TRUFANT ASSETS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Aγωγή αρ. 3445/15, 24/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 3445/15 Μεταξύ: TRUFANT ASSETS LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI) Eναγόντων -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λεμεσού
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ------------------------ Αίτηση ημερ. 2.5.2022 Ημερομηνία: 24.2.2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 3/Αιτήτρια: κα Θ. Ραπτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κα Χρ. Θεοφίλου για A. Chr. Theophilou LLC Για Εναγόμενη 1: κα Ν. Συμεωνίδου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: κα Ζ. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H Εναγόμενη 2 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια), με την υπό εξέταση Αίτηση της επιδιώκει την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει την Ενάγουσα όπως παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα της παρούσας αγωγής ύψους €26.
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Γιάγκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, όπου έχει την έδρα της. Πέραν του ποσού των €501.179 που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απώλεσε, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι έχει περιουσία, ιδίως ακίνητη, εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον της Αιτήτριας για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον της. Περαιτέρω δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη 1, συγκριτικά με τη θέση που θα βρισκόταν εάν η Εναγόμενη 1 τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Ενόψει της φύσης της υπόθεσης, αναμένεται ότι θα αναλωθούν πολλές δικάσιμοι μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Από υπολογισμό στον οποίο έχουν προβεί, τα έξοδα στο σύνολο τους θα ανέλθουν τουλάχιστον στο ποσό των €26.
- Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η Ενάγουσα εναντιώθηκε στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρισε, προβάλλει σειρά λόγων ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη και/ή αδικαιολόγητη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 7 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος, ενώ καμιά βάσιμη δικαιολογία έχει δοθεί για την καθυστέρηση.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει εντελώς ανυπόστατους ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς αντίθετους με την Έκθεση Απαίτησης.
- Η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
- Η Ενάγουσα έχει καλή υπόθεση εναντίον της Αιτήτριας και/ή καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή της.
- Ήδη η Εναγόμενη 1 ανακοίνωσε δια του διαχειριστή της προ δύο ετών ότι το ταμείο της διαχείρισης αναμένεται να πληρώσει στον κάθε καταθέτη που επηρεάστηκε ποσοστό 4% του ποσού που «κουρεύτηκε».
- Αδυνατεί να καταβάλει και/ή να παρέχει ασφάλεια εξόδων καθώς απώλεσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, που ήταν οι καταθέσεις που διατηρούσε στην Εναγόμενη
- Έκτοτε παραμένει αδρανής καθώς δεν ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος της να προσφύγει στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο είναι αντίθετο με τις πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Το ποσό το οποίο ζητείται ως ασφάλεια εξόδων είναι υπερβολικό και αδικαιολόγητο. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Θεοφίλου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Με βάση τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης θα ήταν άδικο να διαταχθεί η Ενάγουσα όπως καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα, από τη στιγμή που απώλεσε ένα πολύ μεγάλο ποσό από τις καταθέσεις που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1, που αποτελούσε το κεφάλαιο κίνησης της. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της Αιτήτριας, τη στιγμή που δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την τεράστια απώλεια που υπέστηκε με το «κούρεμα» των καταθέσεων της. Οι μέτοχοι της εμπορεύονταν αποκλειστικά μέσω της Ενάγουσας και ζούσαν από τα μερίσματα που έπαιρναν, το δε ποσό των €100.000 που παρέμεινε μετά την εξυγίανση δεν ήταν αρκετό για την κάλυψη των υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Έκτοτε δεν έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας ήταν οι καταθέσεις της στην Εναγόμενη 1, τις οποίες απώλεσε συνεπεία της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, με εξαίρεση το ποσό των €100.
- Η Ενάγουσα παραμένει μέχρι σήμερα αδρανής, απλά και μόνο για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής, χωρίς να έχει οποιαδήποτε έσοδα. Σε περίπτωση που διαταχθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για ασφάλεια εξόδων, δεν μπορέσει να ανταποκριθεί με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να προωθήσει τις αξιώσεις της εναντίον της Αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θ.3, Δ.48 θθ.2, 3, 7 και 9, Δ.60 θθ.1-5 και Δ.
- Η Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Ένας Ενάγοντας (και, εν σχέσει με ανταπαίτηση, ένας Εναγόμενος) που διαμένει μόνιμα εκτός Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί, σε οιονδήποτε στάδιο, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα, αν και μπορεί να διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1314, αναφέρονται τα ακόλουθα: παρ « Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1891] 1 Ch. 1). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.» Στην υπόθεση Studland Holdings Limited κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809, υιοθετείται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα ο,ποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384-385).» Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του. Οι ίδιοι λόγοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της ίδιας εξουσίας στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας με την εξής επιφύλαξη: Το βάρος για την τεκμηρίωση εκ μέρους του ενάγοντα (εφεσείοντα) ισχυρής υπόθεσης είναι πολύ μεγαλύτερο ενόψει της ετυμηγορίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Στην πρόσφατη απόφαση Ηλία v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 101/2012 ημερ. 20/7/2017, ECLI:CY:AD:2017:A267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τόσο η σχετική δικονομική πρόνοια όσο και η νομολογία επί του θέματος είναι σαφείς. Η συνήθης διαμονή του ενάγοντα εκτός της Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων. όπως λέχθηκε στην HAMPTON ADVISORY GROUP S.A. ν. BOST AD κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1416, ακολουθώντας το σκεπτικό της Alahmari v. Alia the Royal Jordanian Airline
(1990)1 A.A.Δ. 434, θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας τίθεται με τη διαπίστωση ότι ο εφεσείων έχει τη συνήθη διαμονή του σε χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αφού διαπιστωθεί ότι ο ενάγων έχει τη διαμονή του σε χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε μόνο είναι που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους διάφορους παράγοντες με σκοπό την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς έγκριση ή απόρριψη της αίτησης, (βλ. επίσης Ανθίτσα Ιωάννου κ.α. ν. Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, Πολ. Έφ. 155/15 ημερ. 15/7/16).» Έχω μελετήσει με προσοχή το υλικό το οποίο έχει προσαχθεί ενώπιον μου. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η Ενάγουσα έχει την έδρα της εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκεκριμένα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (British Virgin Islands). Το δεδομένο αυτό έχει θέσει το θεμέλιο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ή την άρνηση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένα εκ των βασικών επιχειρημάτων της Ενάγουσας εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι το ότι το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο ήταν οι καταθέσεις της στην Εναγόμενη 1, μετά δε την απομείωση τους δεν ασκεί οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα και δεν έχει έσοδα. Σε περίπτωση δε που διαταχθεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια για τα έξοδα της Αιτήτριας, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί, κάτι το οποίο θα έχει ως επακόλουθο την απόρριψη της αγωγής της. Θα πρέπει όμως να παρατηρήσω ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ή έσοδα προβάλλεται με πολύ επιφανειακό τρόπο. Αυτό το οποίο θα ανέμενα λογικά ήταν ότι θα παρουσιάζονταν ετήσιες εκθέσεις ή εξελεγμένες λογιστικές καταστάσεις από τις οποίες θα μπορούσε να διαφανεί η τυχόν ανυπαρξία εισοδημάτων ή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου. Δεν ήταν αρκετό για την Eνάγουσα να ισχυρίζεται γενικά και αόριστα, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κ. Θεοφίλου, ότι δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα ή άλλη περιουσία. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι ούτε και για το ποσό των €100.000, το οποίο παρέμεινε στους λογαριασμούς της Ενάγουσας μετά την απομείωση, παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοχείο ή απόδειξη προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της ενόρκου δηλώσεως του κ. Θεοφίλου ότι διατέθηκε προς κάλυψη εκκρεμουσών υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Οι παραλείψεις της Ενάγουσας, τις οποίες έχω παραθέσει πιο πάνω, άφησαν τον ισχυρισμό της ότι δεν είναι σε θέση να καταθέσει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλεια για τα έξοδα της Αιτήτριας, παντελώς ατεκμηρίωτο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός της ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνιστούσε άρνηση πρόσβασης στη δικαιοσύνη για την ίδια. Ένα άλλο επιχείρημα της Ενάγουσας είναι ότι έχει καλή υπόθεση και καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή της. Το κριτήριο της ύπαρξης καλής υπόθεσης από την Ενάγουσα, για τη συνδρομή του οποίου θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Porzelack Κ.g. v. Porzelack (UK) Ltd [1987] 1 W.L.R. 420, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Undoubtedly, if it can clearly be demonstrated that the plaintiff is likely to succeed, in the sense that there is a very high probability of success, then that is a matter that can properly be weighed in the balance. Similarly, if it can be shown that there is a very high probability that the defendant will succeed, that is a matter that can be weighed. But for myself I deplore the attempt to go into the merits of the case, unless it can clearly be demonstrated one way or another that there is a high degree of probability of success or failure.» Στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας θα ήταν παρακινδυνευμένο, κατά την άποψή μου, να εξάγονταν οποιαδήποτε συμπεράσματα για τη δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας ή της υπεράσπισης της Αιτήτριας, στη βάση των δικογράφων τους. Μόνο εικασίες θα μπορούσαν να γίνουν σε σχέση με το κριτήριο αυτό. Γι΄ αυτό, θεωρώ ορθότερο να μην το προσμετρήσω προς όφελος ή εναντίον οποιουδήποτε διαδίκου. Η Ενάγουσα υποστηρίζει, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κ. Θεοφίλου, ότι θα ήταν άδικο σε μια υπόθεση ως η παρούσα να διαταχθεί να καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα, για να μπορέσει να συνεχίσει να διεκδικεί τις αξιώσεις της, καθότι αυτό θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση ουσιαστικά της Αιτήτριας, τη στιγμή που δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την τεράστια απώλεια που υπέστη με την απομείωση των καταθέσεων της. Παρά το ότι φαίνεται να είναι παραδεκτή η απομείωση των καταθέσεων που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1, εντούτοις το βασικό επίδικο ζήτημα είναι η τυχόν ευθύνη της Αιτήτριας, όπως και των άλλων Εναγομένων, για την απομείωση των καταθέσεων της. Συνεπώς η θέση της Ενάγουσας ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση ουσιαστικά της Αιτήτριας, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε, κατά την άποψη μου, με εκ των προτέρων συμπέρασμα ως προς την ευθύνη της Αιτήτριας. Το κατά πόσο η Αιτήτρια φέρει οποιαδήποτε ευθύνη είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν μπορούν να γίνουν οποιεσδήποτε προβλέψεις στο στάδιο αυτό για τη δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας εναντίον της Αιτήτριας. Για το λόγο αυτό δεν συμμερίζομαι τη θέση του κ. Θεοφίλου ότι θα ήταν άδικο να διαταχθεί η παραχώρηση ασφάλειας για τα έξοδα της Αιτήτριας. Ένας εκ των λόγων ένστασης της Ενάγουσας είναι ότι η υπό εξέταση Αίτηση υπεβλήθη με μεγάλη καθυστέρηση, ήτοι 7 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση. Είναι γεγονός ότι δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση της Αιτήτριας να υποβάλει την Αίτηση. Αναμφίβολα θα μπορούσε να είχε υποβληθεί σε πρώϊμο στάδιο, πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Από την άλλη όμως, η καθυστέρηση στην υποβολή της δεν είναι καταλυτικής σημασίας για το λόγο ότι αυτού του είδους η αίτηση μπορεί να υποβληθεί ακόμα και σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Όσον αφορά το ύψος του ποσού των εξόδων για το οποίο ζητείται η παραχώρηση ασφάλειας, η Ενάγουσα διατείνεται ότι είναι υπερβολικό και αδικαιολόγητο υπό τις περιστάσεις. Δεν εισηγείται όμως πιο θα ήταν, κατά τη θέση της, το ορθό υπό τις περιστάσεις ποσό. Ανεξάρτητα όμως από την ως άνω παράλειψη της Ενάγουσας, θα ήθελα να αναφέρω ότι έχω εξετάσει τον προτιθέμενο κατάλογο εξόδων, ο οποίος παρουσιάζεται με την ένορκο δήλωση της κας Γιάγκου και έχω παρατηρήσει ότι τα περιγραφόμενα σ' αυτόν ποσά είναι κατά τι υπερβολικά. Θεωρώ ότι το ποσό των €20.000 είναι επαρκές για να καλύψει τα έξοδα της Αιτήτριας. Η Ενάγουσα διατείνεται ότι η Εναγόμενη 1 ανακοίνωσε προ διετίας μέσω του διαχειριστή της ότι το ταμείο της διαχείρισης θα πληρώσει στον κάθε καταθέτη που επηρεάστηκε, ποσοστό 4% του ποσού που απομειώθηκε. Το ποσό αυτό, εφόσον πληρωθεί, θα παραμείνει στην Κύπρο και θα είναι υπέρ αρκετό για να καλύψει τα έξοδα της Αιτήτριας σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί στον ισχυρισμό αυτό ώστε να καταλήξει ότι η Ενάγουσα κέκτηται περιουσίας στην Κύπρο. Πέραν του ότι η ύπαρξη χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό δεν δύναται να θεωρηθεί ως ουσιαστική και μόνιμη περιουσία, δεν υπάρχει οποιαδήποτε βεβαιότητα ως προς το εάν και πότε θα παραχωρηθεί οποιοδήποτε ποσό στους επηρεασθέντες καταθέτες. Πρόκειται για αόριστο γεγονός το οποίο δεν θα μπορούσε να προσμετρήσει θετικά υπέρ της Ενάγουσας. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει και να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες συνηγορούν υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, ως ισχυρίζεται ο κ. Θεοφίλου στην ένορκο δήλωση του. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Ενάγουσα όπως παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα της Αιτήτριας στο ποσό των €20.000. Το ποσό αυτό μπορεί να δοθεί είτε υπό μορφή τραπεζιτικής επιταγής (banker's draft), είτε υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, είτε με έμβασμα στο λογαριασμό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο χρόνος για την παραχώρηση της ως άνω ασφάλειας καθορίζεται σε 60 μέρες από σήμερα. Μέχρι να παραχωρηθεί η ρηθείσα ασφάλεια εξόδων θα αναστέλλεται κάθε περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή. Σε περίπτωση που δεν δοθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, η αγωγή θα θεωρείται ως απορριφθείσα. Τα έξοδα της Αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας/Εναγόμενης 2 και εναντίον της Ενάγουσας, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο