Hong-Wen Wang ν. Notesco Financial Services Ltd, Αρ. Αγωγής 715/20, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 715/20 Μεταξύ: Hong-Wen Wang Ενάγοντα - και - Notesco Financial Services Ltd Εναγόμενης Αίτηση της Εναγόμενης, ημερομηνίας 8.6.22, για παροχή ασφάλειας εξόδων από τον Ενάγοντα Ημερομηνία: 24.4.2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Χριστοδούλου Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Ιωνίδου Ενδιάμεση Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων ηλεκτρονικά, κατόπιν λήψης της ρητής τους συγκατάθεσης, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι η απαίτηση του Ενάγοντα να του καταβληθεί από την Εναγόμενη συγκεκριμένο ποσό χρημάτων το οποίο εκείνος κατ' ισχυρισμό κατέθεσε σε λογαριασμούς που διατηρούσε με την Εναγόμενη για να ασκεί μέσω τους επενδυτική δραστηριότητα. Στις 8.6.22 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση, με την οποία η Εναγόμενη ζητά όπως ο Ενάγοντας διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων για ποσό €8.487,33 ή ποσό που θα καθορίσει το Δικαστήριο (η «Αίτηση») και ν' ανασταλεί η διαδικασία μέχρις ότου ο Ενάγοντας συμμορφωθεί με τυχόν ανάλογη διαταγή που ήθελε εκδοθεί. Η Αίτηση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 60, θεσμοί 1 - 6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη (η «ΕΔ Αίτησης»). Συνοπτικά, η ομνύουσα αναφέρει ότι η Εναγόμενη εδρεύει στην Κύπρο και κατέχει άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών διαδικτυακών συναλλαγών σε ξένο συνάλλαγμα (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα) και ότι, στο παρελθόν, εμπορευόταν με την επωνυμία «Ironfx Limited», την οποία άλλαξε περί το έτος 2018 (Τεκμήριο 11). Ο Ενάγοντας, αναφέρει, είναι αλλοδαπός, κάτοικος της Ταϊβάν, περιοχή η οποία δεν αναγνωρίζεται από την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος, αλλά και που γενικά τυγχάνει περιορισμένης διεθνούς αναγνώρισης. Επίσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε διμερής ή πολυμερής σύμβαση νομικής συνεργασίας μεταξύ της Ταϊβάν και της Κύπρου (παράγραφος 3 της ΕΔ Αίτησης και συνημμένο Τεκμήριο 1). Εξ όσων η ομνύουσα γνωρίζει, ο Εναγόμενος δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο και σε περίπτωση που διαταχθεί να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν θα είναι δυνατή. Βάσει ενδεικτικού λεπτομερούς καταλόγου που περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωσή της, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι τα έξοδα υπολογίζονται σε €8,487.33. Αναφορικά με την ουσία της διαφοράς, είναι πεποίθηση της ομνύουσας ότι η Εναγόμενη έχει πολύ καλή Υπεράσπιση, επειδή, βάσει των στοιχείων που παραθέτει στην παράγραφο 10 της ΕΔ Αίτησης, ο Ενάγοντας χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της Εναγόμενης μέσω των λογαριασμών που διατηρούσε με αυτή (Τεκμήριο 5) για να προβεί σε επενδυτικές συναλλαγές που ήταν «καταχρηστικές, αντισυμβατικές και παράνομες», οι οποίες έγιναν με σκοπό την καταδολίευση της Εναγόμενης και κατά παράβαση των εν ισχύ όρων και προϋποθέσεών της (Τεκμήριο 4). Πιο συγκεκριμένα, πάντα κατά την ομνύουσα, από έρευνα που διεξήγαγε η Εναγόμενη, αποκαλύφθηκε ότι ο Ενάγοντας, με άλλα πρόσωπα, χρησιμοποιούσαν την ίδια διεύθυνση (IP Address) για να προβαίνουν σε συναλλαγές κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της Εναγόμενης αποκομίζοντας κέρδος χωρίς ρίσκο. Λόγω των πιο πάνω, η Εναγόμενη άσκησε τα δικαιώματά της στη βάση των όρων 6.29 και 24.4 έως και 24.7 του Τεκμηρίου 4 και δεν κατέβαλε ποσά τα οποία είναι προϊόντα αντισυμβατικής συμπεριφοράς, κατάχρησης ή παράβασης. Επισυνάπτει τα Τεκμήρια 6 έως 10, με τα οποία παραθέτει - αντίστοιχα - καταστάσεις λογαριασμού του Ενάγοντα, τα αιτήματα απόσυρσης που εκείνος υπέβαλε, καταλόγους με διευθύνσεις που κατ' ισχυρισμό χρησιμοποιήθηκαν από τον Ενάγοντα και άλλα πρόσωπα για να προβαίνουν στις πιο πάνω αναφερόμενες συναλλαγές, καθώς και απαντητική επιστολή προς δικηγόρους που ο Ενάγοντας και άλλα πρόσωπα διόρισαν αναφορικά με τα αιτήματα απόσυρσης. Επίσης αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν αποδέχθηκε την απόφαση του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης, στον οποία κατέφυγε ο Ενάγοντας αναφορικά με τα εδώ επίδικα ζητήματα και τέλος ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά και ότι δεν δικαιούται σε θεραπεία, ενώ, εν προκειμένω, δεν ενυπάρχει οποιαδήποτε ειδική περίσταση που να καθιστά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος άδικη. Η πλευρά του Ενάγοντος καταχώρισε ειδοποίηση Ένστασης προβάλλοντας 10 λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί (η «Ένσταση»). Προτείνεται, εν συντομία, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις τις Διαταγής 60 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, ότι ο Ενάγοντας, σε αντίθεση με την Εναγόμενη, έχει ισχυρή υπόθεση με καλές πιθανότητες επιτυχίας, ότι στερείται οικονομικών πόρων να καλύψει τη δεδομένη στιγμή οποιοδήποτε ποσό δικηγορικών εξόδων, ότι βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια λόγω του ότι η Εναγόμενη, η οποία ευθύνεται για την κατάσταση αυτή, κατακρατεί από εκείνον παράνομα το ποσό των 42,422 Δολαρίων Αμερικής, ότι τυχόν έκδοση διατάγματος θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ότι η Αίτηση έγινε με καθυστέρηση. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που γίνεται από δικηγόρο του γραφείου που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα (η «ΕΔ Ένστασης»), αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας διαμένει στην Ταϊβάν και επαναλαμβάνεται ότι δεν πληρούνται οι Νομολογιακές αρχές σε σχέση με την Διαταγή 60 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, καθότι η Εναγόμενη παράνομα, αλλά και χωρίς επεξήγηση, κατακρατεί χρήματα του Ενάγοντα και τον έχει με αυτό τον τρόπο θέσει σε οικονομική δυσχέρεια. Προς τούτο ο Ενάγοντας απέστειλε αλληλογραφία στην Εναγόμενη ότι οι εντολές του δεν είχαν ακόμη τύχει επεξεργασίας και ότι χρειάζεται το ποσό επειγόντος για οικογενειακά θέματα (Τεκμήριο Α Ένστασης). Βάσει κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο Β Ένστασης), οι εντολές για επιστροφή ποσών του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη έχουν καθεστώς «waiting for processing», δηλαδή δεν έχουν ακυρωθεί από την Εναγόμενη. Η δε απάντηση της Εναγόμενης στο παράπονο του Ενάγοντα, το οποίο κοινοποιήθηκε μέσω δικηγόρου, ήταν γενική και αόριστη χωρίς να συγκεκριμενοποιείται η βάση της. Επειδή ο Ενάγοντας βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια, προκειμένου να αποφύγει να διορίσει δικηγόρο, υπέβαλε παράπονο στο Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, ο οποίος κατόπιν εξέτασης, εξέδωσε απόφαση (Τεκμήριο Γ Ένστασης) με την οποία αναφέρεται ότι η Εναγόμενη όφειλε να επιστρέψει στον Ενάγοντα το ποσό των 38,000 Δολαρίων Αμερικής, το οποίο θεωρήθηκε ως μέρος των κεφαλαίων του. Η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με την εν λόγω απόφαση και έτσι ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να καταχωρίσει την παρούσα Αγωγή. Η Υπεράσπιση, κατά την ομνύουσα, είναι αβάσιμη, τα Τεκμήρια 8 και 9 της ΕΔ Αίτησης δεν φέρουν ημερομηνίες και δεν συνδέονται με πράξεις στα αντίστοιχα IP Addresses. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ουσιαστικά απολήγει σε αποστέρηση του δικαιώματος του Ενάγοντα σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καθότι αντιμετωπίζει τεράστιο οικονομικό πρόβλημα, ενώ την ίδια ώρα η Εναγόμενη κατακρατά παράνομα ποσά που του ανήκουν. Τέλος, η ομνύουσα αναφέρει ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγούσε σε εκτροχιασμό της διαδικασίας ένεκα της καθυστέρησης στην καταχώρισή της των 2 χρόνων μετά την καταχώριση της Αγωγής και ότι στον κατάλογο εξόδων που προτείνει η Εναγόμενη περιλαμβάνονται έξοδα που δεν αφορούν την διαδικασία αλλά και έξοδα της κρίσιμης Αίτησης η οποία έγινε με αλλότριους σκοπούς. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Εναγόμενης περιλαμβάνεται αναφορά στις Νομολογιακές αρχές που σχετίζονται με τη Διαταγή 60 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Είναι η θέση τους ότι, αφού διαπιστωθεί ότι ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και τη δύναμη της υπόθεσής του. O εδώ Ενάγοντας διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και ότι δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο. Σε σχέση δε με το ζήτημα της ισχύος της υπόθεσης του Ενάγοντα, η θέση των δικηγόρων είναι ότι η Υπεράσπιση της Εναγόμενης είναι σημαντική, πλήρης και εμπεριστατωμένη και αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί της, καταμαρτυρώντας την ισχυρή της υπόθεση την οποία πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο. Αναλύοντας τέλος τους λόγους ένστασης, οι δικηγόροι της Εναγόμενης εισηγούνται ότι ουδείς ευσταθεί και συνεπώς καλούν το Δικαστήριο να εγκρίνει την Αίτηση. Από την πλευρά του Ενάγοντα, οι δικηγόροι του, με την δική τους αγόρευση, προτείνουν ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης και της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και της οικονομικής κατάστασης του Ενάγοντα και το κατά πόσο η Αίτηση γίνεται με σκοπό την καταπίεσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, συνεχίζουν, η Αίτηση υπεβλήθη με καθυστέρηση δύο ετών σε σημείο που βρίσκει τον Ενάγοντα οικονομικά αδύναμο, η Υπεράσπιση δεν είναι σοβαρή και ο κατάλογος εξόδων που παρατίθεται περιλαμβάνει τα έξοδα την υπό κρίση Αίτησης. Με συγκεκριμένες αναφορές στην Υπεράσπιση και τους σχετικούς ισχυρισμούς της ΕΔ Αίτησης, οι δικηγόροι του Ενάγοντα εισηγούνται ότι είναι προφανές ότι η Εναγόμενη δεν διαθέτει βάσιμη Υπεράσπιση και δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση για να αξιώνει το επίδικο ποσό. Λόγω της εκ της Εναγόμενης παράνομης κατακράτησης του ποσού που αξιώνει ο Ενάγοντας με την Αγωγή του, ποσό που τονίζεται ότι αποτελούσε ίδια κεφάλαιά του, ο Ενάγοντας αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και η έκδοση του Διατάγματος θα αποτελέσει κατάφορη αδικία εις βάρος του. Τέλος, ο κατάλογος εξόδων που ενδεικτικά παρέθεσε η πλευρά της Εναγόμενης στην ΕΔ Αίτησης περιλαμβάνει έξοδα την υπό κρίση Αίτησης και ποσά για 17 επιστολές χωρίς τεκμηρίωση. Η Διαταγή 60 θεσμός 1 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι: «Ενάγοντας [.] που έχει συνήθη διαμονή εκτός Κύπρου ή εκτός Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα, έστω κι αν διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Σύμφωνα με ερμηνευτική Νομολογία, το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο σταθμίζει, κατά περίπτωση, τους παράγοντες που πλαισιώνουν το συγκεκριμένο αίτημα και η οποία χαρακτηρίζεται ως ευρύτατη[1]. Κύριος παράγοντας είναι το ζήτημα της διαμονής. Έχοντας διαπιστώσει ότι ο Ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού εκείνα που, κυρίως, εξετάζονται είναι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.