AKB Probusinessbank (OAO) ν. Sergey Leonidovich Leontiev κ.α., Αρ. Αγωγής 1776/2018, 21/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A90 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1776/2018 Μεταξύ: AKB Probusinessbank (OAO) (OGRN 1027700508978, INN 7729086087) δια μέσω του Εκκαθαριστή και/ή Διαχειριστή και/ή Παραλήπτη της STATE CORPORATION DEPOSIT INSURANCE AGENCY, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Ενάγουσας -και-
- Sergey Leonidovich Leontiev
- Merrianol Investments Limited
- Ambika Investments Limited
- Vermenda Holdings Limited Εναγομένων ---------------------- Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 21.7.2020 Μεταξύ: AKB Probusinessbank (OAO) (OGRN 1027700508978, INN 7729086087) δια μέσω του Εκκαθαριστή και/ή Διαχειριστή και/ή Παραλήπτη της STATE CORPORATION DEPOSIT INSURANCE AGENCY, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Ενάγουσας -και-
- Sergey Leonidovich Leontiev
- Merrianol Investments Limited
- Ambika Investments Limited
- Vermenda Holdings Limited
- Wonderworks Investments Ltd Εναγομένων ---------------------- Αίτηση Εναγομένου 1 ημερ. 16.4.19 και Αίτηση Εναγομένης 5 ημερ. 2.4.21 για Απόρριψη και ή Αναστολή της Αγωγής Ημερομηνία: 21 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 5 - Αιτητές: κ. Κ. Πασιαρδής για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Δ. Κρονίδης με κα Ν. Κουκουμά για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι 1 και 5 - Αιτητές καταχώρισαν δύο ξεχωριστές Αιτήσεις με τις οποίες ζητούν την απόρριψη και ή την αναστολή της Αγωγής εναντίον τους λόγω της ύπαρξης εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας στη Βιέννη και διαζευκτικά λόγω του ότι η καταχώριση της παρούσας Αγωγής αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Λόγω του ότι οι δύο Αιτήσεις έχουν κοινά αιτητικά και ταυτίζονται ως προς το μεγαλύτερο μέρος των επίδικων θεμάτων, εξ ου και εκδικάστηκαν μαζί και κατά την ακρόαση τους εκάστη πλευρά κατέθεσε μια αγόρευση και για τις δύο Αιτήσεις, το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως και το ίδιο εκδώσει μια απόφαση και για τις δύο Αιτήσεις προς εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Στην εν λόγω απόφαση βεβαίως θα γίνεται ενιαία εξέταση των κοινών ζητημάτων που εγείρονται και στις δύο Αιτήσεις και διαχωρισμός των θεμάτων τα οποία αφορούν την κάθε Αίτηση ξεχωριστά. Η Αίτηση του Εναγομένου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΤS, δικηγόρου του Εναγομένου 1 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ο ΤS περιγράφει τους διάδικους στην Αίτηση και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώριση εναντίον του Εναγομένου 1 τόσο της παρούσας όσο και άλλων δικαστικών διαδικασιών σε άλλες δικαιοδοσίες. Περαιτέρω επεξηγεί γιατί θεωρεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή και ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η Αίτηση της Εναγομένης 5 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΜΚΛ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και 5 στην παρούσα Αγωγή. Ο ΜΚΛ υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΤS και προβαίνει σε μια λεπτομερή περιγραφή της διαδικασίας στη Βιέννη και της παρούσας. Ισχυρίζεται ότι οι δύο διαδικασίες παρουσιάζουν τέτοια συνάφεια μεταξύ τους και ότι η Αγωγή στη Βιέννη είναι η πρώτη διαδικασία, επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και αναστείλει την παρούσα διαδικασία. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ούτως ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση της Ενάγουσας στην Αίτηση του Εναγομένου 1 συνοψίζονται ως ακολούθως:
- Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη.
- Ο ισχυρισμός πως οι διαδικασίες στην Αυστρία και στην Κύπρο αφορούν παρόμοιες αιτίες αγωγής και αξιώσεις δεν αποδεικνύεται με επαρκή μαρτυρία.
- Ο ενόρκως δηλών ΤS δεν είναι σε θέση να προσφέρει αποδεκτή και ή ικανή μαρτυρία για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την Αγωγή καθότι οι Εναγόμενες 2-5 είναι Κυπριακές οντότητες και οι ισχυριζόμενες αδικοπραξίες έλαβαν χώρα στην Κύπρο και τυχόν παραμερισμός ή αναστολή της Αγωγής εναντίον του Εναγομένου 1 ενέχει τον κίνδυνο έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων.
- Το Αυστριακό Δικαστήριο δεν είναι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο δυνάμει του ΕΚ1215/12, αλλά αντιθέτως το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο είναι το Κυπριακό. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΕΧ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Η ΕΧ προβαίνει σε μια σύντομη περιγραφή του ιστορικού των γεγονότων και ακολούθως σε εκτενή περιγραφή της απαίτησης της Ενάγουσας στην παρούσα Αγωγή. Σχολιάζει την ένορκη δήλωση του ΤS και αναφέρεται στον ΕΚ1215/12 προς υποστήριξη της θέσης ότι το Κυπριακό Δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο και ότι η παρούσα δεν έχει σχέση ούτε και συνάφεια με την αγωγή που εκκρεμεί στα Αυστριακά Δικαστήρια. Η ένσταση της Εναγομένης 5 βασίζεται στους ίδιους λόγους ως η ένσταση του Εναγομένου 1, με τη διαφορά ότι η αντίστοιχη αναφορά στον ενόρκως δηλούντα ΤS αντικαθίσταται με την αναφορά στον ΜΚΛ. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για την ένορκη δήλωση της ΕΧ η οποία υποστηρίζει την ένσταση της Εναγομένης
- Κατά την ακρόαση των Αιτήσεων, οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες προφορικές διευκρινίσεις και τοποθετήσεις. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η διαδικασία στην αγωγή στη Βιέννη δεν τελεί πλέον υπό αναστολή και συνεχίζεται κανονικά. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι ο δικηγόρος των Αιτητών περιόρισε τα αιτητικά των δύο Αιτήσεων στη βάση των άρθρων 29 και 30 του ΕΚ1215/12 για την Αίτηση του Εναγομένου 1, στη βάση του άρθρου 30 του ΕΚ1215/12 για την Αίτηση της Εναγομένης 5 και στη βάση της κατάχρησης της διαδικασίας αναφορικά και με τις δύο Αιτήσεις. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης του Εναγομένου 1, το Δικαστήριο θεωρεί πως το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, προέρχεται από δικηγόρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής δεν καθιστά το περιεχόμενο της μη αποδεκτή μαρτυρία. Και τούτο καθότι η εν λόγω ένορκη δήλωση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία η ένορκη δήλωση πρέπει να περιορίζεται σε γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην προσωπική γνώση του ενόρκως δηλούντος, όμως σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, είναι επιτρεπτό όπως η ένορκη δήλωση περιέχει αναφορές βασιζόμενες σε πληροφόρηση, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή αυτής της πληροφόρησης. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΤS αναφέρει την ιδιότητα του, τη γνώση του αναφορικά με τις διαδικασίες εναντίον του Εναγομένου 1 από τη Ρωσική Κυβέρνηση (στη Ρωσία, στο Λιχτενστάιν και στην Αυστρία), καθώς επίσης και τη γνώση του για τα γεγονότα της παρούσας Αγωγής τόσο από μελέτη του φακέλου αυτής όσο και από πληροφόρηση από τους Αυστριακούς και τους Κύπριους δικηγόρους του Εναγομένου
- Σημειώνεται επίσης ότι ο ΤS αναφέρει τον λόγο για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο Εναγόμενος 1, όπως απαιτεί η νομολογία. Συγκεκριμένα ο TS αναφέρει πως εκκρεμεί διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εναγομένου 1 από τη Ρωσική Κυβέρνηση και επομένως αυτός δεν δύναται να ταξιδέψει στην Κύπρο. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.A.Δ. 82. Ο ΤS αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ένας πετυχημένος επιχειρηματίας. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ένας εκ των ιδρυτών και μεγαλομέτοχος της Ρωσικής Τράπεζας Probusinessbank (PRBB) - Ενάγουσας και ότι κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της. Σύμφωνα με τον TS, η PRBB αναπτύχθηκε και έγινε μια από τις μεγαλύτερες Τράπεζες στη Ρωσία. Κατ' αρχάς ο TS δηλώνει ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε ήταν κάτοικος Κύπρου αλλά από το 2016 διαμένει στη Νέα Υόρκη και παρουσιάζει σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Ο ΤS δηλώνει επίσης πως το 2015 ο Εναγόμενος 1 έλαβε Κυπριακή υπηκοότητα κατόπιν επένδυσης του στην Κύπρο, η οποία όμως ανακλήθηκε από τις Κυπριακές Αρχές κατά το 2017. Ο ισχυρισμός του TS για τον τόπο διαμονής του Εναγομένου 1 ουσιαστικά παράμεινε αναντίλεκτος καθότι στην ένορκη της δήλωση η ΕΧ αναφέρει πως είναι ακριβώς λόγω της αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας στη Λεμεσό και της απόκτησης Κυπριακής υπηκοότητας που η Ενάγουσα «πίστευε ότι δυνατόν ο Εναγόμενος 1 να βρίσκεται στην Κύπρο κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής». Πέραν του ότι η ΕΧ εκφράζει μια απλή πεποίθηση για τον τόπο διαμονής του Εναγομένου 1, αναφέρεται ταυτόχρονα στην παραδοχή του ιδίου του Εναγομένου 1 (μέσω του TS) ότι εκκρεμεί διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του και επομένως δεν είναι σε θέση να ταξιδέψει στην Κύπρο και ότι απέκτησε Κυπριακό διαβατήριο το 2015. Η ένορκη δήλωση του TS για την ανάκληση της Κυπριακής υπηκοότητας του Εναγομένου 1 το 2017 είναι επαρκής για να καταδείξει αυτό το γεγονός, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση περαιτέρω στοιχείων προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η ΕΧ. Επιπλέον η ΕΧ δηλώνει πως ο Εναγόμενος 1 φυγοδικεί από τουλάχιστον δύο ποινικές διώξεις και έρευνες εναντίον του από τις αρχές της Ρωσίας και του Λιχτενστάιν. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι στις 12.8.15 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της PRBB με δικαστικό διάταγμα και απόφαση της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας (CBR), ακολούθως η PRBB κηρύχθηκε αφερέγγυα, στις 28.10.15 τέθηκε σε διαδικασία εκκαθάρισης από το Ρωσικό Δικαστήριο και η Ρωσική Υπηρεσία Ασφάλισης Καταθέσεων (Depository Insurance Agency of Russia - DIA) διόρισε Διαχειριστή - Εκκαθαριστή. Ο ΤS αποδίδει τα πιο πάνω στην επιτυχή ανάπτυξη της PRBB και στη γενική εκστρατεία της Ρωσικής Κυβέρνησης, μέσω του DIA και της CBR, να κατάσχει περιουσιακά στοιχεία διαφόρων εταιρειών μέσω υποχρεωτικής εκκαθάρισης και υποτιθέμενων ποινικών κατηγοριών. Εξ ου και μετά τη διαδικασία εκκαθάρισης, ξεκίνησαν διάφορες δικαστικές και ποινικές διαδικασίες εναντίον διαφόρων διευθυντών και αξιωματούχων της PRBB για κατάχρηση και οικειοποίηση περιουσίας. Σε αυτές ο TS εντάσσει και ποινική διαδικασία στη Ρωσία και ποινική έρευνα στο Λιχτενστάιν, στις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω. Επί τούτων ο ΤS παρουσιάζει διάφορα έγγραφα, όπως μελέτες ανεξάρτητων ελεγκτών, τα οποία καταδεικνύουν πως δεν υπήρξε οτιδήποτε μεμπτό στη διαχείριση της PRBB και πως αυτή είναι ακόμα ένα θύμα της εκστρατείας της Ρωσικής Κυβέρνησης. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι στα πλαίσια όλων των εν λόγω διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας Αγωγής, αποδίδεται στον Εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της PRBB, η διάπραξη εις βάρος της Τράπεζας και προς όφελος του ιδίου και των συνεργατών του, τεράστιων υπεξαιρέσεων και διαθέσεων περιουσιακών στοιχείων της PRBB μέσω Κυπριακών, Ρωσικών και άλλων αλλοδαπών εταιρειών οι οποίες ελέγχονται από τον ίδιο. Όπως επεξηγεί ο TS, αποδίδεται στον ίδιο η δημιουργία μιας εγκληματικής οργάνωσης την οποία ελέγχει και μέσω της οποίας προβαίνει σε μια σειρά δόλιων εικονικών συναλλαγών εντός αυτής. Ειδικότερα, αυτές οι εικονικές συναλλαγές αφορούν τη χορήγηση δανείων σε υπεράκτιες εταιρείες οι οποίες δεν διεξάγουν επιχειρηματικές ή οικονομικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα τα χρήματα να καταλήγουν σε άλλες υπεράκτιες εταιρείες οι οποίες βρίσκονται υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του Εναγομένου 1 και αυτά (τα χρήματα) τελικώς να μεταφέρονται σε εμπιστεύματα τα οποία δημιουργούνται για να αποκρύψουν την προέλευση των χρημάτων και να εμποδίσουν την πρόσβαση της PRBB σε αυτά. Σύμφωνα με τον ΤS, οι Εναγόμενες 2-4 περιγράφονται ως ανωτέρω από το DIA. Η ΕΧ ουσιαστικά αποδίδει στον Εναγόμενο 1 και στις Εναγόμενες 2-4 την ανωτέρω συνωμοτική και δόλια συμπεριφορά και προσθέτει ότι σε αυτό το σχέδιο συμπεριλαμβάνεται και η Εναγομένη 5 (η οποία σημειώνεται ότι προστέθηκε ως διάδικος μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και πριν την καταχώριση της ένστασης), εξ ου και οι Εναγόμενες 2-5 ήταν από τη σύσταση τους κεφαλαιουχικά ανύπαρκτες και οι διευθυντές αυτών, πλην της Εναγομένης 5, έχουν παραιτηθεί χωρίς να έχουν αντικατασταθεί μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της PRBB, περί τον Αύγουστο του 2015. Η ΕΧ παρουσιάζει τη σχετική ηλεκτρονική έρευνα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τις Εναγόμενες 2-5. Όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και επιβεβαιώνεται από τον ΤS, η παρούσα Αγωγή αφορά σε ισχυριζόμενη παράβαση καθήκοντος πίστης και εμπιστευτικότητας, απάτη, δόλο, συνωμοσία, υποβοήθηση προς διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης και εμπιστευτικότητας, αδικαιολόγητο πλουτισμό και παράνομη οικειοποίηση περιουσίας, οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό προκάλεσαν ζημιά στην Ενάγουσα. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, και όπως αναφέρεται από την ΕΧ, αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι διάφορες συμφωνίες μέσω των οποίων διενεργείτο η παράνομη οικειοποίηση, υπεξαίρεση και αποξένωση χρημάτων της PRBB μέσω των ελεγχόμενων από τον Εναγόμενο 1 εταιρειών, Εναγομένων 2-5. Η ΕΧ απαριθμεί μόνο μέρος αυτών ενώ το Δικαστήριο προβαίνει σε καταγραφή όλων όσων αναφέρονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Οι εν λόγω συμφωνίες και ισχυριζόμενες συναλλαγές είναι οι ακόλουθες: (
- i)Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Κυπριακής εταιρείας BrokerCreditService (Cyprus) Ltd (Brokercredit) ημερ. 29.3.13 για την παροχή χρηματιστηριακών και άλλων υπηρεσιών. Υπήρξε παρόμοια προγενέστερη συμφωνία ημερ. 8.10.12. (
- ii)Συμφωνία μεταξύ της Εναγομένης 2 και της Brokercredit ημερ. 29.3.13 για την παροχή χρηματιστηριακών και άλλων υπηρεσιών. (iii) Συμφωνία δανείου της Εναγομένης 2 με τη Brokercredit ημερ. 12.4.13 και τροποποιητική συμφωνία της Ενάγουσας με τη Brokercredit ημερ. 12.4.13 με την οποία η Ενάγουσα εγγυάτο ανέκκλητα και άνευ όρων όλες τις δανειακές υποχρεώσεις της Εναγομένης 2 προς τη Brokercredit δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Αυτές οι συμφωνίες και οι φερόμενες ως παράνομες και ή εικονικές συναλλαγές μέσω της Εναγομένης 2 περιγράφονται στις παρ. 17-24 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 6.474.398.462,82 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο Α) (
- iv)Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Αγγλικής εταιρείας Otkritie Capital International Ltd (Otkritie) για την παροχή χρηματιστηριακών και άλλων υπηρεσιών. Η εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε στις 29.11.12, 20.12.12 και 15.3.13 για τον σκοπό κάλυψης και ή εγγύησης των υποχρεώσεων της Εναγομένης 3 προς την Otkritie. (
- v)Συμφωνία μεταξύ της Εναγομένης 3 και της Otkritie για την παροχή χρηματιστηριακών και άλλων υπηρεσιών. (
- vi)Συμφωνία εγγύησης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 3 με την οποία η Ενάγουσα εγγυάτο ανέκκλητα και άνευ όρων όλες τις δανειακές και άλλες υποχρεώσεις της Εναγομένης 3 προς τη Otkritie δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Η συμφωνία τροποποιήθηκε στις 29.11.12, 20.12.12 και 15.3.13. (vii) Συμφωνία δανείου μεταξύ της Εναγομένης 2 και της Otkritie ημερ. 11.3.14 για την παροχή δανείου στην Εναγομένη 2 υπό τη μορφή κινητών αξιών και ή τίτλων που η Otkritie θα αγόραζε για λογαριασμό της Εναγομένης 3. Αυτές οι συμφωνίες και οι φερόμενες ως παράνομες και ή εικονικές συναλλαγές μέσω της Εναγομένης 3 περιγράφονται στις παρ. 25-31 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 13.993.481.966,11 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο Β) (viii) Συμφωνία δανείου μεταξύ της Εναγομένης 4 ως δανειζόμενης και της Αγγλικής εταιρείας Dinosaur Securities (UK) Ltd (η οποία μετονομάστηκε σε DM) ως δανείστριας του Αυγούστου του 2011 και της Ενάγουσας ως εγγυήτριας της Εναγομένης 4 δυνάμει συμφωνίας εγγύησης. (
- ix)Παρόμοιες συμφωνίες δανείου και εξασφάλισης του Οκτωβρίου του 2011, 16.12.11, του Απριλίου του 2013 και 30.6.14 μεταξύ της Εναγομένης 4 και της DM με την εγγύηση της Ενάγουσας. (
- x)Συμφωνία δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και της DM ημερ. 25.6.15 δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε εικονικό δάνειο στη DΜ. (
- xi)Συμφωνία απαλλαγής ημερ. 25.6.15 μεταξύ των ίδιων μερών δυνάμει της οποίας η DΜ απάλλασσε την Ενάγουσα από οποιαδήποτε ευθύνη ή απαίτηση της δυνάμει των ανωτέρω συμφωνιών δανείου και εγγύησης. Αυτές οι συμφωνίες και οι φερόμενες ως παράνομες και ή εικονικές συναλλαγές μέσω της Εναγομένης 4 περιγράφονται στις παρ. 32-40 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 9.916.521.375 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο Γ) (xii) Εικονικές συναλλαγές και ή συμφωνίες αγοράς από την Ενάγουσα ομολόγων και ή χρεογράφων τα οποία εξέδωσε η Εναγομένη 4 - παρ. 41-43 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 4.575.108.275,01 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο Δ) (xiii) Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Ελβετικής Τράπεζας Falcon Private Bank Ltd (Falcon) ημερ. 20.3.13 για τη διαχείριση των καταθέσεων της Ενάγουσας δια του ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών, δυνάμει της οποίας ανοίχθηκαν τρεις λογαριασμοί στο όνομα της Ενάγουσας για τη μεταφορά των χρημάτων των δανείων των Εναγομένων 2-5 - παρ. 44-47 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 3.251.245.415,53 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο Ε) (xiv) Αγορά από την Ενάγουσα μετοχών της εταιρείας του Λουξεμβούργου Atlas - Investment Solutions S.A. δυνάμει εικονικών συμφωνιών με σκοπό την υπεξαίρεση χρημάτων της Ενάγουσας στους λογαριασμούς των Εναγομένων 2-5 - παρ. 48-50 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, και αφορά σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 3.405.693.563,08 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο ΣΤ) (
- xv)Εικονικές αγορές από την Ενάγουσα ομολόγων και άλλων εξασφαλίσεων από τη Mediobanca - International (Luxembourg) S.A. που εδρεύει στο Λουξεμβούργο με σκοπό την υπεξαίρεση και μεταφορά χρημάτων της Ενάγουσας στους λογαριασμούς των Εναγομένων 2-5 - παρ. 51-53 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 1.703.422.000 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ. (Σχέδιο Ζ) (xvi) Παραχώρηση εικονικών δανείων από την Ενάγουσα σε Ρωσικές εταιρείες ελεγχόμενες από τον Εναγόμενο 1 με σκοπό την υπεξαίρεση και μεταφορά χρημάτων της Ενάγουσας στους λογαριασμούς των Εναγομένων 1-5 και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 2.156.377.713,16 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ - παρ. 54-56 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. (Σχέδιο Η) (xvii) Υιοθέτηση ψηφίσματος ημερ. 23.4.14 σε έκτακτη γενική συνέλευση της Ενάγουσας για την εξαγορά πίσω αριθμού μετοχών της από υφιστάμενες εταιρείες μετόχους της Ενάγουσας σε καθορισμένη τιμή με σκοπό την υπεξαίρεση και μεταφορά χρημάτων της Ενάγουσας στους λογαριασμούς των Εναγομένων 2-5 και αφορούν σε ισχυριζόμενη ζημιά ύψους 297.679.169 Ρωσικών Ρουβλιών ή το ισόποσο σε ευρώ - παρ. 57-61 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. (Σχέδιο Θ) Αναφορικά με την Αγωγή στην Αυστρία, ο ΤS αναφέρει ότι στις 6.8.18 το DIA καταχώρισε αγωγή εναντίον του εδώ Εναγομένου 1 και των γονέων του στη Βιέννη στη βάση του ότι αυτοί ενεργούσαν σε μια εγκληματική οργάνωση για να υπεξαιρέσουν και αποκτήσουν περιουσία πέραν του US$1δις. Στην εν λόγω αγωγή, προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 διηύθυνε ένα δόλιο σχέδιο δράσης μέσω του οποίου δάνεια για τεράστια ποσά δίδονταν σκόπιμα χωρίς εξασφάλιση σε εταιρείες κέλυφος (shell companies) οι οποίες ελέγχονταν από τον Εναγόμενο 1. Οι εταιρείες αυτές οι οποίες αναφέρονται στην Αυστριακή διαδικασία είναι οι εδώ Κυπριακές Εναγόμενες εταιρείες. Η βάση αγωγής είναι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, αμέλεια και δευτερεύουσα ευθύνη βάσει του Ρωσικού δικαίου. Τόσο τα αρχικά δικόγραφα όσο και τα συμπληρωματικά έγγραφα έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των μερών και κατατεθεί σε εκείνη την αγωγή και το Δικαστήριο της Βιέννης άκουσε ήδη τα μέρη αναφορικά με διάφορα ζητήματα, ένα εκ των οποίων αφορά στη δυνατότητα του DIA να εγείρει διαδικασίες εκ μέρους της Τράπεζας. Ο ΤS παρουσιάζει αντίγραφο των Λεπτομερειών της Απαίτησης και της Υπεράσπισης, ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι τα Τεκμήρια 8 και 9 δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία και δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν καθότι, εκτός του ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν στα Γερμανικά, συνοδεύονται μόνο από μια ανεπίσημη μετάφραση στα Αγγλικά όπως δηλώνει ο ΤS, και όχι από μετάφραση από ορκωτό μεταφραστή. Επί τούτου το Δικαστήριο αναφέρει αρχικά πως σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών Ν.67/88, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2), το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία και ευχέρεια να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στην Ελληνική ως μια εκ των επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας, «όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει». Στην προκειμένη περίπτωση και όπως φαίνεται από τον φάκελο, το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο σε οποιοδήποτε στάδιο να δώσει τέτοιες οδηγίες. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως η Ενάγουσα δεν εγείρει ζήτημα μη ακριβούς μετάφρασης των εν λόγω εγγράφων ή ότι τα εν λόγω έγγραφα, όπως παρουσιάζονται στα Αγγλικά, δεν αντικατοπτρίζουν το περιεχόμενο αυτών που καταχωρίστηκαν στο αλλοδαπό Δικαστήριο, ούτως ώστε να θεωρηθεί δίχως άλλο ότι η μετάφραση δεν είναι ακριβής και ορθή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται επίσης ότι o ΤS παρουσιάζει τα αυθεντικά Γερμανικά κείμενα συνοδευόμενα από ανεπίσημη μετάφραση στα Αγγλικά, χωρίς να έχει λεχθεί ή διαφανεί ότι η εν λόγω μετάφραση έγινε στην Κύπρο ούτως ώστε να απαιτείται η όποια συμμόρφωση με τον σχετικό ημεδαπό Νόμο. Η παράλειψη του TS να αναφέρει ότι γνωρίζει Γερμανικά δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθότι αφενός δεν απαιτείται η διακρίβωση της ορθότητας της μετάφρασης από το πρόσωπο που την παρουσιάζει και αφετέρου ο TS προφανώς και γνωρίζει Αγγλικά εφόσον προέβη στην ένορκη του δήλωση στα Αγγλικά. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, παρουσιάστηκε και μετάφραση της ένορκης δήλωσης του TS στα Ελληνικά, η οποία μετάφραση έγινε από τον ΠΚ. Σε ένορκη του δήλωση ο ΠΚ αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 1, αποκαλύπτει τον τρόπο γνώσης της Ελληνικής και της Αγγλικής και προσθέτει ότι προβαίνει στην εν λόγω δήλωση καθότι, όπως ενημερώθηκε από τους λειτουργούς του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, δεν είχε μέχρι τότε καταρτιστεί το Μητρώο Ορκωτών Μεταφραστών όπως προβλέπεται στον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Ν.45(Ι)/
- Αυτός ο ισχυρισμός ουδόλως αντικρούστηκε από την Ενάγουσα, επομένως είναι εύλογο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας Αίτησης δεν υπήρχε το Μητρώο ούτως ώστε να ήταν δυνατή εν πάση περιπτώσει η μετάφραση των Τεκμηρίων 8 και 9 από ορκωτό μεταφραστή όπως απαιτεί ο σχετικός Νόμος. Εξ ου και προφανώς γι΄ αυτόν τον λόγο η Ενάγουσα δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα παρουσίασης της μετάφρασης της ένορκης δήλωσης του TS στα Ελληνικά λόγω του ότι αυτή προέρχεται από μη ορκωτό μεταφραστή. Τέλος, είναι άξιον απορίας γιατί η πλευρά της Ενάγουσας να εγείρει και διαμαρτύρεται για τέτοιο ζήτημα όταν και η ίδια υιοθετεί αυτή την πρακτική, όπως π.χ. με την παρουσίαση της επιστολής Τεκμήριο 18 (στο οποίο γίνεται αναφορά κατωτέρω) και στο οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα 1 το Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης του ΤS, το οποίο αποτελεί την υπεράσπιση του Εναγομένου 1 στην αγωγή στην Αυστρία στα Γερμανικά με μετάφραση αυτής στα Αγγλικά χωρίς να αναφέρεται ο τρόπος και η πηγή μετάφρασης και χωρίς να διαφαίνεται ότι αυτή προέρχεται από ορκωτό μεταφραστή. Είναι γεγονός ότι ο ΤS περιορίζεται σε μια συνοπτική τοποθέτηση περί της ταυτοσημίας του αντικειμένου της παρούσας Αγωγής με αυτή στην Αυστρία, πλην όμως παραθέτει αυτούσια τη δικογραφία η οποία είναι και η πιο γνήσια πηγή διακρίβωσης των λεχθέντων του. Τα έγγραφα αποτελούνται από 23 και 11 σελίδες αντίστοιχα, επομένως παρέχεται κάθε δυνατότητα στο ίδιο το Δικαστήριο να διεξέλθει αυτών και τα αναγνώσει. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση της Ενάγουσας πως η απλή παρουσίαση των εγγράφων δεν είναι επαρκής και κατάλληλη μαρτυρία και πως απαιτείται η μαρτυρία ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ή δικηγόρου για το περιεχόμενο τους. Το Τεκμήριο 8 αποτελεί τις Λεπτομέρειες της Απαίτησης της Ενάγουσας στην αγωγή στην Αυστρία. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι αυτή ηγέρθη από την Ενάγουσα μέσω του Εκκαθαριστή της εναντίον του εδώ Εναγομένου 1 και των δύο γονέων του. Στην εισαγωγική παράγραφο αυτών αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 η ίδια ακριβώς συμπεριφορά η οποία καλύπτει τα έτη 2009-2017 και μάλιστα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ήτοι υπεξαίρεσης και μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας προς όφελος του μέσω μιας εγκληματικής οργάνωσης και μαζί με τους εκεί εναγόμενους 2 και
- Στην παρ. 4 περιγράφεται το ισχυριζόμενο σχέδιο δράσης του Εναγομένου 1 στην οποία αναφέρεται η δημιουργία από τον ίδιο μιας εγκληματικής οργάνωσης με απώτερο σκοπό την υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της PRBB προς όφελος του και των γονέων του. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 ίδρυσε διάφορες εταιρείες κέλυφος οι οποίες ασχολούνταν αποκλειστικά με τη δαπάνη των περιουσιακών στοιχείων της PRBB μέσω εικονικών συναλλαγών οι οποίες, από οικονομικής άποψης, ήταν πλήρως αδικαιολόγητες και ασήμαντες για τις εταιρείες. Στην παρ. 4.1.4 αναφέρονται τα εξής: «Dozens of subsidiaries were established, including those outside Russia, first of all, in Cyprus, which never carried out business activities and were under the first claimant's control. There were about ten such companies in 2009, whereas in 2015 there were already far more of them. Some of the claimant's employees used by the criminal organization were employed as directors of these subsidiaries in title only without any real authority, as well as remunerated and entrusted with management of shady deals. They reported directly to the first defendant. At the end of the day, these subsidiaries were nothing else than letterbox companies that existed only on paper.» Η αποδιδόμενη συνολική ζημιά ανέρχεται στα 68.527.340.000 Ρωσικά Ρούβλια. Στην παρ. 5 γίνεται αναφορά στον τρόπο υπεξαίρεσης των χρημάτων και το Δικαστήριο διαπιστώνει τα ακόλουθα: (α) Στην παρ. 5.1 με τίτλο «Uncollectible loans» γίνεται αναφορά στη παροχή εικονικών δανείων, χωρίς εξασφαλίσεις και δυνατότητα αποπληρωμής και στη μεταφορά των ποσών των δανείων σε εταιρείες κέλυφος, ανάμεσα στις οποίες και η Εναγομένη 4 και απ΄ εκεί στην Εναγομένη
- Η ισχυριζόμενη ζημιά ανέρχεται τουλάχιστον στα 2.443.195.968 Ρωσικά Ρούβλια ή σε €33.328.412,
- (β) Στην παρ. 5.2 με τίτλο «Liability for obligations of dummy companies» γίνεται αναφορά στην απόκτηση αξιών των Otkritie και Brokercredit, οι οποίες ενεχυριάστηκαν δυνάμει σχετικών συμφωνιών δανείου και παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Brokercredit και της Εναγομένης
- Το ίδιο σενάριο ακολουθήθηκε και για την Εναγομένη
- Επίσης αποκαλύφθηκε και ένα σχέδιο καταθέσεων στη Falcon όπου τα ποσά των εκεί καταθέσεων δεν μπορούσαν να αναληφθούν καθότι είχαν αντικατασταθεί με περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν μπορούσαν να πωληθούν ή ενεχυριάστηκαν προς όφελος τρίτων εταιρειών. Το ύψος της ισχυριζόμενης ζημιάς ανέρχεται τουλάχιστον στα 23.719.125.844,46 Ρωσικά Ρούβλια ή σε €323.560.136,
- (γ) Στην παρ. 5.5 με τίτλο «Use of claimant's credit balances for the acquisition of worthless loans - Baltikus Bank AS and Vermenda», αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 είχε μετρητά σε καταθέσεις με την Τράπεζα της Λάτβιας Baltikus Bank AS τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά δανείων της Εναγομένης 4, τα οποία ήταν εικονικά και χωρίς οποιαδήποτε οικονομική αξία. Η ισχυριζόμενη ζημιά ανέρχεται τουλάχιστον στα 1.434.896.279,07 Ρωσικά Ρούβλια ή σε €19.573.876,
- (δ) Στην παρ. 5.7 με τίτλο «Uncollectible amounts receivable from Dinosaur Merchant Bank Limited», αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε στα βιβλία της Ενάγουσας το δικαίωμα της προς είσπραξη από τη DM, καθότι η Ενάγουσα εγγυήθηκε προς τη DM τα δάνεια που η τελευταία είχε να εισπράξει από την Εναγομένη 4 η οποία εγγύηση αποδείχθηκε χωρίς αξία. Το ύψος της ισχυριζόμενης ζημιάς ανέρχεται τουλάχιστον στα 9.916.521.375 Ρωσικά Ρούβλια ή σε €135.274.420,
- (ε) Στην παρ. 5.8 με τίτλο «Repurchase of shares in claimant by claimant», γίνεται αναφορά στο ψήφισμα της 23ης Απριλίου 2014 στην έκτακτη γενική συνέλευση της Ενάγουσας για την επαναγορά από την τελευταία του αριθμού των μετοχών σε τιμή η οποία προκάλεσε ζημιά στην Ενάγουσα ύψους 297.679.000 Ρωσικών Ρουβλιών ή €4.060.733,
- (στ) Στην παρ. 6.2 με τίτλο «Purchase of shares of Atlas Investment Solutions (Luxembourg) S.A.», γίνεται αναφορά στην αγορά μετοχών της Atlas η οποία δεν έχει υπαλλήλους και τα στοιχεία της δεν περιέχουν οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση επομένως αυτές οι μετοχές δεν έχουν αξία. Η ισχυριζόμενη ζημιά ανέρχεται τουλάχιστον στα 3.405.693.563,08 Ρωσικά Ρούβλια ή σε €46.458.148,
- Στην παρ. 7 περιγράφεται η ίδρυση από τον Εναγόμενο 1 του εμπιστεύματος Legion Trust με δικαιούχους τους γονείς του με απώτερο σκοπό την ισχυριζόμενη παράνομη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας, η οποία, όπως αναφέρεται στις ακόλουθες παραγράφους, έγινε μέσω του πιο πάνω σχεδίου δημιουργίας των εταιρειών και σύναψης των συμφωνιών. Στην παρ. 8 αναφέρεται ότι η αγωγή αφορά την ευθύνη των εκεί Εναγομένων στη βάση του ότι αυτοί εν γνώσει τους και σε συνεννόηση μεταξύ τους αποξένωσαν την περιουσία της Ενάγουσας μέσω της μεταφοράς αυτής στο εμπίστευμα. Επομένως, οι εναγόμενοι υπέχουν αστική ευθύνη για τις πράξεις τους και ο Εναγόμενος 1 έχει επιπρόσθετη ευθύνη λόγω της θέσης του ως αξιωματούχου στην Ενάγουσα, της συμβατικής του σχέσης με αυτή και της θέσης του ως πρώην ιδιοκτήτη αυτής. Ακολουθεί η παράθεση της αποδιδόμενης ευθύνης ως εξής: (α) Ευθύνη των διευθυντών και ή αξιωματούχων και ή προσώπων που ελέγχουν οικονομικά ιδρύματα σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. (β) Ευθύνη του Εναγομένου 1 δυνάμει του Ρωσικού Νόμου περί αφερεγγυότητας, λόγω παράβασης των καθηκόντων του ως διευθυντή της Ενάγουσας. (γ) Αστική ευθύνη σύμφωνα με το Αυστριακό δίκαιο, λόγω παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης, οικειοποίησης περιουσίας και παράνομης πρόκλησης ζημιάς στην Ενάγουσα. (δ) Αστική ευθύνη σύμφωνα με το Αυστριακό δίκαιο, στη βάση ξεπλύματος χρήματος λόγω της μείωσης και αποξένωσης περιουσίας της Ενάγουσας κατά τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων της οικειοποίησης περιουσίας και δόλου. Το Τεκμήριο 9 αποτελεί την υπεράσπιση του Εναγομένου 1, στην οποία μεταξύ άλλων αμφισβητεί τη δικαιοδοσία των Αυστριακών Δικαστηρίων. Όπως αναγνωρίζει και δέχεται η Ενάγουσα, τελικώς ο Εναγόμενος 1 απέσυρε την ένσταση του ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η παράλειψη αναφοράς από τον Εναγόμενο 1 στην Κυπριακή Αγωγή στα πλαίσια της Αυστριακής αγωγής δεν ενέχει σημασία, κυρίως από τη στιγμή που ο ίδιος δέχεται τη δικαιοδοσία των Αυστριακών Δικαστηρίων και αμφισβητεί πλέον τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. O ΤS ισχυρίζεται ότι οι αποδιδόμενες στον Εναγόμενο 1 στην παρούσα Αγωγή αδικοπραξίες βασίζονται στους ίδιους ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται εναντίον του στην αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον των Αυστριακών Δικαστηρίων. Η ΕΧ με τη σειρά της παρουσιάζει επιστολή των Αυστριακών δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 26.1.21, Τεκμήριο 18, στην οποία αναφέρεται ότι η αγωγή στην Αυστρία αφορά απαίτηση για ένα μόνο μέρος της ζημιάς την οποία η Ενάγουσα υπέστη και αναλύει τις αξιώσεις της Ενάγουσας σε σχέση με τις ισχυριζόμενες δόλιες και εικονικές συναλλαγές καθώς επίσης και το είδος της αξίωσης, επιβεβαιώνοντας πως αυτές δεν αφορούν στις απαιτήσεις και ζημιές της παρούσας Αγωγής. Ως εκ τούτου αποτελεί ισχυρισμό της ΕΧ πως οι αιτίες αγωγής και οι αξιώσεις στην αγωγή στην Αυστρία δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση και συνάφεια με τις ισχυριζόμενες εικονικές συναλλαγές υπεξαίρεσης τις οποίες ο Εναγόμενος 1 διέπραξε με τρίτα πρόσωπα εις βάρος της Ενάγουσας στην παρούσα. Είναι γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή, στην απάντηση στην ερώτηση 7, αναφέρεται ότι η αγωγή στην Αυστρία βασίζεται αφενός στον ρόλο του Εναγομένου 1 ως ηγέτη μιας εγκληματικής συνωμοτικής οργάνωσης με σκοπό την παράνομη αποξένωση από την Ενάγουσα της περιουσίας της προς όφελος του ιδίου και των γονέων του και αφετέρου στην αξίωση της Ενάγουσας από τους εναγόμενους αποζημιώσεων για τη ζημιά που προκάλεσαν σε αυτή μέσω της συνεργασίας τους αναφορικά με την ίδρυση ενός διεθνούς σχεδίου δημιουργίας οντοτήτων με σκοπό την παράνομη οικειοποίηση περιουσίας. Για την παρούσα Αγωγή, στην ίδια απάντηση αναφέρεται ότι αυτή αφορά σε αξίωση εναντίον των εδώ Εναγομένων 1-4 στη βάση συναλλαγών οι οποίες δεν αναφέρονται στο Παράρτημα 4 αυτής. Πράγματι στο Παράρτημα 4 (Πίνακας που ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους) γίνεται αναφορά σε ζημιές προκληθείσες στην Ενάγουσα λόγω δανεισμού σε εικονικούς δανειστές, αντικατάστασης του δικαιώματος πληρωμής του δανείου από το δικαίωμα απαίτησης σε εικονικούς δανειστές (εταιρείες) και αντικατάστασης περιουσιακών στοιχείων από λογαριασμούς των εικονικών δανειστών (εταιρειών), και γίνεται αναφορά σε άλλες εταιρείες, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις εδώ Εναγόμενες 2-
- Παρόλο που στο Παράρτημα παραλείπεται παντελώς η όποια αναφορά στις ισχυριζόμενες στο ίδιο το δικόγραφο, ήτοι τις Λεπτομέρειες της Απαίτησης, συμφωνίες και στις εταιρείες (εδώ Εναγόμενες), εντούτοις στην ίδια την επιστολή, στο Παράρτημα 1 που είναι η υπεράσπιση του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του TS), γίνεται ρητή αναφορά στις εν λόγω συμφωνίες και συναλλαγές ως μέρος των εγγράφων στα οποία η Ενάγουσα βασίζεται για να αποδείξει τις Λεπτομέρειες της Απαίτησης της. Αυτό το έγγραφο αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού από τους δικηγόρους στην επιστολή τους μόνο αναφορικά με την παράλειψη αναφοράς εκ μέρους του Εναγομένου 1 στην παρούσα Αγωγή στην Κύπρο στα πλαίσια της διαδικασίας της Αυστρίας, ζήτημα το οποίο όμως δεν ενέχει σημασία από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 1 απέσυρε την ένσταση του αποδεχόμενος έτσι τη δικαιοδοσία των Αυστριακών Δικαστηρίων. Επομένως, διαφαίνεται τελικώς πως με βάση τις Λεπτομέρειες της Απαίτησης η αγωγή στην Αυστρία έχει ως αντικείμενο τις εν λόγω συμφωνίες και συναλλαγές, οι οποίες αποτελούν μέρος και προφανώς την έναρξη του αποδιδόμενου στους εκεί εναγόμενους σχεδίου αποξένωσης της περιουσίας της Ενάγουσας μέσω των εταιρειών (εδώ Εναγομένων) με τη συνδρομή και κατάληξη στο εμπίστευμα, δικαιούχοι του οποίου είναι οι γονείς του Εναγομένου
- Συνακόλουθα η αγωγή στην Αυστρία έχει ως αντικείμενο τις συμφωνίες και συναλλαγές οι οποίες αποτελούν τα οκτώ από τα εννέα σχέδια, αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, ήτοι τα σχέδια Α-ΣΤ, Η και Θ. Σύμφωνα με τον ΤS, και κατόπιν νομικής συμβουλής από τους Κύπριους δικηγόρους του Εναγομένου 1, στην παρούσα Αγωγή εφαρμοστέο είναι το Ρωσικό δίκαιο, εφόσον η Ενάγουσα είναι Ρωσική οντότητα και όλες οι ισχυριζόμενες απαιτήσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις των εδώ Εναγομένων αφορούν στην Ενάγουσα και με βάση το άρθρο 4
(1)του ΕΚ864/07 η ζημιά προκλήθηκε στη Ρωσία ή έχει πιο στενή σύνδεση με τη Ρωσία. Η ΕΧ με τη σειρά της ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν πλήρη δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή εναντίον όλων των Εναγομένων καθότι οι Εναγόμενες 2-5 αποτελούν Κυπριακές νομικές οντότητες με το εγγεγραμμένο γραφείο και τις δραστηριότητες τους στην Κύπρο και η συνένωση του Εναγομένου 1 είναι αναγκαία για την εκδίκαση της Αγωγής. Σύμφωνα με την ΕΧ, η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται σε αστικά αδικήματα και αδικοπραξίες που έλαβαν χώρα στην Κύπρο ή το ζημιογόνο γεγονός έλαβε χώρα εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην Κύπρο εφόσον τα χρήματα κατέληξαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 2-5 στην Κύπρο, σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του ΕΚ864/07 και εφαρμοστέο είναι το Κυπριακό δίκαιο. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4
(3), το σύνολο των περιστάσεων των αδικοπραξιών έχει στενότερους δεσμούς με την Κύπρο παρά με τη Ρωσία. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να εκδικάσουν την υπό κρίση Αγωγή εναντίον του καθότι τα Αυστριακά Δικαστήρια έχουν ήδη αναλάβει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής στη Βιέννη η οποία αφορά την ίδια αιτία αγωγής και το ίδιο αντικείμενο και ότι η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το Αυστριακό Δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο. Διαζευκτικά η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί λόγω της ύπαρξης συναφούς και στενά συνδεδεμένης εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας στη Βιέννη. Αυτές οι δύο εισηγήσεις βασίζονται στα άρθρα 29 και 30 του ΕΚ1215/12. Τέλος, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Ενάγουσα θεωρεί ότι οι δύο αγωγές δεν έχουν σχέση μεταξύ τους και ούτε το Αυστριακό Δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο, αλλά αντιθέτως ότι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο είναι το Κυπριακό Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει είναι η θέση της Ενάγουσας ότι το αίτημα για παραμερισμό και ή αναστολή είναι πρόωρο καθότι οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς τη φύση των δύο υπό κρίση διαδικασιών και το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει πρώτα μαρτυρία για να δύναται να αποφασίσει επί αυτού. Επιπλέον, απορρίπτει την εισήγηση ότι η παρούσα Αγωγή είναι καταχρηστική. Και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν τον ΕΚ1215/12 προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Είναι σαφές ότι ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του ότι η παρούσα Αγωγή αφορά σε αστική υπόθεση και συγκεκριμένα στα αστικά αδικήματα της παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης, απάτης, δόλου, συνωμοσίας, υποβοήθησης προς διάπραξη παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης, αδικαιολόγητου πλουτισμού και παράνομης οικειοποίησης περιουσίας - βλ. άρθρο 1
(1). Το άρθρο 29 του ΕK1215/12 προνοεί τα ακόλουθα: «
- Με την επιφύλαξη του άρθρου 31 παράγραφος 2, αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός του πρώτου επιληφθέντος αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου.
- Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, κατόπιν αιτήσεως δικαστηρίου που επελήφθη της διαφοράς, οιοδήποτε άλλο επιληφθέν δικαστήριο ενημερώνει αμελλητί το εν λόγω δικαστήριο σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η διαφορά σύμφωνα με το άρθρο
- Εφόσον διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε άλλο δικαστήριο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο υπέρ εκείνου.» Οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν ως προς την ερμηνεία του άρθρου 29 αλλά διαφωνούν στο κατά πόσο αυτό τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με το άρθρο 29, όπου δύο αγωγές αφορούν το ίδιο αντικείμενο και είναι μεταξύ των ίδιων διαδίκων αλλά εκκρεμούν ενώπιον Δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, τότε το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δεύτερη αγωγή υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιον του μέχρις ότου διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος Δικαστηρίου. Εκεί όμως που το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο διαπιστώσει τη διεθνή του δικαιοδοσία, τότε το δεύτερο Δικαστήριο θεωρείται ως αναρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή και καθηκόντως πλέον κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο. Επί τούτου και οι δύο πλευρές παραπέμπουν στην υπόθεση Gantrer Case, C-111/01, ημερ. 8.5.03 (η οποία αφορούσε το αντίστοιχο άρθρο 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών) στην οποία επισημάνθηκε ο αυτόματος χαρακτήρας του μηχανισμού lis pendens ως εξής: «30 Finally, the objective and automatic character of the lis pendens mechanism should be stressed. As the United Kingdom Government correctly points out, Article 21 of the Convention adopts a simple method to determine, at the outset of proceedings, which of the courts seised will ultimately hear and determine the dispute. The court second seised is required, of its own motion, to stay its proceedings until the jurisdiction of the court first seised is established. Once that has been established, it must decline jurisdiction in favour of the court first seised. The purpose of Article 21 of the Convention would be frustrated if the content and nature of the claims could be modified by arguments necessarily submitted at a later date by the defendant. Apart from delays and expense, such a solution could have the result that a court initially designated as having jurisdiction under that article would subsequently have to decline to hear the case.» Αναφορικά με την πρόνοια στο άρθρο 29 για την ταυτότητα των διαδίκων, και πάλι οι δύο πλευρές παραπέμπουν στην υπόθεση Tatry Case, C-406/92, 6.12.94, (η οποία πάλι αφορούσε το άρθρο 21 της Σύμβασης των Βρυξελλών) στην οποία αποφασίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο και στις δύο εξεταζόμενες διαδικασίες να υπάρχει πλήρης ταύτιση όλων των διαδίκων αλλά είναι αρκετό αν κάποιοι των διαδίκων στη μια διαδικασία είναι οι ίδιοι και στην άλλη. Το σχετικό απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «32 In the light of the wording of Article 21 of the Convention and the objective set out above, that article must be understood as requiring, as a condition of the obligation of the second court seised to decline jurisdiction, that the parties to the two actions be identical. 33 Consequently, where some of the parties are the same as the parties to an action which has already been started, Article 21 requires the second court seised to decline jurisdiction only to the extent to which the parties to the proceedings pending before it are also parties to the action previously started before the court of another Contracting State; it does not prevent the proceedings from continuing between the other parties.» Η ίδια ερμηνεία αναφέρεται και στο σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins, The Conflict of Laws, 5η έκδοση, παρ. 12-060, όπου γίνεται παραπομπή στην προαναφερθείσα υπόθεση ως εξής: «It was held by the European Court in the Tatry that in litigation involving multiple parties, what is now Art.27 of the Regulation applies as between pairs of plaintiff and defendant. Each lis between a plaintiff and a defendant has to be considered individually to determine which court was seized of it first in time, and Art.17 applied accordingly.» Συνεπώς είναι σαφές ότι δεν απαιτείται η πλήρης ταυτοπροσωπία όλων των διαδίκων στις δύο διαδικασίες. Το ζήτημα αφορά μόνο στον Εναγόμενο 1 ο οποίος είναι και διάδικος στην αγωγή της Βιέννης, και αυτό είναι αρκετό για να ικανοποιήσει αυτή την προϋπόθεση του άρθρου 29, ανεξαρτήτως του ότι οι υπόλοιπες Εναγόμενες 2-5 δεν είναι διάδικα μέρη στην αγωγή της Βιέννης. Η υπόθεση Tatry Case (ανωτέρω) περιέχει χρήσιμη καθοδήγηση και ως προς την ερμηνεία των εννοιών «ίδιο αντικείμενο και ίδια αιτία αγωγής», για τις οποίες αναφέρονται τα εξής: «37 It should be noted at the outset that the English version of Article 21 does not expressly distinguish between the concepts of "object" and "cause" of action. That language version must however be construed in the same manner as the majority of the other language versions in which that distinction is made (see the judgment in Gubisch Maschinenfabrik v Palumbo, cited above, paragraph 14). 38 For the purposes of Article 21 of the Convention, the "cause of action" comprises the facts and the rule of law relied on as the basis of the action. 39 Consequently, an action for a declaration of non-liability, such as that brought in the main proceedings in this case by the shipowners, and another action, such as that brought subsequently by the cargo owners on the basis of shipping contracts which are separate but in identical terms, concerning the same cargo transported in bulk and damaged in the same circumstances, have the same cause of action. 40 The "object of the action" for the purposes of Article 21 means the end the action has in view. 41 The question accordingly arises whether two actions have the same object when the first seeks a declaration that the plaintiff is not liable for damage as claimed by the defendants, while the second, commenced subsequently by those defendants, seeks on the contrary to have the plaintiff in the first action held liable for causing loss and ordered to pay damages. 42 As to liability, the second action has the same object as the first, since the issue of liability is central to both actions. The fact that the plaintiff' s pleadings are couched in negative terms in the first action whereas in the second action they are couched in positive terms by the defendant, who has become plaintiff, does not make the object of the dispute different. 43 As to damages, the pleas in the second action are the natural consequence of those relating to the finding of liability and thus do not alter the principal object of the action. Furthermore, the fact that a party seeks a declaration that he is not liable for loss implies that he disputes any obligation to pay damages. 44 In those circumstances, the answer to the fifth question is that, on a proper construction of Article 21 of the Convention, an action seeking to have the defendant held liable for causing loss and ordered to pay damages has the same cause of action and the same object as earlier proceedings brought by that defendant seeking a declaration that he is not liable for that loss. ................................. 46 In Article 21 of the Convention, the terms "same cause of action" and "between the same parties" have an independent meaning (see Gubisch Maschinenfabrik v Palumbo, cited above, paragraph 11). They must therefore be interpreted independently of the specific features of the law in force in each Contracting State. It follows that the distinction drawn by the law of a Contracting State between an action in personam and an action in rem is not material for the interpretation of Article 21.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι η φράση «ίδια αιτία» αγωγής θα πρέπει να ερμηνεύεται ανεξάρτητα από την ερμηνεία που δίδεται από τα εθνικά Δικαστήρια. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Gubisch Maschinenfabrik KG v. Palumbo, C-144/86, ημερ. 8.12.87, παρ. 17, αυτή η φράση δεν δύναται να είναι περιοριστική ούτως ώστε να απαιτεί όπως οι δύο διαδικασίες είναι επακριβώς ταυτόσημες. To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση Aannemingsbedrijf Aertssen NV and other v. VSB Machineverhuur BV and others, C-523/14, ημερ. 22.10.15, απέδωσε ευρεία ερμηνεία στον όρο «ίδιο αντικείμενο» χωρίς αυτός να περιορίζεται στην τυπική ταύτιση των αγωγών. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «45 As regards, thirdly, 'the object' of an action for the purposes of Article 27 of Regulation No 44/2001, the Court has stated that this means the end the action has in view (see, to that effect, judgment in Gantner Electronic, C‑111/01, EU:C:2003:257, paragraph 25 and the case-law cited). The latter concept cannot be restricted to the claims being formally identical (see, to that effect, judgment in Gubisch Maschinenfabrik, 144/86, EU:C:1987:528, paragraph 17) and is to be interpreted broadly (see, to that effect, judgment in Nipponkoa Insurance Co. (Europe), C‑452/12, EU:C:2013:858, paragraph 42 and the case-law cited).» Η ευρεία ερμηνεία του άρθρου 29 διατυπώθηκε και στην υπόθεση Gasser, C-116/02, ημερ. 9.12.03, στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα το οποίο αναλύει και τον σκοπό του αντίστοιχου παλαιού άρθρου 21: «It must be borne in mind at the outset that Article 21 of the Brussels Convention, together with Article 22 on related actions, is contained in Section 8 of Title II of the Convention, which is intended, in the interests of the proper administration of justice within the Community, to prevent parallel proceedings before the courts of different Contracting States and to avoid conflicts between decisions which might result therefrom. Those rules are therefore designed to preclude, so far as possible and from the outset, the possibility of a situation arising such as that referred to in Article 27
(3)of the Convention, that is to say the non-recognition of a judgment on account of its irreconcilability with a judgment given in proceedings between the same parties in the State in which recognition is sought (see Gubisch Maschinenfabrik, cited above, paragraph 8). It follows that, in order to achieve those aims, Article 21 must be interpreted broadly so as to cover, in principle, all situations of lis pendens before courts in Contracting States, irrespective of the parties' domicile (Overseas Onion Insurance, cited above, paragraph 16).» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η Αγγλική υπόθεση In Re Alexandros T
(2013)UKSC 70, στην οποία περιέχεται μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν την ερμηνεία του όρου ίδια αιτία αγωγής: «The CMI claims: same causes of action? 28 It is convenient to consider first the position of the CMI claims. The first specific question is whether the 2006 proceedings involve the same cause or causes of action as the Greek proceedings, by which I mean Greece 1 and Greece 2. The principles of EU law which are relevant to the determination of this question are in my opinion clear. They have been considered in a number of cases in the Court of Justice of the European Union and are essentially as submitted on behalf of the CMI. They may be summarised in this way. (
- i)The phrase "same cause of action" in article 27 has an independent and autonomous meaning as a matter of European law; it is therefore not to be interpreted according to the criteria of national law: see the Gubisch case [1987] ECR 4861, para 11. (
- ii)In order for proceedings to involve the same cause of action they must have "le même objet et la même cause". . (iii) Identity of cause means that the proceedings in each jurisdiction must have the same facts and rules of law relied on as the basis for the action: see The Tatry [1999] QB 515, para 39. . (
- iv)Identity of objet means that the proceedings in each jurisdiction must have the same end in view: see The Tatry [1999] QB 515, para 41, Gantner Electronic GmbH v Basch Exploitatie Maatschappij BV (Case C-111/01) [2003] ECR I-4207, para 25, JP Morgan Europe Ltd v Primacom AG [2005] 2 All ER (Comm) 764, para 42 and Underwriting Members of Lloyd's Syndicate 980 v Sinco SA [2009] 1 All ER (Comm) 272, para 24. (
- v)The assessment of identity of cause and identity of object is to be made by reference only to the claims in each action and not to the defences to those claims: see the Gantner case [2003] ECR I-4207, paras 24-32, . (
- vi)It follows that article 27 is not engaged merely by virtue of the fact that common issues might arise in both sets of proceedings. . vii) After discussing the Gubisch case [1987] ECR 4861, The Tatry [1999] QB 515, Sarrio SA v Kuwait Investment Authority [1999] 1 AC 32, The Happy Fellow [1998] 1 Lloyd's Rep 13 and Haji-Ioannou v Frangos [1999] 2 All ER (Comm) 865, Rix J summarised the position clearly and, in my opinion, accurately in Glencore International AG v Shell International Trading and Shipping Co Ltd [1999] 2 All ER (Comm) 922, 929: "It would appear from these five cases, of which the first two were in the European Court of Justice, and the latter three in the domestic courts of England, that, broadly speaking, the triple requirement of same parties, same cause and same objet entails that it is only in relatively straightforward situations that article 21 bites, and, it may be said, is intended to bite. After all, article 22 is available, with its more flexible discretionary power to stay, in the case of 'related proceedings' which need not involve the triple requirement of article 21. There is no need, therefore, as it seems to me, to strain to fit a case into article 21. The European court, when speaking in the Gubisch case [1987] ECR 4861, at para 8 of the purpose, in the interests of the proper administration of justice within the European Community, of preventing parallel proceedings in different jurisdictions and of avoiding 'in so far as it is possible and from the outset' the possibility of irreconcilable decisions, was addressing articles 21 and 22 together, rather than article 21 by itself. "Thus a prime example of a case within article 21 is of course where party A brings the same claim against party B in two jurisdictions. Such a case raises no problem. More commonly, perhaps, the same dispute is raised in two jurisdictions when party A sues party B to assert liability in one jurisdiction, and party B sues party A in another jurisdiction to deny liability, or vice versa. In such situations, the respective claims of parties A and B naturally differ, but the issue between them is essentially the same. The two claims are essentially mirror images of one another. The Gubisch case and The Tatry are good examples of this occurrence. "On the other hand, [Sarrio SA v Kuwait Investment Authority] is a case where the same claimant was suing the same defendant on different bases giving rise to different issues and different financial consequences, and where liability on one claim did not involve liability (or non-liability) on the other. Haji-Ioannou v Frangos illustrates the situation where even though the cause is the same, and even though there is some overlap in the claims and issues, nevertheless different claims, there the proprietary claim to trace, may raise sufficiently different issues of sufficient importance in the overall litigation for it to be concluded that the objet differs. .» Αντίστοιχη διαφωτιστική παράθεση των αρχών που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 29 περιέχεται και στην πιο πρόσφατη Αγγλική υπόθεση Easy Rent A Car Ltd and another v. EasyGroup Ltd
(2019)1 EWCA Civ 477 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «[23] For present purposes, the propositions to be derived from the judgment of Lord Clarke (see [28]) are as follows: (
- i)The phrase 'same cause of action' has an independent and autonomous meaning as a matter of European law and it is not to be interpreted according to the criteria of national law. (
- ii)In order for proceedings to involve the same cause of action they must have 'le même objet et la même cause'. (iii) Identity of 'cause' means that the proceedings in each jurisdiction must have the same facts and rules of law relied upon as the basis for the action. Rules of law in this context mean the juridical basis on which arguments as to the facts will take place. The court looks to the basic facts and the basic claimed rights and obligations of the parties to see if there is coincidence between the proceedings, making due allowance for differences in the classification of rights and obligations between the states concerned. (
- iv)Identity of 'objet' means that the proceedings must have the same end in view. (
- v)The assessment of the identity of 'cause' and 'objet' is to be made by reference only to the claims in each action and not to any defences to those claims. (
- vi)It follows that art 29 is not engaged merely by virtue of the fact that common issues might arise in both sets of proceedings. This is an important point of distinction between arts 29 and 30. (vii) Given the flexible discretionary power to stay 'related proceedings' under art 30, it is unnecessary to strain to fit a case into art 29. The purpose of preventing parallel proceedings in different jurisdictions and avoiding, so far as possible, conflicting decisions is addressed by the combination of arts 29 and 30. (viii) The fact that the claimant in one set of proceedings is the defendant in the other set of proceedings, and vice versa, will not necessarily prevent the application of art 29. If the claims in the two sets of proceedings are essentially mirror images, art 29 will apply. For example, a claim in one action by A against B for damages for a particular breach of contract and a claim by B against A in the other action for a declaration that it has not committed that breach of contract will have the same 'cause et objet'.» Στην υπόθεση JP Morgan v. Primacom
(2005)All ER (Comm) 764, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα βασικά γεγονότα, ανεξαρτήτως του κατά πόσο είναι αμφισβητούμενα ή όχι, και τα βασικά ισχυριζόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών για να κρίνει κατά πόσο υπάρχει σύμπτωση των διαδικασιών, ασχέτως της διαφορετικής ταξινόμησης αυτών των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στα εθνικά Δικαστήρια. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «[42] . The expression 'legal rule' or 'rule of law' appears to mean the juridical basis upon which arguments as to the facts will take place so that, in investigating 'cause' the court looks to the basic facts (whether in dispute or not) and the basic claimed rights and obligations of the parties to see if there is co-incidence between them in the actions in different countries, making due allowance for the specific form that proceedings may take in one national court with different classifications of rights and obligations from those in a different national court. With regard to the objet, the search is for 'the end the action has in view' or the 'essential issue raised between the parties'.» Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Simon v. Tache and others
(2022)EWHC 1674 (Comm) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «62. There are a number of general points that required to be noted in respect of the operation of Article 29:
- i)The purpose of both Article 29 and Article 30 is to prevent the courts of two member states from giving inconsistent judgements and to preclude, so far as possible, the non-recognition of a judgment - see Starlight Shipping Co v Allianz Marine & Aviation, The Alexandros T [2013] UKSC 70, [2014] 1 All ER 590, at [27] per Lord Clarke SCJ.
- ii)Briggs, Civil Jurisdiction and Judgments (7th ed, 2021) ("Briggs") at pages 321-323 notes: "Article [29] is meant to be interpreted reasonably broadly, the better to serve one of the overriding purposes of [Brussels Recast]. That purpose is to prevent parallel litigation of matters which fall within the scope of [Brussels Recast] which might result in irreconcilable, and hence unrecognisable or unenforceable judgments." iii) Article 32 of Brussels Recast provides, so far as is relevant, that a court shall be deemed to be seised: "(
- a)at the time when the document instituting the proceedings or an equivalent document is lodged with the court, provided that the claimant has not subsequently failed to take the steps he was required to take to have service effected on the defendant." In the present case, there are issues between the parties, which I will return to, as to when this Court was first seised of the English proceedings, and as to when the Belgian court was first seised of proceedings involving the same cause of action as the English proceedings.
- iv)I do not understand it to be in dispute that a court remains seised while there is a pending appeal lodged in time on the question of jurisdiction - see Easygroup Ltd v Easy Rent A Car Ltd [2019] 1 WLR 4630 (CA) at [19]-[20] per David Richards LJ, and Van Heck v Giambrone & Partners [2022] EWHC 1098 (QB) at [48] et seq, per Soole J. On this basis, if a foreign court was seised first and Article 29 is otherwise applicable, the English court must stay proceedings to allow an appeal in the foreign proceedings to take its course.
- v)Lord Clarke JSC in The Alexandros T (supra) at [23] and David Richards LJ in Easygroup v Easy Rent (supra) at [23] helpfully set out the principles to applied in considering whether proceedings involve "the same cause of action". In essence:
- a)Whether two claims involve the "same cause of action" is to be determined autonomously;
- b)For proceedings to involve the same cause of action they must have "le même objet et la même cause", an expression which derives from the French version of the text;
- c)Proceedings have the same "cause" if they involve the same facts and rules of law as the basis for the action;
- d)Proceedings have the same "objet" if they have the same end in view; and
- e)Regard should be had only to the claims, and not to the defences.
- vi)Whether the proceedings involve the same "cause" and the same "objet" is to be assessed broadly and at a high level of generality. At paragraph 6 of his supplemental report, Prof. Englebert expresses agreement that the CJEU applies "a broad interpretation" to the concept of "the same cause and same aim". In JP Morgan Europe Ltd v Primacon [2005] 1 CLC 493 (Comm), Cook J said at [42] (in a passage endorsed in The Alexandros T (supra) at [28](iii)) that: "The court looks to the basic facts (whether in dispute or not) and the basic claimed rights and obligations of the parties to see if there is co-incidence between them in the actions in different countries, making due allowance for the specific form that proceedings may take in one national court with different classifications of rights and obligations from those in a different national court." (Emphasis added) vii) In relation to "objet", in Glencore International AG v Shell International Trading and Shipping Co Ltd [1999] 2 Lloyds Rep 692 at 695, Rix J said that one needs to identify and compare the "essential issue" which arises in the two claims, observing that "the objet may be the same although the claims may not be identical". In Aannemingsbedrijf v VSB C-523/14 at [45], the Court of Justice of the European Union recognised that the concept "cannot be restricted to the claims being formally identical and is to be interpreted broadly" (at [45], see also at [39] and [50]). viii) As Mr Ruddell identified in his submissions, applying the above principles:
- a)In JP Morgan (supra), it did not prevent a finding that there were proceedings with the same cause of action where the claims in England would be governed by English law and the claims in Germany determined by rules of German law/public policy (see at [44]-[45], [47]);
- b)In Easygroup v Easy Rent (supra), it did not matter that the claims arose under different domestic causes of action (contract and tort) - see per David Richards LJ at [32];
- c)In The Tatry C-406/92 [1999] QB 515 (ECJ), it did not matter that one claim was a personal claim for a negative declaration, and the other was an admiralty claim in rem against a ship - see at [48]); and
- d)In Aannemingsbedrijf (supra), it did not matter that one claim was in the form of a complaint seeking to be joined to a judicial investigation in a criminal proceedings (at [52]).
- ix)As Mr Ruddell further identified, Article 29 is commonly applied in circumstances where the first seised claim is one for a declaration of non-liability (see e.g. Overseas Union Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co C-351/89 [1992] 1 QB 435 (ECJ), and The Tatry (supra)). In such cases, the claims have the same "cause" (even though the nature of the claims necessarily differs) and the same "objet" (because they are both focussed on the existence of the same liability).
- x)Article 29 requires the mechanical application of the relevant test of the court first seised, and if this test is satisfied, then the Court is obliged to stay the proceedings pursuant Article 29 without there being any scope for any overriding consideration of the merits - see Easygroup v Easy Rent (supra) at [74] per David Richards LJ and Van Heck (supra) at [74] per Soole J. 63. To the extent that the English Proceedings are not caught by Article 29, then the possibility arises that Article 30 should be held to apply. Article 30 of Brussels Recast 64. Article 30 provides, so far as relevant, that: "1. Where related actions are pending in the courts of different Member States, any court other than the court first seised may stay its proceedings". ................................. 3. "For the purposes of this Article, actions are deemed to be related where they are so closely connected that it is expedient to hear and determine them together to avoid the risk of irreconcilable judgments resulting from separate proceedings" 65. The following principles emerge from the authorities:
- i)The purpose of Article 30 is to improve co-ordination of the exercise of judicial functions within the EU and to avoid conflicting and contradictory decisions, thus facilitating the proper administration of justice - see The Alexandros T (supra) at [27] per Lord Clark JSC.
- ii)There are three stages to the analysis as to whether Article 30 should apply:
- a)Are the proceedings related;
- b)If so, which court was first seised; and
- c)If the English court is second seised, should a stay be granted? iii) In relation to the first issue as to whether the proceedings are related, the courts adopt a deliberately expansive interpretation of "related". Thus:
- a)In Sarrio SA v Kusati Investment Authority [1999] 1 AC 32 at 41F, Lord Saville referred to the Court adopting a "broad common-sense approach";
- b)In Top Optimized Technologies SL v Vodafone [2021] EWHC 46 (PAT) at [42] Marcus Smith J said that: "It seems to me that the purpose of Article 30 is best served by having a wide ambit"; and
- c)In The Tatry at [53] it was said that: "[the] interpretation must be broad and cover all cases where there is a risk of conflicting decisions, even if the judgments can be separately enforced and their legal consequences are not mutually exclusive".
- iv)The court is required to compare the "proceedings" as a whole at the time it considers the application challenging jurisdiction - see FKI Engineering Ltd v Stribog Ltd [2011] 1 WLR 3264 (CA) at [47]-[48]; [54]. On this basis, it is appropriate to consider both the claims and the defences raised in the two sets of proceedings (Ibid at [103]).
- v)As to the second question as to which court was seised first, one simply asks which proceedings were commenced first. The court does not have regard to the time of any amendments subsequently made, and the question as to whether the proceedings were related when initially commenced is irrelevant for this purpose - see The Alexandros T (supra) at [75]-[76], per Lord Clark JSC referring to FKI Engineering v Stribog (supra).
- vi)In relation to the third issue, namely if the English court is second seised, should the Court grant a stay, the Court has a broad discretion. There is European authority for the proposition that, given the purpose of avoiding parallel proceedings, in cases of doubt the national court should stay the proceedings - see the Advocate General's Opinion in Owens Bank v Bracco (C-129/92) [1994] QB 509 at [75]. In expressing this view, the Advocate General referred to the decision of Ognall J in Virgin Aviation Services Ltd v CAD Aviation Services [1991] I.L.Pr. 79 where Ognall J had held that there was a "strong presumption" in favour of allowing an application for a stay. But the Advocate General did identify three particular factors which might be relevant to the exercise of discretion vested in a national court, namely the extent of the relatedness and the risk of mutually irreconcilable decisions, the stage reached in each set of proceedings, and the proximity of the courts to the subject matter of the case. In Alexandros T at [92], Clark SCJ endorsed this approach. vii) The "strong presumption" was also referred to by Cook J in JP Morgan (supra) at [65]. However, as Mr Sherwin has pointed out on behalf of Dr Simon, in FKI Engineering v Stribog (supra), at [131], Rix LJ disagreed with Ognall J in Virgin Aviation Services (supra) to the extent that Ognall J had, in that case, suggested that: "where actions are related the first duty of the court is to stay the proceedings". Rix LJ identified a concern that this approach might relegate the discretion to a rule which eradicated the discretion. viii) As to the factors relevant to the exercise of the discretion, as touched upon above, these include (but are not limited to):
- a)The stage reached in each set of proceedings;
- b)The extent of the relatedness and the risk of conflicting decisions; and
- c)The proximity of the courts to the subject matter of the case See - The Alexandros T (supra) at [92] per Clark JSC and Easygroup v Easy Rent at [56]-[57] per David Richards J.» Τέλος, χρήσιμη αναφορά στον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 29 γίνεται και στην Αγγλική υπόθεση Federal Republic of Nigeria v. Royal Dutch Shell plc and other companies
(2020)EWHC 1315 (Comm), η οποία παραπέμπει και στις προαναφερόμενες υποθέσεις: «
- Applying that test, I am firmly of the view that the cause is the same in the two proceedings against RDS. In each case, the basic facts are clearly (and concededly) the same. So also, in my judgment, are the basic claimed rights, which I would characterise as being the right not to be adversely affected by conduct of RDS which involves or facilitates the bribery and corruption of the FRN's ministers and agents, and the right to redress if there is such bribery and corruption. That there are differences in what in English legal jargon would be described as the 'causes of action' does not, as I see it, alter this. I do not consider that the legal rules involved in the English and Italian proceedings are more different than the English and German legal rules which were raised in the two sets of proceedings in JP Morgan v Primacom or than the legal rules which applied in the English and Cyprus proceedings in Easygroup Ltd v Easy Rent a Car Ltd [2019] EWCA Civ 477, [2019] 1 WLR
- Fundamentally, as it was put by Cooke J in paragraph [45] of JP Morgan v Primacom, what is involved is the rights and obligations of the parties in relation to the same basic (alleged) facts, namely here the alleged bribery relating to OPL
- The differences in the way in which the FRN formulates its rights and its claim in the two sets of proceedings appear to me to fall within the 'due allowance for the specific form that proceedings may take in one national court with different classifications of rights and obligations from those in a different national court', as referred to in paragraph [42] of JP Morgan v Primacom. .................................
- The issue to be addressed here is, as it was summarised by Lord Clarke in point (iv) in The 'Alexandros T', whether the two proceedings have the 'same end in view'. That concept 'cannot be restricted to the claims being formally identical . and is to be interpreted broadly' (Aertssen, paragraph [45]). Further, when considering whether the existence in one action of a particular claim which is not in the other means that the objet of the proceedings is different, it is necessary to consider, as Rix J put it in Glencore (cited by Lord Clarke in point (vii) in The 'Alexandros T'), whether that claim raises 'sufficiently different issues of sufficient importance in the overall litigation for it to be concluded that the objet differs'. .................................
- Further, if Article 29 were not recognised as applicable in this case, there would be the possibility of the type of inconsistent decisions which Article 29 is aimed at avoiding. Thus, in the Italian proceedings the FRN's damages are premised on OPL 245 having been validly awarded to RDS and Eni SpA's subsidiaries, and the claim includes the difference between the amount paid by the consortium and the amount which the FRN would have obtained in an open market auction. If the English proceedings were regarded as involving a significantly different claim, namely one relating to rescission, and could go ahead, that would give rise to the possibility of a judgment in one awarding damages on the basis of the validity of the April 2011 Agreements and the other finding that those Agreements were capable of rescission. That would appear to me to be a situation of where there is effectively a 'mirror image' of the case in one jurisdiction in the other, with the unusual feature that both are part of the case of the same party. The avoidance of two sets of proceedings involving 'mirror images' of issues is part of the object of Article 29: see Glencore, cited by Lord Clarke in The 'Alexandros T' at point (vii).» Έχει ήδη λεχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 είναι εναγόμενος και στις δύο διαδικασίες. Ο Εναγόμενος δεν διαμένει στην Κύπρο αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Και στις δύο διαδικασίες αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 ένα δόλιο σχέδιο εκμετάλλευσης της ιδιότητας του στην Ενάγουσα και αποξένωσης και οικειοποίησης της περιουσίας της Ενάγουσας προς όφελος του ιδίου και άλλων. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού και στις δύο διαδικασίες αποδίδεται στον Εναγόμενο 1 η ίδρυση μιας εγκληματικής οργάνωσης και ενός δικτύου νομικών οντοτήτων μηδενικής φυσικής παρουσίας γνωστών ως «εταιρείες κέλυφος» (shell companies), συμπεριλαμβανομένων και κάποιων στην Κύπρο, μέσω των οποίων συνήφθησαν διάφορες συμφωνίες δανειοδοτήσεων, εγγυήσεων κ.ά., οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χρημάτων της Ενάγουσας και την οικειοποίηση αυτών από τον Εναγόμενο 1 και τρίτα πρόσωπα. Και στις δύο διαδικασίες οι εν λόγω συμφωνίες και οι συναλλαγές είναι οι ίδιες και αφορούν τις Εναγόμενες 2-
- Υπενθυμίζεται ότι οι οκτώ από τις εννέα περιγραφόμενες στην Κυπριακή Αγωγή τέτοιες ενέργειες αποτελούν αντικείμενο και των δύο διαδικασιών. Και οι δύο διαδικασίες αφορούν σε αξιώσεις για τα χρηματικά ποσά τα οποία αποτελούν την ισχυριζόμενη ζημιά από τις πιο πάνω ενέργειες. Είναι γεγονός ότι η αξίωση στην αγωγή στη Βιέννη αφορά σε μικρότερο καθοριζόμενο ποσό, μέρος της Κυπριακής Αγωγής, πλην όμως στις Λεπτομέρειες της Απαίτησης γίνεται λόγος για το ελάχιστον της ζημιάς, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο αυτή να αφορά σε μεγαλύτερο ποσό, εξ ου και στην παρ. 4 η Ενάγουσα στην αγωγή της Βιέννης ρητώς επιφυλάσσει το δικαίωμα της να αποδείξει επιπρόσθετη ζημιά για την οποία οι εναγόμενοι θα είναι υπόλογοι. Οι βάσεις και των δύο αγωγών, όπως αναφέρονται στην παρ. 8 των Λεπτομερειών της Απαίτησης και στην παρούσα Αγωγή, αφορούν σε κατάχρηση της θέσης του Εναγομένου 1 στην Ενάγουσα, παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης, παράνομη οικειοποίηση της περιουσίας της Ενάγουσας, παράνομη πρόκληση ζημιάς και δόλο. Το γεγονός ότι οι αιτίες αγωγής αφορούν στο δίκαιο της κάθε χώρας, δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και δη το υπόβαθρο των Αγωγών από πλευράς προβαλλόμενων γεγονότων ούτε οδηγεί δίχως άλλο στην απόρριψη του αιτήματος για αναστολή βάσει του άρθρου
- Εδώ σημειώνεται πως και οι δύο αγωγές βασίζονται στον Ρωσικό Νόμο περί Αφερεγγυότητας (παρ. 8 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και παρ. 8 των Λεπτομερειών της Απαίτησης). Το γεγονός ότι η αγωγή στη Βιέννη επεκτείνεται και στη δημιουργία του εμπιστεύματος στο οποίο δικαιούχοι φέρονται οι γονείς του Εναγομένου 1, δεν αλλοιώνει την πιο πάνω κατάσταση η οποία ουσιαστικά αφορά στον ίδιο εναγόμενο, στο ίδιο αντικείμενο και στις ιδίες αιτίες αγωγής και αξιώσεις εναντίον του, και συνακόλουθα αποσκοπούν στον ίδιο τελικό σκοπό. Στην παρούσα ζητείται Δηλωτική Απόφαση ότι οι εν λόγω συναλλαγές είναι άκυρες και αποζημιώσεις για την ισχυριζόμενη ζημιά που προκλήθηκε στην Ενάγουσα. Στην αγωγή της Βιέννης προβάλλεται αξίωση για την πληρωμή της εκεί καθοριζόμενης ζημιάς και απόφαση για την όποια επιπρόσθετη ζημιά ήθελε αποδειχθεί. Επομένως και οι δύο διαδικασίες ουσιαστικά αποσκοπούν στην αποζημίωση της Ενάγουσας για τη ζημιά που έχει προκληθεί σε αυτή από τις αποδιδόμενες στον Εναγόμενο 1 πράξεις. Εδώ υπενθυμίζεται ότι η αγωγή στη Βιέννη δεν τελεί πλέον υπό αναστολή και συνεχίζεται κανονικά. Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων εγείρεται ερώτημα ως προς το ποιο είναι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο. Το άρθρο 32 του ΕΚ1215/12 ρυθμίζει το ζήτημα ως εξής: «
- Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: α) από την κατάθεση στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση β) εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, μόλις παραληφθεί από την αρμόδια για την κοινοποίηση ή την επίδοση αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο.» Είναι κοινώς αποδεκτό ότι και οι δύο αγωγές τόσο στη Βιέννη όσο και στην Κύπρο καταχωρίστηκαν την ίδια μέρα και ότι δεν υπάρχει τρόπος εξακρίβωσης της ώρας καταχώρισης της καθεμιάς για να διαφανεί χωρίς δυσκολία ποια προηγήθηκε χρονικά της άλλης. Περαιτέρω δεν τυγχάνει εφαρμογής η παρ. (β). Ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 επανέφερε το αίτημα του για παραπομπή του ζητήματος στο ΔΕΕ. Αυτό είχε υποβληθεί σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ως πρόωρο. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα παραπομπής εκτίθενται στην υπόθεση Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.ά.
(2015)1(Α) Α.Α.Δ.
- Βασικό κριτήριο για την απόφαση για παραπομπή είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΕ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Παρά την έλλειψη νομολογίας επί του υπό εξέταση ερωτήματος, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί ότι δύναται να αποφασίσει αυτό στην ακόλουθη βάση. Το άρθρο 32(α) προσφέρει καθοδήγηση επί του ζητήματος, όσον αφορά το ζήτημα του χρόνου καταχώρισης σε συνάρτηση με την επακόλουθη προσπάθεια του ενάγοντος να επιδώσει ή κοινοποιήσει την αγωγή στον εναγόμενο. Με άλλα λόγια, ο χρόνος καταχώρισης καθίσταται το καθοριστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της πρώτης διαδικασίας σε συνδυασμό όμως με την επίδοση, δηλαδή μια αγωγή η οποία καταχωρίστηκε μεν πρώτη χρονικά αλλά δεν έγινε προσπάθεια επίδοσης της δεν θα θεωρείται ως πρώτη. Κατ' αναλογία, στην περίπτωση ταυτόχρονης καταχώρισης δύο συναφών διαδικασιών, η επίδοση καθορίζει το ζήτημα εφόσον η ίδια η παρ. (α) θέτει την υποχρέωση στον ενάγοντα να λάβει άμεσα μέτρα για την επίδοση και γνωστοποίηση αυτής στον εναγόμενο. Η ημερομηνία επίδοσης στον Εναγόμενο 1 της διαδικασίας στην Αυστρία δεν αναφέρεται μεν από τον TS στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και δεν προκύπτει από άλλη μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο TS, όμως αυτή καταγράφεται από την πλευρά της Ενάγουσας και ειδικότερα στο Τεκμήριο 18 της ένορκης δήλωσης της ΕΧ, όπου στην απάντηση στην ερώτηση 5 για το κατά πόσο έγινε δέουσα επίδοση των εγγράφων της Αυστριακής διαδικασίας στον Εναγόμενο 1, αναφέρεται ότι η επίδοση έγινε δεόντως στις 14.9.
- Στην ίδια απάντηση αναφέρεται ότι ουδέποτε έγινε επίδοση της Κυπριακής Αγωγής στον Εναγόμενο 1, όπως άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο του φακέλου από τον οποίο φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 12.3.
- Η ΕΧ αναφέρει ότι η παρούσα Αγωγή επιδόθηκε στις Εναγόμενες 2-4 στις 6.8.18, 23.8.18 και 30.8.18 αντίστοιχα, πλην όμως αυτή η θέση δεν διαφοροποιεί τις ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς το ότι η αγωγή στην Αυστρία επιδόθηκε πρώτη στον Εναγόμενο 1 και ως εκ τούτου το Αυστριακό Δικαστήριο θεωρείται ως το πρώτο επιληφθέν για αυτόν. Σημασία πρέπει να έχει η επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος, για να υποβάλει το όποιο αίτημα του, θα πρέπει απαραιτήτως να λάβει γνώση της διαδικασίας μέσω της επίδοσης στον ίδιο και όχι σε άλλο διάδικο. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ενώ το Αυστριακό Δικαστήριο είχε διατάξει την αναστολή της διαδικασίας της Αγωγής μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμούσε στο Λιχτενστάιν εναντίον του Εναγομένου 1 (βλ. απόφαση ημ 15.10.19, Τεκμήριο 17 στην ένορκη δήλωση της ΕΧ), δεν ισχύει πλέον η αναστολή με αποτέλεσμα η αγωγή στη Βιέννη να υφίσταται και να προχωρά κανονικά. Με τα πιο πάνω δεδομένα, το Δικαστήριο καταλήγει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 29
(3)του ΕΚ1215/12 και το Αυστριακό Δικαστήριο είναι το πρώτο επιληφθέν Δικαστήριο. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με τον Εναγόμενο 1 ουσιαστικά αποφεύγει το ενδεχόμενο έκδοσης δύο αντιφατικών αποφάσεων εναντίον του αναφορικά με τη δράση του σε σχέση με τις Εναγόμενες 2-
- Σαφώς η όποια απόφαση του Αυστριακού Δικαστηρίου αναφορικά πάντοτε με τον Εναγόμενο 1 θα εμπεριέχει τη συμπεριφορά του σε σχέση με τις εν λόγω συμφωνίες και συναλλαγές σε σχέση με τις Εναγόμενες 2-5 και κατά πόσο αυτή συνιστά τη διάπραξη των αδικοπραξιών οι οποίες του αποδίδονται ούτως ώστε να κριθεί υπόλογος για την έκταση και το ύψος της όποιας ζημιάς ήθελε αποδειχθεί, κάτι το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής εναντίον του. Το κατά πόσο αυτός έδρασε μόνος ή από κοινού με τις Εναγόμενες 2-5, κάτι το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, δεν επηρεάζει τις δικές του ενέργειες ούτε την τυχόν ευθύνη του εφόσον και στην Κυπριακή Αγωγή του αποδίδονται αδικοπραξίες οι οποίες αφορούν και τον ίδιο, εξ ου και είναι Εναγόμενος. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο θεωρεί εαυτό αναρμόδιο να εκδικάσει την Αγωγή εναντίον του Εναγομένου 1 η οποία και υπόκειται σε απόρριψη εναντίον του. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 29 του ΕΚ1215/12, τότε, λαμβανομένης υπόψιν και της Υπεράσπισης για σκοπούς εξέτασης του άρθρου 30 του ΕΚ1215/12, το Δικαστήριο θα κατέληγε υπέρ της αναστολής της παρούσας Αγωγής εναντίον του Εναγομένου 1, ενόψει της συνάφειας των επίδικων θεμάτων που αποδίδονται και αφορούν στον Εναγόμενο 1 και στις δύο υπό κρίση διαδικασίες, και εφόσον η διαδικασία στη Βιέννη βρίσκεται σε πιο προχωρημένο στάδιο από τη διαδικασία της παρούσας. Αναφορικά τώρα με την Αίτηση της Εναγομένης 5, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της ήταν εκτενέστερη από αυτή που παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο
- Κατ' αρχάς ο ΜΚΛ αναφέρει την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής της Βιέννης στον Εναγόμενο 1 στις 14.9.18 και δηλώνει ότι ο Εναγόμενος 1 είχε αποσύρει την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Αυστριακού Δικαστηρίου και επικαλείται γνωμάτευση Αυστριακών δικηγόρων στην οποία επεξηγούν ότι το Αυστριακό Δικαστήριο έχει ήδη αναλάβει και αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του και δεν μπορεί πλέον οποιοδήποτε μέρος να την αμφισβητήσει. Επαναλαμβάνεται το παραδεκτό γεγονός πως η διαδικασία στην αγωγή στη Βιέννη δεν τελεί πλέον υπό αναστολή αλλά προχωρά κανονικά. Επίσης ο ΜΚΛ προβαίνει σε μια πιο εκτενή περιγραφή της παρούσας Αγωγής και της αγωγής στην Αυστρία, παραπέμποντας στον Πίνακα, Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 10, και στον Πίνακα που ετοίμασαν οι Κύπριοι δικηγόροι του Εναγομένου 1, Τεκμήριο 11, αναφορικά με το αντικείμενο των δύο υπό κρίση αγωγών αντίστοιχα, από τους οποίους διαφαίνεται βασικά ότι αυτές αφορούν στις ίδιες συμφωνίες και συναλλαγές όπως αναλύεται από το Δικαστήριο ανωτέρω στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης του Εναγομένου
- Οι ισχυρισμοί της ΕΧ στην ένσταση της Ενάγουσας στην Αίτηση της Εναγομένης 5 αναφορικά με το μη δεκτό της μαρτυρίας του ΜΚΛ ως εξ ακοής και της μη παρουσίασης πιστών μεταφράσεων, απαντώνται με τον ίδιο τρόπο ως ανωτέρω. Η ΕΧ επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς και παρουσιάζει την ίδια γνωμάτευση των Αυστριακών δικηγόρων αναφορικά με τη φύση της αγωγής στην Αυστρία, τους οποίους το Δικαστήριο δεν δέχεται για τους ίδιους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Η Αίτηση της Εναγομένης 5 βασίζεται στο άρθρο 30 του ΕΚ1215/12, το οποίο παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει ή αναστείλει διαδικασία λόγω της ύπαρξης συναφούς και στενά συνδεδεμένης διαδικασίας σε άλλο Δικαστήριο κράτους μέλους. Το άρθρο 30 του ΕΚ1215/12 προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όταν συναφείς αγωγές εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, κάθε δικαστήριο εκτός του πρώτου επιληφθέντος μπορεί να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία.
- Όταν οι αγωγές αυτές εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ενώπιον του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, κάθε άλλο δικαστήριο δύναται επίσης, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το πρώτο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία και για τις δύο αγωγές και ότι το δίκαιό του επιτρέπει την ένωση συναφών υποθέσεων.
- Είναι συναφείς, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων αν τυχόν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.» Το άρθρο 30 έτυχε ερμηνείας στην προαναφερόμενη υπόθεση Simon v. Tache and others (ανωτέρω) και στο ανωτέρω απόσπασμα. Στην υπόθεση Tatry (ανωτέρω) λέχθηκε και πάλι ότι το αντίστοιχο παλαιό άρθρο 22 θα πρέπει να τυγχάνει ευρείας ερμηνείας. Στην Αγγλική υπόθεση Sarrio S.A. v. Kywait Investment Authority
(1999)1 A.C. 32, λέχθηκαν τα εξής: «Indeed, to limit the application of article 22 to cases where there is a potential conflict between so-called "primary" issues, so far from giving the article a broad interpretation, comes dangerously close to the argument rejected in The Maciej Rataj. If there are only to be irreconcilable judgments where one or more of "the facts which are necessary to establish a cause of action" are potentially in conflict, then at least in cases where the parties are the same, the article will be likely to be confined to situations where there is a risk that the legal consequences will be legally exclusive. In the second place, it seems to me that the words of the article itself militate against the suggested limitation. The actions, to be related, must be "so closely connected that it is expedient to hear and determine them together" to avoid the risk of irreconcilable judgments resulting from separate proceedings. To my mind these wide words are designed to cover a range of circumstances, from cases where the matters before the courts are virtually identical (though not falling within the provisions of article 21) to cases where although this is not the position, the connection is close enough to make it expedient for them to be heard and determined together to avoid the risk in question. These words are required if "irreconcilable judgments" extends beyond "primary" or "essential" issues, so as to exclude actions which, though theoretically capable of giving rise to conflict, are not sufficiently closely connected to make it expedient for them to be heard and determined together. The words would hardly be necessary at all if the article was to be confined as suggested. Indeed, in that event, it seems to me that quite different words would have been used. In the third place, it seems to me that to adopt the suggested limitation would in truth be to give the phrase "related actions" a special "English" meaning, which would be contrary to what the court decided in The Maciej Rataj, where it was pointed out, at p. 5478, para. 52, that since that phrase did not have the same meaning in all the member states, it was necessary to give it an independent interpretation. Evans L.J. defined "primary" issues as those necessary to establish a "cause of action," and, it would seem, distinguished what he described as "secondary" or "non-essential" issues by reference to the principles of issue estoppel to be found in our common law. However, those who framed article 22 can hardly be suggested to have had in mind our English concepts of "cause of action" or "issue estoppel" when using the phrase "irreconcilable judgments" any more than courts in other Community countries faced with interpreting or applying article
- In the fourth place, I take the view that to attempt to analyse actions so as to distinguish between different kinds of issues would be likely to add to the complexity of applications under article 22 and thus to the expense and delay in dealing with them. Instead of simply considering whether the actions were so closely connected that it was expedient that they should be heard and determined together to avoid the risk of conflicting decisions, the parties and the court would have to embark upon a sophisticated and difficult exercise of legal analysis, made more complicated by the fact that the court would be dealing not with actual judgments, but with what judgments yet to be given would be likely to contain. It must be borne in mind that article 22 is concerned not with the substantive rights and obligations of the parties, but with the ancillary and procedural question as to where in the Community those rights and obligations should be heard and determined. There is nothing in the Convention that suggests that it is in the interests of the Community that litigation on this question should be made more expensive and time-consuming than is necessary. If, for example, the difficulties encountered by our courts in trying to apply our sophisticated law of issue estoppel are anything to go by and such concepts are used for the purpose of article 22 applications, this would in my view be calculated to make such applications a peculiarly complicated kind of what Lord Bingham of Cornhill C.J. has described as "satellite litigation," for what in my view would be no good reason. Finally, it is noteworthy that Evans L.J. [1997] 1 Lloyd's Rep. 113, 120-121 drew attention to the fact that in The Maciej Rataj [1994] E.C.R. I-5439 the Advocate General said in his opinion, at pp. 5457-5458, para. 28: "The court second seised should therefore be able to have recourse to the machinery envisaged by [article 22] whenever it considers that the reasoning adopted by the court hearing the earlier proceedings may concern issues likely to be relevant to its own decision." Evans L.J. considered that since the opinion referred to issues which arise in the earlier proceedings the word "reasoning" should be read accordingly; and then seems to have relied on this when drawing the distinction between "primary" and other issues to which I have already referred. In the Italian in which the opinion was actually written, however, the word used is "questioni" and though "issues" is doubtless a perfectly acceptable translation, it would not appear that the Advocate General was using the words he did in any special legally technical sense. For these reasons, I am of the view that there should be a broad commonsense approach to the question whether the actions in question are related, bearing in mind the objective of the article, applying the simple wide test set out in article 22 and refraining from an over-sophisticated analysis of the matter. It seems to me that this was the approach adopted by Mance J. [1996] 1 Lloyd's Rep. 650, who concluded that the allegations (common to both proceedings) in relation to whether the negotiations leading to the sale were conducted by or on behalf of the defendant, as well as the circumstances of the Grupo Torras group in Spain and the defendant's relationship with it, raised a risk of irreconcilable judgments in circumstances where the two actions were so closely related that it was expedient that they should be heard and determined together to avoid that risk. In particular Mance J. drew attention to the fact that one of the persons alleged in Spain.» Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι τόσο η αγωγή στην Αυστρία όσο και η παρούσα Αγωγή αφορούν σε κοινό υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες, συναλλαγές και μεταφορά χρημάτων της Ενάγουσας, στις οποίες φέρεται να εμπλέκεται και η Εναγομένη
- Ταυτόχρονα, όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι η αγωγή στην Αυστρία αφορά και περιορίζεται μόνο στην ανάμειξη των εκεί Εναγομένων, δηλαδή του Εναγομένου 1 και των γονέων του, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην εμπλοκή, γνώση και ή συμφωνία της ίδιας της Εναγομένης 5 με το όλο σχέδιο και τον απώτερο σκοπό αποξένωσης της περιουσίας της Ενάγουσας. Αυτό το ζήτημα αποτελεί αποκλειστικά και μόνο αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει ότι υπάρχει τέτοια σύνδεση και συνάφεια μεταξύ των δύο Αγωγών αναφορικά με την Εναγομένη 5 ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα αναστολής της παρούσας Αγωγής εναντίον της. Ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε την Εναγομένη 5 για την επίτευξη του αποδιδόμενου σε αυτόν δόλιου σχεδίου και σκοπού του, αυτή η απόφαση δεν αφορά ούτε και ενδέχεται να συγκρουστεί με την όποια απόφαση στα πλαίσια της παρούσας για ανάμειξη σε αυτό το δόλιο σχέδιο της ίδιας της Εναγομένης 5 εναντίον της οποίας μάλιστα υπάρχουν και αξιώσεις. Η Εναγομένη 5 προβάλλει διαζευκτικό αίτημα για την αναστολή της παρούσας Αγωγής λόγω του ότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αναφορικά με την κατάχρηση, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. ................................. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "... Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου. ...". ................................. Διαπιστώνουμε ότι η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Beogradska DD
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, στην οποία λέχθηκαν τα εξής ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της μεταγενέστερης διαδικασίας: «Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.» Στην παρούσα περίπτωση και με γνώμονα τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 5, η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία και φέρεται να είναι μέρος και συμμέτοχος στο δόλιο σχέδιο το οποίο της αποδίδεται και μαζί με τις υπόλοιπες Κυπριακές εταιρείες, Εναγόμενες 2-4, δεν αποτελεί αφ' εαυτής κατάχρηση της διαδικασίας για τον λόγο ότι καταχωρίστηκε και εκκρεμεί η αγωγή στην Αυστρία. Τέλος, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι η Αίτηση του Εναγομένου 1 συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή καταχωρίστηκε με αλλότρια κίνητρα, αλλά αντιθέτως διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος γνήσια επιδίωξε την καταστολή δύο παράλληλων διαδικασιών εναντίον του οι οποίες προκαλούν έξοδα και καθυστέρηση αλλά κυρίως αποφεύγεται η έκδοση τυχόν αντικρουόμενων αποφάσεων εναντίον του. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Εναγόμενος 1 έχει καταδείξει ότι δικαιολογείται η απόρριψη της παρούσας Αγωγής εναντίον του στη βάση του άρθρου 29 του ΕΚ1215/12, ενώ δεν κατάφερε να καταδείξει ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν την έγκριση οποιουδήποτε αιτητικού της Αίτησης της Εναγομένης 5. Ως εκ τούτου αναφορικά με την Αίτηση του Εναγομένου 1, η παρούσα Αγωγή απορρίπτεται εναντίον του στη βάση του άρθρου 29 του ΕΚ1215/12. Τα έξοδα της Αίτησης και της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1 - Αιτητή και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αίτηση της Εναγομένης 5 απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 5 - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο