THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LTD ν. Κυριάκος Ματθαίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1714/19, 5/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1714/19 Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LTD Ενάγοντες και
- Κυριάκος Ματθαίου
- Στέλλα Δημητρίου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 5.4.23 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές: κα Ε. Ασσιώτου για κκ Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κ. Η. Αγαθοκλέους για κκ Giorgos Landas LLC --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 3.3.23 οι Εναγόμενοι, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», εξαιτούνται: Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή Διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/2ΧΧ2 Φ./Σχ. ΧΧ/ΧΧ, Τμήμα 0, Τεμ. ΧΧΧ, μερίδιο ΧΧΧ/ΧΧΧΧ, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 που βαρύνεται με την υποθήκη Χ/Υ/1ΧΧΧ4/ΧΧΧΧ, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης του μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Εναγόμενης 2 η οποία είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 1 και σύζυγό της να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και για λογαριασμό του. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση». Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Δημήτρη Χριστοφίδη, από τώρα και στο εξής «ο Χριστοφίδης», υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο που αναφέρεται στα αιτητικά, από τώρα και στο εξής «το ακίνητο», έχει τροχοδρομηθεί διαδικασία πώλησης διά ιδιωτικού πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965, N. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος». Η Ειδοποίηση τύπου ΙΑ η οποία φέρει ημερομηνία 31.10.22 παραλήφθηκε από τους Αιτητές. Η υποθήκη υπογράφηκε ως εξασφάλιση για στεγαστικό δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε στους Αιτητές δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 23.9.10 για την ανέγερση της κατοικίας τους. Επί του ακινήτου έχει όντως ανεγερθεί οικία η οποία στεγάζει τους Αιτητές και τα 3 ανήλικα τέκνα τους ηλικίας 5, 10 και 15 χρόνων. Η συμφωνία δανείου επισυνάφθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 και η σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό Υ1ΧΧΧ4/ΧΧΧΧ ως Τεκμήριο
- Κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου οι Αιτητές έβγαζαν τα προς το ζην και ήταν σε θέση να αποπληρώσουν τις δόσεις τους. Tο 2013, όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης η Εναγόμενη 2 έχασε την δουλειά της και ο Εναγόμενος 1 αναγκάστηκε να κλείσει και τις δυο δουλειές του και να εργαστεί ως υπάλληλος. Τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα την τραγική μείωση των εισοδημάτων των Αιτητών και, κατ' επέκταση, την αδυναμία εκ μέρους τους να ανταπεξέλθουν στην πληρωμή των δόσεων τους. Εν τέλει η Καθ' ης η αίτηση συμφώνησε σε αλλαγή του προγράμματος αποπληρωμής του δανείου με αναστολές στην πληρωμή των δόσεων και παρατάσεις στον χρόνο αποπληρωμής με αποτέλεσμα το δάνειο να συνεχίσει να είναι εξυπηρετούμενο. Τον Απρίλιο του 2018 οι Αιτητές δυσκολεύονταν να συμμορφωθούν με το νέο πρόγραμμα αποπληρωμής αφού στο μεταξύ είχαν αποκτήσει και το τρίτο τους παιδί. Η Καθ' ης η αίτηση δεν ανταποκρινόταν στα καλέσματα των Αιτητών για διευθέτηση του χρέους με το επιχείρημα ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες και την δήλωση ότι πλέον θα προχωρούσαν δικαστικώς εναντίον των Αιτητών. Από μέρους των Αιτητών έγιναν πολλές προσπάθειες προσέγγισης της Καθ' ης η αίτηση με απώτερο σκοπό την αναδιάρθρωση του δανείου οι οποίες δεν βρήκαν την ανταπόκριση της τελευταίας. Η Καθ' ης η αίτηση δεν ήταν διατεθειμένη να συνεργαστεί και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διατηρεί την ίδια στάση. Τουναντίον προχώρησε με την πώληση του ακινήτου. Αρνείται δε κάθε συζήτηση με τους Αιτητές. Το δάνειο εξακολουθεί να βρίσκεται στα κόκκινα δάνεια και το υπόλοιπο του έχει αυξηθεί πάρα πολύ λόγω των τόκων. Παρουσιάστηκαν εκ μέρους των Αιτητών αντίγραφα ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν και τα οποία επιβεβαιώνουν τις προσπάθειες που έγιναν και τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Από την ημερομηνία σύναψης του δανείου μέχρι και την τελευταία ημερομηνία πληρωμής οι Αιτητές κατέβαλαν στην Καθ' ης η αίτηση το συνολικό ποσό των Ευρώ 45.989,81 σεντ από τα οποία μόνο Ευρώ 2.679,41 σεντ λογίσθηκαν έναντι του κεφαλαίου και ποσό ύψους Ευρώ 43.310,40 σεντ κατατέθηκε έναντι των τόκων. Η Καθ' ης η αίτηση με την αγωγή της αξιώνει ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου πλέον αυξημένους τόκους. Μέσα στα πλαίσια των προσπαθειών που έκαναν για εξεύρεση λύσης οι Αιτητές ανέθεσαν στον οικονομικό τους σύμβουλο να αναλύσει τις πληρωμές που έκαναν προς την Καθ' ης η αίτηση. Προς τούτο ετοιμάστηκε σχετική έκθεση και αντίγραφο της επισυνάφθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την έκθεση η Καθ' ης η αίτηση κατά την περίοδο μείωσης του Euribor αύξησε το περιθώριο κέρδους της από 2,50% σε 3,50% με αποτέλεσμα οι Αιτητές να υποστούν ζημία της τάξης των Ευρώ 11.167,21 σεντ. Επίσης ο υπολογισμός των τόκων γινόταν στην βάση των 360 αντί των 365 ημερών. Αποτέλεσμα των πιο πάνω παράνομων ενεργειών της Καθ' ης η αίτηση ήταν οι Αιτητές να υποστούν μέχρι τις 26.2.20 συνολική ζημιά ύψους Ευρώ 12.068,00 σεντ. Επίσης η υπογραφή της επίδικης σύμβασης έγινε χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα διαπραγμάτευσης και δεν δόθηκε καθόλου χρόνος για να αναγνώσουν οι Αιτητές και να αντιληφθούν τους όρους της. Ήταν η εποχή που δεν υπήρχε η διαφώτιση και ενημέρωση των δανειοληπτών από συνδέσμους για τα δικαιώματα τους. Επίσης η επίδικη συμφωνία περιλαμβάνει σωρεία καταχρηστικών ρητρών όπως αναφέρεται και στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Συγκεκριμένα η συμφωνία δανείου ως αναφέρεται στις παραγράφους 5, 6, 14, και 15 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης περιέχει καταχρηστικούς όρους οι οποίοι μολύνουν και δεν διασώζουν την συμφωνία δανείου. Συγκεκριμένα: η Καθ' ης η αίτηση επιβάρυνε τον λογαριασμό με τόκο στην βάση 360 ημερών αντί 365 ή 366 και ανατόκιζε πάνω από δύο φορές τον χρόνο. Σχετική είναι η παράγραφος 9 της συμφωνίας δανείου - Τεκμήριο 3 υπάρχει πρόνοια για τόκο υπερημερίας ύψους 5,25%, ποσοστό το οποίο είναι παράνομο και φτάνει τα όρια ποινικής ρήτρας οι όροι που καθορίζουν το επιτόκιο δίδουν απόλυτη ευχέρεια στην Καθ' ης η αίτηση να το αυξομειώνει κατά το δοκούν και είναι καταχρηστικοί το ίδιο και οι όροι στην συμφωνία δανείου οι οποίοι δίδουν στην Καθ' ης η αίτηση την δυνατότητα να την τερματίσει ανά πάσα στιγμή και κατά την απόλυτη της ευχέρεια. Σε κατοπινό μέρος της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση υποδεικνύονται οι πιο κάτω όροι ως καταχρηστικοί καθιστώντας την συμφωνία δανείου εξ' υπαρχής άκυρη: ο όρος που παρέχει το δικαίωμα στην Καθ' ης η αίτηση να ζητήσει πλήρη αποπληρωμή του δανείου ανά πάσα στιγμή χωρίς να πρέπει να προβάλει λόγο ή προθεσμία · ο όρος που αναφέρεται στον τόκο στη βάση των 360 ημερών ο όρος περί υπολογισμού και καθορισμού του επιτοκίου και το δικαίωμα μεταβολής επιτοκίου ή περιθωρίου ο όρος που προνοεί ότι όλα τα έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες και καταβολές οποιουδήποτε είδους τα οποία δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της σύμβασης ή θα δημιουργηθούν άμεσα ή έμμεσα συνεπεία του δανείου και των εγγυήσεων της συμφωνίας θα βαρύνουν τον καταναλωτή ο όρος για συμψηφισμό. Κατά την στιγμή της υπογραφής όλων των εγγράφων που τους υποδείχθηκαν οι Αιτητές υπέγραψαν στην ουσία όπου τους έδειχναν οι υπάλληλοι της Καθ' ης η αίτηση χωρίς να διαβάσουν κάτι άλλο ή να διαπραγματευτούν το περιεχόμενο των όρων. Τούτο εμποδίζει την Καθ' ης η αίτηση να επιζητεί θεραπείες και είναι λόγος για εξ' υπαρχής ακύρωση της συμφωνίας δανείου και της υποθήκης. Όλοι σχεδόν οι όροι που περιλαμβάνονται στην συμφωνία δανείου και την υποθήκη είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, ιδίως οι όροι που αφορούν σε άμεση πληρωμή οποιουδήποτε υπολοίπου, το απόλυτο δικαίωμα τερματισμού, το δικαίωμα επίσχεσης, οι όροι που αφήνουν στην απόλυτη ευχέρεια της Καθ' ης η αίτηση να καθορίσει τον τόκο, τα δικαιώματα, τις χρεώσεις. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα παραβιαστεί τόσο το θεμελιώδες δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και το δικαίωμα τους στην ιδιοκτησία αφού η Καθ' ης η αίτηση θα έχει ήδη προχωρήσει στην εκποίηση του ακινήτου με αποτέλεσμα να χαθεί το σπίτι τους και να μην έχουν πού να στεγαστούν. Η εκποίηση της κατοικίας μιας οικογένειας και εμμέσως πλην σαφώς η αλλαγή όλης της ψυχικής, συντροφικής, αδελφικής αλλά και γονικής σχέσης μεταξύ των μελών δεν μπορεί να αποζημιωθεί. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού μόνο έτσι θα μπορέσει να διασωθεί η κατοικία. Αν δεν εξασφαλιστούν τα αιτούμενα διάταγμα η Καθ' ης η αίτηση δεν θα εμποδιστεί από του να προχωρήσει στην εκποίηση του ακινήτου ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Στην βάση των πιο πάνω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Είναι, επίσης, ορθό, δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των Αιτητών και για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή σε αντίθεση με τον Νόμο και τις εκάστοτε τροποποιήσεις και παραρτήματα αυτού αλλά και του Νόμου Ν.14/1960, αφού οι Αιτητές λανθασμένα ζητούν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων για διακοπή και/ή ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης και/ή πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου καθότι η αίτηση δεν βασίζεται στις προϋποθέσεις των άρθρων 44Β και 44Γ του Νόμου
- η υπό κρίση αίτηση δεν επιτρέπεται και δεν προβλέπεται από τον Νόμο για σκοπούς ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού η οποία ξεκίνησε με την Ειδοποίηση ΙΑ. Το προβλεπόμενο ένδικο μέσο είναι η καταχώρηση αίτησης/έφεσης
- η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη καθότι οι Αιτητές έχουν απωλέσει προ πολλού το δικαίωμα τους για καταχώρηση της και αυτή έπρεπε να καταχωρηθεί πριν την παραλαβή της Ειδοποίησης ΙΑ
- η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και καταχωρήθηκε κατά παράβαση των προϋποθέσεων και προθεσμιών που τίθενται στα άρθρα 44Β και 44Γ αλλά και της παραγράφου 5 της Ειδοποίησης Θ του Δευτέρου Παραρτήματος του Νόμου
- δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε, αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με την απαραίτητα μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32
- η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι υπό τις περιστάσεις ούτε δίκαιη ούτε πρόσφορη
- τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η αίτηση δια της επίδικης σύμβασης υποθήκης το δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου
- η εκκρεμότητα χρεωστικών υπολοίπων εκ μέρους των Αιτητών δεν αφήνει κανένα περιθώριο επιτυχίας των Αιτητών να ξεφύγουν από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της Καθ' ης η αίτηση οι οποίες περιλαμβάνουν την εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους μέσω της επίδικης υποθήκης
- η απόφαση του πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης του ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η αίτηση με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά της. Το άρθρο 44Α του Νόμου παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προωθήσει παράλληλα την διαδικασία πώλησης του ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, το Μέρος VI ή με πολιτική αγωγή.
- η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι λανθασμένη ή/και ανυπόστατη ή/και ανεδαφική
- το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να επιτύχει καθώς είναι δυσανάλογο και/ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ' ης η αίτηση αφού σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχει η υποθήκη, το Σύνταγμα και ο Νόμος με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης αφού δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες
- η αίτηση ασκήθηκε ή/και προωθείται κακόπιστα (in mala fide) ή/και καταχρηστικά ή/και κατά παράβαση του καθήκοντος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ή/και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου ή/και με αποκλειστικό σκοπό να παρεμποδισθεί η διεξαγωγή της σκοπούμενης πώλησης ή/και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς ή/και λειτουργεί ως μέτρο πίεσης της Καθ' ης η αίτηση ή/και χρησιμοποιείται ως μέσο για να παραβλάψει τα έννομα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση και συνεπεία αυτού πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι ο 10ος λόγος ένστασης εγκαταλείφθηκε με ρητή δήλωση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι αναφορές της Εναγόμενης 2 περί συνεχούς απροθυμίας της Καθ' ης η αίτηση για συμβιβασμό καταρρίπτονται από τις ίδιες τις αναφορές της και το Τεκμήριο 6 το οποίο συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και το οποίο καταδεικνύει τις συνεχείς αναδιαρθρώσεις που παραχωρούσε η Καθ' ης η αίτηση στους Αιτητές σε μια προσπάθεια να τους βοηθήσει προκειμένου να μπορέσουν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους. Οι Αιτητές για δικούς τους λόγους απέτυχαν να ακολουθήσουν το κάθε φορά διαφοροποιημένο στα μέτρα τους πρόγραμμα αποπληρωμής. Η Καθ' ης η αίτηση μέσω των λειτουργών και αντιπροσώπων της αφουγκράστηκε τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες των Αιτητών και αποδέχονταν κάθε φορά αιτήματα τους για αναδιάρθρωση και ρύθμιση των δανείων. Δυστυχώς παρά την καλή προαίρεση της Καθ' ης η αίτηση οι Αιτητές αποτύγχαναν συστηματικά να ακολουθήσουν το κάθε φορά νέο πρόγραμμα αποπληρωμής που συμφωνούσαν με την Καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα οι δανειακές συμβάσεις να καταλήξουν μη εξυπηρετούμενες και να τερματιστούν. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν στους Αιτητές δυνάμει δικού τους αιτήματος και είναι αυτοί που προσέγγισαν και επέλεξαν την συγκεκριμένη τράπεζα ως το καταλληλότερο πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να λάβουν τα χρήματα του δανείου και να τα χρησιμοποιήσουν προς ίδιον όφελος. Είναι παράλογος ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Καθ' ης η αίτηση χορήγησε με το «έτσι θέλω» δάνειο στους Αιτητές. Η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε συμφώνησε με τους Αιτητές οποιαδήποτε άλλη συμφωνία αναδιάρθρωσης πέραν από αυτές για τις οποίες υπήρξε γραπτή αποδοχή. Τα όσα οι Αιτητές αναφέρουν περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας και συνεννόησης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και προβλήθηκαν εσκεμμένα για σκοπούς εντυπώσεων προκειμένου να αποδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση η κατηγορία της αδιαφορίας. Η καταβολή των Ευρώ 45.989,81 σεντ λογίστηκε έναντι του χρέους το οποίο αποτελείται από το κεφάλαιο και τους νομίμως επιβληθέντες τόκους τους οποίους η Καθ' ης η αίτηση είχε κάθε δικαίωμα να χρεώσει. Οι όποιοι υπολογισμοί ενυπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση αποτελούν την εφαρμογή νόμιμων και συμφωνημένων τόκων και χρεώσεων. Σε κάθε περίπτωση το ποσό της κατ' ισχυρισμό ζημιάς που διεκδικούν με την Ανταπαίτηση τους οι Αιτητές είναι κατά πολύ μικρότερο και δυσανάλογο με την σημερινή οφειλή τους προς την Καθ' ης η αίτηση και δεν θα πρέπει τούτο να αποτελέσει λόγο για ακύρωση του πλειστηριασμού του ακινήτου καθότι σε τέτοια περίπτωση οι Αιτητές θα μπορούσαν να αποζημιωθούν από την Καθ' ης η αίτηση σε κατοπινό στάδιο. Οι Αιτητές ενημερώθηκαν για τους όρους τους δανείου τους οποίους και θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν. Αν πάλι θεωρούσαν ότι οι όροι αυτοί ήταν καταπιεστικοί ή καταχρηστικοί θα μπορούσαν να προχωρήσουν με την εξασφάλιση δανείου από άλλο ίδρυμα. Ουδέν έπραξαν και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Σε κάθε περίπτωση οι όροι της επίδικης σύμβασης δανείου είναι νόμιμοι και αναγνωρισμένοι με βάση την πάγια ακολουθητέα πρακτική. Ωστόσο αν αποδειχθεί ότι οι Αιτητές δικαιούνται στο αξιώμενο ποσό των Ευρώ 12.068,00 σεντ θα μπορούσαν εύκολα να αποζημιωθούν από την Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση είχε υποδείξει και προτρέψει τους Αιτητές προτού προχωρήσουν με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας να συμβουλευτούν δικηγόρο ακριβώς για να μην μπορούν να επικαλεστούν σε μεταγενέστερο χρόνο αυτά που επικαλούνται τώρα τα οποία είναι δικαιολογίες για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Χριστοφίδης παρέπεμψε στο έγγραφο υποθήκης - Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση της Εναγόμενης 2 - και συγκεκριμένα στην σελίδα 4 αυτού. Οι Αιτητές εμποδίζονται λόγω συμπεριφοράς και ύπαρξης εγγράφου να επικαλούνται ισχυρισμούς περί άγνοιας του περιεχομένου εγγράφων στα οποία είχαν θέσει την υπογραφή τους. Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στον εξαναγκασμό της Καθ' ης η αίτηση να αποδεχτεί την αναδιάρθρωση που οι Αιτητές επιθυμούν να επιβάλουν. Η Καθ' ης η αίτηση έχει αναφαίρετο δικαίωμα να προχωρήσει με πλειστηριασμό του ακινήτου σύμφωνα με τον Νόμο. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι όχι μόνο δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα τους από την μη έκδοση τους, αλλά, απεναντίας, από την έκδοση τους θα προκληθεί κατάφορη αδικία στην Καθ' ης η αίτηση. Οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν πληρούνται καθότι εκτός των πιο πάνω αναφερομένων ζητημάτων υπάρχουν θέματα που επηρεάζουν το κύρος της υπό κρίση αίτησης η οποία προσκρούει και είναι σε παράβαση με τις πρόνοιες τόσο του Νόμου όσο και του Ν.14/
- Οι Αιτητές μέσω της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση παραδέχονται ότι έχουν λάβει την Ειδοποίηση ΙΑ η οποία στάλθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44Γ
(2)του Νόμου και παραδόθηκε δια συστημένου ταχυδρομείου στις 9.11.22. Ωστόσο οι Αιτητές δεν άσκησαν το δικαίωμα αίτησης/έφεσης δυνάμει των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου. Περαιτέρω έχει αποσταλεί στους Αιτητές οι Ειδοποιήσεις Θ και Ι χωρίς οι Αιτητές να προχωρήσουν σε σχετικά διαβήματα. Μετά την παραλαβή από τους Αιτητές της Ειδοποίησης ΙΑ οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να αξιώνουν απαγορευτικό διάταγμα. Δέσμη με αντίγραφα επιδοθέντων και παραληφθέντων Ειδοποιήσεων επισυνάφθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4. Για τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της αίτησης επί της ουσίας θα ασχοληθώ με τον λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η υπό κρίση αίτηση είναι λανθασμένο δικονομικό μέτρο. Και ότι αφ' ης στιγμής οι Αιτητές παρέλαβαν την Ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν τους παρέχεται η δυνατότητα να αιτηθούν για απαγορευτικό διάταγμα, το μόνο δε δικονομικό μέτρο στο οποίο θα μπορούσαν να προσφύγουν είναι η αίτηση/έφεση με σκοπό τον παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης και, κατ' επέκταση, της σκοπούμενης πώλησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση με την γραπτή του αγόρευση παρουσίασε αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων οι οποίες υποστηρίζουν την θέση του. Θα διαφωνήσω με την προωθηθείσα θέση. Το άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου προνοεί ως ακολούθως: «Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο µέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την ηµεροµηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύµφωνα µε το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό ∆ικαστήριο για παραµερισµό της ειδοποίησης της σκοπούµενης πώλησης, µόνο για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούµενες κατά τον προβλεπόµενο τύπο και περιεχόµενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσµίας για καταβολή της πληρωµής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) έχει εκδοθεί παρεµπίπτον απαγορευτικό διάταγµα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύµφωνα µε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου· .......». Φρονώ πως αν πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όπως η αίτηση για παρεµπίπτον απαγορευτικό διάταγµα έπρεπε να καταχωρείται πριν την παραλαβή της Ειδοποίησης ΙΑ θα υπήρχε ρητή και σαφής ένδειξη περί τέτοιας πρόθεσης. Τέτοια, όμως, ένδειξη δεν υπάρχει. Τουναντίον η χρήση του παρακείμενου χρόνου («έχει εκδοθεί») παραπέμπει σε δυνατότητα για καταχώρηση αίτησης και εξασφάλισης παρεµπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος και μετά την παραλαβή της Ειδοποίησης ΙΑ. Εν κατακλείδι η πρόνοια ικανοποιείται αν και εφόσον κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης/έφεσης έχει εκδοθεί, ήτοι υπάρχει εκδομένο, παρεµπίπτον απαγορευτικό διάταγµα. Είναι δε αδιάφορο αν αυτό εξασφαλίσθηκε είτε πριν είτε μετά την παραλαβή της Ειδοποίησης ΙΑ. Ακολουθεί ότι η πρόνοια στο κείμενο της Ειδοποίησης Θ το οποίο η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση επικαλέστηκε για πράξη η οποία «πρέπει να αρχίσει πριν την επίδοση της ειδοποίησης σε εσάς για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σας σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014» δεν μπορεί να αναφέρεται σε καταχώρηση αίτησης για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την δήλωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΧΧΧ Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/19, ημερομηνίας 10.12.19 σύμφωνα με την οποία αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί και στο μεσοδιάστημα, ήτοι στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της παραλαβής της Ειδοποίησης ΙΑ και της λήξης της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης/έφεσης. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την σχετική απόφαση: «Γενικά, εφόσον ο Νόμος προνοεί ότι η έφεση μπορεί να καταχωριστεί εντός 30 ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ», υπάρχει το χρονικό περιθώριο για να επιδιωχθεί απαγορευτικό διάταγμα στο μεσοδιάστημα με αίτηση που γίνεται με κλήση προς τον ενυπόθηκο δανειστή». Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage .....................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ..........................». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Η φρασεολογία της επιφύλαξης του άρθρου και η εισαγωγή σε αυτό των δυο από τα τρία ειδικά κριτήρια φαίνεται να συνδέεται με τα αποφασισθέντα στην Αγγλική υπόθεση Preston v. Luck
(1884)27 Ch D 497 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση τα ενώπιόν του γεγονότα υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προνοείται από την Διάταξη 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32. Οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Αν κριθεί ότι κάποια από αυτές δεν ικανοποιείται, τότε, προσωρινό διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις που πέραν των τριών προϋποθέσεων υπάρχουν και ειδικά κριτήρια που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αυτά, θα πρέπει, επίσης, να ικανοποιούνται. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Η πρώτη αυτή προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμό δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. Τα πιο πάνω ισχύουν κατ' αναλογία και σε εναγόμενο που εγείρει ανταπαίτηση. Τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αποκαλύπτονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αντανακλούνται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι όροι στην σύμβαση δανείου είναι καταχρηστικοί και ως εκ τούτου άκυροι. Ανταξιώνουν δε, μεταξύ άλλων, την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία όροι της συμφωνίας δανείου να κηρύσσονται άκυροι ένεκα καταχρηστικότητας. Η ακυρότητα δε κάποιων από αυτούς είναι τέτοια που ενδεχομένως να οδηγήσει και στην απόρριψη της αγωγής, όπως ο όρος που δίδει στην Καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας δανείου ανά πάσα στιγμή και κατά την απόλυτη κρίση της. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη και/ή καταχρηστική και/ή παράνομη καθότι δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών και ανταπαιτούν την ακύρωση της υποθήκης. Σημειώνεται ότι η προστασία των καταναλωτών από καταχρηστικές ρήτρες και η μη δέσμευσή τους από αυτές προβλέπεται τόσο σε εθνικό όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ο Χριστοφίδης αρνείται τα πιο πάνω και ισχυρίζεται ότι αυτά είναι θέματα που θα αποφασισθούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Στην βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με την ανταπαίτησή τους και γνωστό στον Νόμο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δεν είναι ούτε επιπόλαιο, ούτε ενοχλητικό και το οποίο αν πετύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος των Αιτητών ουσιαστικής θεραπείας. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. Στην υπόθεση Μαίρη Νίκη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 κρίθηκε ορθή από το Εφετείο η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ότι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση προκύπτει όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε ως λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και κατ' επέκταση, ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») και όχι σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κιζ κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το Δικαστήριο αναζητά στο στάδιο αυτό είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14 τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει επί της ουσίας των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, αλλά δεν πρέπει να αφήνει «να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Επειδή δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων το επίπεδο δεν είναι ψηλό ούτε αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Η ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης εξαρτάται από την συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Οι Αιτητές στηρίζουν την υπεράσπιση και ανταπαίτησή τους σε νομικά κυρίως ζητήματα. Οι θέσεις τόσο αυτών όσο και της Καθ' ης η αίτηση έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Το κατά πόσο ευσταθούν οι θέσεις των Αιτητών αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα θα κριθεί στο στάδιο της εξέτασης της ουσίας της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο. Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται το νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Το ζητούμενο δε είναι η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας και όχι η κρίση επί του βάσιμου της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι το μέτρο είναι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Οι Αιτητές εγείρουν συζητήσιμα ζητήματα και δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να πετύχουν στην υπεράσπιση και ανταπαίτησή τους. Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση με την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης δεν εξασθένησε την σοβαρότητα των θέσεων των Αιτητών και δη σε βαθμό που να οδηγεί στην διαπίστωση περί μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Ωστόσο η Νομολογία αναγνωρίζει ότι η δικαιοσύνη δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791). Στην υπόθεση Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Στην ένορκό της δήλωση η Εναγόμενη 2 αναφέρεται στην σημασία που έχει γι' αυτήν και την οικογένειά της, ήτοι τον σύζυγο και τα τρία ανήλικα τέκνα της, η οικογενειακή κατοικία. Η «αλλαγή όλης της ψυχικής, συντροφικής, αδελφικής αλλά και γονικής σχέσης μεταξύ των μελών» που ενέχει η απώλεια της οικογενειακής εστίας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα σε περίπτωση που η Καθ' ης η αίτηση αποτύχει στην απαίτησή της. Φρονώ πως η οικογενειακή κατοικία ενέχει ιδιαίτερη σημασία στην εξέταση του κριτηρίου της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η σημασία της είναι αυτόδηλη. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μεγαλώνει, ζυμώνεται και εξελίσσεται μια οικογένεια. Είναι ένας ιερός χώρος μέσα στον οποίο τα μέλη της οικογένειας έχουν ζήσει την ζωή τους, έχουν κάνει τα όνειρά τους και έχουν βιώσει τις εμπειρίες τους. Το οικογενειακό σπίτι είναι η ψυχή των μελών του. Η απώλεια των πιο πάνω δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Η θέση, επομένως, της Εναγόμενης 2 με βρίσκει σύμφωνο. Με την προαναφερόμενη προσέγγιση του Δικαστηρίου συνηγορεί και η απόφαση του ΔΔΕ C-415/11 Aziz κατά Caixa d' Estalvis de Catalunya ημερομηνίας 14.03.
- Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν σε συντομία ως ακολούθως. Το Ισπανικό δικονομικό σύστημα δεν προέβλεπε την δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων από το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσέφυγε ο καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας η οποία αποτέλεσε την βάση για την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου. Το ΔΕΕ αφού αναγνώρισε ότι η αδυναμία λήψης προσωρινών μέτρων αναστολής της διαδικασίας εκποιήσεως αντιστρατευόταν την επιδιωκόμενη με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ προστασία ανέφερε τα ακόλουθα ως προς την δυνατότητα μελλοντικής αποζημίωσης του καταναλωτή και κατά πόσο αυτή μπορεί να αποτελέσει επαρκή θεραπεία (σκέψεις 60 - 62): «
- Πράγματι, όπως επίσης επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 50 των προτάσεών της, σε κάθε περίπτωση όπως εκείνη της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου πραγματοποιήθηκε πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η υποθήκη και, ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο παύσεως της χρήσεως της εν λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/
- Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της κύριας δίκης, όπου το ακίνητο επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη είναι η κατοικία του θιγόμενου καταναλωτή και της οικογένειάς του, καθόσον αυτός ο μηχανισμός προστασίας των καταναλωτών που περιορίζεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως δεν αποτρέπει την οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια του εν λόγω ακινήτου.
- Όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η εκ μέρους των επαγγελματιών κίνηση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, διαδικασίας εκτελέσεως υποθήκης αρκεί για να στερήσουν, κατ' ουσίαν, από τους καταναλωτές το προνόμιο της προστασίας που επιδιώκει η οδηγία, περίπτωση που επίσης αντίκειται προς τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής (βλ. επ' αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 55).» Στην γραπτή τους αγόρευση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση υποστήριξαν ότι το ακίνητο είναι αξίας πέραν των Ευρώ 350.000,00 σεντ οπότε δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου «κύρια κατοικία» όπως ο ορισμός αυτός καθορίζεται στον Νόμο. Προς τούτο παρουσιάσθηκαν από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση εκτιμήσεις οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Σύμφωνα με την θέση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση είναι άδικο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα την στιγμή που μια τέτοια κατοικία δεν τυγχάνει της προστασίας του Νόμου. Δεν θεωρώ ότι στα πλαίσια εξέτασης της υπό κρίση αίτησης θα πρέπει να επιτραπεί στην παράμετρο αυτή να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο ορισμός της κύριας κατοικίας ενδιαφέρει και εξυπηρετεί τους σκοπούς και πρόνοιες του Νόμου. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης και δη της τρίτης προϋπόθεσης είναι ότι το ακίνητο είναι η κατοικία των Αιτητών και της οικογένειάς τους. Επί τούτου δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Η αξία του, λοιπόν, είναι αδιάφορη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Και, επομένως, έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Αφ' ης στιγμής πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. Ο όρος «δίκαιο ή πρόσφορο» είναι συνώνυμος με τον όρο «ισοζύγιο της ευχέρειας» ο οποίος προέκυψε από τον Αγγλικό όρο «balance of convenience» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και είναι προσδιοριστικός της ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο ισοζυγίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες των διαδίκων ή τον κίνδυνο αδικίας ο οποίος θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Αποφασίζοντας κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σε αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.". Στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ ν. ΧΧΧ Σούλη, Πολιτική Έφεση Ε75/15, ημερομηνίας 7.12.18 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι: «Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Φρονώ πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Αιτητών. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι Αιτητές πετύχουν στην ανταπαίτησή τους, τότε, το ακίνητο θα πωληθεί και οι Αιτητές καθώς και τα τρία ανήλικα τέκνα τους θα στερηθούν άδικα του σπιτιού τους και της ευημερίας που αυτό τους διασφαλίζει. Από την άλλη, σε περίπτωση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης και απόρριψης της ανταπαίτησης ή επιτυχίας της απαίτησης το ακίνητο θα εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και διαθέσιμο προς εκποίηση. Δεν μου διαφεύγει ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση θα εμποδισθεί από του να αποζημιωθεί άμεσα. Η αδικία, όμως, που θα προκληθεί στους Αιτητές από άρνηση της υπό κρίση αίτησης θα είναι καταφανώς μεγαλύτερη από την αδικία που ήθελε προκληθεί στην Καθ' ης η αίτηση από έγκριση της. Εν κατακλείδι η έγκριση της υπό κρίση αίτησης περιέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κανένας λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Στην υπόθεση ΧΧΧ Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/19, ημερομηνίας 10.12.19 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 3: «Σηµειώνουµε, εκ προοιµίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασµού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ηµερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα µπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της. Η διαδικασία µέσω της οποίας µπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασµός είναι µε την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως µας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.∆. Λάρνακας. Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι µπορούσε να εκδοθεί, νοουµένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγµα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά». Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε εκποίηση και/ή να εκποιήσει την υποθήκη που αφορά η παρούσα αγωγή και συγκεκριμένα την υποθήκη με αριθμό Χ/Υ/1ΧΧΧ4/ΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσης αγωγής. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων/Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσης αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο