← Κύπρος

Tofarco Limited ν. Ευθύμιου Ευθυμίου κ.α., Αρ. Αγωγής 8741/2012, 27/3/2023

Tofarco Limited ν. Ευθύμιου Ευθυμίου κ.α., Αρ. Αγωγής 8741/2012, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8741/2012 Μεταξύ: Tofarco Limited Ενάγουσας και

  1. Ευθύμιου Ευθυμίου
  2. Alpha Bank Cyprus Limited Εναγομένων -------------------------------- Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Α. Νεοφύτου για G. Kaimakliotis & Co LLC Για τον Εναγόμενο 1: κα Χ. Λειβαδιώτου Για την Εναγομένη 2: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι αφενός δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια δυνάμει των οποίων ο Εναγόμενος 1 αγόρασε από την Ενάγουσα δύο ξεχωριστά διαμερίσματα και αφετέρου δύο εγγυητικές τις οποίες η Ενάγουσα εξέδωσε προς όφελος της Εναγομένης 2 η οποία απαίτησε και εισέπραξε τα ποσά αυτών από την Ενάγουσα. Κατά την ακρόαση της Αγωγής για την Ενάγουσα κλήθηκαν συνολικά πέντε μάρτυρες, και συγκεκριμένα ο ΝΤ, Διευθυντής της Ενάγουσας (ΜΕ1), η ΧΑ, πρώην υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης (ΜΕ2), η ΕΑ, διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων (ΜΕ3), ο ΚΑ, εκτιμητής ακινήτων (ΜΕ4) και ο ΑΦ, Εμπορικός Διευθυντής της Ενάγουσας (ΜΕ5). Ο Εναγόμενος 1 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά του ενώ για την Εναγομένη 2 δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία παρά μόνο κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Τόσο με βάση τα δικόγραφα όσο και στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας είναι αδιαμφισβήτητο ή κοινώς αποδεκτό. Επομένως αυτό αποτελεί ευρήματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως:
  3. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται κυρίως με κατασκευαστικές εργασίες ανάπτυξης γης και με δραστηριότητες που επεκτείνονται σε όλα τα φάσματα οικοδομικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης και της κατασκευής γραφειακών και οικιστικών μονάδων.
  4. Ο ΜΕ1 εργάζεται στην Ενάγουσα από τον Ιούνιο του 2005 και έκτοτε είναι ένας εκ των διευθυντών αυτής.
  5. Στις 19.1.04 υπεγράφη αγοραπωλητήριο έγγραφο δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει στον Εναγόμενο 1 το διαμέρισμα με αρ. 301 σε υπό ανέγερση πολυκατοικία στη Λευκωσία έναντι του ποσού των ΛΚ290.000 (€495.494,42). Το αγοραπωλητήριο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Στις 16.3.06 υπεγράφη αγοραπωλητήριο έγγραφο δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα συμφώνησε να πωλήσει στον Εναγόμενο 1 το διαμέρισμα με αρ. 01 στην ίδια πολυκατοικία έναντι του ποσού των ΛΚ235.000 (€401.521,34). Το αγοραπωλητήριο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Το διαμέρισμα 301 παραδόθηκε στον Εναγόμενο 1 στις 19.4.06 και το διαμέρισμα 01 στις 12.5.
  8. Ο Εναγόμενος διατηρεί την κατοχή των διαμερισμάτων μέχρι και σήμερα.
  9. Για την αγορά των δύο διαμερισμάτων, ο Εναγόμενος 1 συνήψε δύο στεγαστικά δάνεια με την Εναγομένη
  10. Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε δύο έγγραφα εκχώρησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα προς όφελος της Εναγομένης 2, ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις του προς την Εναγομένη
  11. Τα έγγραφα εκχώρησης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα.
  12. Κατόπιν εντολής της Ενάγουσας, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εξέδωσε δύο τραπεζικές εγγυητικές επιστολές προς όφελος της Εναγομένης
  13. Η πρώτη εγγυητική έφερε ημ. 15.4.04 με αριθμό .-113 και η δεύτερη έφερε ημ. 4.4.06 με αριθμό .-987, Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα.
  14. Τα ποσά και των δύο εγγυητικών τροποποιήθηκαν και οι ημερομηνίες λήξης τους ανανεώθηκαν αρκετές φορές. Αντίγραφα των ανανεώσεων της πρώτης εγγυητικής ημ. 15.4.04 και της δεύτερης εγγυητικής ημ. 4.4.06 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Βάσει της τελευταίας τροποποίησης, η πρώτη εγγυητική έληξε στις 30.3.11 και προνοούσε πληρωμή μέχρι ποσού €403.229,94 και η δεύτερη έληξε στις 3.4.11 και προνοούσε πληρωμή μέχρι ποσού €474.683,
  15. Στις 3.3.11 η Εναγομένη 2 απέστειλε προς την Τράπεζα Κύπρου επιστολές απαίτησης πληρωμής των δύο εγγυητικών, Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα.
  16. Στις 2.5.11 η Εναγομένη 2 απέστειλε προς την Τράπεζα Κύπρου ηλεκτρονικό μήνυμα - επιστολή με το οποίο την πληροφορούσε ότι επέμενε στην πληρωμή των εγγυητικών και ότι με την πληρωμή τους η Εναγομένη 2 θα ακύρωνε τις εκχωρήσεις των πωλητηρίων εγγράφων, Τεκμήριο
  17. Στις 2.5.11 εκδόθηκαν οι τίτλοι των δύο επίδικων διαμερισμάτων, Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα.
  18. Σε επιστολή της ημ. 3.5.11 προς την Τράπεζα Κύπρου η Ενάγουσα αναφέρει ότι έχει πληροφορηθεί πως το Τμήμα Κτηματολογίου έχει προχωρήσει με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τα επίδικα διαμερίσματα και ότι η ίδια είναι έτοιμη να τα μεταβιβάσει σύμφωνα με τους όρους των αγοραπωλητηρίων εγγράφων και εγγυητικών, επομένως δεν υφίσταται λόγος για την ακύρωση των εκχωρητηρίων ή την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού με βάση τις εγγυητικές, Τεκμήριο
  19. Στις 4.5.11 η Ενάγουσα απέστειλε ειδοποίηση στην Εναγομένη 2 ενημερώνοντας την για την έκδοση των τίτλων, Τεκμήριο
  20. Σε υπενθυμητική επιστολή της ημ. 12.5.11 προς την Εναγομένη 2 η Τράπεζα Κύπρου επισημαίνει την πρακτική συμμόρφωσης της με τις υποχρεώσεις της στη βάση εγγυητικών τις οποίες εκδίδει και ζητά αφενός επιβεβαίωση των υπολοίπων των δανείων του Εναγομένου 1 προς εκείνη (την Εναγομένη 2) σχετικά με τις εγγυητικές για να προβεί στην πληρωμή τους και αφετέρου ακύρωση από την Εναγομένη 2 των εγγυητικών με την πληρωμή, Τεκμήριο
  21. Σε επιστολή της ημ. 22.5.11 προς την Τράπεζα Κύπρου η Εναγομένη 2 αναφέρει ότι με την πληρωμή του απαιτητού ποσού των εγγυητικών θα προβεί σε εξόφληση των οφειλών του Εναγομένου 1 προς αυτή και ότι οποιοδήποτε πλεόνασμα θα επιστραφεί από τον Εναγόμενο 1 στην Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο
  22. Με επιστολή της ημ. 27.6.11 προς την Εναγομένη 2 η Τράπεζα Κύπρου ζητά επιβεβαίωση των υπολοίπων των δανείων του Εναγομένου 1 και εισηγείται όπως η πληρωμή των ποσών γίνει την 1.7.11 μαζί με την ακύρωση των εκχωρήσεων των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, Τεκμήριο
  23. Σε επιστολή της ημ. 30.6.11 προς την Τράπεζα Κύπρου η Εναγομένη 2 αναφέρει τα υπόλοιπα προς εξόφληση και τον τρόπο εξόφλησης (μέσω δύο επιταγών), επιβεβαιώνοντας ότι η συναλλαγή θα ολοκληρωθεί την 1.7.11 και ότι με την εκκαθάριση των δύο επιταγών, οι εκχωρήσεις των δύο αγοραπωλητηρίων συμβολαίων δεν θα έχουν ισχύ, Τεκμήριο
  24. Την 1.7.11 η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε προς όφελος της Εναγομένης 2 δύο τραπεζικές επιταγές για τα ποσά των €348.329,83 και €452.539,37, Τεκμήρια 48 και 49 αντίστοιχα.
  25. Με τα ανωτέρω ποσά τα οποία εισπράχθηκαν από τις δύο εγγυητικές, η Εναγομένη 2 προχώρησε στην εξόφληση των δύο στεγαστικών δανείων τα οποία είχε παραχωρήσει στον Εναγόμενο 1 για την αγορά των δύο επίδικων διαμερισμάτων, όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 44 και 45 αντίστοιχα.
  26. Για σκοπούς πληρωμής των εγγυητικών, η Ενάγουσα υποθήκευσε τα δύο επίδικα διαμερίσματα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και οι εν λόγω υποθήκες υφίστανται μέχρι και σήμερα. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων, ο ΜΕ1 δημιούργησε θετική εντύπωση ως ειλικρινής και αντικειμενικός μάρτυρας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, συνέπεια και συνοχή και ανταποκρίνεται στη λογική. Κατέθεσε με σαφήνεια για τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν δίστασε να αναγνωρίσει κάποιο λάθος στην καταγραφή των πληρωμών του Εναγομένου 1 προς την Ενάγουσα. Ο ΜΕ1 προέβη σε μια φιλότιμη προσπάθεια να εντοπίσει και παρουσιάσει όσα έγγραφα μπορούσε προς υποστήριξη των θέσεων του και αντίκρουση των υποβολών του Εναγομένου 1 αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες, οι οποίες τελικώς στη μεγαλύτερη τους έκταση έγιναν παραδεκτές από τον Εναγόμενο
  27. Ο ΜΕ1 παρέμεινε σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και απαντούσε με αμεσότητα, δίδοντας ολοκληρωμένες και αιτιολογημένες απαντήσεις οι οποίες συνάδουν με τα κατατεθέντα έγγραφα και κυρίως με τη λογική. Η ΜΕ2 με τη σειρά της άφησε την εικόνα μιας αξιόπιστης μάρτυρος. Χωρίς να παραγνωρίζω την προγενέστερη ιδιότητα και σχέση της με το δικηγορικό γραφείο το οποίο ενεργούσε τότε για την Ενάγουσα, δεν διέκρινα ίχνος αμφιβολίας στα λεγόμενα της μάρτυρος και κυρίως προσπάθεια της να παραποιήσει ή αποκρύψει την αλήθεια. Επέμενε χαρακτηριστικά πως η ίδια συνέταξε τις δύο επιστολές, Τεκμήρια 18 και 19, εφόσον τις εντόπισε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο εργαζόταν κατά την απασχόληση της στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο με τα αρχικά της και εξηγώντας τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων της με παραπομπή στην αδιαμφισβήτητη πολυετή εμπειρία της στο γραφείο εφόσον εργάστηκε εκεί για οκτώ έτη. Η ΜΕ3 άφησε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με σαφήνεια και έδωσε αναλυτική περιγραφή για τον δικό της ρόλο και ανάμειξη σε σχέση με τα εν λόγω διαμερίσματα. Η ίδια δέχθηκε ότι είχε εργοδοτηθεί και λάμβανε οδηγίες από τον Εναγόμενο 1 για την εσωτερική διαρρύθμιση των υπό ανέγερση τότε επίδικων διαμερισμάτων, επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 πως επρόκειτο για πολυτελή και πολυδάπανη διαρρύθμιση η οποία ήταν πρωτόγνωρη για την τότε εποχή. Η ΜΕ3 δεν δίστασε να δηλώσει αδυναμία να θυμηθεί κάποιες λεπτομέρειες που της είχαν ζητηθεί, κάτι το οποίο κρίνεται καθόλα δικαιολογημένο λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τότε μέχρι και τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Επίσης, η ΜΕ3 δέχθηκε χωρίς δισταγμό ότι η κατάσταση με τις εργασίες στα διαμερίσματα τής είχε παρουσιαστεί από τη δικηγόρο της Ενάγουσας και η ίδια κλήθηκε να αναφέρει όσες θυμάται ότι είχαν γίνει. Αυτή η στάση της καθώς επίσης και η παραδοχή της ότι η ίδια είχε λάβει την αμοιβή της από τον Εναγόμενο 1 δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας ότι κατέθετε με ουδετερότητα, αποκαλύπτοντας την αλήθεια και μόνο όσα ήταν σε θέση να θυμηθεί. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, η εμπειρία και η ειδικότητα του ΜΕ4 ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Επομένως, με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ4 επί τούτου, το Δικαστήριο δέχεται ότι αυτός είναι ειδικός εμπειρογνώμονας στον τομέα εκτίμησης ακινήτων. Ο ΜΕ4 παρουσίασε μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη εκτίμηση, δίδοντας όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις ως προς τη μέθοδο της εκτίμησης και τα συμπεράσματα του. Κατά την αντεξέταση, η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και καθόλα εμπεριστατωμένη. Και ο ΜΕ4 ικανοποίησε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και την αντικειμενικότητα του καθότι δεν δίστασε να συμφωνεί με κάποιες θέσεις της δικηγόρου του Εναγομένου 1, δηλώνοντας όμως τους λόγους για τους οποίους αυτές δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Ο ΜΕ4 μάλιστα προκάλεσε τη δικηγόρο να του προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης της για να μπορέσει ο ίδιος να τοποθετηθεί συγκεκριμένα, κάτι το οποίο βεβαίως δεν έγινε από πλευράς του Εναγομένου 1, με αποτέλεσμα οι θέσεις της Υπεράσπισης του τελευταίου αναφορικά με τη μέθοδο και την αξία εκτίμησης να παρέμειναν μετέωρες, αόριστες και ατεκμηρίωτες. Τέλος, και ο ΜΕ5 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς να παραγνωρίζω την ιδιότητα του μάρτυρος και τη σχέση του με την Ενάγουσα, δεν διεφάνη πως αυτός κατέθετε μεροληπτικά και με σκοπό να βοηθήσει την πλευρά της Ενάγουσας. Και τούτο, καθότι μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ5 περιορίστηκε στην κατάθεση καταστάσεων των λογαριασμών δανείων του Εναγομένου 1 με την Εναγομένη 2, κάποιες εκ των οποίων εντόπισε στο αρχείο της Ενάγουσας και κάποιες δόθηκαν στην Ενάγουσα από τη δικηγόρο της Εναγομένης 2 στα πλαίσια συζήτησης της παρούσας Αγωγής. Επομένως, αυτή η μαρτυρία ουσιαστικά αφορά σε έγγραφα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν αλλά αντιθέτως αποτέλεσαν και αντικείμενο παραδεκτών γεγονότων μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ5 αφορούσε τις πληρωμές που έγιναν από τον Εναγόμενο 1 για την αγορά των δύο επίδικων διαμερισμάτων. Και αυτή η μαρτυρία επιβεβαιώνεται από τις αποδείξεις πληρωμών, και εν πάση περιπτώσει ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος μάλιστα κατά τη μαρτυρία του δέχθηκε την πληρωμή των εν λόγω ποσών, πλην όμως αρνείτο την ύπαρξη οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου όπως ισχυρίστηκαν τόσο ο ΜΕ5 όσο και ο ΜΕ
  28. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι η μαρτυρία όλων των μαρτύρων της Ενάγουσας παρουσιάζει μια συνεπή, λογική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης, συμπληρώνοντας και επιβεβαιώνοντας ο ένας τον άλλο, σε βαθμό που δεν διατηρεί αμφιβολία ότι αυτοί ήταν καθόλα αξιόπιστοι. Αντιθέτως, ο Εναγόμενος 1 δεν δημιούργησε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο. Κατ΄ αρχάς ο Εναγόμενος 1 προέβαλε ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι με το περιεχόμενο του δικογράφου του, όπως π.χ. στην Υπεράσπιση αρνείται πως η Ενάγουσα πλήρωσε για οποιεσδήποτε επιπρόσθετες εργασίες και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος πλήρωσε για όλες, ενώ πριν την έναρξη της δικής του μαρτυρίας δέχθηκε πως η Ενάγουσα πλήρωσε για το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εργασιών. Περαιτέρω η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων και θέσεων οι οποίες ουδόλως ανταποκρίνονται στη λογική. Χαρακτηριστική ήταν η πλήρης άρνηση του πως οφείλει οποιοδήποτε ποσό για την αγορά των δύο επίδικων διαμερισμάτων, για να δεχθεί κατά την αντεξέταση του πως οφείλει κάποιο ποσό, χωρίς όμως να γνωρίζει το ύψος αυτού και προβάλλοντας αόριστους και παντελώς ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς επί τούτου. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο Εναγόμενος 1 διαφοροποίησε την ανωτέρω θέση του, δεχόμενος πως προέβη στις πληρωμές τις οποίες ανέφερε ο ΜΕ
  29. Ενώ κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας αμφισβητήθηκε έντονα και εκτεταμένα η αγορά των υλικών για τις επιπρόσθετες εργασίες από την Ενάγουσα, ακριβώς πριν την έναρξη της δικής του μαρτυρίας ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε πως η Ενάγουσα ανέλαβε την πληρωμή για τις πλείστες των επιπρόσθετων εργασιών. Ο Εναγόμενος 1 επέμενε πως η παράδοση των διαμερισμάτων έγινε με υπέρμετρη καθυστέρηση και κατά παράβαση των όρων των συμβολαίων, πλην όμως δεν παρουσίασε ίχνος μαρτυρίας προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού του. Αντιθέτως παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του ΜΕ1 πως ο Εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή έθεσε τέτοιο ζήτημα, ακόμα και στο στάδιο παραλαβής τους το
  30. Μάλιστα, και πάλι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αναίρεσε εαυτόν, δεχόμενος πως οι επιπρόσθετες εργασίες ήταν εκτεταμένες και εύλογα προκάλεσαν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών των διαμερισμάτων, ως ήταν η θέση του ΜΕ
  31. Ενώ τόσο κατά τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 όσο και κατά την κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος 1 επέμενε πως ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε κατάσταση με το υπόλοιπο του λογαριασμού του ή επιστολή για καταβολή οφειλόμενου υπολοίπου, στην αντεξέταση του άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να έλαβε κάποια κατάσταση, όχι όμως σε εξαμηνιαία βάση όπως ισχυρίστηκε ο ΜΕ
  32. Πρόσθεσε ακόμα πως σε συναντήσεις του με τον ΜΕ1, ο τελευταίος απαιτούσε χρήματα. Μεγαλύτερη έκπληξη προκάλεσε η αναφορά του για πρώτη φορά στην αντεξέταση του πως ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ζητούσε κατάσταση από την Ενάγουσα η οποία όμως αρνείτο να του τη δώσει. Είναι επίσης άξιον σχολιασμού το γεγονός ότι δέχθηκε πως η διεύθυνση του ήταν αυτή που αναγράφεται σε όλες τις επιστολές και καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας χωρίς όμως να λάβει ούτε μια εξ αυτών. Εκείνο το οποίο ήταν διάχυτο και εντελώς παράλογο καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας και δη της αντεξέτασης του ήταν η επιμονή του Εναγομένου 1 πως ο ίδιος εξόφλησε την Εναγομένη 2, πως το ζήτημα των εγγυητικών αφορά μόνο την Ενάγουσα και την Εναγομένη 2 και πως επομένως ο ίδιος δικαιούται στην κατοχή και ιδιοκτησία των διαμερισμάτων. Είναι άξιον απορίας πώς ο ίδιος επιμένει ότι εξόφλησε την Εναγομένη 2, από τη στιγμή που η παραδεκτή μαρτυρία για τις καταστάσεις των λογαριασμών των δύο δανείων του καταδεικνύει εξόφληση με την πληρωμή των δύο εγγυητικών για τα ποσά των υπολοίπων των δύο δανείων του και όχι με την καταβολή των ποσών από τον Εναγόμενο 1, κάτι το οποίο αναγνωρίζει και δέχεται και ο ίδιος ο Εναγόμενος
  33. Δηλαδή, ενώ οι δύο λογαριασμοί δανείου παρουσίαζαν οφειλόμενα υπόλοιπα, τα οποία ο Εναγόμενος 1 προφανώς δεν πλήρωσε και εξοφλήθηκαν με χρήματα της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 1 προσπαθούσε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος εξόφλησε τα δάνεια του (όχι με δικά του χρήματα). Επιπλέον, ο ΜΕ5 κατέθεσε δύο καταστάσεις λογαριασμών των δανείων του Εναγομένου 1 με την Εναγομένη 2, τις οποίες, σύμφωνα με τον ΜΕ5, ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε στην Ενάγουσα, Τεκμήρια 42 και 43, και οι οποίες δείχνουν να υπάρχουν οφειλόμενα υπόλοιπα κατά τις 28.2.11, όπως φαίνεται και στις ολοκληρωμένες καταστάσεις, Τεκμήρια 44 και 45 που αποτελούν παραδεκτό γεγονός. Ακόμα μια εντελώς αυθαίρετη θέση του Εναγομένου 1 ήταν πως κατά την ημερομηνία της παράδοσης του διαμερίσματος 301 πλήρωσε το οφειλόμενο ποσό των ΛΚ50.000 ως το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Αυτή η πληρωμή όντως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας, Τεκμήριο 10, πως έγινε στις 19.4.06, όχι όμως ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Σε υποβολή πως το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης (εκτός των υπόλοιπων ποσών) ήταν ΛΚ52.000, ο Εναγόμενος 1 έδωσε αλλεπάλληλες συγκρουόμενες εκδοχές. Αρχικά επέμενε πως το υπόλοιπο ήταν ΛΚ50.000, ενώ αργότερα δέχθηκε ότι ίσως να ήταν και ΛΚ52.000 για να καταλήξει τελικά να αναγνωρίσει πως δεν έχει ξοφλήσει και οφείλει κάποιο (άγνωστο) ποσό. Ο Εναγόμενος 1 αναγνωρίζει μεν πως η μεταβίβαση θα πρέπει να γίνει με την εξόφληση των υπολοίπων προς την Ενάγουσα, ταυτόχρονα όμως ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε η Ενάγουσα του ζήτησε οποιοδήποτε υπόλοιπο, θέση η οποία αντικρούεται με προγενέστερη του τοποθέτηση πως σε συναντήσεις του με τον ΜΕ1 ο τελευταίος του ζητούσε το υπόλοιπο. Η θέση του Εναγομένου 1 πως η αδυναμία του να προσκομίσει οποιοδήποτε έγγραφο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του και πάλι δεν κρίνεται πειστική και βάσιμη. Και τούτο καθότι ανέφερε πως ήρθε σε ρήξη με την Εναγομένη 2 η οποία και προχώρησε σε διορισμό Διαχειριστή Παραλήπτη με τον οποίο προέκυψαν διαφωνίες και με αποτέλεσμα να χαθούν όλα τα έγγραφα από το γραφείο του. Ακόμα και αν ευσταθεί τέτοια θέση, θα μπορούσε ο Εναγόμενος 1 να αποταθεί στους προμηθευτές τους οποίους, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, πλήρωσε ο ίδιος απ΄ ευθείας ή ακόμα και στην τότε Τράπεζα του, Εναγομένη 2 (παρά τη ρήξη των σχέσεων τους) ή στην κλήτευση μάρτυρος από την Τράπεζα (λόγω της ρήξης των σχέσεων τους), εφόσον ο ίδιος δήλωσε απερίφραστα πως επισκεπτόταν τα καταστήματα με τη ΜΕ3 και προπλήρωνε τα προϊόντα έχοντας μαζί του το βιβλιάριο επιταγών. Σημειώνεται επίσης πως η ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει πως όντως ο Εναγόμενος 1 προέβαινε απ΄ ευθείας σε τέτοιες πληρωμές. Γενικά η μαρτυρία του Εναγομένου 1 χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και ανακρίβειες, γενικούς, αόριστους, αυθαίρετους και παντελώς ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν παρουσιάζουν λογική και δεν βρίσκουν έρεισμα στα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του Εναγομένου 1 να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης σε σχέση με την αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού προς την Ενάγουσα, προβάλλοντας αόριστες, αντιφατικές και αβάσιμες θέσεις χωρίς λογική. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αναφερόμενη αναλυτικά στην προσκομισθείσα μαρτυρία, αρχικά θα πρέπει να λεχθεί πως ο ΜΕ1 αναφέρθηκε εκτεταμένα στους όρους των αγοραπωλητηρίων εγγράφων και των εγγυητικών, δίδοντας τη δική του ερμηνεία για κάποιους εξ αυτών. Παρά την εμπειρία του για τέτοια ζητήματα λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας, εντούτοις αυτό το ζήτημα είναι καθαρά νομικό και για το Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 επέμενε σταθερά και κατηγορηματικά πως στα δύο αγοραπωλήτηρια βρίσκονταν επισυνημμένοι οι ειδικοί τεχνικοί όροι με τα σχέδια των διαμερισμάτων, όπως άλλωστε αναφέρεται ρητώς στα συμβόλαια. Παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται δεκτή η θέση του πως οι ειδικοί τεχνικοί όροι οι οποίοι ήταν επισυνημμένοι στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για το διαμέρισμα 301 είναι το Τεκμήριο
  34. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως ο Εναγόμενος 1 προέβη σε εκτεταμένες αλλαγές στο διαμέρισμα 301 και προς τον σκοπό αυτό εργοδότησε τη ΜΕ
  35. Με δεδομένη την αμφισβήτηση της εκτέλεσης αυτών των εργασιών, τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ΜΕ3 προέβησαν σε μια λεπτομερή περιγραφή αυτών. Έχει ήδη λεχθεί πως στο μεγαλύτερο μέρος τους αυτές τελικώς έγιναν δεκτές από τον Εναγόμενο 1 πριν την έναρξη της δικής του μαρτυρίας. Ως εκ τούτου τόσο η μαρτυρία του ΜΕ1 όσο και η μαρτυρία της ΜΕ3 επί του ζητήματος των επιπρόσθετων εργασιών γίνονται πλήρως δεκτές από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τις εν λόγω εργασίες, ο ΜΕ1 παρουσίασε αναλυτική κατάσταση, Τεκμήριο 27, και ακολούθως δέσμη όλων των σχετικών τιμολογίων και πληρωμών αναφορικά με αυτές, Τεκμήριο
  36. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 και φαίνεται από τα εν λόγω Τεκμήρια, το Τεκμήριο 34 περιλαμβάνει το Τεκμήριο 27 που είναι η λίστα με τον διαχωρισμό της φύσης των εργασιών, την περιγραφή αυτών και το κόστος καθεμιάς εξ αυτών, μαζί με τιμολόγια στο όνομα της Ενάγουσας και αποδείξεις πληρωμών. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο να παρεμβληθεί πως όλες οι καταστάσεις τις οποίες κατέθεσε ο ΜΕ1 αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία. Και τούτο καθότι ο ΜΕ1 δήλωσε ενόρκως πως οι εν λόγω καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας και φυλάσσονται σε ηλεκτρονική μορφή σε σύστημα των ηλεκτρονικών υπολογιστών της Ενάγουσας που διαθέτει το κατάλληλο λογιστικό πρόγραμμα. Επιβεβαίωσε πως τα στοιχεία που τηρούνται αποτελούν τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας και πως οι καταχωρίσεις γίνονται συστηματικά και σε καθημερινή βάση κατά τη συνήθη διεξαγωγή της εργασιών της. Η ΜΕ3 με τη σειρά της περιέγραψε με ιδιαίτερη λεπτομέρεια την έκταση και το είδος των επιπρόσθετων εργασιών, καταθέτοντας αλληλογραφία με τα τελικά σχέδια του διαμερίσματος και με διευκρινίσεις επί των εργασιών καθώς επίσης και οδηγίες για τις εν λόγω εργασίες, για την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2004 και Φεβρουαρίου 2006, Τεκμήριο 36, τα σχέδια του διαμερίσματος, Τεκμήριο 37 και την αναλυτική λίστα (Τεκμήριο 27), Τεκμήριο 38 στην οποία καταγράφει με κίτρινο χρώμα όσα θυμάται ότι αποτελούν αλλαγές κατόπιν οδηγιών της ίδιας και με τη σύμφωνη γνώμη του Εναγομένου
  37. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε την εκτέλεση όλων των εργασιών που καταγράφονται στο Τεκμήριο 34 και την πληρωμή τους από την Ενάγουσα, εξαιρουμένων κάποιων τιμολογίων. Για τις εργασίες αναφορικά με τα πέντε από τα επτά αυτά τιμολόγια (για το ένα τιμολόγιο υπάρχει και εντολή παραγγελίας - sale order), η ΜΕ3 επιβεβαίωσε ότι αποτέλεσαν μέρος των επιπρόσθετων εργασιών, επομένως και αυτές γίνονται δεκτές ότι έχουν συμπεριληφθεί στις επιπρόσθετες εργασίες και έχουν εκτελεσθεί. Απομένουν μόνο δύο τιμολόγια, για τα οποία υπάρχει η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 και εν πάση περιπτώσει δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα τους ούτε και έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος να συμπεριληφθούν στη δέσμη των τόσο εγγράφων απλώς και μόνο για να προστεθούν ως επιπρόσθετες εργασίες. Αυτή η πεποίθηση του Δικαστηρίου ενδυναμώνεται και από την αποστολή της επιστολής ημ. 14.3.08, Τεκμήριο 28, από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 1, στην οποία αντικατοπτρίζεται και αφαιρείται από το ποσό των επιπρόσθετων εργασιών ένα ποσό κατόπιν κάποιας αναπροσαρμογής στις χρεώσεις από συνεργάτες της Ενάγουσας. Επιπλέον, ο ΜΕ1 δήλωσε πως ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε μόνο το ποσό των €6.525,30 (ΛΚ3.819) προς τους προμηθευτές E. Kyriakides Lighting Ltd όπως φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  38. Τόσο αυτή η μαρτυρία του ΜΕ1 όσο και τα εν λόγω Τεκμήρια είναι ενδεικτικά της όλης στάσης της Ενάγουσας στην προσπάθεια και επιθυμία της να μην προβεί σε υπερχρεώσεις και να παρουσιάσει οποιαδήποτε πληρωμή έγινε απ΄ ευθείας από τον Εναγόμενο 1 προς προμηθευτές. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος 1 ζήτησε και συμφώνησε με την Ενάγουσα την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών για το διαμέρισμα 301 και προσέλαβε τη ΜΕ3 προς τον σκοπό αυτό. Η Ενάγουσα προέβαινε στην αγορά των απαραίτητων υλικών και προϊόντων και τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα της εφόσον αυτή θα επωμιζόταν το κόστος αγοράς και στη συνέχεια θα χρέωνε τον Εναγόμενο 1 για τις επιπρόσθετες εργασίες, αφαιρώντας βεβαίως το κόστος των εργασιών όπως αυτές προβλέπονταν στο αρχικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Υπενθυμίζεται εδώ πως η θέση του Εναγομένου 1 ότι αυτός πλήρωνε αποκλειστικά τους προμηθευτές δεν επιβεβαιώνεται ούτε και από τη ΜΕ
  39. Επιπλέον, η δικαιολογία την οποία προέβαλε ο Εναγόμενος 1 για την αδυναμία του να παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο για την πληρωμή έστω και κάποιων υλικών δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο ως εξηγείται ανωτέρω. Ο Εναγόμενος 1 δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις ως προς το ότι ο ίδιος πλήρωσε τα τιμολόγια της Design for Living και της SAS Satellite Services Ltd. Και αυτά τα τιμολόγια, όπως και όλα τα υπόλοιπα, έφεραν το όνομα της Ενάγουσας ως τον πελάτη, ανεξαρτήτως της αναγραφής και του ονόματος του Εναγομένου 1 τον οποίο αφορούσαν και για τον οποίο προορίζονταν. Η χειρόγραφη σημείωση στο πρώτο τιμολόγιο για αφαίρεση κάποιων εξόδων αεροπορικής μεταφοράς, στην οποία στηρίχθηκε ο Εναγόμενος 1, και η αποστολή αυτού με τηλεμοιότυπο στον τελευταίο δεν καταδεικνύουν δίχως άλλο ότι είναι ο Εναγόμενος 1 που ανέλαβε την πληρωμή αυτού. Αντιθέτως, παραπέμπουν στο ότι ο Εναγόμενος 1 (ή η ΜΕ3 εκ μέρους του) παράγγελνε τα εν λόγω υλικά το κόστος των οποίων τελικώς θα καλείτο να πληρώσει και το οποίο αρχικά θα πλήρωνε η Ενάγουσα για λογαριασμό του. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται ότι το κόστος των επιπρόσθετων εργασιών για το επίδικο διαμέρισμα 301 ανέρχεται στο ποσό το οποίο αναλύεται και καταγράφεται στη σχετική κατάσταση και στην επιστολή ημ. 14.3.08, Τεκμήρια 27 και 28 αντίστοιχα. Εκτός από το ποσό των επιπρόσθετων εργασιών, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στα οφειλόμενα υπόλοιπα περιλαμβάνονται επιβαρύνσεις, έξοδα εγγυητικών, φορολογίες, τόκοι και το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Προς τούτο γίνεται δεκτή η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού για το διαμέρισμα 01, Τεκμήριο 9, η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού για το διαμέρισμα 301, Τεκμήριο 10 και η συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  40. Γίνονται επίσης δεκτές οι δέσμες αποδείξεων για τη χρέωση του λογαριασμού της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με τα έξοδα για τις τροποποιήσεις-ανανεώσεις των δύο εγγυητικών, Τεκμήρια 21 και 22, επιστολή από το Τμήμα Φορολογίας για την πληρωμή του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων από την Ενάγουσα, Τεκμήριο 23, για την οποία ο ΜΕ1 έδωσε όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις ως προς τον τρόπο υπολογισμού του, και αποδείξεις είσπραξης του δημοτικού τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας από τον Δήμο Λευκωσίας για τα έτη 2010 και 2012-2018, Τεκμήρια 24 και
  41. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε πως ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε από τα εν λόγω ποσά ή τέλη. Ο ΜΕ1 δήλωσε αδυναμία να εντοπίσει στα αρχεία της Ενάγουσας τις αποδείξεις πληρωμών για την ασφάλεια πυρός των διαμερισμάτων και το τιμολόγιο 2756 για τη ξύλινη περίφραξη του διαμερίσματος
  42. Η εξήγηση που έδωσε για το ότι έχουν παρέλθει πολλά έτη κρίνεται καθόλα λογική και βάσιμη. Το γεγονός του εντοπισμού και της παρουσίασης τεράστιου όγκου αποδείξεων και τιμολογίων ενδυναμώνει την πεποίθηση του Δικαστηρίου για την ειλικρίνεια του μάρτυρος, καθότι πρόκειται για πολύ μικρό αριθμό εγγράφων και για σχετικά μικρά ποσά για τα οποία δεν διαφαίνεται να υπήρχε λόγος προσθήκης τους αν αυτά δεν είχαν όντως καταβληθεί από την Ενάγουσα αναφορικά με τα δύο επίδικα διαμερίσματα. Η θέση του Εναγόμενου 1 πως ο ίδιος πλήρωνε ασφάλιστρα αντικρούστηκε με επάρκεια από τον ΜΕ1 ο οποίος διευκρίνισε ότι η Ενάγουσα πλήρωνε για την ασφάλεια των κοινόχρηστων χώρων και όχι για το εσωτερικό των διαμερισμάτων το οποίο ήταν ευθύνη και επιλογή του Εναγομένου
  43. Τέλος, γίνονται δεκτά το απόσπασμα της κατάστασης λογαριασμού της Ενάγουσας ημ. 31.7.11 στην οποία φαίνεται η χρέωση για το ποσό των €800.869,30 των εγγυητικών, οι αποδείξεις πληρωμής των εξόδων υποθήκευσης και απόσπασμα της κατάστασης λογαριασμού της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου για την πληρωμή των χαρτοσήμων για την εγγραφή των υποθηκών, Τεκμήρια 29-31 αντίστοιχα. Στα ίδια πλαίσια γίνεται δεκτή και η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ5 πως για το διαμέρισμα 301 ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε τα ποσά των ΛΚ2.000 στις 20.1.04, ΛΚ106.000 στις 27.4.04, ΛΚ40.000 στις 23.6.04, ΛΚ80.000 στις 28.2.05 και ΛΚ10.000 στις 21.2.06, έναντι αποδείξεων πληρωμής, Τεκμήριο
  44. Για το διαμέρισμα 01 ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε τα ποσά των ΛΚ5.000 στις 16.3.06 και ΛΚ277.820 στις 12.5.06, έναντι αποδείξεων πληρωμής, Τεκμήριο
  45. Αναντίλεκτη παρέμεινε και η μαρτυρία του ΜΕ1 πως για τη μετατροπή της ΛΚ σε ευρώ, χρησιμοποίησε την ισοτιμία €1 ίσον με ΛΚ0,585274 σύμφωνα με τον Ν.33(Ι)/
  46. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η παράδοση των διαμερισμάτων στον Εναγόμενο 1 έγινε στις προαναφερόμενες ημερομηνίες εντός του 2006, χωρίς την εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου. Σε αυτό το στάδιο, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως είναι καθόλα λογική η εξήγηση του ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του ότι η Ενάγουσα παρέδωσε κατοχή των διαμερισμάτων στον Εναγόμενο 1 ενώ εκκρεμούσε, κατά την Ενάγουσα, ένα σημαντικό ποσό προς εξόφληση του οφειλόμενου υπόλοιπου. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ανέφερε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο οι σχέσεις μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Ενάγουσας ήταν πολύ καλές, όπως αναγνώρισε και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1, πως γίνονταν πολυτελείς εργασίες στο ένα διαμέρισμα και μάλιστα πως η Ενάγουσα είχε ήδη εισπράξει ένα μεγάλο ποσό από τον Εναγόμενο 1, επομένως έδειξε καλή πίστη στη συνεργασία τους και κυρίως στην καλή προοπτική αποπληρωμής των οφειλομένων. Επιπλέον γίνεται δεκτό πως ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε τα δύο διαμερίσματα χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ως προς τις εκτελεσθείσες εργασίες ή τον χρόνο παράδοσης. Εδώ σημειώνεται πως το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή τη μαρτυρία του Εναγομένου 1 για ισχυριζόμενες κακοτεχνίες καθότι αυτό το ζήτημα δεν δικογραφείται ορθώς και νομότυπα στο δικόγραφο του και επομένως ο Εναγόμενος δεν δικαιούται να εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην αποστολή από τους δικηγόρους τους επιστολών ημ. 24.11.11 και 10.2.12, Τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα, στον Εναγόμενο
  47. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε σε αυτές. Παρόλο που ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε την παραλαβή τέτοιων επιστολών, εντούτοις δέχθηκε ότι η αναγραφείσα σε αυτές διεύθυνση είναι η ορθή διεύθυνση του. Η ΜΕ2 αναφέρθηκε με βεβαιότητα και πειστικότητα τόσο στην ετοιμασία όσο και στην αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο των επιστολών και στη μη επιστροφή τους πίσω. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι επιστολές ετοιμάστηκαν και στάληκαν από τη ΜΕ2 στην ορθή διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου 1 και δεν επιστράφηκαν πίσω. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ούτε και η θέση του Εναγομένου 1 ως προς την παράλειψη όχλησης του από την Ενάγουσα είτε για πληρωμή των υπολοίπων είτε για τη μεταβίβαση δεν κρίνεται λογική. Και τούτο καθότι δεν είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο να περάσουν συνολικά πέντε ολόκληρα έτη από την παράδοση των διαμερισμάτων, ήτοι από το 2006 μέχρι και το 2011, χωρίς καμιά των δύο πλευρών να αποταθεί στην άλλη είτε για πληρωμή είτε για μεταβίβαση. Άλλωστε ο ΜΕ1 ανέφερε ευθαρσώς και ο Εναγόμενος τελικώς δέχθηκε ότι υπήρχαν συναντήσεις μεταξύ των μερών κατά τις οποίες συζητούσαν τις εκκρεμότητες αναφορικά με τα δύο αυτά συμβόλαια. Επίσης ο ΜΕ1 ανέφερε πως αποστέλλονταν κατά διαστήματα κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών σχετικές επιστολές, θέση η οποία κρίνεται καθόλα λογική και βάσιμη. Εξ ου και ο ΜΕ1 κατέθεσε δέσμη επιστολών τις οποίες η Ενάγουσα απέστειλε προς τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με τα δύο διαμερίσματα, Τεκμήρια 32 και 33, μεταξύ Ιανουαρίου του 2007 και Μαρτίου του
  48. Αυτές στάληκαν και πάλι στην ορθή διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου
  49. Επομένως, είναι άκρως παράδοξο και παράλογο ο Εναγόμενος 1 να μην παρέλαβε ποτέ οποιαδήποτε των επιστολών, καθότι με δική του παραδοχή αρχικώς διέμενε οικογενειακώς στο διαμέρισμα 301, σε κάποιο στάδιο κατά το 2017 έφυγε από εκεί για προσωπικούς λόγους και το 2021 μετακόμισε στο διαμέρισμα
  50. Τέλος, γίνεται δεκτή η εκτίμηση την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 και η οποία διενεργήθηκε από τον ΜΕ4 στις 5.6.12, το περιεχόμενο της οποίας επεξηγήθηκε με περισσή λεπτομέρεια από τον ΜΕ
  51. Μάλιστα ο ΜΕ4 κατέθεσε τους τίτλους ιδιοκτησίας με ημερομηνία έκδοσης 5.12.11, Τεκμήρια 40Α και Β, και παρουσίασε μια καθόλα εμπεριστατωμένη περιγραφή της μεθόδου και του τρόπου υπολογισμού της αξίας των διαμερισμάτων. Προς υποστήριξη αυτών, παρουσίασε τους δείκτες της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήρια 39 και 41, αναφέροντας μάλιστα πως ο ίδιος υιοθέτησε χαμηλότερο ποσοστό κατά 25% για σκοπούς ορθότερης και δικαιότερης εκτίμησης, στοιχείο ενδεικτικό της αντικειμενικότητας του. Στρεφόμενη στη νομική πτυχή, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός η σύναψη των δύο επίδικων αγοραπωλητηρίων εγγράφων, Τεκμήρια 1 και
  52. Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύσσεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών, όπως ο νόμος επιτρέπει. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. Αυτές οι αρχές αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου

(1992)1 Α.Α.Δ. 168, η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ανόρθωσις v. Απόλλων
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 518 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407.» Η τελευταία υπόθεση υιοθετήθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση Σχίζα v. Αδάμου κ.ά.
(2016)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Τα δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια περιέχουν παρόμοιο όρο (όρος 3) αναφορικά με τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης, τυχόν επιπρόσθετων εργασιών, παράταση του χρόνου αποπληρωμής αν υπάρχει οφειλή μετά την παράδοση και χρέωση τόκου για κάθε καθυστερημένη δόση μέχρι εξοφλήσεως. Και τα δύο συμβόλαια περιέχουν τον ίδιο όρο 10, δυνάμει του οποίου ο αγοραστής έχει υποχρέωση από την ημερομηνία παράδοσης να πληρώνει στον πωλητή όλους τους κτηματικούς φόρους, ασφάλιστρα, τέλη, εισφορές και γενικά όλους του φόρους, δικαιώματα και άλλες επιβαρύνσεις τα οποία θα καταβάλλει ο πωλητής, μέχρι τη μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή. Με βάση τον όρο 16 και των δύο συμβολαίων, ο πωλητής δικαιούται να ασφαλίζει στο όνομα του το υποστατικό έναντι πυρκαγιάς και ο αγοραστής θα επιβαρύνεται με τα ασφάλιστρα. Αυτοί οι όροι σαφώς δεν τηρήθηκαν. Κατ΄ αρχάς κατά την ημερομηνία παράδοσης, υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο και για τα δύο διαμερίσματα, για το μεν 301 υπόλοιπο εκ του τιμήματος πώλησης και για επιπρόσθετες εργασίες, για το 01 για άλλες εργασίες (όρος 3(ε) και (ζ) στο Τεκμήριο 1 και όρος 3(δ) στο Τεκμήριο 2). Ούτε και υπήρξε συμμόρφωση με τον όρο 3(η) του Τεκμηρίου 1 και τον όρο 3(ζ) του Τεκμηρίου 2, εφόσον μετά την παράδοση ο Εναγόμενος 1 εξακολουθούσε να οφείλει τα εν λόγω ποσά τα οποία είχε υποχρέωση βάσει του εν λόγω όρου να ξοφλήσει για το μεν διαμέρισμα 301 με μηνιαίες δόσεις εντός τριών ετών από την ημερομηνία παράδοσης του και για το διαμέρισμα 01 εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παράδοσης του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μετά την παράδοση των διαμερισμάτων στον Εναγόμενο 1, η Ενάγουσα συνέχισε να πληρώνει τους φόρους, τα ασφάλιστρα και τα τέλη για τα δύο διαμερίσματα, τα οποία αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να πληρώσει. Επίσης στο αγοραπωλητήριο έγγραφο για το διαμέρισμα 301, Τεκμήριο 1, υπήρχε όρος για την υποχρέωση παράδοσης του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 περί τον Ιανουάριο του 2005 ενώ στο αγοραπωλητήριο έγγραφο για το διαμέρισμα 01, Τεκμήριο 2, προνοείτο παράδοση «άμεσα όπως αυτό έχει διαμορφωθεί βάσει των απαιτητών του προηγούμενου Αγοραστή». Η παράδοση του διαμερίσματος 301 έγινε μεταγενέστερα της καθορισμένης στο αγοραπωλητήριο ημερομηνίας, πλην όμως τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισαν ότι οι επιπρόσθετες εργασίες, λόγω της φύσης και έκτασης τους, χρειάζονταν κάποιο χρόνο να γίνουν με αποτέλεσμα να ήταν αναμενόμενο πως η παράδοση δεν θα μπορούσε να γίνει στην εν λόγω ημερομηνία. Εν πάση περιπτώσει, γίνεται δεκτό πως ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε τα δύο διαμερίσματα χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ως προς τις εκτελεσθείσες εργασίες ή τον χρόνο παράδοσης και επομένως ο Εναγόμενος 1 φαίνεται να απεμπόλησε το δικαίωμα να επιμένει στην τήρηση του συγκεκριμένου όρου. Τα αγοραπωλητήρια περιέχουν επίσης τον ίδιο όρο 8, ο οποίος προνοεί πως μόλις εξοφληθεί η τιμή πώλησης και ο λογαριασμός που δημιουργήθηκε με βάση την εν λόγω συμφωνία, τότε το πωληθέν ακίνητο θα εγγραφεί με έξοδα του αγοραστή στο όνομα του ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου αυτός θα υποδείξει, όταν το Κτηματολόγιο είναι σε θέση να εκδώσει τον σχετικό τίτλο εγγραφής. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι ξεχωριστοί τίτλοι για τα δύο διαμερίσματα εκδόθηκαν στις 2.5.11, οπότε ήταν δυνατή και η μεταβίβαση αυτών στο όνομα του Εναγομένου 1, όπως άλλωστε εκφράζεται από την Ενάγουσα στην επιστολή της ημ. 3.5.11 προς την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 54) και στην επιστολή της ημ. 24.11.11 προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 18). Ο Εναγόμενος 1 εξακολουθούσε να οφείλει τα ανωτέρω ποσά και για τα δύο διαμερίσματα, καθιστώντας με τη δική του αυτή παράλειψη αδύνατη τη μεταβίβαση η οποία συμφωνήθηκε να γίνει αμέσως με την εξόφληση. Σαφώς ο Εναγόμενος 1 δεν τήρησε και βρισκόταν σε παράβαση των όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών αγοραπωλησίας των δύο επίδικων διαμερισμάτων. Η παράβαση εκ μέρους του Εναγομένου 1 παρείχε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τερματίσει τα συμβόλαια, σύμφωνα με τους πανομοιότυπους όρους 3(θ) του Τεκμηρίου 1 και 3(η) του Τεκμηρίου
  2. Αυτός ο όρος προβλέπει πως σε περίπτωση που ο αγοραστής παραλείψει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό με βάση τη συμφωνία με καθυστέρηση περισσότερο από 21 μέρες, τότε μετά την αποστολή συστημένης επιστολής ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό μπορεί να απαιτηθεί και ο αγοραστής οφείλει να το πληρώσει αμέσως. Σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με τον εν λόγω όρο, ο πωλητής έχει το απόλυτο δικαίωμα να ακυρώσει τη συμφωνία και κατόπιν γραπτής προειδοποίησης να πωλήσει το υποστατικό. Στον όρο 18 του Τεκμηρίου 1 και στον όρο 19 του Τεκμηρίου 2, προβλέπεται πως οποιαδήποτε ειδοποίηση που δίδεται από τον πωλητή προς τον αγοραστή μπορεί να δοθεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τότε διεύθυνση ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του αγοραστή. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά για τα δύο διαμερίσματα πολύ περισσότερο από τις 21 μέρες και η Ενάγουσα απέστειλε (όχι με συνηθισμένο ταχυδρομείο) διπλοσυστημένη επιστολή απαίτησης ημ. 24.11.11, Τεκμήριο 18, για την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου εντός 30 ημερών δηλώνοντας έτοιμη για τη μεταβίβαση των διαμερισμάτων στο όνομα του Εναγομένου
  3. Η εν λόγω επιστολή στάληκε στην ορθή διεύθυνση του Εναγομένου 1 και δεν επιστράφηκε πίσω. Ακολούθησε η επιστολή ημ. 10.2.12 για τον τερματισμό των συμβολαίων, Τεκμήριο 19, η οποία επίσης στάληκε διπλοσυστημένη στην ορθή διεύθυνση του Εναγομένου 1 και δεν επιστράφηκε πίσω. Από τη στιγμή που οι επιστολές απαίτησης και τερματισμού στάληκαν στην ορθή διεύθυνση του Εναγομένου 1 και δεν επιστράφηκαν, τεκμαίρεται η παραλαβή τους. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1(Γ) A.A.Δ. 2059, στις οποίες αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Καθοδηγητική επί τούτου είναι και η πολύ πρόσφατη υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 169/11, ημ. 13.7.22. Το δικαίωμα τερματισμού σε περίπτωση παράβασης ουσιώδους όρους μιας σύμβασης προβλέπεται στο άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση, υπήρχε καθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής όλων των οφειλόμενων ποσών και στο τέλος των δύο αγοραπωλητηρίων υπάρχει όρος με έντονα γράμματα ότι όλοι οι όροι είναι ουσιώδεις. Επίσης τα συμβόλαια περιείχαν όρο για τη δέσμευση του πωλητή, όποτε του ζητηθεί, για έκδοση εγγυητικής η οποία θα παύει να ισχύει με την έκδοση των τίτλων. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο χρόνος αποπληρωμής κατέστη ουσιώδης και ότι ο καθορισμένος στην επιστολή απαίτησης χρόνος των 30 ημερών ήταν εύλογη προειδοποίηση. Σχετική είναι η υπόθεση Iris Development Limited v. Λαζαρίδη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Το γεγονός ότι στάληκε κοινή απαίτηση και κοινή επιστολή τερματισμού και για τα δύο συμβόλαια μαζί ουδόλως αναιρεί την ισχύ των επιστολών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ενάγουσα δικαιούτο και νόμιμα τερμάτισε τα δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα. Κατ΄ αρχάς, από τη στιγμή που τα συμβόλαια τερματίστηκαν νόμιμα στις 10.2.12, τότε ο Εναγόμενος 1 έκτοτε κατέχει αυτά χωρίς νόμιμο δικαίωμα και η Ενάγουσα δικαιούται την ανάκτηση κατοχής τους για πώληση, ενοικίαση ή άλλη εκμετάλλευση. Υπενθυμίζεται ότι τα συμβόλαια της παρέχουν το δικαίωμα, αφού επέλθει τερματισμός, να τα πωλήσει. Επομένως, η Ενάγουσα δικαιούται στην ανάκτηση κατοχής των δύο διαμερισμάτων. Επιπλέον, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται στις υπόλοιπες αξιώσεις της. Αυτό επιβάλλει την εξέταση του κατά πόσο η Ενάγουσα έχει υποστεί επιπλέον ζημιά για την οποία δικαιούται να αποζημιωθεί από τον Εναγόμενο
  2. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, λόγω της διάρρηξης της σύμβασης, γενικά, και, ειδικά, για την πώληση γης. Το Άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου ορίζει ότι, πρόσωπο, το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση (υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση), δικαιούται σε αποζημίωση για ζημία, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της. Όπως εξηγείται στην Παντζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 748, το Άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα συμβαλλομένου, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία, που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Το Άρθρο 73, εξάλλου, καθορίζει την αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημίας, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης .» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, του Π. Γ. Πολυβίου, 2021, Τόμος Β, σελ. 729, το καθιερωμένο μέτρο αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν η σύμβαση είχε εκτελεστεί, με την καταβολή στο αθώο μέρος του ποσού που θα προέκυπτε αν η σύμβαση είχε υλοποιηθεί με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ v. Τρυφωνίδου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ 679 και Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, από την ημερομηνία σύναψης των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, ο Εναγόμενος 1 προέβη σε κάποιες πληρωμές προς την Ενάγουσα για τα δύο διαμερίσματα και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο έναντι του τιμήματος πώλησης και για τις επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες πλήρωσε η Ενάγουσα. Η καταβολή των ποσών από τον Εναγόμενο 1 μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού των συμβολαίων προφανώς γινόταν στα πλαίσια και στη βάση των εν λόγω συμβολαίων, ειδικότερα εφόσον σε κάποιο στάδιο μετά την υπογραφή τους η Ενάγουσα παρέδωσε και ο Εναγόμενος 1 απέκτησε την κατοχή των δύο διαμερισμάτων. Έτσι ο Εναγόμενος 1 κατείχε τα εν λόγω διαμερίσματα τα οποία με την έκδοση τίτλων θα μεταβιβάζονταν στο όνομα του ταυτόχρονα και εφόσον ο ίδιος θα πλήρωνε όλα τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Οι τίτλοι εκδόθηκαν στις 2.5.11, όταν πλέον η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα και ήταν έτοιμη και πρόθυμη να προβεί στη μεταβίβαση και εγγραφή των διαμερισμάτων στο όνομα του Εναγομένου
  2. Από τη στιγμή που για την περίοδο από τη σύναψη των συμβολαίων μέχρι και τον τερματισμό αυτών ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε ποσά και είχε την κατοχή των διαμερισμάτων, τότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα εν λόγω ποσά είχαν δοθεί σε αντάλλαγμα της κατοχής των διαμερισμάτων από τον Εναγόμενο
  3. Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ενάγουσα δεν έχει υποχρέωση επιστροφής αυτών των πληρωθέντων ποσών αλλά ούτε και δικαιούται σε οποιοδήποτε επιπλέον ποσό ως η σχετική αξίωση της στη βάση της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής και πρόκλησης ζημιάς λόγω της αξίας των διαμερισμάτων κατά την ημερομηνία τερματισμού. Από την ημερομηνία τερματισμού, ο Εναγόμενος 1 δεν είχε δικαίωμα κατοχής και απόλαυσης των διαμερισμάτων και επομένως για αυτό το χρονικό διάστημα μέχρι και την ανάκτηση κατοχής τους από την Ενάγουσα, η Ενάγουσα υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται ζημιά. Αυτή η ζημιά είναι η ενοικιαστική αξία των διαμερισμάτων υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους λόγω της αποστέρησης του δικαιώματος κατοχής και εκμετάλλευσης αυτών από την Ενάγουσα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Χρίστου κ.ά. v. Γεωργίου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 940 και Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Σύμφωνα με την καθόλα αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ4 και το Τεκμήριο 20, κατά το 2012 η ενοικιαστική αξία για το διαμέρισμα 301 είναι €1.800 μηνιαίως και το διαμέρισμα 01 €1.600 μηνιαίως. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις ως διαφυγόν κέρδος και απώλεια κατοχής και εκμετάλλευσης των διαμερισμάτων στα αντίστοιχα ποσά για τα δύο διαμερίσματα από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι 10.2.12, μέχρι και την παράδοση από τον Εναγόμενο 1 και ανάκτηση αυτών από την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα με την πιο πάνω ζημιά, η Ενάγουσα υπέστη το κόστος εκτέλεσης όλων των επιπρόσθετων εργασιών για το διαμέρισμα 301 και για την ξύλινη περίφραξη του διαμερίσματος 01, τα οποία ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση να πληρώσει και παρέλειψε να πράξει. Αυτό το κόστος αποτελεί ζημιά την οποία η Ενάγουσα υπέστη λόγω ακριβώς της επιθυμίας και των οδηγιών του Εναγομένου 1 για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών στα διαμερίσματα, πέραν των όσων περιλαμβάνονταν ως οι τεχνικοί όροι στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια. Επομένως, αυτή η ζημιά έχει προκληθεί από τη συμπεριφορά και στάση του Εναγομένου
  2. Είναι καλά γνωστή η νομική αρχή πως οι όποιες ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια - βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση αυτή η ζημιά έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εργασιών έγινε αποδεκτό από τον Εναγόμενο 1 ενώ για τις υπόλοιπες το Δικαστήριο έχει δεχθεί πλήρως τη σχετική μαρτυρία, ήτοι τα τιμολόγια και τις σχετικές αναλυτικές καταστάσεις. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει πως η Ενάγουσα δικαιούται στο ποσό των €88.847,27 (ΛΚ52.000) και €230.027,30 (ΛΚ134.629), ήτοι σύνολο €318.874,57 ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και για τις επιπρόσθετες εργασίες για το διαμέρισμα 301 και στο ποσό των €440,14 (ΛΚ257.60) για την ξύλινη περίφραξη για το διαμέρισμα
  2. Έχει ήδη λεχθεί πως με βάση τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, όροι 10 και 16 των Τεκμηρίων 1 και 2, ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να πληρώνει την Ενάγουσα για όλους τους φόρους, τέλη και ασφάλιστρα έναντι πυρκαγιάς για τα εν λόγω διαμερίσματα τους οποίους κατέβαλλε η Ενάγουσα εφόσον αυτή παρέμενε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των διαμερισμάτων. Ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε πως δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό για αυτά τα έξοδα. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 1 είχε την κατοχή των δύο διαμερισμάτων, τότε είχε και την υποχρέωση να επωμιστεί αυτά τα έξοδα τα οποία, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, αποτελούν ζημιά στην Ενάγουσα εξ υπαιτιότητας του Εναγομένου
  3. Η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό και αυτή τη ζημιά με την προσκόμιση των απαραίτητων εγγράφων και αποδείξεων, Τεκμήρια 23-
  4. Επομένως, δικαιούται και στα εν λόγω ποσά, ήτοι στα ποσά των €2.118,03 ως φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας και δημοτικά τέλη και €473,35 ως ασφάλεια πυρός για το διαμέρισμα 301 και €2.185,12 ως φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας και δημοτικά τέλη και €220,48 ως ασφάλεια πυρός για το διαμέρισμα
  5. Στα αγοραπωλητήρια περιλαμβάνονται διάφορες πρόνοιες για τη χρέωση διαφορετικών ποσοστών τόκου επί του εκάστοτε υπολοίπου και από διαφορετικές ημερομηνίες. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 1 γίνεται αναφορά σε χρέωση τόκου υπερημερίας προς 1,5% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής πριν ή μετά την παράδοση - όρος 3(θ), και σε χρέωση του εκάστοτε βασικού επιτοκίου συν 2½% προσαύξηση, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως από την ημερομηνία παράδοσης μέχρι εξοφλήσεως και καθορισμό του τότε ισχύοντος βασικού επιτοκίου σε 4½% - όρος 4(β). Αντίστοιχοι όροι περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2 με τη διαφορά στον καθορισμό του τόκου υπερημερίας σε 5% στον όρο 3(η) και στον καθορισμό του τότε ισχύοντος βασικού επιτοκίου σε 4,25% στον όρο 4(β). Η Ενάγουσα αξιώνει το συνολικό ποσό των €218.550,78 ως τόκο προς 8,75% μέχρι τις 18.12.
  6. Πέραν της ασάφειας των όρων που αφορούν στον τόκο στα αγοραπωλητήρια, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να επεξηγεί τον τρόπο χρέωσης και κυρίως το ύψος του τόκου. Η δικηγόρος της Ενάγουσας παρέπεμψε στις καταστάσεις, Τεκμήρια 9 και 10, οι οποίες όμως δεν διαφωτίζουν ως προς τον τρόπο χρέωσης του τόκου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι αυτό το σκέλος της απαίτησης δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ερχόμενη τώρα στις εγγυητικές, χρήσιμη ανάλυση του ζητήματος περιέχεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο (ανωτέρω), σελ. 839-
  7. Όπως αναφέρεται στη σελ. 840, η σημασία της τραπεζικής εγγύησης είναι ότι η τράπεζα αναλαμβάνει καταβολή του σχετικού ποσού (που αναγράφεται στην εγγυητική επιστολή) με την πρώτη ζήτηση αυτής (από τον δικαιούχο, δηλαδή τον πωλητή ή ιδιοκτήτη) και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση του άλλου συμβαλλόμενου (του αιτητή, δηλαδή του αγοραστή). Στις σελ. 841-843 αναφέρονται τα εξής: «Τα βασικά στοιχεία των τραπεζικών εγγυήσεων είναι τρία: Πρώτον, η έκδοση τέτοιας τραπεζικής εγγύησης από την τράπεζα προς τον δικαιούχο (τον ένα των συμβαλλομένων) συνιστά σύμβαση μεταξύ τράπεζας αφενός και του συγκεκριμένου συμβαλλομένου αφετέρου. Δεν έχει σχέση με την κυρίως σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων, σε σχέση με την οποία εκδόθηκε. Η σύμβαση μεταξύ τράπεζα και δικαιούχου είναι διαφορετική και ανεξάρτητη από την κυρίως σύμβαση μεταξύ των μερών, δηλαδή των συμβαλλομένων. . όπως ανέφερε Αγγλικό Δικαστήριο, «.the opening of a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods which imposes on the banker an absolute obligation to pay.». . Δεύτερον, η τραπεζική εγγύηση είναι ανέκκλητη, και συνιστά επιβεβαίωση από την τράπεζα ότι το περιεχόμενό της θα εκπληρωθεί, με άλλα λόγια ότι όταν ο δικαιούχος (ο πωλητής, στο πρώτο παράδειγμα, ή ο ιδιοκτήτης, στο δεύτερο) υποβάλει το νενομισμένο αίτημα τότε η τράπεζα θα εκπληρώσει τις δικές της υποχρεώσεις προς τον δικαιούχο, ανεξάρτητα από την όποια ένσταση ή αμφισβήτηση εκ μέρους του αιτητή (του αγοραστή, στο πρώτο παράδειγμα, ή του εργολάβου, στο δεύτερο). . Τρίτον, είναι πολύ σπάνια που επεμβαίνουν τα δικαστήρια για να σταματήσουν την τράπεζα από του να τιμήσει και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής. Ουσιαστικά, ο μόνος λόγος που ενδεχόμενα να είναι επαρκής είναι η ύπαρξη δόλου, όταν δηλαδή ο πωλητής ή ο ιδιοκτήτης υποβάλλει έγγραφα τα οποία έχουν συνταθεί με δόλιο τρόπο.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 837 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα της παρούσας Αγωγής, οι υπό κρίση εγγυητικές δόθηκαν σύμφωνα με τους όρους των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων κατόπιν παράκλησης του Εναγομένου 1 και ως εξασφάλιση για τα δύο δάνεια τα οποία του παραχωρήθηκαν από την Εναγομένη 2 για τον σκοπό πληρωμής για την αγορά των διαμερισμάτων.» Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1235 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o. [1877] 2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215).» Θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στην αρχή ότι στη σύμβαση μεταξύ του προσώπου που αιτήθηκε την έκδοση της εγγυητικής και του δικαιούχου αυτής, εξυπακούεται όρος ότι ο δικαιούχος οφείλει να επιστρέψει ποσά που υπερβαίνουν τη ζημιά του (βλ. Cargill International SA and another v. Bangladesh Sugar and Food Industries Corp
(1982)2 All E.R. 406). Σύμφωνα με τους όρους των εγγυητικών, Τεκμήρια 5 και 6, με αυτές και σε αντάλλαγμα την παροχή δανείου από την Εναγομένη 2 προς τον Εναγόμενο 1 για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, η Τράπεζα Κύπρου εγγυάτο την Ενάγουσα ως πωλήτρια μέχρι συγκεκριμένου καθορισμένου ποσού και μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία εγγραφής των διαμερισμάτων στο όνομα του Εναγομένου 1 ως αγοραστή. Η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε να πληρώσει την Εναγομένη 2 μόλις υποβληθεί γραπτή απαίτηση με την οποία αφενός να δηλώνει τη μη εγγραφή στο όνομα του αγοραστή μέχρι την καθορισμένη ημερομηνία ή τη μεταβίβαση του τίτλου στον αγοραστή χωρίς γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον δέκα ημερών για την προκειμένη μεταβίβαση και αφετέρου να απαιτεί πληρωμή δυνάμει αυτών των εγγυητικών. Σύμφωνα πάντα με τους όρους αυτών, οι εγγυητικές θα ακυρώνονταν με τη μεταβίβαση στον πωλητή και την υποθήκευση προς όφελος της Εναγομένης
  1. Υπενθυμίζεται ότι η Εναγομένη 2 παραχώρησε τα ποσά των δύο δανείων στον Εναγόμενο 1 για την αγορά των επίδικων διαμερισμάτων, όπως επιβεβαιώνεται από τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμών των εν λόγω δανείων. Επομένως, η Εναγομένη 2 υπέστη ζημιά με την παραχώρηση των ποσών των δανείων και τη μη είσπραξη τους από τον Εναγόμενο
  2. Παρά την επανειλημμένη ανανέωση των εγγυητικών, από τη στιγμή που ο όρος για τη μεταβίβαση των διαμερισμάτων στον Εναγόμενο 1 και υποθήκευση αυτών προς όφελος της Εναγομένης 2, ανεξαρτήτως της έκδοσης των τίτλων, δεν είχε επιτευχθεί μέχρι την τελευταία ημερομηνία λήξης αυτών, τότε η Εναγομένη 2 είχε κάθε δικαίωμα να απαιτήσει την πληρωμή αυτών. Παρόλο που με την έκδοση των τίτλων η Ενάγουσα ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει τα διαμερίσματα, αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει καθότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε ξοφλήσει ούτε και ήταν σε θέση να ξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο για τα δύο διαμερίσματα ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση, σύμφωνα με τους όρους των συμβολαίων. Όπως αναφέρεται στο ανωτέρω απόσπασμα, οι εγγυητικές αποτελούν ξεχωριστές συμβάσεις από τα αγοραπωλητήρια και αφορούν διαφορετικά μέρη και οι σχέσεις των μερών διέπονται από τις μεταξύ τους συμβάσεις. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Εναγομένη 2 ορθώς και νόμιμα απαίτησε και εξασφάλισε την πληρωμή δυνάμει των δύο εγγυητικών και δικαιούται στην παρακράτηση των ποσών καθότι η ίδια υπέστη ζημιά, ήτοι τα οφειλόμενα υπόλοιπα των δανείων, για την οποία και απαίτησε την πληρωμή των εγγυητικών προς εξόφληση των δανείων του Εναγομένου
  3. Παρόλο που ο Εναγόμενος 1 δεν δικαιούται τα διαμερίσματα, εντούτοις διαφαίνεται ότι εισέπραξε τα ποσά των δανείων τα οποία και επωφελήθηκε και χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς. Από τη στιγμή που τα ποσά των εγγυητικών καταβλήθηκαν προς εξόφληση των δανείων του Εναγομένου 1 προς την Εναγομένη 2 τα οποία κατά τον χρόνο εξόφλησης παρουσίαζαν καθυστερήσεις και οφειλόμενα υπόλοιπα, τότε αυτά τα ποσά τα οποία η Ενάγουσα κατέβαλε προς όφελος του Εναγομένου 1, αποτελούν ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της συμπεριφοράς του Εναγομένου 1 και δικαιούται στην αποζημίωση και αποκατάσταση αυτής από τον Εναγόμενο
  4. Πέραν των εισπραχθέντων ποσών των δύο εγγυητικών, η Ενάγουσα δικαιούται και στα έξοδα ανανέωσης αυτών τα οποία ο Εναγόμενος 1 είχε υποχρέωση να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, όρος 20 του Τεκμηρίου 1 και όρος 21 του Τεκμηρίου
  5. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα δικαιούται στο ποσό των €800.869, 20 (το οποίο πλήρωσε προς τίμηση των εγγυητικών) και των €40.819,96 ως έξοδα ανανέωσης αυτών για το διαμέρισμα 301 και των €32.518,97 ως έξοδα ανανέωσης για το διαμέρισμα
  6. Τέλος, ενόψει της πληρωμής των εγγυητικών η Ενάγουσα αναγκάστηκε να υποθηκεύσει τα δύο διαμερίσματα για την εξασφάλιση των ποσών των εγγυητικών. Αυτά τα έξοδα υποθήκευσης και τα χαρτόσημα υποθήκης δεν αποτελούν απομακρυσμένη ζημιά αλλά συνδέονται και απορρέουν από την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυητικών με αποτέλεσμα την πρόκληση και αυτής της ζημιάς στην Ενάγουσα εξ υπαιτιότητας του Εναγομένου 1 ο οποίος παρέλειψε να πληρώνει κανονικά τις υποχρεώσεις του δυνάμει των δύο δανείων προς την Τράπεζα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο (ανωτέρω), σελ. 735-
  7. Τέλος, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το καθήκον της Ενάγουσας προς μείωση της ζημιάς της, με την πώληση, ενοικίαση ή εκμετάλλευση των διαμερισμάτων, το οποίο όμως δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να πράξει από τη στιγμή που η ίδια υποχρεώθηκε να υποθηκεύσει τα ακίνητα προς εξασφάλιση του ποσού για την πληρωμή των εγγυητικών και ο Εναγόμενος 1 είχε την κατοχή των διαμερισμάτων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο (ανωτέρω), σελ. 758-
  8. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ενάγουσα δικαιούται και στα υποθηκευτικά έξοδα και χαρτόσημα υποθήκης, ήτοι τα ποσά των €6.000,85 και €1.123,12 για το διαμέρισμα 301 και τα ποσά των €5.000,85 και €932,12 για το διαμέρισμα 01, αντίστοιχα. Η Ενάγουσα δικαιούται επίσης τα έξοδα της Τράπεζας για τα δάνεια τα οποία η Ενάγουσα υποχρεώθηκε να συνάψει προς εξόφληση των εγγυητικών, εφόσον αυτά αποτελούν ζημιά η οποία απορρέει άμεσα από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του Εναγομένου 1 με την παράλειψη εξόφλησης των διαμερισμάτων. Αυτά τα ποσά ανέρχονται στα €100 ως έξοδα ανά διαμέρισμα. Τέλος, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €6.525,30 (ΛΚ3.819) το οποίο πληρώθηκε από τον Εναγόμενο 1 προς τους προμηθευτές, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1 και την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  9. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση στον απαιτούμενο βαθμό και δικαιούται σε απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 ως ανωτέρω ενώ δεν έχει αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της Εναγομένης
  10. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με τον Εναγόμενο 1 με την οποία δηλώνεται ότι η Ενάγουσα τερμάτισε νόμιμα τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ημ. 19.1.04 και 16.3.
  11. Εκδίδεται απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία δηλώνεται ότι από τις 10.2.12, ημερομηνία τερματισμού των εν λόγω συμβολαίων, ο Εναγόμενος 1 κατέχει και εκμεταλλεύεται παράνομα τα δύο επίδικα διαμερίσματα και χωρίς νόμιμο δικαίωμα κατοχής και εκμετάλλευσης τους. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος 1 διατάσσεται όπως εντός 15 ημερών από σήμερα, παραδώσει ελεύθερη κατοχή των δύο επίδικων διαμερισμάτων στην Ενάγουσα και ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε υποδειχθεί από την Ενάγουσα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €1.800 μηνιαίως για το διαμέρισμα 301 και για το ποσό των €1.600 μηνιαίως για το διαμέρισμα 01 από την ημερομηνία τερματισμού ήτοι τις 10.2.12, μέχρι και την παράδοση ελεύθερης κατοχής καθενός εξ αυτών στην Ενάγουσα και ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ήθελε υποδειχθεί από την Ενάγουσα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 για το συνολικό ποσό των €1.205.242,46 πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1 όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγομένης 2 όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.