← Κύπρος

OPTONET LIMITED ν. ΜΑΙΡΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΟΠΤΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 527/21, 28/3/2023

OPTONET LIMITED ν. ΜΑΙΡΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΟΠΤΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 527/21, 28/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Μ. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 527/21 Μεταξύ: OPTONET LIMITED (HE 235400) Ενάγουσα -και-

  1. ΜΑΙΡΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΟΠΤΙΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 111990)
  2. ΜΑΙΡΗ ΛΕΩΝΙΔΟΥ Εναγόμενοι ----------------------------------------------------------- Αίτηση ημ. 21/09/2022 υπό της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας για διαγραφή και/ή παραμερισμό της αγωγής εναντίον της Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια: κ. Γ. Χριστοφίδης δια κ.κ. Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Γεωργιάδης δια κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση στις 29/03/21 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων €12,943.40 πλέον τόκους και έξοδα, τα οποία, όπως δικογραφείται, αφορούν σε υπόλοιπο πώλησης και παράδοσης υπηρεσιών και εμπορευμάτων της ειδικότητας τους κατ' εντολή και/ή δια λογαριασμό των Εναγομένων έναντι συμφωνηθείσας και/ή λογικής τιμής. Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα με το οποίο να διαγράφεται (strike out) και/ή να παραμερίζεται η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή εναντίον της στη βάση, μεταξύ άλλων, της Δ.19 Θ.Θ. 1-27, Δ.27, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην διακριτική ευχέρεια και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας προβάλλεται ότι είναι η διευθύντρια της Εναγόμενης 1 και ότι ουδέποτε συμβλήθηκε γραπτώς ή προφορικά ή εκ συμπεριφοράς προσωπικά με τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, ή ότι έδωσε οποτεδήποτε εντολή να της πωληθούν και παραδοθούν προσωπικά εμπορεύματα ή υπηρεσίες της ειδικότητας των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση έναντι συμφωνηθείσας τιμής. Παραθέτει δε, ως τεκμήριο 1 αντίγραφα 6 επιταγών, τα οποία αποτέλεσαν τεκμήριο σε αποσυρθείσα αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 24/06/21, εκ των οποίων όπως υποστηρίζει διαφαίνεται ότι οι πληρωμές προς τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση γίνονταν από την Εναγόμενη 1 και όχι προσωπικά από την ίδια. Όπως τονίζει, στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση γίνεται αναφορά σε κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι των Εναγόμενων με τιμολόγια υπηρεσιών που εκδίδονταν επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 και πιστώνονταν πληρωμές της ιδίας, η οποία ενεργούσε ως διευθύντρια και/ή αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  3. Ως εκ τούτου, όπως υποστηρίζει, η αγωγή εναντίον της είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου και αξιώνει ως τα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης. Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση προβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, ελαττωματική και αβάσιμη κατά νόμο και ουσία, ότι η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, καθώς και ότι η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, η οποία στη συνέχεια πιστωνόταν από τους Εναγόμενους 1 και
  4. Στην ένορκη δήλωση του κ. Σταύρου Σταύρου, που όπως ορκίζεται είναι εκ των διευθυντών και γραμματέας των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση («ένορκη δήλωση Σταύρου») υποστηρίζεται ότι κατόπιν εντολής των Εναγομένων 1 και 2 η Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησαν να παραδίδουν στους Εναγόμενους εμπορεύματα της ειδικότητας τους, ήτοι οπτικά έναντι συμφωνηθείσας ή λογικής τιμής και ότι ενόψει της συμφωνίας αυτής η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας στην οποία χρεώνονταν οι εκάστοτε προσφερθείσες υπηρεσίες. Όπως υποδεικνύει, η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια συμβλήθηκε όπως συμβλήθηκε και η Εναγόμενη 1, κάτι που, όπως ισχυρίζεται, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η κατάσταση λογαριασμού ήταν επ' ονόματι της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας προσωπικά και ότι αυτή αποδεχόμενη αυτό το γεγονός προέβαινε σε πληρωμές. Παραθέτει ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού, στον οποίο υποστηρίζει εμφαίνονται οι πιστώσεις διαφόρων ημερομηνιών που αναφέρει. Περαιτέρω, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, καθότι δεν παράθεσε η ίδια την κατάσταση λογαριασμού, αλλά μόνο τα αντίγραφα των επιταγών και ότι, όπως λαμβάνει νομική συμβουλή, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το πρόσωπο από το οποίο δικαιούται θεραπείας ένας Ενάγων δύναται να συνενώσει περισσότερα πρόσωπα ως Εναγόμενους, ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει ποιος εξ' αυτών και σε ποιο βαθμό φέρει την ευθύνη και για τον λόγο αυτό η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον και των δυο Εναγομένων. Οι δύο πλευρές παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, των οποίων το περιεχόμενο έχω διεξέλθει και μελετήσει την επιχειρηματολογία που παρατέθηκε, όμως δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω την οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά σε αυτές. Σύμφωνα με την Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας («Θ.Π.Δ.»), «.το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει να διαγραφεί οποιοδήποτε δικόγραφο για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή απάντηση, και σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από το δικόγραφο ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή εκδοθεί αναλόγως απόφαση που θα ήταν δίκαιη.». Όπως έχει καταδείξει διαχρονικά η νομολογία επί του ζητήματος της απόρριψης αγωγής για τον λόγο αυτό, η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Χαρακτηριστικά, παρατίθεται το εξής απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Michael Papamichael v. Klitos Haholiades,

(1970)1 CLR 305 με υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου: "..This Court has considered the provisions of Order 27 in a number of cases in the past and I think we have made it clear that this jurisdiction ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases. Reference perhaps should be made to the case of Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176, at page 183, where we said that these rules empowered the Court by summary process, that is, without a trial in the normal way, to stay or dismiss an action where the pleading discloses no reasonable cause of action. In the course of our judgment in the Mavromoustaki case we referred to Dyson v. Attorney-General [1911] 1 K.B. 410, at page 419, where Fletcher Moulton L.J. said : " To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be 'driven from the judgment seat ' in this way without any Court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad." That is, undoubtedly, the test to be applied, and if there is a point capable or worthy of being argued it was clearly impossible to strike out an action in limine. It has been held that it is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this rule, and that this procedure can only be adopted when it can be clearly seen that a claim is, on the face of it, obviously unsustainable, or that the case is clear beyond doubt. So long as the statement of claim discloses some cause of action, or raises some question fit to be decided by a Court, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (see Mavromoustaki case, at pages 183-4).". Οι φράσεις που χρησιμοποιούνται στο πιο πάνω απόσπασμα καταδεικνύουν την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθούν τα Δικαστήρια όταν έχουν να αποφασίσουν τέτοιου είδους αιτήσεις. Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει ποτέ να παραβλέψει το δικαίωμα του ενάγοντα να ακουστεί, εκτός αν το αγώγιμο δικαίωμα είναι ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα αβάσιμο˙ ότι αν υπάρχει κάποιο σημείο που αξίζει να ακουστεί είναι αδύνατο να διαγραφεί η αγωγή˙ ότι όταν αποκαλύπτεται κάποιο αγώγιμο δικαίωμα, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύναμη και πιθανόν να μην επιτύχει δεν υπάρχει έδαφος διαγραφής. Στην υπόθεση In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, λέχθηκε ότι λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική υπόσταση του δικογράφου ανεξάρτητα από την μαρτυρία που το υποστηρίζει και πως η διαγραφή διατάσσεται μόνο όταν το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p. 145). (κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το Υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός.». Σύμφωνα με το Annual Practice 1958, σελ. 575 υπό τον τίτλο "Application" και υπότιτλο "No reasonable cause of action" παρατίθενται παραδείγματα όπου το Δικαστήριο θα διατάξει τέτοια διαγραφή: "So if in an action of contract it appears clearly that there is no contract between the plaintiff and the defendant. (South Helton Coal Co. v. Haswell, [1818] 1 Cb. 465); or no contract valid in law (Humphreys v. Polak, [ 1901] 2 K. B. 385); or if the matter be already res judicata (Birch v. B.,
(1902)P. 130. C. A.: Conquer v. Boot, [1928) 2 E. B. 33G; Green v. Weatherill, [1929] 2 Ch. 213); or if the action be brought solely to obtain relief which the Court has no power to grant (Dreyfus v. Penivion Guano Co., 41 Ch. D. 151; Wing v. Bum, 44 T. L. R. 258); or if relief be asked on a ground which is no ground for such relief Johnston v. J., 33 W.R. 239, C. A.), the Statement of Claim will be struck out, and the action dismissed. So where the Statement of Claim on the face of it discloses a perfectly good defence to the action; e.g., where the Statement of Claim in an action of libel or slander shows that the occasion of publication was absolutely privileged..". Περαιτέρω, στην σελ. 577, υπό τον τίτλο "Inherent Jurisdiction" τονίζεται ότι η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ανεξάρτητη από τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θ.Π.Δ. Συγκεκριμένα τονίζονται τα εξής: ".under these Rules the question before the Court is practically concluded by what appears on the pleadings. But when application is made to the inherent jurisdiction of the Court all the facts can be gone into; and affidavits as to the facts are admissible.". Αναφορικά με την διαγραφή «επιπόλαιων και ενοχλητικών» δικογράφων υπό τον τίτλο "Frivolous or Vexatious Actions" στην σελ. 576 αναφέρεται ότι το δικόγραφο πρέπει να είναι τόσο ξεκάθαρα επιπόλαιο και ξεκάθαρα αστήριχτο, η προώθηση του οποίου θα αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτή αποτελεί και την περίπτωση που το Δικαστήριο θα ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του (βλ. σελ. 577). Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 1316, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί στην Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alfa Bank Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 990 σε περιπτώσεις όπου διάγνωση του εγειρόμενου σαν προβλήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή η απόφανση επί του εγειρόμενου ζητήματος απαιτεί την λήψη μαρτυρίας είτε έγγραφης είτε προφορικής δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.27 Θ.3 των Θ.Π.Δ. Τέλος, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 144, το ζήτημα σε τέτοιου είδους αιτήσεις δεν είναι το κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά το κατά πόσο αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης ενόψει των κείμενων νομολογιακών αρχών θεωρώ ότι θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί το ζήτημα της ενδεχόμενης καθυστέρησης στην υποβολή της από πλευράς της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας. Τέτοια ενδεχόμενη καθυστέρηση δεν έχει εξειδικευτεί ως λόγος ένστασης από πλευράς των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, παρά μιας αναφοράς στις γραπτές τους αγορεύσεις, κάτι που εξ αυτού δεν δύναται να ληφθεί υπόψη. Όμως το Δικαστήριο έχει ενώπιον του το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής και γνωρίζει την δικονομική εξέλιξη της και ως εκ τούτου δεν δύναται να παραβλέψει την οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Πράγματι, όπως έχει αποφασιστεί από την πλειοψηφία (Μιχαηλίδου, Δ., Οικονόμου, Δ.) στην υπόθεση Ρέας Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενούς τους, Πολ. Έφεση αρ. 168/10, ECLI:CY:AD:2016:D117, απόφαση ημερ. 24/02/16: «Γενικότερα δε, όποτε τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής, η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Kατά τη νομολογία τέτοια αίτηση: «Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» (Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772).». Στην ίδια υπόθεση η απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισήμανε τα εξής αναφορικά με αιτήσεις δυνάμει της Δ.27 Θ. 3 (υπογραμμίσεις δικές μου): «Έχοντας καταγράψει τις εκατέρωθεν θέσεις, θα πρέπει κατ΄αρχάς να λεχθεί πως η ουσία έγκειται στη διαπίστωση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξαιρετική δικαιοδοσία του για προδικαστική απόρριψη αγωγής επί τω ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής, κατά τα προβλεπόμενα από τη Δ.27, κ.3. Αναφορικά με το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι οι υποθέσεις Mepa και Αλωνεύτης δεν αποτελούν δεσμευτικά προηγούμενα για την υπό εξέταση περίπτωση, σημειώνεται ότι, επιπρόσθετα προς τις υποθέσεις εκείνες, στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, υπό παρόμοιες περιστάσεις όπως στην παρούσα, κρίθηκε, ευθέως και επί τούτου, ότι η αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, επί της αρχής ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες. Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλ. Annual Practice 1958, ανωτέρω και Russian Commercial and Industrial Bank, ανωτέρω) προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών. Με αυτό το σκεπτικό, με το δέοντα σεβασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης. Η σχετική εισήγηση έγινε με αναφορά στις υποθέσεις The heirs of late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 CLR 167 και Michaelides v. Diakou
(1968)1 CLR 392, στις οποίες το Εφετείο δια στόματος Ιωσηφίδη, Δ., υπέδειξε τα εξής: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and be should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Η αναφορά όμως αυτή δεν μπορεί, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να ερμηνευθεί τόσο στενά ως η εισήγηση των εφεσειόντων. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ταυτόχρονη υπενθύμιση από τον Ιωσηφίδη, Δ., πως ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος. Το τι ζητήθηκε να παραμεριστεί στην υπό αναφορά υπόθεση διαφέρει από το αιτητικό της παρούσας, όμως τα όσα έχουν αναφερθεί αντικατοπτρίζουν τον γενικότερο κανόνα για το κατάλληλο στάδιο καταχώρησης αιτήσεων όπως και η υπό κρίση αίτηση, της οποίας, σημειώνεται, κατ' ουσίαν αφορά την προδικασία σημείου που εγέρθηκε με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και
  1. Προχωρώντας στην διερεύνηση αναφορικά με το στάδιο της υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ενόψει και της δικονομικής εξέλιξης της αγωγής παρατηρώ εκ του φακέλου ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/03/21, ενώ μετά την απόσυρση στις 22/11/21 της αίτησης των Εναγόντων ημερ. 24/06/21 για συνοπτική απόφαση, στις 17/12/21 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Υπεράσπιση. Ακολούθως την 31/01/22 οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Κλήση Οδηγιών με το Παράρτημα Τύπος 25, η οποία ορίστηκε στις 17/05/
  2. Στις 3/02/22 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν το δικό τους Παράρτημα Τύπος 25, ενώ στις 17/05/22 και οι δύο πλευρές ζήτησαν όπως εκδοθούν εκατέρωθεν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων, όπερ και εγένετο με οδηγίες όπως οι δύο πλευρές προχωρήσουν ενόρκως εντός 60 ημερών σε αποκάλυψη εγγράφων. Στις 17/06/22 υπήρξε συμμόρφωση από πλευρά Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, ενώ η πλευρά των Εναγομένων προέβηκε σε καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης στις 21/09/22, ημέρα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Σημειώνεται ότι σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλαν στο Δικαστήριο με ημερ. 20/09/22 η πλευρά των Εναγόμενων ανέφεραν ότι στις 21/09/22 θα καταχωρούσαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και ταυτόχρονα ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως δοθούν οδηγίες για καταχώρηση Ονομαστικού Καταλόγου Μαρτύρων και Σύνοψη Μαρτυρίας («ΟΚΜ & ΣΜ»), οδηγίες που το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση εξέδωσε στις 22/09/
  3. Η πλευρά των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε ΟΚΜ & ΣΜ στις 19/10/22, ενώ η πλευρά των Εναγόμενων στις 10/01/
  4. Αυτό που παρατηρεί το Δικαστήριο είναι ότι η πλευρά της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση την ίδια ημερομηνία με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε, αφού κατά το στάδιο της Κλήσης Οδηγιών και συγκεκριμένα στις 17/05/22 ζήτησε από το Δικαστήριο να προωθηθεί η Υπεράσπιση της δια αιτήματος στο σχετικό της Παράρτημα, ενώ παρόλο που εκκρεμούσε η υπό κρίση αίτηση ζήτησε και έλαβε οδηγίες για καταχώρηση ΟΚΜ & ΣΜ. Εκ των όσων περιβάλλουν την δικονομική συμπεριφορά της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, ειδικότερα σε σχέση με το πότε προέβηκε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης σε σχέση πάντοτε με την δικονομική εξέλιξη της αγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της, την οποία ουδόλως δικαιολόγησε. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Ρέας Ανδρονίκου κ.α., ανωτέρω, κρίνεται διαφωτιστικό ως προς τους λόγους που το Δικαστήριο έχει προβεί στην δικανική αυτή κρίση ενόψει των περιστάσεων της παρούσας: « Εν προκειμένω, οι εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να λάβουν μέτρα ακόμα και πριν την καταχώριση των υπερασπίσεων τους τις οποίες καταχώρισαν με καθυστέρηση μηνών και αφού προηγήθηκε, ως άνω, αίτηση για απόφαση. Δεν πρόβαλαν όμως μέχρι τότε οποιαδήποτε ένσταση περί ανυπαρξίας των εναγόντων οι οποίοι προχώρησαν και ζήτησαν απόφαση εναντίον τους. Έθεσαν θέμα στις υπερασπίσεις, που δεν ήταν το ορθό πλαίσιο, χωρίς και πάλιν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Αντ΄αυτού ζήτησαν και έλαβαν από τους ανύπαρκτους, κατά τον ισχυρισμό που δεν προωθούσαν, αντιδίκους τους, αποκάλυψη εγγράφων, ένα διαδικαστικό διάβημα που εντάσσεται στην προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση.». Οι ανωτέρω διαπιστώσεις και κρίση του Δικαστηρίου προδιαγράφει την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Όμως θα προχωρήσω και στην εξέταση της ουσίας της ενόψει των νομολογιακών αρχών που παρατέθηκαν σε προηγούμενο μέρος της παρούσας απόφασης. Σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε διάγνωση του κατά πόσο τα όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση στην Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτουν αυτό στο οποίο αναφέρθηκε ο Fletcher Moulton L.J. στην Dyson v. Attorney- General [1911] 1 K.B. 410, σελ. 419, όπως παρατέθηκαν στην Papamichael και Mavromoustaki ανωτέρω, ήτοι το οποιοδήποτε έρεισμα που αξίζει να γίνει αντικείμενο επίκλησης, δηλαδή αν με αυτά αποκαλύπτεται κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, ασχέτως του εάν η υπόθεση είναι αδύναμη και πιθανόν να μην επιτύχει ή εάν το αγώγιμο δικαίωμα από τα όσα δικογραφούνται είναι φανερά αστήριχτο πέραν αμφιβολίας, έχοντας κατά νου ότι δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία η όποια αδυναμία της υπόθεσης εμφαίνεται στα δικόγραφα εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας και ότι το μέτρο της διαγραφής πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Εκ του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση διαπιστώνω στην παράγραφο 3 ότι όντως οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι εξέδιδαν τιμολόγια επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 και γίνονταν πληρωμές από την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια, η οποία κατά δικό τους ισχυρισμό ενεργούσε ως διευθύντρια και/ή αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  5. Στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση λάμβαναν εντολές για υπηρεσίες και εμπορεύματα από τους Εναγόμενους δίχως να γίνεται ο οποιοσδήποτε διαχωρισμός και στην παράγραφο 3 γίνεται αναφορά σε διατήρηση κατάστασης λογαριασμού στο όνομα των Εναγομένων δίχως πάλι να γίνεται η οποιαδήποτε διάκριση. Στην ουσία, η πλευρά της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας στηρίζει την υπό κρίση αίτηση στην δικογράφηση της ιδιότητας της από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση και στην αναφορά ότι οι πληρωμές που πιστώνονταν έναντι των εμπορευμάτων και υπηρεσιών εγένοντο από αυτή ενεργώντας ως διευθύντρια και αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, καθώς και στο γεγονός της έκδοσης επιταγών από την Εναγόμενη 1 με ανεπαρκή υπόλοιπα που παρατίθεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο μελετώντας το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαίτησης δεν κρίνει ότι από αυτή προκύπτει να υπάρχει παντελής απουσία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας κατά τρόπο που να με οδηγήσει στην κατάληξη ότι η αγωγή εναντίον της θα πρέπει να διαγραφεί, χωρίς καν να δώσω την ευκαιρία σε ακροαματική διαδικασία στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση να προωθήσουν δια μαρτυρίας την υπόθεσης τους εναντίον της, παρά τις όποιες, ενδεχομένως τονίζω, δυσκολίες που αυτοί θα αντιμετωπίσουν. Μένω στις διαπιστώσεις αυτές και τίποτα παραπάνω που ενδεχόμενα να προδίκαζαν το αποτέλεσμα της αγωγής, την οποία κατά πάσα πιθανότητα θα αποφασίσει το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση. Ενόψει των όσων προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (υπ.)................. Χ.Μ. Καραπατάκης, Ε.Δ. Πίστον Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.