ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Γιώργου Φιλή κ.α., Αρ. Αγωγής 5079/2014, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5079/2014 Μεταξύ: USB BANK PLC Εναγόντων -και-
- Γιώργου Φιλή
- Ιουλίας Καραγιάννη Φιλή
- Δανάης Φιλή Εναγομένων ----------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 9.8.2019 Μεταξύ: ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην ASTROBANK LIMITED) Εναγόντων -και-
- Γιώργου Φιλή
- Ιουλίας Καραγιάννη Φιλή
- Δανάης Φιλή Εναγομένων ------------------------ Αίτηση Εναγoμένης 3 ημερ. 1.12.2022 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 3 - Αιτήτρια: κ. Ν. Κωνσταντίνου για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Ευσταθίου για Ευσταθίου & Ευσταθίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγομένη 3 - Αιτήτρια αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες όπως μεταβιβάσουν στην Εναγομένη 3 τα δύο επίδικα ακίνητα ή διαζευκτικά την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες και ή αντιπροσώπους τους να αποξενώσουν και ή διαθέσουν και ή μεταβιβάσουν και ή πωλήσουν και ή ενοικιάσουν και ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν τα προαναφερόμενα ακίνητα, μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου και ή την τελική εκδίκαση της Αγωγής. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 3 η οποία αναφέρει τις συνθήκες υπό τις οποίες πληροφορήθηκε ότι αφότου ξεκίνησε η ακρόαση της ουσίας της Αγωγής (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) και οι Ενάγοντες είχαν προφανώς προγενέστερα ξεκινήσει τη διαδικασία πώλησης των επίδικων (ενυπόθηκων) ακινήτων με πλειστηριασμό, τελικώς οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εγγραφή και μεταβίβαση αυτών στο όνομα τους. Η Εναγομένη 3 επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους κρίνεται αναγκαία η έκδοση ενός των αιτούμενων διαταγμάτων, ισχυριζόμενη βασικά ότι η σύμβαση υποθήκης για τα δύο επίδικα ακίνητα έπαυσε να ισχύει και δεν υφίστατο κατά τον χρόνο της διαδικασίας πώλησης αυτών από τους Ενάγοντες ενώ η ίδια ουδέποτε υπέγραψε την ισχυριζόμενη σύμβαση εγγύησης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των γονέων της, Εναγομένων 1 και
- Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης, ότι η Εναγομένη 3 προωθεί λανθασμένη διαδικασία, ότι η Εναγομένη 3 δεν έρχεται με καθαρά χέρια, καθώς επίσης και ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση, είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΝΛ, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων. Ο ΝΛ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά τους Εναγόμενους λόγω της συνεργασίας τους με την Τράπεζα, περιγράφει όλο το ιστορικό των γεγονότων και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγομένης
- Ειδικότερα, αναφέρει ότι η Εναγομένη 3 παρουσιάζεται ως το αθώο μέρος της υπόθεσης και επιρρίπτει τα πάντα στον πατέρα της, Εναγόμενο 1, σε μια προσπάθεια αποφυγής της δικής της ευθύνης. Ο ΝΛ αναφέρει ότι είχαν επεξηγηθεί όλα τα σχετικά έγγραφα τόσο στην Εναγομένη 3 όσο και στους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι τα υπέγραψαν με την ελεύθερη τους βούληση, ότι η υποθήκη εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και να αποτελεί εξασφάλιση των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών, Εναγομένων 1 και 2, και ότι η εγγύηση της Εναγομένης 3 είναι καθόλα έγκυρη και νόμιμη. Ο ΝΛ ισχυρίζεται ότι το πρώτο αιτούμενο διάταγμα αποσκοπεί στην ανατροπή του status quo, ότι οι Ενάγοντες είναι φερέγγυοι και σε θέση να αποζημιώσουν την Εναγομένη 3 και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Σχετικά παραπέμπω στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Αποτελεί λόγο ένστασης πως η Εναγομένη 3 δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Είναι βασική νομική αρχή ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του - βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην τελευταία υπόθεση το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης, καθιστώντας την δια κλήσεως και επομένως αυτή η αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι και η άλλη πλευρά είχε την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές της θέσεις ως προς τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς της, και επομένως κατά την εξέταση της Αίτησης το Δικαστήριο έχει πλέον ενώπιον του τις θέσεις και των δύο πλευρών. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της η Εναγομένη 3 βασικά αρνείται την κατάρτιση οποιασδήποτε συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στους Εναγόμενους 1 και 2, ισχυρίζεται ότι η επίδικη υποθήκη δεν είναι έγκυρη και δεν σχετίζεται με τα ισχυριζόμενα δάνεια και αρνείται την υπογραφή και ή παροχή οποιασδήποτε προσωπικής εγγύησης. Η Εναγομένη 3 αναφέρει πως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τα έγγραφα των επίδικων διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχουν υπογραφεί, αυτά υπεγράφησαν συνεπεία δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή ψυχικής πίεσης και ή κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας των Εναγόντων και παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες. Η Εναγομένη 3 ανταπαιτεί γενικές αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και απόφαση πως τα επίδικα έγγραφα για παραχώρηση διευκολύνσεων είναι άκυρα λόγω δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή ψυχικής πίεσης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τουλάχιστον η φύση των αξιώσεων στη βάση της παράβασης καθήκοντος επιμέλειας και κυρίως λόγω δόλου και ψευδών παραστάσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων απαίτησης. Ταυτόχρονα εγείρονται και ισχυρισμοί οι οποίοι άπτονται της εγκυρότητας και ισχύος των υπό κρίση εξασφαλίσεων, τόσο της υποθήκης όσο και της εγγύησης, τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό των Εναγόντων παραχώρησε η Εναγομένη
- Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αυτή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών και των εκατέρωθεν ισχυρισμών, πάντοτε στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η μαρτυρία η οποία προσάγεται στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν καθότι αυτή παρουσιάζεται για σκοπούς εκδίκασης της Αγωγής και θα τύχει της ανάλογης αξιολόγησης για την κατάληξη τελικών ευρημάτων, εκτός βεβαίως στον βαθμό που σε αυτή γίνεται αναφορά στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και θα υπόκειται σε εξέταση για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης 3, οι βασικοί ισχυρισμοί της συνοψίζονται ως εξής: 1) Κατά το 2010 τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν δυνάμει δωρεάς από τους Εναγόμενους 1 και 2 στην κόρη τους, Εναγομένη 3, μαζί με την υφιστάμενη τότε υποθήκη Υ.16/09, μετά από τη λήψη της συγκατάθεσης των Εναγόντων. 2) Το 2012 οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν νέο δάνειο προς εξόφληση των υφιστάμενων τους δανείων του 2009 και τα οποία εξασφάλιζε αποκλειστικά η επίδικη υποθήκη. 3) Η Εναγομένη 3, από το 2010, ουδέποτε συγκατατέθηκε στην εκ νέου επιβάρυνση των επίδικων ακινήτων ή στη μεταβίβαση ή εκχώρηση ή επανεγγραφή της υποθήκης ως εξασφάλιση των νέων διευκολύνσεων των Εναγομένων 1 και
- 4) Δεν έγινε επανεγγραφή ή δόθηκε η συγκατάθεση της Εναγομένης 3 για επανεγγραφή της υποθήκης το 2012, κάτι το οποίο ήταν απαραίτητο ούτως ώστε η υποθήκη να αποτελεί νέα επιβάρυνση επί των ακινήτων. 5) Ο όρος στη σύμβαση υποθήκης, η οποία υπεγράφη από τους Εναγόμενους 1 και 2 το 2009, ότι αυτή εξασφαλίζει κάθε μελλοντική υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη προς τον ενυπόθηκο δανειστή δεν παράγει νομική δέσμευση προς τον νέο ιδιοκτήτη. 6) Ο δικαιοδόχος δεν δεσμεύεται από την υφιστάμενη υποθήκη δυνάμει των προνοιών του άρθρο 31
(4)του Ν.9/65. 7) Ακόμα και αν ήθελε κριθεί ως έγκυρη η υποθήκη, ο όρος για την εξασφάλιση μελλοντικών δανείων είναι καταχρηστικός και ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης είτε με τους Εναγόμενους 1 και 2 είτε με την Εναγομένη 3. 8) Και οι συμβάσεις δανείων περιέχουν καταχρηστικούς όρους και επομένως αυτές και οι εξασφαλίσεις τους είναι άκυρες. 9) Η Εναγομένη 3 αμφισβητεί την υπογραφή της επί των Τεκμηρίων 22-24, ήτοι της δήλωσης εγγυητή επί της συμπληρωματικής συμφωνίας ημ. 4.3.13, του εγγυητηρίου εγγράφου ημ. 25.1.23 και της υπεύθυνης δήλωσης ημ. 4.4.13, και προς τούτο διόρισε εμπειρογνώμονες οι οποίοι αναφέρουν ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο οι φερόμενες υπογραφές να έχουν τεθεί από τρίτο πρόσωπο. 10) Κατά το 2013 όταν πήγε στην Τράπεζα με τον πατέρα της, Εναγόμενο 1, για σκοπούς υπογραφής κάποιων εγγράφων προς ανανέωση του δανείου, χωρίς αυτά να της εξηγηθούν, προέκυψε μια διαφωνία και έντονη συζήτηση μεταξύ του πατέρα της και του τραπεζικού υπαλλήλου, με αποτέλεσμα αυτή να αποχωρήσει από την Τράπεζα χωρίς να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. 11) Ως εκ τούτου τόσο οι φερόμενες προσωπικές εγγυήσεις της Εναγομένης 3 όσο και η υποθήκη δεν συνιστούν νόμιμες και έγκυρες εξασφαλίσεις και θα πρέπει να ακυρωθούν από το Δικαστήριο. 12) Η ίδια δεν γνώριζε για τη χορήγηση του νέου δανείου το 2012 ούτε και την ύπαρξη υποθήκης ως εξασφάλιση για το εν λόγω δάνειο. Ο ΝΛ με τη σειρά του αναφέρει τα ακόλουθα: (
- i)Το 2010 οι Εναγόμενοι 1 και 2 μεταβίβασαν τα επίδικα ακίνητα, με τη γραπτή και υπό όρους συγκατάθεση των Εναγόντων, στην Εναγομένη 3 μαζί με την υποθήκη Υ.6/09, υπό τον όρο της συνέχισης της ισχύος της υποθήκης ως εξασφάλιση του δανείου του 2009. (
- ii)Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι ενεργούσαν ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι της Εναγομένης 3 η οποία αποδέχθηκε τη μεταβίβαση των ακινήτων με τη συνέχιση της υποθήκης προς όφελος της Τράπεζας και υπέγραψε προσωπική εγγύηση ως περαιτέρω εξασφάλιση. (iii) Το 2012, κατόπιν αιτήματος των ιδίων και διαπραγμάτευσης τους με την Τράπεζα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνήψαν νέο δάνειο προς εξόφληση-διευθέτηση υφιστάμενων δανείων τους και της εταιρείας συμφερόντων του Εναγομένου 1, Aristos Philis Printers Ltd. (
- iv)Αφού τους επεξηγηθήκαν οι όροι της επιστολής προσφοράς, οι Εναγόμενοι 1 και 2 τους αποδέχθηκαν και την υπέγραψαν. (
- v)Ανάμεσα στους όρους αυτής, ήταν και η συνέχιση της υποθήκης και της εγγύησης της Εναγομένης 3 ως εξασφάλιση για το νέο δάνειο. Γι΄ αυτά η Εναγομένη 3 ενημερώθηκε το 2012 όταν πήγε στην Τράπεζα για να υπογράψει τη Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης Εγγυητή. (
- vi)Αφού τους επεξηγήθηκαν οι όροι του νέου δανείου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 τους αποδέχθηκαν και υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου. (vii) Το 2013 υπεγράφη συμπληρωματική συμφωνία, κατόπιν αιτήματος των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι διαπραγματεύτηκαν τους όρους αυτής και για λογαριασμό της Εναγομένης 3. (viii) Αφού εξηγήθηκαν οι όροι της επιστολής προσφοράς από τον ΝΛ προς τους Εναγόμενους 1 και 2, αυτοί αρχικά τη μελέτησαν αφού είχαν λάβει αντίγραφο και ακολούθως μετάβηκαν στην Τράπεζα όπου και την υπέγραψαν. (
- ix)Ανάμεσα στους όρους ήταν και η συνέχεια της υποθήκης και της προσωπικής εγγύησης της Εναγομένης 3. (
- x)Ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας από τους Εναγόμενους 1 και 2. (
- xi)Ο ΝΛ επεξήγησε στην Εναγομένη 3 το περιεχόμενο αυτής και του εγγυητήριου και παρέδωσε σε αυτή αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων για να τα μελετήσει και λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, η Εναγομένη 3 δήλωσε ότι καταλάβαινε το περιεχόμενο της συμφωνίας και τη συνέχιση των εξασφαλίσεων και υπέγραψε το εγγυητήριο. (xii) Το 2013 ο ΝΛ παρέδωσε επίσης στην Εναγομένη 3 επιστολή με βάση τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο. (xiii) Η υποθήκη συνέχισε να αποτελεί εξασφάλιση του δανείου του 2012 και της συμπληρωματικής συμφωνίας του 2013 και η Εναγομένη 3 είχε πλήρη γνώση όλων των πιο πάνω δανείων και ότι τόσο η υποθήκη όσο και η προσωπική της εγγύηση, του 2010 και του 2013, παρέμεναν σε ισχύ και συνέχιζαν να εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2. (xiv) Οι γραφολόγοι δεν προβαίνουν σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα περί μη γνησιότητας της υπογραφής της Εναγομένης 3. (
- xv)Η Εναγομένη 3 δίδει λανθασμένη ερμηνεία στο άρθρο 31
(4)του Ν.9/65 το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. (xvi) Η υποθήκη και η εγγύηση παραμένουν έγκυρες και εν ισχύι ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες. Χωρίς το Δικαστήριο να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα, για σκοπούς της παρούσας, διαφαίνεται κατ' αρχάς πως αποτελούν κοινό έδαφος η σύναψη της συμφωνίας δανείου το 2009 και η παραχώρηση της υποθήκης, η μεταβίβαση των ενυπόθηκων ακινήτων στην Εναγομένη 3, με τη συγκατάθεση της Τράπεζας και την υποθήκη, η σύναψη νέας συμφωνίας δανείου του 2012 και της συμπληρωματικής το
- Οι δύο πλευρές όμως παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές ως προς τα γεγονότα αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής των διαφόρων εγγράφων και ως προς τη νομική σημασία αυτών. Η μεν Εναγομένη 3 αμφισβητεί τόσο την ενημέρωση όσο και την υπογραφή της σε διάφορα έγγραφα ως επίσης και την ισχύ και εγκυρότητα της υποθήκης και της εγγύησης, ενώ ο ΝΛ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενεργούσαν και ως πληρεξούσιοι της Εναγομένης 3 κατά τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις τους με την Τράπεζα, ο ίδιος εξήγησε πλήρως όλα τα έγγραφα και τους όρους αυτών και η Εναγομένη 3 τα κατανόησε, συμφώνησε και υπέγραψε. Ο ΝΛ παραπέμπει στους όρους των εξασφαλίσεων για να υποστηρίξει ότι αυτές ίσχυαν και εξακολουθούν να αποτελούν εξασφάλιση ενώ απορρίπτει τις θέσεις της Εναγομένης 3 ως προς τη νομική σημασία αυτών. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την εισήγηση των Εναγόντων ότι η μαρτυρία της Εναγομένης 3 δεν είναι ικανή να καταδείξει τέτοια πιθανότητα. Είναι γεγονός ότι τα έγγραφα φέρονται να περιέχουν τους όρους περί συνέχισης της ισχύος της υποθήκης και περί παροχής προσωπικής εγγύησης και φαίνεται να φέρουν την υπογραφή της Εναγομένης
- Περαιτέρω, οι γραφολόγοι δεν φαίνεται να καταλήγουν σε κάποιο σαφές συμπέρασμα, πλην όμως υπάρχει η μαρτυρία της ίδιας της Εναγομένης 3 ως προς τις συνθήκες υπογραφής και την αμφισβήτηση της ίδιας της υπογραφής σε κάποια των εγγράφων η οποία δεν μπορεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο να θεωρηθεί πως στερείται κάθε προοπτική επιτυχίας. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη ορατής προοπτικής επιτυχίας των θέσεων της Εναγομένης
- Αναφορικά με την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, είναι σαφές από τη νομολογία πως αυτό το κριτήριο δεν περιορίζεται μόνο σε χρηματική αποζημίωση αλλά επεκτείνεται και σε άλλα μεταβλητά κριτήρια. Είναι γεγονός ότι η Εναγομένη 3 δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό περί αφερεγγυότητας των Εναγόντων αλλά αντίθετα παραμένει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός των τελευταίων περί της οικονομικής δυνατότητας να αποζημιώσουν την Εναγομένη 3 σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι αυτή υπέστη ζημιά από τυχόν έκδοση ενός των αιτούμενων διαταγμάτων. Πέραν όμως αυτού του στοιχείου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα αποτελούν την κατοικία τόσο της Εναγομένης 3 αλλά και των Εναγομένων 1 και 2 και πως αυτοί εξακολουθούν να διαμένουν εκεί και ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης διασφαλίζει το δικαίωμα της Εναγομένης 3, ως ιδιοκτήτριας αυτών, και συνακόλουθα της οικογένειας της να παραμείνει εκεί μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση αποτυχίας της Αίτησης, οι Ενάγοντες θα μπορούν να προχωρήσουν στην περαιτέρω διάθεση ή αποξένωση της περιουσίας με αποτέλεσμα να χαθεί η όποια προοπτική διατήρησης της από την Εναγομένη 3, ενώ σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης, οι Ενάγοντες δεν θα απωλέσουν το όποιο δικαίωμα τους απορρέει από την υποθήκη η εγκυρότητα της οποίας θα αποφασιστεί στα πλαίσια της Αγωγής. Αυτό το δεδομένο, σε συνάρτηση με το γεγονός πως τα ακίνητα έχουν ήδη εγγραφεί στο όνομα των Εναγόντων, γέρνει σαφώς το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της Εναγομένης 3 η οποία διατηρεί το δικαίωμα να παραμένει στην κατοικία της, σε αντίθεση με τους Ενάγοντες οι οποίοι θα έχουν την περιουσία στο όνομα τους. Αυτή δε η κατάσταση πραγμάτων θα παραμείνει για ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα λόγω του ότι η ακρόαση της Αγωγής προχωρεί, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της Αίτησης, και βρίσκεται στο στάδιο της προσκόμισης των δύο τελευταίων μαρτύρων των Εναγομένων. Επομένως, αναμένεται η έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αγωγή σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν έχει διαφανεί τέτοιος δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των Εναγόντων οι οποίοι μπορούν να διατηρήσουν την ιδιοκτησία των ακινήτων και, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν αυτά με ενοικίαση λόγω της διαμονής εκεί της Εναγομένης
- Παράλληλα είναι εύλογο το συμπέρασμα πως για ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα η όποια ενδεχόμενη μείωση της αξίας αυτής δεν αναμένεται να είναι μεγάλης έκτασης. Ο ισχυρισμός του ΝΛ πως οι συζητήσεις προς εξεύρεση εξώδικου συμβιβασμού ή διευθέτηση της υπόθεσης δεν συνάδουν με την επιθυμία διατήρησης της περιουσίας της εφόσον συμπεριλάμβαναν και πρόταση για την έκδοση διατάγματος πώλησης αυτής, δεν ενέχει σημασία. Σημειώνεται ότι η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται πως η βάση της όποιας πρότασης για διευθέτηση ήταν η διατήρηση της κατοικίας της. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτές οι συζητήσεις γίνονταν με σκοπό τη δέσμευση οποιασδήποτε πλευράς αλλά αντιθέτως το γεγονός της διεξαγωγής της ακρόασης της Αγωγής καταδεικνύει ότι οι δύο πλευρές εμμένουν στις εκατέρωθεν θέσεις τους και οι όποιες συζητήσεις μεταξύ τους γίνονται άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου παραπέμπουν στο ότι η Αίτηση αποσκοπεί στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής και όχι στην ανατροπή αυτής και στην επαναφορά της προγενέστερης κατάστασης. Αυτό οδηγεί στην εξέταση της φύσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Το πρώτο αιτούμενο διάταγμα είναι προστακτικής φύσης. Και τούτο καθότι ζητείται διάταγμα για μεταβίβαση από τους Ενάγοντες των επίδικων ακινήτων στην Εναγομένη
- Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι προστακτικά διατάγματα εκδίδονται με ιδιαίτερη φειδώ από το Δικαστήριο. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των
- Starport Nominees Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1271 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Σε ό,τι αφορά στο προστακτικό των διαταγμάτων, αναμφίβολα τα προστακτικά διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη, αλλά όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 35-37, η έκδοσή τους δεν αποκλείεται όταν υπάρχει ή θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο . v. Σούλη, Πολ. ΄Eφ. Ε75/15, ημ. 7.12.18: «Το εκδικάσαν Δικαστήριο, βασικά, έκρινε, ορθώς, ότι τα εν λόγω διατάγματα, όσον αφορά τη φύση τους, ήταν προστακτικά, δεδομένου του περιεχομένου και της επίδρασής τους, αναφερόταν δε σε αυτά ωσάν να ήταν ένα διάταγμα. Τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, πρέπει να λεχθεί, καθιστούν, σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσής του, (βλ. Redland Bricks, Ltd. ν. Morris [1969] 2 All E.R. 576 (H.L.), Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047). Αυτό εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι είναι, συνήθως, πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοσή του παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος, (βλ. National Commercial Bank Jamaica v Olint Corpn [2009] 1 WLR 1405 (PC). Συνέχεια της πιο πάνω διαπίστωσης, παρατηρούνται στην τελευταία υπόθεση, στη σελίδα 1409, και τα εξής: "What is required in each case is to examine what on the particular facts of the case the consequences of granting or withholding of the injunction is likely to be."» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με αυτό τον τρόπο εκείνο το οποίο βασικά ζητείται με την υπό κρίση Αίτηση είναι η επαναφορά των ακινήτων στο όνομα της Εναγομένης 3, κάτι το οποίο είναι η συνέπεια τυχόν απόφασης του Δικαστηρίου περί ακυρότητας της υποθήκης ούτως ώστε τα ακίνητα να παραμείνουν στην ιδιοκτησία της Εναγομένης 3. Με άλλα λόγια, η Εναγομένη 3 επιζητεί την επαναφορά στην προγενέστερη κατάσταση, κάτι το οποίο είναι πρόωρο και εξαρτάται από την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Αβερκίου v. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 222, και το ακόλουθο απόσπασμα, στο οποίο γίνεται συσχετισμός και με το ισοζύγιο της ευχέρειας: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ"Κυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody's v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS EXPRESS v. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1(A) A.A.Δ. 149.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σταυράκης κ.ά. v. Δήμου Λευκωσίας
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 731: «Οι διαφορές που υπήρχαν στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, και ιδιαιτέρως ως προς τη σημασία που θα μπορούσε να τους προσδώσει κάποιος, εφόσον δεν επιτρέπεται σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να προβεί σε τελικά συμπεράσματα, ορθά οδήγησαν το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι το έργο αυτό θα πρέπει να αφεθεί στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Αβερκίου (ανωτέρω)). Εκ της φύσεως του ένα τέτοιο διάταγμα δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξης πραγμάτων, αλλά την απόδοση θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Άλλωστε, ένα συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας λόγω αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης και όχι σε ικανοποίηση του ουσιαστικού της αιτήματος (Goodies Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1 Α.Α.Δ. 157 και Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται (Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Αυτό, χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με τις αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση. Εξουσία, που σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και εκεί όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επομένως, με το πρώτο αιτούμενο διάταγμα σαφώς δεν ζητείται η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων αλλά αντιθέτως η ανατροπή αυτής με σκοπό την προώθηση της διαδικασίας προς υποβοήθηση απόδοσης της τελικής θεραπείας προς όφελος της Εναγομένης 3, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η υπόθεση Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 169 στην οποία ο εφεσείων είχε αγοράσει από τους εναγόμενους 1 και 2 υπό ανέγερση διαμέρισμα το οποίο οι τελευταίοι διαίρεσαν σε δύο διαμερίσματα και τα ενοικίασαν στους εναγόμενους 3 και 4. Ο εφεσείων με την καταχώριση της αγωγής καταχώρισε και μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να εμποδίζει τους εναγόμενους να επεμβαίνουν στο διαμέρισμα και να τους διατάζει να πληρώνουν ένα ποσό ημερησίως ενόσω συνέχιζαν να το κατέχουν. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία δεν εκδόθηκε διάταγμα και ανέφερε τα εξής: «Νοουμένου όμως ότι ουδέποτε είχε ο ίδιος κατοχή, στην ουσία, όπως ορθά παρατήρησε επ' αυτού ο ευπαίδευτος Πρόεδρος, επεδίωκε την ειδική εφαρμογή της συμφωνίας ώστε να του εδίδετο η κατοχή την οποία ισχυρίζετο ότι εδικαιούτο δυνάμει της συμφωνίας, είναι δε αξιοσημείωτο ότι το αίτημα του για την έκδοση του διατάγματος δεν περιορίζετο καν χρονικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος όμως είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Αυτό είναι που διαφοροποιεί και την προκειμένη περίπτωση από την Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557 στην οποία βασίζεται ο κ. Ιωαννίδης για να εισηγηθεί ότι, αφ' ης στιγμής καταδειχθεί λανθασμένη η προσέγγιση του ευπαίδευτου Προέδρου, το διάταγμα πρέπει να εκδοθεί. Στην υπόθεση εκείνη ο ενάγων είχε την κατοχή η οποία και του στερήθηκε από τους εναγομένους, εξ ου και του εδόθη πίσω η κατοχή με το ενδιάμεσο διάταγμα ώστε να αποκατασταθεί το status quo ante, ιδιαίτερα αφού η νόμιμη κατοχή του μπορούσε, σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας και εφ' όσον ο ενάγων αποδείκνυε τελικά τους ισχυρισμούς του, να του δημιουργούσε και δικαίωμα να συνεχίσει να έχει κατοχή έστω και αν δεν μπορούσε να επιτύχει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ώστε να αποκτούσε την ιδιοκτησία. Ενώ, από την άλλη, η στέρηση της κατοχής μπορούσε να του στερήσει τα δικαιώματα κατοχής που απόρρεαν, σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας, από την κατοχή του. Η διατήρηση της κατοχής από τον ενάγοντα, μέσω του ενδιάμεσου διατάγματος, ήταν έτσι θεμελιακής σημασίας προς διατήρηση και του status quo ante. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ο εφεσείων δεν στερήθηκε τέτοιας κατοχής, αφού ποτέ δεν την είχε, και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα συνιστούσε συντήρηση του status quo ante, ούτε η μη έκδοση του θα του στερούσε οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέοντα από την πραγματική νόμιμη κατοχή την οποία ποτέ δεν είχε. Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG [1984] 1 C.L.R. 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόδοση κατοχής στον εφεσείοντα και έτσι ανατροπή αντί διατήρηση του status quo ante με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο επ' ακροάσει των θέσεων των μερών επί της ουσίας εφ' όσον ο εφεσίβλητος προβάλλει ουσιαστική υπεράσπιση.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση, όπου η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε στα πλαίσια της διαδικασίας δυνάμει του Μέρους VΙΑ του Ν.9/65, ήτοι της πώλησης με πλειστηριασμό. Με παραδοχή της Εναγομένης 3, δεν υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ και συνακόλουθα ακύρωση της διαδικασίας κατόπιν νομικής συμβουλής περί πολύ περιορισμένης προοπτικής επιτυχίας τέτοιας αίτησης. Η διενέργεια της εν λόγω διαδικασίας ουδόλως αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση της παρούσας Αίτησης στα πλαίσια της Αγωγής. Η διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό παραμένει καθόλα νόμιμη, πλην όμως έχει διαφορετικό σκοπό και διαφορετική συνέπεια από την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εξ ου και η έκδοση τέτοιου διατάγματος αποτελεί ένα εκ των λόγων για τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ. Επομένως, οι δύο διαδικασίες είναι διακριτές. Παρά ταύτα, από τη στιγμή που η περιουσία μεταφέρθηκε στους Ενάγοντες δυνάμει μιας προβλεπόμενης στον Νόμο διαδικασίας, τότε δεν υπάρχει λόγος για ανατροπή αυτής της κατάστασης και ουσιαστικά εξουδετέρωσης και αναίρεσης αυτής, κυρίως από τη στιγμή που υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας της Αίτησης και διασφάλισης του υφιστάμενου status quo με τη χορήγηση του δεύτερου αιτούμενου διατάγματος. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν έχει καταδειχθεί το επείγον για την ανάγκη χορήγησης των αιτούμενων διαταγμάτων. Παρά ταύτα από τη στιγμή που τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται εγγεγραμμένα στους Ενάγοντες, τότε υπάρχει κάθε δυνατότητα πώλησης ή επιβάρυνσης τους και επομένως ενδείκνυται η ανάγκη διαφύλαξης αυτής μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με δεδομένο ότι η μεταβίβαση έλαβε χώρα στις 10.11.22 και η Εναγομένη 3 πληροφορήθηκε περί τούτου περί την εν λόγω ημερομηνία και η Αίτηση καταχωρίστηκε λίγες μέρες αργότερα, την 1.12.22. Το γεγονός ότι η προθεσμία των έξι μηνών από την πρώτη ημερομηνία του πλειστηριασμού έληγε κατ΄ εκείνο το χρονικό διάστημα και η Εναγομένη 3 όφειλε να το γνώριζε δεν διαφοροποιεί ότι το χρονικό ορόσημο για την Εναγομένη 3 ήταν αφενός η ημερομηνία της μεταβίβασης και αφετέρου η ημερομηνία που αυτή περιήλθε σε γνώση της. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη και ή καταχρηστική. Αντιθέτως, διαφαίνεται ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε σε μια γνήσια προσπάθεια της Εναγομένης 3 να εξασφαλίσει προσωρινή θεραπεία προς διαφύλαξη των δικαιωμάτων της αναφορικά με την περιουσία και κατοικία της μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Αγωγής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του δεύτερου αιτούμενου διατάγματος. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύονται οι Ενάγοντες και ή αντιπρόσωποι και ή υπάλληλοι και ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί και ή κατέχει και ή εκμεταλλεύεται και ή διαχειρίζεται εκ μέρους και για λογαριασμό τους τα κατωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα, από του να αποξενώσουν και ή διαθέσουν και ή μεταβιβάσουν και ή πωλήσουν και ή ενοικιάσουν και ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν τα εν λόγω ακίνητα τα οποία οι Ενάγοντες μεταβίβασαν στο όνομα τους στις 10.11.22, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου: Α. Ακίνητο με αρ. εγγραφής .. Β. Ακίνητο με αρ. εγγραφής .. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο