CanArgo Limited (σε εκκαθάριση) ν. KBOC Investering B.V. κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 72/2022, 20/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης 72/2022 i Justice Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 Και Αναφορικά με τη Διαιτησία που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) με Αρ. 225416 μεταξύ των CanArgo Limited (σε εκκαθάριση), απαιτητών, και των KBOC Investering B.V., καθ΄ ων η απαίτηση Και Αναφορικά με τη Διαιτησία που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) με Αρ. 225417 μεταξύ των CanArgo Limited (σε εκκαθάριση), απαιτητών, και των
(1)KBOC Investering B.V. και
(2)Martkopi Oil Company Limited, καθ΄ ων η απαίτηση Και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ: CanArgo Limited (σε εκκαθάριση), από το Γκέρνσεϊ Αιτητών Και 1. KBOC Investering B.V., από την Ολλανδία 2. Martkopi Oil Company Limited, από τη Λεμεσό 3. Ninotsminda Oil Company Limited, από τη Λεμεσό 4. Imperato Resources Ltd, από τη Γεωργία 5. Clifford Stanley Isaak, από τη Γεωργία Καθ' ων η Απαίτηση --------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 14.4.2022 Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Α. Γεωργιάδης για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Χ. Χριστοφόρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση 3-5: κ. Ν. Μακρίδης με κα Κ. Παπαστεφάνου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώριση της κυρίως Αίτησης, οι Αιτητές καταχώρισαν πανομοιότυπη μονομερή (την υπό κρίση) Αίτηση για την έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης περιουσίας μέχρι 30 μέρες από την έκδοση τελικών διαιτητικών αποφάσεων στις διαιτησίες ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας του Λονδίνου με αρ. 225416 και 225417. Ειδικότερα, οι Αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία: (
- i)να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων 1 και ή 3 και ή 4 και ή 5 και ή στους διευθυντές και ή αντιπροσώπους τους να πωλήσουν, μεταβιβάσουν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή μειώσουν την αξία των μετοχών που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα οι Καθ΄ ων 4 στους Καθ΄ ων 3, ήτοι το 100% του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ΄ ων 3 ή των περιουσιακών στοιχείων τους, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε αδειών για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Γεωργία, (
- i)να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων 1 και ή 2 και ή 5 και ή στους διευθυντές και ή αντιπροσώπους τους να πωλήσουν, μεταβιβάσουν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή μειώσουν την αξία των μετοχών που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα οι Καθ΄ ων 1 στους Καθ΄ ων 2, ήτοι το 50% του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ΄ ων 2 ή των περιουσιακών στοιχείων τους, και (
- ii)να απαγορεύεται στους Καθ΄ ων 1 και ή 3 και ή 4 και ή 5 και ή στους διευθυντές και ή αντιπροσώπους τους να πωλήσουν, μεταβιβάσουν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή μειώσουν την αξία των μετοχών που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα οι Καθ΄ ων 5 στους Καθ΄ ων 4, ήτοι το 100% του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ΄ ων 4 ή των περιουσιακών στοιχείων τους, περιλαμβανομένων των μετοχών τους στην Kura Basin Operating Company LLC, από τη Γεωργία. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΣΤ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Αιτητές. Σε αυτή η ΣΤ αρχικά περιγράφει τους διάδικους ισχυριζόμενη ότι τόσο οι τέσσερις Καθ΄ ων όσο και άλλες εταιρείες είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, κυρίως μέσω του Καθ΄ ου 5. Ακολούθως περιγράφει το ιστορικό των γεγονότων το οποίο οδήγησε στην έναρξη των προαναφερόμενων διαιτητικών διαδικασιών και ισχυρίζεται ότι μετά την έναρξη αυτών και μόλις πρόσφατα οι Αιτητές πληροφορήθηκαν για την σύναψη συμφωνιών πώλησης μετοχών τις οποίες οι Καθ΄ ων 1 κατείχαν τόσο στους Καθ΄ ων 3 όσο και σε ακόμα μια συνδεδεμένη εταιρεία, την Kura. Σύμφωνα με τη ΣΤ, η εν λόγω διάθεση της περιουσίας των Καθ΄ ων 1 έγινε δόλια με σκοπό την αποστέρηση ικανοποίησης τυχόν διαιτητικών αποφάσεων εκδοθούν υπέρ των Αιτητών και ως εκ τούτου είναι αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ΣΤ προέβη στην καταχώριση ακόμα δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης. Στην πρώτη παρουσιάζει στοιχεία αναφορικά με τη φύση και αξία των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων 3. Στη δεύτερη δίδει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών. Το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) το οποίο εξέτασε τη μονομερή Αίτηση, εξέδωσε μονομερώς τα δύο πρώτα προσωρινά διατάγματα και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με το τρίο αιτούμενο διάταγμα. Οι Καθ΄ ων 1 καταχώρισαν ένσταση οι λόγοι της οποίας εστιάζονται στο ότι οι Αιτητές δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, ότι έχουν παραβιάσει το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης και ότι μέρος των τεκμηρίων της Αίτησης δεν είναι ευανάγνωστα και επομένως το Δικαστήριο δεν μπορούσε να τα αξιολογήσει κατά το στάδιο εξέτασης της μονομερούς Αίτησης. Η ένσταση των Καθ΄ ων 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΜΒ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Καθ΄ ων 1, στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων 2 δήλωσε πως οι Καθ΄ ων 2 θα συμμορφωθούν με την όποια απόφαση του Δικαστηρίου επί της Αίτησης, εξ ου και δεν καταχώρισαν ένσταση. Οι Καθ΄ ων 3-5 καταχώρισαν ένσταση στην οποία αναφέρονται και αναλύονται οι εξής λόγοι: (
- i)H υπό κρίση Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. (ii) Η υπό κρίση Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 6. (iii) Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν την πλήρη και ακριβή εικόνα των γεγονότων. (
- iv)Κάποια τεκμήρια δεν έχουν μεταφραστεί και επομένως δεν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. (
- v)Τόσο η κυρίως Αίτηση όσο και η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπες καθότι καταχωρίστηκαν με λανθασμένο εναρκτήριο μέσο. (
- vi)Οι ένορκες δηλώσεις της ΣΤ είναι αντικανονικές. (vii) Η εγγύηση είναι αντινομική και άκυρη. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, τα γεγονότα στα οποία αυτή βασίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Ως λόγος ένστασης των Καθ΄ ων 3-5 είναι το νομότυπο της έναρξης της παρούσας διαδικασίας. Αποτελεί ισχυρισμό των Καθ΄ ων 3-5 πως η παρούσα διαδικασία πάσχει καθότι η κυρίως Αίτηση δεν βασίζεται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι σαφές ότι η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων προς υποβοήθηση των αλλοδαπών διαιτητικών διαδικασιών οι οποίες είναι κοινώς αποδεκτό ότι έχουν ξεκινήσει στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Τέτοια εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87. Πρόκειται για προσωρινή θεραπεία μέχρι την ολοκλήρωση των εκκρεμουσών διαιτητικών διαδικασιών. Επομένως, αυτή η διαδικασία είναι καθαρά ενδιάμεσης φύσης και βασικά συνίσταται στην καταχώριση μιας και μόνο αίτησης. Το γεγονός καταχώρισης δύο ξεχωριστών Αιτήσεων στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως διαφοροποιεί τη φύση της διαδικασίας ως ενδιάμεσης, εξ ου και οι δύο αιτήσεις είναι πανομοιότυπες τόσο ως προς τη νομική τους βάση όσο και ως προς το περιεχόμενο τους. Επομένως, η καταχώριση (εκ του περισσού) δύο Αιτήσεων δεν καθιστά με οποιονδήποτε τρόπο την κυρίως Αίτηση ως πρωτογενή εναρκτήρια αίτηση εντός της έννοιας της Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντιθέτως, ως ενδιάμεση διαδικασία, ορθώς τόσο η κυρίως Αίτηση όσο και η μονομερής υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκαν στη βάση της Δ.48 θ.2-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διέπει τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Οι Καθ΄ ων 3-5 εγείρουν και ως λόγο ένστασης την αντικανονικότητα των ενόρκων δηλώσεων της ΣΤ προς υποστήριξη της Αίτησης. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η ΣΤ δεν είναι πρόσωπο των Αιτητών ή των εκκαθαριστών αυτών αλλά δικηγόρος και ότι από τη στιγμή που δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος για το ότι η ίδια προβαίνει στις ένορκες δηλώσεις, αυτές είναι αντικανονικές και παράτυπες. Με βάση τον τίτλο της κυρίως και της υπό κρίση Αίτησης, διαφαίνεται ότι οι Αιτητές είναι εταιρεία με έδρα το Γκέρνσεϊ, στοιχείο το οποίο είναι επαρκές από μόνο του για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι ένορκες δηλώσεις προέρχονται από δικηγόρο και όχι τον ίδιο τον διάδικο. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ. 82, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..» Η ΣΤ, στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, δηλώνει ότι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εκκαθαριστές των Αιτητών να προβεί στην εν λόγω δήλωση, κάτι το οποίο την καθιστά καθόλα ικανή να προβεί σε αυτή. Προσθέτει ακόμα πως οι εκκαθαριστές ενέκριναν το περιεχόμενο της δήλωσης, με το οποίο συμφωνούν και υιοθετούν πλήρως. Αντίστοιχη δήλωση περιέχεται και στη δεύτερη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, καθιστώντας και αυτή τη δήλωση καθόλα νομότυπη και κανονική. Η παράλειψη αναφοράς της ίδιας δήλωσης στην πρώτη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση δεν ενέχει σημασία και δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση καθότι η εν λόγω δήλωση είναι συμπληρωματική της πρώτης και κυρίως σε αυτή η ΣΤ αναφέρει πως οι εκκαθαριστές εξασφάλισαν τους τελευταίους λογαριασμούς των Καθ΄ ων 3, τους οποίους παρουσιάζει ως τεκμήριο και ακολούθως παραπέμπει σε αυτούς για να καταδείξει τη φύση και αξία των περιουσιακών της στοιχείων. Η επίκληση της εξασφάλισης των λογαριασμών από τους εκκαθαριστές σαφώς και καταδεικνύει δίχως άλλο τόσο τη γνώση όσο και τη συγκατάθεση και εξουσιοδότηση των εκκαθαριστών προς τη ΣΤ να προβεί στη δήλωση και να παρουσιάσει τους εν λόγω λογαριασμούς. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η ΣΤ προέβη και στις τρεις ένορκες δηλώσεις νομότυπα και κανονικά. Η δήλωση της ΣΤ στην αρχική της ένορκη δήλωση πως με βάση συμβουλή από τους εκκαθαριστές των Αιτητών, αυτοί δύνανται να καταχωρίσουν την υπό κρίση διαδικασία χωρίς την ανάγκη άδειας ή οποιουδήποτε άλλου διαβήματος, υποδηλοί επίκληση του δικαίου το οποίο κατ΄ ισχυρισμό των Αιτητών διέπει τη δυνατότητα τους να εγείρουν την υπό κρίση διαδικασία χωρίς να παρίσταται ανάγκη παρουσίασης σχετικής αυτούσιας νομική γνωμάτευσης. Άλλωστε αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει αντικρουστεί από τους Καθ΄ ων με οποιονδήποτε τρόπο και οι Καθ΄ ων δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε νομική γνωμάτευση περί του αντιθέτου. Το ζήτημα της καθαρότητας κάποιων εκ των τεκμηρίων, το οποίο τοποθετείται από τους Καθ΄ ων 1 και 3-5 από το αρχικό στάδιο εξέτασης της μονομερούς Αίτησης δεν είναι του παρόντος Δικαστηρίου προς εξέταση. Εν πάση περιπτώσει και όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αυτά τα τεκμήρια και οι ισχυρισμοί επί τούτων δεν κρίνονται καθοριστικά για την εξέταση και έκβαση της Αίτησης. Αναφορικά με τη μετάφραση κάποιων τεκμηρίων, ζήτημα το οποίο εγείρουν οι Καθ΄ ων 3-5, το Δικαστήριο αναφέρει αρχικά πως σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών Ν.67/88, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2), το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία και ευχέρεια να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στην Ελληνική ως μια εκ των επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας, «όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει». Στην προκειμένη περίπτωση και όπως φαίνεται από τον φάκελο, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο σε οποιοδήποτε στάδιο να δώσει τέτοιες οδηγίες. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως το Τεκμήριο Ζ (επιστολή του Αναπληρωτή Υπουργού Ενέργειας της Γεωργίας ημ. 25.8.17) στην Αραβική συνοδεύεται και από μια μετάφραση στην Αγγλική με την ένδειξη «Machine Translated by Google», κάτι το οποίο σύμφωνα με τους Καθ΄ ων 3-5 καθιστά τη μετάφραση αντίθετη με τη σχετική νομοθεσία. Επί τούτου το Δικαστήριο αναφέρει πως οι Καθ΄ ων δεν εγείρουν ζήτημα αδυναμίας κατανόησης και του Αγγλικού κειμένου, παρά μόνο του Αραβικού, και επιπλέον η ΣΤ παρουσιάζει το εν λόγω έγγραφο ενσωματωμένο με την Αγγλική μετάφραση, χωρίς αναφορά σε μετάφραση αυτού ούτως ώστε να θεωρηθεί δίχως άλλο ότι η μετάφραση έγινε μεταγενέστερα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας για να τεθεί ενδεχομένως ζήτημα της ορθότητας και νομιμότητας του τρόπου μετάφρασης. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω για τα εν λόγω τεκμήρια, οι Καθ΄ ων 1 προβάλλουν ισχυρισμό πως μεγάλο μέρος των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν από τους Αιτητές είναι δυσανάγνωστο και επομένως δεν δύναται να διαψεύσει τις θέσεις των Αιτητών ούτε και να ενισχύσει τις θέσεις των Καθ΄ ων 1. Αυτά όμως θα μπορούσαν να παρουσιαστούν από τους Καθ΄ ων 1 αν αυτοί επιθυμούσαν να παραπέμψουν και στηριχθούν σε αυτά, ειδικότερα εφόσον σε αυτά περιλαμβάνονται έγγραφα που προέρχονται από τους ίδιους τους Καθ΄ ων 1, όπως π.χ. η απάντηση τους στο αίτημα για διαιτησία και η ειδοποίηση παράβασης ημ. 6.4.12 την οποία οι ίδιοι απέστειλαν προς τους Αιτητές. Αξίζει να σημειωθεί πως κάποια εξ αυτών έχουν παρουσιαστεί από τους Καθ΄ ων 3-5 και είναι ευανάγνωστα. Αποτελεί λόγο ένστασης από τους Καθ΄ ων 1 και 3-5 πως η εγγύηση που δόθηκε εκ μέρους των Αιτητών δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθότι δεν δόθηκε προσωπικά από τους Αιτητές και επομένως τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα δεν μπορούσαν να εκδοθούν, κακώς εκδόθηκαν και θα πρέπει να ακυρωθούν. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, διαφαίνεται ότι στις 3.5.22, ημερομηνία έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την κατάθεση από τους Αιτητές προς τον Πρωτοκολλητή εγγύησης ποσού €100.000 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Στις 5.5.22 το Δικαστήριο τροποποίησε το μέρος του διατάγματος που αφορά στην παροχή τραπεζικής εγγύησης και έδωσε οδηγίες για την υπογραφή από τους Αιτητές, μέσω του εξουσιοδοτημένου αντιπρόσωπου τους, κ. ΑΓ, «ο οποίος θα εξουσιοδοτηθεί ειδικά προς τούτο από τους δύο εκκαθαριστές της Αιτήτριας κκ. BAR και AJR, εγγύηση για το ποσό των €100.000 και εντός 60 ημερών από σήμερα η ως άνω εγγύηση να αντικατασταθεί με τραπεζιτική εγγύηση .». Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την ορθότητα ή νομιμότητα της διαταγής του Δικαστηρίου ως προς την παροχή της εγγύησης καθότι κάτι τέτοιο θα απέληγε σε έλεγχο και αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο των οδηγιών ομοβάθμιου Δικαστηρίου. Σαφώς τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημ. 17.4.19. Εδώ κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στο σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, Διατάγματα 2016, σελ. 676, στο οποίο αναφέρεται ότι είναι πλέον επιτρεπτή και δεκτή η παροχή εγγύησης όχι προσωπικά από τον αιτητή αλλά από άλλο πρόσωπο. Στα πλαίσια της παρούσας, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση πως η δοθείσα (τραπεζική) εγγύηση δόθηκε προς πλήρη συμμόρφωση με τις οδηγίες και τη διαταγή του Δικαστηρίου, επομένως δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων στη βάση του νομότυπου της δοθείσας εγγύησης. Οι Καθ΄ ων 1 και 3-5 προβάλλουν ως λόγο ένστασης τη μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από τους Αιτητές. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd
(2015)1(Α) Α.Α.Δ.
- Στις ένορκες δηλώσεις της ΣΤ προς υποστήριξη της μονομερούς Αίτησης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα, οι Αιτητές παραθέτουν ένα ιστορικό γεγονότων αναφορικά με τη σύναψη δύο συμφωνιών ημ. 27.7.12 μεταξύ των Αιτητών και των Καθ΄ ων 1, η μια για την αγορά μετοχών και χρηματοδότησης (SPFA), του 50% του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ΄ ων 2, 3 και ακόμα μιας εταιρείας στο Γκέρνσεϊ και η άλλη (JVOA) συμφωνία κοινοπραξίας και λειτουργίας σε σχέση με τη διαχείριση και τη χρηματοδότηση των Καθ΄ ων
- Η ΣΤ αναφέρεται σε διάφορους όρους των συμφωνιών αναφορικά με την καταβολή του ανταλλάγματος πώλησης των μετοχών και την υποχρέωση των Καθ΄ ων 1 για τη διατήρηση ανά πάσα στιγμή καθαρών περιουσιακών στοιχείων τουλάχιστον €100εκ. Η ΣΤ ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων 1 παραβίασαν αυτούς τους όρους των συμφωνιών με αποτέλεσμα την παραπομπή από τους Αιτητές των εν λόγω διαφορών σε διαιτητικές διαδικασίες στο Λονδίνο. Η ΣΤ ισχυρίζεται περαιτέρω πως σε περίπτωση επιτυχίας των διαιτητικών διαδικασιών, θα επιδικαστεί ποσό ύψους εκ US$9.242.593,
- Οι Καθ΄ ων 1 και 3-5 αναφέρονται σε διάφορα ζητήματα προς υποστήριξη του λόγου ένστασης περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς Αιτητών. Κάποια εξ αυτών αφορούν τη δική τους ερμηνεία των συμφωνιών και τις δικές τους θέσεις επί των διαιτητικών διαδικασιών, σε αντιπαραβολή με την ερμηνεία που δίδουν οι Αιτητές και τις θέσεις τους επί αυτών, εξ ου μάλιστα και οι Καθ΄ ων 1 παραπέμπουν στην απάντηση τους στα αιτήματα για τις διαιτητικές διαδικασίες, επομένως δεν τίθεται υποχρέωση αποκάλυψης τους από πλευράς Αιτητών. Σημειώνεται πως οι Αιτητές, στην αρχική ένορκη δήλωση της ΣΤ, παρουσιάζουν ως Τεκμήρια τόσο τις αιτήσεις τους για την έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών όσο και τις απαντήσεις των εκεί Καθ΄ ων, με την επισήμανση πως δεν επισύναψαν κάποια εκ των εγγράφων-τεκμηρίων σε αυτές καθότι είναι πανομοιότυπα με μέρος των ήδη παρουσιαζόμενων εγγράφων-τεκμηρίων, επομένως παρουσιάζουν τόσο τις δικές τους όσο και τις θέσεις της άλλης πλευράς επί των διαιτητικών διαδικασιών. Άλλωστε αυτά αποτελούν τα επίδικα ζητήματα των διαιτητικών διαδικασιών στα πλαίσια των οποίων και θα αποφασιστούν. Επιπλέον και το ζήτημα του κατά πόσο οι Καθ΄ ων 2 κατέχουν ή όχι πλέον άδεια διερεύνησης ορισμένων περιοχών της Γεωργίας για πετρέλαια και φυσικό αέριο και πάλι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας και παράθεσης διαφορετικών ισχυρισμών μεταξύ των πλευρών. Επομένως και πάλι δεν τίθεται ζήτημα μη αποκάλυψης αυτής της θέσης των Καθ΄ ων
- Και ο ισχυρισμός περί απαλλαγής των Καθ΄ ων 2 από την υποχρέωση τους για χρηματοδότηση και καταβολή ποσού στους Αιτητές σε συνάρτηση με την αφαίρεση του προγράμματος «πηγάδι ΜΚ37» το οποίο υπήρχε στο αρχικό πρόγραμμα της συμφωνίας JVOA, και πάλι αφορά απλώς τις θέσεις και τη διαφωνία των δύο πλευρών επί τούτου και το οποίο εγείρουν στα πλαίσια των διαιτητικών διαδικασιών. Εδώ αξίζει να λεχθεί πως τα πρακτικά της συνεδρίας ημ. 3.2.16 της Επιτροπής Συντονισμού τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της ΜΒ και στα οποία γίνεται παραπομπή από τους Καθ΄ ων 1 στην ένσταση τους προς υποστήριξη αυτής της θέσης, δεν φαίνεται να αναφέρουν ρητώς τέτοια συμφωνία ή συνεννόηση περί απαλλαγής. Ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων 1 πως οι Αιτητές όφειλαν να αποκαλύψουν την ανάμειξη της Achear Partners Ltd και το συμφέρον της στις όποιες δικαστικές διαδικασίες από τους Αιτητές καθώς επίσης και τις διαδικασίες στο Γκέρνσεϊ δεν είναι ουσιώδους σημασίας για την υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με τη ΜΒ, η Achear υποκινεί και προωθεί τις διαδικασίες από τους Αιτητές, κάτι το οποίο καταδεικνύει τα πραγματικά κίνητρα των Αιτητών αναφορικά με τις υπό κρίση διαιτητικές διαδικασίας. Αυτό το στοιχείο μπορεί μεν να συνδέεται με τους Αιτητές, πλην όμως δεν θεωρείται τέτοιας σημασίας ούτως ώστε να υπήρχε η υποχρέωση αποκάλυψης αυτού από τους Αιτητές για σκοπούς πάντοτε της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αναφορικά με τις αλλοδαπές διαιτητικές διαδικασίες. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου του Γκέρνσεϊ σε μια απόφαση του ότι η Achear εμπλέκεται σε ανταγωνιστικές διαμάχες με τους Καθ΄ ων 1 για την απόκτηση μετοχών κάποιων εταιρειών αφενός φαίνεται να αφορά άλλη διαδικασία και αφετέρου αποτελεί τη θέση της άλλης πλευράς την οποία προφανώς δεν συμμερίζεται η πλευρά των Αιτητών. Αποτελεί ισχυρισμό των Καθ΄ ων 1 πως οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο σε σχέση με το περιεχόμενο κάποιων τεκμηρίων ως προς το ποιες υποχρεώσεις της εταιρείας MG ανέλαβαν οι Καθ΄ ων 1 μετά τη συγχώνευση των δύο αυτών εταιρειών. Και πάλι το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ξεκάθαρη και εσκεμμένη παραπλάνηση από τους Αιτητές του περιεχομένου αυτών των τεκμηρίων, καθότι διαφαίνεται πως οι Αιτητές δίδουν τη δική τους ερμηνεία επί αυτών ενώ οι Καθ΄ ων παραπέμπουν αποσπασματικά σε αυτά. Οι Καθ΄ ων 1 ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν επιστολή του εκκαθαριστή ημ. 2.9.21, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της ΜΒ, με την οποία οι Καθ΄ ων 1 καθιστούσαν γνωστή την πρόθεση τους να εγκαταλείψουν τη Γεωργία και μάλιστα πρότειναν κάποιες λύσεις στους Αιτητές για την αγορά των μετοχών τους. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αναφερθούν και στην απαντητική επιστολή ημ. 12.10.21 του εκκαθαριστή με την οποία δηλώνει πως δεν είναι σε θέση να τοποθετηθεί άμεσα επί του ζητήματος και θα το εξέταζε εκ νέου σε τρεις μήνες. Και πάλι, αυτή η επιστολή δεν φαίνεται να συνδέεται με τις επίδικες συμφωνίες και τις διαιτητικές διαδικασίες σε συνάρτηση πάντοτε και με την υπό κρίση Αίτηση και κυρίως να καταδεικνύει την πρόθεση των Καθ΄ ων 1 αποξένωσης της περιουσίας τους, εκκρεμουσών των διαιτητικών διαδικασιών, την οποία οι Αιτητές επικαλούνται προς υποστήριξη της Αίτησης. Σύμφωνα με τους Καθ΄ ων 1, και η επιστολή ημ. 7.6.22 Άγγλων δικηγόρων προς τους Κύπριους δικηγόρους των Καθ΄ ων 1, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της ΜΒ, στην οποία αναφέρουν την έναρξη της διαδικασίας πώλησης των μετοχών των Καθ΄ ων 3 από τον Νοέμβριο του 2021, δηλαδή πριν την έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών, τείνει να καταδείξει το παραπλανητικό των ισχυρισμών των Αιτητών για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων 1 σε τρίτα πρόσωπα. Πρόκειται για επιστολή η οποία βασικά εκφράζει τις θέσεις των Καθ΄ ων 1 και εν πάση περιπτώσει φαίνεται να μην αναιρεί το γεγονός πως η πώληση και μεταβίβαση των μετοχών ολοκληρώθηκε μετά την έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών. Το γεγονός πως οι Καθ΄ ων 1 απέστειλαν προγενέστερη ειδοποίηση παράβασης των συμφωνιών ημ. 6.4.18, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της ΜΒ, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως στοιχείο το οποίο, εάν αποκαλυπτόταν από τους Αιτητές, θα απέδιδε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της όλης κατάστασης μεταξύ των δύο μερών αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η παράλειψη αποκάλυψης αυτής της ειδοποίησης οδηγεί δίχως άλλο σε παράβαση του καθήκοντος των Αιτητών και συνακόλουθα σε άρνηση παροχής σε αυτούς του δικαιώματος να ακουστούν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Και τούτο καθότι, είναι μεν σχετική η απόδοση παραβίασης εκ μέρους των Αιτητών των συμφωνιών, πλην όμως δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει πως πέραν από την αποστολή της επιστολής και την επίκληση παράβασης των συμφωνιών από τους Αιτητές, οι Καθ΄ ων 1 προχώρησαν στη λήψη οποιωνδήποτε άλλων διαβημάτων εναντίον των Αιτητών. Επιπλέον, αυτό το ζήτημα θα αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια των διαιτητικών διαδικασιών, όπως άλλωστε ρητώς αναγνωρίζει η ΜΒ, και δεν αναιρεί την έγερση των διαιτητικών διαδικασιών στη βάση παραβίασης εκ μέρους των Καθ΄ ων 1 και 2 των εν λόγω συμφωνιών. Σαφώς το καθήκον πλήρους αποκάλυψης επεκτείνεται και στην αναφορά σε τυχόν θέσεις ή υπεράσπιση έχει η άλλη πλευρά, πλην όμως στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει τις θέσεις των Καθ΄ ων στις διαιτητικές διαδικασίες και δηλώνουν ότι οι Καθ΄ ων 1 και 2 αμφισβητούν τα όσα οι Αιτητές επικαλούνται στις διαιτητικές διαδικασίες. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως οι Αιτητές προέβησαν σε μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ούτως ώστε να μην τους επιτραπεί να ακουστούν επί της Αίτησης. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) Ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και (β) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις ικανοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση. Η κυρίως Αίτηση, όπως βεβαίως και η υπό κρίση Αίτηση, αφορούν σε δέσμευση περιουσίας μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων νομικών προσώπων προς εξασφάλιση τυχόν αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ των Αιτητών. Ως εκ τούτου, η κυρίως Αίτηση καταδεικνύει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και γνωστή στον Νόμο βάση απαίτησης. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών αναφορικά με τη συμπεριφορά των Καθ΄ ων ως προς την παραβίαση των συμφωνιών και την έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών έχουν καταγραφεί ανωτέρω. Οι Καθ΄ ων 1 απορρίπτουν αυτούς και προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς τόσο ως προς την ερμηνεία των συμφωνιών όσο και ως προς τη μη παραβίαση αυτών εκ μέρους τους. Και η ΜΒ, στην ένορκη της δήλωση, αναφέρει τις θέσεις των Καθ΄ ων 3-5 αρνούμενη το βάσιμο των ισχυρισμών και αξιώσεων στις διαιτησίες των Αιτητών. Υπενθυμίζεται ότι για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ούτε και σε τελικά συμπεράσματα, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία η οποία να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου
- Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι ισχυρισμοί των Αιτητών σε σχέση με τη συμπεριφορά των Καθ΄ ων 1 και 2 στα πλαίσια των διαιτητικών διαδικασιών δεν είναι τέτοιοι που να λεχθεί πως οι Αιτητές δεν έχουν ορατή προοπτική επιτυχίας των αξιώσεων τους σε περίπτωση προώθησης των ισχυρισμών τους στα πλαίσια ακρόασης των διαιτητικών διαδικασιών. Ο ισχυρισμός της ΣΤ στην αρχική της ένορκη δήλωση ως προς το ότι τα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ ων 1 ήταν οι Καθ΄ ων 2 και το 50% των Καθ΄ ων 3, δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο. Παρόλο που αμφισβητείται ο ισχυρισμός της ΣΤ για τον σκοπό αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων 1 προς τους Καθ΄ ων 4 και σε άλλη εταιρεία, την Kura, είναι κοινώς αποδεκτό πως η εν λόγω συμφωνία πώλησης και η μεταβίβαση των μετοχών στην περίπτωση των Καθ΄ ων 3 έχει ήδη περατωθεί. Επομένως, διαφαίνεται ότι, ανεξαρτήτως του τι είχε προηγηθεί, είναι μετά την έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών που οι Καθ΄ ων 1 προχώρησαν στην ολοκλήρωση της πώλησης περιουσιακών τους στοιχείων υπό τις συνθήκες που περιγράφονται από τη ΣΤ στην αρχική της δήλωση. Μάλιστα η ΣΤ ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω μετοχές των Καθ΄ ων 3 πρόκειται να μεταβιβαστούν περαιτέρω από τους Καθ΄ ων 4 στην εταιρεία Imperato Keyman με έδρα τις Νήσους Κέιμαν ή σε κάποιο άλλο όχημα των Καθ΄ ων
- Η ΣΤ επικαλείται και παρουσιάζει ως Τεκμήρια Μ, Ν και Ξ, την απόφαση ημ. 22.3.22 των Καθ΄ ων 4 (οι οποίοι ενεγράφησαν στο μητρώο επιχειρήσεων της Γεωργίας στις 16.3.22) για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων 1 και συγκεκριμένα του 100% των μετοχών τις οποίες οι Καθ΄ ων 1 κατέχουν στους Καθ΄ ων 2 και στην Kura, και τη συμφωνία μεταβίβασης και ενεχυρίασης των μετοχών της Kura, τα οποία έχει ήδη λεχθεί πως δεν είναι ευανάγνωστα. Όμως, πέραν του ότι αυτή η απόφαση και οι συμφωνίες δεν έχουν αμφισβητηθεί, αυτές έχουν περιορισμένη σημασία στην παρούσα διαδικασία εφόσον το ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία για πώληση και αποξένωση των μετοχών, περιουσίας, που κατείχαν οι Καθ΄ ων
- Η ΣΤ προβάλλει ισχυρισμούς και παρουσιάζει στοιχεία που τείνουν κα καταδείξουν ότι οι Καθ΄ ων 1-4 συνδέονται με κάποιον τρόπο, όπως η κατοχή μετοχών της μιας εταιρείας από την άλλη και κυρίως πως ο Καθ΄ ου 5 είναι διευθυντής των Καθ΄ ων 2, μοναδικός διευθυντής των Καθ΄ ων 3 και 4 και παρουσιάζεται και ως ο γενικός διευθυντής της Kura. Εξ ου και η ΣΤ επικαλείται πως η συμφωνία πώλησης των μετοχών από τους Καθ΄ ων 1 αποτελεί μια δόλια ενέργεια με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών των Καθ΄ ων 1, εφόσον, όπως ισχυρίζεται, δεν φαίνεται να υπάρχει λογική εμπορική εξήγηση ως προς τούτο και ενώ οι Αιτητές αποτάθηκαν στις 23.1.22 με επιστολή τους προς τους Καθ΄ ων 1 για να διασφαλίσουν ότι διατηρούσαν περιουσιακά στοιχεία τουλάχιστον μέχρι €100.000, οι Καθ΄ ων 1 απάντησαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημ. 3.2.22 μη δίδοντας ικανοποιητικά και πλήρη στοιχεία. Οι Καθ΄ ων 1 ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ενεχυρίασης εξασφαλίζει την είσπραξη από αυτούς της αξίας των μετοχών που έχουν πωληθεί, επομένως δεν τίθεται ζήτημα απώλειας ή μείωσης της περιουσίας των Καθ΄ ων
- Παρά ταύτα, η πώληση των εν λόγω μετοχών και δη σε μια νεοσυσταθείσα εταιρεία, μετά την έναρξη των διαιτητικών διαδικασιών, είναι γεγονός και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προβλεφθεί η όποια περαιτέρω ενέργεια των Καθ΄ ων 1 αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της περιουσίας τους και δη τις μετοχές που κατέχουν στους Καθ΄ ων
- Με άλλα λόγια, υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι εύλογη η ανησυχία των Αιτητών για τον κίνδυνο αποξένωσης και ή πώλησης και αυτών των μετοχών. Με βάση την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των Αιτητών και εύλογο για το Δικαστήριο να καταλήξει πως τυχόν αποξένωση και της υπόλοιπης περιουσίας των Καθ΄ ων 1, ήτοι οι μετοχές που κατέχουν στους Καθ΄ ων 2, θα καθιστά την ικανοποίηση όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ των Αιτητών δύσκολη αν όχι αδύνατη. Επομένως, θεωρώ ότι είναι αναγκαία η διατήρηση και διασφάλιση της αξίας της περιουσίας των Καθ΄ ων 1 για σκοπούς εξασφάλισης των Αιτητών σε περίπτωση επιτυχίας τους στις διαιτητικές διαδικασίες. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συνήθως απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή. Στην περίπτωση του διατάγματος παγοποίησης περιουσίας, ακριβώς λόγω της φύσης του, η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται με τον σκοπό του που είναι η χρήση του κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης και στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών οι οποίες τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό που εξετάζεται είναι ουσιαστικά η τυχόν ύπαρξη κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και κατά συνέπεια κινδύνου μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης ή τέλος η ανάγκη διευκόλυνσης της εκτέλεσης. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
- Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί στο ερώτημα του κατά πόσο είναι δυνατή η έκδοση και ή οριστικοποίηση των διαταγμάτων που αφορούν στην Αίτηση. Είναι κοινό έδαφος πως τα μόνα διάδικα μέρη από τους Καθ΄ ων στις διαιτητικές διαδικασίες είναι οι Καθ΄ ων 1 και
- Οι Καθ΄ ων 3-5 δεν είναι διάδικοι σε αυτές, πλην όμως παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διατάγματα δέσμευσης περιουσίας τύπου Chabra για δέσμευση περιουσίας στις περιπτώσεις στις οποίες ο εναγόμενος δεν κατέχει μεν περιουσία στο όνομα του αλλά κάποια περιουσία του αν και κατέχεται από τρίτο πρόσωπο στην ουσία ανήκει και κατέχεται μέσω του τρίτου από τον εναγόμενο. Σχετική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1(B) A.A.Δ. 926 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου (αρ. 101/87) προνοεί ότι, "Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας." Οι πιο πάνω διατάξεις μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται από ένα από τα δύο μέρη και δεν περιορίζονται οι προεκτάσεις του σε διατάγματα μόνο εναντίον του άλλου μέρους της διαιτησίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, "It is now settled law that, although the Court has no jurisdiction to grant an interlocutory Mareva injunction in favour of a plaintiff who has no good arguable cause of action against a sole defendant, it has power to grant such an injunction against a co-defendant against whom no direct cause of action lies, provided that the claim for the injunction is ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against that co-defendant." ................................ Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση Τ.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στη σχετική απόφαση, "In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra." Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, στην οποία τονίστηκε ότι, "Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant." Η επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων για να καλύψουν τις σύγχρονες εμπορικές αναγκαιότητες εξετάστηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Motorola Credit Corpn v. Uzan and Others [2004] 1 W.L.R. 113, στην οποία τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "The jurisdiction of national courts is primarily territorial, being ordinarily dependent on the presence of persons or assets within their jurisdiction. Commercial necessity resulting from the increasing globalisation of trade has encouraged the adoption of measures to enable national courts to provide assistance to one another, thereby overcoming difficulties occasioned by the territorial limits of their respective jurisdictions." Επιπρόσθετα στην υπόθεση Cetelem S.A. v. Roust Holdings Ltd [2005] 2 Lloyd's Rep. 494, τονίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι, "... Equally, there may be instances where a party seeks an order that will have an effect on a third party, which only the court could grant." και ότι, "... I can see no reason why "assets" should be limited to the defendant's assets."» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η πιο πρόσφατη υπόθεση DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. Ε166/19, ημ. 15.10.20, στην οποία οι αρχές που διέπουν την έκδοση διατάγματος τύπου Chabra συνοψίζονται ως εξής: «Προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και με την εκ συμφώνου τροποποίηση του διατάγματος που επιτεύχθηκε στις 13.12.2018 στη βάση αίτησης των εφεσειόντων, πως δεν ενέπιπτε εντός του σκοπού του διατάγματος η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της διαχειρίστριας εταιρείας (M.D. Limassol Waste Management Company Ltd) ή της Κοινοπραξίας που μετά την αποχώρηση των εφεσιβλήτων και της Miltiades Neophytou ονομάστηκε Medcon & DB Technologies J. V. Εκείνο που συνάγεται από το περιεχόμενο του Διατάγματος είναι ότι εμποδίζονται οι εφεσείοντες από του να δώσουν οδηγίες είτε στην Κοινοπραξία είτε στη διαχειρίστρια εταιρεία όπως αποξενώσει ποσά που προέρχονται από εισοδήματα του έργου και ανήκουν στους εφεσείοντες. Το τελευταίο είναι πλήρως συμβατό με το σκοπό του διατάγματος. Δεν πρόκειται εν προκειμένω, για εφαρμογή αρχών διαταγμάτων τύπου Chabra, διαταγμάτων που έλαβαν το όνομα τους από την Τ.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra
(1992)2 All E.R. 245. Στην υπόθεση Perlata Ltd κ. Nestoras Hotels Ltd, Πολ. εφ. Ε184/17, 6.6.2019, σε σχέση με τα πιο πάνω διατάγματα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Πρόκειται για τα διατάγματα που έγιναν γνωστά ως διατάγματα τύπου Chabra στη βάση της ως άνω υπόθεσης, στην προμετωπίδα της οποίας αναφέρονται τα εξής για τη φύση και το σκοπό τους: "That although the court had no jurisdiction to grant an interlocutory injunction in favour of a plaintiff who had no good arguable cause of action against a sole defendant, it had power to grant the injunction against a co-defendant, against whom nο cause of action lay, provided that the claim for the injunction was ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against the other co-defendant; and that, accordingly, since the injunction made against the first defendant alone was inadequate to protect the plaintiff, it was appropriate to grant the injunction against the second defendant in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against the first defendant". Διατάγματα τύπου Chabra μπορούν να εκδοθούν εφόσον καταδειχθεί - ενόρκως βεβαίως - πως πρωταρχικά ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του πρώτου εναγομένου. Περαιτέρω, για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος εις βάρος της περιουσίας άλλου εναγομένου, εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η έκδοση του διατάγματος αυτού είναι βοηθητική στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρώτου εναγομένου ο οποίος στερείται περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα, κυρίως όταν πρόκειται στην ουσία για περιουσία του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέχεται από το δεύτερο. Χρήσιμη αναφορά για τα διατάγματα αυτής της φύσεως γίνεται στο Σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη, Διατάγματα 2016 σελ. 218 κ.επ.: «Η αρχή που προκύπτει από την υπόθεση Chabra καλύπτει την περίπτωση όπου o κύριος εναγόμενος, είτε αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, είτε νομικό, δεν έχει στο όνομα του πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα ή εταιρείες, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα ή από εταιρείες που ελέγχει ο κύριος εναγόμενος. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα (αντί να διεκδικηθεί διάταγμα εναντίον μη διαδίκου) να συνενωθεί το τρίτο πρόσωπο ως συνεναγόμενος με τον κύριο εναγόμενο και να διεκδικηθεί εναντίον του διάταγμα μη αποξένωσης (Chabra Order), ανεξάρτητα αν αυστηρώς ομιλούντες δεν προσφέρει τη δυνατότητα να παγοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία που ο εναγόμενος απέκρυψε, ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Στην Cardile v. LED Building Proprietary Ltd
(1999)HCA 18 Australian High Court, όπως σχολιάστηκε στη Yukos Caplital S.a.r.l v. OJSC Rosneft Oil Co. [2010] EWHC 784 (Comm), 2010 WL 1368769, κρίθηκαν σημαντικά τα εξής: "
- a)The court should be cautious in making any order extending to the property of persons who are not substantive defendants and cannot be shown to have frustrated the administration of justice.
- b)But the jurisdiction is not limited to circumstances where a third party holds property beneficially owned by a defendant.
- c)One guiding principle where restraint of third parties is sought is the existence of some process which may be available to the potential judgment creditor pursuant to which, whether by appointment of a liquidator or otherwise, the third party might be obliged to help satisfy the judgment". Σημειώνεται πάντως, ότι στη Chabra ανωτέρω, ο τρίτος κατέστη διάδικος, κάτι που εδώ δεν συμβαίνει. Στην υπό κρίση περίπτωση, το διάταγμα στρέφεται in persona μόνο κατά των εφεσειόντων και τους εμποδίζει από του να ενεργούν κατά παράβαση των προνοιών του. Ισχύουν αυτά που λέχθησαν στην Taylor ν. Van Dutch Marine Holdings Ltd and others [2017] EWHC 636(Ch): "Those views were not intended to deal with a situation where the disposer has his or her own rights which are being enforced and who does not do an act which falls to be viewed as a disposal by the defendant or a dissipation of the asset. Withdrawing money from a bank account is likely to involve a disposal of the money by the defendant, and it is therefore prohibited. A bank which allows it is participating in that disposal by the defendant. That is what banks must be wary of and should not facilitate or permit". To εν λόγω διάταγμα δεν στρέφεται άμεσα εναντίον της διαχειρίστριας εταιρείας ή της Κοινοπραξίας. Ακόμη όμως και να υπέθετε κάποιος ότι προκύπτει δέσμευση τρίτων προσώπων από το διάταγμα, όπως εισηγούνται οι εφεσείοντες, αυτό δεν σημαίνει ότι η βάση του είναι σαθρή. Ακριβώς η νομολογία αναγνωρίζει τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εναντίον των μη διαδίκων (βλ. SCF Finance Co. Ltd v. Mazri
(1985)2 All E.R. 747 και Global Cruises S.A. κ.ά. ν. METRO Shipping & Travel Ltd
(1989)1E A.A.Δ.607). Σωστό είναι αυτό που υποδείχθηκε και στην κρινόμενη περίπτωση, ότι δηλαδή δεν υπήρξε ένσταση των τρίτων.» Με βάση την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι η έκδοση διαταγμάτων τύπου Chabra αφορά μεν σε τρίτο πρόσωπο μη διάδικο, πλην όμως περιορίζεται στη δέσμευση περιουσίας η οποία κατέχεται από το τρίτο πρόσωπο αλλά στην ουσία ανήκει στον εναγόμενο. Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην Αγγλική υπόθεση Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su
(2014)EWCA Civ 636 στην οποία τονίζεται ότι διατάγματα τύπου Chabra πρέπει να εκδίδονται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις λόγω ακριβώς των συνεπειών που ενέχουν σε τρίτα πρόσωπα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Further light is shed on this question by the judgment of Popplewell J in PJSC Vseukrainskyi Aktsionernyl Bank v Maksimov and others [2013] EWHC 422 (Comm), [2013] NLJR 324. There Popplewell J had to consider what is usually called the Chabra jurisdiction, see TSB Private Bank International SK v Chabra [1992] 2 All ER 245, [1992] 1 WLR 231, pursuant to which a freezing order may be made against companies such as F3, F5 and IM3 Co against whom there is no substantive cause of action but in circumstances where there is good reason to suppose that their assets may in truth be the assets of the Defendant against whom a cause of action is asserted. Popplewell J summarised the jurisdiction thus: "7 ..................................
(1)The Chabra jurisdiction may be exercised where there is good reason to suppose that assets held in the name of a Defendant against whom the Claimant asserts no cause of action (the NCAD) would be amenable to some process, ultimately enforceable by the courts, by which the assets would be available to satisfy a judgment against a Defendant whom the Claimant asserts to be liable upon his substantive claim (the CAD).
(2)................................
(3)In such cases the jurisdiction will be exercised where it is just and convenient to do so. The jurisdiction is exceptional and should be exercised with caution, taking care that it should not operate oppressively to innocent third parties who are not substantive Defendants and have not acted to frustrate the administration of justice.
(4)A common example of assets falling within the Chabra jurisdiction is where there is good reason to suppose that the assets in the name of the NCAD are in truth the assets of the CAD. Such assets will be treated as in truth the assets of the CAD if they are held as nominee or trustee for the CAD as the ultimate beneficial owner.
(5)Substantial control by the CAD over the assets in the name of the NCAD is often a relevant consideration, but substantial control is not the test for the existence and exercise of the Chabra jurisdiction. Establishing such substantial control will not necessarily justify the freezing of the assets in the hands of the NCAD. Substantial control may be relevant in two ways. First, evidence that the CAD exercises substantial control over the assets may be evidence from which the court will infer that the assets are held as nominee or trustee for the NCAD as the ultimate beneficial owner. Secondly, such evidence may establish that there is a real risk of dissipation of the assets in the absence of a freezing order, which the Claimant will have to establish in order for it to be just and convenient to make the order. But the establishment of substantial control over the assets by the CAD will not necessarily be sufficient: a parent company may exercise substantial control over a wholly owned subsidiary, but the principles of separate corporate personality require the assets to be treated as those of the subsidiary not the parent. The ultimate test is always whether there is good reason to suppose that the assets would be amenable to execution of a judgment obtained against the CAD."» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η περικοπή από το σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions, 6η έκδοση, παρ. 13-010, στην οποία αναφέρεται σε διάταγμα με το οποίο να απαγορεύονται σχέσεις ή συναλλαγές με περιουσία της εταιρείας, τρίτου προσώπου («an injunction restraining dealings with the company's assets, albeit that the company is a third party»), υποστηρίζει την ανωτέρω θέση του Δικαστηρίου. Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι Αιτητές προσφέρουν μεν μαρτυρία αναφορικά με τη σύνδεση και σχέση των Καθ΄ ων 1-5 μεταξύ τους, πλην όμως δεν προσφέρουν επαρκή μαρτυρία ούτε και επικαλούνται πως η πώληση των μετοχών τις οποίες οι Καθ΄ ων 4 πλέον κατέχουν στους Καθ΄ ων 3 οδηγεί στην κατοχή αυτών των μετοχών από τους Καθ΄ ων 4 εκ μέρους και για λογαριασμό στην ουσία των Καθ΄ ων 1. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο οι Αιτητές ισχυρίζονται είναι τη διενέργεια μιας δόλιας αποξένωσης με στόχο τη μη δυνατότητα ικανοποίησης της όποιας διαιτητικής απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ τους. Όπως συνάγεται από τη νομολογία, πρόκειται για εξαιρετικά δραστική θεραπεία η οποία προϋποθέτει εξειδικευμένη αίτηση καθώς και ειδική μαρτυρία, μη αρκούντων των γενικόλογων και αόριστων αναφορών ή διατυπώσεων ή τυχόν συμπληρώσεων μέσω της αγόρευσης. Είναι ιδιαίτερα σχετικά τα όσα λέχθηκαν και στην Perlata Ltd v. Nestoras Hotels Ltd, Πολ. Έφ. 184/17, ημ. 6.6.19 σε σχέση με την εξαιρετική φύση των διαταγμάτων τύπου Chabra, η οποία υιοθέτησε τις αρχές της Cardile v. LED Building Proprietary Ltd
(1999)HCA 18: «Πρόκειται για τα διατάγματα που έγιναν γνωστά ως διατάγματα τύπου Chabra στη βάση της ως άνω υπόθεσης, στην προμετωπίδα της οποίας αναφέρονται τα εξής για τη φύση και το σκοπό τους: "That although the court had no jurisdiction to grant an interlocutory injunction in favour of a plaintiff who had no good arguable cause of action against a sole defendant, it had power to grant the injunction against a co-defendant, against whom Νο cause of action lay, provided that the claim for the injunction was ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against the other co-defendant; and that, accordingly, since the injunction made against the first defendant alone was inadequate to protect the plaintiff, it was appropriate to grant the injunction against the second defendant in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against the first defendant". Διατάγματα τύπου Chabra μπορούν να εκδοθούν εφόσον καταδειχθεί - ενόρκως βεβαίως - πως πρωταρχικά ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του πρώτου εναγομένου. Περαιτέρω, για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος εις βάρος της περιουσίας άλλου εναγομένου, εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η έκδοση του διατάγματος αυτού είναι βοηθητική στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρώτου εναγομένου ο οποίος στερείται περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα, κυρίως όταν πρόκειται στην ουσία για περιουσία του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέχεται από το δεύτερο. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Δεν μπορεί να αποδοθεί θεραπεία η οποία αφενός δεν προσδιοριζόταν σαφώς και ειδικά στο παρακλητικό της αίτησης και αφετέρου στο μαρτυρικό υλικό δεν εξειδικεύονται επαρκώς οι περιστάσεις εκείνες που θα καθιστούσαν δυνατή την εξαιρετική θεραπεία διατάγματος τέτοιου τύπου. Θα πρέπει σε επίπεδο ενόρκου δηλώσεως - και όχι σαν εκ των υστέρων θέση στις αγορεύσεις - να διαφαίνεται πως ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει τα αναγκαία περιουσιακά στοιχεία να καλύψει την απαίτηση και ότι ζητείται ειδικά εναντίον του ετέρου εναγομένου (συνήθως ελεγχόμενης εταιρείας) διάταγμα - βοηθητικό της απαίτησης, παρότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 εναντίον του. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . δεν έγινε προσπάθεια κατάδειξης ειδικών περιστάσεων, που θα επέτρεπαν τη χορήγηση θεραπείας αυτής της φύσεως. Θα έπρεπε να διαχωρίσουν τις περιστάσεις που αφορούσαν τους εφεσείοντες καθιστώντας σαφές προς το Δικαστήριο πως δεν επικαλούνται πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 αλλά ειδικών δεδομένων που αφορούσαν τη μη δυνατότητα τους να εξασφαλίσουν την απαίτηση τους όχι μόνο από τους εναγομένους 1, αλλά και από τους εναγομένους 2, την κυπριακή εταιρεία. Το γεγονός ότι αναφέρουν πως οι εναγόμενοι 1 είναι οι δικαιούχοι των χρημάτων στο λογαριασμό που διατηρούν οι εφεσείοντες δεν είναι αρκετό, ούτε βεβαίως δίδει άνευ ετέρου το δικαίωμα στην πλευρά των εφεσιβλήτων να δεσμεύσουν λογαριασμό, επικαλούμενοι πως οι εφεσείοντες κατέχουν χρήματα ως θεματοφύλακες και καταπιστευματοδόχοι των εναγομένων 1, χωρίς να καθιστούν σαφές πως επεδίωκαν ειδικά αυτού του τύπου το διάταγμα και δεν είχαν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων. Πρόκειται για ενδιάμεση θεραπεία δραστικής φύσεως και η απαραίτητη εξειδίκευση τόσο της θεραπείας όσο και των περιστάσεων εντάσσεται και στο καθήκον αποκάλυψης που βαρύνει τον αιτητή σε μονομερή αίτηση. Αφορά επίσης την ανάγκη η άλλη πλευρά να γνωρίζει πλήρως το υπόβαθρο της αιτούμενης θεραπείας. Εν αντιθέσει με την αρχή που ισχύει στις αγωγές αλλά και κάποιες αιτήσεις διά κλήσεως, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . σε διαδικασίες όπου ειδικά η αφετηρία συντελείται με μονομερή αίτηση, η εξειδίκευση και η εκ των προτέρων διευκρίνιση για τον τύπο του διατάγματος που επιζητείται και η παράθεση και ανάλυση των ειδικών προϋποθέσεων, είναι αναγκαία. ........... Θα αναμένετο λοιπόν ο αιτητής ευθύς εξ αρχής στην αίτηση του να αναφέρει ότι παρότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσειόντων και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 επεδίωκε την έκδοση αυτού του ειδικού διατάγματος με επίκληση των ειδικών προϋποθέσεων. Με όλο το σεβασμό προς τη θέση των εφεσιβλήτων, καμιά εξειδίκευση προς την κατεύθυνση αιτήματος εκδόσεως διατάγματος τύπου στην αγόρευση τους - κατά το στάδιο της ακρόασης για την οριστικοποίηση του διατάγματος - δεν μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση το πρώτο αιτητικό απευθύνεται και στους Καθ΄ ων 1 και 5 (οι οποίοι δεν κατέχουν τις μετοχές των Καθ΄ ων 3) πλην όμως δεν υπήρξε η απαραίτητη εξειδίκευση είτε στα αιτητικά είτε στις ένορκες δηλώσεις της ΣΤ, υπό την έννοια ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε αναφορά περί αιτήματος έκδοσης διατάγματος τύπου Chabra και με ποιον ακριβώς τρόπο οι μετοχές αυτές θεωρούνται ενδεχομένως ότι κατέχονται από τους Καθ΄ ων 1 και
- Περαιτέρω, δεν υπήρξε ούτε και μαρτυρία πως σε περίπτωση μη έκδοσης και αυτού του αιτούμενου διατάγματος αναφορικά με τη δέσμευση των μετοχών των Καθ΄ ων 4 στους Καθ΄ ων 3, η υπόλοιπη περιουσία, και ειδικότερα οι μετοχές των Καθ΄ ων 1 στους Καθ΄ ων 2 και το σύνολο των μετοχών των Καθ΄ ων 2, δεν είναι επαρκής να καλύψει τυχόν διαιτητικές αποφάσεις υπέρ των Αιτητών οι οποίες υπολογίζονται να αφορούν ποσό εκ US$9.242.593,
- Αξίζει δε να σημειωθεί πως οι Αιτητές προσκόμισαν μαρτυρία, μέσω της πρώτης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ΣΤ, για την αξία των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων 3, αφού όμως στην αρχική ένορκη δήλωση της ΣΤ, παρουσίασαν μαρτυρία για την αξία των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων 1 μόνο (και όχι των Καθ΄ ων 2), οι οποίοι είναι και οι διάδικοι στις διαιτητικές διαδικασίες. Συγκεκριμένα, στην αρχική της δήλωση η ΣΤ παρουσιάζει μαρτυρία αναφορικά με τους λογαριασμούς για τα έτη 2019 και 2020 των Καθ΄ ων 1, Τεκμήριο Λ, οι οποίοι καταδεικνύουν ως βασικό περιουσιακό τους στοιχείο την εισπρακτέα απαίτηση ύψους €5.002.563 και το σύνολο των υποχρεώσεων και περιουσιακών της στοιχείων να ανέρχεται στις €5.713.
- Όσον αφορά την αξία των μετοχών των Καθ΄ ων 2, η ΣΤ παρουσιάζει μαρτυρία μόνο αναφορικά με τον αριθμό και την αξία των μετοχών τους, όπως φαίνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο Ε στην αρχική ένορκη δήλωση της ΣΤ, η οποία δεν είναι ενδεικτική ούτε και αντικατοπτρίζει με ακρίβεια την πραγματική αξία των εν λόγω μετοχών. Οι παραλείψεις εξειδίκευσης του ζητήματος και κυρίως της προσκόμισης της απαραίτητης μαρτυρίας για την αξία όλης της αιτούμενης προς δέσμευση περιουσίας αποβαίνει μοιραία για την οριστικοποίηση του πρώτου εκδοθέντος (και αιτούμενου) διατάγματος, λαμβανομένου υπόψιν ότι αυτό αφορά σε τρίτα πρόσωπα. Αναφορικά με το τρίτο αιτούμενο διάταγμα, το οποίο αφορά σε περιουσία και πάλι μη διαδίκων, ήτοι μετοχών τις οποίες ο Καθ΄ ου 5 κατέχει στους Καθ΄ ων 4, ισχύουν τα όσα αναφέρονται ανωτέρω για το πρώτο διάταγμα. Επιπλέον όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται η δέσμευση περιουσίας αλλοδαπού προσώπου σε αλλοδαπή εταιρεία, στοιχείο το οποίο ξεφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Ουσιαστικά το Δικαστήριο καλείται να δεσμεύσει περιουσία την οποία κατέχει ο Καθ΄ ου 5 από τη Γεωργία σε νομικό πρόσωπο με έδρα τη Γεωργία. Το γεγονός ότι οι Καθ΄ ων 4 κατέχουν το 100% των μετοχών των Καθ΄ ων 3, η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία, δεν παρέχει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδώσουν διάταγμα δέσμευσης που αφορά εξ ολοκλήρου πρόσωπα και περιουσία του εξωτερικού. Επομένως, ούτε και το τρίτο διάταγμα δύναται να εκδοθεί. Στρεφόμενη τώρα στο δεύτερο εκδοθέν (και αιτούμενο) διάταγμα, αυτό περιορίζεται στους διάδικους στις διαιτητικές διαδικασίες και αφορά σε δέσμευση περιουσίας των Καθ΄ ων 1 στους Καθ΄ ων 2, Κυπριακή εταιρεία και ολόκληρης της περιουσίας των Καθ΄ ων
- Αποτελεί λόγο ένστασης των Καθ΄ ων 3-5 πως το αίτημα για δέσμευση περιουσίας θα έπρεπε να γίνει στην έδρα των διαιτητικών διαδικασιών, δηλαδή στο Λονδίνο, και όχι στην Κύπρο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 24η έκδοση, παρ. 7-189: «The powers contained in s.44 are available even if the seat of the arbitration is abroad or no seat has been designated or determined, but in that case the court may refuse to exercise the powers if it considers that it would be "inappropriate to do so". Where the seat of arbitration is abroad the court will need a very good reason to exercise its jurisdiction under s.44: "As [Counsel] submitted on behalf of the Respondents, 'The natural court for the granting of interim injunctive relief must be the court of the country of the seat of arbitration, especially where the curial law of the arbitration is that of the same country'. I agree.". A similar passage in the 23rd edition of this work was cited with approval in U & M Mining Zambia Ltd v. Konkola Copper Mines Plc, where the court added that 'a party may exceptionally be entitled to seek interim relief in some court other than that of the seat, if for practical reasons the application can only sensibly be made there, provided that the proceedings are not a disguised attempt to outflank the arbitration agreement.» Διαφωτιστική στην προκειμένη περίπτωση είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Finvision Holdings Ltd, Πολ. Αίτηση 57/18, ημ. 10.7.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «(α) Η εξουσία για έκδοση αντι-αγωγικών/αντι-διαιτητικών διαταγμάτων δεν ασκείται με βάση τον Arbitration Act και ειδικά με βάση το s. 44, αλλά με βάση το s. 37 του Senior Courts Act 1981 (αντίστοιχο με το άρθρο 32 του δικού μας περί Δικαστηρίων Νόμου), που παρέχει ευρεία εξουσία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων όταν τούτο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο. Το ζήτημα αυτό αποφασίστηκε στην προαναφερθείσα Ust-Kamenogorsk όπου έγινε μεν αναφορά στο λεκτικό του s. 44, όμως είναι φανερό ότι η ουσία της απόφασης έγκειται στην αναγνώριση, ως μη σχετικής με τον Arbitration Act, της καλώς εμπεδωμένης εξουσίας επί τη βάσει του s. 37 του Senior Court Act σε σχέση με αλλοδαπές διαδικασίες που συνιστούν παραβίαση αρνητικού όρου μιας συμφωνίας περί διαιτησίας (βλ. ιδιαίτερα, παρ. 57 και 58). Στο ίδιο ζήτημα επανήλθε το High Court στην υπόθεση Southport Success S.A. v. Tsingshan Holding Group Co. Ltd [2015] HC 1974 (Comm), όπου διευκρινίστηκε περαιτέρω ο λόγος της Ust-Kamenogorsk έγκειται στη διαπίστωση ότι «the power to grant an anti-suit injunction to enforce a negative promise comes from s 37 as opposed to s. 44». Πέραν τούτου, σημαντική είναι η υπόδειξη που έγινε στην ίδια υπόθεση ότι ένα αντι-αγωγικό διάταγμα δεν δίδεται για τους σκοπούς και σε σχέση με τη διαδικασία διαιτησίας, αλλά προς το σκοπό εφαρμογής της αρνητικής υπόσχεσης που περιλαμβάνεται σε μια συμφωνία διαιτησίας να μην ληφθούν μέτρα στην αλλοδαπή. Πρόκειται για εκδήλωση προϋπάρχουσας αρχής της επιείκειας προς καταστολή καταχρηστικής και ανέντιμης συμπεριφοράς που κωδικοποιήθηκε στο s. 37 και καθ΄ημας στο άρθρο
- (β) Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοτική βάση της έκδοσης αντι-αγωγικών/αντι-διαιτητικών διαταγμάτων, ήταν πάντοτε σαφές ότι αρμοδιότητα είχαν τα δικαστήρια της έδρας της διαιτησίας (seat of arbitration) (βλ. Steamship Mutual Underwriting Association (Bermuda) Limited v. Sulpico Lines Inc [2008] EWHC 914 (Comm), U & M Mining Zambia Ltd v. Konkola Copper Mines plc [2013] EWHC 260 (Comm)). (γ) Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που θα μπορούσε η έκδοση αντι-αγωγικών/αντι-διαιτητικών διαταγμάτων να θεωρηθεί ως «συντηρητικό μέτρο» και πάλι κατ΄αρχάς αρμόδιο θα ήταν το αγγλικό Δικαστήριο, ως το Δικαστήριο της έδρας της διαιτησίας και μόνο κατ΄εξαίρεση, εάν τούτο επιβαλλόταν για πρακτικούς λόγους, θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία το κυπριακό Δικαστήριο. (U & M Mining Zambia Ltd (ανωτ.)). Εν προκειμένω, κανένας τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε, ώστε να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία με βάση το άρθρο
- Το αρχικό αίτημα της Evison δεν σχετιζόταν με οποιαδήποτε περιουσία ή στοιχείο μαρτυρίας που βρίσκεται στην Κύπρο, ούτε άλλως πως στοιχειοθετήθηκε σύνδεση με την Κύπρο πέραν της έδρας των δύο διαδίκων.» Στην προκειμένη περίπτωση, ένας εκ των διαδίκων στη μια διαιτητική διαδικασία είναι οι Καθ΄ ων 2, Κυπριακή εταιρεία και το συγκεκριμένο αιτητικό αφορά σε περιουσία η οποία βρίσκεται στην Κύπρο, επομένως θεωρώ ότι έχει στοιχειοθετηθεί σύνδεση με την Κύπρο για σκοπούς έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, για σκοπούς πάντοτε της υπό κρίση διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία αναφορικά με το δεύτερο διάταγμα και ικανοποιείται πως το ισοζύγιο της ευχέρειες κλίνει υπέρ των Αιτητών, οι οποίοι επιθυμούν να διασφαλίσουν το λαβείν τους σε περίπτωση επιτυχίας τους στις αλλοδαπές διαδικασίες. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως οι Αιτητές δεν έθεσαν συγκεκριμένη και επαρκή μαρτυρία αναφορικά με την αξία αυτών των μετοχών, πλην όμως είναι σαφές πως χωρίς τη δέσμευση αυτών των μετοχών, θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να εισπράξουν το λαβείν τους οι Αιτητές. Σημειώνεται πως οι Καθ΄ ων 1 δεν προέβαλαν οποιονδήποτε ισχυρισμό ως προς την αξία των μετοχών (50%) που κατέχουν στους Καθ΄ ων 2 και την αξία του συνόλου των μετοχών (100%) των Καθ΄ ων 2 και ειδικότερα ότι αυτή ξεπερνά κατά πολύ το όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ των Αιτητών σε περίπτωση επιτυχίας τους στις διαιτητικές διαδικασίες. Με γνώμονα την ημερομηνία έναρξης των διαιτητικών διαδικασιών και της σύναψης των συμφωνιών πώλησης των μετοχών των Καθ΄ ων 3 και της Kura, και συνακόλουθα την ημερομηνία γνώσης των Αιτητών για τις εν λόγω συμφωνίες πώλησης, μόλις την προηγουμένη βδομάδα καταχώρισης της Αίτησης, το Δικαστήριο θεωρεί πως το κρίσιμο χρονικό σημείο για την καταχώριση της παρούσας διαδικασίας σηματοδοτείται από τη λήψη γνώσης των Αιτητών, οι οποίοι δεν επέδειξαν οποιαδήποτε καθυστέρηση, αλλά αντιθέτως ενήργησαν άμεσα, στην καταχώριση της παρούσας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί και το επείγον στη χορήγηση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος, προς διαφύλαξη της περιουσίας των Καθ΄ ων 1 στους Καθ΄ ων 2 και της περιουσίας των Καθ΄ ων
- Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του δεύτερου εκδοθέντος διατάγματος μόνο, αναφορικά με τους Καθ΄ ων 1 και
- Ο Καθ΄ ου 5 δεν κατέχει τις μετοχές των Καθ΄ ων 2 και εν πάση περιπτώσει η έκδοση του διατάγματος εναντίον των Καθ΄ ων 1 και 2 διασφαλίζει πλήρως την προστασία και διατήρηση κατοχής και αξίας των μετοχών των Καθ΄ ων
- Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Το δεύτερο εκδοθέν και αιτούμενο διάταγμα καθίσταται απόλυτο αναφορικά μόνο με τους Καθ΄ ων 1 και 2 περιοριζόμενο στην περιουσία του καθενός ξεχωριστά και ακυρώνεται αναφορικά με τον Καθ΄ ου
- Επομένως το εν λόγω προσωρινό διάταγμα ημ. 3.5.22 καθίσταται απόλυτο ως εξής:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει και ή εμποδίζει στους Καθ΄ ων 1 και ή στους διοικητικούς συμβούλους και ή διευθυντές και ή αξιωματούχους και ή αντιπροσώπους και ή εργοδοτούμενους τους την πώληση, μεταβίβαση, δωρεά, ενεχυρίαση, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση, διάθεση, επιβάρυνση ή μείωση της αξίας των μετοχών που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα στους Καθ΄ ων 2 και που αντιπροσωπεύει το 50% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου των Καθ΄ ων 2, και των περιουσιακών στοιχείων τους, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε εισπρακτέων απαιτήσεων, και
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει και ή εμποδίζει στους Καθ΄ ων 2 και ή στους διοικητικούς συμβούλους και ή διευθυντές και ή αξιωματούχους και ή αντιπροσώπους και ή εργοδοτούμενους τους την πώληση, μεταβίβαση, δωρεά, ενεχυρίαση, ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση, διάθεση, επιβάρυνση ή μείωση της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε εισπρακτέων απαιτήσεων, για περίοδο μέχρι και 30 μέρες μετά την έκδοση των τελικών διαιτητικών αποφάσεων στις διαιτησίες ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου Διαιτησίας του Λονδίνου με αρ. 225416 και
- Νοείται ότι εάν οι διαιτητικές διαδικασίες αποσυρθούν ή διεκπεραιωθούν κατ΄ άλλον τρόπο χωρίς την έκδοση τελικών αποφάσεων τότε τα παρόντα διατάγματα τερματίζονται αυτομάτως. Δεν έχει καταδειχθεί λόγος ή αναγκαιότητα για την αύξηση της εγγύησης που είχε διαταχθεί και το Δικαστήριο δεν συμφωνεί ότι δικαιολογείται τέτοια διαταγή. Το πρώτο εκδοθέν και αιτούμενο διάταγμα ακυρώνεται. Η Αίτηση απορρίπτεται ως προς το τρίτο αιτούμενο διάταγμα. Ενόψει της επιτυχίας της Αίτησης αναφορικά με τους Καθ΄ ων 1, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τους Καθ΄ ων 2, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία και δεν καταχώρισαν ένσταση, κρίνεται ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Αναφορικά με τους Καθ΄ ων 3-5, ενόψει του αποτελέσματος της Αίτησης αναφορικά με αυτούς, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ΄ ων 3-5, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο