Σαββίνα Ανδρέα Χαραλάμπους κ.α. ν. Παναγιώτα Κώστα Πατσιά κ.α., Γενική Αίτηση: 91/19, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 91/19 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 και τροποποιητικούς Νόμους αρ. 3/60 μέχρι 144(Ι)/99 άρθρα 50, 58, 80 και 85 Μεταξύ:
- Σαββίνα Ανδρέα Χαραλάμπους, εκ Λεμεσού
- Νεάπολη Ανδρέα Χαραλάμπους, εκ Λεμεσού
- Ελένη Αντώνη Κύζα, εκ Λεμεσού Αιτητές / Εφεσείοντες -και-
- Παναγιώτα Κώστα Πατσιά, εκ Λεμεοσού
- Ελένη Κώστα Πατσιά, εκ Λεμεσού
- Μιχαήλ Γεωργίου, εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση / Εφεσιβλήτων Ημερομηνία: 4η Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες: κος. Χρ. Χατζηστερκώτης Για Εφεσίβλητους; κα. Γρύλλη Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατόπιν λήψης των συγκαταθέσεών τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Με την υπό κρίση Αίτηση / Έφεση (η «Αίτηση») οι Αιτητές / Εφεσείοντες (οι «Αιτητές») βασιζόμενοι σε 18 λόγους, αιτούνται την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 20.3.19 (στο εξής η «Απόφαση του Διευθυντή») η οποία καθόρισε το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κτημάτων των διαδίκων. Η Αίτηση / Έφεση βασίστηκε στα Άρθρα 50, 58, 80 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 και τροποποιητικούς Νόμους αρ. 3/60 μέχρι 144(Ι)/99, στο Άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοπτικά, με τους λόγους έφεσης οι Αιτητές παραπονούνται ότι η Απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη, αυθαίρετη, μη βασιζόμενη επί πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης, μη δεόντως ή επαρκώς αιτιολογημένη, δεν αναφέρει τους παράγοντες επί των οποίων βασίστηκε, λήφθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας αγνοώντας σχετική μαρτυρία και γεγονότα και έγινε ανεπαρκής έρευνα πριν την έκδοσή της. Εσφαλμένη, κατά τους Αιτητές, είναι επίσης και η επιτόπια εξέταση που προηγήθηκε της Απόφασης του Διευθυντή, αφού δεν ακολουθήθηκε κατά τη διάρκειά της ορθή και κανονική διαδικασία και συνεπώς ο Διευθυντής δεν εξέτασε την κρίσιμη περίπτωση ορθά και κανονικά, δεν τήρησε τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και χρησιμοποίησε προσωπικά και όχι αντικειμενικά κριτήρια. Πιο συγκεκριμένα, η Απόφαση του Διευθυντή λανθασμένα στηρίχτηκε στο ότι όλες οι αποστάσεις των οικοπέδων στην περιοχή όπως φαίνονται στο χωρομετρικό βιβλίο συμφωνούν απόλυτα με την επί τόπου κατάσταση και κατέληξε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος ανήκει στο Ακίνητο των Εφεσίβλητων / Καθ' ων η Αίτηση (στο εξής οι «Εφεσίβλητοι»), αγνόησε δε δικές του προηγούμενες μετρήσεις που ως αποτέλεσμα είχαν να εξακριβωθεί ότι δεν υπήρχε συνοριακή διαφορά και συνεπώς οι αποφάσεις του είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Μέσα από μαρτυρίες των ίδιων υπαλλήλων του Κτηματολογίου οι χωρομετρικές εργασίες τους δείχνουν ότι οι αποστάσεις των οικοπέδων στο χωρομετρικό βιβλίο δεν συμφωνούν με την επί τόπου κατάσταση μια και το οικόπεδο [.] θα έπρεπε να έχει 21.65 μέτρα πρόσωπο επί του δρόμου ενώ επί τόπου έχει 21.70 μέτρα και το [.] θα έπρεπε να έχει 21.65 μέτρα και επί τόπου έχει 21.88 μέτρα πρόσωπο επί του δρόμου. Επίσης το πλάτος του πεζοδρομίου επί τόπου είναι 3 μέτρα ενώ στο χωρομετρικό βιβλίο αναφέρεται ότι είναι 3.05 μέτρα και ευρίσκεται και σε λανθασμένη θέση καθότι θα έπρεπε να κατασκευαστεί 0.23 εκατοστά σε παράλληλη μετακίνηση προς το τεμάχιο [...]. Πραγματικό υπόβαθρο για την Αίτηση τέθηκε με 2 ένορκες δηλώσεις, από την Αιτήτρια 1 και από τον Χ.Μ. (στο εξής ο «ΧΜ»), τοπογράφο, χωρομέτρη και μέλος του ΕΤΕΚ. Η Αιτήτρια 1 εισηγείται ότι η Απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί και επαναλαμβάνει τους λόγους της Αίτησης. Αναφέρει ότι το τεμάχιο [.], έκτασης 530 τ.μ. ανήκει κατ' ½ στην Αιτήτρια 3 και κατ' ¼ στην ίδια και στην Αιτήτρια 2, ενώ το τεμάχιο [.], κατ' ½ επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 1 και κατ' ¼ επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 για έκαστη αντίστοιχα. Με την Απόφαση του Διευθυντή, Τεκμήριο Α, καθορίστηκε το σύνορο μεταξύ των τεμαχίων [.] και [.]. Ενώ με επιστολή του ημερομηνίας 17.6.2008, Τεκμήριο Β, στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης, ο Διευθυντής ενημέρωνε το Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λεμεσού ότι δεν υπήρχε συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων τεμαχίων, με την Απόφαση του Διευθυντή παρουσιάζεται να υπάρχει συνοριακή διαφορά 20 εκατοστών. Σημειώνει επιπλέον ότι για την ίδια υπόθεση εκδόθηκε απόφαση Δικαστηρίου στην Γενική Αίτηση 410/10, το Τεκμήριο Γ, αναφορικά με την τότε αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 18.8.10, το Τεκμήριο Δ. Στη δική του ένορκη δήλωση, ο ΧΜ, αναφέρει τα προσόντα και την εργασία του και ότι του ζητήθηκε να εξετάσει την Απόφαση του Διευθυντή ως προς την ορθότητά της. Προέβη σε εξέταση κατά την 9.4.2019, έχοντας την Απόφαση του Διευθυντή και πιστό αντίγραφο της χωρομετρικής σελίδας, Τεκμήριο Α, στην οποία φαίνεται ο διαχωρισμός οικοπέδων και οι διαστάσεις όπως καθορίστηκαν από χωρομέτρη του Κτηματολογίου και οι οποίες είναι δεσμευτικές και πρέπει να υιοθετηθούν από όλους για οροθέτηση των οικοπέδων. Βάσει του Τεκμηρίου Α, λοιπόν, το τεμάχιο [.] που ανήκει στις Καθ' ων η Αίτηση, πρέπει να έχει πρόσωπο στον κύριο δρόμο 21.64 μέτρα ενώ επι τόπου έχει 21.88 μέτρα κατόπιν του καθορισμού του από τον Διευθυντή με την επίδικη Απόφαση. Επί τόπου, το σύνορο των επίδικων τεμαχίων, καθορίζεται από τοίχο πλάτους 20 εκατοστών και με την Απόφαση του Διευθυντή με την οποία καθορίζεται ότι όλος ο τοίχος ανήκει στις Καθ' ων η Αίτηση, προκαλείται η διαφορά των 24 εκατοστών προς όφελος τους. Στο Τεκμήριο Δ, που επισυνάπτει ο ΧΜ, φαίνεται η εργασία στην οποία ο ίδιος προέβη βασιζόμενος στο Τεκμήριο Α και στις αποστάσεις που κατέγραψε επί τόπου. Θέση του είναι ότι ο Διευθυντής θα έπρεπε να υιοθετήσει τις αποστάσεις στο Τεκμήριο Α και να καθορίσει το σύνορο των επίδικων τεμαχίων στη μέση του τοίχου και τότε δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά και με την Απόφασή του ο Διευθυντής, αντί να επιλύσει τη διαφορά, τη δημιούργησε. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει κατ' ουσία συνοριακή διαφορά ως διαφαίνεται από την επιστολή 17.6.2008 του Κτηματολογίου, Τεκμήριο Β, που παρέλαβε σε δική του επιστολή Τεκμήριο Γ. Θεωρεί, ο ΧΜ ότι δεν μπορεί από τη μία να ισχύουν τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο Β και παράλληλα να εκδίδεται η Απόφαση. Βάσει του δικού του σχεδίου, Τεκμηρίου Δ, η Απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη, αλλά και η χωρομετρική εργασία που ως, επί τόπου, αποτέλεσμα είχε το τεμάχιο [...] να έχει πρόσωπο επί του δρόμου 21.70 μέτρα αντί 21.65 μέτρα και το τεμάχιο [...] να έχει πρόσωπο επί του δρόμου 21.88 μέτρα αντί 21.65 μέτρα, πάσχει. Βάσει των δικών του μετρήσεων οι προσόψεις των επίδικων τεμαχίων θα έπρεπε να ήταν 21.64 μέτρα για έκαστο και όχι 21.65 μέτρα ως του Κτηματολογίου, ενώ ο πεζόδρομος που υπάρχει έχει, επί τόπου, πλάτος 3 μέτρα και όχι 3.05 μέτρα και θα έπρεπε να κατασκευαστεί κατά 0.23 εκατοστά προς το τεμάχιο [...]. Στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου. Σε αυτή αναφέρεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση αποτάθηκαν στο Τμήμα για επίλυση συνοριακής διαφοράς, η οποία έγινε δεκτή και την 10.8.18 έγινε επιτόπια εξέταση από τους Στέφανο Στεφάνου (στο εξής «ΣΣ») και Ανδρέα Παφίτη (στος εξής «ΑΠ») στην παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και των Αιτητριών 1 και 2, αφού στάλθηκαν προηγουμένως σχετικές ειδοποιήσεις σε όλους τους διαδίκους. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη συνοριακής διαφοράς και οι πιο πάνω λειτουργοί προχώρησαν σε διαδικασία επίλυσης της. Επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο οι λειτουργοί προσέγγισαν την επίλυση της διαφοράς και επισυνάπτονται σχετικά Παραρτήματα Α έως Η. Επεξηγούνται τα σταθερά σημεία που χρησιμοποιήθηκαν, τα συστήματα που χρησιμοποιήθηκαν για τις αποτυπώσεις, τα ευρήματα που προέκυψαν επί τόπου εν συγκρίσει με τις καταχωρίσεις στο χωρομετρικό βιβλίο και ο καθορισμός των συνόρων. Με την ολοκλήρωση της χωρομετρικής εργασίας, τοποθετήθηκαν ορόσημα για τον καθορισμό της θέσης του κοινού συνόρου, έγινε έλεγχος των ευρημάτων και ετοιμάστηκαν αποτυπώσεις. Στις 20.3.19 εκδόθηκε η Απόφαση Διευθυντή και αποστάληκε με συστημένο ταχυδρομείο στους διαδίκους στις 22.3.19, με την οποία καταδεικνύεται ότι η διαφιλονικούμενη έκταση αποτελεί μέρος του τεμαχίου [...] που ανήκει στις Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση με την οποία προτάσσουν ισάριθμους με την Αίτηση λόγους για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοψίζονται ως ακολούθως: Η Απόφαση του Διευθυντή ήταν ορθή, νόμιμη, αιτιολογημένη, έχοντας λάβει υπόψη τα πραγματικά γεγονότα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία. Η επιτόπια εξέταση έγινε ορθά, με ακριβή όργανα μέτρησης και οι μετρήσεις αντικατοπτρίζουν την ορθή επιτόπια κατάσταση. Κατά το χρόνο αποστολής της επιστολής του Διευθυντή προς το Δημοτικό Μηχανικό δεν υφίστατο συνοριακή διαφορά και δεν είχαν γίνει μετρήσεις, ενώ οι μετρήσεις που χρησιμοποιηθήκαν κατά την έκδοση της Απόφασης του Διευθυντή αποδίδουν την ορθή πραγματική κατάσταση. Αφού η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση 401/2010 έκρινε αναιτιολόγητη την εκεί απόφαση του Διευθυντή, ο Διευθυντής εξέδωσε την υπό κρίση Απόφαση στην οποία έλαβε υπόψη την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου. Η Ένσταση στηρίχθηκε από 3 ένορκες δηλώσεις, της Καθ' ης η Αίτηση 1, του ΑΠ και ΣΣ. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 παραδέχεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των τεμαχίων όπως περιγράφεται από την Αιτήτρια
- Κατά τα λοιπά, αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Αναφορικά με την ένορκη δήλωση του ΧΜ, η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται αυτή στο σύνολό της και ισχυρίζεται ότι οι μετρήσεις του έγιναν βάσει αποστάσεων από τον πεζόδρομο και όχι από σταθερά σημεία, παρά το γεγονός ότι ο πεζόδρομος βρίσκεται σε λανθασμένο σημείο, δεν προέβη σε διερεύνηση βάσει επιστημονικών στοιχείων και τα ευρήματα είναι αυθαίρετα και λανθασμένα. Στη δική του ένορκη δήλωση, ο ΑΠ, αναφέρει τα προσόντα του. Λόγω ευρείας ανάπτυξης στην επίδικη περιοχή, ισχυρίζεται, δεν υπάρχει επί τόπου φυσική λεπτομέρεια και επεξηγεί τον τρόπο που εργάστηκε κατά την ανάθεση της εξέτασης της Αίτησης, επισυνάπτοντας και τα ίδια Παραρτήματα που επισυνάπτονται στην Αιτιολογημένη Έκθεση του Διευθυντή. Προσθέτει λεπτομέρειες αναφορικά με τον εξοπλισμό που χρησιμοποιήθηκε και το γεγονός ότι η λανθασμένη τοποθέτηση του πεζοδρόμου δεν μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τον καθορισμό των συνόρων. Βάσει των μετρήσεων του, καθόρισε το σύνορο και τοποθέτησε προσωρινά ορόσημα τα οποία οι μεν Καθ' ων η Αίτηση αποδέχτηκαν ενώ οι δε Αιτητές απέρριψαν. Η εργασία του ελέγχθηκε και επιβεβαιώθηκε η ορθότητά της από Τεχνικό Μηχανικό Χαρτογραφίας και ετοιμάστηκε σχετικό σχέδιο. Πέραν τούτων, η αναφορά του ΧΜ στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του δεν ισχύει καθότι το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας χρησιμοποιεί για τα τελευταία 15 - 20 χρόνια άλλη μέθοδο για την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, ενώ η αναφορά της Αιτήτριας 1 σε σχέση με την επιστολή του προς το Δημοτικό Μηχανικό είναι λανθασμένη, καθότι η προηγούμενη αίτηση για συνοριακή διαφορά καταχωρίστηκε μεταγενέστερα της εν λόγω επιστολής. Με άλλη ένορκη δήλωση ο ΣΣ αναφέρει ότι ο ίδιος όρισε την ημερομηνία για την επιτόπια εξέταση, έχοντας παραλάβει την αίτηση και έχοντας ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 58 του Κεφ.
- Απέστειλε σχετικές επιστολές προς τους ενδιαφερόμενους και στις 10.8.18, ημέρα της επιτόπιας εξέτασης, σημειώθηκαν οι παρουσίες των Αιτητριών 1 και 2 και τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους. Αφού υποδείχθηκε ότι υφίστατο συνοριακή διαφορά με την διαφωνία των αντιδίκων πλευρών επί του θέματος, προχώρησε η χωρομετρική εργασία και ακολούθησε η Απόφαση του Διευθυντή σύμφωνα με το Άρθρο 58 του Κεφ.
- Διευκρινίζει ότι η τοποθέτηση του συνόρου βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των ακινήτων και δεν λαμβάνεται υπόψη η θέση των συνόρων όπως κατέχεται επί τόπου, σε περίπτωση ασυμφωνίας με το εν χρήσει σχέδιο. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ισχυρίζονται ότι η έκταση εντός της οποίας υπάρχει κτίσμα τους ανήκει ή καλύπτεται από τον τίτλο τους. Με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 7.9.21, το Δικαστήριο - υπό άλλη σύνθεση - ενέκρινε Αίτημα αντεξέτασης του ΑΠ από το δικηγόρο των Αιτητών, υπό όρους που τέθηκαν στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση. Σε συμμόρφωση με το σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, ο ΑΠ προσήλθε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε. Παρακολούθησα τη μαρτυρία του με προσοχή. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι ενώ το τεμάχιο [...] επωφελείται 59 εκατοστών, και του αποδόθηκαν και τα 25 επιπλέον εκατοστά λόγω της τοποθέτησης του συνόρου. Του υπεβλήθη επίσης ότι η λανθασμένη θέση του πεζόδρομου επηρεάζει όλα τα τεμάχια και ότι αφού διαπιστώθηκε επηρεασμός του τεμαχίου [...] (άλλου από τα επίδικα [...] και [...]) τότε θα έπρεπε να ειδοποιηθεί και ο ιδιοκτήτης του και ότι ο ίδιος ο ΑΠ θα έπρεπε να γνώριζε και το βαθμό του επηρεασμού τούτου. Ερωτήθηκε αναφορικά με την κατάληξή του ότι ο επίδικος τοίχος ευρίσκεται εντός του τεμαχίου [...] και του υποβλήθηκε ότι δέχθηκε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ πραγματικής κατάστασης και χωρομετρικού βιβλίου. Του υποβλήθηκε επίσης, βάσει της τοποθέτησης του πεζόδρομου ότι υπάρχει όφελος για το τεμάχιο [...] και ότι έδωσαν επιπλέον 25 εκατοστά εις βάρος τεμαχίου που έχει ήδη μειωθεί. Στα πιο πάνω ο ΑΠ απάντησε ότι η δεν αποδόθηκαν οποιαδήποτε επιπλέον εκατοστά το [...] και ότι αυτή δεν είναι αρμοδιότητα του Κτηματολογίου και ότι ο πεζόδρομος δεν αποτελεί εγγεγραμμένο σύνορο. Κατά την ημέρα της Ακρόασης και αφού ουδείς άλλος μάρτυρας αντεξετάστηκε, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι συνήγοροι των Αιτητών, με αγόρευση έκτασης 72 σελίδων, ουσιαστικά εισηγούνται ότι από την ίδια την Απόφαση του Διευθυντή δεν προκύπτει σαφής αιτιολογία ή δέουσα έρευνα, παρόλο που αυτά θα έπρεπε να εντοπίζονται καθαρά (σελίδα 11 της γραπτής τους αγόρευσης). Διερωτώνται πως είναι δυνατόν η χωρομετρική εργασία να βασίστηκε σε σημεία που δεν υφίστανται σήμερα και υποβάλλουν ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δίνονται λεπτομέρειες αναφορικά με τις διαστάσεις όλων των επιδίκων οικοπέδων που πρέπει να έχουν επηρεαστεί από την λανθασμένη τοποθέτηση του πεζοδρομίου, αλλά ούτε οι ίδιες οι διαστάσεις των επίδικων τεμαχίων [...] και [...]. Βασικό στοιχείο, κατά τους δικηγόρος των Αιτητών, είναι η λανθασμένη τοποθέτηση του πεζόδρομου ενώ η απόσταση μεταξύ των σημείων Α και Γ επί τόπου είναι 27 εκατοστά μικρότερη από εκείνη στο χωρομετρικό βιβλίο καθώς και η απόσταση μεταξύ των σημείων Β και s29 είναι επί τόπου κατά 27 εκατοστά μικρότερη από εκείνη στο χωρομετρικό βιβλίο. Εισηγούνται ότι, εκ των παραδοχών και αντιφάσεων του ΑΠ, όπως τις ονομάζουν, κατά την αντεξέτασή του, προκύπτει ότι ο ΑΠ αγνόησε παντελώς την επί τόπου κατάσταση των τεμαχίων και έλαβε υπόψη μόνον τα σταθερά σημεία. Η απόφαση συνεπώς δεν είναι δίκαιη μια και, πάντα κατά τους ίδιους δικηγόρους, η κατάσταση με τον πεζόδρομο δεν πρόκειται να αλλάξει και το τεμάχιο [...] θα έχει 59 εκατοστά περισσότερα από όσα θα έπρεπε να έχει με βάση το χωρομετρικό βιβλίο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνολικά 16.74 τ.μ. περισσότερα προς όφελος του τεμαχίου [...]. Θέση των δικηγόρων είναι ότι ο ΑΠ και ο Διευθυντής θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τη διαφορά μεταξύ προσόψεων στις διαστάσεις των επίδικων οικοπέδων και του χωρομετρικού βιβλίου. Με τη δική τους αγόρευση, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι οι θέσεις των Αιτητών δεν στηρίζονται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός περί έκδοσης της Απόφασης του Διευθυντή καθ' υπέρβαση εξουσίας δεν έχει προωθηθεί επαρκώς. Ούτε ο ισχυρισμός περί μη αιτιολογημένης απόφασης ισχύει, καθότι και η προσβαλλόμενη Απόφαση και η Αιτιολογημένη Απόφαση είναι καθόλα αιτιολογημένες σε βαθμό που μπορεί να τύχουν Δικαστικού Ελέγχου. Βάσει της ένορκης δήλωσης ΑΠ, αλλά και των όσων προέκυψαν από την αντεξέτασή του, η Απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε μετά από τη διενέργεια ορθής χωρομετρικής εργασίας, ενώ η υπόθεση των Αιτητών στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του ΧΜ η οποία βασίζεται σε μετρήσεις από τον πεζόδρομο και όχι από σταθερά σημεία. Η δε αναφορά των Αιτητών στην επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της 17.6.08 είναι παραπλανητική, μια και δεν υπήρχε κατά το χρόνο εκείνο αίτηση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Βάσει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, το Δικαστήριο ελέγχει δικαστικώς απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου που λήφθηκε στη βάση του Άρθρου 58 επίσης του Κεφ.
- Ως προς το τι αποτελεί συνοριακή διαφορά, εμπίπτουσα στην εμβέλεια του Άρθρου 58, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844, στην οποία, με αναφορά στην παλαιότερη υπόθεση Ibrahim v Souleyman
(1953)19 C.L.R. 237, το Δικαστήριο κατέληξε ότι συνοριακή διαφορά θεωρείται η αμφισβήτηση της τοποθέτησης των συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο. Το βάρος απόδειξης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί το φέρει ο εκάστοτε αιτητής[1] καθώς και το βάρος να καταδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη[2]. Οι λόγοι ακύρωσης της απόφασης που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση της αίτηση με την οποία προσβάλλεται η απόφαση του Διευθυντή συμπεριλαμβάνουν εκείνους που λαμβάνονται υπόψη για ακύρωση διοικητικής πράξης, όπως παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, και πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα[3], αλλά ελέγχεται και η νομιμότητα και η ορθότητα της απόφασης στην ουσία της, ενώ, όταν υπάρχουν στοιχεία, το Δικαστήριο δύναται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του[4]. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ε.Κ. ΚΑΤΕΚΟΣ ΛΤΔ. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256 αναφέρθηκε ότι: «[Η] ουσία της μαρτυρίας του χωρομέτρη, που οδήγησε στην απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου, η οποία στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε και πρωτοδίκως, είναι πως τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων είναι καταγραμμένα στα τοπογραφικά σχέδια του κτηματολογίου. Η επί τόπου όμως κατάσταση ήταν διαφορετική, γι΄αυτό και θα έπρεπε η οριοθέτηση των τεμαχίων να γίνει σύμφωνα με τα αρχεία του κτηματολογίου», ενώ στην υπόθεση Ρωσσίδου ν Κυπριανού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1659, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση ανέφερε: «Θα λέγαμε ότι όποια και αν μπορεί να ήταν η σημασία της επί του εδάφους κατάστασης στον αρχικό καθορισμό του συνόρου, δεν θα μπορούσε η εμφάνιση των πραγμάτων αργότερα να υπερίσχυσε έναντι του εν χρήσει σχεδίου το οποίο με τις όποιες τροποποιήσεις τις οποίες θα μπορούσε να υποστεί, αποτελεί αυθεντικό οδηγό». Κάπως πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1972 αναφέρθηκε ότι: «[Ό]πως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1695 και Ε.Κ. Κατέκος Λτδ v. Διευθυντή Κτηματολογίου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256, η επί τόπου κατάσταση αναμφίβολα είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη. Όμως, χωρίς επαρκή λόγο το στοιχείο αυτό δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εν χρήσει σχεδίων τα οποία στις περισσότερες των υποθέσεων αποτελούν ένα αυθεντικό οδηγό σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Μόνο όπου καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα, διαφοροποιείται η σημασία τους». Προτού προχωρήσω στην ανάλυση της ενώπιον μου μαρτυρίας, επισημαίνω ότι τα πιο κάτω γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου δεν αμφισβητήθηκαν και αποτελούν μέρος των ευρημάτων μου: Οι Αιτητές είναι ιδιοκτήτες του τεμαχίου [...] στην ενορία Αγίας Φύλαξης στη Λεμεσό ως τα μερίδια που περιγράφονται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 1 και οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ιδιοκτήτες του γειτνιάζοντος τεμαχίου [...] ως τα μερίδια που περιγράφονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας
- Τα επίδικα τεμάχια προέκυψαν κατόπιν του διαχωρισμού του αρχικού ακινήτου σύμφωνα με το φάκελο Β182/
- Στις 17.6.08 ο ΑΠ, εκ μέρους του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας απέστειλε στο Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λεμεσού επιστολή με την οποία ενημέρωνε ότι δεν υπήρχε συνοριακή διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Στις 8.7.08 οι Καθ' ων η Αίτηση υπέβαλαν αίτηση για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα. Στη βάση της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε απόφαση του Διευθυντή με ημερομηνία 9.7.2010 η οποία εφεσιβλήθηκε και ακυρώθηκε με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 31.01.
- Με νέα αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση αποτάθηκαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, ζητώντας επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ τους και των Αιτητών, η οποία, κατά την κρίση του Διευθυντή έγινε δεκτή και ειδοποιήθηκαν τα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή όλοι οι διάδικοι στην παρούσα Αίτηση. Στις 10.08.2018 έλαβε χώρα επιτόπια εξέταση παρουσία των παρόντων εκ των διαδίκων. Κατά την επιτόπια εξέταση οι διάδικοι υπέδειξαν αμφότεροι ότι η διαφορά τους συνίστατο στην ύπαρξη ενός τοίχου πλάτους 25 εκατοστών ο οποίος χωρίζει τα επίδικα ακίνητα και ακολούθησε διαδικασία επίλυσης της διαφοράς από τους ΑΠ και ΣΣ. Το αποτέλεσμα της εργασίας των ΑΠ και ΣΣ καταγράφεται στην παράγραφο 8 της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η οποία παραλήφθηκε από το Δικαστήριο στις 23.5.
- Η μέθοδος με την οποία οι ΑΠ και ΣΣ εργάστηκαν δεν αμφισβητείται αυτή καθ' αυτή. Αμφισβητείται η ορθότητα της μεθόδου τους και, καταφανώς, η Απόφαση του Διευθυντή. Αδιαμφησβήτητο επίσης παρέμεινε και το ότι η χωρομετρική εργασία ελέγχθηκε από τον Τομέα Κτηματικών Χαρτογραφήσεων. Από πλευράς Αιτητών, ο ΧΜ διεξήγαγε τη δική του χωρομετρική εργασία και το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τη μέθοδο που περιγράφει, αυτό καθ' αυτό, δεν αμφισβητήθηκε. Έλαβα υπόψη μου την προσκομισθείσα μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης της Απόφασης του Διευθυντή, στο σύνολό της. Η μαρτυρία της Αιτήτριας 1 δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική ως προς τα επίδικα θέματα. Σε πραγματικό επίπεδο, απλώς μετέφερε στο Δικαστήριο ότι οι Αιτητές παρέλαβαν την επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 17.06.08 και ότι τούτη είναι αντιφατική με τη μετέπειτα διαπίστωση εκ μέρους του ιδίου του Κτηματολογίου ότι υπάρχει συνοριακή διαφορά, ζήτημα που πραγματεύομαι πιο κάτω μια και προωθείται και από τον ΧΜ, ότι εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της προηγούμενης Γενικής Αίτησης 401/10, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή που προηγήθηκε και παρέπεμψε, δια των αναφορών της, στην μαρτυρία του ΧΜ. Η μαρτυρία του ΧΜ, για τους λόγους που αμέσως προχωρώ να εξηγήσω, θεωρώ ήταν ελλιπής. Υπενθυμίζω ότι ο ΧΜ παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας και ότι το καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου «έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους [.][5]». Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του αναφέρεται ότι οι διαστάσεις των επίδικων ακινήτων είναι εκείνες που φαίνονται στη χωρομετρική σελίδα, αλλά δεν ξεκαθαρίζει ποιες διαστάσεις είναι αυτές και δεν παραπέμπει ειδικώς το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε τέτοια μέτρηση, παρά τον ισχυρισμό του ότι αυτές είναι προς όλους δεσμευτικές. Προχωρεί δε να ισχυριστεί ότι η πρακτική του Τμήματος Χωρομετρίας είναι η επί τόπου επιβεβαίωση της συμμόρφωσης των κατασκευών σύμφωνα με την άδεια διαχωρισμού κατά την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας, πλην όμως δεν αναφέρεται ρητώς εάν, στην προκείμενη περίπτωση, τούτο έγινε και συνεπώς κατά πόσο, με βάση τους δικούς του υπολογισμούς, η υφιστάμενη κατάσταση συμφωνεί ή όχι με την άδεια διαχωρισμού. Ο ισχυρισμός του συνεπώς, αφήνει μια σκιά ως προς το ότι το Κτηματολόγιο ενδεχομένως να έχει ήδη αποδεχθεί τοιουτοτρόπως την επί τόπου κατάσταση, χωρίς όμως να αναφέρει τούτο ρητώς και ευθέως και χωρίς να συνδέει άμεσα τη δεσμευτικότητα των διαστάσεων, τις οποίες δεν παραθέτει, με την επί τόπου κατάσταση. Ούτε αναφέρει ρητά εάν στη βάση των τίτλων ιδιοκτησίας, υποδεικνύεται, με αντίστοιχες διαστάσεις, το σύνορο που συμφωνεί με την επί τόπου κατάσταση. Αν τούτη είναι η θέση του ΧΜ από τη μία δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά και από την άλλη, ενδεχομένως, και εν τη απουσία μετρήσεων και συσχετισμού που να το επιβεβαιώνουν, να προσέκρουε και στη σχετική Νομολογία στην οποία αναφέρεται ότι το πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι ο αυθεντικός οδηγός της ιδιοκτησίας, αλλά εκ πρώτης όψεως απόδειξή της και ότι οδηγός είναι ο συσχετισμός τεμαχίου με το κτηματολογικό σχέδιο[6]. Επίσης ο ΧΜ δεν αναφέρει κατά πόσο η επί τόπου κατάσταση συμφωνεί με τη χωρομετρική σελίδα και δεν σχολιάζει εάν, σε περίπτωση που η επί τόπου κατάσταση δεν συμφωνεί με τα όσα καταγράφονται στη χωρομετρική σελίδα, θα προέβαινε στις μετρήσεις του με τον ίδιο τρόπο. Διαπιστώνω δηλαδή κενό στη μαρτυρία του αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να προβεί σε μετρήσεις από την θέση του πεζόδρομου, αφού δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή σχόλιο από τον ίδιο για την ορθότητα ή μη του ευρήματος των χωρομετρών του Κτηματολογίου ότι ο πεζόδρομος είχε κατασκευαστεί και τοποθετήθηκε σε λανθασμένη θέση. Επισημαίνω παρενθετικά ότι η πλευρά των Αιτητών που κάλεσε τον ΧΜ ως μάρτυρα και ζήτησε από εκείνον να προβεί σε χωρομετρική εργασία, διατήρησε, τόσο δια των υποβολών προς τον ΑΠ κατά την αντεξέτασή του, όσο και δια της αγόρευσης των δικηγόρων της, ότι η λανθασμένη τοποθέτηση του πεζόδρομου αφενός επηρέαζε όλα τα εμπλεκόμενα τεμάχια και αφετέρου έδιδε επιπλέον 59 εκατοστά προς όφελος του τεμαχίου των Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρους του μη επίδικου τεμαχίου [...], πράγμα που φαίνεται να έρχεται σε κάποια αντίφαση με την απόφαση του ΧΜ να επιλέξει ως αφετηρία για τις μετρήσεις του τον πεζόδρομο. Επιπρόσθετα με το να μην τοποθετηθεί με θετική μαρτυρία ο ΧΜ ως προς το κατά πόσο η επί τόπου κατάσταση συνάδει με το εν χρήσει σχέδιο, άφησε τη μαρτυρία του ΑΠ επί του σημείου αναντίλεκτη, αλλά και τη δική του μαρτυρία εν πολλοίς αναιτιολόγητη. Υπενθυμίζω ότι η θέση του ΑΠ ήταν ότι κατόπιν μετρήσεων, πράγματι εντοπίστηκε διαφορά και λόγω της ανάπτυξης στην περιοχή ο ίδιος στηρίχθηκε σε σταθερά σημεία τα οποία εντόπισε και επιβεβαίωσε στο εν χρήσει σχέδιο. Ως προς τον τρόπο που ο ΧΜ αιτιολογεί το συμπέρασμά του περί μη δέουσας έρευνας από πλευράς Διευθυντή, τούτος δεν φαίνεται να εδράζεται επί των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου. Δηλαδή, ο ΧΜ προωθεί ότι ο Διευθυντής ενήργησε αντιφατικώς, καθότι από τη μία στην επιστολή του προς το Δημοτικό Μηχανικό το έτος 2008 αναφέρει ότι δεν υπάρχει συνοριακή διαφορά, ενώ από την άλλη, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, βρίσκει διαφορά και την επιλύει. Διερωτάται ο ΧΜ πότε ο Διευθυντής ήταν σωστός και ποια χωρομετρική εργασία, εννοώντας προφανώς, εκ των δύο που προέβη ο Διευθυντής, είναι ορθή. Πλην όμως δεν παρατίθεται οτιδήποτε με το οποίο να αποδεικνύεται ότι, πρώτον, κατά το χρόνο σύνταξης και αποστολής της εν λόγω επιστολής υφίστατο συνοριακή διαφορά και δεύτερον ότι η ύπαρξη ή μη συνοριακής διαφοράς κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα προήλθε ως αποτέλεσμα χωρομετρικής εργασίας. Στην πραγματικότητα, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, δια μέσου της μαρτυρίας του ΑΠ, στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω, προκύπτει ότι πριν από το 2010 - δηλαδή κατά τη λήψη της πρώτης απόφασης του Διευθυντή επί του θέματος, η οποία απλώς ακυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στο πλαίσιο της 401/2010 - δεν έγινε χωρομετρική εργασία προς καθορισμό του συνόρου των επίδικων τεμαχίων. Βασικό επιχείρημα του ΧΜ, αλλά και βασικό παράπονο των Αιτητών, φαίνεται να είναι ότι ο Διευθυντής θα έπρεπε να λάβει υπόψη την επί τόπου κατάσταση και βάσει εκείνης να καθορίσει το σύνορο με γνώμονα την, κατά τον ΧΜ, ίση κατανομή του διαθέσιμου χώρου. Δεν εξηγεί όπως ο ΧΜ για ποιο λόγο η δική του προσέγγιση είναι η ορθή και όχι εκείνη του Διευθυντή, η οποία, όπως επεξηγήθηκε, ακολούθησε χωρομετρικές γραμμές που μετρήθηκαν κατά το διαχωρισμό των οικοπέδων, σταθερά σημεία σύμφωνα με τη χωρομετρική σελίδα και τις αναλογίες των μεγεθών των οικοπέδων όπως προκύπτουν από μέτρηση με σύστημα GPS. Με το σκεπτικό του ΧΜ φαίνεται να προκύπτει, ότι ο Διευθυντής, ανεξάρτητα από τις καταχωρίσεις στο χωρομετρικό βιβλίο, θα έπρεπε να υιοθετήσει την κατάσταση όπως διαμορφώθηκε από κατασκευές, όπως για παράδειγμα τον πεζόδρομο, που δεν συνάδουν με το εν χρήσει σχέδιο βάσει του οποίου προέκυψε ο επίσημος διαχωρισμός οικοπέδων και ανεξάρτητα από το κατά πόσο εκείνες έγιναν σύμφωνα με τις μετρήσεις της χωρομετρικής σελίδας. Επαναλαμβάνω ότι δεν είναι αντιληπτό εκ της μαρτυρίας του ΧΜ εάν εκείνος διαφωνεί ή συμφωνεί με τις διαπιστώσεις των χωρομετρών του Κτηματολογίου που καταγράφει στις παραγράφους 16 και 17 της ένορκης δήλωσής του και εάν εκείνες είναι λανθασμένες και για ποιους λόγους. Εάν συμφωνεί, τότε δεν επεξηγείται για ποιο λόγο θα έπρεπε ο Διευθυντής να ενεργήσει διαφορετικά από τον τρόπο που ενήργησε και να αποδεχθεί τις διαφορές μεταξύ της επί τόπου κατάστασης και των επίσημων μετρήσεων ως σημεία αναφοράς στις μετρήσεις. Εάν διαφωνεί τότε, δεν επεξηγεί εάν υπάρχει οποιοδήποτε λάθος με το εν χρήσει σχέδιο που θα δικαιολογούσε τη δική του προσέγγιση να χρησιμοποιήσει την επί τόπου κατάσταση για να καθορίσει το σύνορο. Πέραν τούτου, επισημαίνω περαιτέρω έλλειψη στη μαρτυρία του ΧΜ καθότι ο ίδιος δεν αναφέρει στο Δικαστήριο ποια μέσα χρησιμοποίησε για να προβεί στις μετρήσεις που αποτελούν την χωρομετρική του εργασία, η οποία τον οδήγησε στα ευρήματά του. Εν κατακλείδι και ενόψει των πιο πάνω ελλείψεων στη μαρτυρία του ΧΜ, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για να προβώ σε ασφαλή συμπεράσματα. Με τη μαρτυρία της η Καθ' ης η Αίτηση 1 ουσιαστικά επιβεβαιώνει τα όσα διαμείφθηκαν και αφορούν την επιστολή του Διευθυντή ημερομηνίας 17.6.2008 και αποδέχεται ότι οι προηγούμενες μετρήσεις που οδήγησαν στην έκδοση της προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή που ακυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση 401/10, ήταν λανθασμένες, ενώ σήμερα οι μετρήσεις αντικατοπτρίζουν την ορθή κατάσταση σύμφωνα με το χωρομετρικό βιβλίο. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία της ουσιαστικά παραπέμπει στην Απόφαση του Διευθυντή και στην ένορκη δήλωση του ΑΠ και δεν προσφέρει οτιδήποτε άλλο σε πραγματικό επίπεδο και συνεπώς η μαρτυρία δεν είναι βοηθητική ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων επί ζητημάτων που παρέμειναν επίδικα. Η μαρτυρία του ΣΣ δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της και παρέμεινε εν πολλοίς αναντίλεκτη. Με τούτη ο ΣΣ επιβεβαίωσε την ακολουθητέα διαδικασία κατά την λήψη της αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς μέχρι και την έκδοση της Απόφασης του Διευθυντή. Δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ ότι ακολούθησε τη διαδικασία που περιγράφει στην ένορκη δήλωσή του. Εκείνα τα οποία η πλευρά των Αιτητών κατέστησε επίδικα ήταν η ορθότητα της διαδικασίας, της χωρομετρικής εργασίας, η οποία έγινε από τον ΑΠ, και κατ' επέκταση της Απόφασης του Διευθυντή. Με την ένορκη δήλωσή του ο ΑΠ επεξηγεί, θα έλεγα με πάσα λεπτομέρεια, τον τρόπο που εργάστηκε κατά την διεξαγωγή της επιτόπιας εξέτασης και καθορισμού του συνόρου μεταξύ των επίδικων τεμαχίων. Αναφέρει τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποίησε και τον τρόπο με τον οποίο επιβεβαίωσε τα ευρήματά του και επεξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους προέβη στις μετρήσεις βάσει των χωρομετρικών γραμμών και των σταθερών σημείων και τις διαπιστώσεις του σχετικά με τις διαφορές της επί τόπου κατάστασης και των καταχωρήσεων στη σχετική χωρομετρική σελίδα. Παραθέτει επ' ακριβώς τις διαφορές μεταξύ χωρομετρικού βιβλίου και επί τόπου κατάστασης. Επισημαίνει, ότι ο πεζόδρομος μεταξύ των οικοπέδων [...] και [...] (που δεν είναι επίδικο), είναι λανθασμένα τοποθετημένος σε σχέση με το χωρομετρικό σχέδιο, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί σημείο αναφοράς για μετρήσεις. Ο ΑΠ ήταν και ο μόνος μάρτυρας που υποβλήθηκε σε αντεξέταση και είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω από το εδώλιο. Στις απαντήσεις του, παρέμεινε καθόλα σταθερός στις θέσεις του όπως τις ανέπτυξε και στην ένορκη δήλωσή του. Επαναλάμβανε ότι ο τρόπος που έγιναν οι μετρήσεις δεν λαμβάνει υπόψη την επί τόπου κατάσταση όπως διαμορφώθηκε και η οποία δεν συνάδει με το εν χρήσει σχέδιο, αλλά σταθερά σημεία. Παρά την προσπάθεια του συνηγόρου των Αιτητών να εμπλέξει το τεμάχιο [...] και το κατά 59 εκατοστά όφελος που κατ' ισχυρισμό το [...] απέκτησε εις βάρος του [...], λόγω της λανθασμένης τοποθέτησης του πεζόδρομου, ο ΑΠ ήταν ξεκάθαρος αναφορικά με την εργασία που αφορούσε τον καθορισμό συνόρου αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια [...] και [...] και ότι δεν ζητήθηκε να επιλυθεί συνοριακή διαφορά που ενέπλεκε το τεμάχιο [...] και ότι ουσιαστικά δεν δόθηκε από το Διευθυντή όφελος 59 εκατοστά προς το [...], παρά μόνο, στη βάση των χωρομετρικών γραμμών, σταθερών σημείων και αναλογιών, καθορίστηκε το σύνορο μεταξύ του [...] και [...], βάσει του εν χρήσει σχεδίου. Διευκρίνισε ότι η λανθασμένη τοποθέτηση του πεζόδρομου αφενός δεν μπορεί να καθορίσει το σύνορο μεταξύ των επίδικων τεμαχίων και αφετέρου ότι δεν είναι η αρμοδιότητα του Τμήματός του να λάβει μέτρα αναφορικά με τη λανθασμένη τοποθέτηση του πεζόδρομου. Εκ των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΑΠ κλονίστηκε από την αντεξέταση και γενικότερα, ο ΑΠ, άφησε την εντύπωση προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο και έφερε εις πέρας την αποστολή του ως πραγματογνώμονα, δίδοντας λεπτομέρειες και εξηγήσεις αναφορικά με τη μεθοδολογία του, τα ευρήματά του και την αιτιολόγηση πίσω από εκείνα. Αναφορικά με την Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή ως προς την ουσία της διαπιστώνω ότι αυτή βασίστηκε πλήρως στην εργασία των ΣΣ και ΑΠ και ακολουθεί συνδυαστικά πιστά τα όσα οι δύο αναφέρουν σε σημείο που δεν εντοπίζω οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ της και της εν λόγω μαρτυρίας. Υπό το φως της νομικής πτυχής και της αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, διαπιστώνω τα ακόλουθα ως προς τους λόγους έφεσης: Αναφορικά με τον 1ο λόγο έφεσης που αναφέρει ότι ο Διευθυντής έλαβε την Απόφαση του Διευθυντή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, δεν προβλήθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε με το οποίο τούτος να στοιχειοθετείται καθ' οιονδήποτε τρόπο και δεν διαφάνηκε δια της μαρτυρίας ότι ο Διευθυντής έπραξε οτιδήποτε άλλο πέραν από το να προβεί σε επίλυση συνοριακής διαφοράς σύμφωνα με το Άρθρο 58 του Κεφ.
- Μέρος του δεύτερου λόγου έφεσης ήταν ότι η εν λόγω Απόφαση ήταν και παράνομη και αντισυνταγματική. Ούτε συγκεκριμενοποιήθηκε, ούτε προωθήθηκε οτιδήποτε από πλευράς Αιτητών που να συνηγορεί προς τούτο. Πέραν τούτου και έχοντας εξετάσει την Απόφαση του Διευθυντή, αλλά και στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, διαπιστώνω ότι ο Διευθυντής εξέδωσε την Απόφαση κατόπιν αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς, η οποία διαπιστώθηκε επί τόπου και με αυτή καθόρισε το σύνορο, εντός των προαναφερθεισών εξουσιών που του παρέχονται εκ του Νόμου. Συνεπώς οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών απορρίπτονται. Επίσης στο 2ο λόγο έφεσης, μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι η Απόφαση του Διευθυντή είναι αυθαίρετη και δεν βασίζεται επί των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης. Αυτό επαναλαμβάνεται, με ορισμένες διαφορές ως προς τη διατύπωση, και στον 4ο λόγο έφεσης. Οι Αιτητές μέσω της μαρτυρίας τους δεν παραπέμπουν ποια πραγματικά δεδομένα δεν λήφθηκαν υπόψη από το Διευθυντή και εάν με εκείνα εννοούν την επί τόπου κατάσταση των επίδικων τεμαχίων, την οποία επικαλούνται σε αριθμό άλλων λόγων έφεσης και με την οποία το Δικαστήριο ασχολείται σε έκταση πιο κάτω. Εν όψει τούτο οι πιο πάνω θέσεις τους επίσης απορρίπτονται. Με τον 3ο λόγο έφεσης προσβάλλεται η Απόφαση του Διευθυντή ως μη, είτε εν όλω είτε εν μέρει, αιτιολογημένη και ότι δεν γίνεται αναφορά στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη κατά τη λήψη της. Από ανάγνωση της προσβαλλόμενης Απόφασης, όπως αυτή κοινοποιήθηκε προς τους Αιτητές σε πρώτο στάδιο, αλλά και της Αιτιολογημένης Απόφασης που καταχωρίστηκε στο δικαστηριακό φάκελο, καταλήγω στο αντίθετο συμπέρασμα. Ως προκύπτει από το κείμενο της Απόφασης τούτη εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της καταχώρισης σχετικής Αίτησης από τους Καθ' ων η Αίτηση, για την οποία ειδοποιήθηκαν οι Αιτητές και για την οποία διεξάχθηκε, παρουσία των παρόντων εκ των διαδίκων, επιτόπια εξέταση κατά την οποία διενεργήθηκε χωρομετρική εργασία, η οποία με τη σειρά της ελέγχθηκε από Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και διαπιστώθηκε ως ορθή. Η δε χωρομετρική εργασία και το αποτέλεσμά της αιτιολογούνται πλήρως με την μαρτυρία του ΑΠ, η οποία ουσιαστικά υιοθετήθηκε καθ' ολοκληρία στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή στην οποία επεξηγείται με λεπτομέρεια το σκεπτικό στη βάση του οποίου η Απόφαση λήφθηκε. Εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί από τους Αιτητές ότι η Απόφαση πάσχει λόγω αιτιολόγησης και συνεπώς δεν αποδέχομαι τον πιο πάνω λόγο έφεσης. Ο 5ος λόγος έφεσης φαίνεται να αποτελείται από δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά τον ισχυρισμό ότι οι αντιπρόσωποι του Διευθυντή έκαμαν λανθασμένες μετρήσεις και εκτιμήσεις και ο δεύτερος αφορά το γεγονός ότι οι ίδιοι αντιπρόσωποι αγνόησαν εντελώς της επί τόπου κατάσταση. Το ζήτημα του κατά πόσο αγνοήθηκε ή όχι η επί τόπου κατάσταση το πραγματεύομαι πιο κάτω, έχοντας ομαδοποιήσει σε άλλη παράγραφο τους λόγους έφεσης που αφορούν την επιτόπια εξέταση. Το θέμα των λανθασμένων μετρήσεων τίθεται και με το ξεχωριστό 8ο λόγο έφεσης. Ως προανέφερα το βάρος απόδειξης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι λανθασμένη ή ότι πάσχει το φέρει η πλευρά των Αιτητών. Εναπόκειτο δηλαδή σε εκείνη να προσκομίσει μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ότι οι μετρήσεις του ΑΠ ήταν λανθασμένες. Στη μαρτυρία του ΧΜ, στην οποία η πλευρά των Αιτητών βασίστηκε για να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη Απόφαση, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε κατ' ισχυρισμό λανθασμένες μετρήσεις εκ μέρους του Διευθυντή ή του ΑΠ. Εκείνο που ισχυρίζεται ο ΧΜ είναι ότι οι μετρήσεις έγιναν αγνοώντας την επί τόπου κατάσταση, με αποτέλεσμα το σύνορο που καθορίστηκε να μην, κατά τη θέση του, είναι στην ορθή θέση. Δεν έχει συνεπώς τεθεί, με οποιοδήποτε ικανοποιητικό τρόπο, ότι οι μετρήσεις και εκτιμήσεις του ΑΠ ήταν λανθασμένες, αλλ' ούτε ποιες εξ αυτών ήταν λανθασμένες και συνεπώς και τούτος ο λόγος έφεσης, αναφορικά με το σκέλος που μόλις ανέλυσα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Με τον 6ο λόγο έφεσης προωθείται, όπως και με το δεύτερο σκέλους του 5ου λόγου, ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης, αγνοήθηκε εντελώς η επί τόπου κατάσταση. Επισημαίνω επί τούτου τα εξής, όπως προέκυψαν μέσα από τη μαρτυρία: Επειδή ο ΑΠ δεν χρησιμοποίησε την επί τόπου κατάσταση, δεν σημαίνει ότι δεν την έλαβε υπόψη ή ότι την αγνόησε. Αντίθετα μάλιστα, το ότι την έλαβε υπόψη του, προκύπτει και από το γεγονός ότι αναφέρει ότι μέτρησε την επί τόπου κατάσταση, ότι αποτύπωσε τη φυσική κατάσταση της περιοχής και πράγματι κατέληξε στο ότι η επί τόπου κατάσταση διαφέρει από τις εγγραφές και μετρήσεις στο εν χρήσει σχέδιο. Κατά συνέπεια, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία προς επίρρωση του ισχυρισμού ότι ο Διευθυντής ή οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου δεν έλαβαν υπόψη του την επί τόπου κατάσταση. Περαιτέρω και σε συνέχεια του θέματος της επί τόπου κατάστασης, το επιχείρημα την πλευράς των Αιτητών που προωθήθηκε, τόσο στη μαρτυρία του ΧΜ αλλά και κατά την αντεξέταση του ΑΠ, ήταν ότι η επί τόπου κατάσταση θα έπρεπε να αποτελεί τον οδηγό για την κατάληξη του Διευθυντή στον καθορισμού του συνόρου και όχι απλώς και μόνον να ληφθεί υπόψη. Τούτο φαίνεται να προβάλλεται και με τους 7ο και 8ο λόγους έφεσης. Για τους λόγους που κατέγραψα ανωτέρω κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας που προσκόμισε η πλευρά των Αιτητών, δεν αποδείχθηκε εν τέλει ότι και για ποιους λόγους η προσέγγιση των Αιτητών είναι ορθή. Όπως απορρέει και από την Νομολογία που τέθηκε ανωτέρω, ενώ η επί τόπου κατάσταση λαμβάνεται υπόψη, πράγμα που φαίνεται να έγινε εν προκειμένω, το εν χρήσει σχέδιο υπερισχύει. Συνεπώς και οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Ως προς το 9ο λόγο έφεσης αυτός δεν φαίνεται να προωθήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο και δεν μπορώ παρά να τον απορρίψω. Ούτε αντεξετάστηκε ο ΑΠ αναφορικά με τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποίησε, ούτε αμφισβητήθηκε η ακρίβεια και η καταλληλόλητά τους. Έτι δε περαιτέρω ο ΧΜ δεν προέβη καν σε αναφορά επί του θέματος, αλλά και ο ίδιος παρέλειψε να αναφέρει ποια όργανα μέτρησης χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα όσα συμπεραίνει. Οι λόγοι έφεσης 10 - στον οποίο αναφέρεται ότι οι μετρήσεις του Διευθυντή δεν έγιναν σύμφωνα με σταθερά σημεία - και 15 - στον οποίο αναφέρεται ότι η Απόφαση λήφθηκε επί της βάσης ότι δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ επί τόπου κατάστασης με το σχέδιο - είναι αφενός αντιφατικοί με τις θέσεις των Αιτητών όπως προωθήθηκαν από τον ΧΜ, αλλά και από τους δικηγόρους τους και αφετέρου προσκρούουν στη μαρτυρία του ΑΠ την οποία αποδέχθηκα. Εκ της μαρτυρίας προκύπτουν ότι, αντίθετα με τα όσα καταγράφονται στους λόγους έφεσης τούτους, η εργασία του ΑΠ και κατ' επέκταση και η Απόφαση του Διευθυντή, έγινε με βάση σταθερά σημεία επί χωρομετρικών γραμμών τις οποίες ο ΑΠ υπέδειξε και μεταφέρθηκαν και στην προσβαλλόμενη Απόφαση από τη μία, αλλά και γίνεται αναφορά στην ασυμφωνία μεταξύ σχεδίου και επί τόπου κατάστασης με ρητή αναφορά στην αριθμητική διαφορά. Ίσως εκ του περισσού αναφέρω ότι στη μαρτυρία του ΧΜ από πλευράς Αιτητών δεν υποδείχθηκαν άλλα σταθερά σημεία ως ορθά, αλλ' ούτε φαίνεται να έγιναν μετρήσεις βάσει σταθερών σημείων. Και οι δύο λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Με τους λόγους έφεσης 11, 12, 13 και 14 οι Αιτητές προσβάλλουν την ακολουθητέα διαδικασία κατά την επιτόπια εξέταση και κατά την εξέταση της υπόθεσης από το Διευθυντή. Στην μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των Αιτητών δεν φαίνεται να προωθούνται οι πιο πάνω λόγοι έφεσης και δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο πάσχει η διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Διευθυντή κατά την έκδοση της Απόφασης. Αντίθετα, με τη μαρτυρία του ΣΣ, την οποία αποδέχθηκα και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, διαπιστώνω ότι ο Διευθυντής παραλαμβάνοντας την αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση, ειδοποίησε δεόντως τους Αιτητές αναφορικά με αυτή και καθόρισε ημερομηνία επί τόπου εξέτασης, κατά την οποία κάποιοι εκ των Αιτητών παρευρέθηκαν και αφού διαφώνησαν με τους Καθ' ων η Αίτηση ως προς τη θέση του συνόρου, έλαβε χώρα η εργασία του ΑΠ και με την έκδοση της Απόφασης, οι Αιτητές ειδοποιήθηκαν δεόντως και καταχώρισαν την κρίσιμη Αίτηση. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η ακολουθητέα διαδικασία πάσχει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ως προς τους ισχυρισμούς περί εξέτασης της υπόθεσης από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Κτηματολογίου με προσωπικά αντί με αντικειμενικά κριτήρια, τίποτε δεν προσκομίστηκε που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Ως προς την αντικανονικότητα και την ορθότητα της διαδικασίας κατά την επιτόπια εξέταση, παραπέμπω αφενός στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΧΜ, αλλά αφετέρου και στην ίδια τη μαρτυρία του ΑΠ, την οποία αποδέχθηκα και από την οποία προκύπτει ότι ο ΑΠ καθόρισε το σύνορο επί της χωρομετρικής γραμμής στο εν χρήσει σχέδιο και στη βάση των αναλογιών των αποστάσεων που αναγράφονται σε αυτό και διασταύρωσε το εύρημά του με Τεχνικό Μηχανικό Χαρτογραφίας η εργασία του οποίου αντίστοιχα αποτέλεσμα μέρος της Απόφασης του Διευθυντή. Εν όψει τούτων δεν μπορώ να διαπιστώσω οποιοδήποτε σφάλμα στη διαδικασία και συνεπώς οι πιο πάνω λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν. Οι λόγοι έφεσης 16 και 17Α αφορούν κατ' ουσία τον ίδιο ισχυρισμό ότι δηλαδή ο Διευθυντής έσφαλλε καθότι δεν έλαβε υπόψη προηγούμενες μετρήσεις στις οποίες ο ίδιος προέβη και ότι, βάσει των εν λόγω προηγούμενων μετρήσεων του Κτηματολογίου, δεν υφίστατο συνοριακή διαφορά αναφορικά με τα επίδικα τεμάχια. Ως ανέπτυξα και ανωτέρω κατά την ανάλυση της μαρτυρίας, ο ισχυρισμός βασίστηκε στην επιστολή που ο Διευθυντής απέστειλε στο Δημοτικό Μηχανικό του Δήμου Λεμεσού, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι η επιστολή, που υπενθυμίζω προηγείτο χρονικά ακόμα και της πρώτης αίτησης που καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς, συντάχθηκε κατόπιν διενέργειας χωρομετρικής εργασίας. Από τη μαρτυρία του ΑΠ προέκυψε - και το αποδέχομαι μια και παρέμεινε αναντίλεκτο - ότι η αίτηση καθορισμού συνόρου το έτος 2008 καταχωρίστηκε μετά την επίδικη επιστολή. Στον ίδιο ισχυρισμό στηρίχθηκε και ο 18ος λόγος έφεσης στον οποίο καταγράφεται ότι η Απόφαση του Διευθυντή δεν λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, όπως προωθήθηκε με την παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του ΧΜ. Για τους ίδιους λόγους που προανέφερα, αλλά και εν όψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας του ΧΜ, κρίνω ότι δεν καταδείχθηκε ότι η Απόφαση του Διευθυντή ήταν προϊόν μη επαρκούς ή δέουσας έρευνας, αλλά αντίθετα η Απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο της επιτακτικής υποχρέωσης του Διευθυντή να επιλύει συνοριακές διαφορές[7]. Εν όψει τούτου και οι δύο λόγοι απορρίπτονται. Οι λόγοι έφεσης 17Β, 17Γ και 17Δ δεν είναι ξεκάθαρο εάν πράγματι αποτελούν λόγους έφεσης. Με αυτούς τίθενται απλώς ως γεγονότα τα κατ' ισχυρισμό ευρήματα των υπαλλήλων του Τμήματος Κτηματολογίου και ότι εκδόθηκε Απόφαση επί της προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 401/2010 και τίποτε άλλο το οποίο να ομοιάζει με λόγο για τον οποίο οι Αιτητές παραπονούνται αναφορικά με την προσβαλλόμενη Απόφαση και συνεπώς δεν μπορώ παρά να τους απορρίψω. Καταλήγοντας, στη βάση της ανάλυσής μου πιο πάνω, κρίνω ότι ουδείς εκ των λόγων έφεσης ευσταθεί. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της πλευράς των Αιτητών επί των επίδικων ζητημάτων, αλλά και έχοντας αποδεχθεί και τη μαρτυρία των ΑΠ και ΣΣ ως αξιόπιστη, κρίνω ότι η πλευρά των Αιτητών δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που της αναλογούσε και δεν κατέδειξε ότι η Απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε κατά παράβαση των νομολογιακώς αναγνωρισμένων αρχών στη βάση των οποίων ο Διευθυντής ασκεί το εκ του Νόμου καθήκον του να επιλύει συνοριακές διαφοράς υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα, αλλά ούτε κατάφερε να αποδείξει ότι η χωρομετρική εργασία επί της οποίας η εν προσβαλλόμενη Απόφαση στηρίχθηκε, έπασχε είτε ως προς τον τύπο είτε ως προς την ουσία και κατά συνέπεια δεν απέδειξε ότι η ίδια η Απόφαση του Διευθυντή πάσχει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εν όψει της κατάληξής μου, κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζω αυτά υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Χαρίτου κ.α. ν. Σάββα κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 2535 [2] Βλ. Προκοπίου ν. Ryan κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982 και Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619 [3] Βλ. Αριστοτέλους ν. Χ¨Κυριάκου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100 [4] Βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1248, Κουντουρίδη κ.α. ν. Νικολάου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 412 και Είκοσι κ.α. ν. Αργυρίδη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1859 [5] Βλ. σελ. 580 - 581 του συγγράμματος «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τ. Ηλιάδης και Ν. Σάντης, Β' Έκδοση με αναφορά, μεταξύ άλλων στις αποφάσεις Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 814 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 [6] Βλ. Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749 [7] Βλ. Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 και Κωμοδρόμου ν. Κόκου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1442 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο