ELEPHANT & FLOWER CONSTRUCTIONS LTD ν. Λουκία Ταξιτάρη, Αρ. Αγωγής: 832/14, 13/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 832/14 Μεταξύ: ELEPHANT & FLOWER CONSTRUCTIONS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και - Λουκία Ταξιτάρη, από τη Λεμεσού Εναγόμενης Αίτηση τροποποίησης υπό των Εναγόντων ημερομηνίας 24.1.23 Ημερομηνία: 13η Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Βασιλείου με κα. Αρκάδη Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα. Βάκη για κο. Φ. Χατζηχάννα Ενδιάμεση Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστήριο αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Κατά την έναρξη της Ακρόασης της παρούσας Αγωγής, οι Ενάγοντες, υπέβαλαν, στη βάση των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022, προφορικό αίτημα για να τους επιτραπεί να καταχωρίσουν την κρίσιμη Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Τούτο έγινε προτού προσκομιστεί μαρτυρία στην υπόθεση και κατόπιν απόρριψης αιτήματος της πλευράς της Εναγόμενης για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, λόγω έλλειψης του αναγκαίου πραγματικού υποβάθρου. Έναυσμα για το προφορικό αίτημα - το οποίο εγκρίθηκε και επετράπη να καταχωρηθεί και η παρούσα - αποτέλεσε η, από μέρους των Εναγόντων διαπίστωση ότι, η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης, αφορούσε κατ' ουσία την εν γένει νομιμοποίηση έγερσης της Αγωγής, λόγω ισχυρισμού της περί μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη δικηγόρο των Εναγόντων, η ανάγκη καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, παρέστη όταν η θέση της Εναγόμενης αναφορικά με την εν λόγω προδικαστική ένσταση αποσαφηνίστηκε από το δικηγόρο της, μόλις την ημέρα της Ακρόασης. Ως προανέφερα, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης που επεξηγήθηκε στη δικηγόρο των Εναγόντων κατά την εν λόγω ημέρα ήταν ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων μερών γραπτή συμφωνία με την οποία να ανατίθεντο κατασκευαστικά έργα στους Ενάγοντες και συνεπώς η Εναγόμενη θα έθετε ζήτημα νομιμοποίησης έγερσης της Αγωγής στη βάση του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001 (Ν.29(Ι)/2001). Γι' αυτό το λόγο, αλλά και, όπως επεξήγησε στην αγόρευσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, επειδή εκ παραδρομής η κατ' ισχυρισμό γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών δεν δικογραφήθηκε ειδικώς και ρητώς και με τρόπο που πράγματι να είναι ξεκάθαρο ότι ήτο γραπτή, ζήτησε να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης στην έκταση που αναγράφεται στο σώμα της Αίτησης, δηλαδή αιτήθηκε αντίστοιχα διατάγματα αντικατάστασης των παραγράφων 3, 4, 5 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης με τις παραγράφους όπως εμφαίνονται στα αντίστοιχα Αιτητικά Α έως Δ. Η Αίτηση συνοδεύθηκε από ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Εναγόντων, την οποία έλαβα υπόψη μου στο σύνολό της και δεν θα επαναλάβω αυτολεξεί. Αρκεί να αναφέρω συνοπτικά ότι η πιο πάνω εκπεφρασθείσα θέση της δικηγόρου των Εναγόντων ουσιαστικά επαναλαμβάνεται από τον ομνύοντα, ο οποίος με τη σειρά του, δίδει έμφαση στα ακόλουθα: ότι η αναφορά στην προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης ήταν γενική και δίχως τη διευκρίνηση που δόθηκε μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατό για την πλευρά των Εναγόντων να είχε προβλέψει ότι το εγειρόμενο θέμα σχετιζόταν με την μη ύπαρξη γραπτής συμφωνίας, καθότι μέχρι και τότε θεωρείτο δεδομένη η ύπαρξη της συμφωνίας εκείνης, μια και η ίδια η πλευρά της Εναγόμενης την είχε στο παρελθόν επισυνάψει στην Αίτησή της ημερομηνίας 26.3.2015. Επίσης προωθείται ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και προκειμένου να δοθεί ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο, ότι με τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η πλευρά της Εναγόμενης αφού η τροποποίηση δεν επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο κείμενο του δικογράφου, ότι έγκριση της Αίτησης επενεργεί προς όφελος της δικαιοσύνης και ότι, κατ' ουσία, δεν έχει δοθεί μαρτυρία στην υπόθεση. Η Ένσταση από πλευράς Εναγόμενης αποτελείται από 9 λόγους και στηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας. Οι λόγοι αφορούν κυρίως στην καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης, πράγμα που, κατά την ενιστάμενη πλευρά, αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις των Εναγόντων, στο ότι τυχόν έγκριση προκαλεί «ισχυρή δυσμένεια» στη Εναγόμενη, επειδή θα προστεθεί νέα αιτία αγωγής και ότι θα αποτελεί κατάφορη αδικία για την πλευρά της Εναγόμενης, ειδικά μια και οι Ενάγοντες είχαν ήδη προηγουμένως τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησής τους, ενώ η επίκληση ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε σε άλλη αίτηση και η οποία μετέπειτα αποσύρθηκε δεν είναι επιτρεπτή. Στη υποστηρικτική της Ένστασης ένορκη δήλωση εξειδικεύεται, πέραν της επανάληψης των πιο πάνω, ότι στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε γίνεται ρητή αναφορά στο Νόμο και στην ανυπαρξία γραπτής συμφωνίας, ενώ στην Απάντηση των Εναγόντων ουδέν αναφέρεται περί της ύπαρξης γραπτής συμφωνίας. Ομοίως δεν γίνεται αναφορά ούτε στη Γραπτή Δήλωση που οι Ενάγοντες προσπάθησαν να καταχωρήσουν κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι Ενάγοντες, προχωρεί η ομνύουσα, είχαν από τις 31.10.2014 - ημέρα καταχώρισης της τότε τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης - να εντοπίσουν οποιαδήποτε αδυναμία στην υπόθεσή τους και να προβούν έγκαιρα σε αναγκαίες προσθήκες και η ολιγωρία τους δεν αιτιολογείται. Εν όψει των πιο πάνω, η Αίτηση είναι καταχρηστική και πιθανόν οι Ενάγοντες να υποβάθμισαν τη βασιμότητα του εγερθέντος σημείου και γι' αυτό δεν έδρασαν εγκαίρως. Με την τροποποίηση επιφέρονται ριζικές αλλαγές αφού η ύπαρξη ή μη γραπτής συμφωνίας είναι κρίσιμο ζήτημα στην υπόθεση και η απαίτηση με βάση προφορική συμφωνία είναι διαφορετική από απαίτηση βάσει γραπτής. Ως προς τη επαπειλούμενη ζημιά που θα προκαλέσει τυχόν έγκριση της Αίτησης, η ομνύουσα παραπέμπει στην καθυστέρηση που θα προκληθεί στην εκδίκαση της υπόθεσης. Στη δε γραπτή δήλωση που προτίθεντο να καταχωρίσουν οι Ενάγοντες κατά την ημέρα της Ακρόασης, το ζήτημα της γραπτής συμφωνίας δεν αναφέρεται και σε κάθε περίπτωση οι ίδιοι δεν εξειδικεύουν ποια ζημιά θα υποστούν εάν δεν επιτραπεί η τροποποίηση. Κατά την ημέρα της Ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτά κείμενα αγορεύσεων και επεξήγησαν προφορικά τις θέσεις τους. Συνοψίζω αυτές ως ακολούθως: Από πλευράς τους οι Ενάγοντες προκρίνουν, με αναφορές σε Νομολογία, ότι ουδείς εκ των λόγων Ένστασης ευσταθεί. Δεν τίθεται ζήτημα προσθήκης νέας αιτίας Αγωγής, παρά μόνο πρόθεση να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μια πληρέστερη, βελτιωμένη και ακριβέστερη διατύπωση, προκειμένου το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη άποψη επί των γεγονότων. Στη βάση καθιερωμένης επί του θέματος Νομολογίας, υποστηρίζουν ότι, από τη στιγμή που δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με έξοδα, τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο, ενώ η Εναγόμενη δεν θα βρεθεί σε δυσμένεια. Ως προς την αποσυρθείσα Αίτηση, τούτη είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και μέσω της η Εναγόμενη προέβη ενόρκως σε ισχυρισμούς. Ουδεμία κατάχρηση γίνεται από τους Ενάγοντες, καθότι η Αίτηση σκοπεί στην πλήρη απονομή της δικαιοσύνης, ενώ διαφυλάσσονται τα δικαιώματα και της Εναγόμενης. Εξ αντιθέτου, οι συνήγοροι της Εναγόμενης εισηγούνται, επίσης με παραπομπές σε Νομολογία, ότι ναι μεν τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, πλην όμως εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η δε καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος πρέπει να δικαιολογηθεί. Είναι η θέση των δικηγόρων της Εναγόμενης ότι με την τροποποίηση η Ενάγοντες δεν αποσκοπούν πράγματι σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά σε πλήρη αντικατάστασή της και ότι η Αίτησή τους είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Επαναλαμβάνονται δε οι ισχυρισμοί της πλευράς τους αναφορικά με το αναιτιολόγητο της Αίτησης, της πρόκλησης ζημιάς στην Εναγόμενη και στην καθυστέρηση, η οποία για τους συνηγόρους της, ανέρχεται στα 9 χρόνια, εντός των οποίων, προκρίνουν, η πλευρά των Εναγόντων αδράνησε στο να προωθήσει το αίτημά της. Το δικονομικό καθεστώς, που ίσχυε κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα Αγωγή και Αίτηση χρόνο, δηλαδή πριν την εφαρμογή της τροποποίησης της Διαταγής 25 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, ήταν ότι τα Δικαστήρια, έχοντας υιοθετήσει μία φιλελεύθερη τάση στο ζήτημα της τροποποίησης δύναντο να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και να εγκρίνουν τροποποίηση της δικογραφίας, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι η τροποποίηση τούτη θα απόβαινε προς τον καθορισμό των πραγματικών ζητημάτων προς επίλυση κατά τη δίκη, σταθμίζοντας παράλληλα την ενδεχόμενη επίδραση της τροποποίησης στα δικαιώματα των διαδίκων. Ένας από τους παράγοντες που λαμβανόταν υπόψη ήταν ο χρόνος στον οποίο η τροποποίηση ζητείτο[1]. Περαιτέρω αναφορές σε συγκεκριμένη Νομολογία γίνονται πιο κάτω κατά την εξέταση της ενώπιον μου Αίτησης. Επανέρχομαι λοιπόν στα της κρίσιμης Αίτησης και προχωρώ ευθύς να εξετάσω εάν με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι Ενάγοντες επιχειρούν να εισαγάγουν νέες αιτίες αγωγής, ως η πλευρά της Εναγόμενης διατείνεται. Μελετώντας τα Αιτητικά Α - Δ της Αίτησης, διαπιστώνω ότι δεν αφορούν ριζικές αλλαγές στο δικόγραφο, αλλ' ούτε για προσπάθεια εισαγωγής νέων αιτιών Αγωγής. Η απαίτηση των Εναγόντων εξακολουθεί να βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά στη βάση συμφωνίας ανάθεσης κατασκευαστικών εργασιών. Εν προκειμένω, οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουσιαστικά σκοπούν στο να διευκρινίσουν ότι, κατά τους Ενάγοντες, η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν γραπτή και ότι οι διάδικοι συμφώνησαν σε συγκεκριμένα ποσά και ότι εκκρεμεί οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνεπώς η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εναγόμενης ότι δια της τροποποίησης επέρχεται μεταβολή που αφορά εισαγωγή νέων αιτιών αγωγής δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω όμως, προχωρώ να εξετάσω τα επίδικα Αιτητικά ως προς το περιεχόμενο των εκεί αντιστοίχως αιτούμενων τροποποιήσεων. Ως ανέφερα ήδη, η επεξήγηση που προσφέρεται από πλευράς Εναγόντων ως προς την ανάγκη για την τροποποίηση στο σύνολό της είναι η διαπίστωση της αμφισβήτησης από πλευράς Εναγόμενης της ύπαρξης γραπτής συμφωνίας. Δεν προωθείται άλλος λόγος και δεν δίδεται άλλη επεξήγηση αναφορικά με το εφαλτήριο για την καταχώριση της Αίτησης. Εκ του λεκτικού τα Αιτητικών Α και Β διαφαίνεται ότι επιχειρείται δικογράφηση του ισχυρισμού περί ύπαρξης γραπτής συμφωνίας και του κατ' ισχυρισμό αρχικού συμφωνηθέντος ποσού. Η δε τροποποίηση που ζητείται με το Αιτητικό Β, διαφαίνεται να συνεπάγεται της τροποποίησης που ζητείται με το Αιτητικό Α, δηλαδή επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο το ποσό της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας κατέληξε ως το ήδη δικογραφημένο. Εν προκειμένω και χωρίς να προδιαγράφω ακόμα την τύχη των συγκεκριμένων Αιτητικών Α και Β, θεωρώ ότι αυτά βρίσκουν έρεισμα στην αιτιολογία που προσφέρθηκε από την πλευρά των Εναγόντων, γι' αυτό και προχωρώ πιο κάτω να τα εξετάσω, υπό το φως των λοιπών παραγόντων που τα πλαισιώνουν. Διαφορετική όμως είναι η κατάληξή μου σε σχέση με τα Αιτητικά Γ και Δ. Σε σχέση με το Αιτητικό Γ, αφενός δεν είναι ευδιάκριτη η χρησιμότητά του και αφετέρου δεν είναι δυνατό να αιτιολογηθεί με αναφορά στο λόγο που προσφέρθηκε για να αιτιολογήσει την Αίτηση. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις σχετικές αρχές, το Δικαστήριο βλέπει την ουσιαστικότητα της αιτούμενης τροποποίησης προκειμένου να διαπιστώσει εάν η τροποποίηση θα είναι ανακόλουθη ή αχρείαστη[2] και εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί από τους Ενάγοντες στον απαιτούμενο βαθμό επαρκής αιτιολόγηση για τη συμπερίληψη του εν λόγω Αιτητικού στην Αίτησή τους. Το ίδιο ισχύει και για το Αιτητικό Δ, μια και μέσα από αυτό οι Ενάγοντες, χωρίς να προσφέρουν οποιαδήποτε αιτιολογία αποπειρώνται να τροποποιήσουν άλλο ισχυρισμό, άσχετο με το λόγο που πρόβαλαν για να υποστηρίξουν την Αίτηση. Συνεπώς και εν τη απουσία αιτιολόγησης που αφορά και το συγκεκριμένο Αιτητικό, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να σταθμίσει και να αποτιμήσει τους παράγοντες που το πλαισιώνουν, όπως για παράδειγμα το χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται και να αποφασίσει εάν θα ασκήσει και προς ποια κατεύθυνση την διακριτική του ευχέρεια. Δεν πρόκειται στην προκείμενη περίπτωση για ελλιπή αιτιολόγηση της καθυστέρησης ή μερική επεξήγηση των λόγων για τα οποία ζητείται η εισαγωγή των εν λόγω τροποποιήσεων, αλλά για παντελή απουσία συνάρτησης των προβεβλημένων, στην ένορκη δήλωση που στήριξε την Αίτηση, λόγων με το περιεχόμενο του εν λόγω Αιτητικού. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι δεν έχει προσφερθεί επαρκής αιτιολογία για την ανάγκη συμπερίληψης των εν λόγω Αιτητικών και η περαιτέρω εξέτασή τους παρέλκει. Τα Αιτητικά Γ και Δ κρίνονται απορριπτέα και απορρίπτονται. Προχωρώ να εξετάσω περαιτέρω τα Αιτητικά Α και Β. Αναφορικά με το χρόνο που έγινε η Αίτηση, σε συνάρτηση με τις εκατέρωθεν θέσεις περί ξεκάθαρης ή μη προώθησης ισχυρισμού μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας από πλευράς Εναγόμενης, ανατρέχοντας στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης που καταχωρίστηκε στις 13.6.16, στην υποπαράγραφο ii της παραγράφου 1 αναφέρονται, αυτολεξεί, τα ακόλουθα: «η Ενάγουσα ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον της Εναγόμενης και κωλύεται με την προώθηση της παρούσας Αγωγής την οποία και προωθεί καταχρηστικά, εκδικητικά και με σκοπό όπως αποκτήσει οικονομικό πλεονέκτημα από την Εναγόμενη. Προς τούτου, η Εναγόμενη διευκρινίζει ότι σύμφωνα με τον Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμος του 2001 (29(Ι)/2001) ή/και την ισχύουσα νομοθεσία η Ενάγουσα δεν έχει το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή/και δεν νομιμοποιείται ή/και δεν δικαιούται να προωθεί οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης και οποιαδήποτε σύμβαση ή/και προφορική ή/και γραπτή συνεννόηση δεν είναι έγκυρη ή/και είναι παράνομη ή/και είναι εξ' υπαρχής άκυρη διότι αντιβαίνει μεταξύ άλλων των προνοιών του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμος του 2001 (29(Ι)/2001) ή/και της ισχύουσας νομοθεσίας για την ανάληψη οικοδομικού και τεχνικού έργου και καθίσταται άκυρη και μη εκτελεστή εναντίον της Εναγόμενης ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα δυνάμει νόμου και νομολογίας δεν δικαιούται ή/και απαγορεύεται ή/και κωλύεται από του να αξιώνει δικαστικώς την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού ή/και δεν επιτρέπεται η αποκόμιση οικονομικού οφέλους ή/και ο προσπορισμός οποιουδήποτε άλλου οφέλους ή/και πλεονεκτήματος στη βάση άκυρης σύμβασης. Επιπρόσθετα, τυχόν συμφωνία μεταξύ των διαδίκων γραπτή ή/και προφορική - την οποία επικαλείται η Ενάγουσα είναι άκυρη δυνάμει των προνοιών του άρθρου 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 καθότι είναι ασαφής ή/και αόριστη. Τυχόν δε προσφορά που παραδόθηκε στην Εναγόμενη για την ανάληψη του επίδικου οικοδομικού και τεχνικού έργου θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ή/και να οριοθετηθεί στα πλαίσια της προφορικής συνεννόησης των διαδίκων και δεν πρέπει να απομονωθεί αλλά να συναρτηθεί με το υπόλοιπο μέρος της συμφωνίας των διαδίκων που σε κάθε περίπτωση η Εναγόμενη δηλώνει ότι τέτοια συμφωνία καθώς και οι όροι αυτής ήταν προφορικοί.», ενώ πιο κάτω στην παράγραφο 6.ii. αναφέρεται: «η συμφωνία ήταν προφορική και χωρίς να υπογραφεί κάποιο συμφωνητικό ενώ η Ενάγουσα δεν ζήτησε κάποια προκαταβολή ως ένδειξη φιλικής στάσης». Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώνω, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ξεκάθαρης αναφοράς της πλευράς της Εναγόμενης στο ζήτημα της προφορικής συμφωνίας ότι, αφενός η αναφορά στην υποπαράγραφο ii της παραγράφου 6 είναι ξεκάθαρη και ρητή και δεν χρειάζεται να γραφεί οτιδήποτε επί αυτής. Αφετέρου όμως η αναφορά στην υποπαράγραφο ii της παραγράφου 1, εκτός από την καταληκτική σημείωση, γίνεται, ως επί το πλείστο, στη βάση διαζευκτικών ισχυρισμών που παραπέμπουν είτε σε προφορική είτε σε γραπτή συνεννόηση, ή και σε γραπτή ή και προφορική σύμβαση, η οποία χαρακτηρίζεται από την Εναγόμενη, μεταξύ άλλων, ως παράνομη ή και εξ υπαρχής άκυρη και ως αντιβαίνουσα Νομοθετικές πρόνοιες και ότι αποτελεί κώλυμα στην αξίωση των Εναγόντων. Οι πιο πάνω αναφορές της εν λόγω υποπαραγράφου, που αποτελεί και μέρος των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει η Εναγόμενη και αφορούν και τη σχετική Νομοθεσία στη βάση της οποίας η Εναγόμενη προωθεί ισχυρισμό περί κωλύματος αξίωσης θεραπείας, δεν παρατίθενται με την ίδια σαφήνεια και ευθύτητα όπως στην περίπτωση της παραγράφου 6.ii και μέσω της προωθούνται οι εν λόγω διαζευκτικοί ισχυρισμοί καταδεικνύοντας ότι, καθ' αυτό τον τρόπο, καλύπτεται και η περίπτωση ύπαρξης προφορικής και η περίπτωση γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Εν προκειμένω και γι' αυτό το λόγο, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο, η πλευρά της Εναγόντων πράγματι να θεώρησε ότι τόσο την αναφορά στην παράγραφο 1.ii αυτή καθ' αυτή, όσο και την 6.ii σε συνάρτηση όμως με την παράγραφο 1.ii. ως προώθηση διαζευκτικών ισχυρισμών, ιδιαίτερα ενόψει και του ισχυρισμού τους ότι οι ίδιοι θεωρούσαν την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ως δεδομένη. Σε κάθε περίπτωση όμως, έστω και να εκληφθεί ότι οι αναφορές της Εναγόμενης ήταν αρκούντως ξεκάθαρες, η δυνατότητα των Εναγόντων να αιτηθούν τροποποίηση των δικογράφων στο παρόν στάδιο δεν αποκλείεται a priori. Στη βάση της σχετικής Νομολογίας, έστω και η αιτούμενη τροποποίηση να κατέστη αναγκαία λόγω λάθους ή - όπως την περιέγραψε η ίδια η πλευρά της Εναγόμενης - λόγω «υποβάθμισης» της θέσης από τους Ενάγοντες, το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τους λοιπούς παράγοντες που, κατά περίπτωση, πλαισιώνουν το αίτημα, δύναται να το εγκρίνει. Εν προκειμένω όμως, ως προανέφερα έχω ικανοποιηθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ήταν δυνατό οι Ενάγοντες, για οποιαδήποτε λόγο, να μην αντιλήφθηκαν ότι πρόθεση της Εναγόμενης ήταν η προώθηση ισχυρισμού περί μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας και δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό στην προώθηση του αιτήματος. Τούτο βέβαια δεν απαλλάσσει γενικά τους Ενάγοντες από την υποχρέωση ορθής και πλήρους δικογράφησης των ισχυρισμών τους εξ αρχής, αλλά δεν κρίνω ότι το αίτημα, έγινε υπό συνθήκες που οδηγούν κατ' ανάγκη σε εύρημα κακοπιστία[3]. Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεών μου αναφορικά με το χρονικό σημείο που καταχωρίστηκε η Αίτηση, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν καθυστέρησαν να προωθήσουν την Αίτησή τους, ως προς το ζήτημα της δικογράφησης της γραπτής συμφωνίας, σε βαθμό που ο παράγοντας χρόνος από μόνος του να αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση της Αίτησης. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι το αίτημα έγινε μόλις κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην Αγωγή, ούτε εκείνο αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην έγκρισή του, αναλόγως των λοιπών συνθηκών που το περιβάλλουν και με γνώμονα την εξυπηρέτηση του συμφέροντος της δικαιοσύνης[4]. Επιγραμματικά αναφέρω έστω και να θεωρείτο ότι οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ο ισχυρισμός που θα προωθείτο από την Εναγόμενη ήταν ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων γραπτή συμφωνία νωρίτερα, το αποτέλεσμα θα ήταν το αίτημα να θεωρείτο με τη σειρά του ότι υπεβλήθη με καθυστέρηση. Σύμφωνα με τη Νομολογία έστω και η καθυστέρηση να μην είναι πλήρως αιτιολογημένη, τα Δικαστήρια αναγνώρισαν ότι η έγκριση του αιτήματος είναι ακόμα επιτρεπτή[5], νοουμένου ότι με αυτή από τη μία δίδεται ευκαιρία στο διάδικο να εγείρει όλα τα επίδικα ζητήματα και από την άλλη δεν παραβλάπτονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του αντιδίκου του. Προχώρησα και εξέτασα με προσοχή το ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της Εναγόμενης σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις υπό σημεία Α και Β, οι Ενάγοντες, αιτούνται να δικογραφήσουν ότι η συμφωνία μεταξύ τους και της Εναγόμενης ήταν γραπτή. Δεν διαφαίνεται ότι η εισαγωγή του ισχυρισμού τούτου επηρεάζει την υφιστάμενη θέση της Εναγόμενης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα έχει και δικαίωμα να καταχωρίσει και δικό της τροποποιημένο δικόγραφο. Εάν θέση της Εναγόμενης είναι ότι δεν έγινε γραπτή συμφωνία με τους Ενάγοντες, που αυτή φαίνεται να προώθησε μέχρι σήμερα, τότε η δικογράφηση και προώθηση ισχυρισμού περί του αντιθέτου από τους Ενάγοντες δεν εξυπακούει και την εξουδετέρωση του επιχειρήματός της, αλλά αντίθετα διευκρινίζει τη θέση που οι Ενάγοντες θα προωθήσουν, ούτως ώστε το ζήτημα της ύπαρξης γραπτής συμφωνίας ή όχι να αποφασιστεί στο κατάλληλο στάδιο από το Δικαστήριο. Εν κατακλείδι, το κατά πόσο πράγματι έγινε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή όχι είναι ζήτημα πραγματικό και επίδικο και δεν αποφασίζεται στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης και τοιουτοτρόπως ούτε οι προδικαστικές ενστάσεις ούτε και οι υπερασπίσεις της Εναγόμενης, ακόμα και οι υφιστάμενες, εμποδίζονται από το να προωθηθούν. Επισημαίνω, για σκοπούς πληρότητας, ότι πέραν του ζητήματος της καθυστέρησης τόσο στην καταχώριση της Αίτησης, όσο στην διεκπεραίωση της δίκης, η πλευρά της Εναγόμενης δεν συγκεκριμενοποιεί για ποιο λόγο τυχόν ζημιά που θα υποστεί ένεκα της έγκρισης της Αίτησης δεν είναι δυνατό να θεραπευθεί με κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Κρίνω συνεπώς ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν θα ισοδυναμούσε με εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η Εναγόμενη θα υποστεί βλάβη που δεν θεραπεύεται με ανάλογη διαταγή για τα έξοδα. Ως προς την καθυστέρηση στην διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας, όπως ήδη ανάφερα αυτή έχει ήδη ξεκινήσει και πρόκειται να τροχοδρομηθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση. Εν όψει των πιο πάνω, αναφορικά με τα Αιτητικά Α και Β, έχω ικανοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η έγκρισή τους αφενός θα δώσει την ευκαιρία στους Ενάγοντες να δικογραφήσουν πιο ξεκάθαρα τη θέση τους ως προς την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας μεταξύ τους και της Εναγόμενης και αφετέρου δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην πλευρά της Εναγόμενης που να μην θεραπεύεται με αντίστοιχη διαταγή για έξοδα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδονται αντίστοιχα διατάγματα ως τα Αιτητικά Α και Β της Αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την ημέρα καταχώρισης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τροποποιημένη Απάντηση, αν υπάρχει να καταχωριστεί ενός 7 ημερών από την ημέρα καταχώρισης της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, εν όψει της φύσης της, αλλά και της μερικής της επιτυχίας, επιδικάζω τόσο αυτά, όσο και εκείνα που σπαταλούνται από την τροποποίηση (thrown away), υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Η Αγωγή ορίζεται για προγραμματισμό Ακρόασης στις 22.5.23 και ώρα 9.00 π.μ., με τη φυσική παρουσία στο Δικαστήριο των άμεσα εμπλεκομένων δικηγόρων απαραίτητη. (Υπ.)......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. μεταξύ άλλων Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Έφεση 58/2012, ημ. 4.2.13, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. N.K. Σιακόλα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.