← Κύπρος

Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού ν. Σ. Ι. Κ., Αρ. Αγωγής: 114/20, 12/4/2023

Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού ν. Σ. Ι. Κ., Αρ. Αγωγής: 114/20, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 114/20 Μεταξύ: Κοινοτικό Συμβούλιο Αγρού Ενάγοντες -και- Σ. Ι. Κ. Εναγόμενου Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 12.4.22 για προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος Ημερομηνία: 12η Απριλίου, 2023 Για Ενάγοντες: κ. Πασιάς Για Εναγόμενο: κ. Μούρος Ενδιάμεση Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής τους) Οι Ενάγοντες είναι το Κοινοτικό Συμβούλιου Αγρού. Με την Αγωγή τους απαιτούν από τον Εναγόμενο το ποσό των €847.90 ως υπόλοιπο για υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό του παρείχαν, επειδή ο Εναγόμενος είναι, και πάλι κατ' ισχυρισμό, ιδιοκτήτης ή και κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας στον Αγρό. Η Αγωγή κατηγοριοποιείται ως «Ταχείας Εκδίκασης» λόγω του ύψους της απαίτησης. Το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε στις 17.1.20 και στις 17.6.20 ο Εναγόμενος καταχώρισε Υπεράσπιση, με την οποία εγείρει προδικαστική ένταση λόγω του ότι η αξίωση των Εναγόμενων έχει παραγραφεί, αρνείται ότι κατέχει ή του ανήκει περιουσία ή και ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, αρνείται ότι του παραχωρήθηκε οποιαδήποτε υπηρεσία από τους Ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις τους είναι παράνομες και παράτυπες. Στις 15.10.21 και 5.11.21, Ενάγοντες και Εναγόμενος προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων αντίστοιχα, σύμφωνα με σχετικό Διάταγμα το Δικαστηρίου. Στις 23.12.21 οι Ενάγοντες προέβησαν και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και την ίδια μέρα, δηλαδή στις 23.12.21, καταχώρισαν και Έγγραφη Μαρτυρία, συμφώνως προς επίσης σχετική διαταγή του Δικαστηρίου. Στις 26.1.22 συμμορφώθηκε με τη σειρά του και ο Εναγόμενος καταχωρώντας δική του ένορκη δήλωση ως Έγγραφη Μαρτυρία. Η κρίσιμη Αίτηση καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες στις 12.4.22, δηλαδή σχεδόν 4 μήνες από την ημέρα καταχώρισης της έγγραφης μαρτυρίας για την πλευρά τους. Η Αίτηση βασίζεται κυρίως στις Διαταγές 9 και 25 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και με αυτή ζητείται η προσθήκη του γιού του Εναγόμενου ως διαδίκου στην Αγωγή, αλλά και σχετικές τροποποιήσεις, με τις οποίες, ουσιαστικά, οι Ενάγοντες σκοπούν να στρέψουν την απαίτησή τους και εναντίον του υπό προσθήκη διαδίκου. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος, χωρίς να τους ειδοποιήσει, μεταβίβασε στον υπό προσθήκη Εναγόμενο γιο του την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία αναφορικά με την οποία κατ' ισχυρισμό παραχωρήθηκαν οι επίδικες υπηρεσίες. Την Αίτηση στήριξε με ένορκη δήλωση ο πρόεδρος των Εναγόντων, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ανέλαβε καθήκοντα από την 1.1.

  1. Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία της έγγραφης μαρτυρίας των Εναγόντων, στάλθηκαν στους δικηγόρους τους έγγραφα, μεταξύ εκείνων και αντίγραφο του μηχανογραφημένου αρχείου των Εναγόντων. Διαπιστώθηκε ότι στο αντίγραφο, αντί του ονόματος του Εναγόμενου αναγραφόταν το όνομα «Ι. Κ.». Σε περαιτέρω έρευνα, διαπιστώθηκε επίσης ότι μέχρι και το έτος 2008 ο Εναγόμενος μεταβίβασε την ακίνητη περιουσία που είχε στον Αγρό στο γιο του (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση). Αναφορικά με τα πιο πάνω ο ομνύοντας παραθέτει και σχετικά Τεκμήρια. Οι Ενάγοντες, αναφέρει, δεν διαπίστωσαν ή δεν γνώριζαν έγκαιρα την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος κατά την καταχώριση της Αγωγής, ουδέποτε ειδοποιήθηκαν από τον Εναγόμενο και τελούσαν υπό πλάνη, καθότι έβλεπαν τον Εναγόμενο να ευρίσκεται στα επίδικα ακίνητα και επειδή οι λογαριασμοί των φόρων και τελών από το 2008 πληρώνονταν από τον Εναγόμενο ή από το γιο του δεν προέβησαν σε άλλη έρευνα. Ο υπό προσθήκη νέος διάδικος, συνεχίζει ο ομνύοντας, είναι αναγκαίος και απαραίτητος για να μπορέσει το Δικαστήριο να δικάσει τη διαφορά στην ολότητά της με τους ορθούς διαδίκους και για να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα ζητήματα και δεν πρόκειται για προσθήκη νέας αιτίας Αγωγής, ούτε τίθεται ζήτημα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος. Εάν γνώριζαν οι Ενάγοντες ότι ο Εναγόμενος μεταβίβασε στον υπό προσθήκη διάδικο, θα τον πρόσθεταν εξ αρχής, ενώ έγκριση της Αίτησης δεν θα προκαλέσει βλάβη στον Εναγόμενο, αντίθετα θα αποτρέψει την καταχώριση πολλαπλών αγωγών. Αντίθετα, σε περίπτωση απόρριψης, θα στερηθεί από τους Ενάγοντες το δικαίωμα να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η πλευρά του Εναγόμενου πρόβαλε Ένσταση προτάσσοντας 4 λόγους με τους οποίους αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ήταν γνωστοί σε εκείνους πριν την καταχώριση της Αγωγής, η Αίτηση δεν στηρίζεται επαρκώς, προκαλεί ταλαιπωρία, έξοδα και σύγχυση στην υπόθεση. Ως νομική βάση της Ένστασης παρατίθενται οι Διαταγές 14 και 48 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Στη σύντομο υποστηρικτική ένορκη δήλωση που στηρίζει την Ένσταση επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και προστίθεται ότι οι Ενάγοντες δεν συνδέουν με ισχυρισμό τους τον Εναγόμενο με τον ιδιοκτήτη της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Την ημέρα της Ακρόασης οι δικηγόροι των διαδίκων καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Οι πλευρά των Εναγόντων εισηγείται ότι η Ένσταση δεν στηρίζεται στη ορθή νομική βάση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Με παραπομπές σε σχετική Νομολογία εισηγούνται επίσης ότι ο υπό προσθήκη διάδικος είναι αναγκαίος στην διαδικασία προς πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων. Προκρίνουν επίσης ότι η επιλογή των εναγόμενων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα του Ενάγοντα και δεν υπάρχουν ανελαστικές αρχές στην ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την προσθήκη διαδίκου. Ως προς το θέμα της αιτούμενης τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, οι Ενάγοντες παραπέμπουν σε Νομολογία με την οποία, καταδεικνύεται, ως ισχυρίζονται, ότι τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ότι η καθυστέρηση είναι μόνο ένας εκ των διάφορων παραγόντων που λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και ότι καθοριστικό στοιχείο είναι η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Σημειώνω ότι στη σελίδα 6 της γραπτής τους αγόρευσης, οι δικηγόροι των Εναγόντων παραθέτουν το κείμενο της Διαταγής 25, θεσμός 1, πριν την τροποποίηση της 1.1.
  2. Από πλευράς του ο δικηγόρος του Εναγόμενου αναφέρει ότι σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης δεν χωρούν ενδιάμεσες αιτήσεις για θέματα απόδειξης γιατί αυτά θα πρέπει να είναι γνωστά και ξεκάθαρα από την ημέρα της καταχώρισης. Αφού τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι Αιτητές ήταν γνωστά πριν την καταχώριση της Αγωγής και με λίγη επιμέλεια θα μπορούσαν οι Ενάγοντες να λάβουν γνώση, δεν μπορούν να θεραπεύσουν τα «κακώς έχοντα» με την κρίσιμη Αίτηση. Το θέμα της προσθήκης διαδίκου στη βάση της Διαταγής 9 θεσμός 10 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού απασχόλησε σε πολλές περιπτώσεις το Ανώτατο Δικαστήριο. Χαρακτηριστικά, στην απόφαση MEPA Underwriting Management Limited κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων

(1997)1 Α.Α.Δ. 772, αναφέρθηκε ότι: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων», θέση που επιβεβαιώθηκε και μετέπειτα στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ν. Απόστολου Γεωργίου, δια του Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Αρ. 1)
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, στην οποία αναφέρθηκε επίσης ότι: «Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται», ενώ στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Βασιλική Αντωνάκη Αγρότου κ.α. ν. Ιωάννα Αντωνάκη Αγρότου, Πολ. Έφεση 288/2010, ημερομηνίας 31.5.2016, ECLI:CY:AD:2016:A263 ειπώθηκε ότι: «Αν έχουν συνενωθεί ή όχι στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Χ"Δαυϊδ ν. Χ"Δαυϊδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, Δ. ν. Α. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 578, Τιτσινίδης ν. Ρεσιατ
(1993)1 Α.α.Δ. 429, Α. Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372)». Αναφορικά με την εμβέλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου παραπέμπω στο εξής απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Οδυσσέως ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ 1372 στην οποία έγινε αναφορά στην Αγρότου (ανωτέρω): «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης της καταχώρισης της Αίτησης παραπέμπω στην απόφαση στην Sonco Canning Limited v. "Adriatica" (Societe per Azioni Di Navigazione)
(1973)1 C.L.R. 127, στην οποία αναφέρθηκε ότι ο παράγοντας καθυστέρησης εκδίκασης της αγωγής ένεκα της προσθήκης είναι, μεταξύ άλλων, παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά και πάλι στην Αγρότου (ανωτέρω) όπου, ίσως πιο ξεκάθαρα, αναφέρθηκε ότι: «[.]το ζήτημα της συνένωσης όλων των αναγκαίων διαδίκων προς οριστική επίλυση της διαφοράς πρέπει να εγείρεται εγκαίρως και αμέσως μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαιτήσεως με υποβολή σχετικής αίτησης για απόρριψη της αγωγής στα αρχικά στάδια, ώστε να μην αφεθεί η αγωγή να προχωρήσει σε εκδίκαση με αποτέλεσμα την κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Το στάδιο που επέλεξαν οι συνήγοροι των εφεσειουσών να εγείρουν το ζήτημα με το κλείσιμο της υπόθεσης τους, είναι εκτός των παραμέτρων της νομολογίας». Σε σχέση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις που φαίνεται να συνοδεύουν το αίτημα για προσθήκη διαδίκου, ο δικηγόρος των Εναγόντων επικαλείται Νομολογία που αφορούσε την παλαιά Διαταγή 25 και την ευρεία εξουσία που τα Δικαστήρια διατηρούσαν να επιτρέπουν τροποποιήσεις. Σχετική όμως εν προκειμένω είναι νέα - εάν ακόμα μπορούμε να την αποκαλούμε νέα - Διαταγή 25, στην οποία η δυνατότητα τροποποίησης έχει σαφώς περιοριστεί αναλόγως του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία. Σχετική με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ενώπιον μου Αγωγή, ισχύουν τα όσα αναφέρονται στη Διαταγή 25, θεσμός 1
(3), δηλαδή ότι «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης». Επανέρχομαι στα της κρίσιμης Αίτησης και συνεχίζω με την ανάλυση του ζητήματος της αιτούμενης τροποποίησης υπό το στοιχείο (Ε), καθότι οι λοιπές θεραπείες αφορούν την προσθήκη διαδίκου, την οποία πραγματεύομαι πιο κάτω. Όπως ήδη ανέφερα, στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν και βρίσκονται οι έγγραφες μαρτυρίες των διαδίκων. Χωρίς να αξιολογώ καθ' οιονδήποτε τρόπο την μαρτυρία τούτη, προκύπτει, εξ όψεως της και μόνον, ότι η μεταβίβαση των ακινήτων από τον Εναγόμενο προς το γιο του διαπιστώθηκε από τους Ενάγοντες κατά την ετοιμασία της εν λόγω μαρτυρίας, δηλαδή πριν από τις 23.12.21, ημέρα κατά την οποία έγινε η καταχώριση, αλλά και ότι τα στοιχεία υπήρχαν σε μηχανογραφημένο αρχείο των Εναγόντων στο οποίο περιλαμβάνονται πληροφορίες και δεδομένα από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Προκύπτει επίσης ότι παρά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος δεν ενημέρωσε τους Ενάγοντες για τη μεταβίβαση - ισχυρισμός ο οποίος, παρεμβάλλω, προβάλλεται χωρίς να αναφερθεί που βασίζεται - αυτή καταγράφηκε στο εν λόγω αρχείο. Δεν προωθείται από τους Ενάγοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι η καταχώριση στο αρχείο ήταν στοιχείο που δεν ήταν υπαρκτό κατά την καταχώριση της αγωγής ή κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, παρά μόνο ότι οι ίδιοι δεν το είχαν εξεύρει μέχρι και την ετοιμασία της έγγραφης μαρτυρίας. Από τη στιγμή που, ως είναι προφανές, δεν τίθεται ζήτημα εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, αφού η προώθηση απαίτησης εναντίον προσώπου που δεν ήταν μέρος στην Αγωγή δεν μπορεί επ' ουδενί να εξισωθεί με τέτοιο λάθος, και μια και οι Ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν υπήρχαν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, η Αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στην Διαταγή 25, θεσμός 1
(3)και συνεπώς κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί υπό το φως των προνοιών της. Το αιτητικό (Ε) κρίνεται απορριπτέο και απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου και τα αντίστοιχα Αιτητικά (Α) - (Δ), υπό το φως των προνοιών της Διαταγής 9 και της σχετικής Νομολογίας: Στο δικόγραφο τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης ή και κάτοχος ακινήτων στον Αγρό. Σ' αυτή τη βάση οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν σε εκείνον υπηρεσίες. Επομένως το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι η κατ' ισχυρισμό οφειλή του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες για τις επίδικες υπηρεσίες. Από την έγγραφη μαρτυρία που παρέθεσε η πλευρά των Εναγόντων διαφαίνεται ότι θέση τους ήταν ότι η διαπίστωσή τους περί της μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον υφιστάμενο Εναγόμενο στον γιο του δεν επηρεάζει την προώθηση της Αγωγής εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου ως κατόχου της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας. Η θέση τους τούτη, η οποία προβάλλεται μέσα από τις παραγράφους 3 και 4 της έγγραφης μαρτυρίας τους, καταμαρτυρεί ότι έστω και με την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, οι ίδιοι θεωρούν ότι διατηρούν αναλλοίωτο το αγώγιμο δικαίωμά τους, το οποίο και προώθησαν, τόσο στο Κλητήριο Ένταλμα όσο και στη μαρτυρία τους, εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου. Ο ίδιος ισχυρισμός τους επεκτείνεται και στις παραγράφους 7 έως 10 της έγγραφης μαρτυρίας τους και οι αναφορές στον Εναγόμενο συνεχίζονται και στις παραγράφους 13 έως 18. Παρά τα πιο πάνω, φαίνεται ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες, μετά και από την καταχώριση της έγγραφης μαρτυρίας του Εναγόμενου στη διαδικασία, αναδιαμόρφωσαν την άποψή τους και αποφάσισαν ότι ο υπό προσθήκη εναγόμενος είναι αναγκαίος διάδικος προκειμένου να αποφασιστούν αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά όλα τα εγειρόμενα θέματα στην παρούσα διαδικασία (βλέπε παραγράφους 16 και 17 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση). Προκύπτει εκ των πιο πάνω ότι πραγματικό έναυσμα για την καταχώριση της κρίσιμης Αίτησης εκ μέρους των Εναγόντων δεν ήταν η ανεύρεση στοιχείων τα οποία καταδείκνυαν ότι ο Εναγόμενος είχε μεταβιβάσει τα ακίνητα στο γιό του, καθότι αυτά είχαν ανευρεθεί πριν την καταχώριση της έγγραφης μαρτυρίας τους και, ως ανέφερα ανωτέρω, φαίνεται να συνυπολογίστηκαν από τους ίδιους κατά τη σύνταξη και καταχώρισή της. Επομένως πρόκειται, φρονώ, για απόφαση των Εναγόντων να στρέψουν την Αγωγή και εναντίον του υπό προσθήκη Εναγόμενου ως ιδιοκτήτη των ακίνητων και όχι για επιτακτική ανάγκη προσθήκης του προς επίλυση της υφιστάμενης διαφοράς. Η απόφασή τους αυτή, η οποία ως φαίνεται λήφθηκε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας στην υπόθεση, δεν αιτιολογείται ειδικά στην Αίτησή τους ή στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση. Δηλαδή δεν επεξηγείται από τους Ενάγοντες για ποιο λόγο αναδιαμόρφωσαν την άποψή τους περί της αναγκαιότητας της προσθήκης του υπό προσθήκη Εναγόμενου στη διαδικασία, ενώ ήδη αποφάνθηκαν ότι η Αγωγή θα προωθείτο εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου. Παρεμβάλλω εδώ ότι η θέση του ομνύοντα στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Αίτηση ότι, εάν οι Ενάγοντες γνώριζαν εξ αρχής αναφορικά με την μεταβίβαση των ακινήτων θα συμπεριλάμβαναν τον υπό προσθήκη Εναγόμενο στο Κλητήριο Ένταλμα, δεν είναι ικανή για να γεφυρώσει το κενό της αδράνειάς τους, από τη στιγμή που η έρευνά τους αποκάλυψε τα στοιχεία που δείκνυαν την μεταβίβαση των ακίνητων, μέχρι και την καταχώριση της κρίσιμης Αίτησης, αλλά με το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώριση της Αίτησης, ασχολούμαι εκτενέστερα πιο κάτω. Συνεχίζοντας επί του ζητήματος της αναγκαιότητας, επισημαίνεται ότι, στην πραγματικότητα, οι Ενάγοντες δεν επεξηγούν στο Δικαστήριο το λόγο που θεωρούν τον υπό προσθήκη Εναγόμενο αναγκαίο διάδικο στην παρούσα διαδικασία. Απλώς αναφέρουν διάσπαρτα στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση ότι είναι αναγκαίος στη βάση συμβουλής των δικηγόρων τους. Μόνο στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση, αναφέρεται - και τούτο ακροθιγώς - ότι ο υπό προσθήκη Εναγόμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας επί της οποίας επιβάλλονται φόροι και τέλη και ότι με έγκριση της Αίτησης θα «απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη». Πλην όμως δεν προωθείται ευθέως ότι η απαίτηση των Εναγόντων συναρτάται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακινήτων, ούτε ότι η αναγκαιότητα της προσθήκης έγκειται στην ιδιότητα που ο υπό προσθήκη Εναγόμενος απέκτησε μετά τη μεταβίβαση. Ούτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια να συγκεραστεί ο ισχυρισμός τους περί αναγκαιότητας με την προηγούμενη θέση τους ότι το αγώγιμο τους δικαίωμα ισχύει και ενυπάρχει εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου ως κατόχου της ακίνητης ιδιοκτησίας. Πέραν των πιο πάνω και έχοντας κατά νου την έκταση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την προσθήκη διαδίκου, διαπιστώνω ότι η απαίτηση των Εναγόντων, κατά τα γραφόμενα των ιδίων και χωρίς να αξιολογώ τη μαρτυρία τους, δεν φαίνεται να συναρτάται αποκλειστικά και μόνον με την ιδιοκτησία των ακινήτων, αλλά δύναται να βασιστεί και στην κατοχή. Εάν τίθετο ζήτημα αποκλειστικής συνάρτησης με το καθεστώς της ιδιοκτησίας, τότε, με τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, το αίτημα των Εναγόντων ενδεχομένως να μην έπρεπε να βασιστεί επί των προνοιών της Διαταγής 9, αλλά και ενδεχομένως ο υπό προσθήκη Εναγόμενος να ήταν αναγκαίος εκ της ιδιότητας του και μόνον. Σε κάθε περίπτωση όμως, κάτι άλλο εκτός από προσθήκη διαδίκου, εν προκειμένω, δεν ζητείται και δεν έχει καταδειχθεί ότι η έκβαση της Αγωγής, η οποία επαναλαμβάνω αφορά κατ' ισχυρισμό οφειλή του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες, θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον υπό προσθήκη Εναγόμενο. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση των Εναγόντων δεν ήτο ούτε ξεκάθαρη, αλλ' ούτε αρκούντως πειστική αναφορικά με την αναγκαιότητα προσθήκης του Εναγόμενου προς επίλυση της υφιστάμενης διαφοράς. Παρά την πιο πάνω διαπίστωσή μου, προχώρησα και εξέτασα την Αίτηση και υπό το πρίσμα του καταφανώς πολύ προχωρημένου σταδίου κατά το οποίο προωθήθηκε η κρίσιμη Αίτηση. Ως προς την επίδραση τυχόν έγκρισης της Αίτησης στην παρούσα ταχείας εκδίκασης Αγωγή, η πλευρά των Εναγόντων δεν αναφέρει οτιδήποτε. Το Δικαστήριο όμως προβληματίστηκε ιδιαίτερα επί του σημείου, καθότι έγκριση της Αίτησης αναμφίβολα ενέχει την εξ υπαρχής προώθηση ολόκληρης της διαδικασίας και καταχώρισης μαρτυρίας για τον εν δυνάμει νέο Εναγόμενο. Στο μεταξύ, η διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και του υφιστάμενου Εναγόμενου, η οποία μέχρι τουλάχιστον και την 23.12.21 οι ίδιοι οι Ενάγοντες θεωρούσαν ότι μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την παρουσία του υπό προσθήκη Εναγόμενου, θα παραμείνει σε εκκρεμότητα. Εκ των πιο πάνω και ιδιαίτερα εν όψει του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η Αγωγή, κρίνω ότι έγκριση της Αίτησης, θα επενεργήσει μάλλον προς κατακερματισμό της διαδικασίας, παρά προς αποτελεσματική επίλυσή της διαφοράς όπως οι Ενάγοντες εισηγούνται. Πέραν της καθυστέρησης στην καταχώριση της κρίσιμης Αίτησης γενικώς, αναφέρω ότι σκοπός της θέσπισης και εισαγωγής «ταχείας εκδίκασης» διαδικασίας ανάλογα με την κλίμακα της διαφοράς ήταν, ακριβώς, η ταχεία επίλυση εκείνων των διαφορών, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αποκλείονται a priori ενδιάμεσα διαβήματα όπως το επίδικο. Στην προκείμενη όμως περίπτωση η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.20 και παρά το ότι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου για 3 και πλέον χρόνια δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί ενώ είχε ήδη οριστεί για τελικές αγορεύσεις. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση της κρίσιμης Αίτησης ήταν τέτοια που σε περίπτωση έγκρισής της, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου θα εκτροχιαζόταν και θα προκαλείτο σε αυτή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, έξω από το πνεύμα της ταχείας επίλυσης διαφορών στην κλίμακα της παρούσας Αγωγής, αλλά και έξω από το πνεύμα της Νομολογίας αναφορικά με το χρόνο καταχώρισης αιτήσεων για προσθήκη διαδίκου. Συνδυαστικά λοιπόν κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν κατέδειξαν σε ικανοποιητικό βαθμό ότι ο υπό προσθήκη Εναγόμενος είναι αναγκαίος για επίλυση της διαφοράς και ότι καθυστέρησαν υπέρμετρα στην καταχώριση της επίδικης Αίτησης, έτσι ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην μπορεί, εν προκειμένω, να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης των Αιτητικών (Α) - (Δ) της Αίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και ενόψει της απόρριψης των Αιτητικών, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ως προς το έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επομένως επιδικάζω αυτά υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. ........... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.