← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΔΑΜΟΥ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 226/1994, 7/3/2023

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΔΑΜΟΥ κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 226/1994, 7/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 226/1994 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Αιτητών και

  1. .... ΑΔΑΜΟΥ (ΑΔΤ ...) εκ Λεμεσού
  2. ..... ΧΡΙΣΤΟΥ (ΑΔΤ ...) εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 05/05/2022 από Καθ' ης η Αίτηση 1 για παραμερισμό και ακύρωση του διατάγματος ημερ. 18/11/1994 για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 07/03/2023 Εμφανίσεις: Για την Καθ' ης η Αίτηση 1/Αιτήτρια: κ. Π. Καΐκη για κ.κ. Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Αιτητές/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Ιωάννου Κίτσιος για κ.κ. Α.Ι. Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό κρίση Αίτηση και Ένσταση: Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 18/11/1994 με την οποία ενεγράφη ως απόφαση δικαστηρίου η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στις 08/07/1994 εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στα πλαίσια διαδικασίας διαιτησίας με την τότε Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων στις Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.48 ΘΘ. 1-13 και στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 ως ετροποποιήθηκε. Όπως προβάλλει η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η οποία είναι η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση, ουδέποτε κατάρτισε με την Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου οποιαδήποτε συμφωνία δανείου στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διαιτητική απόφαση, αλλά ούτε και κλήθηκε οποτεδήποτε να λάβει μέρος στη διαδικασία διαιτησίας ή έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης ή της διαδικασίας για εγγραφή της ως απόφαση δικαστηρίου. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ονομάζεται .... Νικολάου με αριθμό ταυτότητας .... και ήταν παντρεμένη με τον [ ] Αδάμου και δεν χρησιμοποίησε ποτέ το επίθετό του, κάτι αναφέρει ότι καταδεικνύεται στο αντίγραφο της πολιτικής της ταυτότητας που παραθέτει και στο αντίγραφο του πιστοποιητικού γάμου. Υποστηρίζει δε, ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση για την διαιτητική απόφαση και το διάταγμα εγγραφής της ως απόφασης δικαστηρίου ημερ. 18/11/1994 στις 08/04/21 όταν της επιδόθηκε η αίτηση ημερ. 19/03/21 για οικονομική εξέταση και για ακύρωση ως καταδολιευτικής μεταβίβασης, η οποία επιδόθηκε και στην θυγατέρα της. Όπως αναφέρει η Αιτήτρια, για την ύπαρξη δανείου στο όνομα ... Αδάμου με τον αριθμό της ταυτότητάς της το έμαθε περί τον Σεπτέμβριο του 2000 όταν προσπάθησε ανεπιτυχώς να προβεί σε δανειοδότηση και ο διευθυντής της Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου την συμβούλευσε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία κάτι που έκανε στις 29/09/2000 στον Αστυνομικό Σταθμό Λάνιας για τα αδικήματα του καταρτισμού πλαστών εγγράφων και αφορούσε τον πρώην σύζυγό της ... ... Χρίστου, ο οποίος της παραδέχθηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως εξήγησε, να καταχωρήσει αίτηση διαζυγίου και ο γάμος της να λυθεί στις 2/03/
  3. Στην συνέχεια η Αιτήτρια παραθέτει λεπτομέρειες για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μέσω της τότε δικηγόρου της για να πληροφορηθεί για την πορεία της καταγγελίας, αλλά και το ότι εξασφάλισε το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε εναντίον του πρώην συζύγου της και άλλων, αλλά και την γραφολογική έκθεση του εμπειρογνώμονα τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήρια. Όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, μετά την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης και την λήψη της γραφολογικής εξέτασης, αφού τα παρέδωσε στην Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου συμφώνησε μαζί τους να την απαλλάξουν από οποιαδήποτε υποχρέωση και να διαγράψουν την όποια οφειλή στο όνομα .. Αδάμου και ότι θα διευθετούσαν το χρέος με τον πρώην σύζυγό της και τον αδελφό του, όπως επίσης και θα προέβαιναν σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που είχε δοθεί ως εξασφάλιση. Έκτοτε, όπως υποστηρίζει, μέχρι και την επίδοση της αίτησης ημερ. 19/03/2021 δεν έλαβε την οποιαδήποτε ενημέρωση, ούτε και οχλήθηκε από οποιονδήποτε αναφορικά με το ισχυριζόμενο χρέος και αυτό της δημιούργησε την ισχυρή πεποίθηση ότι το χρέος επ' ονόματι της ... Αδάμου με τον αριθμό της ταυτότητάς της είχε διαγραφεί από την Σ.Π.Ε. Αμιάντου, ο γραμματέας της οποίας κατά την επίδικη περίοδο ήταν συγκατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του συζύγου της. Όπως προβάλλει έντονα η Αιτήτρια, δεν περιήλθε σε γνώση της η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση παρά μόνο με την επίδοση της αίτησης ημερ. 19/03/21 και ότι αν γινόταν η επίδοσή της στην ίδια θα προέβαινε σε καταχώρηση ένστασης στην εγγραφή της όποιας διαιτητικής απόφασης είχε εκδοθεί εναντίον της. Ουδέποτε, όπως εξηγεί, επέδειξε την όποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, καθότι μόλις της επιδόθηκε η αίτηση για οικονομική της εξέταση ημερ. 19/03/21 προχώρησε σε έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου και αποτάθηκε στους δικηγόρους της, όμως ένεκα των συνθηκών της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων δεν κατέστηκε δυνατόν να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση νωρίτερα. Εν κατακλείδι, η Αιτήτρια εστιάζει τις θέσεις της κυρίως στην ανυπαρξία της όποιας οφειλής της δυνάμει του διατάγματος εγγραφής ημερ. 18/11/94 ένεκα της πλαστογραφίας του ονόματος, ταυτότητας και υπογραφής της κάτι που κρίνει ότι της δίδει καλή υπεράσπιση, στο ότι οι Αιτητές στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση αξιώνουν παράνομα ποσά, στο ότι της έχει αποστερηθεί το συνταγματικό της δικαίωμα να προβάλει ένσταση στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση αφού δεν της επιδόθηκε ποτέ, αλλά και στο ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν, αλλά απέκρυψαν τις παρανομίες, την πλαστογραφία και την ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον προσώπων αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, Αιτητών στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση προβάλλονται ως λόγοι ένστασης η μη πλήρωση των προϋποθέσεων για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 18/11/94, η μεγάλη και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης που συνιστά πλήρη αδιαφορία και καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και η μη αποκάλυψη οποιασδήποτε Υπεράσπισης. Στην ένορκη δήλωση της ... Ιωαννίδου, υπαλλήλου της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία κατόπιν συμφωνίας με την Καθ' ης η Αίτηση ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου δανείου, υποστηρίζονται συνοπτικά τα εξής: · Το όνομα ... Αδάμου είναι το όνομα που έδωσε στους Καθ' ων η Αίτηση όταν συνήψε το δάνειο και είναι το επίθετο του συζύγου της και ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός της πολιτικής ταυτότητας είναι ο δικός της. · Η Αιτήτρια γνώριζε εδώ και πολλά χρόνια για το εξ αποφάσεως χρέος και έλαβε γνώση για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης εναντίον της με επιστολή/ειδοποίηση ημερ. 27/09/94 που της απέστειλε ο Διαιτητής, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει και δεν υπέβαλε την οποιαδήποτε έφεση ή ένσταση σε αυτή. Επίσης, ότι στις 28/02/95 εξεδόθηκε και επιδόθηκε προς την Αιτήτρια το έντυπο Ν. 275 που απαιτούσε την πληρωμή του χρέους, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως τεκμήριο και το οποίο παραλήφθηκε και υπογράφηκε επί τούτου από την Αιτήτρια στις 4/05/
  4. Ακόμη παραθέτει ως τεκμήρια αντίγραφα σχετικού εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας και σχετική ειδοποίησης του επιδότη περί μη εκτέλεσης τους. · Στις 20/02/1999 κατόπιν οδηγιών του δικηγόρου της Αιτήτριας κ. ... Μιχαήλ αποστάληκε επιστολή στην Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου, αντίγραφο της οποίας παραθέτει ως τεκμήριο, με την οποία γίνεται αναφορά στην ύπαρξη εμπράγματου βάρους επί της οικίας της (MEMO) και στο ότι η Αιτήτρια ουδέποτε υπέγραψε το γραμμάτιο δανείου, καθώς και ότι θα προχωρούσε σε καταγγελία στην Αστυνομία, στην οποία απάντησαν οι δικηγόροι της Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου δια συστημένης επιστολής τους ημερ. 22/03/99 αντίγραφο της οποίας παραθέτει ως τεκμήριο, με την οποία πληροφορούν τον δικηγόρο της ότι για τα όσα προηγήθηκαν της διαδικασίας της διαιτησίας, την διαδικασία της διαιτησίας, την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, της εγγραφής της κατόπιν άδειας Δικαστηρίου και των προσπαθειών εκτέλεσης της, γεγονότα τα οποία γνώριζε. · Ότι η Αιτήτρια ενώ γνώριζε για την εναντίον της απόφαση για 5 και πλέον χρόνια, το έτος 2000 επειδή αποφάσισε να λύσει τον γάμο της με τον πρώην σύζυγό της προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια περί απαλλαγής της από το επίδικο χρέος ή περί διαγραφής της οφειλής δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. · Ότι έγιναν προσπάθειες για εκποίηση της υποθήκης μέσω του Κτηματολογίου με καταχώρηση σχετικής αίτησης από το 1995 άνευ αποτελέσματος μέχρι σήμερα και παραθέτει ως τεκμήρια αντίγραφα αιτήσεων, επιστολών και γνωστοποιήσεων προς τον σκοπό αυτό. · Η Αιτήτρια θα έπρεπε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση τουλάχιστον από το έτος 2000 και ότι έπρεπε να είχε από τότε εφεσιβάλει την διαιτητική απόφαση εδώ και πάρα πολλά χρόνια μόλις έλαβε γνώση για αυτή. Τα όσα προβάλει περί λήψης γνώσης με την επίδοση της αίτησης έρευνας ημερ. 19/03/21 δεν ευσταθούν και ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης την 5/05/22 και δεν ευσταθούν οι όποιοι ισχυρισμοί περί περιορισμών ένεκα πανδημίας. · Η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει Υπεράσπιση και στην περίπτωση που έχει αποκαλύψει τέτοια έχει επιδείξει μεγάλη καθυστέρηση πέραν των 20 ετών στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης γεγονός που συνιστά καταφρόνηση Δικαστηρίου. · Η Αιτήτρια επέλεξε η ίδια να μην υπερασπιστεί τον εαυτό της στην διαδικασία της διαιτησίας και να εφεσιβάλει την διαιτητική απόφαση και δεν το έπραξε. · Λόγω παρέλευσης του χρόνου δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμα στοιχεία όπως ολόκληρο το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και απεβίωσαν πρόσωπα των οποίων η μαρτυρία τους κρίνεται σημαντική όπως ο γραμματέας της Σ.Π.Ε. Κάτω Αμιάντου και ο επιδότης που επέδωσε στις 04/05/95 στην Αιτήτρια την σχετική ειδοποίηση ότι κατέστηκε απαιτητό το ποσό των Λ.Κ. 18.232,78 πλέον τόκοι. Νομική Πτυχή: Οι περιπτώσεις αιτήσεων παραμερισμού διαταγμάτων ή αποφάσεων διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με περιστάσεις όπου η επίδοση δεν έγινε με τον ορθό δικονομικά τρόπο και κατά προέκταση το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε εκδώσει απόφαση, άρα το άμεσα ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν ειδοποιήθηκε δεόντως και δικαιωματικά δικαιούται σε παραμερισμό της (ex debito justitiae). Η δεύτερη κατηγορία, αφορά περιπτώσεις όπου η απόφαση εκδόθηκε μετά που το ενδιαφερόμενο μέρος ειδοποιήθηκε δεόντως για τη διαδικασία. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια προβάλλει ότι δεν ειδοποιήθηκε τόσο για την διαδικασία της διαιτησίας, αλλά ούτε και της επιδόθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση που οδήγησε στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου. Ο παραμερισμός και/ή ακύρωση διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης, το οποίο εξεδόθη ερήμην, όπως προβάλλεται από την Αιτήτρια, παρέχεται από τη Δ.48 Θ.
  5. Οι αρχές και κριτήρια σύμφωνα με τα οποία παραμερίζεται απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία εναγόμενου, δυνάμει των Δ.26 Θ.14 και Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής. Συγκεκριμένα, στην Ηλία ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας

(2009)1 Α.Α.Δ. 365 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ.11 [Δ.48] στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο θ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Αναφορικά με την έκταση του ελέγχου από το Δικαστήριο όταν υποβάλλεται αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης της φύσης της παρούσας υπόθεσης το Ανώτατο Δικαστήριο στην Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707 ανέφερε τα εξής χαρακτηριστικά (με υπογραμμίσεις δικές μου): «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόδουλου Πιττάκα,
(2001)1 ΑΑΔ 1932 ο Δικαστής Αρτεμίδης ανέφερε τα εξής χαρακτηριστικά σε σχέση με αίτηση για έκδοση διατάγματος certiorari για ακύρωση της απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου που δέχθηκε την εγγραφή διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, την οποία καταληκτικά ακύρωσε (με υπογραμμίσεις δικές μου): «Ένας είναι ο λόγος στον οποίο βασίζεται η υπό συζήτηση αίτηση. Η έκδοση της επίδικης απόφασης έγινε σε μονομερή αίτηση του καθ' ου η αίτηση εδώ. Ο αιτητής διατείνεται πως στερήθηκε του φυσικού του δικαιώματος να ακουστεί στην αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, και γι' αυτό η επ' αυτής απόφαση είναι εξ' υπαρχής άκυρη. Ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση εισηγείται πως ορθά καταχωρίστηκε μονομερώς η αίτηση, γιατί ο αιτητής γνώριζε τη διαδικασία στη διαιτησία, στην οποία επέλεξε να μη λάβει μέρος, και ως εκ τούτου δεν υπήρχε κανένας λόγος να ειδοποιηθεί για την επίδικη αίτηση. Ο δικαστής Κωνσταντινίδης είχε την ευκαιρία να συζητήσει ακριβώς το ίδιο ζήτημα: στην Αίτηση αριθ. 152/99 Τάσου Βασούλλα (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372. Συμφωνώ απόλυτα με την πιο πάνω απόφαση το σκεπτικό της οποίας και υιοθετώ. Παραθέτω πιο κάτω περικοπή της απόφασης, στην οποία εκφράζεται η βασική της σκέψη: «Καταλήγω ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και πως η αίτηση πρέπει να επιτύχει. Η εφαρμογή στην περίπτωση του Κεφ.4 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας δεν σημαίνει και δυνατότητα εφαρμογής θεσμών εντελώς άσχετων και η Δ.47 είναι πράγματι άσχετη. Αντικείμενο της διαδικασίας είναι η άδεια που εκδόθηκε και όχι, αυτή καθ' εαυτή, η διαιτητική απόφαση. Αναλήφθηκε δικαιοδοσία και δόθηκε άδεια καθοριστικής φύσης και χωρίς να θέλω να διατυπώσω άποψη αναφορικά με επιμέρους δικονομικά ζητήματα, ενστερνίζομαι την άποψη πως η αιτήτρια είχε δικαίωμα να ακουστεί. Η παροχή δυνατότητας άσκησης αυτού του δικαιώματος, όπου αυτό υπάρχει, αποτελεί θεμέλιο χωρίς το οποίο δεν μπορεί να υποστυλωθεί νόμιμη διαδικασία και δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση πως ενδεχομένως εδώ είχαμε απλή παρατυπία. Επίσης δεν μπορώ να συμφωνήσω πως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η Δ.48
(8)
(4)ως εναλλακτική μέθοδος αντίδρασης. Θεωρώ ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48
(8)
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται ex parte, καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte διαταγής. Επομένως, δεν θα με απασχολήσει και το γεγονός ότι εδώ η ex parte αίτηση υποβλήθηκε ως Γενική Αίτηση με δικό της αριθμό, έξω από το πλαίσιο της αρχικής αγωγής.». Εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση και συμπεράσματα Δικαστηρίου: Στην προκείμενη περίπτωση ανατρέχοντας στο τεκμήριο B' που παρατίθεται στην Ένσταση, ήτοι το αντίγραφο του διατάγματος εγγραφής ημερ. 18/11/94 προκύπτει ότι εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης χωρίς να λάβει γνώση η Αιτήτρια, ώστε αν επιθυμούσε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να προβάλει τα όσα δικαιούτο κατά τον ουσιώδη χρόνο να προβάλει. Αυτό αποτελεί παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, παρόλο που γίνεται φανερό ότι μετέπειτα η Αιτήτρια τουλάχιστον από την ημερομηνία που οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση μέσω της επιστολής τους ημερ. 22/03/99 την ενημέρωσαν για την όλη διαδικασία που προηγήθηκε και οδήγησε στην έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος ημερ. 18/11/94 γνώριζε για αυτή και θα μπορούσε να αποτεθεί στο Δικαστήριο νωρίτερα, δεν θεραπεύεται η παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης που έλαβε χώρα εκ της μονομερούς έκδοσης του προσβαλλόμενου διατάγματος ημερ. 18/11/94. Αυτό οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν παρέχεται η άσκηση της όποιας διακριτικής ευχέρειας να αποφασίσει αν θα πρέπει να το παραμερίσει ή όχι, αλλά ότι οφείλει να πράξει τούτο ως χρέος προς την δικαιοσύνη (ex debito justitiae) ανεξαρτήτως του γεγονότος της πολύχρονης καθυστέρησης.[1] Όπως έχει αποφασιστεί, παρέχεται στο Δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης που εκδίδεται σε διαδικασία, η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο.[2] Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω η υπό κρίση αίτηση έχει επιτυχή κατάληξη. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα ημερ. 18/11/94 αναφορικά με την Καθ' ης η Αίτηση 1/Αιτήτρια. Εκ του φακέλου του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καταχωρημένη η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση, καθότι αυτός αποτελεί υποκατάστατο φάκελο. Ως εκ τούτου δίδονται οδηγίες όπως η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση επιδοθεί από τους Αιτητές στην πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση 1/Αιτήτριας και η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό γενική αίτηση ορίζεται για τον σκοπό αυτό στις 31/03/23 ώρα 9:00 π.μ.. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 1/Αιτήτριας εναντίον των Αιτητών/Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας (βλ. Δ.5 θ. 2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3.(α) και (β) του Συντάγματος).» Χρυσοσομής Δ. στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247. [2] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3 Β Α.Α.Δ. 1060 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.