← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση: 62/2021,

Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση: 62/2021, 17/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 62/2021 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί -και- Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, άρθρο 80 -και- Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης, από τη Λευκωσία Αιτητής/Εφεσείων -και-

  1. Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
  2. Ορθοδοξίας Παπανδρέου (Α.Δ.Τ. 6..1), από τη Λεμεσό
  3. Πάρη Ονησιφόρου, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι ----------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 17/05/2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Εφεσείων: κα Ο. Λάμπρου για κ.κ. Μουαΐμης & Μουαΐμης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητη 1: κα Δ. Κουρουσίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητους 2 και 3: κα Δ. Βασιλείου-Κουτσαβάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η I. Η υπό κρίση Αίτηση/Έφεση:- Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση ο Αιτητής/Εφεσείων εξαιτείται από το Δικαστήριο Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η απόφαση/ειδοποίηση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 2/03/21 («η προσβαλλόμενη απόφαση»), καθώς και απόφαση με την οποία να κρίνονται ως αντισυνταγματικές οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ως ετροποποίηθηκε ένεκα παραβίασης των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Η υπό κρίση Αίτηση/Έφεση στηρίζεται στα άρθρα 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στα άρθρα 80, 81 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, ως έχει τροποποιηθεί, στους Κ. 5, 6, 7, 10 και 17 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Έγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός του 1956 ως ετροποποιήθηκε, στο άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 ως έχει τροποποιηθεί, στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, στα άρθρα 21, 22, 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί, καθώς και στην διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που στηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση, όπως προβάλλονται στο σώμα αυτής, αφορούν στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με βάση τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 («ο Νόμος»), ο οποίος παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Ειδικότερα όπως προβάλλεται: · Παρά την τροποποίηση του Νόμου για άρση της αντισυνταγματικότητας του, εντούτοις αυτή παραμένει, αφού με την εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου να άρει το εμπράγματο βάρος της Υποθήκης και να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι του αγοραστή επιβάλλεται στον Αιτητή/Εφεσείοντα αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς επί του δικαιώματος της ιδιοκτησίας του. · Ότι περιορίζεται και/ή απαλλοτριώνεται το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή/Εφεσείοντα ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 και/ή το δικαίωμα του να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτό χρέος και/ή τα συμβατικά του δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το άρθρο 23 του Συντάγματος. · Ότι η εφαρμογή των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου και συνεπακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούν παραβίαση και περιορισμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας χωρίς οποιονδήποτε λόγο που να τον δικαιολογεί και χωρίς να καταβληθεί προς τον Αιτητή/Εφεσείοντα οποιαδήποτε δίκαιη αποζημίωση. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόμενη στα υπό αναφορά άρθρα του Νόμου παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος, καθότι με την εφαρμογή των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ καταργείται η σύμβαση Υποθήκης και η σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τρόπο αντίθετο με την βούληση των συμβαλλομένων και υπάρχει παρέμβαση στις συμβατικές σχέσεις του Αιτητή/Εφεσείοντα με την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Επί του ιδίου ισχυρισμού παραβίασης υποστηρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα άρθρα στα οποία αυτή στηρίχθηκε επιτρέπεται στην Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του Αιτητή/Εφεσείοντα χωρίς αιτιολογία και παραγνωρίζονται οι πρόνοιες του άρθρου 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, ο οποίος προβλέπει ότι η κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου συνιστά εμπράγματο βάρος, το οποίο ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεση του και ο αγοραστής δύναται να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή το ποσό του ενυπόθηκου χρέους που αναλογεί στην σύμβαση. Όπως προβάλλεται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση στο προοίμιο του Ν. 118(Ι)/2019, ο οποίος τροποποίησε τον Νόμο γίνεται αναφορά στην προστασία χιλιάδων εγκλωβισμένων αγοραστών που ενήργησαν καλόπιστα και με συνέπεια έναντι της συμπαιγνίας των πιστωτικών ιδρυμάτων με τους πωλητές με την εγγραφή δεύτερης υποθήκης επί των ακινήτων, χωρίς όμως να δίδεται η οποιαδήποτε αιτιολογία γιατί θα πρέπει να εφαρμοστούν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου προς όφελος οποιουδήποτε αγοραστή, ο οποίος ενώ γνώριζε ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προχώρησε με την αγορά του ή προς όφελος πωλητή, ο οποίος προέβηκε στην πώληση του υποθηκευμένου ακινήτου εν αγνοία του τραπεζικού ιδρύματος και χωρίς να έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση της υποθήκης. Επίσης, προβάλλεται ότι στο υπό αναφορά προοίμιο δεν δίδεται η οποιαδήποτε αιτιολογία γιατί οι πρόνοιες του Νόμου υπερκεράζουν τις πρόνοιες του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του
  4. Στους καταληκτικούς λόγους της παρούσας αίτησης/έφεσης υποστηρίζεται η ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης ένεκα παράλειψης αναφοράς στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για απόρριψη της ένστασης του Αιτητή/Εφεσείοντα και στην απουσία αιτιολογίας, στην παράλειψη δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, καθότι ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 1 παραγνώρισε το γεγονός ότι η υποθήκη προς όφελος του Αιτητή/Εφεσείοντα προηγείτο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ότι η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 εξακολουθεί να οφείλει το ποσό του δανείου και ότι ο Αιτητής/Εφεσείων δεν είχε λάβει οποιοδήποτε ποσό έναντι της εξασφάλισης. Στον τελευταίο λόγο έφεσης υποστηρίζεται αόριστα η παράβαση της νομοθεσίας και των κανονισμών, του Συντάγματος , της φυσικής δικαιοσύνης και των αρχών της διάκρισης των εξουσιών. Στην ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Λαζάρου που στηρίζει την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση, ο οποίος ορκίζεται ότι είναι υπάλληλος του Αιτητή/Εφεσείοντα και επιφορτισμένος με την παρακολούθηση του λογαριασμού της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 («ένορκη δήλωση Λαζάρου») αναφέρονται τα εξής: · Ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 25/06/2002, την οποία παραθέτει ως Τεκ. Α, ο Αιτητής/Εφεσείων παραχώρησε στην Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 και στον Χ. Γ. δάνειο με αριθμό λογαριασμού ..-.. για το ποσό των Λ.Κ. ......- («το δάνειο»). · Ότι ως εξασφάλιση του δανείου η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 ενέγραψε προς όφελος του Αιτητή/Εφεσείοντα την υποθήκη Υ../.. ημερ. 25/06/02 (Τεκ. Β) επί όλου του συμφέροντος της επί του ½ μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής .. Φ/Σχ ../.., τεμάχιο .. στο χωριό Μ., τοποθεσία ......, στην Επαρχία Λεμεσού («η υποθήκη»). · Ότι ο μεταγενέστερος διαχωρισμός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής .. είχε ως αποτέλεσμα να προκύψουν νέα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/.., 0/.., 0/.., 0/.., 0/.., 0/.., 0/.., 0/.. και 0/.., ο οποίος αποτέλεσε και αντικείμενο ενημέρωσης του Αιτητή/Εφεσείοντα από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού (Τεκ. Γ), τα οποία και συνέχισαν να καλύπτονται από την υποθήκη. · Ότι η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 προέβηκε στην πώληση στον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3 των ακινήτων που καλύπτονταν από την υποθήκη, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 0/.. και 0/.. («τα επίδικα ακίνητα»), χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό του τιμήματος πώλησης προς τον Αιτητή/Εφεσείοντα, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να της αποσταλεί σχετική επιστολή ημερ. 20/07/2018 (Τεκ. Δ). · Ότι με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 9/12/2019 η συμφωνία πώλησης των επιδίκων ακινήτων (σ.σ. ημερ. 4/12/2002) κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με αρ. ΠΩΕ ../... · Ότι με επιστολή ημερ. 6/10/2020 ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 1 ενημέρωνε τον Αιτητή/Εφεσείοντα ότι για τα επίδικα ακίνητα καταχωρήθηκε, με αναφορά αγοραστή το όνομα του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3, η αίτηση με αριθμό ΑΕΑ ../.. δυνάμει του ΠΩΕ ../.. (Τεκ. Ε), ενώ στη συνέχεια του απέστειλε επιστολή τύπου «ΙΕ» ημερ. 5/01/21, με την οποία τον ενημέρωσε ότι προτίθεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 (Τεκ. ΣΤ»). · Ότι στις 28/01/2021 ο Αιτητής/Εφεσείων καταχώρησε ένσταση (Τεκ. Ζ) με την οποία ενημέρωνε τον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 1 ότι η υποθήκη καλύπτει το δάνειο και ότι από το προϊόν της πώλησης δεν κατατέθηκε κανένα ποσό. · Ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση (Τεκ. Η) ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 1 απέρριψε την ένσταση του Αιτητή/Εφεσείοντα με την αιτιολογία ότι οι μόνοι λόγοι για τους οποίους μπορεί να υποβληθεί τέτοια ένσταση είναι οι αναφερόμενοι στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου, ήτοι ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Στο Τεκ. Η αναφέρεται ότι επισυνάπτεται μέρος του αντιγράφου του αγοραπωλητήριου εγγράφου και απόδειξη ότι δεν έχει εκκρεμότητα προς τον Αιτητή/Εφεσείοντα, (σ.σ. Δικαστηρίου, το τελευταίο προφανώς εκ παραδρομής), αφού η απόδειξη φέρεται να εκδόθηκε με ημερ. 9/09/2009 από Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 προς εξόφληση. · Ότι στις 22/06/2018 καταχωρήθηκε από τον Αιτητή/Εφεσείοντα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2, του συνοφειλέτη και των εγγυητών στο δάνειο η αγωγή υπ' αριθμό 1350/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (αντίγραφο του κλητηρίου παρατίθεται ως Τεκ. Θ) στην οποία ζητείται, μεταξύ άλλων, διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. · Ότι σήμερα οφείλεται στον Αιτητή/Εφεσείοντα το ποσό των €...,.. πλέον τόκοι από 1/01/2021, ως η κατάσταση δανείου Τεκ. Ι. · Ότι τα ακίνητα που εξακολουθούν να είναι δεσμευμένα από την υποθήκη δεν καλύπτουν τις υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2, προσθέτοντας ότι υπάρχουν κατατεθειμένα μεταγενέστερα της υποθήκης αγοραπωλητήρια έγγραφα και υπάρχει δυνατότητα των αγοραστών να προχωρήσουν με παρόμοιες αιτήσεις, που θα είχε ως αποτέλεσμα ο Αιτητής/Εφεσείων να παραμείνει χωρίς εξασφάλιση και επισυνάπτει ως Τεκ. Κ αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερ. 19/03/2021, στην οποία εμφαίνονται οι αξίες των ακινήτων (σ.σ. και εκτός των επίδικων ακινήτων) για ολόκληρο το μερίδιο (σ.σ., η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 κατέχει το 1/2 αυτών). · Ότι με την μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων ο Αιτητής/Εφεσείων θα παραμείνει χωρίς επαρκή εξασφάλιση και θα απωλέσει τα δικαιώματα του εκ της υποθήκης χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ότι η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία ικανή να εξασφαλίσει το χρέος της. · Ότι η υποθήκη είναι προγενέστερη της συμφωνίας πώλησης των επίδικων ακινήτων, η οποία συνιστά εμπράγματο βάρος και ακολουθεί την σειρά προτεραιότητας της κατάθεσης της και ο Αιτητής/Εφεσείων προηγείτο ένεκα της υποθήκης στην ικανοποίηση της απαίτησης του σε περίπτωση εκποίησης των επιδίκων ακινήτων. Η ένορκη δήλωση Λαζάρου, κατά τα λοιπά αναπαράγει τους λόγους έφεσης όπως προβάλλονται στο σώμα της. II. Ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων:- Στην υπό κρίση Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκαν 3 ενστάσεις από έκαστο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο. ΙΙ.
  5. Ένσταση Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1:- Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1 προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), καθώς και ότι αυτή έχει ληφθεί μετά από δέουσα και ενδελεχή έρευνα εντός του πλαισίου του Νόμου. Επίσης, όπως προβάλλεται ως λόγος ένστασης, η αίτηση/έφεση είναι ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις αρχές της νομολογίας που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων, καθότι ο τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή και εφικτό τέτοιο έλεγχο, ήτοι ότι προβάλλονται αόριστες και γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και δεν προβάλλονται οι κρίσιμες διατάξεις του Νόμου σε αντιπαραβολή με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και δεν τεκμηριώνεται ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αντισυνταγματικές. Όπως εγείρεται εκ της ενστάσεως του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1, ουδέν περιουσιακό δικαίωμα του Αιτητή/Εφεσείοντα προσβάλλεται, καθώς και ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ο ίδιος από την σύσταση των εμπραγμάτων βαρών μέχρι σήμερα είναι καταχρηστική και προσβάλλει τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου
  6. Σε σχέση με τον ισχυρισμό παραβίασης του άρθρου 23 του Συντάγματος η ένσταση, πέραν της γενικής άρνησης, αντιτείνει ότι αν τεθεί ζήτημα τέτοιου περιορισμού ή επέμβασης, αυτός τίθεται για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό, ήτοι του αγοραστή ως η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23, ενώ η απουσία πρόνοιας για καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν καθιστά τις πρόνοιες του Νόμου αντισυνταγματικές. Επιπρόσθετα όπως τονίζεται, στην υπό κρίση αίτηση/έφεση δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο εκτίθεται σε οικονομική απώλεια η πλευρά του Αιτητή/Εφεσείοντα από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, όπως επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μειώνει την αξία της περιουσίας, επειδή υπάρχουν ακίνητα στα οποία μπορεί να γίνει μεταφορά της υποθήκης και επί τούτου υπάρχουν πρόνοιες στον Νόμο που επιτρέπουν στην Αιτήτρια να παραμείνει εξασφαλισμένη. Σε σχέση με την προβαλλόμενη υπό της αίτησης/έφεσης παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος υποστηρίζεται ότι δεν επηρεάζεται τέτοια ελευθερία σύναψης νόμιμης σύμβασης και ότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το άρθρο αυτό δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις παραμένουν σε ισχύ, ενώ οι τυχόν εκ του Νόμου περιορισμοί τίθενται προς προστασία των καλόπιστων τρίτων και/ή προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και/ή των οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων μεγάλου αριθμού πολιτών και/ή τίθενται προς προστασία από πρόσωπα, τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Εκ των τελευταίων λόγων ένστασης προβάλλεται ότι δεν νοείται έλεγχος της συνταγματικότητας νόμου μεταξύ δύο ίσης τυπικής ισχύος νομοθετημάτων, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Στην ένορκη δήλωση της Κτηματολογικής Λειτουργού του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού κας Κ. Μ. που υποστηρίζει την ένταση του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1 («ένορκη δήλωση Μιχαήλ») παρατίθενται τα γεγονότα της κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου των επίδικων ακινήτων με το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης ./.. (Τεκ. Α), της αίτησης ΑΕΑ ../.. (Τεκ. Β) και ότι το τίμημα της πώλησης είχε πλήρως εξοφληθεί από τον αγοραστή με την απόδειξη εξόφλησης να παρατίθεται ως Τεκ. Γ. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Μιχαήλ, αποστάληκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη οι ειδοποιήσεις τύπου ΔΕ278 και ότι ο Αιτητής/Εφεσείων υπέβαλε ένσταση (Τεκ. Ε) που είχε ως αποτέλεσμα ο Διευθυντής να του αποστείλει απαντητική επιστολή ημερ. 17/11/20 που εκ του περιεχομένου της φαίνεται ότι παρείχε πληροφόρηση αναφορικά με το δικαίωμα υποβολής ενστάσεως εντός 45 ημερών μετά που θα γινόταν ο έλεγχος για την πλήρωση των προϋποθέσεων (Τεκ. ΣΤ). Ακολούθως, όπως εξηγεί η ένορκη δήλωση Μιχαήλ, δια του Τεκ. Ζ ειδοποιήθηκε ο αγοραστής να προσκομίσει βεβαιώσεις καταβολής φόρων, το οποίο έπραξε προσκομίζοντας αποδείξεις (Τεκ. Η) και εν τέλει, με την εξέταση όλων των σχετικών στοιχείων, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της διαδικασίας από τον Διευθυντή, κάτι που οδήγησε στην αποστολή των σχετικών επιστολών Τύπου «ΙΕ» δια διπλοσυστημένου ταχυδρομείου στα επηρεαζόμενα πρόσωπα προς υποβολή ενστάσεως. Όπως παραθέτει, η ένσταση του Αιτητή/Εφεσείοντα απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης. Καταληκτικά, η ένορκη δήλωση Μιχαήλ αναπαράγει κάποιους από τους λόγους ένστασης και τονίζει ότι υπάρχουν πάρα πολλοί αγοραστές ακινήτων με κατατεθειμένα αγοραπωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο έχοντας εξοφλήσει το τίμημα αγοράς χωρίς όμως να εξασφαλίσουν τίτλους ιδιοκτησίας, προβάλλοντας ότι οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου περί εγκλωβισμένων αγοραστών παρέχουν προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές που τήρησαν τις υποχρεώσεις τους εκ της σύμβασης πώλησης, κάτι που προκύπτει και από την Αιτιολογική Έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 22/06/2015 που παραθέτει ως Τεκ. ΙΓ, καθώς και από το προοίμιο του τροποποιητικού νόμου. ΙΙ.
  7. Ένσταση Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2:- Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 προβάλλονται παρόμοιας φύσης λόγοι ένστασης όπως προβάλλονται στην Ειδοποίησης περί πρόθεσης Ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1 και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πέραν αυτών των λόγων ένστασης, προβάλλεται ότι ο Αιτητής/Εφεσείων εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση/έφεση λόγω του ότι ενώ είχε δεσμεύσει το ακίνητο με την υποθήκη γνώριζε ότι η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 προέβαινε σε διαχωρισμό του σε οικόπεδα με πρόθεση να τα πωλήσει, καθώς και ότι όταν πωλούσε τα επίδικα ακίνητα ο Αιτητής/Εφεσείων το γνώριζε και ουδέποτε ενήργησε για να μην τα αποξενώσει. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι ο Αιτητής/Εφεσείων ευθύνεται για την κακή τήρηση των λογαριασμών με την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 και για τα παρατραβήγματα των λογαριασμών, τα οποία επέτρεψε να γίνουν και ότι ουδέποτε έλαβε μέτρα για να εισπράξει και να εφαρμόσει τις συμβάσεις, παρά μόνο μετά από μεγάλη καθυστέρηση. Στη ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 που στηρίζει την ένσταση της γίνεται αναφορά στην σύναψη του δανείου και στη σύσταση της υποθήκης, όμως προβάλλεται ότι το δάνειο της παραχωρήθηκε επιπόλαια χωρίς ενδελεχή έλεγχο και επιμέλεια για το ακίνητο, αφού το ακίνητο αρ. εγγραφής .. εμπίπτει σε ζώνη προστασίας του περιβάλλοντος Ζ1, στην οποία σύμφωνα με την σχετική Δήλωση Πολιτικής δεν επιτρέπεται η οποιαδήποτε ανάπτυξη. Αρνείται δε το γεγονός της πώλησης των επίδικων ακινήτων χωρίς την καταβολή στον Αιτητή/Εφεσείοντα οποιουδήποτε ποσού και υποστηρίζει ότι ο Αιτητής/Εφεσείων γνώριζε για την πώληση τους στον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3, η οποία έγινε στις 4/12/2002 και ενεγράφη στο Κτηματολόγιο με το αρ. ΠΩΕ ../.. μετά την έκδοση του διατάγματος ημερ. 9/12/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης ./.. και δεν την εμπόδισε. Περαιτέρω, γίνονται παραδεκτά τα γεγονότα που επακολούθησαν της αίτησης ΑΕΑ ../.. και της αποστολής του Τύπου «ΙΕ» από τον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 1 στον Αιτητή/Εφεσείοντα και υποστηρίζει ότι ορθώς η ένσταση του απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως εξηγεί η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2, για την μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 3 της έχει καταβάλει πλήρως το τίμημα αγοράς ως η εξοφλητική απόδειξη, την οποία παραθέτει και προβάλλει ότι ο Αιτητής/Εφεσείων δεν δύναται να επικαλείται τα όσα υποστηρίζει και αφορούν στη σχέση του με την ίδια για ακυρώσει τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 στα επίδικα ακίνητα. Σε μια ειδικότερη αναφορά, η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 ισχυρίζεται ότι η εγκυρότητα και νομιμότητα της σύμβασης ημερ. 4/12/2002 κρίθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. ./.. με την έκδοση του διατάγματος ημερ. 9/12/2019, όπου διατάχθηκε η εγγραφή της συμφωνίας πώλησης των επίδικων ακινήτων για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Υποστηρίζει δε, ότι πολλοί από τους όρους του δανείου ήταν παράνομοι και αυθαίρετοι, ζητήματα που εγείρει στην Υπεράσπιση που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό ../.. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που καταχωρήθηκε εναντίον της. Κατά τα λοιπά, αρνείται όλα όσα προβάλλει ο Αιτητής/Εφεσείων κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και υποστηρίζει ότι αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, δεόντως αιτιολογημένη και ότι βασίζεται επί των ορθών και πραγματικών γεγονότων. ΙΙ.
  8. Ένσταση Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3:- Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 προβάλλονται παρόμοιοι λόγοι ένστασης ως αυτοί που προβάλλονται στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 με ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η υπό κρίση αίτηση σκοπεί στο να τον αποστερήσει από το θεμελιώδες του συνταγματικό δικαίωμα να απολαμβάνει την απρόσκοπτη χρήση και ιδιοκτησία του ως αγοραστής των επιδίκων ακινήτων. Περαιτέρω, όπως προβάλλεται, ο Αιτητής/Εφεσείων όφειλε να τερματίσει την συμβατική του σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 πριν την ψήφιση του τροποποιητικού Ν. 139(Ι)/2015 και ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση/έφεση είναι αντίθετη με το διάταγμα ημερ. 9/12/2019 που διατάχθηκε η εγγραφή της σύμβασης πώλησης των επίδικων ακινήτων, για την οποία προβάλλει ότι αποτελεί δεδικασμένο. Επίσης, σε μια περαιτέρω παράθεση λόγων ένστασης, ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 3 ισχυρίζεται ότι προέβηκε στην αγορά των επίδικων ακινήτων ως καλόπιστος τρίτος εξοφλώντας το τίμημα και ως τέτοιος προστατεύεται και επιρρίπτει ευθύνη για καθυστέρηση στον Αιτητή/Εφεσείοντα για το ότι έπρεπε να εφαρμόσει τους όρους των συμβάσεων με την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 για είσπραξη των ποσών που της δάνεισαν, προβάλλοντας επιπρόσθετα ισχυρισμούς περί παρανομίας της υποθήκης και των όρων του δανείου προς αυτή. Κατά τα λοιπά προβάλλεται η συνταγματικότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνταγματικότητα των προνοιών του Νόμου σύμφωνα με τον οποίο αυτή έχει ληφθεί, η λήψη της κατόπιν δέουσας έρευνας και το αιτιολογημένο της. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 αναπαράγονται οι λόγοι ένστασης και προβάλλονται σε μεγάλο βαθμό τα όσα παραθέτει στην δική της ένορκη δήλωση η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη
  9. Ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 3 επισυνάπτει ως τεκμήρια, μεταξύ άλλων, το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 4/12/2002, την εξοφλητική απόδειξη αγοράς των επίδικων ακινήτων, αντίγραφο του διατάγματος εγγραφής ημερ. 9/12/2019 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 283/2019 και αντίγραφο της αίτησης ΑΕΑ 12/
  10. Σε μια ειδικότερη αναφορά, ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 3 υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 δεν τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της υποθήκης επί των επίδικων ακινήτων, καθώς και ότι σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο δεσμεύτηκε να του το μεταβιβάσει ελεύθερο παντός βάρους, κάτι που υποστηρίζει ότι υιοθετήθηκε με την έκδοση του διατάγματος στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης ./. και θεωρεί ότι αυτό έκρινε και την εγκυρότητα/νομιμότητα της σύμβασης ημερ. 4/12/
  11. Όπως αναφέρει, για την εξόφληση της αγοράς των επίδικων ακινήτων εξασφάλισε δάνειο με υποθήκευση τεμαχίων του, το οποίο και εξόφλησε παραθέτοντας σχετικά επί τούτου ως τεκμήρια τη δήλωση υποθήκης και κατάσταση λογαριασμού, για να υποστηρίξει ότι ο Αιτητής/Εφεσείων κωλυσιέργησε στο να λάβει μέτρα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης
  12. Όπως τονίζει, έχει δικαίωμα ως εγκλωβισμένος αγοραστής να αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας επί των επίδικων ακινήτων, κάτι που επιλύουν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου ως επιτάσσει το δημόσιο συμφέρον και κατά συνέπεια ο Νόμος δύναται να περιορίσει ή να ρυθμίσει την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων των άρθρων 23 και 26 όπως τα επικαλείται ο Αιτητής/Εφεσείων. Κατά τα λοιπά αρνείται όλα όσα προβάλλει ο Αιτητής/Εφεσείων κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και υποστηρίζει ότι αυτή είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, δεόντως αιτιολογημένη και ότι βασίζεται επί των ορθών και πραγματικών γεγονότων. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης/έφεσης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων όπως παρατέθηκαν ανωτέρω και τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω οποιαδήποτε ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές, πλην του ότι όλες οι πλευρές υποστήριξαν μέσω των αγορεύσεων τους το έργο του Δικαστηρίου, το οποίο τις έλαβε δεόντως υπόψη του. III. Νομικό Πλαίσιο:- Η αίτηση ΑΕΑ ../.. του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 βασίστηκε στις πρόνοιες των άρθρων 44 ΙΘ επ. του Νόμου. Τα άρθρα αυτά εισήχθηκαν με σχετική τροποποίηση του Νόμου με τον Νόμο 139(Ι)/2015 και έχουν τροποποιηθεί κατά καιρούς με κυριότερη την τροποποίηση που εισήγαγε ο Ν. 118(Ι)/
  13. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΘ

(1), τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΙΗ, μεταβίβαση ακινήτου επ΄ονόματι του αγοραστή διενεργείται έπειτα από την υποβολή στον Διευθυντή αίτησης, μεταξύ άλλων, από τον αγοραστή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Σύμφωνα με το άρθρο 44Κ
(1), τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ και 44ΙΘ, ο Διευθυντής όταν υποβληθεί αίτηση προβαίνει σε εξέταση της και διερευνά αν (α) έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα της πώλησης και (β) υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Σε περίπτωση δε που δεν έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα πώλησης ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο "IΔ", με την οποία τον καλεί όπως εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης καταβάλει σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 44Κ
(3), αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 44ΙΘ παραμένει σε εκκρεμότητα μέχρι την υλοποίηση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1)σε περίπτωση κατά την οποία (α) δεν έχει καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα πώλησης σύμφωνα με το εδάφιο
(2)και (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Σε περίπτωση που τηρούνται οι προβλεπόμενες στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ προϋποθέσεις, ο Διευθυντής γνωστοποιεί εγγράφως στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση την καταχώρηση αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44ΙΘ, όπως και το γεγονός ότι η εξέταση της εν λόγω αίτησης έχει ολοκληρωθεί (άρθρο 44ΚΑΑ). Ακολούθως, σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΚΑ ο Διευθυντής μετά την πάροδο των τριάντα
(30)ημερών και αφού έχει εξετάσει οποιαδήποτε στοιχεία ενδεχομένως να έχουν τεθεί ενώπιόν του από τον αγοραστή, τον πωλητή, τον ενυπόθηκο δανειστή και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, γνωστοποιεί στον εν λόγω αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση με έγγραφη ειδοποίηση κατά τον τύπο "ΙΕ", την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης (άρθρο 44ΚΒ
(1)), καθώς και ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου (άρθρο 44ΚΒ
(2)). Τέτοια ένσταση μπορεί να βασιστεί μόνο στο ότι (α) δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου και σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή, σε ενάντια περίπτωση προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το εδάφιο
(2). Συμφώνως της παραγράφου 4 του άρθρου 44ΚΒ, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε τέτοια περίπτωση ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή. Ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση. Αντίθετα, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2). Στην παράγραφο 7 του άρθρου 44ΚΒ προβλέπεται η δυνατότητα μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ακίνητη περιουσία άλλων προσώπων ως αυτά καθορίζονται στα εδάφια (α) και (β). Σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ
(8)σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της υποβληθείσας δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω άρθρου ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, την οποία κοινοποιεί στο ενιστάμενο πρόσωπο και στον αγοραστή, με την οποία πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του, καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου, εκτός εάν, εντός χρονικού διαστήματος τριάντα
(30)ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης προσκομίσει εκδοθέν δικαστικό διάταγμα που να απογορεύει τη μεταβίβαση του ακινήτου. Στο άρθρο 44ΚΓ
(1)προνοείται ότι ο Διευθυντής επιδίδει στον αγοραστή και στον πωλητή έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «IΣΤ» και τον Τύπο «ΙΖ», αντίστοιχα, την οποία κοινοποιεί στον ενυπόθηκο δανειστή και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος και/ή απαγόρευση, με την οποία τους καλεί όπως εντός εξήντα
(60)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προβούν στη μεταβίβαση του ακινήτου, κάτι που τηρουμένου κάποιων άλλων προϋποθέσεων που δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν, απολήγει στην διαγραφή από το Διευθυντή πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή υφιστάμενης επί του ακινήτου υποθήκης, άλλου εμπράγματου βάρος ή απαγόρευσης. IV. Εξέταση των λόγων της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης:- Τα γεγονότα όπως παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση όσο και τις Ενστάσεις σε αυτή των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων, αναφορικά με την συμφωνία δανείου, την υποθήκη, την κατάθεση του αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ. 4/12/2002 στο Κτηματολόγιο δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 9/12/2019 (ΠΩΕ ../..), την υποβολή της αίτησης ΑΕΑ ../.. εγκλωβισμένου αγοραστή από τον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3, την αποστολή της ειδοποίησης τύπος «ΙΕ» στον Αιτητή/Εφεσείοντα, την υποβολή και απόρριψη της ένστασης που υπέβαλε για τους λόγους που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη πράξη, δεν αμφισβητούνται. IV.1. Το ζήτημα της εξειδίκευσης των λόγων αντισυνταγματικότητας:- Πριν όμως προχωρήσω στην εξέταση των λόγων της αίτησης/έφεσης θεωρώ ότι θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο ο λόγος ένστασης που προβάλλεται από τους Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητους και αφορά στην μη επαρκή εξειδίκευση των λόγων αντισυνταγματικότητας που εγείρει η πλευρά του Αιτητή/Εφεσείοντα. Πράγματι στην υπόθεση Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α. Πολ. Έφ. 429/2011 ημερ. 06/12/2017 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αχιλλέως κ.α. ν. Πιτταρά κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1590, 1602, η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλ. Κούρτης κ.α. ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1999)3 ΑΑΔ 408, Μαυρομμάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 910 και Κυπριανού κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 8.». Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640 ισχύει το τεκμήριο συνταγματικότητας κάθε νομοθετήματος, το οποίο ανατρέπεται μόνο όταν αποσείσει το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ο διάδικος που ισχυρίζεται την αντισυνταγματικότητα. Όπως έχει αποφασιστεί, η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό (βλ. Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315). Όπως πολύ ορθά λέχθηκε στην απόφαση ημερ. 07/11/2016 της Έντιμης κ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην Αίτηση/Έφεση 195/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Κουνούνα κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου: «Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως». Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση/έφεση και τους λόγους που προβάλλονται παρατηρώ ότι αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί παραβίασης των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος γίνεται συγκεκριμένη επεξήγηση των λόγων που αυτοί εγείρονται. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του άρθρων 44ΙΘ-44ΚΒ του Νόμου, δηλαδή στην διαδικασία που περιγράφεται ανωτέρω και η οποία αρχίζει με την υποβληθείσα αίτηση «απεγκλωβισμού» και απολήγει στην απόφαση του Διευθυντή, νοουμένου βέβαια ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, να προχωρήσει στη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου. Ειδικότερα, οι λόγοι για τους οποίους προβάλλονται ότι οι πρόνοιες αυτές είναι αντισυνταγματικές, για μεν το άρθρο 23 του Συντάγματος εμφαίνονται στους λόγους έφεσης υπό (β)(i), (
  1. ii)και (iii) της υπό κρίση αίτησης/έφεσης, για δε το άρθρο 26 του Συντάγματος στους λόγους έφεσης υπό (γ)(i), (
  2. ii)και (iii). Περαιτέρω, γίνεται ειδικότερη αναφορά στο ότι η όποια αναφορά περί προστασίας χιλιάδων εγκλωβισμένων αγοραστών στο προοίμιο του Ν. 118(Ι)/2019, ο οποίος τροποποίησε τον Νόμο, οι οποίοι ενήργησαν με συνέπεια και καλόπιστα έναντι στην συμπαιγνία των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν αιτιολογεί γιατί θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου προς όφελος κάθε αγοραστή που εν γνώσει της υποθήκης προέβαινε στην αγορά του ακινήτου από πωλητή εν αγνοία του τραπεζικού ιδρύματος. Επίσης, προβάλλεται συγκεκριμένα ότι δεν δίδεται αιτιολογία γιατί οι πρόνοιες του Νόμου υπερκεράζουν τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011. Όλες αυτές οι αναφορές κρίνονται επαρκείς για να δυνηθεί το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τα όσα εγείρονται στην υπό κρίση αίτηση/έφεση περί αντισυνταγματικότητας της προσβαλλόμενης απόφασης και των άρθρων του Νόμου επί των οποίων αυτή στηρίζεται. Ο λόγος αίτησης/έφεσης όπως παρατίθεται στην παράγραφο (ζ) και αφορά στην παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών ως ζήτημα αντισυνταγματικότητας των υπό αναφορά άρθρων δεν εξειδικεύεται ούτε και αιτιολογείται. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν δύναται να τον εξετάσει. IV.2. Ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου με την έκδοση του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 283/2019:- Σε μια ιδιαίτερη αναφορά ως λόγο ένστασης η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 προβάλλει ότι η νομιμότητα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4/12/2002 κρίθηκε με την έκδοση του διατάγματος ημερ. 9/12/2019 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 283/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ενώ η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3 προβάλλει ότι εκ του λόγου αυτού έχει προκύψει δεδικασμένο που καθιστά καταχρηστική την υπό κρίση αίτηση/έφεση και έκθετη σε απόρριψη. Σχετικό είναι το Τεκ. Γ που παρέθεσε στην ένορκη του δήλωση, ήτοι το αντίγραφο του διατάγματος, με το οποίο επιτρέπεται η εκπρόθεσμη καταχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4/12/2002 και διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός να προβεί στην καταχώρηση του έναντι της αγοράς των τεμαχίων αρ. εγγραφής 0/5909 και 0/5910 που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι τόσο της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 όσο και του Κ. Ι. Κ.. Αυτά μόνο μπορεί να διαπιστώσει το Δικαστήριο εκ του λεκτικού του διατάγματος ημερ. 9/12/2019, αφού δεν έχει παρατεθεί οτιδήποτε άλλο αναφορικά με το περιεχόμενο της Γενικής Αίτησης ./... Επίσης, παρατηρώ εκ του περιεχομένου του διατάγματος ημερ. 9/12/2019 ότι η Γενική Αίτηση ./.. επιδόθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και στους Καθ' ων η Αίτηση/πωλητές, ήτοι στην Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 και στον Κώστα Ιακώβου Κυριάκου, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και όχι στους Αιτητές/Εφεσείοντες ως ενυπόθηκοι δανειστές, οι οποίοι δεν έλαβαν γνώση της διαδικασίας και δεν είχαν την ευκαιρία να ακουστούν. Περαιτέρω, το διάταγμα ημερ. 9/12/2019 δεν αφορά σε διαταγή ειδικής εκτέλεσης, δηλαδή ως προνοείται στον Ν. 81(Ι)/2011 ως ετροποποιήθηκε την κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου εκτέλεση υποχρεώσεων που πηγάζουν από σύμβαση περιλαμβανομένης της εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης, σε σχέση με την οποία τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου, αλλά απλώς διατάσσει τον αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού όπως καταχωρήσει και εγγράψει στο μητρώο το αγοραπωλητηρίο έγγραφο. Το διάταγμα επιτρέπει την εκπρόθεσμη καταχώρηση παρά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας απευθυνόμενο προς τον σκοπό αυτό στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού για να παραχθούν τα αποτελέσματα που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 12 του Ν. 81(Ι)/2011 ως ετροποποιήθηκε και τίποτα περισσότερο. Ειδικότερα, με το διάταγμα ημερ. 9/12/2019 το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 4/12/2002 αποτελεί εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο του και ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή του (άρθρο 5
(1)του Ν. 81(Ι)/2011 ως ετροποποιήθηκε), δηλαδή έπεται της υποθήκης προς όφελος του Αιτητή/Εφεσείοντα. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης που εδράζεται σε ισχυρισμό περί δεδικασμένου εκ της έκδοσης του διατάγματος ημερ. 9/12/2019 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 283/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού απορρίπτεται. IV.
  1. Ο ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 23 του Συντάγματος:- H σχετική πρόνοια του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αναφέρονται στην προστασία της «ιδιοκτησίας» και «περιουσίας/ιδιοκτησίας» αντίστοιχα. Όπως διαλαμβάνει το άρθρο 23 του Συντάγματος: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.». Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» Το κρίσιμο ερώτημα που καλείται να απαντήσει αρχικά το Δικαστήριο είναι αν η υποθήκη και τα δικαιώματα που δημιουργούνται εκ της σύστασής της, ήτοι το εμπράγματος βάρος με τις νομικές του προεκτάσεις/συνέπειες, αποτελούν ιδιοκτησία, η οποία εμπίπτει στην προστασία του υπό αναφορά άρθρου του Συντάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η περιουσία αποτελεί δικαίωμα με αυτόνομο περιεχόμενο και σε αυτή περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, καλυπτόμενα κατά τον τρόπο αυτό και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα (βλ. Πλήρης Ολομέλεια στην Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., αρ. υπόθεσης 1480/2011, ημερ. 11/06/14). Όπως υποστηρίζεται, η έννοια της περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 1 δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων, αλλά περιλαμβάνει ακίνητα, κινητά, μετοχές, προνόμια ευρεσιτεχνίας, συμβατικά δικαιώματα περιλαμβανομένων ενοικιάσεων και δικαστικών αποφάσεων (βλ. Α.Ν. Λοίζου, Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2001, σελ. 139). Εκ των όσων αρχών παρατέθηκαν ανωτέρω γίνεται φανερό ότι η υποθήκη που συστάθηκε προς όφελος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και το εμπράγματο βάρος που αυτή δημιούργησε προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 εκ του δανείου αποτελούν ιδιοκτησία εντός της έννοιας του άρθρου 23 του Συντάγματος. Το κατά πόσο με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία λήφθηκε κατ' εφαρμογή των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου επήλθε στέρηση ή περιορισμός, ενόψει των διαφορετικών προνοιών επί τούτου στο άρθρο 23 του Συντάγματος, εκ της νομολογίας γίνεται ξεκάθαρος ο διαχωρισμός των δύο περιπτώσεων, όπως αποτυπώνεται στο κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alonia (Yeri) Properties Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επάρχου Λευκωσίας κ.α.
(1989)3 ΑΑΔ 1538 με παραπομπή στην Simonis and Another v. Improvement Board of Latsia
(1984)3 C.L.R. 109: «Ως προς την ειδοποιό διαφορά του περιορισμού και της στέρησης, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής αναφέρει στην υπόθεση Simonis and Another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3 (A) C.L.R. στις σελίδες 115 και 116: "... To deprive means to take away a right or thing, whereas to limit means to curtail or cut down a right or thing. If the curtailment is so extensive as to virtually obliterate the right or thing, it can properly be regarded as an act of deprivation; otherwise it is a limitation". (Σε πρόχειρη μετάφραση) "... To να αποστερήσεις σημαίνει να αφαιρέσεις από κάποιον ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο ενώ το να περιορίσεις σημαίνει να περικόψεις ή να μειώσεις ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο. Εάν η αποκοπή είναι τέτοιας έκτασης, ώστε ουσιαστικά να καταργεί το δικαίωμα ή το περιουσιακό στοιχείο, τότε δικαιωματικά μπορεί να θεωρηθεί σαν πράξη αποστέρησης, διαφορετικά πρόκειται για περιορισμό".». Αυτό που γίνεται φανερό από την Simonis είναι ότι από την μια η στέρηση δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου σημαίνει την αφαίρεση του, όπως επίσης η αποκοπή του σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά αυτό να καταργείται. Από την άλλη, περιορισμός υφίσταται όταν ένα δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο περικόπτεται ή μειώνεται όχι όμως στην έκταση που αυτό να καταργείται. Στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 A.A.Δ. 85 λέχθηκε ότι όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση, ενώ οι περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρησή της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή για το σκοπό για τον οποίο εξ αντικειμένου προορίζεται. Στην Kαναρά Pεβέκκα Xρ. ν. Xρυσούλλας Aντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 ΑΑΔ 801 τονίστηκε ότι μόνο με την διαδικασία απαλλοτρίωσης χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως επίσης και ότι περιορισμός σε αυτή μπορεί να επιβληθεί υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 παρ. 3 του Συντάγματος. Επανερχόμενος στα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης/έφεσης ενόψει των παραδεκτών και αναντίλεκτων γεγονότων αυτό που προκύπτει είναι ότι η υποθήκη ενεγράφη προς όφελος του Αιτητή/Εφεσειόντα στις 25/06/02 αρχικά επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2769 και εν συνεχεία ένεκα του διαχωρισμού του στα τεμάχια που προέκυψαν, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ακίνητα. Με το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 9/12/2019 η συμφωνία πώλησης των επιδίκων ακινήτων κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με αρ. ΠΩΕ ../.., όμως η υποθήκη προηγείται του εμπράγματου βάρους που δημιούργησε η κατάθεση και η οποία σήμερα εξασφαλίζει το ποσό των €237.007,32 πλέον τόκους από 1/01/2021, η οποία βέβαια αποτελεί αντικείμενο της υπ' αριθμό ../.. αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και προβάλλονται σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 διάφορες υπερασπίσεις, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η υποθήκη υφίσταται ως εμπράγματο βάρος εγγεγραμμένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και καλύπτει κατά προτεραιότητα τις απαιτήσεις του Αιτητή/Εφεσείοντα εκ του δανείου έναντι πάσης ετέρας οφειλής και υποχρεώσεως του ενυποθήκου οφειλέτου ή του εκάστοτε κυρίου σύμφωνα με τα όσα προβλέπει ως τέτοια συνέπεια η αποδοχή της δήλωσης υποθήκης από τον αρμόδιο Κτηματολόγο σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου (Τεκ. Β της ένορκης δήλωσης Λαζάρου). Στον όρο 7 του Εγγράφου Δανείου (Τεκ. Α της ένορκης δήλωσης Λαζάρου) προβλέπεται ρητώς ότι δεν επιτρέπεται, η πώληση, ενοικίαση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή άλλως πως δέσμευση των ενυπόθηκων κτημάτων ή οποιουδήποτε συμφέροντος από αυτά, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του Εφεσείοντα/Αιτητή. Περαιτέρω, στην υποθήκη δηλώνεται ότι αυτή συστήνεται για καλύτερη εξασφάλιση πληρωμής του δανείου, τόκων και εξόδων, καθώς και για την λήψη οποιουδήποτε νόμιμου μέτρου. Κάτι τέτοιο (σ.σ. η πληρωμή) δεν προκύπτει ότι έχει γίνει και με την προσβαλλόμενη απόφαση ο Διευθυντής αποφασίζει την μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στον Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3 και απαλλαγή τους από το εμπράγματο βάρος της υποθήκης, ήτοι την ολοκληρωτική εξάλειψη του περιουσιακού δικαιώματος του Αιτητή/Εφεσείοντα και του δικαιώματος του που προκύπτει από αυτό να προβεί στην πώληση των επίδικων ακινήτων προς ικανοποίηση των απαιτήσεων του. Κατ' ουσία, με το δικαίωμα που παρέχουν τα άρθρα στα οποία βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν περιορίζεται απλά το περιουσιακό δικαίωμα του Αιτητή/Εφεσείοντα και η άσκηση των όσων δικαιωμάτων εκπηγάζουν από αυτό, όπως καθορίζεται στην συμφωνία υποθήκης και έγγραφο δανείου, αλλά το ακυρώνουν πλήρως, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να ακυρώνεται και η όποια χρήση του για τους σκοπούς για τους οποίους αυτό συστάθηκε, άνευ της οποιαδήποτε αποζημίωσης ή ανταλλάγματος. Το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 44ΚΒ
(4)στον ενυπόθηκο δανειστή να προβεί σε αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 δεν κρίνεται ότι αποτελεί τέτοια ικανοποιητική αποζημίωση, ενώ ο ισχυρισμός του Αιτητή/Εφεσείοντα περί ανυπαρξίας άλλης ικανοποιητικής ακίνητης περιουσίας για εξασφάλιση του δανείου απλά προσέκρουσε σε μία γενική και αόριστη άρνηση του στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2, χωρίς να προβάλλεται οτιδήποτε συγκεκριμένα περί τούτου. Εν πάση περιπτώσει, η πρόνοια περί δυνατότητας μεταφοράς της υποθήκης σε άλλη ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 δεν κρίνεται ως ικανοποιητικό μέτρο αποζημίωσης, αφού πέραν του γεγονότος ότι δεν έχουν παρασχεθεί λεπτομέρειες τέτοιας περιουσίας, ουδείς μπορεί να γνωρίζει ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η περιουσία και ποια η αναλογική της αξία προς το αντικείμενο της υποθήκης και κατά πόσο έχει τις ίδιες αναλογικά δυνατότητες εκποίησης προς ικανοποίηση των αξιώσεων του Αιτητή/Εφεσείοντα. Το γεγονός που προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 3 ότι δεν γνώριζε περί της ύπαρξης της υποθήκης στα επίδικα ακίνητα δεν μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο και να τεθεί στην εξίσωση της δικανικής του κρίσης καθότι, όπως έχει αποφασιστεί ο καλόπιστος αγοραστής οφείλει να καταβάλει εύλογη φροντίδα και να προβεί στη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας (βλ. Τσιάρτας Ανδρέας και Άλλος ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1 ΑΑΔ 1523). Ως εκ τούτου, ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 3 δεν δύναται να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό, ενόψει της δυνατότητας που είχε να προβεί σε έρευνα ακινήτου ιδιοκτησίας αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα. Πόσο μάλλον, ότι επιχειρεί να εισαγάγει επιχείρημα περί παράλειψης της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 να τον ενημερώσει για την ύπαρξη της υποθήκης, ήτοι να προβάλει ένα ισχυρισμό που αφορά την μεταξύ των δύο σύμβαση πώλησης των επιδίκων ακινήτων για να δικαιολογήσει και να εδράσει το δικαίωμα που του δίδει η προσβαλλόμενη απόφαση έναντι τρίτου όπως είναι ο Αιτητής/Εφεσείων. Το άρθρο 51 Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως ίσχυε τότε ρητά παρείχε και παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στα Μητρώα του Κτηματολογίου, ώστε να διερευνηθεί κατά πόσο υπήρχαν εμπράγματα βάρη επί του ακινήτου, σε οποιοδήποτε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο», όρος στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και συμπεριλαμβάνεται και ο προτιθέμενος αγοραστής. Τέτοια αποστέρηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε επί τη βάση του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει της εμφανούς στην προκείμενη περίπτωση δυσαναλογίας μέσου και σκοπού. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 50 της υπόθεσης James and Others v. UK, application 8793/1979, απόφαση ημερ. 21/2/1986: «50. This, however, does not settle the issue. Not only must a measure depriving a person of his property pursue, on the facts as well as in principle, a legitimate aim "in the public interest", but there must also be a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be realised (see, amongst others, and mutatis mutandis, the above-mentioned Ashingdane judgment, Series A no. 93, pp. 24-25, para. 57). This latter requirement was expressed in other terms in the Sporrong and Lönnroth judgment by the notion of the "fair balance" that must be struck between the demands of the general interest of the community and the requirements of the protection of the individual's fundamental rights (Series A no. 52, p. 26, para. 69). The requisite balance will not be found if the person concerned has had to bear "an individual and excessive burden" (ibid., p. 28, para. 73). Although the Court was speaking in that judgment in the context of the general rule of peaceful enjoyment of property enunciated in the first sentence of the first paragraph, it pointed out that "the search for this balance is ... reflected in the structure of Article 1 (P1-1)" as a whole (ibid., p. 26, para. 69). It was the applicants' contention that the leasehold reform legislation does not satisfy these conditions. In their submission, even assuming there to be a social injustice, the means chosen to cure it were so inappropriate or disproportionate as to take the legislature's decision outside the margin of appreciation. The Court considers that a measure must be both appropriate for achieving its aim and not disproportionate thereto. Whether this was so on the facts will be examined below when dealing with the applicants' various arguments.». Για το ζήτημα της αποζημίωσης στην προκείμενη περίπτωση στην James, ανωτέρω ξεκαθαρίστηκε ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια δίκαιη εξισορρόπηση συμφερόντων (παράγραφος 54): «Clearly, compensation terms are material to the assessment whether the contested legislation respects a fair balance between the various interests at stake and, notably, whether it does not impose a disproportionate burden on the applicants (see the above-mentioned Sporrong and Lönnroth judgment, Series A no. 52, pp. 26 and 28, paras. 69 and 73).». Στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επέρχεται περιορισμός στο δικαίωμα ιδιοκτησίας του Αιτητή/Εφεσείοντα η κρίση του Δικαστηρίου παραμένει η ίδια ως εξηγείται ακολούθως. Γενικότερα για τα ζητήματα περιορισμών θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως χαρακτηριστικά παρατίθεται στο σύγγραμμα του καθηγητή Κ. Κόμπου, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεωρία, Οργάνωση και Πράξη, 2021, σελ. 288-289: «Η νομολογία έχει κρίνει ότι ο περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα και τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος και στον βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει. Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή, αλλά να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου.» Το άρθρο 23
(3)του Συντάγματος επιτρέπει την εισαγωγή περιορισμών στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Τέτοιοι όροι μπορούν να επιβληθούν «[.] διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων.». Επίσης σημαντική είναι η πρόβλεψη του β' εδαφίου της ίδιας παραγράφου σύμφωνα με την οποία «[.] διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.». Στην προκείμενη περίπτωση δεν προκύπτει να έχει καταβληθεί η οποιαδήποτε αποζημίωση ή ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό με κάποιο τρόπο. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο περιορισμός ο οποίος ενδεχόμενα να θεωρηθεί ότι έχει επιβληθεί στην ιδιοκτησία του Αιτητή/Εφεσείοντα θα πρέπει να καλύπτεται από τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα, να κρίνεται αναγκαίος και στο βαθμό που η ανάγκη επιβολής του καθορίζει, τέτοια ανάγκη να αποτελεί πιεστική κοινωνική ανάγκη και να διαπιστώνεται η φύση της στις πρόνοιες του νόμου και την αιτιολογική του έκθεση (βλ. Μαρία Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., απόφαση ημερ. 7/10/14, ECLI:CY:AD:2014:C748). Ειδικότερα, σε σχέση με τον προβαλλόμενο υπό των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων ισχυρισμών ότι τίθεται περιορισμός για την προστασία των δικαιωμάτων των τρίτων, το κάτωθι απόσπασμα της Γνωμάτευσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (αρ. 2)
(2000)3 ΑΑΔ 238 σε μια παρεμφερή αναφορά είναι χαρακτηριστικό (υπογραμμίσεις δικές μου): «Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D. J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. Όμοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α ) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ' αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στο νόμο δε γίνεται επίκληση οποιωνδήποτε γεγονότων, που να στοιχειοθετούν την ανάγκη, ή γεγονότων, που να εκθέτουν τους κινδύνους που διατρέχει η συνταγματική τάξη, η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η δημόσια υγεία, τα δημόσια ήθη ή τα δικαιώματα τρίτων, στην απουσία των περιορισμών ή επεμβάσεων που προβλέπει ο νόμος. Τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται η Βουλή, μπορεί να εκτεθούν στο προοίμιο του νόμου, όπως και η ανάγκη, η οποία προκύπτει, προς περιορισμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή επέμβαση σ' αυτά. Ούτε έχει γίνει επίκληση οποιουδήποτε γεγονότος, παγκοίνως γνωστού, σε βαθμό που να καθίσταται παραδεκτή η διαπίστωση της ύπαρξής του χωρίς τεκμηρίωση (δικαστική γνώση).». Δεν προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση που παρατίθεται ως τεκμήριο ΙΓ της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την Ένταση του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1, με το οποίο θεσπίστηκε ο Ν. 139(Ι)/2015 και εισήχθη το νομικό πλαίσιο για την προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών, ότι υπάρχει αυτή η συσχέτιση περιορισμού των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των ενυπόθηκων δανειστών με τους κινδύνους στα δικαιώματα των εγκλωβισμένων αγοραστών, ώστε να διαπιστώνεται και η απαραίτητη αναλογικότητα περιορισμού-ανάγκης. Απλά γίνεται αναφορά σε επίλυση του προβλήματος που υπάρχει με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Κάτι τέτοιο δεν δείχνει από μόνο του ότι υπήρξε η οποιαδήποτε εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας που θα δικαιολογούσε τον περιορισμό, σε περίπτωση πάντα που ήθελε θεωρηθεί τέτοιος και όχι πλήρης αποστέρηση. Απλά και μόνο πέραν της οποιασδήποτε λήψης υπόψη των συμφερόντων των ενυπόθηκων δανειστών επιλέγεται η προστασία των αγοραστών γιατί εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τους πωλητές, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι όφειλαν οι ίδιοι να είχαν ενημερωθεί και ερευνήσει για τυχόν εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που προηγούνται του εμπράγματου βάρους που συστήνεται με την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, το οποίο έπεται σε σειρά προτεραιότητας των δικαιωμάτων που δημιουργεί η υποθήκη του ενυπόθηκου δανειστή, τα δικαιώματα του οποίου παραγνωρίζονται. Ούτε και κρίνω ότι η μεταγενέστερη τροποποίηση που εισήχθη δια του Ν. 118(Ι)/2019 έχει αλλάξει οτιδήποτε περί τούτου. Στην υπό αναφορά τροποποίηση εισάγεται προοίμιο εκ των υστέρων στον Νόμο Ν. 139(Ι)/2015, με τον οποίο γίνεται αναφορά σε πιεστική κοινωνική ανάγκη για εγκαθίδρυση αποτελεσματικού μηχανισμού προστασίας χιλιάδων εγκλωβισμένων αγοραστών και απεγκλωβισμού τους από ουσιαστικά αθέμιτες πρακτικές πιστωτικών ιδρυμάτων και των ίδιων των πωλητών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα αγοραστές που αποδεδειγμένα ενήργησαν με συνέπεια και καλή πίστη, εκπληρώνοντας στο ακέραιο και/ή στο μεγαλύτερο βαθμό όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις να έχουν βρεθεί σε εξαιρετικά δυσμενή θέση χωρίς ουσιαστική προστασία, κάτι που δημιούργησε μείζονα κοινωνικό πρόβλημα, αλλά και πρόβλημα σε αλλοδαπούς αγοραστές, πλήττοντας την Δημοκρατία ως αξιόπιστο οικονομικό κέντρο και εκθέτοντας την και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου βρίσκεται αντιμέτωπη με ισχυρισμούς περί αποφυγής εφαρμογής της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και σε κατηγορίες για αναποτελεσματικότητα του κράτους. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στο ότι αναγνωρίζεται και η ανάγκη εξισορρόπησης όλων των συμφερόντων όπως και διασφάλισης όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων όλων των εμπλεκόμενων μερών, ήτοι αφενός του καλόπιστου αγοραστή και αφετέρου τόσο του πωλητή όσο και του ενυπόθηκου δανειστή, κατά τρόπο που ο πυρήνας συγκεκριμένων συνταγματικών δικαιωμάτων να μην επηρεάζεται και/ή εκμηδενίζεται. Ακόμη τονίζεται ότι αυτό επιβάλλεται να γίνει για λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποκατάστασης της αξιοπιστίας της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Αρχίζοντας από την τελευταία αναφορά παρατηρώ ότι η προβολή της θέσης ότι επιτρέπονται περιορισμοί στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας για λόγους δημοσίου συμφέροντος δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, καθότι στο άρθρο 23
(3)του Συντάγματος δεν συγκαταλέγεται τέτοιος επιτρεπτός περιορισμός. Χωρίς να επιθυμώ να επισημάνω και να τονίσω το ενδεχόμενα προβληματικό του τρόπου που εκ των υστέρων προστίθεται τέτοια εισαγωγή προοιμίου σε νομοθετικό καθεστώς που ισχύει εκ των προτέρων, μετά τον κατασταλτικό έλεγχο που έχουν προβεί με πολλές αποφάσεις τους άλλοι αδελφοί Δικαστές, στις επισημάνσεις των οποίων το νομοθετικό σώμα κρίνει ότι θα πρέπει να ανταποκριθεί με την εισαγωγή τεκμηρίωσης της παρέμβασης του στα συνταγματικά δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών, κρίνω ότι το προοίμιο αυτό δεν έχει προσθέσει το οτιδήποτε για να αλλάξει την θέση του Δικαστηρίου ότι η ανάγκη, η οποία ξεκάθαρα καταγράφηκε, όχι μόνο πρέπει να τεκμηριώνεται, αλλά και να γίνεται ρύθμιση ανάλογη προς την ανάγκη. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ακόμη και μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 118(Ι)/2019 με τον οποίο προστέθηκε, μεταξύ άλλων, η καταγραφή της κοινωνικής ανάγκης που επιλύεται δια της διαδικασίας απεγκλωβισμού των εγκλωβισμένων αγοραστών, υπό το καθεστώς του οποίου ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει να έχει γίνει η οποιαδήποτε εξισορρόπηση των δικαιωμάτων όλων των πλευρών, ήτοι του πωλητή, του αγοραστή και του ενυπόθηκου δανειστή, απεναντίας το ετεροβαρές της ρύθμισης και η πλήρης παραγνώριση των δικαιωμάτων των ενυπόθηκων δανειστών, στην προκείμενη περίπτωση του Αιτητή/Εφεσείοντα, παραμένει και τα όσα διατείνεται το προοίμιο περί τούτου γράμμα κενό. Σε μια τελευταία περί τούτου επισήμανση, αυτό που προκύπτει είναι ότι η παράθεση της αναφοράς σε καλόπιστο αγοραστή δεν βρίσκει πρακτική εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί σε προηγούμενο μέρος της παρούσας απόφασης, αλλά ούτε και διαπιστώνεται ότι ο Νόμος εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση αυτών, αλλά καθολικά, αυθαίρετα και αδιάκριτα. Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει κρίνω ότι τα άρθρα 44ΙΘ-44ΚΒ του Νόμου και κατ' επέκταση η προσβαλλόμενη απόφαση που έχει ληφθεί εδραζόμενη σε αυτά παραβιάζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το άρθρο 23 του Συντάγματος. IV.4. Ο ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 26 του Συντάγματος:- To άρθρο 26 του Συντάγματος προστατεύει την «ελευθερία του συμβάλλεσθαι», προβλέποντας παράλληλα την δυνατότητα περιορισμών. Ειδικότερα αυτό προβλέπει ως εξής: «1. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπέκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν. 2. Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμοζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.». Σύμφωνα με την σχετική νομολογία το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» εμπεριέχει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (βλ. Αναφορά 1/14 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Γνωμάτευση ημερ. 31/10/14 ECLI:CY:AD:2014:C828). Ειδικότερα, στην γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της αναφοράς 1/14 παρατίθενται τα εξής: «Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.». Αναφορικά με το ζήτημα των επιτρεπόμενων περιορισμών αξιοσημείωτη είναι η ακόλουθη αναφορά της ανωτέρω γνωμάτευσης στον σχετικό ισχυρισμό που πρόβαλε η Βουλή των Αντιπροσώπων: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου.». Στην Αναφορά 9/16 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Γνωμάτευση ημερ. 26/01/17 ECLI:CY:AD:2017:C21 σε σχέση με την εμβέλεια των περιορισμών στο δικαίωμα του άρθρου 26 του Συντάγματος αναφέρονται τα εξής σημαντικά (υπογραμμίσεις δικές μου): «Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ΄ ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Λαμβανομένου υπόψιν ότι ο υπό Αναφορά Νόμος σχετίζεται με το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας και δεν έχει ως στόχο την πρόληψη της εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ και λαμβανομένου υπόψιν ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται εξαίρεση (για στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια συγκεκριμένου ύψους) στην εξαίρεση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων από την πρόνοια που ποινικοποιεί την τοκογλυφία, κρίνομε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση όφειλε να είχε αιτιολογήσει δεόντως την παρέμβαση της στο, συνταγματικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», πράγμα που δεν έπραξε.». Ενόψει των ανωτέρω παρατιθέμενων νομικών αρχών και επανερχόμενος στα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι με τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης (Τεκ. Β της ένορκης δήλωσης Λαζάρου) για εξασφάλιση του δανείου που παραχώρησε ο Αιτητής/Εφεσείων στην Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2, φέρεται και εκ των όσων διαλαμβάνονται σε αυτή, εν τη απουσία της οποιασδήποτε μαρτυρίας περί του αντιθέτου και ανεξάρτητα με τα όσα προβάλλει στην ένσταση της, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο κρίσης του Δικαστηρίου, ότι συμφωνείται ότι υποθηκεύεται προς τον Αιτητή/Εφεσείοντα το ακίνητο που ήταν τότε εγγεγραμμένο με αρ. εγγραφής [ ] και ζητείται η εγγραφή της υποθήκης στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού προς όφελος του και από πλευράς του ο Αιτητής/Εφεσείων συμφώνησε να την αποδεχτεί ως ασφάλεια πληρωμής του ποσού, τόκου και εξόδων. Επίσης, επισημαίνεται ξανά ότι στον όρο 7 του Εγγράφου Δανείου (Τεκ. Α της ένορκης δήλωσης Λαζάρου) προβλέπεται ρητώς ότι δεν επιτρέπεται, η πώληση, ενοικίαση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή άλλως πως δέσμευση των ενυπόθηκων κτημάτων ή οποιουδήποτε συμφέροντος από αυτά, χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του Εφεσείοντα/Αιτητή. Οποιαδήποτε, άλλη θέση δεν προβάλλεται αναφορικά με το οποιοδήποτε δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 να μπορεί να μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα, επί των οποίων συνέχισε να υφίσταται η υποθήκη μετά τον διαχωρισμό, ενώ αυτό που προβάλλει ότι ο Αιτητής/Εφεσείων γνώριζε όταν η Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 2 πωλούσε τα τεμάχια και δεν ενήργησε για να μην αποξενωθούν παραμένει ένας γενικός, αόριστος και αστήριχτος ισχυρισμός και συνεπώς έκθετος σε απόρριψη. Οι συνέπειες της σύστασης της υποθήκης και σύμφωνα με τις δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών, ήτοι του Αιτητή/Εφεσείοντα και της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 προβλέπονται στο άρθρο 23 του Νόμου.[1] Αυτές αποτέλεσαν και την ελευθέρως διαμορφωθείσα βούληση των δύο πλευρών, όπως και η απαγόρευση πώλησης και μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση του Εφεσείοντα/Αιτητή. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι η πλευρά του Αιτητή/Εφεσείοντα έχει συγκατατεθεί στην εξάλειψη της υποθήκης ή στην μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων που αποτελούν το αντικείμενο της εξασφάλισης που δημιουργήθηκε μέσω αυτής χωρίς να έχει αποπληρωθεί το δάνειο, μάλιστα εκ του τεκμηρίου Δ που παρατέθηκε, ήτοι την επιστολή που απέστειλε, μεταξύ άλλων και στην Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη ημερ. 20/07/18, της προτείνει διάφορους τρόπους διευθέτησης της διαφοράς που προέκυψε εκ της πώλησης των επίδικων ακινήτων και σε καμία περίπτωση δεν διαφαίνεται παραίτηση από τα δικαιώματα που απέκτησε εκ της συμφωνίας και δήλωσης υποθήκης επί αυτών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει προέβηκε στην καταχώρηση αγωγής εναντίον της. Ως εκ τούτου, εκ των άρθρων του Νόμου και κατ' εφαρμογή αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία μεταβιβάζονται τα επίδικα ακίνητα και εξαλείφεται το εμπράγματο βάρος που δημιουργήθηκε προς όφελος του Αιτητή/Εφεσείοντα εκ της συμβάσεως και δηλώσεως υποθήκης χωρίς την συγκατάθεσή του, ενόσω υπάρχουν οφειλές εκ του δανείου, επεμβαίνει στο συνταγματικό δικαίωμα του όπως το προβλέπει το άρθρο 26 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ ουδόλως εδράζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων για να τύχουν σχετικής εξέτασης υπό το πρίσμα αυτό. Σε σχέση με την εξαίρεση δια τη «πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν» παραπέμπω στα όσα παρατέθηκαν στις σχετικές νομικές αρχές, ήτοι ότι θα πρέπει να τεκμηριώνεται δεόντως στον Νόμο τέτοια εξαίρεση για την επέμβαση και να αποτελεί το αντικείμενό του. Πέραν της επανάληψης των όσων έχουν παρατεθεί για τον τρόπο με τον οποίο εισήχθη το προοίμιο εκ της τροποποιήσεως που επέφερε ο Ν. 118(Ι)/2019, οφείλω να επισημάνω ότι οι αναφορές, οι οποίες γίνονται στο προοίμιο περί ανάγκης προστασίας των αγοραστών από τις πρακτικές δεύτερης και περαιτέρω υποθήκευσης από πιστωτικά ιδρύματα και πολλές φορές σε σύμπραξη με τους πωλητές εν αγνοία των καλόπιστων αγοραστών, η αναφορά σε συμβάσεις πώλησης ακινήτων με προδιατυπωμένους όρους χωρίς την ατομική διαπραγμάτευση με τους επηρεαζόμενους αγοραστές, καθώς και στην ανάγκη προστασίας χιλιάδων ημεδαπών και αλλοδαπών αγοραστών που έχουν ενεργήσει με συνέπεια, καλόπιστα και συνεπώς πρέπει να τύχουν της προστασίας του κράτους διαμέσου του απεγκλωβισμού τους έναντι των πράξεων και παραλείψεων του ετέρου των μερών που ενεργεί καταχρηστικά, δεν προκύπτει ότι είναι δεόντως τεκμηριωμένες, ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση στο δικαίωμα του «ελευθέρως συμβάλλεσθαι». Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι η ανάγκη προστασίας όπως προβάλλεται αφορά σε καλόπιστους αγοραστές που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την διαπραγματευτική ισχύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των πωλητών, των καταχρήσεων τους και της έλλειψης ατομικής διαπραγμάτευσης των όρων. Αυτό δηλαδή που αιτιολογείται στο προοίμιο είναι η ανάγκη προστασίας των καλόπιστων αγοραστών στις περιπτώσεις αυτές, όμως τα άρθρα του Νόμου δεν φαίνεται ότι εφαρμόζονται στην περίπτωση μόνο τέτοιων ενεργειών, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις αποδεικνύεται στον Διευθυντή ότι ο πωλητής έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, ασχέτως του εάν το ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη, ασχέτως του τρόπου που αυτό υποθηκεύτηκε, το εάν ενεγράφη δεύτερη ή τρίτη υποθήκη επί τούτου, αν υπήρχε ζήτημα κατάχρησης της όποιας ιδιάζουσας οικονομικής ισχύς του όποιου πιστωτικού ιδρύματος, δηλαδή σε κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι οι πρόνοιες αυτές μπορούν να ενταχθούν στην όποια εξαίρεση της πρόληψης εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ ως αντικείμενο του Νόμου. Ένας αγοραστής ακινήτου φέρει, όπως έχει επεξηγηθεί την ευθύνη για την εύλογη έρευνα στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, όπου μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν εμπραγμάτων βαρών και ο περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 του παρέχει το δικαίωμα να προβεί στην κατάθεση του όποιου αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, ένεκα των συνεπειών που επιφέρει τέτοια κατάθεση. Οι όποιες αναφορές στο προοίμιο γίνονται δεν αφορούν περιπτώσεις όπως της υπό κρίση αίτησης/έφεσης. Δεν θα επαναλάβω τα όσα έχω αναφέρει προηγουμένως σε σχέση με την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου κατόπιν του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 9/12/19 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης ./.. και της προτεραιότητας που αυτό απολαμβάνει ως εμπράγματο βάρος επί των επίδικων ακινήτων. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ και η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνονται ως πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι συνιστούν παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, αφού ανατρέπουν το περιεχόμενο, τα δικαιώματα και τις συνέπειες της σύμβασης υποθήκης και του σχετικού όρου του Εγγράφου Δανείου ενάντια στην βούληση του Αιτητή/Εφεσείοντα. Οι πιο πάνω κρίσεις του Δικαστηρίου, καθιστούν αχρείαστη την ενασχόληση του με οποιοδήποτε άλλο λόγο αίτησης/έφεσης που προβάλλει ο Αιτητής/Εφεσείων, αφού τα ζητήματα συνταγματικότητας αποτελούσαν τον πυρήνα των λόγων της υπό κρίση αίτησης/έφεσης όπως προβλήθηκαν, η οποία έχει επιτυχή κατάληξη. Τοιουτοτρόπως και για τους ίδιους λόγους όλοι οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων απορρίπτονται. V. Κατάληξη:- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω κρίνω ότι τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου επί των οποίων βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ευρίσκονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε αντίθεση με τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα ως το Α των αιτητικών της αίτησης/έφεσης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Αιτητή/Εφεσείοντα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (uπ.)............... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
(1)Αφ' ότου ήθελε γίνει αποδεκτή δήλωσις υποθήκης, το ακίνητον εφ' ου συνέστη η υποθήκη και εφόσον διαρκεί αύτη βαρύνεται διά της πληρωμής του διά ταύτης εξασφαλιζομένου ποσού, κατά προτεραιότητα έναντι πάσης ετέρας οφειλής και υποχρεώσεως του ενυποθήκου οφειλέτου ή του εκάστοτε κυρίου αυτού, εξαιρουμένων των οφειλών των εξασφαλιζομένων διά προηγουμένης δηλώσεως υποθήκης επί του αυτού ακινήτου ως και πάσης επιβαρύνσεως ήτις δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ικανοποιείται κατά προτεραιότητα έναντι οιασδήποτε ετέρας επιβαρύνσεως ή εμπραγμάτου βάρους:». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.