Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Παρθενόπη Μικελλίδου, Αρ. Αγωγής: 2022/2014, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Ως Τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου την 20/01/2020 Αρ. Αγωγής: 2022/2014 Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holdings Ltd Ενάγοντες και
- Παρθενόπη Μικελλίδου
- Ματθαίος Μικελλίδης Εναγόμενων Ημερομηνία: 28 Aπριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Α. Κυριάκου για κκ Clerides, Anastasiou, Neophytou LLC Για Εναγόμενους: κος Χαράλαμπος Γαλανός για κκ Χαράλαμπος Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους. Με την υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία καταχωρήθηκε την 05/05/2014 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Limited (στο εξής «ως η Τράπεζα») αξίωσε από τoυς Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €53.325,75 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει έγγραφης συμφωνίας δάνειου πλέον τόκους προς 8,5% επί του ποσού των €52.826,83 από 10/02/2014, πλέον διατάγματα για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την υποθήκη Υ5418/1997 και του Εναγόμενου 2 σε σχέση με την υποθήκη Υ5419/
- Περί την 27/07/2021 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου ειδοποίηση ότι η Themis Portfolio Management Holdings Ltd έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με την υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή(στο εξής «Ενάγοντες»). Σημειώνεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω ενέργειας εξετάζεται κατωτέρω αφού έχει τύχει αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγόμενων. Οι Εναγόμενοι 1,2 μέσω της Υπεράσπισης τους εγείρουν τέσσερις προδικαστικές ενστάσεις, ήτοι ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη καθότι οι Ενάγοντες παραβίασαν διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με το πλαίσιο χειρισμού των λογαριασμών σε υπόλοιπο με καθυστέρηση, ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβιάσει τη σχετική νομοθεσία και ότι ουδέποτε τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό ή ότι δεν τον τερμάτισαν δεόντως. Ισχυρίζονται επίσης ότι η αγωγή είναι γενική και αόριστη και ότι δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής αλλά και ότι οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν και δεν εξηγούν πως προέρχεται ή δικαιολογείται το αξιωμένο ποσό πλέον τόκους. Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Ενάγοντες. Η Εναγόμενη 1 παραδέχεται μόνο ότι υπέγραψε μία συμφωνία με τους Ενάγοντες την 12/06/2001 αλλά αρνείται το περιεχόμενο και όρους της συμφωνίας στους οποίους παραπέμπουν οι Ενάγοντες στο δικόγραφο τους. Ισχυρίζεται ότι οι όροι έχουν τεθεί παράνομα αντικανονικά, ότι είναι καταχρηστικοί, ότι δεν εξηγήθηκαν στην Εναγόμενη 1 αλλά και ότι δεν τη δεσμεύουν. Επίσης υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 ότι οι όροι του επίδικου συμβολαίου αποτελούνται από καταχρηστικές ρήτρες αλλά και επαχθείς και ετεροβαρείς όρους κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Είναι θέση της Εναγόμενης 1 ότι οι Ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν τη διαπραγματευτική τους δύναμη αλλά και τις ανάγκες της Εναγόμενης 1 υποχρεώνοντας αυτή να αποδεχθεί όρους στη συμφωνία όπως το ότι ο λογαριασμός θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο 9,500% πλέον τόκους υπερημερίας 3% με κεφαλαιοποίηση αυτού και ότι οι Eνάγοντες χρέωσαν το λογαριασμό με βασικό επιτόκιο 7% αντί 6,50% το οποίο ήταν το βασικό επιτόκιο Κεντρικής Τράπεζας κατά τον ίδιο χρόνο αλλά και τον όρο ότι οι Ενάγοντες εδικαιούντο να μεταβάλουν κατά την κρίση τους το βασικό επιτόκιο της αύξησης των τόκων υπερημερίας προμήθειες κ.α. Η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι οι υποθήκες στις οποίες παραπέμπουν στο δικόγραφο τους οι Ενάγοντες αφορούν την επίδικη συμφωνία δανείου. Από την άλλη ο Εναγόμενος 2 αρνείται ότι εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 αλλά και ότι η υποθήκη που αναφέρεται ότι παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 αφορά την επίδικη συμφωνία δανείου. Είναι η θέση και ισχυρισμοί των Εναγόμενων 1 και 2, ότι ουδέποτε παρέλαβαν τις επιστολές τις οποίες αναφέρουν οι Ενάγοντες στο δικόγραφο τους ήτοι τις επιστολές ημερομηνίας 22/08/2012 και 07/12/2012 και ότι ουδέποτε απέστειλαν επιστολή τερματισμού οι Ενάγοντες. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά εκ μέρους των Εναγόντων είναι αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων παράνομων επιβαρύνσεων παράνομων τόκων παράνομων τόκων υπερημερίας και ότι γενικά χρέωναν το λογαριασμό με υπερβολικό και αδικαιολόγητο τόκο υπερημερίας. Οι Ενάγοντες μέσω της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2 αρνούνται τους ισχυρισμούς που προβάλλουν και ουσιαστικά υιοθετούν το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης τους. Ακροαματική διαδικασία-Μαρτυρία Για να αποδείξουν τις αξιώσεις τους οι Ενάγοντες κατέθεσε ο κος Γρ. Γρηγορίου (ΜΕ1). Εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 έδωσε μαρτυρία ο κος Μ. Κυριακίδης (ΜΥ1) και η Εναγόμενη 1 κα Μικελλίδου (ΜΥ1). Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως Τεκμήρια. Συνοπτικά παρατίθενται τα κύρια σημεία της μαρτυρίας. Το τι ακολουθεί εννοείται είναι αποτέλεσμα μελέτης του συνόλου της μαρτυρίας και εξέταση των θέσεων που εγέρθηκαν.[1] Πρωτίστως υπενθυμίζω ότι βασικός κανόνας είναι ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Το Δικαστήριο δε θα βασιστεί ούτε θα επεκταθεί σε θέματα που δε δικογραφούνται και τα οποία θα έπρεπε να δικογραφηθούν.[2] Τα επίδικα προς επίλυση θέματα που έχουν προκύψει σχετίζονται με τη νομιμοποίηση των Εναγόντων στην προώθηση της αγωγής, τη σύναψη των συμφωνιών που επικαλείται η Ενάγουσα, τους όρους αυτών, την παραλαβή των προειδοποιητικών επιστολών και επιστολής τερματισμού τις οποίες αρνούνται οι Εναγόμενοι 1 και 2 ότι παρέλαβαν, η ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού, σε συνάρτηση με τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο, οι χρεώσεις και επιβαρύνσεις τόκων και η ύπαρξη τυχόν καταχρηστικών ρητρών. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις εκάστου διαδίκου. Σύνοψη Μαρτυρίας Ο κος Γρηγορίου ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το Έγγραφο Α και κατάθεσε 17 Τεκμήρια. Μέσω της μαρτυρίας του εξήγησε τη σχέση του με τους Ενάγοντες και παράθεσε στοιχεία της εργασιακής του πορείας και εμπειρίας. Από τις 29/03/2013 ήταν υπάλληλος της Τράπεζας και ένας εκ των υπεύθυνων λειτουργών που χειρίζονταν την παρούσα υπόθεση όπου μεταξύ άλλων παρακολουθούσε τον επίδικο λογαριασμό δανείου υπ' αριθμό [ ] (σημερινός αριθμός [ ]). Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του αλλά και μελέτης του φακέλου της υπόθεσης γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά επίσης έχει στην κατοχή και έλεγχο του όλα τα σχετικά έγγραφα. Κατάθεσε δέσμη εγγράφων σε σχέση με τη σύσταση της Τράπεζας. Παράθεσε το ιστορικό της διαδικασίας μέχρι να υποκαταστήσουν οι Ενάγοντες την Τράπεζα. Ως Τεκμήριο 2 κατάθεσε δέσμη εγγράφων συμπεριλαμβανομένων αντίγραφου διατάγματος ημερομηνίας 04/06/2021, σχεδίου διακανονισμού και μέρος των συνημμένων εγγράφων του σχεδίου σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Κατάθεσε επίσης επιστολές με παραλήπτες τους Εναγόμενους αναφορικά με την πρόθεση της Τράπεζας να προβεί σε μεταβίβαση και πώληση της επίδικης διευκόλυνσης αλλά και για τη μετέπειτα υποκατάσταση της από τους Ενάγοντες. Η συμφωνία δανείου την οποία σύμφωνα με τη θέση των Εναγόντων υπέγραψε η Εναγόμενη 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, αφού πρώτα εγκρίθηκε με την απόφαση αριθμού 542 της Τράπεζας, η πρόταση της Εναγόμενης 1 για να παραχωρηθεί τραπεζική διευκόλυνση υπό τη μορφή δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των ΛΚ28.000 σε ευρώ €47.840,84 ως το Τεκμήριο 8 που κατάθεσε ο ΜΕ
- Με την υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12/06/2001 (στο εξής ως η «συμφωνία δανείου») ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου για τον οποίo έγινε αναφορά αμέσως πιο πάνω. Ο μάρτυρας εξήγησε με αναφορά στο Τεκμήριο 9 τους όρους της συμφωνίας δανείου. Ο ΜΕ1 παρουσίασε τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν για το εν λόγω δάνειο και δη παρουσίασε το Τεκμήριο 10 σύμβαση εγγύησης από Εναγόμενο
- Ως Τεκμήρια 11 και 12 κατατέθηκαν συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων τόσο της Εναγόμενης 1 όσο και του Εναγόμενου
- Κατάθεσε επίσης προειδοποιητικές επιστολές που αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 για την καθυστέρηση πληρωμής ως το Τεκμήριο
- Στις 07/12/2012 ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε ως το Τεκμήριο
- Κατάθεσε επίσης ο ΜΕ1, το Τεκμήριο 15 αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού μαζί με πιστοποιητικό υπογραμμένο από το μάρτυρα με βάση το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Εξήγησε ποιο ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό κατά την 31/12/
- Οι καταστάσεις του λογαριασμού συγκρίθηκαν από το μάρτυρα με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονική υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ο ΜΕ1 όμως λόγω της θέσης και καθηκόντων του ετοίμασε και ο ίδιος αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι και την 31/12/2021 ως το Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 17 κατάθεσε δέσμη εγγράφων αποτελούμενα από ειδοποιήσεις και δημοσιεύσεις στον τύπο σε σχέση με τη διαφοροποίηση του εκάστοτε επιτοκίου που ίσχυε για τον επίδικο λογαριασμό δανείου και εξήγησε από την αρχή του ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι και σήμερα (ημερομηνία έναρξης ακροαματικής διαδικασίας) ποιο ήταν το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο με τα οποία χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός δανείου. Η Αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε στα εξής σημεία: α) ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου παράνομες χρεώσεις τόκων και/ή ότι επιβλήθηκαν παράνομες κεφαλαιοποιήσεις επί του επίδικου λογαριασμού (Tεκμήριο 16) β) ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός του επίδικου λογαριασμού, γ) ότι δεν υπογράφηκε το Τεκμήριο 10, σύμβαση εγγύησης και/ή ότι αυτή δεν αφορά το επίδικο δάνειο, δ) ότι στη συμφωνία δανείου περιλήφθηκαν καταχρηστικές ρήτρες, ε) ότι δεν τηρούσαν οι Ενάγοντες τραπεζικά βιβλία, στ) ότι δεν ενήργησαν οι Ενάγοντες με βάση τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμο 169 (Ι)/
- Πιο συγκεκριμένα: Σε σχέση με την εγγύηση που παραχώρησε κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων, ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 με αναφορά στο Τεκμήριο 10 (σύμβαση εγγύησης) και Τεκμήριο 8 απόφαση της Τράπεζας ημερομηνίας 06/06/2001 εξήγησε ότι παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη η πιστωτική διευκόλυνση με εξασφαλίσεις τις κατεχόμενες και υφιστάμενες εξασφαλίσεις. Μια εκ αυτών ήταν η εγγύηση του Εναγόμενου
- Σύμφωνα με το ΜΕ1 ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε μέσω του Τεκμηρίου 10 ότι η εγγύηση του θα αποτελούσε εξασφάλιση για μελλοντικές διευκολύνσεις. Τέθηκε επίσης η θέση ότι η εγγύηση του έπαυσε με την εξόφληση των προηγούμενων τραπεζικών διευκολύνσεων θέση η οποία δε δικογραφείται και δε θα ληφθεί υπόψη. Αναφορικά με το Τεκμήριο 12 δήλωση και σύμβαση υποθήκης ακινήτου του Εναγόμενου 2 ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε ότι δόθηκε αρχικά για κάποια τραπεζική διευκόλυνση αλλά δε γνώριζε για ποια. Ήταν η θέση του όμως με βάση το έγγραφο που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 (Τεκμήριο 12 ότι συνέχιζε να εξασφαλίζει τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σαν ενυπόθηκος οφειλέτης ή εγγυητής. Δεν είχε διαμαρτυρηθεί ούτε για τις επιστολές ως τα Τεκμήρια 13 και
- Αν και υποβλήθηκε στο ΜΕ1 ότι ο ΜΕ1 διαμαρτυρήθηκε η υποβολή παρέμεινε αόριστη και σε επίπεδο ισχυρισμών. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε άλλες υποχρεώσεις με την Τράπεζα ο ΜΕ1 αρνούμενος την υποβολή εξήγησε ότι η πιστωτική διευκόλυνση που της παραχωρήθηκε ως το Τεκμήριο 9 εξοφλούσε μόνο ότι αναγράφηκε στο Τεκμήριο
- Σχετικά με τις χρεώσεις επί της καταστάσεως λογαριασμού τέθηκαν επανειλημμένως ερωτήσεις στο ΜΕ1 σε σχέση με το ποσοστό βασικού επιτοκίου που αναγράφεται στην επιστολή ημερομηνίας 31/10/2008 προς την Εναγόμενη (μέρος του Τεκμηρίου 17) για ποσοστό 3.75% με το μάρτυρα να εξηγά ότι τον Οκτώβριο 2008 ήταν 3.75% το βασικό επιτόκιο και ότι το Νοέμβριο 2008 μεταβλήθηκε σε 3,25% αλλά η επιστολή έγινε για να ενημερωθεί η Εναγόμενη 1 για τη αύξηση του περιθωρίου το οποίο αυξήθηκε σε 4,50% και ότι αυτό θα ίσχυε από την 17/11/
- Η ενημέρωση μέσω της εν λόγω επιστολής δεν αφορούσε αύξηση τυχόν βασικού επιτοκίου. Όσον αφορά τις επιστολές των Τεκμηρίων 13 και 14 αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι μετά από μελέτη και έρευνα του φακέλου διαπίστωσε ότι οι επιστολές αποστάλθηκαν και δεν επεστράφησαν πίσω. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με ποιο ποσοστό επιτοκίων χρεωνόταν ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1, ο ΜΕ1 επανέλαβε αντεξεταζόμενος ότι η γνωστοποίηση αλλαγών γινόταν με βάση δημοσιεύσεις στον τύπο και με επιστολές που έστελνε η Τράπεζα. Ως προς το ότι θα υπήρχαν κεφαλαιοποιημένοι τόκοι εξήγησε ο μάρτυρας ότι η Εναγόμενη 1 το γνώριζε από τη συμφωνία που είχε υπογράψει ως το Τεκμήριο
- Για τις χρεώσεις επί των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 16) ο μάρτυρας ερωτήθηκε για ποιο λόγο στην επιστολή ημερομηνίας 07/12/2012 το υπόλοιπο ήταν €36.351 ενώ στο Τεκμήριο 16 ήταν €29.982,80 με τον ίδιο να εξηγά ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών αφαιρέθηκαν χρεώσεις και τόκοι υπερημερίας αλλά και ότι αφαίρεσε ό,τι έξοδα περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 15 όπως έξοδα επιβάρυνσης όπως και ο τόκος υπερημερίας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 9 τη συμφωνία δανείου και τον όρο 2 αυτής επεσήμανε ότι ο τόκος υπολογίστηκε επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων. Ήταν κατηγορηματικός ο μάρτυρας ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 16) στη στήλη με την ένδειξη τοκοφόρο υπόλοιπο αναγράφηκε το εκάστοτε ποσό επί του οποίου υπολογίστηκε ο τόκος ενώ στην ένδειξη υπόλοιπο και τόκοι αναγράφεται το ποσό που προκύπτει μετά τον υπολογισμό του τόκου και ότι ο τόκος υπολογίστηκε επί του κεφαλαίου στη στήλη τοκοφόρο υπόλοιπο και όχι στη στήλη υπόλοιπο και τόκοι για να μη δημιουργείται ανατοκισμός. Υποβλήθηκε στο ΜΕ1 ότι εσφαλμένα στις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήριο 16) οι πιστώσεις/καταθέσεις καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων με το ΜΕ1 να παραπέμπει στον όρο 2 της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 9) εξηγώντας ότι ενήργησε με βάση τους όρους της συμφωνίας δανείου. Με αναφορά στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 16 και σε σχέση με την ημερομηνία 31/12/2012 και 31/01/2003 ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η κατάθεση του ποσού των ΛΚ 245.53 καταλογίστηκε έναντι των τόκων (οι τόκοι ήταν ΛΚ 194,67) και το υπόλοιπο αφαιρέθηκε από το τοκοφόρο υπόλοιπο αρνούμενος κατηγορηματικά ότι κεφαλαιοποιήθηκε το ποσό. Οι τόκοι αποκόπηκαν βάσει της συμφωνίας και αφαιρέθηκαν οι εκκρεμούντες τόκοι. Πιο απλουστευμένα ο μάρτυρας εξήγησε ότι από το ποσό της κατάθεσης αφαιρούνταν οι τόκοι από τη δόση και οποιοδήποτε υπόλοιπο πιστωνόταν στο τοκοφόρο υπόλοιπο. Αν η κατάθεση ήταν περισσότερη από τους τόκους αφαιρούνταν οι τόκοι και το υπόλοιπο το αφαιρούσε από τον τόκο. Σε σχέση με την ημερομηνία 31/01/2003 ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η διαφορά της κατάθεσης με τον τόκο είναι γύρω στα 51 ευρώ. Έχουν αφαιρεθεί από το προηγούμενο τοκοφόρο υπόλοιπο που ήταν €30.141,91 και γι' αυτό ως εξήγησε παράμεινε το ποσό των €30.090,
- Εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 μαρτυρία παρουσίασε η Εναγόμενη 1 (ΜΥ2) και ο κος Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ1). Ο ΜΥ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Β. Παράθεσε τα προσόντα, εκπαίδευση και πείρα του σε θέματα χρηματοοικονομικής φύσεως και εξήγησε ότι είναι διευθυντής και μέτοχος εταιρείας που ασχολείται με τη μελέτη τραπεζικών λογαριασμών και τυχόν υπερχρεώσεων σε αυτές, με ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών και τη διαπραγμάτευση αναδιάρθρωσης δανείων με τραπεζικούς οργανισμούς. Εξήγησε ότι μελέτησε τη δανειακή σύμβαση ως το Τεκμήριο 9 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήριο 16) σε συνάρτηση με το Τεκμήριο
- Αποτέλεσε συμπέρασμα του ΜΥ1 ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό του εκάστοτε υπολοίπου διαφορετική πρακτική και προσέγγιση σε αντίθεση με τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμήριου 15 αφού στις αρχικές καταστάσεις οι καταθέσεις καταθέτονταν έναντι του υπολοίπου του δανείου και οι τόκοι που υπολογίζονταν κεφαλαιοποιούνταν στο υπόλοιπο του δανείου δύο φορές το χρόνο. Στις αναδομημένες καταστάσεις όταν γινόταν κατάθεση στο δάνειο η κατάθεση πλήρωνε τους συσσωρευμένους τόκους από την ημερομηνία της προηγούμενης κατάθεσης μέχρι την ημερομηνία της επόμενης κατάθεσης και εάν απέμενε οποιοδήποτε ποσό καταθετόταν έναντι του υπολοίπου του δανείου. Με αυτή την πρακτική υπολογισμού του υπολοίπου η Τράπεζα προχωρούσε σε κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε φορά που γινόταν κατάθεση. Θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο υπολογίζονταν περισσότεροι και αυξημένοι τόκοι αφού το εκάστοτε υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δε μειωνόταν με το ποσό της κατάθεσης κάθε μήνα αλλά με το εναπομείναν ποσό μετά την πληρωμή των συσσωρευμένων τόκων και κεφαλοποιείτο ο τόκος περισσότερες από δύο φορές το χρόνο κατά παράβαση του Τεκμηρίου
- Θεωρεί επίσης ότι η τράπεζα μονομερώς προχώρησε σε αύξηση του συμβατικού περιθωρίου χωρίς ενημέρωση στους πελάτες και χωρίς να δικαιολογείται η αύξηση στις ημερομηνίες 17/11/2008 και 13/05/
- Είναι η θέση του ότι η Τράπεζα θα έπρεπε από 16/03/2016 μέχρι την 31/12/2021 να χρέωνε στην αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 16) βασικό επιτόκιο ο% πλέον 2,50% περιθώριο πλέον 2% από 01/05/2015 τόκο υπερημερίας σύνολο 4,50%. Επιπλέον σύμφωνα με το ΜΥ1 οι αναδομημένες καταστάσεις είναι λανθασμένες αφού παράγουν λανθασμένα υπόλοιπα και εμπεριέχουν λανθασμένα επιτόκια και λανθασμένες κεφαλαιοποιήσεις τόκων. Επίσης έθεσε τη γενική θέση περί καταχρηστικότητας ρητρών στην επίδικη σύμβαση δανείου. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ουδέποτε εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αλλά γνωρίζει από δανειακές συμβάσεις αφού όλες οι Τράπεζες ελέγχονται από την Κεντρική Τράπεζα. Ο ίδιος δεν είναι σύμβουλος αφερεγγυότητας. Μελέτησε την επίδικη σύμβαση δανείου (Τεκμήριο 9). Ως ανάφερε η επίδικη σύμβαση διέπεται από τον περί Ελευθεροποίησης Τόκου Νόμο. Σε ερώτηση εάν όλες οι τράπεζες το έτος 2001 χρέωναν τα ίδια επιτόκια εξήγησε ότι υπάρχει το βασικό επιτόκιο που το αντλούσαν όλες οι Τράπεζες από το βασικό επιτόκιο που ίσχυε στην Κεντρική Τράπεζα. Την προσαύξηση κάθε τράπεζα την προσάρμοζε ανάλογα του ρίσκου και εξασφάλισης που έπαιρνε από κάθε δανειολήπτη. Όταν ζητήθηκε από το ΜΥ1 να υποδείξει την απόφαση στην οποία αναφέρθηκε σε σχέση με το ότι ο όρος 2 του Τεκμηρίου 9 (σύμβαση δανείου) συνιστά καταχρηστική ρήτρα και ότι είναι άκυρη δεν την υπέδειξε και αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν κρίθηκε ολόκληρη η παράγραφος καταχρηστική. Σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ενώ αρχικά έλεγε ότι οι Ενάγοντες πρόβηκαν σε κεφαλαιοποίηση τόκων περισσότερες από 2 φορές το χρόνο εν τέλει ανάφερε ότι 2 φορές το χρόνο γινόταν η κεφαλαιοποίηση των τόκων απλώς στις άλλες περιπτώσεις θεωρεί ότι έγινε έμμεση κεφαλαιοποίηση. Όταν ζητήθηκε από το ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του να υποδείξει που διαπιστώνει κεφαλαιοποίηση των τόκων υπέδειξε στην πρώτη σελίδα των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού τις ημερομηνίες 27/07/2001, 31/07/2001, 30/06/2002, 04/12/2002, 15/12/2002, 30/12/2002 και 31/12/
- Σε ερώτηση που φαίνεται η μεταβολή αυτή στο τοκοφόρο υπόλοιπο στη στήλη των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού «τοκοφόρο υπόλοιπο» και δη ειδικότερα ερωτήθηκε για την ημερομηνία 27/07/2001 ο ΜΥ1 συμφώνησε ότι δε φαίνεται η μεταβολή. Η θέση του ήταν ότι θα έπρεπε με κάθε κατάθεση να μειώνεται το υπόλοιπο με το ποσό κατάθεσης και όχι να εξοφλούνται οι τόκοι ή να μειώνεται το τοκοφόρο υπόλοιπο μόνο με τη διαφορά χρέωσης των τόκων. Κατά την επανεξέταση του μάρτυρα επίσης υποδείχθηκαν σε αυτόν οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 16) παραπέμποντας τον στις χρεώσεις που φαίνονται στις ημερομηνίες 12/08/2001, 19/09/2001, 04/11/2001, 31/12/2001 και ερωτήθηκε ο μάρτυρας: Ε: ..;Άρα συμφωνείτε ότι αυτά που έχουν αναφέρει οι Ενάγοντες ότι έχουν επικαλεσθεί τον όρο 2 του συμβολαίου ότι με την κάθε πίστωση χρεωνόταν και τόκος, ότι δεν ισχύει αυτό που αναφέρουν οι ενάγοντες? Α: Απλά να διευκρινίσω ότι μόνο στις περιπτώσεις πίστωσης πληρώνονται οι συσσωρευμένοι τόκοι και τα νούμερα που αναφέρεστε ΛΚ89,09 και ΛΚ 267,26, αυτά δεν έχουν κεφαλαιοποιηθεί. Ε: Αλλά έχουν χρεωθεί τόκοι? Α: Δεν έχουν κεφαλαιοποιηθεί. Η ουσία είναι η έμμεση κεφαλαιοποίηση. Μετά από επίμονες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτός εν τέλει συμφώνησε ότι οι Ενάγοντες ετοίμασαν το Τεκμήριο 16 με βάση τους όρους της συμφωνίας δανείου ως το Τεκμήριο
- Σε ερώτηση εάν ετοίμασε ο ίδιος κάποια κατάσταση για το πως πρέπει να γίνονταν οι χρεώσεις η απάντηση ήταν αρνητική. Όταν ερωτήθηκε για το ποιο από τα υπόλοιπα που αναγράφονται στο Τεκμήριο 16 ήτοι το τοκοφόρο υπόλοιπο ή το υπόλοιπο και τόκοι είναι αυτό που διεκδικούν οι Ενάγοντες απάντησε ότι υπάρχουν δύο υπόλοιπα. Όταν ερωτήθηκε ποια από τις δύο καταστάσεις θα επέλεγε ήτοι εάν θα επέλεγε το Τεκμήριο 15 ή το Τεκμήριο 16 απάντησε ότι δε θα επέλεγε καμία εκ των δύο. Αναφερόμενος όμως στο Τεκμήριο 16 μέσω του οποίου μειώνεται η αξίωση των Εναγόντων επέμενε ότι το υπόλοιπο κεφαλαιοποιείτο κάθε φορά. Η ΜΥ2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της παράθεσε το Έγγραφο Γ. Κατάθεσε επίσης το Τεκμήριο 18 αντίγραφο ενημερωτικού σημειώματος από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ημερομηνίας 19/05/2017 σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Ουσιαστικά μέσω του Εγγράφου Γ η Εναγόμενη 1 αναπαρήγαγε τα όσα αναγράφονται στην Υπεράσπιση της. Παρατήρησα όμως ότι για πρώτη φορά ανάφερε ότι οποιαδήποτε τραπεζική διευκόλυνση της έχει παραχωρήσει η Τράπεζα έχει εξοφληθεί και ότι δεν έχει άλλη εκκρεμότητα με την Τράπεζα. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να υπενθυμίσω τη νομολογιακή αρχή ότι η δίκη δρομολογείται με βάση τα όσα καταγράφονται στο δικόγραφο του διαδίκου. Θέσεις που δε δικογραφούνται και θα έπρεπε να τύχουν δικογράφησης δε λαμβάνονται υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός εξόφλησης θα έπρεπε να δικογραφηθεί. Πέραν τούτου μέσω της μαρτυρίας της η Εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι υπέγραψε ένα έγγραφο περί την 12/06/2001 αλλά δεν αποδέχεται τους όρους της συμφωνίας που αναγράφηκαν στην Έκθεση Απαίτηση. Ισχυρίζεται ότι οι όροι της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης είναι καταχρηστικοί και ότι ο σύζυγος της ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε την εγγυήθηκε για το επίδικο δάνειο. Επίσης αρνείται ότι ο Εναγόμενος 2 παρείχε προς όφελος της εγγύηση με ημερομηνία 16/04/1999 (πρώτη φορά εγείρει αυτή τη θέση). Ενώ ανάφερε ότι έχουν εξοφληθεί όλες οι πιστωτικές της διευκολύνσεις εν τέλει πρόβαλε ότι ακόμα κι αν χρωστά κάτι θα είναι πολύ χαμηλό το ποσό καθότι οι Ενάγοντες χρέωσαν το λογαριασμό δανείου με παράνομες χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποιήσεις τόκων. Αρνήθηκε επίσης ότι παραχώρησε η ίδια ή ο σύζυγος της, ο Εναγόμενος 2 υποθήκη προς εξασφάλιση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Αντεξεταζόμενη αναγνώρισε τις υπογραφές της επί των Τεκμηρίων 8,9 και
- Αρνήθηκε επίσης ότι παρέλαβε τις επιστολές των Τεκμηρίων 13 και 14 αλλά αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι στις εν λόγω επιστολές η διεύθυνση αλληλογραφίας είναι ορθή. Ως ανάφερε έμαθε για το υπόλοιπο ποσό που ζητούσαν οι Ενάγοντες (€52.826,83) την 10/02/2014 όταν την ενόχλησαν στο τηλέφωνο. Επιπροσθέτως ανάφερε ότι έμαθε για το συγκεκριμένο ποσό υπολοίπου στη συνάντηση που έγινε με την Τράπεζα ένα χρόνο προηγουμένως πριν το έτος 2014! Ισχυρίστηκε ότι ζήτησε στη συνάντηση αναδιάρθρωση και να αφαιρέσουν τις παράνομες χρεώσεις αλλά από την άλλη ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε όλες τις διευκολύνσεις. Σε σχέση με τις επιστολές ως τα Τεκμήρια 5 και 6 όταν ερωτήθηκε εάν τις έχει ξαναδεί ενώ αρχικά είχε πει ότι είχε ξαναδεί την επιστολή, σε ερώτηση εάν την αναγνωρίζει απάντησε δεν ξέρω, σε ερώτηση εάν τις παρέλαβε τις επιστολές απάντησε δε θυμάμαι. Νομική Πτυχή Τα βασικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν και κατά συνέπεια χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο σε περιπτώσεις όπου αξιώνεται οφειλόμενο τραπεζικό χρέος είναι[3]: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της, (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπενθυμίζω επίσης ότι η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βαρύνει τους Ενάγοντες οι οποίοι πρέπει να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Νοείται ότι η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[4] Αξιολόγηση Μαρτυρίας Προχώρησα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έχω εξετάσει τόσο την προφορική όσο και τη γραπτή μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, τη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται, τη λογικοφάνεια, αληθοφάνεια, κοσκινίζοντας επίσης τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά.[5] Σε σχέση με τη μαρτυρία κάποιου εμπειρογνώμονα, αυτός οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ένα πρόσωπο όμως μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει όλα τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε.[6] Όπως επίσης είναι καλά γνωστό από τη νομολογία[7] η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Όπου έγινε προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας δε θα ληφθεί υπόψη. Η μαρτυρία του ΜΕ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Μου έδωσε την εντύπωση αξιόπιστου μάρτυρα. Απαντούσε με πληρότητα και σαφήνεια. Θεωρώ ότι παράθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα που γνώριζε, τα γεγονότα που είχε άμεση εμπλοκή αλλά εξήγησε επίσης και την ακριβή εμπλοκή και γνώση του. Για όσα θέματα δεν είχε προσωπική γνώση υπήρξε ειλικρινής και το αποκάλυπτε ευθέως. Φάνηκε επίσης ότι για κάποια θέματα που δεν είχε προσωπική γνώση πρόβηκε ο ίδιος σε προσωπική έρευνα. Αναφορικά με την κατάρτιση των συμφωνιών τόσο της συμφωνίας δανείου όσο και των συμφωνιών υποθήκης και εγγύησης παρόλο που δεν είχε εμπλοκή εντούτοις η μαρτυρία του υποστηρίχθηκε με τα έγγραφα και στην ουσία τους δεν αμφισβητήθηκαν επιτυχώς. Παρείχε εξηγήσεις ως προς τον τρόπο κατάρτισης και λειτουργίας των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμηρίου 16), εξήγησε με επάρκεια τον τρόπο που υπολογίστηκε το υπόλοιπο ποσό και παράπεμψε και εξήγησε τους όρους της συμφωνίας (Τεκμήριο 9, 8) και τα όσα διαλαμβάνονται στα Τεκμήρια που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής ως προς τις χρεώσεις επιτοκίων που υπολογίστηκαν και πως πρόκυψαν αυτές, αλλά και το πως πραγματοποιήθηκαν οι μεταβολές των επιτοκίων. Δεν έχω διαπιστώσει να προσπάθησε ο μάρτυρας να αλλοιώσει ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω ότι κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε η εν γένει αξιοπιστία του. Οι τοποθετήσεις του ήταν τεκμηριωμένες. Δεν παραγνωρίζω όμως ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του αναλώθηκε σε ερμηνεία που ο ίδιος έδωσε επί του περιεχομένου κάποιων εγγράφων, θέσεις που σαφώς δεν έχουν κάποια βαρύτητα όπως και τυχόν τοποθετήσεις του επί νομικών ζητημάτων όπως για παράδειγμα η θέση του για το εάν η κατάσταση λογαριασμού αποτελεί τραπεζικό έγγραφο. Σαφώς και αυτά αποτελούν θέματα που θα εξετάσει το δικαστήριο. Ομοίως την ερμηνεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών από τις συμφωνίες κ.τ.λ. θα τα εξετάσει το Δικαστήριο. Όμως δε κλονίστηκε η αξιοπιστία του από τις τοποθετήσεις του. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ1 παρόλο που δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του και ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του, εξέτασα το επάγγελμα, την εκπαίδευση, τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας, στην ειδικότητα του.[8] Ο ΜΥ1 αν και προσπάθησε να δείξει στο Δικαστήριο ότι ούτε η κατάσταση λογαριασμού που ετοιμάστηκε από την Τράπεζα (Τεκμήριο 15) ήταν ορθή αλλά ούτε και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού(Τεκμήριο 16) τα συμπεράσματα του παρουσιάστηκαν με κάποια σύγχυση και ασάφεια. Δεν μπορώ λοιπόν να καθοδηγηθώ από τη μαρτυρία του και να προβώ σε ασφαλή ευρήματα. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να βοηθήσει τους Εναγόμενους. Παρατήρησα ότι ενώ η θέση του ήταν ότι οι Ενάγοντες πρόβηκαν σε κεφαλαιοποίηση των τόκων πέραν των 2 φορών ετησίως εν τέλει ανάφερε ότι προβήκαν τελικά σε έμμεση κεφαλαιοποίηση χωρίς να επεξηγεί με επάρκεια τι είναι. Μάλιστα κατά την επανεξέταση του για κάποιες συγκεκριμένες χρεώσεις τόκων έκρινε ότι δεν έγινε κεφαλαιοποίηση των τόκων χωρίς να εξηγεί γιατί υπάρχει αυτή η διαφοροποίηση με άλλες χρεώσεις τόκων της ίδιας κατηγορίας. Επίσης δεν παρουσίασε άλλη αναδομημένη κατάσταση με τις χρεώσεις και υπόλοιπα που θεωρεί ορθά αφού η θέση του ήταν ότι οι αναδομημένες καταστάσεις δεν ήταν ορθές ώστε να βοηθηθεί το Δικαστήριο. Εν τέλει με τη μαρτυρία του δεν καταδείχθηκε ότι η πρακτική των Εναγόντων στην ετοιμασία των αναδομημένων λογαριασμών αλλά και η πρακτική τους να ενεργούν με βάση τον όρο 2 της επίδικης συμφωνίας δανείου ότι είναι λανθασμένη ή ότι αυτή η πρακτική ισοδυναμεί με κεφαλαιοποίηση τόκων. Κρίνω ότι τα συμπεράσματα του, ότι δηλαδή με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού υπολογίστηκαν περισσότεροι τόκοι ή ότι κεφαλαιοποιήθηκε ο τόκος περισσότερες από 2 φορές το χρόνο ή ότι παράγονται λανθασμένα αποτελέσματα δεν έχουν τεθεί αντικειμενικά και δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η μεθοδολογία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί ή ποιο θα ήταν το ορθό υπόλοιπο κατά το μάρτυρα για να μπορεί το Δικαστήριο να βασίσει τα ευρήματα του. Ελλείψει των απαραίτητων εχεγγύων δεν μπορώ να βασιστώ στα συμπεράσματα του. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία της ΜΥ2, ήτοι της Εναγόμενης
- Η μαρτυρία της ΜΥ2 δε μου έκανε θετική εντύπωση αλλά ούτε υπήρξε βοηθητική για το Δικαστήριο. Ήταν φανερή η προσπάθεια της να αποποιηθεί τις οικονομικές της υποχρεώσεις ώστε δε δίστασε να προβάλλει νέες θέσεις και ισχυρισμούς όπως ότι εξόφλησε κάθε πιστωτική διευκόλυνση. Ενώ η θέση της ήταν ότι δεν έχει κάποια άλλη εκκρεμότητα με την Τράπεζα ως φάνηκε εκκρεμεί κι άλλη αγωγή εναντίον της για οφειλόμενα ποσά, θέση που δεν αμφισβήτησε. Επίσης πρόβαλε πολύ γενικά και αόριστα ότι είχε συνάντηση με την Τράπεζα για αναδιάρθρωση ένα έτος πριν το έτος 2014 αλλά και ότι στη συνάντηση έμαθε για το υπόλοιπο ποσό των €52.826,83 αλλά το εν λόγω υπόλοιπο διαπιστώθηκε στις 10/02/2014 και όχι ένα χρόνο προηγουμένως. Δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Υπέπεσε και σε αντιφάσεις. Ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε αλλά εν τέλει ανάφερε ότι ο λογαριασμός χρεώθηκε με παράνομους τόκους και κεφαλαιοποιήσεις και εάν χρωστά θα είναι πιο χαμηλό. Ενώ έκανε αναφορά γενικά σε εξόφληση δεν παρουσίασε εξοφλητική απόδειξη αλλά επίσης ανάφερε ότι έκανε προσπάθεια για αναδιάρθρωση. Ποιος ο λόγος να γίνει αναδιάρθρωση αφού είχε εξοφλήσει. Παράλληλα προσπάθησε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να δημιουργήσει εντυπώσεις σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 31/10/2008 η οποία αποτελεί μέρος της δέσμης εγγράφων του Τεκμηρίου 17 αναφέροντας ότι στην επιστολή αναγράφηκε λάθος ποσοστό επιτοκίου και ότι η Τράπεζα ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού επειδή έκανε λάθος θέσεις που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα αλλά εν πάση περίπτωση παρέμειναν μετέωρες. Κρίνω τη μαρτυρία της ΜΥ2 ως αναξιόπιστη. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των θεμάτων που χρήζουν ειδικώς επίλυση ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί στα αναγκαία ευρήματα. Α. Πρωτίστως θεωρώ ορθότερο να εξετάσω τη νομιμοποίηση των Εναγόντων ήτοι της εταιρείας Themis Portfolio Management Holdings Ltd στο να προωθούν την αγωγή με αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ως έχει αναφερθεί από το ΜΕ1 και δεν έχει αμφισβητηθεί η επίδικη συμφωνία δανείου συνάφθηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Τράπεζας. Οι Ενάγοντες δυνάμει σχεδίου διακανονισμού μεταξύ τους και της Τράπεζας το οποίο επικυρώθηκε στις 04/06/2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αίτηση αριθμού 320/2021 έχει αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει την Τράπεζα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μεταξύ άλλων και του δικαιώματος συνέχισης της παρούσης αγωγής. Έχουν κατατεθεί επίσης ως Τεκμήριο 5 επιστολές από την Τράπεζα στους Εναγόμενους 1 και 2 ενημερώνοντας τους για την πρόθεση μεταβίβασης και πώλησης της επίδικης διευκόλυνσης, και ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 14/06/2021 η οποία στάλθηκε από την Τράπεζα προς τους Εναγόμενους (Goodbye Letters). Ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 14/06/2021 από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους 1 και 2 ( Hello Letters) με την οποία τους ενημέρωναν για τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Επισημαίνω επίσης ότι περί την 27/07/2021 καταχωρήθηκε ειδοποίηση στο φάκελο του Δικαστηρίου η οποία κοινοποιείται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και 2, ειδοποιώντας για τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης στους Ενάγοντες αλλά και ότι οι Ενάγοντες έχουν υποκαταστήσει την Τράπεζα σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με την υπό εκδίκαση αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν στα πλαίσια του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169(Ι)/15 (στο εξής ως «ο Νόμος 169(Ι)/15») και δη ότι ενήργησαν με βάση το άρθρο 18
(4)του εν λόγω Νόμου. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου σε σχέση με τη διαδικασία που προηγήθηκε της μεταβίβασης της πιστωτικής διευκόλυνσης και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί ότι έλαβαν χώρα κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αντικαταστήσει την Τράπεζα έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και των εξασφαλίσεων αυτής, ήτοι εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) Νόμου 169(Ι)/15. Περαιτέρω, το άρθρο 18
(4)του Νόμου 169(Ι)/15 προβλέπει πως οποιαδήποτε νομική διαδικασία η οποία, όπως η παρούσα, εκκρεμούσε κατά τον χρόνο μεταβίβασης συνεχίζεται κανονικά με την αυτόματη αντικατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή των διευκολύνσεων και η εν λόγω αντικατάσταση πραγματοποιείται με την καταχώριση σχετικής ειδοποίησης αντικατάστασης στο Πρωτοκολλητείο, η οποία τέτοια ειδοποίηση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες δύνανται να προωθούν την παρούσα Αγωγή. Παρέμεινε αναντίλεκτο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόντων μέχρι τις 30/09/2021 η Τράπεζα παρείχε υπηρεσίες διαχείρισης προς τους Ενάγοντες αναφορικά με τις επίδικες πιστώσεις και εξασφαλίσεις καθώς επίσης και για άλλα συναφή θέματα και ότι από την 01/10/2021 ο ΜΕ1 εργοδοτείται στους Ενάγοντες και παρέχει σ' αυτούς υπηρεσίες δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν ενήμεροι για τα πιο πάνω αφού ενημερώθηκαν μέσω των επιστολών που τους αποστάλθηκαν αλλά και μέσω της ειδοποίησης που καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δε προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Βέβαια αμφισβητήθηκε η αποστολή των συγκεκριμένων επιστολών (Τεκμήρια 5,6 και 7) όμως σύμφωνα με τη νομολογία η οποία παρατίθεται πιο κάτω η αποστολή επιστολής που αναγράφεται στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας των μερών τεκμαίρει και την παραλαβή της. Πέραν τούτου οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώθηκαν σχετικά με την ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι τα πιο πάνω γεγονότα και ιστορικό μεταβίβασης της πιστωτικής διευκόλυνσης και υποκατάστασης της Τράπεζας στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της από τους Ενάγοντες έγιναν με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 169(Ι) 2015 χωρίς να προκύπτει θέμα δικογράφησης των ενεργειών για υποκατάσταση. Η 0ςεδιαδικασία έγινε και ολοκληρώθηκε ως προβλέπει ο Νόμος και ειδοποιήθηκαν προσηκόντως οι Εναγόμενοι τόσο με επιστολές όσο και με ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Β. Σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12/06/2001 (Τεκμήριο 9 σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 8) Η συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 9) ως και η απόφαση της Τράπεζας για την παραχώρηση της πιστωτικής διευκόλυνσης (Τεκμήριο 8)και δη το περιεχόμενο τους επεξηγήθηκαν με επάρκεια από το μάρτυρα, υποστηρίζονται από τα όσα διαλαμβάνουν τα εν λόγω Τεκμήρια καθώς και ότι τα εν λόγω έγγραφα υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1, παρόλο που ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στην κατάρτιση τους. Το Τεκμήριο 9 αποτελεί ουσιαστικά το πρωτότυπο κείμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 1 αναγνώρισε την υπογραφή της επί του εγγράφου καθώς και επί του Τεκμηρίου 8, έγγραφη απόφαση της Τράπεζας με την οποία έγκρινε την αίτηση της για παραχώρηση δανείου τακτής προθεσμίας. Παρόλο που μέσω της μαρτυρίας της και της Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε κάποιο έγγραφο με ημερομηνία 12/06/2021 η ίδια δεν παρουσίασε το έγγραφο που ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε ούτε αμφισβήτησε το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας στην ουσία του αλλά ούτε και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 απόφαση της Τράπεζας για παραχώρηση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Αποδέχομαι και αποτελούν ευρήματα μου, ότι με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και κρίνεται αξιόπιστη ότι στις 12/06/2001 υπογράφηκε η συμφωνία δανείου και δη δάνειο τακτής προθεσμίας στη βάση της οποίας ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου αρχικά με αριθμό [ ] (νέος αριθμός [ ]).[9] Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ως τροποποιήθηκε δε γίνεται αναφορά στο είδος της πιστωτικής διευκόλυνσης αλλά μόνο στο ότι οι Ενάγοντες προσήλθαν σε έγγραφη συμφωνία με την Εναγόμενη 1 η οποία της κοινοποιήθηκε περί την 06/06/2001 με βάση την οποία ανέλαβαν να παρέχουν δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις. Παρατίθενται επίσης κάποιες λεπτομέρειες των όρων της συμφωνίας. Δε συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 ότι η μη δικογράφηση τους είδους της τραπεζική διευκόλυνση ήτοι ότι επρόκειτο δάνειο τακτής προθεσμίας αποτελεί σοβαρή παράλειψη ή ότι έπρεπε να δικογραφηθούν. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Speed Line Autoservices Ltd και Υδρόγειος Ασφαλιστική Εταιρεία Κύπρου Π.Ε. 324/2014 ημερομηνίας 07/03/2013:«Η συμμόρφωση με τη Δ.19 της Πολιτικής Δικονομίας για δικογράφηση των ουσιωδών γεγονότων και αναφορικά για σύμβαση για τους όρους αυτής και τον χρόνο και τόπο σύναψης της, είναι αναγκαία για λόγους σαφούς αντίληψης των πραγμάτων και προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων.» Παρατηρώ ότι στο δικόγραφο παρατίθενται τα γεγονότα που στηρίζουν τη βάση της αγωγής, τίθενται συνοπτικά οι όροι της συμφωνίας για παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης, η ημερομηνία, το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Το περιεχόμενο του δικογράφου ήταν σαφές δεν άφηνε αμφιβολία ότι παραχωρήθηκε τραπεζική διευκόλυνση στην Εναγόμενη 1, την 12/06/2001 με τους όρους που αναγράφηκαν. Τα ουσιώδη γεγονότα, αποκάλυπταν σε ευλόγως ικανοποιητικό βαθμό την απαίτηση των Εναγόντων κατά των Εναγόμενων 1 και
- Η μη αναγραφή λοιπόν του είδους της τραπεζικής διευκόλυνσης και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για απόδειξη της ύπαρξης συμφωνίας δεν είναι εκτός δικογράφων. Υπενθυμίζω επίσης ότι η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε σε περίπτωση ασάφειας να αιτηθεί περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, κάτι που δε φαίνεται να ζητήθηκε. Γ. Σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 10) και συμβάσεις υποθήκης (Τεκμήρια 11 και 12) Η επίδικη σύμβαση εγγύησης (Τεκμήριο 10) υπογράφηκε ως φαίνεται σε προγενέστερο χρονικό σημείο από την παραχώρηση προς την Εναγόμενη 1 της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και δη περί την 16/04/
- Ως προκύπτει από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε μέσω του Τεκμηρίου 8 να παραχωρηθούν ως εξασφαλίσεις για την πιστωτική διευκόλυνση που θα της παραχωρείτο το έτος 2001 οι υφιστάμενες και κατεχόμενες εξασφαλίσεις. Κατά την ακροαματική διαδικασία η Εναγόμενη 1 αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του Εναγόμενου 2 επί του εγγράφου εγγυήσεως (Τεκμήριο 10). Μέσω της Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 2 δεν αρνείται την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης παρόλο που τέθηκε αυτή η θέση κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, παρά μόνο ότι δεν αφορούσε το εν λόγω έγγραφο τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 αλλά και ότι δεν εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου. Στο ερώτημα λοιπόν κατά πόσο το Τεκμήριο 10 (σύμβαση εγγύησης) εξασφάλιζε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου η απάντηση προκύπτει από τον όρο 2 της εν λόγω συμφωνίας εγγύησης στην οποία αναγράφεται ρητά ότι ο υπογραφών δηλαδή ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε κατέστησαν ή που πιθανόν κατέστησαν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συνεχής εγγύηση εκτός εάν αυτή τερματιστεί με ειδοποίηση του εγγυητή. Συμφώνησε επίσης ο Εναγόμενος 2 μέσω του Τεκμηρίου 10 όπως χωρίς τη συγκατάθεση του να μπορεί η Τράπεζα να τερματίζει, ελαττώνει και να αυξάνει τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς την Εναγόμενη
- Δε χωρεί αμφιβολία ότι πρόθεση του Εναγόμενου 2 ήταν να εξασφαλιστεί η Τράπεζα για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν στο μέλλον στην Εναγόμενη
- Δεν έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 στο Δικαστήριο ούτε προβλήθηκε κάτι διαφορετικό ως προς την πρόθεση του να παράσχει εγγύηση για τις μελλοντικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1[10]. Δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να συνηγορεί ότι το έγγραφο εγγύησης δε θα κάλυπτε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση η οποία ουσιαστικά αφορούσε μελλοντική υποχρέωση της Εναγόμενης 1 ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι έπαυσε η εγγύηση να υφίσταται ή ότι τερματίστηκε.[11] Ο ΜΕ1 πέραν των πιο πάνω εξήγησε ότι οι υποχρεώσεις εξοφλήθηκαν με την επίδικη σύμβαση δανείου αναγράφηκαν ξεκάθαρα στο Τεκμήριο
- Κρίνω ότι η εγγύηση που παραχωρήθηκε με το Τεκμήριο 10 το έτος 2001 ήταν σε ισχύ και συνέχιζε να εξασφαλίζει τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Μιάρης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,[12] όπου αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Από το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. Μαΐου 2007, που όπως σημειώσαμε, αποτελεί κοινό έδαφος ότι υπογράφτηκε και κατατέθηκε εκ συμφώνου, στοιχειοθετείται η ανάληψη ευθύνης από την εφεσείουσα 2 για τις «παρούσες» και «μελλοντικές» υποχρεώσεις του εφεσείοντα 1 (παρα.1 της συμφωνίας). Από το ίδιο το λεκτικό καταδεικνύεται η σαφής πρόθεση των μερών που δεν ήταν άλλη παρά η εξασφάλιση προς όφελος των εφεσιβλήτων της εγγύησης της εφεσείουσας 2 για τις υποχρεώσεις του εφεσείοντα 1.» Ως εκ τούτου δε χωρεί αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος 2 καθίσταται υπόχρεος πληρωμής του οφειλόμενου ποσού που προέρχεται από την επίδικη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 9, στη βάση της σύμβασης εγγύησης ως το, Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος 2 επίσης παραχώρησε ως εξασφάλιση υποχρεώσεων του ίδιου αλλά και της Εναγόμενης 1 Υποθήκη με αρ. Υ5419/1997 του ακινήτου του με αριθμό εγγραφής 10071 Φύλλο (..), Σχέδιο (.), τεμάχιο (.) ½ μεριδίου του στις Πάνω Κυβίδες στη Λεμεσό. Στο έγγραφο Υποθήκης μέρος του Τεκμηρίου 12 το οποίο υπογράφει γεγονός που δεν αμφισβητείται ο Εναγόμενος 2 αναγράφεται σαν όρος ότι η Υποθήκη που παραχωρείται μεταξύ άλλων εξασφαλίζει υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα άμεση ή έμμεση. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι δεν υφίσταται η σύμβαση υποθήκης ή ότι έχει τερματιστεί για οιονδήποτε λόγο. Λαμβάνω υπόψη μου ότι η Εναγόμενη 1 αναγνώρισε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Με βάση τα όσα καταγράφονται στο έγγραφο Υποθήκης προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε πρόθεση να υποθηκεύσει το ακίνητο του για να εξασφαλίσει υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία περί το αντίθετο. Ως φάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 η εγγύηση που παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 (Τεκμήριο 10 αλλά και το Τεκμήριο 12 έγγραφο Υποθήκης) αποτελούσαν υφιστάμενες εξασφαλίσεις, κάτι που δεν αμφισβήτησε ούτε η Εναγόμενη
- Ο ΜΕ1 παράθεσε με σαφήνεια τα γεγονότα που συνδέονται με την επίδικη συμφωνία σε συνάρτηση με τη σύμβαση εγγύησης αλλά και το έγγραφο Υποθήκης Τεκμήριο
- Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο Εναγόμενος 2 ως ανάφερε μέσω της μαρτυρίας της η ΜΕ1 εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στο Κτηματολόγιο. Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είχαν εξοφληθεί τα δάνεια για τα οποία είχε υποθηκεύσει το ακίνητο του γιατί δεν πρόβηκε σε ενέργεια να αποδεσμευθούν αυτά. Δεν τέθηκε ενώπιον μου ότι πρόβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποδέσμευσης του ακινήτου του ούτε τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι υποθήκευσε το ακίνητο του για συγκεκριμένη τραπεζική διευκόλυνση η οποία να έχει εξοφληθεί. Υπενθυμίζω όμως ότι στο έγγραφο υποθήκης το οποίο υπέγραψε προκύπτει πρόθεση του να εξασφαλίσει και μελλοντικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι παρέλκει η περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Επιπροσθέτως ο ΜΕ1 κατάθεσε το Τεκμήριο 11 που αποτελείται μεταξύ άλλων από έγγραφο Υποθήκης υπογραμμένο από την Εναγόμενη 1 γεγονός που δεν αρνείται. Η Εναγόμενη 1 το 1997 υποθήκευσε τα ακίνητα της α) με αριθμό εγγραφής [ ], Φύλλο (..), Σχέδιο (.), Τεμάχιο (.), χωράφι,1/2 μερίδιο, ενορία Πάνω Κυβίδες, στη Λεμεσό και β) με αριθμό εγγραφής [ ], Φύλλο Liii, Σχέδιο [ ], Τεμάχιο [ ], χωράφι, ½ μερίδιο, Πάνω Κυβίδες Λεμεσό. Ομοίως η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε τα ακίνητα της με σκοπό να παρέχει στην Τράπεζα εξασφάλιση είτε αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική ή έμμεση ή άμεση. Κατά την αντεξέταση της δεν αρνήθηκε τους όρους της συμφωνίας που υπέγραψε. Δεν τέθηκε ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι η συμφωνία υποθήκης δεν ίσχυε ή ότι δεν αφορούσε την επίδικη συμφωνία δανείου. Οι όροι όμως του εγγράφου υποθήκης είναι ξεκάθαροι ως προς ότι η υποθήκη θα εξασφάλιζε και μελλοντικές υποχρεώσεις. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εγγύηση (Τεκμήριο 10) ή ότι οι υποθήκες (Τεκμήρια 11 και 12) δεν αποτελούσαν υφιστάμενες και κατεχόμενες εγγυήσεις. Αντιθέτως τέθηκε μόνο η αόριστη θέση ότι δεν εξασφάλιζαν την επίδικη συμφωνία. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι υποθήκες που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθώς και η εγγύηση που παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 εξασφάλισαν και την επίδικη συμφωνία δανείου. Δ. Παραβίαση όρων της συμφωνίας δανείου και δικαίωμα τερματισμού Στον όρο 2 (γ) της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο
(9)αναφέρεται ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δεν πληρωθεί την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο. Στην προκείμενη περίπτωση ως φάνηκε μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία εν πάση περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλλε τις δόσεις της συμφωνίας δανείου κατά το χρόνο που αυτές είχαν καταστεί πληρωτέες με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να βρίσκεται σε παραβίαση ουσιώδη όρου της συμφωνίας δανείου. Παραπέμπω επίσης στον όρο 3 της συμφωνίας δανείου δυνάμει του οποίου παρέχεται το δικαίωμα στην Τράπεζα όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση, να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο ή πιστωτική διευκόλυνση. Ως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού τόσο στο Τεκμήριο 15 όσο και στο Τεκμήριο 16 η τελευταία φορά που έγινε κατάθεση στο λογαριασμό δανείου ήταν στις 19/09/
- Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι πιστώσεις που έγιναν στο λογαριασμό δανείου. Από το Σεπτέμβριο 2011 (ως φαίνεται τόσο από το Τεκμήριο 15 όσο και από το Τεκμήριο 16) και έπειτα δε μεσολάβησε άλλη κατάθεση στο λογαριασμό δανείου ούτε η Εναγόμενη 1 παρουσίασε στοιχεία ότι πλήρωσε τις δόσεις της και/ή ότι εξόφλησε τις υποχρεώσεις της ως ισχυρίστηκε στη μαρτυρία της (θέση που ως αναφέρω τέθηκε για πρώτη φορά). Ως εκ τούτου ενεργοποιήθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας δυνάμει της συμφωνίας δανείου για τον τερματισμό της.[13] Ε. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού/Παραλαβή των επιστολών Παρατηρώ ότι στον όρο 14 της επίδικης συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 9) κάθε κοινοποίηση ειδοποίηση δύναται να δοθεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι στη διεύθυνση που είναι δηλωμένη ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του πελάτη. Eπίσης στο εγγυητήριο έγγραφο Τεκμήριο 10, όρο 10 αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι γραπτή ζήτηση βάση της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο αν δοθεί επιστολή που θα έχει σταλθεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναγράφεται στο εν λόγω έγγραφο. Αναφέρω ότι και στα δύο Τεκμήρια αναγράφεται η ίδια διεύθυνση. Το Τεκμήρια 13 αφορά επιστολή ημερομηνίας 22/08/2012 η οποία απευθύνεται στους Εναγόμενους 1 και 2 ενώ το Τεκμήριο 14 αφορά 2 επιστολές ημερομηνίας 07/12/2012 η οποία απευθύνεται στους Εναγόμενους 1 και
- Οι επιστολές αναγράφουν ως διεύθυνση αποστολής τη διεύθυνση οδός Γαρδένιας 10Α Εκάλη στη Λεμεσό
- Υπενθυμίζω ότι μέσω της Υπεράσπισης τους συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν αρνούνται ότι καταρτίστηκαν και ότι αποστάλθηκαν οι επιστολές ημερομηνίας 22/08/2012 και 07/12/2012 αλλά αρνούνται την παραλαβή τους. Συνεπώς η κατάρτιση και αποστολή των εν λόγω επιστολών δεν αμφισβητείται και αποτελεί εύρημα μου ότι αυτές έχουν καταρτισθεί και αποσταλθεί. Υπενθυμίζω θέσεις που δε δικογραφούνται ακόμη κι αν προβλήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία δε θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Προχωρώ να εξετάσω εάν έχουν παραληφθεί από τους Εναγόμενους 1 και
- Κρίνω ορθό να επισημάνω ότι στις εν λόγω επιστολές αναγράφονται τα στοιχεία του δανείου, του λογαριασμού και το υπόλοιπο. Το Τεκμήριο 13 αφορά επιστολή ημερομηνίας 22/08/2012 με την οποία η Τράπεζα ειδοποιεί τους Εναγόμενους 1 και 2 για το υπόλοιπο και τις καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων του δανείου ενώ το Τεκμήριο 14 αφορά επιστολή ημερομηνίας 07/12/2012 η οποία απευθύνεται προς τους Εναγόμενους 1 και 2 μέσω της οποίας ενημερώθηκαν ότι έχει τερματιστεί η λειτουργία του λογαριασμού του δανείου. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η Εναγόμενη 1 δια της δια ζώσης μαρτυρίας της επιβεβαίωσε ότι η διεύθυνση αλληλογραφίας της και του Εναγόμενου 2 συζύγου της είναι αυτή που αναγράφεται στις επιστολές (Τεκμήρια 13 και 14). Ο ΜΕ1 εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθεί και ακολούθησε η Τράπεζα στην ετοιμασία και αποστολή επιστολών αλλά και την πρακτική της Τράπεζας σε περίπτωση επιστροφής μιας επιστολής να τη φυλάσσει στο φάκελο της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν επιστράφηκε κάποια επιστολή εφόσον δεν εντόπισε στο φάκελο οποιεσδήποτε επιστολές που να επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο. Η θέση αυτή του μάρτυρα δεν έχει αμφισβητηθεί. Ούτε η διεύθυνση αποστολής που αναγράφεται στα Τεκμήρια 13 και 14 δεν αμφισβητήθηκε. Η μη επιστροφή κάποιας εκ των επιστολών (των Τεκμηρίων 13 και 14) αποτελεί εκ πρώτης όψεος απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν[14] και δη τεκμαίρεται ότι αυτές έχουν παραλειφθεί από τους Εναγόμενους 1 και
- Δεν έχει παρουσιαστεί αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία. Σημειώνω επιπροσθέτως ότι ως φάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και δεν αμφισβητήθηκε οι επιστολές ως τα Τεκμήρια 13 και 14 αποτελούν μέρος του φακέλου που διατηρούσε η Τράπεζα για την Εναγόμενη 1 και ο φάκελος ήταν στην κατοχή του ΜΕ1 λόγω των καθηκόντων του, δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι τέτοιο φάκελο διατηρούσε για κάθε πελάτη της, ούτε έτυχε αμφισβήτησης ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στις επιστολές είναι αυτή που αναγράφεται στη σύμβαση δανείου Τεκμήριο 9 και στη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο
- Επιπλέον δεν τέθηκε στο ΜΕ1 ότι πρόκειται για ψευδής ή κατασκευασμένη μαρτυρία (σε σχέση με τα εν λόγω Τεκμήρια) ούτε φάνηκε για πρόκειται για κατασκευασμένη μαρτυρία[15]. Για σκοπούς πληρότητας παραπέμπω στην απόφαση Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ[16], στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά στα τεκ. 3-7, τα οποία παρουσιάστηκαν από τη Μ.Ε.1 η οποία ανέφερε ότι είναι στην Υπηρεσία των εναγόντων-εφεσιβλήτων, στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών, και τα είχε στην κατοχή της. Το τεκ. 3 είναι η αίτηση ημερ. 29.4.2002 για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας, το τεκ. 4 είναι αναλυτική κατάσταση της κίνησης του λογαριασμού της εφεσείουσας, το τεκ. 5 είναι αντίγραφο επιστολής των εφεσιβλήτων ημερ. 13.8.2004 με την οποίαν οι εφεσίβλητοι ενημέρωναν την εφεσείουσα για το τότε ισχύον χρεωστικό επιτόκιο (που δεν έχει σημασία εφόσον τελικά η απαίτηση των εφεσιβλήτων περιορίστηκε μόνο σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης). Το τεκ. 6 είναι επιστολή των εφεσιβλήτων ημερ. 8.9.2004 με την οποίαν ζητούσαν από την εφεσείουσα την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού και το τεκ. 7 είναι επιστολή ημερ. 9.3.2005 με την οποίαν επίσης καλούσαν την εφεσείουσα να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας της. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην παρουσίαση εκ μέρους της Μ.Ε.1 των προαναφερόμενων τεκμηρίων αλλά ούτε και υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην απόδοση βαρύτητας εκ μέρους του πρωτόδικου δικαστηρίου στα προαναφερόμενα έγγραφα, δεδομένου ότι η εφεσείουσα ούτε τα αμφισβήτησε, ούτε τα αντέκρουσε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Η παρουσίαση εξ ακοής μαρτυρίας είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το νόμο και σ΄ αυτήν αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα από το δικαστήριο, σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει, όχι εξαντλητικά, ο νόμος. Δεν βρίσκουμε ούτε σ΄ αυτό το λόγο έφεσης οποιαδήποτε αιτία για επέμβαση του Εφετείου.» Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κ.α. v J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.[17] επίσης αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης από τους Εναγόμενους η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Ουσιαστικά το Τεκμήριο 14 συνιστά τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου δανείου ο οποίος επιτεύχθηκε μέσω της επιστολής ημερομηνίας 07/12/
- Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί κρίνω λοιπόν ότι έχει επέλθει νόμιμα ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου αλλά και ότι με την επιστολή του Τεκμηρίου 13 (προειδοποιητική επιστολή) το χρέος κατέστη απαιτητό από την πρωτοφειλέτιδα. Την ίδια προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 22/08/2012 παρέλαβε και ο Εναγόμενος 2 και ζητήθηκε και από τον ίδιο την αποπληρωμή του χρέους. Πέραν τούτου ως προκύπτει ο Εναγόμενος 2 παρέλαβε και την επιστολή τερματισμού του λογαριασμού (μέρος του Τεκμηρίου 14). Μεταξύ άλλων κρίνω ότι ζητήθηκε από την Τράπεζα με βάση τη συμφωνία εγγύησης Τεκμήριο 10 πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι αν ακόμη είχα προβεί σε εύρημα ότι οι επιστολές, ως τα Τεκμήρια 13 και 14, δεν είχαν ποτέ παραληφθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 θα κατέληγα ότι από το αργότερο από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σ'αυτούς το χρέος καθίσταται απαιτητό εφόσον η καταχώριση αγωγής σηματοδοτεί από μόνη της πρόθεση τερματισμού των συμβάσεων και ειδοποίηση απαίτησης των συμβάσεων.[18] Σημειώνω επίσης ότι με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε οι Εναγόμενοι 1 και 2 μετά το τερματισμό του επίδικου λογαριασμού δανείου και δη ακόμα και μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν πρόβηκαν στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Στο σημείο αυτό είναι ορθό να αναφέρω ότι και οι επιστολές των Τεκμηρίων 5,6 και 17 (επιστολή ημερομηνίας 31/10/2008 προκύπτει ότι συντάχθηκαν, αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 με τον ίδιο τρόπο ως οι επιστολές των Τεκμηρίων 13 και 14, στην ίδια διεύθυνση. Αποτελεί εύρημα μου ότι και οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και
- Υπενθυμίζω δεν ανατράπηκε με αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία το τεκμήριο παραλαβής τους, μάλιστα σε σχέση με τις επιστολές των Τεκμηρίων 5 και 6 η Εναγόμενη 1 αντεξεταζόμενη πρόβηκε σε αντιφατικές θέσεις, αφού όταν ερωτήθηκε εάν τις παράλαβε αρχικά φάνηκε να τις αναγνωρίζει μετά απάντησε δε θυμάμαι. ΣΤ. Εισήγηση περί καταχρηστικών ρητρών Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος (στο εξής «ως ο Ν.112(Ι)/21»), εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάφθηκαν ή τερματίστηκαν πριν τις 12.5.21 (άρθρο 75
(1)). Ο εν λόγω νόμος ουσιαστικά κατάργησε τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/96). Το τι μπορεί να σημαίνει καταχρηστικός όρος έχει ερμηνευθεί ως ο όρος ο οποίος «παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη είναι η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε παροτρύνσεις για να συμφωνήσει και όλες γενικά οι περιστάσεις κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Στην απόφαση Frakapor Courier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,[19] αναφέρθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 5, Ν.93(Ι)/96 -το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το άρθρο 50, Ν.112/(Ι)/21 κατέληξε ότι για να αποδειχθεί ότι ένας όρος είναι καταχρηστικός «είναι απαραίτητο να καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της τράπεζας». Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανάφερε επίσης: «Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων». Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την πιο πάνω προσέγγιση: «Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της "καλής πίστης". Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συναφθεί η σύμβαση δανείου, στηριζόμενο στο εύρος της προσαχθείσας μαρτυρίας από τους εφεσιβλήτους. Είναι σ' αυτό το πλαίσιο που αποφάσισε ότι παρόλες τις υποβολές, οι εφεσείοντες δεν είχαν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Το επιχείρημα που προβλήθηκε ότι, το Δικαστήριο έθεσε το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης καλής πίστης στους εφεσείοντες, δεν έχει έρεισμα.» Στην επίδικη συμφωνία δανείου και δη στο Τεκμήριο 9 αποτέλεσε μεταξύ άλλων όρος ότι ο τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων αλλά και ότι για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Επιπροσθέτως η Τράπεζα δικαιούται δικαιούται να μεταβάλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τις προμήθειες και/ή τα τραπεζικά δικαιώματα ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο. Επίσης η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού. Η θέση της Εναγόμενης 1 είναι ότι οι εν λόγω όροι της συμφωνίας δανείου αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες. Σημειώνω ότι η θέση αυτή τέθηκε πολύ γενικά εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση. Το Δικαστήριο ναι μεν έχει την εξουσία να εξετάζει ακόμη και αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας όμως πρέπει να διαθέτει τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία.[20] Πέραν τούτου ως προκύπτει από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Τράπεζα μέσω δημοσιεύσεων στον τύπο ενημέρωνε το κοινό με ανακοίνωση για τις μεταβολές στο επιτόκιο ή για την προσαύξηση στο περιθώριο ή απέστελλε επιστολές στους πελάτες της για το θέμα αυτό. Στη προκείμενη περίπτωση όλες οι ανακοινώσεις δημοσιεύσεις κ.τ.λ. αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
- Μέρος του Τεκμηρίου 17 είναι και η επιστολή ημερομηνίας 31/10/2008, η οποία με βάση τα όσα αναφέρθηκαν αποστάλθηκε και παραλήφθηκε από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 λοιπόν με βάση τις δημοσιεύσεις και επιστολές ενημερωνόταν κάθε φορά για τις μεταβολές των επιτοκίων αλλά και για τους παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονταν υπόψη ως προς τη μεταβολή και το ύψος αυτών. Δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι μέσω των δημοσιεύσεων του Τεκμηρίου 17 δημοσιεύονταν οι αλλαγές και μεταβολές των επιτοκίων. Με σαφήνεια εξήγησε ο ΜΕ1 τις μεταβολές που έγιναν στο βασικό επιτόκιο και στο περιθώριο και μάλιστα παράθεσε τα ποσοστά που ίσχυαν κάθε φορά στη βάση των οποίων έγιναν και οι χρεώσεις του λογαριασμού στις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήριο 16) μέχρι και σήμερα για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι η Εναγόμενη 1 είναι αυτή που αποτάθηκε στην Τράπεζα όπως της παραχωρηθεί τραπεζική διευκόλυνση και υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Όπως έχει νομολογηθεί, τα συμβαλλόμενα μέρη σε μια συμφωνία είναι αυτά που καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο μεταβολής του επιτοκίου[21] και αυτό έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση τα μέρη και δη στα πλαίσια της ισχύουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο νομοθεσίας. Το κατά πόσο ο όρος για την αύξηση των επιτοκίων είναι καταχρηστικός αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτός ήταν κατανοητός στην Εναγόμενη 1 και κατά πόσο αυτή ήταν σε θέση να ενημερωθεί για τις αλλαγές δηλαδή κατά πόσο της παρασχέθηκε η ευκαιρία να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν τη μεταβολή και το ύψος των επιτοκίων.[22] Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να συνηγορεί ότι η Εναγόμενη 1 δεν αντιλήφθηκε το τι προνοεί ο όρος στη σύμβαση περί μεταβολής του ύψους του επιτοκίου, ούτε η ίδια ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο ούτε έχει θέσει ζήτημα μη αντίληψης ή ανάγνωσης των δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων της Τράπεζας σε σχέση με τις διάφορες κοινοποιήσεις ως προς τη μεταβολή του ύψους του επιτοκίου. Ήταν ενήμερη για τις αλλαγές και είχε τη δυνατότητα να ζητήσει να ενημερωθεί για τα κριτήρια και παραμέτρους που έλαβαν χώρα για τις μεταβολές στο ύψος του επιτοκίου αλλά δε φαίνεται να το έπραξε. Στο Τεκμήριο 17 στις διάφορες ενημερώσεις αναγράφονται ποιες ήταν οι συνθήκες που οδηγούσαν στις διάφορες μεταβολές είτε του βασικού επιτοκίου ή της προσαύξησης του περιθωρίου. Θεωρώ ότι η διαφάνεια ως προς την εφαρμογή των μεταβολών προκύπτει μέσω των δημοσιεύσεων στον τύπο. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 1 δεν πρόβαλε ποτέ κάποιο παράπονο ούτε ανάφερε κάτι σε σχέση είτε με μη κατανόηση κάποιου όρου στην επίδικη σύμβαση δανείου ούτε για το ύψος του επιτοκίου. Πέραν του ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σαφής ως προς τις μεταβολές στο ύψος των επιτοκίων, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση λόγω ακριβώς καταχρηστικής ρήτρας σε σχέση με τον τοκισμό. Δεν τέθηκε επίσης οτιδήποτε ενώπιον μου ότι η Τράπεζα ενήργησε κακόπιστα. Συνεπώς το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο όρος για τη χρέωση του τόκου και για τη μεταβολή αυτού δεν αποτελεί καταχρηστική ρήτρα. Παρατηρώ επίσης ότι στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 15) αλλά και στις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήριο 16) από το έτος 2001 που ανοίχθηκε ο λογαριασμός μέχρι και σήμερα ουδέποτε χρεώθηκε ο λογαριασμός με συνολικό επιτόκιο (βασικό και προσαύξηση) πέραν του συμφωνηθέντος δηλαδή πέραν του 9,500% προς όφελος της Εναγόμενης
- Σήμερα το επιτόκιο που χρεώνεται ο λογαριασμός είναι 8,500% μετά από τις διάφορες μεταβολές που μεσολάβησαν. Αν έκρινα ότι η συγκεκριμένη ρήτρα ήταν άκυρη λέγω ότι θα μπορούσε εν πάση περίπτωση να τεθεί σε εφαρμογή το συμβατικό επιτόκιο. Σε σχέση με τους όρους 3 και 5 της επίδικης συμφωνίας ήτοι ως προς το δικαίωμα της Τράπεζας να μπορεί χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο αλλά και ως προς τον όρο ότι μόλις τα δάνεια και/ή πιστώσεις ήθελαν ζητηθεί από την τράπεζα και θα καθίστανται απαιτητά και θα εξοφλούνται και θα πρέπει να πληρώσει ο οφειλέτης κάθε οφειλόμενο ποσό παρατηρώ αρχικά ως προς τον όρο 3 ότι η Τράπεζα δεν εφάρμοσε το συγκεκριμένο όρο αφού ο τερματισμός της λειτουργίας του λογαριασμού με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου έγινε μετά την αποστολή και παραλαβή από τους Εναγόμενους 1 και 2 προειδοποιητική επιστολή (ως το Τεκμήριο 13). Από την άλλη δε διαπίστωσα κανένας εκ των όρων 3 και 5 να μην είναι σαφής και κατανοητός ή να διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία μεταξύ των μερών. Να προσθέσω επίσης ότι στην προκείμενη περίπτωση το ποσό που σήμερα είναι απαιτητό δε περιλαμβάνει χρεώσεις προμήθειας δικαιωμάτων, δαπανών ή επιβαρύνσεις εκτός των επιτοκίων και τόκου υπερημερίας από τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Κρίνω ότι δε χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση. Σημειώνω ότι πρώτη φορά και μέσω των αγορεύσεων τέθηκε η θέση περί καταχρηστικότητας των όρων 3 και 5 και δε αντεξετάστηκε σχετικά η άλλη πλευρά. Ως προς το θέμα του διαιρέτη των 360 ημερών αναφέρω ότι ομοίως το θέμα αυτό δεν τέθηκε στο ΜΕ1 ούτε γενικά κατά την ακροαματική διαδικασία ούτε μέσω των δικογράφων παρά μόνο μέσω της αγόρευσης εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και
- Παρόλα αυτά με τα διαθέσιμα δεδομένα που είχα ενώπιον μου εξέτασα το ζήτημα. Σε σχέση με το ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να υπολογίζει τον τόκο με βάση το διαιρέτη των 360 ημερών, αυτό γίνεται αναφορά μόνο στην επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 9). Κατά την ακροαματική διαδικασία ουδέποτε τέθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε ο διαιρέτης των 360 ημερών για τον υπολογισμό του τόκου τόσο για την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 15) ούτε για τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 16). Δεν τέθηκε ούτε ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν τον διαιρέτη των 360 ημερών από τους μάρτυρες των Εναγόμενων. Το μόνο που προέκυψε από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είναι ότι στη συμφωνία του Τεκμηρίου 9 έγινε αναφορά σε υπολογισμό του τόκου με βάση το διαιρέτη των 360 ημερών. Στην απουσία μαρτυρίας λοιπόν για το ποιος διαιρέτης εφαρμόστηκε στην ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμήριο 15) και δη των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμήριο 16) που σύμφωνα με το ΜΕ1 έγινε μετά το έτος 2021 όταν μεταφέρθηκαν τα αρχεία της Τράπεζας στους Ενάγοντες, το ζήτημα είναι ακαδημαϊκής σημασίας. Επισημαίνεται όμως ότι σύμφωνα με το άρθρο 50
(5)του Ν. 112 (Ι)/2021 που εφαρμόζεται σήμερα «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται η ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στη βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στη βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους. Ως εξηγώ ανωτέρω ο Ν.112(Ι)/2021 κατήργησε Ν. 93(Ι)/1996 στον οποίο γινόταν αναφορά στο ζήτημα των καταχρηστικών ρητών σε καταναλωτικές συμβάσεις. Ο Ν. 93(Ι)1996 προτού καταργηθεί είχε τροποποιηθεί με το Νόμο Ν.49(Ι)/2016 και με το άρθρο 5
(5)είχε οριστεί ως καταχρηστική ρήτρα κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο στη βάση των 360 ημερών αντί στη βάση των 365 ημερών. Ο τότε τροποποιητικός Νόμος 49(Ι)/2016 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22.4.
- Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εν λόγω τροποποιητικού νόμου, θα τίθετο σε ισχύ 30 ημέρες από την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι τις 22.5.
- Ο πιο πάνω τροποποιητικός νόμος δεν δύναται να εφαρμοσθεί αναδρομικά. Προκύπτει λοιπόν ότι εάν η Τράπεζα χρησιμοποιούσε τον υπολογισμό του τόκου στη βάση των 360 ημερών μέχρι την 21.05.2016 αυτό δε θα ήταν αντίθετο με οποιαδήποτε καταχρηστική ρήτρα. Όμως υπενθυμίζω ότι δε τέθηκε μαρτυρία ποιος διαιρέτης χρησιμοποιήθηκε ούτε ότι οι Ενάγοντες μετά την 22/05/2016 χρησιμοποίησαν διαιρέτη των 360 ημερών αντί των 365 ημερών. Σημειώνω επίσης ότι δε τέθηκε ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ούτε προέκυψε ότι με το διαιρέτη που χρησιμοποιήθηκε τέθηκαν παράνομες χρεώσεις τόκων. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβαίνει σε εικασίες. Εν προκειμένω το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι δε διαφάνηκε να προέβησαν οι Εναγόμενοι σε παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις τόκων. Το μόνο που προκύπτει με σαφήνεια και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι σε καμία περίπτωση δε χρεώθηκαν τόκοι πέραν των συμφωνηθέντων επιτοκίων. Ζ. Τόκος υπερημερίας στο ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο Αποτέλεσε μεταξύ άλλων όρος της επίδικης συμφωνίας δανείου ότι: «αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται». Μέσω της ακροαματικής διαδικασίας ο ΜΕ1 δήλωσε εκ μέρους των Εναγόντων, ότι δε διεκδικούν επιτόκιο υπερημερίας ως αυτό προβλέπεται και με τον τρόπο που προβλέπεται στην επίδικη συμφωνία δανείου. Διεκδικείται επιτόκιο υπερημερίας 2% επί του λογαριασμού δανείου μετά τον τερματισμό του λογαριασμού δανείου. Εξηγώντας ο ΜΕ1 τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 16) ανάφερε ότι συμπεριλήφθηκε τόκος υπερημερίας σε ποσοστό 2% μετά τις 07/12/
- Είναι ξεκάθαρο όμως ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας προβλέφθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώσει τόκο υπερημερίας στο χρεωστικό υπόλοιπο της επίδικης συμφωνίας δανείου όταν αυτό θα καθίστατο πληρωτέο. Σύμφωνα με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 (στο εξής ως «ο Νόμος 160(Ι)/1999») και δη στο άρθρο 3 προνοείται σήμερα ότι: «(Ια) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιοσδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Εν προκειμένω η επίδικη σύμβαση δανείου τερματίστηκε στις 07/12/
- Συνεπώς εφαρμόζεται το εδάφιο 1(β) του άρθρου 3 του Νόμου 160(Ι)/
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 160(Ι)/1999 και δη ως τροποποιήθηκε θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά εκτός κι αν το ύψος του έχει συμφωνηθεί. Σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση ως φαίνεται ξεκάθαρα από την επίδικη συμφωνία και γίνεται αποδεκτό και από το Δικαστήριο και συναφώς αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, η επιβολή τόκου υπερημερίας καθώς και το ύψος του προνοείτο ρητά στην επίδικη συμφωνία. Ήταν δικαίωμα της Τράπεζας δηλαδή να το διεκδικήσει με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στην επίδικη συμφωνία[23]. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α. v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου)[24] επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας προς 3% λόγω του ότι αυτό προβλεπόταν στη συμφωνία μεταξύ των μερών. Τέθηκε μεταξύ άλλων ότι αυτό ήταν σε αντίθεση με το 160(Ι)/
- Το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμο το παράπονο των Εφεσειόντων αναφέροντας ότι αυτό προβλεπόταν από τη συμφωνία. Κρίνω λοιπόν ότι παρόλο που δεν αποδείχθηκε ειδική ζημιά ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να διεκδικήσουν τόκο εφόσον στην επίδικη συμφωνία δανείου αποτέλεσε συμβατικό δικαίωμα των Εναγόντων. Υπενθυμίζω επίσης ότι το ποσοστό επιτοκίου πλέον που έχει επιβληθεί είναι σε ποσοστό 2% και δη είναι σύμφωνο με το Ν. 160(Ι)/
- Η. Οφειλόμενο υπόλοιπο/κατά πόσο οι καταχωρήσεις και χρεώσεις τόκων που περιέχονται στις οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 16) σε σχέση με το λογαριασμό δανείου είναι ορθές Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρέμεινε οφειλόμενο ποσό σε αντίθεση με τους Εναγόμενους 1 και 2 που ισχυρίζονται ότι δε χρωστούν. Μάλιστα η Εναγόμενη 1 κατά τη δια ζώσης μαρτυρίας της εξέφρασε τη θέση ότι εξόφλησε όλες τις υποχρεώσεις της θέση που όχι μόνο δε δικογραφείται αλλά ούτε καταδείχθηκε. Γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν εκπληρώσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ότι σήμερα παραμένει υπόλοιπο. Αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Ο ΜΕ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 15 κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο από την Τράπεζα το οποίο αποτελεί μέρος του αρχείου της Τράπεζας μαζί με πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και ως Τεκμήριο 16 κατάθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ως ανάφερε ετοίμασε ο ίδιος. Η αναδόμηση λογαριασμών έχει κριθεί από τη νομολογία ως επιτρεπτή ενέργεια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εκτός δικογράφων όταν η Τράπεζα προσπαθεί να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων, δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων.[25] Επισημαίνω επίσης ότι οι Ενάγοντες έχουν μειώσει την απαίτηση τους για το ποσό των €63.915,98 πλέον τόκους προς 8,50% επί του ίδιου ποσού από 01/01/2022 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο ανά εξάμηνο την 30ην Ιουνίου και τη 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ1 έχει αποδειχθεί και αποτελεί εύρημα μου ότι η Τράπεζα είχε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών και τηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή όπου φυλάσσονταν όλες οι πράξεις και πληροφορίες που αφορούν τους λογαριασμούς πελατών. Ειδικότερα τηρείτο ηλεκτρονικά βιβλίο σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό δανείου από τις 07/06/2001, αυτό ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας το οποίο καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν υπό τη φύλαξη της στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της αλλά και ότι οι καταχωρήσεις (χρεοπιστώσεις) στον επίδικο λογαριασμό ως το Τεκμήριο 15 που αποτελεί μέρος αυτού του βιβλίου έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Το ηλεκτρονικό αρχείο μετά τις 08/06/2021 μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο που τηρούν οι Ενάγοντες και στο οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό δανείου από το άνοιγμα του μέχρι την ημερομηνία υποκατάστασης της Τράπεζας από τους Ενάγοντες. Κατόπιν εντολής του ΜΕ1 παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο όλες οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 15) και συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Τα πιο πάνω γεγονότα γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Στη βάση αυτών κρίνω ότι τα γεγονότα ως παρουσιάστηκαν ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Συνεπώς, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτή με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης στους Εναγόμενους για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς για να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού των δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στους λογαριασμούς.[26] Πέραν της γενικής αναφοράς από πλευρά της Υπεράσπισης ότι δε δικαιολογούνται χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 15) δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία με την οποία να αμφισβητηθούν επιτυχώς συγκεκριμένες καταχωρήσεις στο λογαριασμό (Τεκμήριο 15) ή ότι δεν έγιναν πιστώσεις ή ότι δεν έπρεπε να γίνει κάποια χρέωση ή ότι μια χρέωση ήταν αντίθετη με το νόμο και τη σύμβαση. Παρόλα αυτά αναφέρω ότι με το Τεκμήριο 16 (αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού) οι Ενάγοντες μείωσαν την απαίτηση τους και δε συντρέχει λόγος να αναλωθώ στην περαιτέρω στην εξέταση της ορθότητας της καταστάσεως λογαριασμού του Τεκμηρίου
- Αυτό όμως που διαπιστώνω είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 πέραν του ότι δεν αντίκρουσαν την ορθότητα του Τεκμηρίου 15 δεν το κατάφεραν αυτό ούτε για το Τεκμήριο 16 (αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού) ως εξηγείται αμέσως πιο κάτω σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Εναγόντων που απέδειξε τις καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στις αναδομημένες καταστάσεις ως και το υπόλοιπο ποσό σήμερα. Κατά την ακροαματική διαδικασία προβλήθηκε η θέση ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γιατί δεν αφορούν αντίγραφα από τραπεζικό βιβλίο. Έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες αποτελούν εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων, και ότι το αρχείο και τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο στην Τράπεζα μεταφέρθηκε στα αρχεία των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες τηρούν αρχείο στην επιχείρηση τους με τον επίδικο λογαριασμό ο οποίος αποτελεί πλέον μέρος του αρχείου τους δυνάμει του άρθρου 35
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Ο ΜΕ1 ο οποίος από τον Οκτώβριο 2021 βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων υπέγραψε το πιστοποιητικό που συνόδευσε το Τεκμήριο 15 και βεβαίωσε ότι πλέον οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού τηρούνται στα αρχεία των Εναγόντων. Δεν ετοιμάστηκε ξεχωριστό πιστοποιητικό για τις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήριο 16) αλλά με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου μπορώ να προβώ σε εύρημα ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης των Εναγόντων οι οποίες ετοιμάστηκαν και ελέγχθηκαν από τον ίδιο το ΜΕ
- Ο ΜΕ1 εξήγησε με σαφήνεια πως κατάρτισε το Τεκμήριο 16 ήτοι τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού όπως και το περιεχόμενο του αλλά και τι αφορά η κάθε στήλη σ'αυτές. Αποδέχομαι ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 16) έχουν αφαιρεθεί όλοι οι τόκοι υπερημερίας από την 12/06/2001 μέχρι και την 06/12/2012 ημερομηνία πριν τον τερματισμό που έγινε στις 07/12/2012 καθώς και χρεώσεις και έξοδα. Τόκος υπερημερίας χρεώνεται από την 07/12/2012 ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού σε ποσοστό 2%. Στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις έχει χρεωθεί το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας ως ίσχυε κάθε φορά όπως και το συμφωνηθέν περιθώριο με εξαίρεση τις μεταβολές που είχαν σαν αποτέλεσμα την προσαύξηση στο περιθώριο που δημοσιεύθηκε στον τύπο ή κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη με επιστολή. Έχουν αφαιρεθεί από τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ό,τι έξοδα περιλήφθηκαν στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 15, όπως έξοδα επιβάρυνσης περιόδου, τόκος υπερημερίας με τις διευκρινίσεις ως ανωτέρω. Κεφαλαιοποιήσεις τόκων γίνονταν 2 φορές ετησίως ως προβλέπεται στη συμφωνία και ο τρόπος υπολογισμού των τόκων έγινε δυνάμει των όρων της συμφωνίας. Αποτελεί εύρημα μου ότι το Τεκμήριο 16 καταρτίστηκε ως ανάφερε ο ΜΕ
- Ο ΜΕ1 επίσης πιστοποίησε ότι οι μεταβολές του συνολικού επιτοκίου που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό και ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο είχαν καταχωρηθεί στις καταστάσεις λογαριασμού που τηρούνταν από την Τράπεζα (Τεκμήριο 15) και οι ίδιες καταχωρήσεις έγιναν και στο Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι για τις αλλαγές στο επιτόκιο πραγματοποιούνταν και σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο με αναφορά στο Τεκμήριο 17, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Σε σχέση με τη δέσμη των εγγράφων του Τεκμηρίου 17 η αντεξέταση του ΜΕ1 επικεντρώθηκε μόνο σε μια επιστολή ημερομηνίας 31/08/2012 για την οποία ενημερωνόταν η Εναγόμενη 1 ότι από την 17/11/2008 θα υπήρξε μεταβολή στο περιθώριο σε 4,50%. Προσπάθησε να καταδειχθεί ότι το βασικό επιτόκιο που ανάγραφε στην επιστολή ήταν περισσότερο από αυτό που ίσχυε τον Νοέμβριο 2008 με το ΜΕ1 να επεξηγεί με σαφήνεια ότι κατά το χρόνο αποστολής της επιστολής ήτοι τον Οκτώβριο 2008 το επιτόκιο που είχε αναγραφεί ήταν το ορθό και ότι η ενημέρωση δεν αφορούσε μεταβολή στο βασικό επιτόκιο αλλά στην προσαύξηση. Κατά τα άλλα το περιεχόμενο των εγγράφων και δη ότι καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε ισχύ οι χρεώσεις του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου συμπεριλαμβανομένου και των δύο προσαυξήσεων στο περιθώριο ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 17 δεν αμφισβητήθηκε. Αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της αύξησης του περιθωρίου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται αμέσως πιο κάτω. Στη βάση των όσων αναφέρονται αποδέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 ως ορθό και αληθές. Αποτέλεσε επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν δεόντως για τις αλλαγές στο επιτόκιο. Επισημαίνεται ότι παρόλο που αμφισβητήθηκε η ορθότητα των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού εντούτοις με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν αποδείχθηκε το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Εκτός δηλαδή από γενικές αναφορές ότι έγινε κεφαλαιοποίηση πέραν των 2 φορών ετησίως (που κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε) ή ότι χρεώθηκαν τόκοι που δεν έπρεπε δεν αποδείχθηκε εσφαλμένο υπόλοιπο.[27] Η θέση ότι οι αναδομημένες καταστάσεις δεν είναι ορθές και ότι το υπόλοιπο που αναγράφεται σε αυτές είναι λανθασμένο παρέμεινε τελικά σε επίπεδο ισχυρισμών. Η αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία του ΜΕ1 δεν καταρρίφθηκε. Σημειώνω ότι δεν προβλήθηκε ποτέ από πλευράς της Εναγόμενης 1 ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος των επίδικων δανείων ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Ως καταδείχθηκε στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δε χρεωνόταν επιπρόσθετος τόκος ως υπήρξε η θέση της Υπεράσπισης αλλά για κάθε κατάθεση που γινόταν πρόκυπτε και ο ανάλογος τόκος που χρεωνόταν. Επρόκειτο δηλαδή για υπολογισμό του τόκου που χρεωνόταν και όχι επιπρόσθετη χρέωση του τόκου. Η θέση του αυτή ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά τη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο στην απόδοση ποσών πρώτα έναντι του τόκου και κατόπιν έναντι του κεφαλαίου τούτο δεν ευσταθεί εφόσον στη βάση του όρου 2 των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου τα μέρη συμφώνησαν ρητώς ότι «η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι των δανείων (.) πρώτον προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης, προμηθειών και δικαιωμάτων, και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου.» Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι υπήρξε εισήγηση εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 ότι παράνομα αυξήθηκε το περιθώριο και ότι οι αλλαγές στη μεταβολή του περιθωρίου δεν είχαν γνωστοποιηθεί στους Εναγόμενους. Επίσης μέσω της τελικής αγόρευσης εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 τέθηκε ότι δεν έγινε αναφορά στα δικόγραφα για τις μεταβολές που έγιναν και ότι το επιτόκιο που αφορά το περιθώριο (προσαύξηση) ήταν λανθασμένο αφού στην επιστολή ημερομηνίας 31/10/2008 (μέρος του Τεκμηρίου 17) έπρεπε η προσαύξηση να αφορά μικρότερο ποσοστό και όχι 4,50%. Αρχίζοντας από την τελευταία εισήγηση των Εναγόμενων αρχικά αναφέρω ότι τέτοια θέση δεν προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και δη ότι το ποσοστό του επιτοκίου που αφορά το περιθώριο ήταν λανθασμένο και/ή ότι θα έπρεπε να ήταν 3,75% και όχι 4,50% ή ότι η προσαύξηση στο περιθώριο που έγινε το έτος 2009 ότι θα έπρεπε να ήταν 5,00% και όχι 5,75%. Αναφέρω επίσης ότι κατά την ακροαματική διαδικασία η μαρτυρία που θα παρουσιαζόταν σχετικά με αυτό διαγράφηκε από τη γραπτή δήλωση της ΜΥ2 (Έγγραφο Γ) μετά από κοινή εισήγηση των συνηγόρων των διαδίκων. Συνεπώς θεωρώ ότι το ζήτημα δε χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να επεκτείνεται σε θέματα που δε δικογραφούνται ούτε επίσης σε θέματα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης ή εξέτασης κατά την ακροαματική διαδικασία. Η θέση επίσης ότι θα έπρεπε να δικογραφηθούν με λεπτομέρεια οι μεταβολές του συνολικού επιτοκίου στην Έκθεση Απαίτησης δε με βρίσκει σύμφωνη. Είναι αρκετή η συμπερίληψη στο δικόγραφο του όρου που περιλαμβάνεται στη συμφωνία δανείου με το δικαίωμα για μεταβολή του βασικού επιτοκίου, της προσαύξησης και του περιθωρίου καθώς και των όρων χρέωσης και δη ότι χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο. Μαρτυρία με σκοπό την απόδειξη κατάρτισης του λογαριασμού δανείου δεν υπέχει θέση σε δικόγραφο. Επαναλαμβάνω ότι στο δικόγραφο των Εναγόντων είχαν τεθεί τα ουσιώδη γεγονότα, η σύναψη δανείου, οι όροι αυτού, ό και χρόνος τόπος σύναψης και ήταν σε θέση οι Εναγόμενοι να αντιληφθούν σε ικανοποιητικό βαθμό την απαίτηση των Εναγόντων. Όσον αφορά το θέμα της προσαύξησης περιθωρίου και κατά πόσο ήταν επιτρεπτό να προχωρήσουν οι Ενάγοντες σε μεταβολή και αύξηση του περιθωρίου αρχικά αναφέρω ότι με βάση το Νόμο 160(Ι)/1999) μετά των συναφών τροποποιήσεων αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Πιστωτικό Ίδρυμα να χρεώνει ένα λογαριασμό με βασικό επιτόκιο και περιθώριο. Στο άρθρο 2Α του Ν. 160(Ι)/1999 μετά τις τροποποιήσεις στον εν λόγω νόμο, το έτος 2014 και 2015 έχει εισαχθεί απαγόρευση επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης μετά από μονομερή άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι τροποποιητικοί νόμοι των ετών 2014 και 2015 εφαρμόζονται από το έτος 2014 που τροποποιήθηκε ο νόμος και έπειτα. Σύμφωνα επίσης με τον όρο 2Β και 3Α του εν λόγω νόμου η επίδικη σύμβαση δανείου καλύπτεται από τους τροποποιητικούς νόμους 2014 και
- Αυτό που προκύπτει είναι ότι η συμβατική ρήτρα που περιέχεται στην επίδικη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, και παρείχε συμβατικό δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου του επιτοκίου, σταματά να εφαρμόζεται από την ημερομηνία θέσπισης του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου δηλαδή μετά το έτος
- Στην προκείμενη περίπτωση ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε περί την 07/12/
- Με βάση τα δεδομένα της υπό εξέταση υπόθεσης αυτό που προκύπτει είναι ότι οι χρεώσεις στο λογαριασμό δανείου έγιναν με βάση την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 9), και με βάση κυμαινόμενο επιτόκιο (βασικό επιτόκιο και περιθώριο). Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 για τις μεταβολές που έγιναν κατά καιρούς στο βασικό επιτόκιο και στο περιθώριο όπως και στο ύψος τους αλλά και για το ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση γι' αυτά. Με τις μεταβολές που μεσολάβησαν από το έτος 2001 και έπειτα μέχρι την 07/12/2012 το συνολικό επιτόκιο (δηλαδή βασικό επιτόκιο και περιθώριο) που χρεώθηκε ο λογαριασμός ανέρχεται σε 8,500%. Το περιθώριο δε μεταβλήθηκε έκτοτε και παραμένει μέχρι σήμερα σταθερό. Οι αλλαγές και μεταβολή του περιθωρίου από την Τράπεζα έγινε σε 2 ημερομηνίες στις 17/11/2008 και στις 13/05/2009 με την ανάλογη ενημέρωση της Εναγόμενης 1 μέσω του Τεκμηρίου 17 ως εξηγήθηκε ανωτέρω στην παρούσα. Όταν έγιναν οι μεταβολές στο περιθώριο από την Τράπεζα δεν υπήρχε η απαγόρευση στην μεταβολή του αφού ο τροποποιητικός νόμος τέθηκε σε εφαρμογή μετά το έτος
- Μετά το έτος 2014 όμως δεν υπήρξε καμία μεταβολή στο περιθώριο. Συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε ο Ν. 160(Ι)/1999 ή ότι επιβλήθηκαν παράνομες χρεώσεις στο λογαριασμό. Ως εξηγείται όταν έγιναν οι μεταβολές δεν υπήρχε απαγόρευση. Εξίσου σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και έγινε αποδεκτό η Τράπεζα άσκησε το νομοθετικό δικαίωμα της για κεφαλαιοποίηση μέχρι δύο φορές το χρόνο, όπως αυτό σημειώνεται στο άρθρο 3
(1)(δ) του Ν.160(Ι)/1999 και με βάση το άρθρο 3
(1)(α) της εν λόγω νομοθεσίας, εκτέλεσε την υποχρέωση της να ενημερώνει την Εναγόμενη 1 για το βασικό επιτόκιο που θα χρεώνεται κάθε φορά. Καταληκτικά δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να συνηγορεί στην παραβίαση του Ν. 160(Ι)
- Επαναλαμβάνω ότι ο ΜΕ1 επεξήγησε ότι η αξίωση την οποία οι Ενάγοντες σήμερα προωθούν στη βάση του Τεκμηρίου
- Σε συνέχεια όλων των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι παρουσιασθείσες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με την κατάρτιση τους, τις χρεοπιστώσεις αλλά και το υπόλοιπο. Μετά από την εξέταση των επιμέρους ζητημάτων ως ανωτέρω σημειώνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε και έγινε αποδεκτή για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων συνιστά εύρημα μου, όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έγιναν αποδεκτά, αλλά και τα γεγονότα που αναφύονται από τα δικόγραφα ως παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν. Στη βάση αυτών έχουν εξαχθεί και τα συμπεράσματα ως ανωτέρω. Συνοπτικά αναφέρω ότι έχει αποδειχθεί η υπογραφή συμφωνίας δανείου τακτής προθεσμίας μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 με ημερομηνία 12/06/2001 για το ποσό των ΛΚ 28.0000,
- Η Εναγόμενη 1 παραχώρησε ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της υφιστάμενη εξασφάλιση που είχε παραχωρήσει και δη τη σύμβαση και δήλωση Υποθήκης με αριθμού Υ5418/
- Ο Εναγόμενος 2 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 με βάση υφιστάμενο εγγυητήριο έγγραφο εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 για οποιοδήποτε ποσό. Επιπλέον παραχώρησε ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 υφιστάμενη εξασφάλιση που είχε παραχωρήσει και δη τη σύμβαση και δήλωση Υποθήκης με αριθμού Υ5419/
- Ο λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις. Η Εναγόμενη 1 δε συμμορφώθηκε με τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε περί την 07/12/
- Μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφληθεί ο λογαριασμός δανείου. Οι Ενάγοντες υποκατέστησαν την Τράπεζα και προωθούν την παρούσα αγωγή κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή θέματα Νόμου του
- Σήμερα παραμένει υπόλοιπο προς εξόφληση το ποσό των €63.915,98 πλέον τόκοι προς 8,50% επί του ιδίου ποσού. Προτού παραθέσω την κατάληξη μου κρίνω επιπροσθέτως ότι οι προδικαστικές ενστάσεις που έχουν εισάξει οι Εναγόμενοι 1 και 2 μέσω της Υπεράσπισης τους έχουν απαντηθεί μέσω των όσων έχουν τεθεί ανωτέρω και δεν μπορούν να επιτύχουν. Συνοπτικά αναφέρω ότι δεν αποδείχθηκε να παραβίασαν οι Ενάγοντες διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας ούτε να αρνήθηκαν να προβούν σε αναδιάρθρωση του επίδικου λογαριασμού δανείου. Σε καμία περίπτωση η αγωγή δεν είναι πρόωρη, ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε δεόντως αλλά ούτε η αγωγή είναι γενική και αόριστη. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €63.915,98 πλέον τόκους προς 8,50% επί ιδίου ποσού από 01/01/2022 μέχρι εξόφλησης. Εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των ακινήτων α)υπ' αριθμόν εγγραφής [ ], Φύλλο [ ], Σχέδιο [ ], τεμάχιο [ ], χωράφι εγγεγραμμένο μερίδιο ½, Πάνω Κυβίδες, Λεμεσός, β) υπ'αριθμόν εγγραφής [ ], Φύλλο [ ], Σχέδιο [ ], τεμάχιο [ ], χωράφι εγγεγραμμένο μερίδιο ½, Πάνω Κυβίδες, Λεμεσός δυνάμει της Υποθήκης με αριθμό Υ5418/1997 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, δια το ποσό των ΛΚ 4.000,00 (€6.834,40) πλέον τόκο προς 8% από 29/08/1997 και έξοδα και όπως το προιόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και/ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου υπ' αριθμόν εγγραφής [ ], Φύλλο [ ], Σχέδιο [ ], τεμάχιο [ ], χωράφι εγγεγραμμένο μερίδιο ½, Πάνω Κυβίδες, Λεμεσός, δυνάμει της Υποθήκης με αριθμό 5419/1997 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, δια το ποσό των ΛΚ 6.000,00 (€10.251,60) πλέον τόκο προς 8% από 29/08/1997 και έξοδα και όπως το προϊόν τέτοιας πώλησης καταλογιστεί προς εξόφληση και/ή έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Al Watani κ.α. v Παπαδοπούλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ 1924 [2] Γεώργιος Παπαγεωργίου v Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 [3] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [4] Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858. [5] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [6] Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). [7] βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05/06/2015 [8] Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285). [9] Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. v Κακάβου Π.Ε. 278/2010, ημερ.15/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:A683. [10] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 180 [11] Σχετικό είναι το άρθρο 87 και 88 του περί Συμβάσεων Νόμου. [12]
(2011)1 ΑΑΔ 1625. [13] Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 [14] Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 [15] Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Π.E. Αρ. 294/12 [15]ημερομηνίας 18.6.2019 [16] Π.Ε. αρ. 263/2010 ημερομηνίας 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A301 [17]
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726 [18] Καραολή ν Λαούρη
(2008)1 ΑΑΔ 225. [19] Πολιτική Έφεση 9/11, ημερ. 15.6.16 [20] βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006.) [21] Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α A.A.Δ, 194 [22] C125-18, Marc Gomez del Moral Guash v. Bankia SA, ημ. 3.3.20 Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο εξέτασε προδικαστικό ερώτημα κατά πόσο ρήτρα σε σύμβαση με κυμαινόμενο επιτόκιο με μονομερές δικαίωμα αλλαγής μέσω δημοσίευσης στον τύπο είναι καταχρηστική. Από την ανάλυση του θέματος στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης προέκυψε ότι η ύπαρξη ρήτρας παρόμοιας φύσης σε σύμβαση δε θεωρείται αυτομάτως ότι είναι καταχρηστική αλλά αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αυτή είναι κατανοητή στο δανειολήπτη και κατά πόσο παρασχέθηκε σ'αυτόν η δυνατότητα να αξιολογήσει τα κριτήρια τα οποία καθορίζουν τη μεταβολή και το ύψος του επιτοκίου. [23] Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818 [24] Π.Ε. 1/2010 ημερ. 8/7/2014, ECLI:CY:AD:2014:A484. [25] Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192. [26] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ.
- [27] Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 1/2020, 8.4.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο