← Κύπρος

JSC EUROCHEM MCC κ.α. ν. DEARBORN ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1752/2021, 12/4/2023

JSC EUROCHEM MCC κ.α. ν. DEARBORN ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 1752/2021, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A84 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1752/2021 Μεταξύ:

  1. JSC EUROCHEM MCC
  2. EUROCHEM TRADING GMBH Εναγουσών και
  3. DEARBORN ENTERPRISES LIMITED
  4. Valery Rogalskiy Eναγομένων ------------------------------- Αίτηση Εναγουσών ημερ. 27.10.2021 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Σ. Πίττας με κα Α. Λάμπρου για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Χ. Αντωνίου για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώριση της Αγωγής καταχωρίστηκε η υπό κρίση μονομερής Αίτηση στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 μέχρι ποσού US$1,5εκ. στην Κύπρο και διέταξε όπως επιδοθεί το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης αναφορικά με την περιουσία της Εναγομένης 1 στο εξωτερικό και την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εκ μέρους της των περιουσιακών της στοιχείων. Σημειώνεται ότι η Αίτηση αφορούσε και τον Εναγόμενο 2, εναντίον του οποίου τελικώς η Αγωγή προχώρησε για απόδειξη και εκδόθηκε τελική απόφαση υπέρ των Εναγουσών και εναντίον του. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ΕΔ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Ενάγουσες (η ΕΔ της Αίτησης). Πριν την έκδοση των ανωτέρω μονομερών διαταγμάτων, καταχωρίστηκαν και δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις της ΕΔ (η πρώτη ΣΕΔ και η δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης). Στην ΕΔ της Αίτησης, η ΕΔ αναφέρει το ιστορικό των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής και ειδικότερα στην έκδοση απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ανατολικής Καραϊβικής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους υπέρ των Εναγουσών και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για τα ποσά των US$861.048,64 και US$56.575.112,73, αντίστοιχα, πλέον τόκο, η αναγνώριση της οποίας στη βάση του Κοινοδικαίου και η έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων ζητείται με την παρούσα Αγωγή. Η ΕΔ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και ότι προβαίνουν σε δόλιες προσπάθειες αποξένωσης της περιουσίας τους. Αφού η ΕΔ αναφέρεται και σε άλλες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, καταλήγει ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι απαραίτητα για να διαφυλαχθούν τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων και να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της υπό κρίση απόφασης. Στην πρώτη ΣΕΔ της Αίτησης, η ΕΔ δίδει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς την πηγή της γνώσης και της πληροφόρησης της για όσα αναφέρει στην ΕΔ της Αίτησης, σχετικά με την ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων για αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων και σχετικά με τις Κυπριακές δικαστικές και άλλες διαδικασίες. Στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης, η ΕΔ παρέχει περαιτέρω πληροφορίες για τις δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο, παρουσιάζοντας αντίγραφα των δικογράφων, ενδιάμεσων αποφάσεων και έφεσης ως τεκμήρια. Οι λόγοι ένστασης της Εναγομένης 1 εστιάζονται στη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, στην καταχρηστικότητα της Αίτησης και στην υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΧΑ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Εναγομένη
  5. Σε αυτή η ΧΑ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ακολούθησε αίτηση των Εναγουσών για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) εγκρίθηκε. Έτσι καταχωρίστηκε η τρίτη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ΕΔ (η τρίτη ΣΕΔ της Αίτησης) στην οποία η ΕΔ βασικά απαντά στους ισχυρισμούς της Εναγομένης 1 για την παράνομη χρήση των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια Κυπριακής Αγωγής προς υποστήριξη της Αγωγής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και εξασφάλιση της αλλοδαπής απόφασης και για το ότι η αλλοδαπή απόφαση δεν δύναται να αναγνωριστεί στην Κύπρο καθότι λήφθηκε με την παράνομη χρήση εγγράφων, παρουσιάζοντας σχετική γνωμάτευση δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσώπησε τις Ενάγουσες στην εκεί Αγωγή. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Στα πλαίσια της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο οι Ενάγουσες παρέλειψαν να αποκαλύψουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αποτελεί λόγο ένστασης και βασικό ισχυρισμό της Εναγομένης 1 πως οι Ενάγουσες δεν αποκάλυψαν την πλήρη και ορθή έκταση της δέσμευσης τους για τη μη χρήση εγγράφων και πληροφοριών τα οποία είχαν αποκαλυφθεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος αποκάλυψης σε παλαιότερη Αγωγή στην Κύπρο και το οποίο ακυρώθηκε με απόφαση Δικαστηρίου. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Ενάγουσες δεν αποκάλυψαν τη μη τήρηση της δέσμευσης τους μέσω της χρήσης αυτών των εγγράφων και πληροφοριών τόσο στην αλλοδαπή όσο και στην παρούσα διαδικασία και ότι η υπό κρίση αλλοδαπή απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση εξασφαλίστηκε με μαρτυρία κατά παράβαση της δέσμευσης και προς περιφρόνηση των Κυπριακών Δικαστηρίων στις προγενέστερες διαδικασίες στις οποίες μάλιστα οι ίδιες οι Ενάγουσες αναγνωρίζουν και δέχονται αυτή τη χρήση. Οι Ενάγουσες με τη σειρά τους ισχυρίζονται ότι προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων των διαδικασιών στην Κύπρο και ότι δεν αναφέρθηκαν ειδικά στο θέμα της δέσμευσης τους για μη χρήση εγγράφων και πληροφοριών εφόσον δεν προέβησαν σε κάτι τέτοιο αναφορικά με την αλλοδαπή διαδικασία. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.

(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453. Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 816 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε6/14, ημ. 27.2.
  2. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και προστέθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A269). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Καθοδηγούμενο από την πιο πάνω νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει να ανατρέξει στις τρεις ένορκες δηλώσεις της ΕΔ προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης και οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοση των ανωτέρω μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων εναντίον της Εναγομένης 1. Με βάση το περιεχόμενο τους, προκύπτουν τα ακόλουθα (τα οποία εκ του περισσού σημειώνεται ότι αποτελούν κοινό έδαφος): (
  1. i)Οι Ενάγουσες καταχώρισαν την Αγωγή 3129/14 ΕΔ Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων, του εδώ Εναγομένου 2 και της Τράπεζας Κύπρου με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις εναντίον του Εναγομένου 2 και διατάγματα αποκάλυψης εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. (
  2. ii)Στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής, οι Ενάγουσες εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινό διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου 2 και διατάγματα αποκάλυψης τόσο εναντίον του όσο και εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. (iii) Τα διατάγματα ακυρώθηκαν με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 11.11.15 λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (
  3. iv)Εν τω μεταξύ στις 7.8.15 οι Ενάγουσες καταχώρισαν την Αγωγή στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. (
  4. v)Ακολούθως στις 4.12.15, οι Ενάγουσες καταχώρισαν την Αγωγή 5996/15 ΕΔ Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων, των εδώ Εναγομένων και της Τράπεζας Κύπρου με την οποία ζητούσαν διατάγματα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων και διατάγματα αποκάλυψης εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. Το κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης αποτελούν τα Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (
  5. vi)Στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής οι Ενάγουσες εξασφάλισαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα παγοποίησης και αποκάλυψης. Τα εν λόγω διατάγματα ακυρώθηκαν με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 27.10.16 λόγω παράβασης εκ μέρους των Εναγουσών του καθήκοντος για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, και συγκεκριμένα της δέσμευσης του δικηγόρου των Εναγουσών ότι σε περίπτωση ακύρωσης των διαταγμάτων στην Αγωγή 3129/14 θα επέστρεφαν ή κατάστρεφαν όλα τα έγγραφα τα οποία είχε αποκαλύψει η Τράπεζα Κύπρου. Αντίγραφο της απόφασης είναι το Τεκμήριο 4 στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (vii) Ακολούθησε νέα δια κλήσεως αίτηση για την έκδοση παρόμοιων διαταγμάτων προς υποβοήθηση της Αγωγής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, Τεκμήριο 5 στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (viii) Με ενδιάμεση απόφαση ημ. 22.12.17 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση καθότι κρίθηκε ότι η εν λόγω αίτηση αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας, Τεκμήριο 6 στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (
  6. ix)Εναντίον της εν λόγω απόφασης εκκρεμεί έφεση, Τεκμήριο 7 στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (
  7. x)Στην εν λόγω Αγωγή οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση για την απόρριψη της Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει αιτούμενα διατάγματα. (
  8. xi)Με ενδιάμεση απόφαση ημ. 30.5.17 η αίτηση απορρίφθηκε στη βάση, μεταξύ άλλων, κατάχρησης της διαδικασίας, Τεκμήριο 8 στη δεύτερη ΣΕΔ της Αίτησης. (xii) Οι Αγωγές 3129/14 και 5996/15, ως επίσης και η έφεση, έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της έκδοσης της απόφασης στην Αγωγή στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και οι Ενάγουσες έδωσαν οδηγίες τους δικηγόρους τους για την απόσυρση τους. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα της δέσμευσης των Εναγουσών στα πλαίσια της Αγωγής 5996/15 αναφορικά με τη μη χρήση των αποκαλυφθέντων στην Αγωγή 3129/14 εγγράφων και πληροφοριών αναφύεται και προβάλλει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της ΕΔ (οι οποίες είχαν καταχωριστεί προς υποστήριξη της μονομερούς Αίτησης και πριν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων) και κυρίως μέσα από τα Τεκμήρια τα οποία η ΕΔ παρουσιάζει, ήτοι τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, ουδείς λόγος ή αναφορά γίνεται από τις Ενάγουσες για το ζήτημα της χρήσης ή μη των εν λόγω εγγράφων και πληροφοριών για σκοπούς και στα πλαίσια της Αγωγής στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα πάντα με την ΕΔ, αυτό το ζήτημα ηγέρθη από τους εκεί Εναγόμενους και απασχόλησε το αλλοδαπό Δικαστήριο και μάλιστα η ΕΔ παραπέμπει επί τούτου στις σελ. 1397-1453 της αλλοδαπής απόφασης. Αυτός ο ισχυρισμός της ΕΔ και η ίδια η αλλοδαπή απόφαση προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης στην τρίτη ΣΕΔ της Αίτησης, η οποία βεβαίως καταχωρίστηκε μετά και την καταχώριση της ένστασης των Εναγομένων. Επομένως, είναι σαφές ότι οι Ενάγουσες δεν παρουσίασαν αυτούσιο το κείμενο της πολυσέλιδης αλλοδαπής απόφασης παρά μόνο, στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης οι οποίες υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την έκδοση των μονομερών προσωρινών διαταγμάτων, αρκέστηκαν σε μια συνοπτική περιγραφή αυτής. Επιπλέον, οι Ενάγουσες δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα της μη χρήσης των εν λόγω εγγράφων και πληροφοριών στη διαδικασία στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και στην έγερση και εξέταση αυτού του ζητήματος στα πλαίσια της αλλοδαπής διαδικασίας, σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την έκδοση των μονομερών προσωρινών διαταγμάτων. Όπως διαφαίνεται μέσα από την παράθεση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της ΕΔ οι οποίες καταχωρίστηκαν πριν την έκδοση μονομερώς των προσωρινών διαταγμάτων, το ζήτημα της χρήσης από τις Ενάγουσες των εγγράφων και πληροφοριών τα οποία είχαν αποκαλυφθεί από την Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια της Αγωγής 3129/14 και της δέσμευσης εκ μέρους των Εναγουσών για τη μη χρήση αλλά για την καταστροφή ή επιστροφή τους, σε περίπτωση ακύρωσης των διαταγμάτων στην Αγωγή 5996/15 όπως και έγινε, σαφώς ήταν ένα από τα βασικότερα ζητήματα τα οποία αποτελούσαν ισχυρισμούς των Εναγομένων σε όλες τις εκκρεμούσες συναφείς δικαστικές διαδικασίες αναφορικά με τις αποδιδόμενες σε αυτούς ενέργειες και πράξεις και οι οποίες ήταν το αντικείμενο όλων των ανωτέρω δικαστικών διαδικασιών. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν όχι μόνο εύλογο αλλά και ευκόλως αναμενόμενο και προβλεπτό ότι και στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και υπό κρίση διαδικασίας, οι Εναγόμενοι θα έθεταν ισχυρισμό περί παραβίασης της δέσμευσης των Εναγουσών, παράνομης χρήσης των εγγράφων και πληροφοριών στην αλλοδαπή Αγωγή και συνακόλουθα παρανομίας εξασφάλισης της αλλοδαπής απόφασης η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν θέσεων ή υπερασπίσεων των αντιδίκων, οι Ενάγουσες αναμφίβολα είχαν την υποχρέωση να αποκαλύψουν εξαρχής και πριν την έκδοση των μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων, τόσο το ότι το ζήτημα απασχόλησε και εξετάστηκε στα πλαίσια της αλλοδαπής διαδικασίας, με παραπομπή μάλιστα στις συγκεκριμένες σελίδες της απόφασης (βλ. επί τούτου το σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 242, παρ. 9.003), όσο και το ότι οι ίδιες, κατά τον δικό τους ισχυρισμό, δεν παρέβησαν με οποιονδήποτε τρόπο αυτή τη δέσμευση τους για σκοπούς της αλλοδαπής διαδικασίας. Αυτό το ζήτημα είναι καίριο για τη νομιμότητα της συμπεριφοράς των Εναγουσών και συνακόλουθα της νομιμότητας της έκδοσης της αλλοδαπής απόφασης, και επομένως ουσιώδες για σκοπούς της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το γεγονός ότι αυτό το ζήτημα αποτελεί το αντικείμενο της τρίτης ΣΕΔ της Αίτησης δεν διασώζει με οποιονδήποτε τρόπο τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, εφόσον, όπως έχει ήδη λεχθεί, το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης αφορά μονομερείς αιτήσεις στα πλαίσια των οποίων εκδίδεται μονομερώς διάταγμα χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Ενάγουσες παρέβησαν το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στα πλαίσια της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει και την πορεία της Αίτησης η οποία υπόκειται δίχως άλλο σε απόρριψη. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα προσωρινά διατάγματα ημ. 10.11.21 ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγουσών - Αιτητριών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.