← Κύπρος

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ν. MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS (MHOC) LTD, Αρ. Αγωγής: 367/2021, 27/4/2023

ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ν. MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS (MHOC) LTD, Αρ. Αγωγής: 367/2021, 27/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X-M Kαραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 367/2021 Μεταξύ: ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας -και- MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS (MHOC) LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 27/04/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χρ. Πουργουρίδης δια κ.κ. Χρήστος Πουργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Χαρ. Στεφάνου και κ. Κ. Σεργίδης δια κ.κ. Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. Εισαγωγή-Δικογραφημένες θέσεις: Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 3/03/21 η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους ποσό €1,700- πλέον νόμιμο τόκο ως η ζημιά που υπέστηκε από την απώλεια δύο οδοντοστοιχίων στο νοσοκομείο των Εναγομένων, στο οποίο εισήχθη στις 21/10/20 ως εσωτερικός ασθενής, την οποία αποδίδει στην αμέλεια των Εναγομένων και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων τους. Όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, στην διάρκεια της θεραπείας της Ενάγουσας κρίθηκε αναγκαίο όπως υποβληθεί σε καρδιολογική εξέταση και/ή επέμβαση στο χειρουργείο, οπόταν τα μέλη του νοσηλευτικού προσωπικού αφαίρεσαν από την Ενάγουσα δύο οδοντοστοιχίες και τις τοποθέτησαν πάνω σε έπιπλο εντός του δωματίου, οι οποίες δεν ανευρέθηκαν όταν η Ενάγουσα μεταφέρθηκε πίσω στο δωμάτιο της. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να προβεί στην κατασκευή δύο καινούργιων οδοντοστοιχιών για τις οποίες κατέβαλε το ποσό το οποίο διεκδικεί από τους Εναγόμενους, προβάλλοντας στις λεπτομέρειες αμέλειας ότι αυτοί παρέλειψαν να επιδείξουν την δέουσα επιμέλεια κατά τον χρόνο που είχαν στην κατοχή και έλεγχο τους τις οδοντοστοιχίες, ότι παρέλειψαν να έχουν ασφαλές σύστημα φύλαξης των αντικειμένων των νοσηλευόμενων ασθενών, όπως επίσης και ότι παρέλειψαν να τοποθετήσουν τις οδοντοστοιχίες σε ασφαλές σημείο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα προβάλλει την αρχή «res ipsa loquitur», ήτοι ότι τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους, επειδή οι οδοντοστοιχίες δεν θα μπορούσαν να απωλεσθούν χωρίς την ύπαρξη αμέλειας των Εναγομένων. Στον αντίποδα, οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπισή τους αρνούνται μεν τις αξιώσεις της Ενάγουσας, παραδέχονται όμως το γεγονός της προσέλευσης της στο νοσοκομείο τους αρχικά στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και ακολούθως της εισαγωγής της ως εσωτερικός ασθενής για περαιτέρω εξετάσεις και θεραπεία. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τον ισχυρισμό ότι αφαίρεσαν τις δύο οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας και τις τοποθέτησαν πάνω σε έπιπλο εντός του δωματίου και τις λεπτομέρειες αμέλειας, προβάλλοντας ότι κατά την διάρκεια της θεραπείας της Ενάγουσας κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί σε καρδιολογική εξέταση και/ή επέμβαση στο χειρουργείο και ότι το νοσηλευτικό προσωπικό ζήτησε από την Ενάγουσα όπως αφαιρέσει τις δύο οδοντοστοιχίες, κάτι που έπραξε μόνη της και στην συνέχεια ότι τις τοποθέτησε στα προσωπικά της αντικείμενα. Οι Εναγόμενοι εγείρουν ισχυρισμούς περί αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας προβάλλοντας ότι δεν προέβηκε στις αναγκαίες ενέργειες που θα ήταν εύλογες και αναμενόμενες να προβεί για αποφυγή ενδεχόμενης απώλειας των προσωπικών της αντικειμένων, ενεργώντας απρόσεκτα και χωρίς την δέουσα προσοχή και επιμέλεια. Αρνούνται δε το γεγονός της μη ανεύρεσης των οδοντοστοιχιών όταν η Ενάγουσα μεταφέρθηκε στο δωμάτιο και συνήλθε, όπως και το ποσό της αξίωσης της, προβάλλοντας διαζευτικά ότι αυτό είναι διογκωμένο και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς περί συντρέχουσας αμέλειας και προβάλλει ότι όταν μεταφέρθηκε εκτάκτως στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών της Εναγόμενης δεν έφερε μαζί της οποιαδήποτε προσωπικά αντικείμενα, καθώς και ότι μεταφέρθηκε σε θάλαμο νοσηλείας χωρίς τη συνοδεία οποιουδήποτε συγγενικού ή φιλικού της προσώπου λόγω των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας covid-

  1. Περαιτέρω προβάλλει ότι έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ και αντιμετώπιζε δυσκολίες επικοινωνίας και συντήρησης του εαυτού της, κάτι που ήταν και/ή έπρεπε να ήταν γνωστό στους υπηρέτες της Εναγόμενης, καθώς και ότι την αφαίρεση και τοποθέτηση των οδοντοστοιχιών την πραγματοποιούσε με τη βοήθεια του συζύγου ή των τέκνων της. Στον σύζυγο της Ενάγουσας, όπως δικογραφείται, επιτράπηκε να την επισκεφθεί μετά την επέμβαση στο χειρουργείο, ο οποίος όταν εισήλθε στο θάλαμο, οι οδοντοστοιχίες ήταν πάνω σε χαρτομάντηλο στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι, ενώ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι όταν το απόγευμα της ίδιας μέρας προσφέρθηκε ελαφρύ γεύμα στην Ενάγουσα, ο σύζυγος της αναζήτησε τις οδοντοστοιχίες και δεν βρέθηκαν πάνω στο κομοδίνο, αλλά ούτε και στο χώρο απόρριψης σκυβάλων από τους υπηρέτες της Εναγόμενης. ΙΙ. Προσκομισθείσα μαρτυρία διαδίκων: Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 03/03/21 και με βάση τις πρόνοιες της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι το αντικείμενο της δεν υπερβαίνει το ποσό των €3,000 αποτελεί υπόθεση Ταχείας Εκδίκασης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμφώνως της Δ.30 Θ. 5, εξέδωσε οδηγίες σε σχέση με την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των δυο πλευρών. Συμφώνως των οδηγιών αυτών στις 20/01/23 καταχωρήθηκε από πλευράς Ενάγουσας η Ένορκη δήλωση του κ. Γεώργιου Κορνηλίου («ΜΕ») και από πλευράς Εναγόμενων στις 24/02/23 η Ένορκη δήλωση του κ. Νεόφυτου Ζαννέτου («ΜΥ»), οι οποίες αποτέλεσαν την μαρτυρία των δύο πλευρών για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας με τα διάφορα τεκμήρια προς υποστήριξη των θέσεων τους, τα οποία και επισυνάφθηκαν σε αυτές. Στην ένορκη δήλωση του ΜΕ αναφέρεται ότι είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας και ότι το 2018 αυτή διαγνώσθηκε ότι πάσχει από την νόσο Αλτσχάιμερ, αρχικά με απώλεια μνήμης και επικοινωνίας με το περιβάλλον, σταδιακά όμως παρουσιάζοντας μεγάλα διαστήματα που δεν είχε επαφή με το περιβάλλον και αδυναμία στο να φροντίζει τον εαυτό της. Όπως ορκίζεται ο ΜΕ, από τις αρχές του 2020 οι δυνατότητες της Ενάγουσας για επικοινωνία με το περιβάλλον περιορίστηκαν στο ελάχιστο και δεν ήταν σε θέση να φροντίζει τον εαυτό της για σκοπούς σίτισης, προσωπικής υγιεινής, ένδυσης, αλλά ούτε και αναγνώριζε στενά συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα. Στη συνέχεια, ο ΜΕ περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες μετέφερε την Ενάγουσα στο νοσοκομείο των Εναγομένων αναφέροντας ότι εκεί του ανέφεραν ότι είχε υποστεί καρδιακό επεισόδιο και έπρεπε να εισαχθεί, κάτι που έγινε στο δωμάτιο αρ.
  2. Όπως εξήγησε, ο ίδιος παρέμεινε στο νοσοκομείο μέχρι την ολοκλήρωση της επέμβασης για τοποθέτηση καρδιακού δακτυλιδιού, οπότε και η Ενάγουσα μεταφέρθηκε πίσω στο δωμάτιο της και του επιτράπηκε να την επισκεφθεί για λίγο. Όπως υποστήριξε, όταν ανέβηκε στο δωμάτιο είδε πάνω σε χαρτομάντηλο στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι της τις οδοντοστοιχίες της. Στη συνέχεια αναφέρει ότι όταν αργότερα το απόγευμα την επισκέφθηκε και της έφεραν φαγητό αναζήτησε τις οδοντοστοιχίες της, αλλά αυτές δεν βρέθηκαν, παρά το ότι έψαξε στο κομοδίνο και στο δωμάτιο. Όπως είπε, ενημέρωσε το προσωπικό για το ζήτημα και άρχισαν να ψάχνουν στο δωμάτιο και στους χώρους απόρριψης σκυβάλων όπως του ανέφερε ο υπεύθυνος προσωπικού κ. Ανδρέας Ανδρέου, ο οποίος ενημερώθηκε. Παράθεσε ως τεκμήριο Α επιστολή ημερ. 27/10/20 απευθυνόμενη στην διοίκηση της κλινικής για το περιστατικό, την οποία υποστήριξε ότι παρέδωσε προσωπικά, με την οποία αξίωσε αναπλήρωση των οδοντοστοιχιών της Ενάγουσας. Όπως υποστήριξε ο ΜΕ, πολλούς μήνες πριν από την εισαγωγή της στο νοσοκομείο των Εναγομένων η σύζυγός του δεν μπορούσε να αφαιρεί και να επανατοποθετεί τις οδοντοστοιχίες μόνη της και ότι ο ίδιος τις αφαιρούσε για να τις καθαρίσει και τις επανατοποθετούσε. Περαιτέρω, κρίνει ότι τις οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας θα πρέπει να τις είχαν αφαιρέσει και τοποθετήσει στο κομοδίνο το προσωπικό του νοσοκομείου και αποκλείει την περίπτωση να το έπραξε μόνη της και να τις τοποθέτησε στα προσωπικά της αντικείμενα. Ο ΜΕ παράθεσε ως τεκμήριο Β σχετική βεβαίωση του Δρ. Κυριάκου Γ. Κωστρίκκη, καθώς και ως τεκμήριο Γ απόδειξη πληρωμής του ιδίου οδοντίατρου για ποσό €1,700- αναφορικά με τις νέες οδοντοστοιχίες που έκανε για την Ενάγουσα. Όπως ορκίστηκε ο ΜΕ, την σύζυγό του την μετέφερε στις πρώτες βοήθειες των Εναγομένων έκτακτα χωρίς να γνωρίζει αν θα κρατείτο για νοσηλεία και δεν μετέφερε τα οποιαδήποτε προσωπικά αντικείμενα, τα οποία της τα πήρε αργότερα ο ίδιος. Στην ένορκη δήλωση του ΜΕ αναφέρεται ότι παρατίθενται δύο τεκμήρια ως Γ και Δ, ήτοι αντίγραφο ιατρικής βεβαίωσης της ιατρού/νευρολόγου Αγγελικής Κωνσταντοπούλου ημερ. 3/02/21 και αντίγραφο ιατρικής βεβαίωσης του γενικού ιατρού Αθανάσιου Φιλάνδρα στο νοσοκομείο των Εναγομένων, προφανώς για να υποστηρίξει την θέση του περί ανικανότητας της Ενάγουσας, χωρίς όμως αυτά να παρατίθενται ως τέτοια, παρά μόνο ως τεκμήριο Γ παρατέθηκε η απόδειξη πληρωμής που αναφέρθηκε πιο πάνω και ως τεκμήριο Δ παρατέθηκε η επιστολή απαίτησης των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους ημερ. 26/11/
  3. Στην ένορκη δήλωση του ΜΥ, ο οποίος ορκίζεται ότι είναι εκ των Διευθυντών των Εναγομένων γίνεται παραδοχή αναφορικά με τις συνθήκες εισαγωγής της Ενάγουσας στο νοσοκομείο τους, την καρδιολογική εξέταση και επέμβαση που της έγινε, καθώς και ότι στις 25/10/20 έλαβε εξητήριο. Όπως ειδικότερα προβάλλει, το νοσηλευτικό προσωπικό των Εναγομένων αφαίρεσε τις οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας σε συνεννόηση μαζί της και τις τοποθέτησε σε ειδικό μπουκαλάκι στο κομοδίνο, δίπλα απλά από το κρεβάτι της Ενάγουσας. Στην συνέχεια, όπως παρατίθεται, το νοσηλευτικό προσωπικό των Εναγομένων μετέφερε την Ενάγουσα στο χειρουργείο για τον προκαθορισμένο καθετηριασμό και ακολούθως μεταφέρθηκε πίσω στο δωμάτιο της. Όπως τονίζει, η Ενάγουσα φέρει την αποκλειστική ευθύνη ή έστω υπέχει για την απώλεια που υπέστηκε κατά αποφασιστικό βαθμό συντρέχουσα αμέλεια, όπως χαρακτηριστικά ορκίζεται και παραθέτει επ' ακριβώς τα όσα δικογραφούνται ως λεπτομέρειες αμέλειας και συντρέχουσας αμέλειας στην Υπεράσπιση Εναγομένων. Ο ΜΥ παραθέτει ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της έκθεσης του καρδιολόγου Δρ. Αντώνιου Δεληγιάννη και προβάλλει, ενόψει της σχετικής αναφοράς στην μαρτυρία του ΜΕ, ότι γίνεται παραδοχή ότι η Ενάγουσα αδυνατούσε να διαχειριστεί τις προσωπικές και οικονομικές της υποθέσεις κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της αγωγής ένεκα της κατάστασης της υγείας της και ως εκ τούτου ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ένεκα τέτοιας ανικανότητας. Επίσης προβάλλει ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι η Εναγόμενοι φέρουν ευθύνη, το ποσό είναι διογκωμένο. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση οποιωνδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες, ούτε τέτοια αντεξέταση διεξήχθη και εν συνεχεία στις 29/03/2023 οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους, ολοκληρώνοντας έτσι την ακρόαση της αγωγής σε μια ταχεία διαδικασία. ΙΙΙ. Αξιολόγηση προσκομισθείσας μαρτυρίας και εκτίμηση Δικαστηρίου: III.
  4. Αρχές αξιολόγησης: Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:A319). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Στην προκειμένη περίπτωση αντεξέταση δεν έγινε επί οποιωνδήποτε ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων, όπως παραδοσιακά θα γινόταν σε μια διαδικασία ακροαματικής εκδίκασης. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν θα μπορούσε να ζητηθεί να γίνει και η σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057). Βέβαια, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 491). Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον ΜΕ όσο και από τον ΜΥ. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που παρατέθηκαν ως τεκμήρια στην γραπτή μαρτυρία των δύο πλευρών. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). III.
  1. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ: O MΕ έκανε θετική εντύπωση για αυτά που παρέθεσε στην γραπτή του δήλωση τόσο για τις συνθήκες υπό τις οποίες μετέφερε εκτάκτως στο νοσοκομείο των Εναγομένων την Ενάγουσα, το τι ακολούθησε της επέμβασης για αντιμετώπιση του καρδιολογικού προβλήματος που αυτή αντιμετώπιζε, αλλά και το τι διαπίστωσε ο ίδιος τόσο την πρώτη φορά που ανέβηκε στο δωμάτιο της Ενάγουσας για το που ευρίσκονταν οι οδοντοστοιχίες όσο και όταν αργότερα το απόγευμα την επισκέφθηκε και χρειάστηκε αυτές να τοποθετηθούν και δεν ανευρίσκονταν. Η θέση του ΜΕ ότι αρχικά τις είδε ότι ήταν τοποθετημένες επί χαρτομάντηλου πάνω στο κομοδίνο δεν έτυχε αντεξέτασης και αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους, οι οποίοι σημειώνω ότι σε αντίθεση με την δικογραφημένη τους θέση στην Υπεράσπιση επικαλέστηκαν μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ ότι ήταν τοποθετημένες σε μπουκάλι στο κομοδίνο. Ειλικρινής κρίνεται ο ΜΕ αναφορικά με το ότι η Ενάγουσα αντιμετώπιζε εξαιτίας της κατάστασης υγείας της αδυναμία διαχείρισης των αναγκών της, χωρίς να επιθυμώ να προβώ σε οποιαδήποτε απόφανση ειδικότερη, καθότι αυτό απαιτούσε επιστημονική μαρτυρία και επιβεβαίωση. Στο ζήτημα της επιστημονικής επιβεβαίωσης της κατάστασης της Ενάγουσας παρατηρώ ότι τα όσα πιθανόν να επιθυμούσε να παραθέσει μέσω ιατρικών πιστοποιητικών ο ΜΕ, δεν τα παρέθεσε για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην παράθεση της μαρτυρίας του. Περαιτέρω, οποιαδήποτε τέτοια πιστοποιητικά ενδεχομένως δεν θα γίνονταν δεκτά από το Δικαστήριο ενόψει της Δ.28 Θ. 3 ως έγγραφα τα οποία προκύπτει ότι δεν αποκαλύφθηκαν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 28/02/23 ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Περαιτέρω, η θέση του ΜΕ, αν και δεν πρόκειται περί μαρτυρίας, ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι θα πρέπει να έχουν αφαιρέσει τις οδοντοστοιχίες από την Ενάγουσα και να τις τοποθέτησαν στο κομοδίνο, επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΥ, η οποία βέβαια επαναλαμβάνω ευρίσκεται σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης όπως θα εξηγηθεί. Αξιόπιστη κρίνω την θέση του ΜΕ σε σχέση με το ποσό το οποίο δαπανήθηκε για την κατασκευή δύο νέων οδοντοστοιχιών όπως προκύπτει από το τεκμήριο Β και Γ που παράθεσε, τα οποία δέχομαι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Για το ζήτημα αυτό, πέραν της αμφισβήτησης της αξίας των δύο οδοντοστοιχιών από πλευράς των Εναγομένων, δεν προσήχθη η οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία, ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση επί τούτου του ενόρκως δηλούντος, αλλά ούτε και επιχειρήθηκε από πλευράς τους να γίνει ενδεχόμενη χρήση των δικονομικών μέσων που προβλέπει το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  2. III.
  3. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ: Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ παρατηρώ ότι, όπως ορκίζεται, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα που παράθεσε πως την έχει αποκτήσει. Εν πάση περιπτώσει, η πηγή της πληροφόρησης του προφανώς θα αποτελεί η ενημέρωση που έλαβε από το προσωπικό του νοσοκομείου των Εναγομένων. Αυτό το οποίο παραθέτει και ουσιαστικά παραδέχεται είναι ότι το προσωπικό των Εναγόμενων αφαίρεσε τις οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας σε συνεννόηση μαζί της και τις τοποθέτησαν σε ειδικό μπουκαλάκι στο κομοδίνο, δίπλα απλά από το κρεβάτι της Ενάγουσας. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση στην Υπεράσπιση όπου προβάλλεται ότι το νοσηλευτικό προσωπικό ζήτησε από την Ενάγουσα όπως αφαιρέσει τις δύο οδοντοστοιχίες, κάτι που έπραξε μόνη της και στην συνέχεια τις τοποθέτησε στα προσωπικά της αντικείμενα. Η θέση αυτή στην Υπεράσπιση επιχειρεί να καταλογίσει την ευθύνη στην ίδια την Ενάγουσα, ότι δηλαδή οι οδοντοστοιχίες δεν ευρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Εναγομένων, ενώ με τα όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του ΜΥ επιχειρείται να προβληθεί η θέση ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι αφαίρεσαν τις οδοντοστοιχίες σε συνεννόηση με την Ενάγουσα, προφανώς εννοώντας ότι ζήτησαν την συγκατάθεση της και ότι τις τοποθέτησαν σε μπουκαλάκι για σκοπούς προστασίας, σε μια προσπάθεια να καταδείξουν ότι έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουν την περιουσία της ασθενούς, η οποία επρόκειτο να υποβληθεί σε μια χειρουργική επέμβαση. Με δεδομένο, όπως επικαλούνται, ότι έπραξαν αυτά που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση του ΜΥ, η αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας δεν εξηγείται. Συνεπώς, δεν κρίνω ότι ο ΜΥ είναι αξιόπιστος, πέραν των όσων γεγονότων παραθέτει αναφορικά με τις συνθήκες εισαγωγής, της χειρουργικής επέμβασης στην Ενάγουσα, για το πως έτυχε χειρισμού η περιουσία της Ενάγουσας από τους ίδιους του Εναγόμενους, η οποία σημειώνω ότι από την στιγμή που αφαιρέθηκε από το σώμα της με σκοπό να χειρουργηθεί πέρασε υπό την κατοχή και αποκλειστικό έλεγχο των Εναγομένων. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο απορρίπτει την θέση του ΜΥ αναφορικά με το ότι έβαλαν σε μπουκάλι τις οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας το οποίο τοποθέτησαν στο κομοδίνο, αν και δέχομαι την μαρτυρία του ότι είναι το προσωπικό των Εναγομένων που τις αφαίρεσε. Σε σχέση με την αμφισβήτηση της αξίας των δύο οδοντοστοιχιών από τον ΜΥ παραπέμπω στα όσα έχουν αναφερθεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ, ήτοι ότι παρέμεινε μια γενική και αόριστη αμφισβήτηση που δεν ήταν ικανή να ανατρέψει τα όσα ισχυρίστηκε με την παράθεση του τεκμηρίου Β και Γ ο ΜΕ. IV. Ευρήματα Δικαστηρίου: Ενόψει των όσων επισημάνθηκαν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσήγαγε ο ΜΕ και ο ΜΥ καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: · Στις 21/10/20 η Ενάγουσα μεταφέρθηκε από τον σύζυγό της στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του νοσοκομείου των Εναγομένων εξαιτίας καρδιακού επεισοδίου, όπου μετά από εξετάσεις διαφάνηκε ότι υπέστηκε καρδιακό επεισόδιο και ότι έπρεπε να εισαχθεί ως εσωτερικός ασθενής για αντιμετώπιση του προβλήματος, όπερ και εγένετο. · Πριν την διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης και ενόσω η Ενάγουσα ευρισκόταν στο δωμάτιο της, η οποία προκύπτει ότι δεν μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό της και έχρηζε βοήθειας, το νοσηλευτικό προσωπικό της αφαίρεσε δύο οδοντοστοιχίες και τις τοποθέτησε στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι της. · Μετά την χειρουργική επέμβαση η Ενάγουσα μεταφέρθηκε από το νοσηλευτικό προσωπικό των Εναγομένων πίσω στο δωμάτιο της και όταν επρόκειτο να της προσφερθεί φαγητό αργά το απόγευμα και ο σύζυγός της αναζήτησε τις δύο οδοντοστοιχίες αυτές δεν ανευρέθηκαν παρά το γεγονός ότι αναζητήθηκαν τόσο από τον ίδιο όσο και από το προσωπικό του νοσοκομείου. · Καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε αναφορικά με το τι απέγιναν οι δύο οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές απωλέσθηκαν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες κατά το χρονικό διάστημα που η Ενάγουσα δεν είχε τον έλεγχό τους, αλλά ευρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Εναγόμενων. · Η Ενάγουσα δαπάνησε το ποσό των €1,700- για την κατασκευή δύο νέων οδοντοστοιχιών καταβάλλοντας το ποσό αυτό στον Δρ. Κ. Κωστρίκκη. Ο σύζυγος της Ενάγουσας εκ μέρους της απαίτησε αρχικά δια επιστολής από τους Εναγόμενους να καταβάλουν στην Ενάγουσα το ποσό των €1,700- τα οποία δαπανήθηκαν για αντικατάσταση των δύο οδοντοστοιχιών, και εν συνεχεία διαμέσου των δικηγόρων της. V. Νομική Πτυχή και κρίση Δικαστηρίου: Στην γραπτή αγόρευση της πλευράς των Εναγόμενων ο ευπαίδευτος συνήγορος προβάλλει ότι η ίδια η Ενάγουσα δεν προσφέρει μαρτυρία για υποστήριξη της αγωγής, αλλά ο σύζυγός της. Είναι προφανές ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας προσέφερε μαρτυρία επί των γεγονότων, καθότι η ίδια η Ενάγουσα δεν μπορεί να φροντίσει τον εαυτό της, κάτι που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν φαίνεται να αμφισβητούν, μάλλον το αντίθετο εκ του λόγου που εγείρουν περί της αντικανονικότητας έγερσης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Αυτό που διαπιστώνει το Δικαστήριο είναι ότι από τα όσα παραθέτει ο ΜΕ προκύπτει ότι έχει ίδια γνώση των γεγονότων, δηλαδή ότι είδε τις οδοντοστοιχίες τοποθετημένες στο κομοδίνο και μετά που μεταφέρθηκε η Ενάγουσα στο δωμάτιο της και επρόκειτο να της προσφερθεί φαγητό αυτές δεν ανευρέθηκαν. Τα λοιπά γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο. Ως εκ τούτου η θέση που προβάλλει η πλευρά των Εναγομένων περί τούτου απορρίπτεται. Το επόμενο ζήτημα που εγείρουν οι Εναγόμενοι στις αγορεύσεις τους αφορά στην ουσία την αντικανονικότητα έγερσης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, αφού η πλευρά της Ενάγουσας δικογραφεί ότι η Ενάγουσα πάσχει από την νόσο Αλτσχάιμερ και είναι ανίκανο πρόσωπο. Το κατά πόσο η Ενάγουσα πάσχει από την νόσο αυτή, ενόψει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, ελλείψει επιστημονικής μαρτυρίας, αφού τα όσα πιστοποιητικά αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση του ΜΕ δεν παρατέθηκαν και ακόμη και αν παρατίθεντο ευρίσκονταν εκτός αποκάλυψης εγγράφων, κάτι που θα μπορούσε να εγείρει ως ένσταση η πλευρά των Εναγομένων. Το γεγονός όμως της ανικανότητας της Ενάγουσας γίνεται παραδεκτό από την πλευρά της τόσο στην Απάντηση στην Υπεράσπιση όσο και στην προσκομισθείσα μαρτυρία του ΜΕ. Σύμφωνα με την Δ.9 Θ. 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «An infant who has no guardian authorized to bring proceedings and a person of unsound mind whether or not a mental patient or criminal mental patient may sue as plaintiff by a person to be named in the writ of summons and therein described as his next friend.[.].». Στο Annual Practice 1958, σελ. 356 υπό τον τίτλο «Action by a Person of Unsound Mind not so found» αναφέρονται τα εξής: «He sues by a next friend, in the same manner as an infant. This practice is not affected by the fact that under section 116 of the Lunacy Act, 1890, a person has been appointed to exercise with regard to his estate all or any of the powers of a committee (usually called a receiver). But in that case the receiver sues as next friend, and should first obtain the sanction of the Master in Lunacy, as in the case of a committee (supra)[.]. The practice as to "next friends" is the same as in the case of infants [.]». Σε σχέση με την πρακτική που ακολουθείται στην περίπτωση των ανηλίκων σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα της σελίδας 352 (υπογραμμίσεις δικές μου): «Next Friend.-The object of having a next friend is to give security for costs to the defendant. If an infant plaintiff sues as an adult, without a next friend, leave should be obtained from a Master to enter conditional appearance, and a summons should be then taken out asking that a next friend should be added or the writ set aside, and that solicitor of plaintiff pay the costs: cf. Flight v. Bolland, 4 Russ.
  4. and Geilinger v. Gibbs. [1897] 1 Ch. 479; D. C. F. p. 34; D. C. P. 100; Fernee v. Gorlitz, [1915) 1 Ch. 177; Cooper v. Dummett, [1930] W. N.
  5. The irregularity may be waived by the unconditional appearance (Ex p. Brocklebank, 6 Ch. D. 358).».[1] Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 29 αναφέρονται τα εξής (παρ. 806), με υπογραμμίσεις δικές μου: «[.] In general, anything which in the ordinary conduct of any proceedings is required or authorized to be done by a party to the proceedings may, if the party is a patient, be done by his next friend or guardian ad litem; but a person, when acting in the capacity of next friend or guardian ad litem, must act by a solicitor». Στην παράγραφο 810 του Halsbury's, ανωτέρω, παρατίθεται η εξής αναφορά (υπογραμμίσεις δικές μου): «The question whether a plaintiff is in fact mentally disordered is not, however, an issue which it is competent to the defendant to raise in his defence, since it, in effect, challenges the authority of the plaintiff's solicitor to institute proceedings and that is a matter which must be dealt with by an application to stay the action. A defence which sets up, or attempts to set up, such an issue may be struck out or treated as irrelevant.». Σε σχέση με το ζήτημα της απόδειξης του κατά πόσο κάποιος είναι διανοητικά ασθενής, όπως επεξηγείται στην παράγραφο 820 του Halsbury's, ανωτέρω, όταν ένα πρόσωπο αποδεικνύεται ή όταν γίνεται παραδεκτό ότι είναι διανοητικά ασθενής, ώστε να είναι ανίκανος για σύμβαση ή για μεταβίβαση, το δίκαιο τεκμαίρει ότι η κατάσταση αυτή συνεχίζει μέχρι να αποδεχθεί ότι έχει σταματήσει και το βάρος απόδειξης της επαναφοράς σε κατάσταση ικανότητας ή φωτεινού διαλείμματος το φέρει το πρόσωπο, το οποίο το ισχυρίζεται. Η μαρτυρία που απαιτείται στην περίπτωση αυτή είναι ισχυρή. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας αγωγής, η θέση που προβάλλει ο ΜΥ στην μαρτυρία του, όπως επίσης τα όσα παρατίθενται στις αγορεύσεις της πλευράς των Εναγομένων για απόρριψη της αγωγής ένεκα της διανοητικής ανικανότητας της Ενάγουσας, δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Η πλευρά των Εναγομένων έλαβε γνώση της παραδοχής της διανοητικής ανικανότητας της Ενάγουσας με τα όσα παρατέθηκαν στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, η οποία διαπιστώνω εκ του φακέλου του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε στις 12/10/21 και δεν προέβηκε σε κανένα δικονομικό διάβημα παραμερισμού της αγωγής, αλλά ούτε και ζήτησε όπως προωθήσει κάτι τέτοιο με τον Τύπο 25, ήτοι το Παράρτημα των Εναγομένων, που καταχώρησε στις 8/12/21, μετά την έκδοση της Κλήσης Οδηγιών δυνάμει της Δ.30 από τους Ενάγοντες. Η δικονομική αυτή συμπεριφορά των Εναγομένων κρίνεται ως αποφασιστικής σημασίας, η οποία την κωλύει να ζητά απόρριψη της παρούσας αγωγής εκ του λόγου αυτού. Η πλευρά της Ενάγουσας τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην μαρτυρία του ΜΕ προβάλλει ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, η οποία προκάλεσε την ζημιά την οποία επιδιώκει να ανακτήσει δια την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, παραθέτοντας ως λεπτομέρειες τέτοιας αμέλειας ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να λάβουν τα εύλογα μέτρα να διαφυλάξουν και προστατέψουν τις δύο οδοντοστοιχίες της Ενάγουσας, τις οποίες είχαν στην κατοχή τους. Επίσης προέβαλαν και την νομική αρχή του res ipsa loquitur. Η θεμελιώδους σημασίας για το αστικό αδίκημα της αμέλειας προσέγγιση όπως αποφασίστηκε στην Donoghue v. Stevenson [1932] AC 562 είναι ότι οι περιπτώσεις αμέλειας είναι ανεξάντλητες.[2] Για να καταδειχθεί αμέλεια απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της ύπαρξης καθήκοντος επιμέλειας υπό τις περιστάσεις του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα, της παράβασης του, της σύνδεσης της συμπεριφοράς του Εναγόμενου με την ζημιά του Ενάγοντα, αλλά και ότι το είδος της ζημιάς που προκλήθηκε δεν ήταν απρόβλεπτο (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση 2010, παρ. 8-04). Στην υπόθεση Martin v London County Council [1947] 1 All ER 783 κρίθηκε ότι το St Pancras Hospital είχε το προληπτικό καθήκον να λάβει την κατοχή όλης της περιουσίας που έφερε μαζί του ο ασθενής και να την προστατεύσει. Στην προκείμενη περίπτωση από την στιγμή που αφαιρέθηκαν οι δύο οδοντοστοιχίες από την Ενάγουσα, ώστε αυτή να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και για όσο χρόνο αυτή δεν είχε τον φυσικό έλεγχο των οδοντοστοιχιών της, λαμβανομένου υπόψη και του χρονικού διαστήματος που απαιτήθηκε ώστε αυτή να συνέλθει από την χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθηκε, αυτές πέρασαν και παρέμειναν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο και διαχείριση των αντιπροσώπων και υπαλλήλων των Εναγόμενων, ήτοι του νοσηλευτικού προσωπικού, κάτι που σηματοδότησε το καθήκον τους να τις διαφυλάξουν αποτελεσματικά, όχι μόνο σε σχέση με αποτροπή της φυσικής τους καταστροφής ή ζημιάς, αλλά και του ενδεχόμενου της απώλειας τους. Όπως παρατίθεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (ανωτέρω), παρ. 8-172, υπό τον τίτλο Res ipsa loquitur, η αρχή εφαρμόζεται όταν: «
(1)the occurrence is such that it would not have happened without negligence, and
(2)the thing that inflicted the damage was under the sole management and control of the defendant, or of someone for whom he is responsible or whom he has a right to control. If these two conditions are satisfied it follows, on a balance of probability, that the defendant, or the person for whom he is responsible, must have been negligent. There is however, a further negative condition:
(3)there must be no evidence as to why or how the occurrence took place. If there is, then appeal to res ipsa loquitur is inappropriate for the question of the defendant' s negligence must be determined on that evidence.». Για την εφαρμογή της αρχής, όταν η ζημία προκλήθηκε από κάτι που ευρισκόταν υπό τον μοναδικό έλεγχο του Εναγόμενου και ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος για όλο το προσωπικό, το οποίο έλεγχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν απαιτείται να καταδεικνύεται ποιο πρόσωπο ήταν υπεύθυνο (βλ. Cassidy n. Ministry of Health [1951] 2 K.B. 343). Όταν ο Εναγόμενος δώσει μαρτυρία αναφορικά με την πιθανή αιτία της ζημιάς και των προληπτικών μέτρων που έλαβε, το Δικαστήριο δύναται να συμπεράνει ότι η μαρτυρία δεν παρέχει επαρκή επεξήγηση, ώστε να ανατρέψει το συμπέρασμα αμέλειας. Όπως έχει χαρακτηριστικά επεξηγηθεί για την υπό αναφορά αρχή (υπογραμμίσεις δικές μου): «With regard to the first contention of counsel, I think it will be convenient if I reiterated that the maxim of res ipsa loquitur is not a rule of law. It is not more than a rule of evidence affecting onus. It is based on common sense and its purpose is to enable justice to be done when the facts bearing on causation and on the care exercised by the defendant are on the outset not known to the plaintiff and are or ought to be within the knowledge of the defendant. See Barkway v. S. Wales Transport Co. Ltd., [1950] 1 All E.R. 392, at p. 399 per Lord Normand. There is no doubt that a special application of the principle that there is evidence of negligence if the facts proved are more consistent with negligence on the part of the defendant than with other causes, is found in cases in which the maxim of res ipsa loqutur applied. These cases are where the plaintiff proves the happening of the accident and nothing more. It may be that he may not prove more but whether he can or not he does not prove any specific act or ommission on the part of the defendant. The mere happening of the accident itself may be more consistent with negligence on the part of the defendant than with other causes, and the Court may find negligence on the part of the defendant unless he gives a reasonable explanation to show how the accident may have occurred without negligence on his part. It is clear that the maxim comes into operation on proof of the happening of an unexplained occurrence; when the occurrence is one which would not have happened in the ordinary course of events without negligence on the part of somebody other than the plaintiff; and the circumstances point to the negligence in question being that of the defendant rather than that of any other person. If, on the other hand, the facts are sufficiently known, the question ceases to be one where the facts speak of themselves and the solution is to be found by determining whether on the facts as established, negligence is to be inferred or not. But where the thing is shown to be under the management of the defendant or his servants, and the accident is such as in the ordinary course of events, does not happen if those who have the management used proper care, it affords reasonable evidence, in the absence of explanation by the defendants, that the accident arose from want of care. See Scott v. London & St. Katherine Docks Co. 1865) 3 H. & C. 596.».[3] Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ενόψει και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι με την αφαίρεση των δύο οδοντοστοιχιών, ώστε να μεταφερθεί στο χειρουργείο για την επέμβαση που της διενεργήθηκε, αυτές τέθηκαν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο και φύλαξη του νοσηλευτικού προσωπικού των Εναγομένων και ότι ουδέποτε επανήλθαν υπό τον έλεγχό της. Δεν κρίνω ότι το γεγονός της διαπίστωσης από τον ΜΕ ότι οι οδοντοστοιχίες ευρίσκονταν σε χαρτομάντηλο στο κομοδίνο όταν επισκέφθηκε την Ενάγουσα αμέσως μετά την επέμβαση, αλλάζει οτιδήποτε αναφορικά με το ποιος είχε τον έλεγχο τους, ενόψει και της γενικότερης κατάστασης της Ενάγουσας, αλλά και ειδικότερα αυτής στην οποία ευρισκόταν μετά από μια επέμβαση. Ως εκ τούτου η απώλεια των δύο οδοντοστοιχιών της Ενάγουσας υπό αυτές τις περιστάσεις καταδεικνύει ενόψει της αρχής res ipsa loquitur ότι τέτοια απώλεια δεν θα επερχόταν κατά την συνήθη πορεία των γεγονότων αν το νοσηλευτικό προσωπικό των Εναγομένων επιδείκνυε την κατάλληλη φροντίδα και προσοχή διαφύλαξής τους, με συνακόλουθο αποτέλεσμα να κρίνονται ως αμελείς και να ευθύνονται για την ζημιά που υπέστηκε η Ενάγουσα. Η μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά των Εναγόμενων για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί δεν κρίνεται επαρκής για να ανατρέψει το συμπέρασμα αμέλειας. Ούτε και προκύπτει εκ των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνεισφορά της ίδιας της Ενάγουσας στην απώλεια των δύο οδοντοστοιχιών. Σε σχέση με την ζημία που υπέστηκε η Ενάγουσα εκ της αμέλειας των υπαλλήλων και νοσηλευτικού προσωπικού των Εναγομένων κατά την απασχόληση τους, για τους οποίους αυτοί φέρουν ευθύνη ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι (βλ. άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148) η Ενάγουσα αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες κρίνω ότι δικογράφησε και απέδειξε αυστηρά. Η δαπάνη των €1,700- για αντικατάσταση των δύο οδοντοστοιχιών έχει αποδειχθεί, ποσό για το οποίο άλλωστε, παρά την δικογραφημένη θέση των Εναγομένων και την θέση που πρόβαλε ο ΜΥ περί υπερβολής, τίποτα δεν παρατέθηκε για να υποστηρίξει την θέση τους υπό τις περιστάσεις, αλλά ούτε και έγινε περί τούτου αντεξέταση του ΜΕ ή λήφθηκε άλλο σχετικό δικονομικό διάβημα. VI. Κατάληξη: H αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων έχει επιτυχή κατάληξη. Εκδίδεται απόφαση υπέρ Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €1,700- πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, αναφέρονται τα εξής (παρ. 664): «Absence of next friend. If an infant is made a plaintiff without a next friend, the proceedings may be set aside, and the plaintiff's solicitors may be ordered to pay all the defendant's costs of the action, as also where the next friend is incapable of so acting. Leave may be given to amend by adding the next friend; but before giving leave, the court will consider the nature and substance of the action. An action by an infant can proceed without a next friend, if the defendant does not object. [2] Με τα λόγια του Λόρδου Macmillan «The categories of negligence are never closed». [3] Djemal v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1967)1 CLR 227. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.