμενου και παραδιδόμενου τόνου νερού προς τους Εναγόμενους, χρέωνε και υπολόγιζε ως πωλούμενο νερό περισσότερο από αυτό που παρέδιδε στο Συμβούλιο. Το νερό που οι Εναγόμενοι αγοράζουν από το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο παραλαμβάνεται στις υδατοδεξαμενές εντός της περιοχής του Συμβουλίου, στην περιοχή Ρούσος και η καταμέτρηση του έπρεπε να γινόταν σε εκείνο το σημείο και όχι στο σημείων των γεωτρήσεων στην κοίτη του ποταμού Αμάθου, σε περιοχή που δεν ελέγχεται από το Συμβούλιο. Εδώ έγκειται, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα και η επίδικη διαφορά. Την 11.01.2007 διαπιστώθηκε μια τεράστια διαρροή νερού από τον Κεντρικό αγωγό, η επιδιόρθωση του οποίου ήταν ευθύνη της Επιτροπής. Έκτοτε οι παραστάσεις και απαιτήσεις των Εναγομένων για ορθή καταμέτρηση του νερού που παραλάμβαναν έγιναν έντονες. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, την 15.07.2007, έκανε δεκτές τις παραστάσεις και απαιτήσεις της Επιτροπής και τοποθέτησε δύο υδρομετρητές στην είσοδο των δύο υδατοδεξαμενών με σκοπό την καταμέτρηση του νερού στο σημείο που το Συμβούλιο παραλάμβανε το νερό και όχι στο σημείο των γεωτρήσεων. Από την ημερομηνία που τοποθετήθηκαν οι εν λόγω μετρητές μέχρι και την 31.12.2017, η διαφορά που προέκυψε ήταν της τάξης των 15% περίπου. Το Συμβούλιο παράλαβε 2.178.454 τόνους λιγότερο νερό από αυτό που κατέγραψαν οι μετρητές στο σημείο της γεώτρησης. H διαφορά αυτή σε χρηματική αξία ανέρχεται σε €1.761.231,39. Το Συμβούλιο ζήτησε από εμπειρογνώμονα την ετοιμασία έκθεσης, σε σχέση με την ποσότητα νερού που η Επιτροπή τιμολογούσε και χρέωνε προς τους Εναγόμενους και την πραγματική ποσότητα νερού που οι τελευταίοι παραλάμβαναν στις υδατοδεξαμενές που βρίσκονταν στην ελεγχόμενη από αυτούς περιοχή. Η εν λόγω έκθεση ετοιμάστηκε και αφορούσε την περίοδο 2008-2015. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση οι μετρήσεις που έγιναν στις γεωτρήσεις, με βάση τις οποίες η Επιτροπή τιμολόγησε τους Εναγόμενους, «παρουσιάζουν συγκριτικά ποσό εκ €1.304.925 εις βάρος τους». Με την μέθοδο που ετοιμάστηκε η εν λόγω έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα Μιχάλη Μιχαηλίδη, το λογιστήριο του Συμβουλίου ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού, στην οποία εμφαίνεται το ποσό τιμολόγησης της Επιτροπής προς το Συμβούλιο το οποίο παρουσιάζει συγκριτικά με τις μετρήσεις των υδρομετρητών στις υδατοδεξαμενές ποσό εκ €1.761.231,39 εις βάρος του Συμβουλίου. Οι Εναγόμενοι απαιτούν τόσο τη διαγραφή ποσού εκ €1.761.231,39 από τα υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι λανθασμένες καταστάσεις της Επιτροπής όσο και την καταβολή του ποσού των €500.500, που αφορά ατελή ποσότητα νερού που δωρεάν έπρεπε να παραχωρηθεί στο Συμβούλιο και όμως χρεώθηκε στις τιμολογήσεις. Απαιτούν επίσης την καταβολή του ποσού των €534.293,44 για οικονομική βοήθεια που όφειλε η Επιτροπή να δώσει προς το Συμβούλιο και αφορά το 40% των τελών σύνδεσης καταναλωτών του Συμβουλίου στην Υδατοπρομήθεια. Ο Γιώργος Στυλιανού, Μ.Υ.2, διατέλεσε και αυτός κοινοτάρχης του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγ. Τύχωνα για τη χρονική περίοδο 2012-2016. Ο μάρτυρας προέβαλε τις ίδιες θέσεις που είχε αναπτύξει ο προηγούμενος μάρτυρας, Μ.Υ.1. Ο Μιχάλης Μιχαηλίδης, Μ.Υ.3, είναι εγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής. Τον Απρίλιο του 2016 τού ζητήθηκε από τους Εναγόμενους να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με τις χρεώσεις του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου Αμαθούντος, με συγκεκριμένους όρους εντολής. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης του, για τη περίοδο 01.01.08 μέχρι 31.12.15 προκύπτει διαφορά 1.614,007 κυβικών μέτρων νερού μεταξύ των μετρήσεων του Υδατικού Έργου, μετρητές στη πηγή/γεωτρήσεις και των μετρήσεων του Συμβουλίου, μετρητές στην είσοδο των υδατοδεξαμενών. H εν λόγω διαφορά υπολογίζεται, χρησιμοποιώντας τιμή χρέωσης σε €1.304.925 (€0.77+5% Φ.Π.A. = €0.8085 ανά κυβικό μέτρο στο ποσό των 1,614.007ΚΜ Χ €0.8085 = €1.304.925). Ο Περικλής Στυλιανού, Μ.Υ.4, είναι υπάλληλος των Εναγομένων από το 2001 μέχρι σήμερα. Στα πλαίσια των καθηκόντων του είναι η καταγραφή των ενδείξεων των μετρητών που είναι εγκατεστημένοι στις γεωτρήσεις του Κυβερνητικού Υδατικού Έργου Αμαθούντος και αυτών που είναι εγκατεστημένοι στις υδατοδεξαμενές στην περιοχή Ρούσος. Ο τρόπος που γινόταν η καταγραφή ήταν μέσω καθημερινής επίσκεψης στα σημεία των μετρητών και καταγραφής των ενδείξεων σε βιβλίο που διατηρείτο στα γραφεία του Αγίου Τύχωνα και το οποίο είχε στην κατοχή του. Τα πιο πάνω στοιχεία καταχωρούνταν στη συνέχεια σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και ετοιμαζόταν κατάσταση για σκοπούς υπολογισμού των χρεώσεων και διαφορών μεταξύ των ενδείξεων των μετρητών στα δύο σημεία, των μετρητών στις γεωτρήσεις και των μετρητών στις υδατοδεξαμενές. Ο μάρτυρας ετοίμασε κατάσταση στην οποία καταγράφονται οι ενδείξεις των μετρητών τόσο στα σημεία των γεωτρήσεων όσο και στα σημεία των υδατοδεξαμενών, παράρτημα Β του Τεκμηρίου 53. Ένας από τους σκοπούς της καταγραφής ήταν ο εντοπισμός των βλαβών στους υδρομετρητές. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας είναι αποδεκτό και από τα δύο μέρη, ενώ η διαφορά τους έγκειται σε μεγάλο βαθμό στην ερμηνεία των Νόμων και των Κανονισμών και σε τεχνικά θέματα. Ενόψει τούτου, δεν θεωρώ σκόπιμο να αξιολογήσω τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά θα την αξιολογήσω όταν θα εξετάσω τα διάφορα επιμέρους θέματα που εγείρονται. Στο σημείο αυτό, κρίνω ότι θα ήταν βοηθητικό να περιγράψω συνοπτικά το νομικό πλαίσιο το οποίο αφορά τους υδάτινους πόρους της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα τον τρόπο διαχείρισης και εκμετάλλευσης τους. Το νομικό πλαίσιο καθορίζει και τη σχέση των δύο διαδίκων, στοιχείο που είναι κατά την άποψη μου καθοριστικό για την έκβαση της υπό κρίση διαφοράς. Όλοι οι υδάτινοι πόροι εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας αποτελούν φυσικό πλούτο ο οποίος τυγχάνει διαχείρισης και προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμου, του Περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμου και του Περί της Ενιαίας Διαχείρισης Υδάτων Νόμου 79(Ι)/2010. Οι υδάτινοι πόροι βρίσκονται στην απόλυτη ιδιοκτησία της Δημοκρατίας, άρθρο 13
(1)του Ν.79(Ι)/
  1. Η ενιαία διαχείριση των υδάτων έχει ανατεθεί στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων το οποίο είναι υπεύθυνο για την ανάπτυξη, προστασία και διαχείριση των υδάτινων πόρων και τη διασφάλιση της αειφορίας των πόρων αυτών. Ο Διευθυντής του πιο πάνω Τμήματος είναι ο αρμόδιος για να διαχειρίζεται τους υδάτινους πόρους, να λειτουργεί και να συντηρεί τα υδατικά έργα, άρθρα 3, 5 και 6 του Ν.79(Ι)/
  2. Ο Διευθυντής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του έχει ευρείες εξουσίες. Δύναται, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίζει τις υπηρεσίες ή να συνεργάζεται με οποιοδήποτε πρόσωπο, όργανο ή αρχή, να επιβάλλει και να εισπράττει τέλη, δικαιώματα και άλλα χρηματικά ανταλλάγματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών. Ο Διευθυντής μεριμνά να παρέχονται επαρκείς ποσότητες νερού ανθρώπινης κατανάλωσης για διανομή τόσο σε εξουσιοδοτημένους προμηθευτές νερού όσο και σε εγκεκριμένους καταναλωτές. «Εξουσιοδοτημένος προμηθευτής νερού» σημαίνει το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικών και Άλλων Περιοχών) Νόμου, το Δήμο που προμηθεύει νερό δυνάμει του περί Δήμων Νόμου ή οποιαδήποτε άλλη αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης που έχει εξουσία να προμηθεύει νερό σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου. Οι Εναγόμενοι, ήτοι το Κοινοτικό Συμβούλιο Αγ. Τύχωνα, ήταν εξουσιοδοτημένοι να προμηθεύουν νερό στους καταναλωτές της κοινότητας τους και αποτελούν «εξουσιοδοτημένο προμηθευτή νερού», με βάση τις πρόνοιες του νόμου. Εξουσιοδοτημένος προμηθευτής νερού, στον οποίο παρέχεται νερό δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι υπεύθυνος για την προμήθεια του νερού αυτού στους καταναλωτές, άρθρο 21 του Ν.79(Ι)/
  3. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων δύναται να επιβάλλει και να εισπράττει δικαιώματα, τέλη ή οποιαδήποτε άλλα χρηματικά ανταλλάγματα για την παροχή νερού και των υπηρεσιών που προσφέρει, άρθρο 130
(1)του Ν.79(Ι)/
  1. Ο Διευθυντής μεριμνά για τη διατήρηση των υδατικών εγκαταστάσεως της Δημοκρατίας. Οι εξουσιοδοτημένοι προμηθευτές νερού, στους οποίους συγκαταλέγονται και οι Εναγόμενοι έχουν την ίδια υποχρέωση όσο αφορά τις υδατικές εγκαταστάσεις τις οποίες διαχειρίζονται. Σχετικό είναι το άρθρο 16 του Νόμου. Τα θέματα τιμολόγησης και ανάκτησης του κόστους του νερού και των υπηρεσιών ρυθμίζονται από τους περί Τιμολόγησης και Μηχανισμών Ανάκτησης Κόστους των Υπηρεσιών, Κανονισμούς του 2014, Κ.Δ.Π. 128/
  2. «Ανάκτηση κόστους των υπηρεσιών ύδατος» σημαίνει την ανάκτηση του συνολικού κόστους των υπηρεσιών ύδατος, περιλαμβανομένου του χρηματοοικονομικού κόστους, του περιβαλλοντικού κόστους και του κόστους πόρου μέχρι τον τελικό καταναλωτή. «Χρηματοοικονομικό κόστος των υπηρεσιών ύδατος» σημαίνει το κόστος που εκτιμάται για όλα τα έργα, τις υποδομές και τις διαδικασίες των υπηρεσιών ύδατος που συνδυάζονται, ώστε να παρέχεται το νερό ή η αποχέτευση στους τελικούς χρήστες και αποτελείται από το κόστος κεφαλαίου, δηλαδή το κόστος απόσβεσης και οποιοδήποτε άλλο κόστος, το λειτουργικό, της συντήρησης και της διοίκησης. Το σύνολο των εσόδων που εισπράττεται κατατίθεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας σε πίστωση κονδυλίων εσόδων. Ως αναφέρω και πιο πάνω, μετά την διάλυση του Συμβουλίου Βελτιώσεως Αμαθούντας, οι Εναγόμενοι ανάλαβαν τη συντήρηση και τη λειτουργία του υδατικού δικτύου που τροφοδοτούσε με νερό την κοινότητα τους. Διαχειρίστρια του έργου ήταν η Επιτροπή που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό. Οι Κανονισμοί που διέπουν τη λειτουργία του πιο πάνω Υδατικού Έργου είναι η Κ.Δ.Π. 366/
  3. Η Επιτροπή έχει τον έλεγχο και την επίβλεψη του Υδατικού Έργου, τη διαχείριση του νερού του και την εξουσία να αποφασίζει πάνω σ΄ όλα τα θέματα που δυνατό να εγερθούν σχετικά με τη διαχείριση του νερού. Στα πλαίσια της Κ.Δ.Π. 366/97, εγκαθιδρύθηκε Ταμείο που τελεί κάτω από τη διαχείριση και τον έλεγχο της Επιτροπής. Στο Ταμείο πληρώνονται όλα τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται δυνάμει οποιωνδήποτε κανονισμών και όλα τα χρηματικά ποσά που προέρχονται από την πώληση νερού στις Τοπικές Αρχές. Στους κανονισμούς γίνεται ρητή πρόνοια για παροχή οικονομικής βοήθειας στις Τοπικές Αρχές νοουμένου ότι πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στρέφομαι στη συνέχεια στην υπό κρίση διαφορά. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διαφορά των μερών έγκειται στον τρόπο υπολογισμού του ποσού που οι Εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον Ενάγοντα για την παροχή νερού που λαμβάνουν από το Υδατικό Έργο. Η αξία του νερού, ανά μονάδα, δεν αμφισβητείται, εκείνο που αμφισβητείται είναι η ποσότητα του νερού. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η ποσότητα υπολογίζεται με βάση τις ενδείξεις των υδρομετρητών στο σημείο της γεώτρησης ενώ θα έπρεπε να υπολογισθεί με βάση τις ενδείξεις των υδρομετρητών στις υδατοδεξαμενές που βρίσκονται εντός της κοινότητας τους. Στην ουσία εκείνο που ισχυρίζονται είναι ότι δεν θα πρέπει να επιβαρυνθούν με οποιεσδήποτε απώλειες νερού που προκύπτουν από το σημείο των γεωτρήσεων μέχρι τις υδατοδεξαμενές. Υπενθυμίζω ότι το νερό αντλείται από τις γεωτρήσεις στην κοίτη του ποταμού Αμάθου και στη συνέχεια μεταφέρεται, μέσω του κεντρικού αγωγού, στις υδατοδεξαμενές στην περιοχή Ρούσου, εντός της κοινότητας του Αγ. Τύχωνα. Οι Εναγόμενοι αντικρίζουν τη σχέση τους με την Επιτροπή ως μια ιδιωτική εμπορική συναλλαγή, αγοράζουν το νερό που καταλήγει στις υδατοδεξαμενές, στην περιοχή Ρούσου, έναντι συγκεκριμένης τιμής, ανά μονάδα και οι χρεώσεις θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση τις ενδείξεις των υδρομετρητών που βρίσκονται στις πιο πάνω υδατοδεξαμενές. Δεν θα πρέπει να χρεώνονται για μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή που παραλαμβάνουν. Ο Ενάγοντας απορρίπτει την πιο πάνω προσέγγιση. Ισχυρίζεται ότι η παροχή νερού προς τους Εναγόμενους και τις υπόλοιπες κοινότητες και η τιμολόγηση αυτού ρυθμίζεται από Νόμους, Κανονισμούς και αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Η υποχρέωση των Εναγομένων δεν περιορίζεται στην καταβολή της αξίας της ποσότητας του νερού που καταλήγει τελικά στις υδατοδεξαμενές στην περιοχή Ρούσου αλλά επεκτείνεται και σε όλα τα λειτουργικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων άντλησης και μεταφοράς του νερού, συντήρησης του συστήματος, ηλεκτρισμού, κεφαλαιουχικές δαπάνες και άλλα. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο που παρέθεσα πιο πάνω, καταλήγω ότι η σχέση μεταξύ των δύο διαδίκων δεν αποτελεί επιχειρησιακή σχέση, ως είναι η σχέση μεταξύ εμπόρου και καταναλωτή, όπως εισηγήθηκαν οι Εναγόμενοι, αλλά μια σχέση που καθορίζεται από Νόμους και Κανονισμούς. Το νερό είναι ένας φυσικός πλούτος, απαραίτητος για την επιβίωση του κάθε ανθρώπου. Ο νομοθέτης μέσα από τη νομοθεσία προσπάθησε να διαφυλάξει το πολύτιμο αυτό αγαθό και να το προμηθεύσει σε κάθε νοικοκυριό, σε κάθε καταναλωτή, έναντι τιμήματος. Στον υπολογισμό του τιμήματος λαμβάνονται υπόψη όλα τα έξοδα από το σημείο άντλησης του νερού, μέχρι αυτό να καταλήξει στον καταναλωτή. Στα πιο πάνω έξοδα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το κόστος άντλησης και μεταφοράς του, οι ατελείς ποσότητες, το κόστος των υποδομών και των υπηρεσιών ύδατος. Οι Εναγόμενοι, ως αναφέρω και πιο πάνω, αποτελούν εξουσιοδοτημένο προμηθευτή νερού, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του οποίου ρυθμίζονται από το νομικό πλαίσιο που παρέθεσα πιο πάνω. Οι Εναγόμενοι δεν ενεργούν ως έμποροι ή ως καταναλωτές του νερού, αλλά ως οι προμηθευτές αυτού, υπεύθυνοι για τη διανομή του και την είσπραξη των τελών. Θα συμφωνήσω με τη θέση του Μ.Ε.2, η οποία βρίσκει έρεισμα στο νόμο, ότι το μοναδικό καθήκον που οι Εναγόμενοι είχαν ήταν να κατανέμουν το νερό που τους παραχωρείτο στους καταναλωτές της κοινότητας τους και να εισπράττουν τα τέλη από τους τελευταίους. Ο Μ.Ε.2 περιέγραψε τον ρόλο τους ως «διεκπεραιωτές», περιγραφή που αρμόζει πλήρως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το καθήκον των Εναγομένων με βάση τις ρητές πρόνοιες του Νόμου είναι να προμηθεύουν με νερό τους καταναλωτές και όχι να εκμεταλλεύονται το αγαθό αυτό για σκοπούς αποκόμισης εισοδημάτων για δικό τους όφελος. Οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τον τρόπο τιμολόγησης του νερού και ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι η τιμολόγηση θα έπρεπε να γίνεται με βάση τον όγκο του νερού που παραδίδεται στις υδατοδεξαμενές στην περιοχή Ρούσου και όχι στο σημείο της γεώτρησης στην κοίτη του ποταμού Αμάθου. Ο χώρος όπου γίνεται η μέτρηση επαφίεται στην κρίση του Διευθυντή, ο οποίος, ως αναλύω ανωτέρω, έχει ευρείες εξουσίες. Στο άρθρο 20 του Ν.79(Ι)/20 ρητά αναφέρεται ότι στις περιπτώσεις όπου παρέχεται νερό από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων σε εξουσιοδοτημένο προμηθευτή νερού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 19, αυτό παραδίδεται και μετράται σε σημεία και με τρόπο που ορίζει ο Διευθυντής, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο ή Κανονισμό που ρυθμίζει θέματα διαχείρισης ή προστασίας του νερού. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Διευθυντής όρισε ως το σημείο μέτρησης του όγκου του νερού, για την επίδικη περίοδο, 2013 - 2015, το σημείο της γεώτρησης. Η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για αμφισβήτηση της συγκεκριμένης απόφασης. Εάν οι Εναγόμενοι ήθελαν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης θα έπρεπε να την είχαν προσβάλει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και όχι του παρόντος Δικαστηρίου, καθότι πρόκειται για διοικητική απόφαση για την οποία το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία να εξετάσει τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως θα ήθελα να επισημάνω ότι οι ενδείξεις των υδρομετρητών στην περιοχή Ρούσου δεν θα μπορούσαν κατά την επίδικη περίοδο να αποτελέσουν τη βάση για υπολογισμό της ποσότητας του νερού που βρίσκεται εντός των υδατοδεξαμενών. Για το θέμα αυτό κατέθεσε ο Μ.Ε.
  4. Υπενθυμίζω ότι με βάση τη μαρτυρία του, οι υδρομετρητές στην περιοχή Ρούσου δεν ικανοποιούσαν τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές και κατ΄ επέκταση οι ενδείξεις αυτών δεν ήταν ασφαλείς. Η πιο πάνω μαρτυρία, η οποία δεν έχει αντικρουσθεί, γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημα μου. Κατ΄ επέκταση, η έκθεση του Μ.Υ.3, στην έκταση που βασίσθηκε στις πιο πάνω ενδείξεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Υπενθυμίζω ότι ο Μ.Υ.3 υπολόγισε τα καταβλητέα τέλη παίρνοντας ως δεδομένο ότι οι ενδείξεις των υδρομετρητών στις υδατοδεξαμενές του Ρούσου ήταν ορθές. Για τον ίδιο λόγο καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στα στοιχεία που έλαβε ο Μ.Υ.4 με βάση τις ενδείξεις των υδρομετρητών της περιοχής Ρούσου. Καταλήγω ότι η εισήγηση των Εναγομένων περί παρανόμων τιμολογήσεων δεν ευσταθεί. Ανεξαρτήτως και πέραν των πιο πάνω, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι Εναγόμενοι ενώ εξόφλησαν όλα τα τιμολόγια μέχρι και το 2012, εκ των υστέρων ανταπαιτούν τα ποσά που αυτοί κατέβαλαν. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ είχαν δηλώσει ρητώς, σχετική είναι η επιστολή τους ημερομηνίας 31.07.2015,Τεκμήριο 14 και τα πρακτικά των συνεδριάσεων τους ημερομηνίας 15.03.2014 και 12.06.2014, Τεκμήριο 15, ότι θα εξοφλούσαν τα τιμολόγια για την επίδικη περίοδο, τελικά δεν το έπραξαν. Οι πιο πάνω ενέργειες τους υποδηλώνουν ότι οι ίδιοι αναγνωρίζουν τη συγκεκριμένη οφειλή έστω και αν εκ των υστέρων, ενώπιον του Δικαστηρίου, την αμφισβητούν. Επισημαίνω επίσης ότι ενώ αμφισβητούν τις τιμολογήσεις, οι ίδιοι εισέπραξαν από τους καταναλωτές της κοινότητας τους τα ποσά των επίδικων τιμολογήσεων τα οποία όμως αρνούνται μέχρι σήμερα να παραδώσουν στον Ενάγοντα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα συμφωνήσω με τη θέση του Ενάγοντα ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται περί παρανόμων τιμολογήσεων αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη των Εναγομένων για αποφυγή των υποχρεώσεων τους. Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν και το ποσό των €500.500 για ατελή ποσότητα 65.000 τόνων νερού. Προβάλλουν τη θέση ότι για την περίοδο από το 2008 μέχρι το 2018, αδικαιολόγητα και/ή παράνομα ο Ενάγοντας δεν έχει αφαιρέσει το ποσό αυτό από τις τιμολογήσεις του. Για το θέμα αυτό κατέθεσαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  5. Με βάση τη μαρτυρία τους, η ετήσια ατελής ποσότητα νερού συμπεριλαμβάνεται στα έξοδα άντλησης, μεταφοράς και συντήρησης των υδάτινων πόρων τα οποία επωφελείται το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο και η Επιτροπή τα χρεώνει στους προμηθευτές νερού, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι Εναγόμενοι. Η πιο πάνω πρακτική εφαρμόζεται κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, με αρ. 26.282, ημερομηνίας 26.09.
  6. Η πιο πάνω μαρτυρίας παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημα μου. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό για την ατελή ποσότητα νερού. Οι Εναγόμενοι αξιώνουν επίσης την παροχή οικονομικής βοήθειας με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας, ημερομηνίας 1.07.1982 και της Κ.Δ.Π. 366/
  7. Το άρθρο 5 της Κ.Δ.Π. 366/1997 προνοεί ότι η Επιτροπή μπορεί, όταν υπάρχουν ταμειακά διαθέσιμα, να παραχωρεί, μετά από απόφαση της, στις επηρεαζόμενες Τοπικές Αρχές οικονομική βοήθεια για την εκτέλεση αναπτυξιακών έργων. Το ποσό της βοήθειας που θα παραχωρείται στις επηρεαζόμενες Τοπικές Αρχές θα είναι ανάλογο με το ποσοστό που εισπράχθηκε από το δικαίωμα σύνδεσης στην κάθε περιοχή. Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού «ταμειακά διαθέσιμα» σημαίνει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι απόλυτα αναγκαίο για τις τρέχουσες ή προβλεπτές υποχρεώσεις που αφορούν τη συντήρηση/λειτουργία/βελτίωση/επέκταση του έργου. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του Ενάγοντα, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι κατά την επίδικη περίοδο η Επιτροπή δεν διέθετε οποιαδήποτε ταμειακά διαθέσιμα. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί, γίνεται δεκτή και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή, με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες, είχε υποχρέωση να παράσχει οικονομική βοήθεια μόνο σε περίπτωση που είχε ταμειακά διαθέσιμα. Εφόσον η Επιτροπή με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία δεν είχε ταμειακά διαθέσιμα, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να παράσχει οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια στους Εναγόμενους. Καταλήγω ότι ούτε αυτή η αξίωση των Εναγομένων μπορεί να πετύχει. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει, στο βαθμό που απαιτείται, την αξίωση τους εναντίον των Εναγομένων, για το ποσό των €3.519.160,
  8. Σε σχέση με την αξίωση για καταβολή δημόσιου τόκου υπερημερίας, διαπιστώνω ότι ο τρόπος που η απαίτηση είναι διατυπωμένη στην παράγραφο Β του Κλητηρίου Εντάλματος, δεν αντιστοιχεί με το πραγματικό οφειλόμενο τόκο. Ο Ενάγοντας αξιώνει δημόσιο τόκο υπερημερίας από το 2013 επί ολόκληρου του ποσού, ήτοι του ποσού των €3.519.160,17, ενώ το πιο πάνω ποσό περιλαμβάνει και οφειλές που προέκυψαν εκ των υστέρων. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση από μόνο του να προβεί σε πράξεις για να διαπιστώσει επί ποιού ποσού, κάθε έτος, θα έπρεπε να χρεωθεί ο τόκος. Ενόψει των πιο πάνω, η συγκεκριμένη αξίωση δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα καταχώρησης του Κλητηρίου Εντάλματος. Η αξίωση για το ποσό των €101.978,48 που αποτελεί το οφειλόμενο επιτόκιο υπερημερίας για το έτος 2012, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται δεκτή. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για τα ποσά των €3.519.160,17 και €101.978,48, με νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών από τη 29.12.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της Ανταπαίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.) .................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.