D. T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου T. T. ν. R. M. κ.α., Αρ. Αγωγής 3031/2017, 26/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3031/2017 Μεταξύ: D. T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου T. T., από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και- 1. R. M., από τη Λεμεσό 2. LLC Falkon Air, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση Ενάγοντος ημερ. 27.10.17 για Προσωρινά Διατάγματα και Διάταγμα Αποκάλυψης Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Λ. Πισίας για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ με κ. Χ. Δημητρίου για Χάρης Δ. Δημητρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Αυξεντίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στην παρούσα Αγωγή, ο Ενάγων - Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης. Με τα προσωρινά διατάγματα απαγορευόταν στον Εναγόμενο 1 και ή τους υπαλλήλους και ή αντιπροσώπους του (
- i)να δωρίσουν, μεταβιβάσουν, εκχωρήσουν, διαθέσουν, πωλήσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν ή άλλως πως αποξενώσουν την κατοικία που βρίσκεται επί του ακινήτου με αρ. .., στην οδό . στη Λεμεσό και (
- ii)να διαθέσουν, πωλήσουν, δωρίσουν, μεταβιβάσουν, εκχωρήσουν, ενεχυριάσουν, μειώσουν σε αξία, δεσμεύσουν ή άλλως πως αποξενώσουν τις 250 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 εκάστη, τις οποίες ο Εναγόμενος 1 κατέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Equix Group Ltd (Equix), μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του DT, Ενάγοντος, στην οποία αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 κατάγεται από τη Ρωσία, όμως απέκτησε Κυπριακή υπηκοότητα και διαμένει μόνιμα στην προαναφερόμενη κατοικία του στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της Εναγομένης 2 και είχε τον πλήρη έλεγχο αυτής. Ο Ενάγων επικαλείται γραπτή συμφωνία δανείου ημερ. 16.9.14 δυνάμει του οποίου η Εναγομένη 2 δανείστηκε το χρηματικό ποσό των 81.250.000 Ρωσικών Ρουβλιών από τη Ρωσική εταιρεία Mall Estate, οι οποίες (εταιρείες) έχουν τον ίδιο διευθυντή, τον RSF, ο οποίος υπέγραψε τη συμφωνία εκ μέρους και των δύο εταιρειών. Περαιτέρω ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμφωνίας ημερ. 27.10.14 μεταξύ της Εναγομένης 2 και της εταιρείας Sokol-Invest (Sokol), η πρώτη αποφάσισε να αγοράσει τις 301.865 μετοχές τις οποίες η δεύτερη κατείχε στην εταιρεία OKB. Η μεταβίβαση των μετοχών στην Εναγομένη 2 έγινε στις 29.10.14 κατόπιν της πληρωμής του τιμήματος πώλησης το οποίο καθοριζόταν στη συμφωνία, ήτοι 80.899.820 Ρωσικών Ρουβλιών. Στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερ. 4.4.15 μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 1, ο Εναγόμενος 1 θα κατείχε τις εν λόγω μετοχές της ΟΚΒ ανά 50% προς όφελος του ιδίου και του Ενάγοντος ως κηδεμόνα του υιού του, ΤΤ, έναντι ανταλλάγματος, ήτοι την πληρωμή US$1,3εκ. από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο 1. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ενώ αυτός πλήρωσε το εν λόγω ποσό, τελικώς διεφάνη ότι ο Εναγόμενος 1, παραπλανώντας τον Ενάγοντα και κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και των καθηκόντων υψίστης πίστεως προς τον Ενάγοντα, πώλησε τις μετοχές που κατείχε η Εναγομένη 2 σε εταιρείες δικών του συμφερόντων. Ο Ενάγων παρουσιάζει σχετικά έγγραφα ως προς τούτο. Ο Ενάγων αναφέρει ότι πρόθεση του Εναγομένου 1 είναι να πωλήσει την κατοικία του στην Κύπρο και τις μετοχές της Equix, εξ' ου και ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για δέσμευση της εν λόγω περιουσίας. Περαιτέρω αναφέρει πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης είναι επίσης αναγκαία για να αποκτήσει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την αδικοπραξία η οποία διαπράχθηκε εναντίον του και ή να ιχνηλατήσει τα περιουσιακά στοιχεία και ή εισοδήματα τα οποία δικαιωματικά ανήκουν στον ίδιο. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Το κλητήριο ένταλμα και όλες οι μεταγενέστερες διαδικασίες είναι άκυρες για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση παραμερισμού ημερ. 9.1.18, λόγω του ότι η Αγωγή δεν έχει εγερθεί και από τους δύο γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου. 2. Δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογεί την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων, καθότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης. 3. Υπήρξε εκτεταμένη παράβαση του καθήκοντος για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα δέσμευσης περιουσίας. 5. Ο Εναγόμενος 1 είναι καθόλα φερέγγυος και σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον του. 6. Δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης, κυρίως εφόσον έχει ήδη εγερθεί η Αγωγή. 7. Η Αίτηση είναι καταχρηστική. Η ένσταση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 η οποία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) αντικαταστάθηκε με μεταγενέστερη ένορκη δήλωση του ιδίου κατόπιν διαγραφής μέρους αυτής. Ως εκ τούτου στην ένορκη του δήλωση, ο Εναγόμενος 1 βασικά ισχυρίζεται ότι υπάρχει παράβαση του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης από τον Ενάγοντα 1, αναφορικά με τη μη αποκάλυψη της προγενέστερης σχέσης και συνεργασίας τους και κυρίως της παροχής δανείων από τον Εναγόμενο 1 στον Ενάγοντα τα οποία παραμένουν απλήρωτα και για τα οποία ήγειρε δικαστικές διαδικασίες εναντίον του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι στις 8.8.14 η συνδεδεμένη με αυτόν εταιρεία Mall Estate δάνεισε στη Wego Holdings Ltd (Wego), εταιρεία του Ενάγοντος στο Μπελίζ, το ποσό των 400εκ. Ρωσικών Ρουβλιών. Παρόμοιες τέτοιες συναλλαγές είχαν προηγηθεί μεταξύ του Εναγομένου 1 και της συζύγου του Ενάγοντος μεταξύ των ετών 2009-2013. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 1, κατά το 2015 ο Ενάγων του εισηγήθηκε να αγοράσει τις μετοχές της Εναγομένης 2 λέγοντας του ότι μια τέτοια συναλλαγή θα ήταν συμφέρουσα και επικερδής, ότι η Εναγομένη 2 είχε αγοράσει μετοχές της OKB και ότι θα συμμετείχε και ο ίδιος σε αυτή την επένδυση η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή των υποχρεώσεων του Ενάγοντος προς τον Εναγόμενο 1. Μάλιστα ο Ενάγων φρόντισε την άμεση πληρωμή, μέσω της συζύγου του, μέρους του δανείου Wego, ήτοι US$5εκ. έναντι του συνολικού ποσού του δανείου εκ US$11.300.000 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 26.8.14 μεταξύ του Εναγομένου 1 και της συζύγου του Ενάγοντος. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 1, ο Ενάγων του παρουσίασε και τη σχετική γραπτή συμφωνία την οποία του πρότεινε να υπογράψουν υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα υλοποιείτο μόνο αν ο Εναγόμενος 1 αγόραζε τις μετοχές της Εναγομένης 2. Περί τον Απρίλιο του 2015, ο Ενάγων, μέσω της συζύγου του, προχώρησε στην πληρωμή του ποσού των US$1.300.000 και προέβαλε την ανάγκη παρουσίασης από τον ίδιο της συμφωνίας στους εμπιστευματοδόχους του υιού του προκειμένου να επιτρέψουν την εν λόγω πληρωμή. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι είναι υπό αυτές τις συνθήκες που υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία, στηριζόμενος στην εμπιστοσύνη που είχε προς τον Ενάγοντα και τις διαβεβαιώσεις του ως προς τις συνθήκες υλοποίησης της συμφωνίας. Περί τον Αύγουστο του 2015, ο Ενάγων του ζήτησε τη σύναψη νέας συμφωνίας δανείου δυνάμει της οποίας ο Εναγόμενος 1 του δάνεισε ακόμα €5εκ.. Λόγω του ότι οι υποχρεώσεις του Ενάγοντος προς αυτόν είχαν αυξηθεί σημαντικά, ο Εναγόμενος 1 αποφάσισε να μην προχωρήσει με την επένδυση στην Εναγομένη 2 αλλά να χρησιμοποιήσει το ποσό των US$1.300.000 έναντι των υποχρεώσεων του δανείου Wego. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ακόμα ότι η επίδικη συμφωνία ουδέποτε υλοποιήθηκε και ο Ενάγων ουδέποτε του ζήτησε οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με την OKB, παρά μόνο τον Ιούλιο του 2017, λίγο πριν την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, έγινε για πρώτη φορά επίκληση αυτής της συμφωνίας από τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι υπήρξε οποτεδήποτε ιδιοκτήτης ή πραγματικός δικαιούχος της Εναγομένης 2 και επικαλείται νομική γνωμάτευση ότι δεν υπάρχει στο Ρωσικό εταιρικό δίκαιο ο θεσμός του πραγματικού δικαιούχου, ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να είναι ο πραγματικός δικαιούχος και μεταβιβάσει τέτοιο δικαίωμα και συνεπώς ότι η εν λόγω συμφωνία αντιβαίνει το Ρωσικό δίκαιο και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Τέλος, ο Εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης αναφορικά με το στοιχείο του επείγοντος, τη μη πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας του, την ακυρότητα της Αγωγής, τη μη ύπαρξη ζημιάς η οποία εν πάση περιπτώσει αποτιμάται σε χρήμα, τη δυνατότητα του να αποζημιώσει τον Ενάγοντα και τέλος τη μη τήρηση των προϋποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης. Με ενδιάμεσες αποφάσεις του το παρόν Δικαστήριο έδωσε άδεια για καταχώριση εκ μέρους του Ενάγοντος συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από τον ίδιο και σε αυτή ουσιαστικά παρουσιάζει νομική γνωμάτευση για το ότι το Ρωσικό δίκαιο αναγνωρίζει την αρχή του δικαιούχου και του εμπιστεύματος και ότι η επίδικη συμφωνία είναι καθόλα έγκυρη και νόμιμη. Επίσης ισχυρίζεται ότι το δάνειο Wego έχει πλήρως πληρωθεί είτε μέσω απ' ευθείας πληρωμών στον λογαριασμό του Εναγομένου 1 είτε μέσω πληρωμών σε εταιρείες συνδεδεμένες με τον Εναγόμενο 1 και παρουσιάζει διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Η δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση προέρχεται από τον ΝΚ, δικηγόρο στο ένα εκ των δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπούν τον Ενάγοντα. Σε αυτή ο ΝΚ αναφέρεται στην έκβαση των δικαστικών διαδικασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο και ειδικότερα στο ότι όλες οι αξιώσεις του Εναγομένου 1 εναντίον του Ενάγοντος έχουν απορριφθεί από το Αγγλικό Δικαστήριο και ότι η απόφαση έχει πλέον καταστεί τελεσίδικη και δημιουργεί δεδικασμένο. Ο ΝΚ παρουσιάζει αντίγραφο της απόφασης και άλλα σχετικά έγγραφα. Εδώ σημειώνεται ότι ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών στα συνημμένα έγγραφα (την οποία εντόπισε και η δικηγόρος του Εναγομένου 1) προφανώς και έχει επισυναφθεί εκ παραδρομής και αγνοείται. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση πρώτα με τον λόγο ένστασης ότι ο Ενάγων δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453. Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 816 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 386. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και προστέθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A269). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων, τα οποία και απαριθμεί. Αυτά, μεταξύ άλλων, αφορούν · στην πολυετή προηγούμενη επαγγελματική και προσωπική σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 1, · στη μη γνώση του Εναγομένου 1 της Αγγλικής και στη λήψη από τον Ενάγοντα άδειας για επίδοση σε αυτόν διαφόρων εγγράφων στην Αγγλική και Ελληνική, · στη μόνιμη διαμονή του Εναγομένου 1 στη Ρωσία και στη χρήση της κατοικίας του στην Κύπρο μόνο για διακοπές, · στην απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε ο Εναγόμενος 1 στον Ενάγοντα ο οποίος χειριζόταν εξ ολοκλήρου όλα τα επιχειρηματικά και οικονομικά θέματα από το 2010 μέχρι και το 2017 όταν ο Εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγων είχε εξαπατήσει τόσο τον ίδιο όσο και άλλα πρόσωπα, · στην εργασία του Ενάγοντος στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Equix, στην οποία και ο Εναγόμενος 1 κατέχει ένα ποσοστό, ενώ ο Ενάγων είχε αρχικά ένα ποσοστό μετοχών το οποίο αργότερα πώλησε στους υπόλοιπους μέτοχους της Equix, · στη μη αποκάλυψη των δοσοληψιών οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 1 πριν την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, · στην εκμετάλλευση της στενής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, στην εξασφάλιση από τον Ενάγοντα δανείων μεγάλων ποσών ύψους £11.800.000 τα οποία δεν πλήρωσε και στη διεξαγωγή έρευνας στην Equix για υπεξαίρεση χρημάτων και για κλοπή εμπορευμάτων από τον Ενάγοντα, · στο γεγονός ότι όλες οι συμφωνίες συντάσσονταν από τον Ενάγοντα στον οποίο ο Εναγόμενος 1 είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, · στην άμεση και ενεργό συμμετοχή του Ενάγοντος στην επένδυση του Εναγομένου 1 στην Κύπρο, αφού είναι ο Ενάγων που τον συμβούλευσε να επενδύσει σε ακίνητη περιουσία και να λάβει Κυπριακό διαβατήριο, · στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους κατά την οποία ο Ενάγων ανέφερε στον Εναγόμενο 1 την πρόθεση του να πωλήσει την κατοικία και αγοράσει τρία διαμερίσματα τα οποία θα μπορούσε εύκολα να ενοικιάσει, · στην αποστολή από τους Άγγλους δικηγόρους του Εναγομένου 1 επιστολής ημερ. 13.6.17 για απαίτηση της καταβολής των ποσών των δανείων και στην παράλειψη αποπληρωμής τους, · στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και στα γεγονότα που ακολούθησαν πριν την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, · στην ανακάλυψη από τον Εναγόμενο 1 για απάτη από μέρους του Ενάγοντος σε σχέση με την Equix εις βάρος του και επέμβαση της Αστυνομίας, · στη μη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας καθότι το Ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ πραγματικού και ωφέλιμου δικαιούχου μετοχών, παρουσιάζοντας νομική γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η όποια προγενέστερη σχέση και συνεργασία του Ενάγοντος με τον Εναγόμενο 1, οι συναλλαγές μεταξύ τους, η δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης, η παροχή από τον Εναγόμενο 1 μεγάλων δανείων στον ίδιο και στη σύζυγο του και η δημιουργία μεγάλων οφειλόμενων υπολοίπων, η αποδιδόμενη στον Ενάγοντα δόλια συμπεριφορά και η συναφής καταγγελία στην Κύπρο, καθώς επίσης και η έγερση των δικαστικών διαδικασιών στην Αγγλία, όπως περιγράφονται από τον Εναγόμενο 1, δεν θεωρούνται ουσιώδη για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Αυτά τείνουν μεν να δείξουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των σχέσεων μεταξύ των δύο μερών, την προγενέστερη γνωριμία και σχέση καθώς επίσης και τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους, πλην όμως δεν συνδέονται άμεσα με την επίδικη συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, ούτως ώστε να ήταν απαραίτητο να αποκαλύπτονταν από τον τελευταίο. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τυχόν αποκάλυψη τους θα καταδείκνυε ενδεχομένως την ύπαρξη μιας στενότερης σχέσης και τις διαφορές μεταξύ τους, όμως αυτή (η αποκάλυψη) δεν θα ενείχε ιδιαίτερη σημασία για τα επίδικα γεγονότα και δεν θα διαφοροποιούσε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς Αίτησης. Αντιθέτως το Δικαστήριο θεωρεί ότι όλα τα πιο πάνω αφορούν βασικά στην εκδοχή του Εναγομένου 1 ως προς γενικά τη σχέση μεταξύ του και του Ενάγοντος την οποία ο ίδιος προφανώς και θεωρεί σημαντική (και με την οποία ο Ενάγων σαφώς διαφωνεί), για να καταδείξει αφενός τη δόλια συμπεριφορά του Ενάγοντος και την παράλειψη πληρωμής των δανείων που έλαβε από τον Εναγόμενο 1 και αφετέρου τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και συνακόλουθα τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία. Περαιτέρω, αυτά τα ζητήματα δεν φαίνονται να αποτελούν υπεράσπιση του Εναγομένου 1 η οποία ήταν ή εύλογα αναμένεται να ήταν εν γνώσει του Ενάγοντος, ούτως ώστε ο τελευταίος να είχε υποχρέωση να τη φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου και να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς επί τούτου. Αντιθέτως, προκύπτει ότι ο Ενάγων δεν γνώριζε ότι η επίδικη συμφωνία θα διασυνδέετο με το δάνειο Wego, το οποίο κατά τον ίδιο ουδεμία σχέση έχει με τη συμφωνία και μάλιστα είχε προ πολλού εξοφληθεί πλήρως, ως αναφέρεται στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση. Εξ ου και το Δικαστήριο, στις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του, έδωσε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων εκ μέρους του Ενάγοντος για να τεθούν οι ισχυρισμοί του τελευταίου επί των προβαλλόμενων θέσεων του Εναγομένου 1 σχετικά με το Ρωσικό δίκαιο, το δάνειο Wego και την κατάληξη της δικαστικής διαδικασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ίδια διαπίστωση του Δικαστηρίου ισχύει και για τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία θίγει ο Εναγόμενος 1, όπως π.χ. τη μη γνώση του της Αγγλικής, την εμπλοκή του Ενάγοντος για την αγορά από τον Εναγόμενο 1 της κατοικίας στη Λεμεσό, τη μη μόνιμη διαμονή του Εναγομένου 1 στην Κύπρο και τη μη πρόθεση εκ μέρους του για πώληση της κατοικίας εκτός για τον σκοπό αγοράς διαμερισμάτων. Και αυτά αφορούν ισχυρισμούς τους οποίους ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 προβάλλει στα πλαίσια της ένστασης του προς απάντηση και αντίκρουση των ισχυρισμών του Ενάγοντος και τα οποία προφανώς ο Ενάγων δεν συμμερίζεται. Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγων παρέβη το καθήκον ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και δεν συμφωνεί ότι η Αίτηση οδηγείται δίχως άλλο σε απόρριψη για ένα τέτοιο λόγο. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Σχετικά παραπέμπω στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την έκθεση απαίτησης, αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 η σύναψη συμφωνίας ημερ. 4.4.15 με τον Ενάγοντα δυνάμει της οποίας ο Εναγόμενος 1 ήταν ο αποκλειστικός δικαιούχος των μετοχών της ΟΚΒ τις οποίες κατείχε η Εναγομένη 2 και αυτός κατείχε το 50% των εν λόγω μετοχών ως εμπιστευματοδόχος υπέρ του υιού του Ενάγοντος. Αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 η πώληση των εν λόγω μετοχών που κατείχε η Εναγομένη 2 και η οικειοποίηση του προϊόντος αυτής και συνακόλουθα παράβαση σύμβασης, παράβαση καθήκοντος πίστης, επιμέλειας και ή εμπιστοσύνης καθώς επίσης και δόλος και πρόθεση καταδολίευσης, με αποτέλεσμα την αποστέρηση του υιού του Ενάγοντος από το συμφέρον του στις εν λόγω μετοχές και ή στην Εναγομένη 2 και από την αξία των εν λόγω μετοχών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση των αξιώσεων του Ενάγοντος αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Και τούτο καθότι ο Ενάγων εγείρει ζήτημα παράβασης συμφωνίας, καθήκοντος πίστης και επιμέλειας δυνάμει εμπιστεύματος και δόλιας συμπεριφοράς. Εξ ου και ζητά αναγνωριστικές αποφάσεις ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος της Εναγομένης 2 και ότι δυνάμει συμφωνίας κατείχε το 50% των μετοχών της ΟΚΒ ως εμπιστευματοδόχος του υιού του (Ενάγοντος), διάταγμα απόδοσης λογαριασμού και αποζημιώσεις, γενικές, ειδικές και τιμωρητικές. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί κοινό έδαφος η υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 4.4.15 μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 1. Αυτή παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Παρόλο που ο Εναγόμενος 1 αρνείται την οποιαδήποτε σχέση του με την Εναγομένη 2 (επισημαίνοντας μάλιστα την παράλειψη παρουσίασης οποιουδήποτε εγγράφου που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο) και ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ημερ. 4.4.15 υπεγράφη αλλά δεν είχε ποτέ υλοποιηθεί, εντούτοις το περιεχόμενο της τείνει να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος. Ειδικότερα, στην εν λόγω συμφωνία αναφέρονται τα ακόλουθα: (
- i)o Εναγόμενος 1 κατά τη σύναψη της συμφωνίας είναι 100% ιδιοκτήτης της Εναγομένης 2 και το μόνο πρόσωπο που λαμβάνει αποφάσεις, (
- ii)ιδρυτής της Εναγομένης 2 είναι η MDT και διευθυντής ο SRF και ο Εναγόμενος 1 επιβεβαιώνει ότι ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τις ενέργειες των δύο αυτών προσώπων αναφορικά με τις δραστηριότητες της Εναγομένης 2 ως σαν να πραγματοποιούνται από τον ίδιο, (iii) ο Εναγόμενος 2 επιβεβαιώνει ότι προχώρησε με την απόκτηση μετοχών της ΟΚΒ προς όφελος του ιδίου και του Ενάγοντος σε ίσα μερίδια, (
- iv)γίνεται αναφορά στη συμφωνία ημερ. 27.10.14, ότι ο Ενάγων ενεργεί ως εκπρόσωπος του υιού του και ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργεί προς όφελος του ιδίου και του δικαιούχου (υιού του Ενάγοντος) ανά ίσα μερίδια, (
- v)από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 επιβεβαιώνει ότι θα πραγματοποιεί τη διαχείριση του 50% των μετοχών ΟΚΒ που ανήκουν στην Εναγομένη 2 προς όφελος του δικαιούχου, (
- vi)τα μέρη θα συμμετέχουν από κοινού στις αποφάσεις, (vii) σε περίπτωση διαφωνίας οι διαφορές θα επιλύονται με δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και θα διέπονται από το Ρωσικό δίκαιο. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος αναφορικά με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερ. 26.9.14 μεταξύ της Εναγομένης 2 και της εταιρείας Mall Estate και τη σύναψη της συμφωνίας ημερ. 27.10.14 για την αγορά από την Εναγομένη 2 των μετοχών που κατείχε η Sokol στην OKB φαίνεται να υποστηρίζονται από τις σχετικές συμφωνίες οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 8 και 10 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος αντίστοιχα. Άλλωστε και ο Εναγόμενος 1 δέχεται τη σύναψη της συμφωνίας ημερ. 27.10.14. Ο Ενάγων παρουσιάζει επίσης εντολή πληρωμής του αναγραφόμενου στη συμφωνία ημερ. 27.10.14 ποσού αγοράς των μετοχών, ήτοι 80.889.820 Ρωσικών Ρουβλιών, Τεκμήριο 11, εντολή πληρωμής 300.000 Ρωσικών Ρουβλιών για την εγγραφή της μεταβίβασης των αξιών, Τεκμήριο 12, και πιστοποιητικό εγγραφής των μετοχών στο όνομα της Εναγομένης 2, Τεκμήριο 13. Και αυτά τα έγγραφα τείνουν να καταδείξουν την πραγματοποίηση των πληρωμών και της μεταβίβασης. Περαιτέρω ο Ενάγων στην πρώτη του ένορκη δήλωση ισχυρίζεται ότι στις 16.4.15, για σκοπούς συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 4.4.15 κατέβαλε, μέσω της συζύγου του, το ποσό των US$1.300.000 στον προσωπικό λογαριασμό του Εναγομένου 1. Σημειώνεται ότι η ίδια η συμφωνία, Τεκμήριο 14, καθορίζει ως τίμημα πώλησης το εν λόγω ποσό. Στη σχετική διαταγή για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού στις 16.4.15, Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, αναφέρεται ρητώς αυτή η πληρωμή αφορά στη συμφωνία ημερ. 4.4.15. Ο Εναγόμενος 1 με τη σειρά του δέχεται πως αυτό το ποσό πληρώθηκε μεν αλλά ισχυρίζεται ότι αυτή η πληρωμή έγινε για να μπορέσει ο Ενάγων να χρησιμοποιήσει χρήματα για την πληρωμή του ποσού από τον λογαριασμό του εμπιστεύματος που διατηρούσε για τον υιό του και έτσι να παρουσιάσει τη συμφωνία στους εμπιστευματοδόχους για να επιτρέψουν την πληρωμή. Αυτή η τοποθέτηση τείνει να καταδείξει έστω και έμμεσα πως η εν λόγω πληρωμή έγινε δυνάμει της συμφωνίας και με χρήματα από το εμπίστευμα το οποίο υπήρχε προς όφελος του υιού του Ενάγοντος ο οποίος καταγράφεται ρητώς και ως ο δικαιούχος του 50% των μετοχών της ΟΚΒ, τις οποίες κατείχε η Εναγομένη, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 1, τελικώς λόγω της μη υλοποίησης της συμφωνίας και της αύξησης της δανειοδότησης του προς τον Ενάγοντα, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτό το ποσό έναντι του δανείου Wego ως η μεταξύ τους συνεννόηση εφόσον ο Ενάγων του είχε πει ότι το καθοριζόμενο στη συμφωνία ποσό θα χρησιμοποιείτο έναντι των υποχρεώσεων δυνάμει του δανείου Wego. Η απόδειξη πληρωμής, Τεκμήριο 13 στην ένορκη του δήλωση, παρουσιάζει πληρωμή ποσού εκ US$1.300.000 στις 3.9.14, η οποία φέρεται να έγινε πριν καν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ημερ. 4.4.15 και χωρίς όμως να φαίνεται οπουδήποτε σε αυτή ο σκοπός της πληρωμής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου αποτελεί και ισχυρισμό του Ενάγοντος, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν φαίνεται να στερείται ερείσματος. Ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζει τη συμφωνία δανείου Wego και τις εντολές πληρωμής του εν λόγω ποσού στην εταιρεία του Ενάγοντος, Τεκμήρια 7-10. Περαιτέρω, στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο Ενάγων δέχεται τη σύναψη του δανείου Wego, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτό δεν σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα και κυρίως την επίδικη συμφωνία. Δέχεται επίσης την πιο πάνω πληρωμή, πλην όμως παρουσιάζει και άλλες πληρωμές που έγιναν είτε απ' ευθείας στον Εναγόμενο 1 είτε μέσω συνδεδεμένων με αυτόν εταιρειών, προς εξόφληση του δανείου Wego και παρουσιάζει τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 6-9, τα οποία τείνουν να καταδείξουν τις εν λόγω πληρωμές. O Εναγόμενος 1 αποδίδει στον Ενάγοντα καθαρά εκδικητικά κίνητρα αναφορικά με την απαίτηση του δυνάμει της συμφωνίας, ισχυριζόμενος ότι αυτή ηγέρθη για πρώτη φορά το 2017, μετά τη διαπίστωση από τον Εναγόμενο 1 των ενεργειών του Ενάγοντος στην Equix και την επικείμενη καταγγελία του, την άρνηση του Εναγομένου 1 να προχωρήσει με τη συμφωνία διευθέτησης και την αποστολή επιστολών από τους δικηγόρους του Εναγομένου 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο απαιτώντας όλα τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά. Μάλιστα ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι στο μεσοδιάστημα προέβη και σε νέα συμφωνία δανείου με τον Ενάγοντα, την οποία παρουσιάζει ως Τεκμήριο 4. Τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που αφορούν στην Equix φαίνεται να αποτελούν αντικείμενο καταγγελίας και ενασχόλησης από την Κυπριακή Αστυνομία. Επίσης αυτά φαίνονται να αποτελούν αντικείμενο της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου η οποία παρουσιάζεται ως Τεκμήριο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΝΚ. Εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω γεγονότα καθ' εαυτά δεν συνδέονται με αυτά που αφορούν στην επίδικη συμφωνία. Αναφορικά με την απαίτηση του Εναγομένου 1 για καταβολή των οφειλόμενων από τον Ενάγοντα ποσών, ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζει την επιστολή απαίτησης ημερ. 13.6.17 και αντίγραφο της δικαστικής διαδικασίας που καταχωρίστηκε ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα. Ο Ενάγων δέχεται την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας, προβάλλοντας το αβάσιμο της. Και πάλι τα γεγονότα που αφορούν σε εκείνη αποτελούν αντικείμενο άλλης δικαστικής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΝΚ, εκείνη η διαδικασία έχει πλέον ολοκληρωθεί τελεσίδικα με την απόρριψη όλων των εκεί αξιώσεων του Εναγομένου 1 εναντίον του Ενάγοντος. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1-3 στη εν λόγω δήλωση του ΝΚ. Το Δικαστήριο προβαίνει σε αντίστοιχη διαπίστωση και ως προς τις διάφορες συμφωνίες δανείων μεταξύ του Εναγομένου 1 και της συζύγου του Ενάγοντος. Αυτές προβάλλονται από τον Εναγόμενο 1 για να αποδώσουν τη γενική εικόνα των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και την έκταση των διαφορών τους, χωρίς όμως να διαφαίνεται άμεση σύνδεση αυτών των γεγονότων με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Ο Ενάγων με τη σειρά του δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στην επίδικη συμφωνία από την ημερομηνία υπογραφής της μέχρι και το 2017, παρόλο που, κατά τον ίδιο και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, είχε γίνει η πληρωμή του ποσού και επομένως δεν φαίνεται να εκκρεμούσε οτιδήποτε περαιτέρω. Ο Ενάγων προβάλλει ως λόγο για την έναρξη ενεργειών του το 2017 (σε σχέση με τη συμφωνία) την πληροφόρηση του για την πρόθεση του Εναγομένου 1 να πωλήσει τις μετοχές της Εναγομένης 2. Σε αυτά τα πλαίσια ο Ενάγων περιγράφει την εξέλιξη των γεγονότων ως ακολούθως: (α) Στις 19.7.17 ο Ενάγων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Εναγόμενο 1 ζητώντας να μάθει κατά πόσο οι πληροφορίες περί πρόθεσης πώλησης των μετοχών ευσταθούσαν και να ενημερωθεί για τυχόν λεπτομέρειες αυτής της προτιθέμενης πώλησης, Τεκμήριο 16. (β) Ακολούθως ο Ενάγων μίλησε τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος τον διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Μάλιστα ο Ενάγων τον ρώτησε πότε θα ερχόταν στην Κύπρο και αυτός του είπε ότι ήθελε να φύγει από την Κύπρο και του ζήτησε να του συστήσει αγοραστή για την κατοικία του. (γ) Επειδή ο Ενάγων δεν είχε ικανοποιηθεί από τις εξηγήσεις του Εναγομένου 1, απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 20.7.17 μέσω των δικηγόρων του ζητώντας σχετική πληροφόρηση και για τις μετοχές της Εναγομένης 2 και της ΟΚΒ και την αποχή του από οποιαδήποτε προτιθέμενη πώληση των μετοχών της Εναγομένης 2, Τεκμήριο 17. Στην εν λόγω επιστολή αποδίδεται παράβαση της συμφωνίας λόγω της μη ικανοποίησης από μέρους του των απαιτήσεων για χορήγηση πληροφοριών και υποβάλλεται αίτημα για τη μεταβίβαση του 50% των μετοχών της ΟΚΒ στο όνομα και προς όφελος του δικαιούχου, υιού του Ενάγοντος. (δ) Στις 24.7.17 οι δικηγόροι του Εναγομένου 1 στην Κύπρο απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους του Ενάγοντος λέγοντας τους ότι μόλις λάβουν οδηγίες από τον πελάτη τους, τότε θα απαντήσουν εντός της εβδομάδας, Τεκμήριο 18. (ε) Οι δικηγόροι του Ενάγοντος απάντησαν την ίδια μέρα με ηλεκτρονικό μήνυμα λέγοντας ότι ανέμεναν την απάντηση νοουμένου ότι ο Εναγόμενος 1 δεν θα προχωρούσε με πώληση των μετοχών και θα δεχόταν επίδοση οποιασδήποτε αγωγής ή αίτησης στους δικηγόρους του για λογαριασμό του, Τεκμήριο 19. (στ) Οι δικηγόροι του Εναγομένου 1 απάντησαν με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 25.7.17 δηλώνοντας αδυναμία επικοινωνίας με τον πελάτη τους και συνακόλουθα αδυναμία να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες, ότι δεν συνέτρεχε λόγος για καταχώριση αγωγής και ότι δεν δέχονταν την προτεινόμενη επίδοση, Τεκμήριο 20. (ζ) Την 1.8.17 οι δικηγόροι του Ενάγοντος απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο σημείωναν την παράλειψη εκ μέρους του Εναγομένου 1 να ικανοποιήσει τα αιτήματα τους, Τεκμήριο 21. (η) Έκτοτε δεν υπήρξε επικοινωνία μεταξύ τους και ο Ενάγων βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις περί μη πώλησης των μετοχών. (θ) Περί τις 4.10.17 μέσω επικοινωνίας μεταξύ του ιδίου και του Διευθυντή της OKB και τελικού δικαιούχου της SOKOL, ο Ενάγων πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 πώλησε τις μετοχές σε συνδεδεμένες του εταιρείες, Τεκμήριο 22. (ι) Βάσει πληροφόρησης του Ενάγοντος στις 5.10.17, οι μετοχές πωλήθηκαν για 800.000.000 Ρωσικά Ρούβλια, ήτοι €11.864.000. (ια) Ο Ενάγων εξασφάλισε, μέσω προσώπων που δικαιούντο πρόσβαση στο Μητρώο της Εναγομένης 2, τα σχετικά έγγραφα τα οποία δείχνουν ότι περί τις 4.10.17, 118,865 μετοχές μεταβιβάστηκαν από την Εναγομένη 2 στην εταιρεία GK Sfera και οι υπόλοιπες 183,000 στην εταιρεία Intermars, Τεκμήρια 23-25. (ιβ) Αυτό συνιστά παραβίαση της συμφωνίας και του καθήκοντος εμπιστοσύνης εκ μέρους του Εναγομένου 1 εφόσον πώλησε τις μετοχές χωρίς την προγενέστερη συγκατάθεση του Ενάγοντος. Αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, εκτός από την άρνηση του Εναγομένου 1 περί οποιασδήποτε σχέσης του με τις μετοχές της Εναγομένης 2 (η οποία σχολιάζεται ανωτέρω σε συνάρτηση με το περιεχόμενο αυτής), ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζει γνωμάτευση από Ρώσους δικηγόρους, Τεκμήριο 11, δυνάμει της οποίας η εν λόγω συμφωνία δεν δημιουργεί έννομα αποτελέσματα. Ειδικότερα, στη γνωμάτευση αναφέρεται ότι το Ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ πραγματικού και ωφέλιμου δικαιούχου και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να έχει τέτοια δικαιώματα αναφορικά με την Εναγομένη 2 και την ΟΚΒ, πόσω μάλλον να τα μεταβιβάσει σε άλλο πρόσωπο. Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο Ενάγων με τη σειρά του παρουσιάζει γνωμάτευση από Ρώσους δικηγόρους, Τεκμήριο 1, σύμφωνα με την οποία το Ρωσικό δίκαιο αναγνωρίζει την αρχή του δικαιούχου (beneficial owner) και του εμπιστεύματος (trust) και στον βαθμό που η συμφωνία διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο, το Ρωσικό δίκαιο δεν επηρεάζει αυτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, θέματα τα οποία θα αποφασιστούν με βάση το Κυπριακό δίκαιο. Για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ούτε και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα, παρά μόνο περιορίζεται στο κατά πόσο ο αιτητής έχει καταφέρει να δείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει και αξιολογήσει τις δύο γνωματεύσεις επί της εγκυρότητας και νομιμότητας της συμφωνίας, κάτι το οποίο θα γίνει κατά την εξέταση της ουσίας της Αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται να αναφέρει ότι οι δύο πλευρές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις επί του ζητήματος και στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να λεχθεί ότι η θέση την οποία προβάλλει ο Ενάγων στερείται κάθε πιθανότητας επιτυχίας, σε αντίθεση με αυτή του Εναγομένου 1. Αντίστοιχη είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου και αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 για την ακυρότητα της Αγωγής λόγω της καταχώρισης της από λανθασμένο διάδικο εκ μέρους του ανήλικου, τον οποίο ισχυρισμό η πλευρά του Ενάγοντος απορρίπτει δίδοντας τη δική της θέση ως προς το νόμιμο της έγερσης της παρούσας. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Ενάγων ασκεί τη γονική μέριμνα του υιού του και έχει δικαίωμα έγερσης της παρούσας Αγωγής για λογαριασμό του και δεν έχει τεθεί μαρτυρία από πλευράς Εναγομένου 1 ότι πράγματι υπάρχει η μητέρα του ανήλικου (και είναι η αναφερόμενη σύζυγος του Ενάγοντος) η οποία και εξακολουθεί να ασκεί επίσης τη γονική του μέριμνα. Εξάλλου αυτό το ζήτημα θα μπορούσε οποτεδήποτε να αποφασιστεί σε αίτηση για διαγραφή της Αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας στη βάση των όσων εξηγήθηκαν στην υπόθεση Lioufis & Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ.
- Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται από τα πιο πάνω πως οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε περίπτωση που ήθελαν αποδειχθεί στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι περί τα μέσα Ιουλίου του 2017 πληροφορήθηκε από τον φρουρό ασφαλείας της κατοικίας του Εναγομένου 1 ότι υπάλληλος εταιρείας πώλησης ακινήτων έλαβε οδηγίες για την πώληση αυτής για το ποσό των €3,5εκ. περίπου και στις 27.7.17 πληροφορήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 και ο υιός του που ήταν κάτοχοι 250 μετοχών της Equix έκαστος, ήρθαν στην Κύπρο και παρέλαβαν το απόθεμα της εταιρείας το οποίο ήταν ενεχυριασμένο με σκοπό την πώληση του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία στις 5.10.17 με άλλο πρόσωπο, περί τα μέσα Οκτωβρίου διεξήγαγε έρευνα σε ιστοσελίδα πώλησης ακινήτων και διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος διαφήμιζε την κατοικία προς πώληση έναντι του ποσού των €4εκ, στην Αγγλική και Ρωσική, Τεκμήρια 26Α και 26Β. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν πρόθεση του Εναγομένου 1 να αποξενώσει την περιουσία του στην Κύπρο, η οποία είναι και η μοναδική που κατέχει εδώ. Παρουσιάζει ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών το οποίο δείχνει ότι οι μετοχές της Equix είναι εγγεγραμμένες στο όνομα του, Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος 1 αρνείται την πρόθεση του να πωλήσει την κατοικία όπως περιγράφεται από τον Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων του σύστησε τη συγκεκριμένη εταιρεία πώλησης ακινήτων και αν τους ρωτούσε θα του έλεγαν ότι πρόθεση του ήταν η πώληση της κατοικίας για αγορά διαμερισμάτων τα οποία και θα ενοικίαζε. Ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζει σχετική ηλεκτρονική συνομιλία με την εταιρεία πώλησης ακινήτων, Τεκμήριο 15, στην οποία φαίνεται να γίνεται λόγος για πώληση της κατοικίας έναντι τριών διαμερισμάτων, χωρίς βεβαίως να φαίνεται η γνώση ή ενημέρωση του Ενάγοντος περί τούτου. Παρά ταύτα ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς τον Ενάγοντα περί τούτου. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται επίσης την άφιξη του στην Κύπρο και μάλιστα με πρόθεση να πωλήσει τις μετοχές του στην Equix. Η παραπομπή από τον Εναγόμενο 1 στους ισχυρισμούς του περί των συνθηκών σύναψης της επίδικης συμφωνίας, της σύναψης νέας συμφωνίας δανείου, της καταβολής του ποσού των €1.300.000 και της άρνησης του περί οποιασδήποτε σχέσης του με την Εναγομένη 2 και την ΟΚΒ, δεν τείνουν να υποστηρίξουν τη θέση του περί μη πρόθεσης αποξένωσης των μετοχών. Με βάση τις θέσεις και των δύο πλευρών, διαφαίνεται αφενός η επιθυμία και πρόθεση του Εναγομένου 1 να πωλήσει την εν λόγω κατοικία και συνακόλουθα ο κίνδυνος αποξένωσης αυτής. Το γεγονός της επιθυμίας ανταλλαγής αυτής με διαμερίσματα τείνει να επιβεβαιώσει την επιθυμία πώλησης της κατοικίας, χωρίς να έχει διαφανεί ή οποία τοποθέτηση του Εναγομένου 1 προς την εταιρεία πώλησης ακινήτων στο ζήτημα της αγοράς διαμερισμάτων. Ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζει μεν την αλληλογραφία με την οποία τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτός αποφάσισε να προχωρήσει με την ανταλλαγή, χωρίς όμως να παρουσιαστεί με οποιονδήποτε τρόπο η όποια απάντηση ή τοποθέτηση του Εναγομένου 1 επί τούτου. Περαιτέρω διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των 250 μετοχών της Equix και ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος 1 δεν κατέχει άλλη περιουσία στην Κύπρο δεν έχει αντικρουστεί από τον ίδιο. Ως εκ τούτου ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας που ο Εναγόμενος 1 κατέχει στην Κύπρο είναι υπαρκτός και πιθανός. Ο δε ισχυρισμός του Εναγομένου 1 πως είναι καθόλα φερέγγυος και σε θέση να αποζημιώσει τον Ενάγοντα σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον του παραμένει γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος και επομένως δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα με βάση την απλή προβολή τέτοιου ισχυρισμού. Η αναφορά του Εναγομένου 1 στην οφειλή από τον Ενάγοντα και τη σύζυγο του ποσού πέραν των €10εκ. αφενός αποτελεί απλό ισχυρισμό χωρίς η εν λόγω οφειλή να αποτελεί αντικείμενο δικαστικής απόφασης και αφετέρου δεν καθιστά τον Εναγόμενο 1 φερέγγυο υπό την έννοια ότι είναι σε θέση να εισπράξει το εν λόγω ποσό το οποίο μάλιστα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση τυχόν απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον του στην παρούσα. Επομένως, είναι σαφές ότι η διαφύλαξη και διατήρηση της περιουσίας του Εναγομένου 1 είναι αναγκαία για να διασφαλίσει τυχόν ικανοποίηση της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος, λαμβανομένων υπόψιν του ύψους της απαίτησης και της υπό δέσμευση περιουσίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χριστοδούλου v. Antoniou M.F.M. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475 και Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301 στην οποία τονίστηκε ότι ο σκοπός του διατάγματος τύπου παγοποίησης περιουσίας τύπου Mareva είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση από τον ενάγοντα απόφασης η οποία εκδίδεται υπέρ του χωρίς την ανάγκη απόδειξης πρόθεσης του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αυτό σαφώς κλίνει υπέρ του Ενάγοντος ο οποίος επιζητεί τη διατήρηση του status quo ante σχετικά με την περιουσία του Εναγομένου 1 στην Κύπρο για σκοπούς ενδεχόμενης ικανοποίησης τυχόν απόφασης εναντίον του τελευταίου, σε αντίθεση με το ότι δεν έχει λεχθεί ούτε φαίνεται να υπάρχει ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς ή επηρεασμού του Εναγομένου 1 από τη δέσμευση της εν λόγω περιουσίας του στην Κύπρο μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Άλλωστε τυχόν οριστικοποίηση των διαταγμάτων διατηρεί την περιουσία του Εναγομένου 1 στο όνομα του. Ο Εναγόμενος 1 εγείρει ζήτημα καθυστέρησης στην καταχώριση της παρούσας ούτως ώστε να μην δικαιολογείται η διατήρηση των προσωρινών διαταγμάτων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν παρατηρείται τέτοια καθυστέρηση που να οδηγεί δίχως άλλο στην ακύρωση των διαταγμάτων. Και τούτο καθότι ο κρίσιμος χρόνος δεν μετρά από την ημερομηνία της συμφωνίας, ως η εισήγηση του Εναγομένου 1, αλλά ξεκινά από την ημερομηνία που ο Ενάγων πληροφορήθηκε για την πώληση των μετοχών και τη διαφήμιση πώλησης της κατοικίας, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο ήταν στις 4.10.17 και η Αίτηση καταχωρίστηκε λίγες μέρες μετά μαζί με την Αγωγή, ήτοι στις 27.10.
- Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων είχε αντιληφθεί την ισχυριζόμενη πρόθεση του Εναγομένου 1 να πωλήσει τις μετοχές της ΟΚΒ και είχε πληροφορηθεί για την πρόθεση αποξένωσης της κατοικίας και των μετοχών του στην Equix περί τον Ιούλιο του 2017, πλην όμως τότε δεν φαίνεται να υπήρχε κάτι συγκεκριμένο και άμεσο ούτως ώστε να επέβαλλε τον Ενάγοντα να αποταθεί με δικαστικά μέτρα νωρίτερα. Αυτός έδρασε άμεσα, μόλις πληροφορήθηκε ότι τελικώς έγινε η πώληση των μετοχών της ΟΚΒ και συνακόλουθα για τις προσπάθειες πώλησης της κατοικίας και των μετοχών στην Equix. Με άλλα λόγια, η καθοριστική ημερομηνία ήταν η διαπίστωση της πώλησης των μετοχών και η διαφήμιση της πώλησης της κατοικίας που ήταν πλέον, για τον Ενάγοντα βεβαίως, η έμπρακτη ένδειξη της συμπεριφοράς του Εναγομένου 1 και παρείχε τη δυνατότητα υποβολής το συντομότερο δυνατό αιτήματος για παροχή προσωρινής θεραπείας. O Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογούσε την έκδοση των μονομερών προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Εναγομένου 1 με την πώληση των μετοχών της ΟΚΒ, η πρόθεση και η ανάθεση, με δική του παραδοχή μάλιστα, σε εταιρεία πώλησης ακινήτων και η διαφήμιση της κατοικίας προς πώληση συνθέτουν το στοιχείο του επείγοντος, υπό την έννοια της ύπαρξης άμεσου κινδύνου αποξένωσης της περιουσίας του σε βαθμό που επέβαλλε την άμεση παρέμβαση του Δικαστηρίου με την έκδοση των μονομερών προσωρινών διαταγμάτων δέσμευσης. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται και διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών, για το οποίο δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση. Τα διατάγματα αποκάλυψης εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(B) A.A.Δ. 1403, στην οποία γίνεται μία εκτενής ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι πρϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Η υπόθεση Banker's Trust (ανωτέρω) ουσιαστικά στοχεύει στην ιχνηλάτηση της περιουσίας. Στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε η δυνατότητα χορήγησης αποκάλυψης με βάση και πάλι τις αρχές της επιείκειας ως ακολούθως: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321, 355. The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396, 405. If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Το Δικαστήριο έχει ήδη ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Με γνώμονα ότι ο Ενάγων έχει καταδείξει τη μεταβίβαση των μετοχών της ΟΚΒ σε τρίτο πρόσωπο, στη βάση ισχυριζόμενης παραβίασης της επίδικης συμφωνίας ημερ. 4.4.15, και δεν γνωρίζει λεπτομέρειες αναφορικά με την εν λόγω μεταβίβαση, ήτοι τις συνθήκες πώλησης, σε ποιον πράγματι πωλήθηκαν και για ποιο ποσό, καθώς επίσης ποιος εισέπραξε το ποσό, πού μεταφέρθηκε και πού βρίσκεται, θεωρώ ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αυτό αποσκοπεί στην πληροφόρηση του Ενάγοντος για τα πιο πάνω με σκοπό να γνωρίζει όλα το πλέγμα των γεγονότων που αφορούν στην πώληση, στην ιχνηλάτηση και στην κατάληξη του προϊόντος πώλησης. Το γεγονός της έγερσης της παρούσας Αγωγής και η αποδιδόμενη στον Εναγόμενο 1 πώληση αυτών, δεν είναι επαρκής για να παρέχει στον Ενάγοντα την ανωτέρω πληροφόρηση η οποία σαφώς αφορά σε πιο εκτενές και σφαιρικό πλαίσιο τα γεγονότα σε σχέση με την πώληση και στο οποίο ενδεχομένως εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα. Η παράλειψη του Ενάγοντος να αναφέρει για ποιον σκοπό ζητά την έκδοση των αιτούμενων πληροφοριών δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη του αιτήματος, καθότι μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του είναι προφανείς και αναδύονται οι λόγοι για τους οποίους ζητά αυτές τις πληροφορίες. Αυτοί αφορούν στην εξακρίβωση του όλου πλέγματος των γεγονότων γύρω από την πώληση, και ειδικότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, την τιμή πώλησης και το ποιος εισέπραξε το προϊόν πώλησης και τι απέγινε, στοιχεία το οποία σαφώς ο Ενάγων δεν γνωρίζει ούτε και είναι σε θέση να γνωρίζει στο παρόν στάδιο και επιπλέον αυτές οι πληροφορίες θα αξιολογηθούν και ενδεχομένως αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας και ή άλλης ξεχωριστής δικαστικής διαδικασίας. Με το αιτούμενο διάταγμα εκείνο το οποίο ζητείται είναι βασικά η διαφώτιση για το σύνολο των γεγονότων που αφορούν στην πώληση των μετοχών και την ιχνηλάτηση του προϊόντος πώλησης. Παρόλο που δεν αναφέρεται και πάλι ρητώς από τον Ενάγοντα, προκύπτει χωρίς δυσκολία από τις θέσεις του πως η αποδιδόμενη στον Εναγόμενο 1 εμπλοκή στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία, σε συνάρτηση με τους όρους της επίδικης συμφωνίας, τον καθιστά το πλέον κατάλληλο πρόσωπο να παρέχει αυτή την πληροφόρηση, καθότι δεν έχει διαφανεί πως αυτή θα μπορούσε να δοθεί από κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο. Με αυτά τα δεδομένα είναι σαφές ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό σε ένα τέτοιο στάδιο η διάπραξη αδικοπραξίας, ότι ο Εναγόμενος 1 φέρεται αναμεμειγμένος στην υπό κρίση αδικοπραξία παραβίασης της συμφωνίας και του καθήκοντος εμπιστοσύνης και δόλου, ότι υπάρχει ανάγκη διαπίστωσης όλου του φάσματος των γεγονότων, της όποιας εμπλοκής του Εναγομένου 1 σε αυτό και του τυχόν εντοπισμού όλων των εμπλεκόμενων αδικοπραγούντων, καθώς επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 είναι σε θέση να παρέχει την αιτούμενη πληροφόρηση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων και για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης. Το τελευταίο ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι η χρονική διάρκεια των προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης για την οριστικοποίηση τους ή όχι. Αυτά εκδόθηκαν μονομερώς στις 30.10.17. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί πως το ιστορικό της Αγωγής φαίνεται στον φάκελο και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Αξίζει να σημειωθεί πως μετά την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων και την επίδοση στον Εναγόμενο 1 ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, τα εξής δικονομικά διαβήματα: ¨ η καταχώριση αίτησης ημερ. 9.1.18 για παραμερισμό της Αγωγής, των ενδιάμεσων διαδικασιών και των επιδόσεων, η οποία απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.1.21. ¨ η καταχώριση στις 6.3.18 ένστασης στην Αίτηση. ¨ η καταχώριση στις 26.3.18 αίτησης για διαγραφή ορισμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την ένσταση. ¨ η έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 19.8.21 με την οποία διετάχθη η διαγραφή μέρους της εν λόγω δήλωσης και καταχώρισης νέας. Αυτή καταχωρίστηκε στις 23.9.21 και η μετάφραση της στις 22.12.21. ¨ η καταχώριση στις 26.3.18 από τον Ενάγοντα αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. ¨ η καταχώριση την 1.2.22 από τον Ενάγοντα δεύτερης αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. ¨ η καταχώριση στις 14.4.22 και στις 30.5.22 των ενστάσεων στις δύο προαναφερόμενες αιτήσεις αντίστοιχα. ¨ η καταχώριση στις 30.5.22 αίτησης για διαγραφή ισχυρισμού στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερ. 26.3.18. ¨ η έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 26.10.22 με την οποία διετάχθη η διαγραφή μέρους της εν λόγω δήλωσης. ¨ η έκδοση δύο ενδιάμεσων αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 12.12.22 με τις οποίες δόθηκε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων οι οποίες καταχωρίστηκαν στις 13.12.22, 16.12.22 σε σχέση με την πρώτη αίτηση και απόφαση και στις 20.12.22 σε σχέση με τη δεύτερη αίτηση και απόφαση. Παράλληλα στις 24.5.19 καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης, στις 14.4.21 η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του Εναγομένου 1 και στις 30.6.22 η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Ο Ενάγων και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος καταχώρισε Κλήση για Οδηγίες και Παράρτημα στις 19.7.22 και ο Εναγόμενος 1 και Εξ Ανταπαιτήσεων Ενάγων στις 11.10.22. Σημειώνεται ότι παρά την επίδοση σε αυτή, η Εναγομένη 2 δεν καταχώρισε εμφάνιση. Είναι προφανές ότι παρά τη μεγάλη καθυστέρηση, η διαδικασία στην Αίτηση όσο και στην Αγωγή προχωρούν. Η διαδικασία στην Αίτηση περιείχε αρκετές ενδιάμεσες διαδικασίες οι οποίες ήταν επιτυχείς και ως εκ τούτου δικαιολογημένες. Η διαδικασία στην Αγωγή βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης της δικογραφίας και καταχώρισης της Κλήσης Οδηγιών και των Παραρτημάτων και από τις δύο πλευρές. Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι εκκρεμούσης της Αίτησης στα πλαίσια της οποίας καταχωρούντο διάφορες αιτήσεις ταυτόχρονα προχωρούσε και η Αγωγή με άλλες αιτήσεις, ως περιγράφεται ανωτέρω. Μάλιστα παρά την όποια καθυστέρηση στην καταχώριση των δικογράφων και από τις δύο πλευρές, ουδεμία έφερε ένσταση ή έλαβε οποιοδήποτε διάβημα αναφορικά με το ζήτημα. Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής σε σχέση με την καταχώριση της και στην προώθηση της Αίτησης ούτως ώστε να αφήνεται να νοηθεί ότι η επιδιωκόμενη έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ήταν αυτοσκοπός για τον Ενάγοντα. Η διαδικασία στην Αγωγή διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση από τις υποθέσεις τις οποίες επικαλείται ο Εναγόμενος 1, καθότι σε εκείνες διαπιστώθηκε τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής που κρίθηκε σαφές ότι αυτοσκοπός ήταν η εξασφάλιση προσωρινής θεραπείας και όχι ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων μέσα από την εκδίκαση της Αγωγής. Οι υποθέσεις είναι η Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restsurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, η Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 149 και η Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1453. Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει ως ακολούθως: 1) Τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 30.10.17 οριστικοποιούνται μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής. 2) Εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης ως η παρ. Γ της Αίτησης. Ενόψει της επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου 1 - Καθ' ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο