Ibtisam Christoforou ν. Χριστάκη Χριστοφόρου κ.α., Αρ. Αγωγής 2364/17, 12/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A86 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2364/17 Μεταξύ: Ibtisam Christoforou Ενάγουσας και
- Χριστάκη Χριστοφόρου
- Clenchby Properties Limited
- Ευέλθοντος Αυγουστή
- Evelthon Developments Limited
- PHC Tsangarides LLC
- Φώτου Τσαγγαρίδη
- Αναστασίας Γρηγορίου
- Tyrusland Limited
- Landrian Estates Limited Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση Εναγομένου 1 ημ. 14.4.2022 για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Π. Χατζημιχαήλ για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ε. Λιασίδου για P. Tsangaris & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής ζητά άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης του στην αίτηση της Ενάγουσας ημ. 13.7.20 για παραμερισμό της Υπεράσπισης του και έκδοση απόφασης εναντίον του και προς απάντηση της συμπληρωματικής ένορκης της δήλωσης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΚΠ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Ενάγουσα εισαγάγει παραπλανητική μαρτυρία και αναληθείς ισχυρισμούς και επομένως η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι απαραίτητη για να απαντηθούν οι θέσεις της και να προβληθούν οι θέσεις του Αιτητή ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη εικόνα και όλο το αναγκαίο υπόβαθρο της αίτησης ημ. 13.7.
- Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας εστιάζονται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων έγκρισης της Αίτησης και στην καταχρηστικότητα αυτής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΚΙ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Καθ' ης. Σε αυτή η ΚΙ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν περιέχει νέα μαρτυρία, περιέχει επιχειρήματα και αποτελεί επανάληψη ισχυρισμών που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, καθώς επίσης και ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του ΚΠ, ως είναι και η επιθυμητή πρακτική όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643. Είναι γεγονός ότι οι πρώτες τρεις παράγραφοι (1-3) της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι εισαγωγικές. Στην τέταρτη παράγραφο
(4)αυτής ο ΚΠ απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, κάτι το οποίο είναι αχρείαστο και δεν δικαιολογεί τη συμπερίληψη τέτοιας παραγράφου σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Αιτητή. Στην παράγραφο 5 ο ΚΠ αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα ούτε και αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της για το κατά πόσο ο Αιτητής καταχώρισε έφεση κατά του διατάγματος στην Αγγλική διαδικασία, για τις τυχόν συνέπειες επιτυχίας της έφεσης και για το ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ή αίτημα απαλλαγής του από αυτό, καθώς επίσης και για την Αγγλική διαδικασία και το αντικείμενο της. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν αφορούν γεγονότα αλλά επιχειρήματα τα οποία δεν είναι αναγκαίο, ούτε επιτρεπτό, να συμπεριληφθούν σε ένορκη δήλωση αλλά δύνανται να προβληθούν από τους δικηγόρους του Αιτητή. Στην παράγραφο 6 ο ΚΠ απαντά στην παρ. 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας πως το κατά πόσο καταχωρίστηκε έφεση κατά του Αγγλικού διατάγματος είναι άσχετο με τη συμμόρφωση του Αιτητή με το διάταγμα αποκάλυψης του παρόντος Δικαστηρίου και το ευρύτερο καθήκον αποκάλυψης εκ μέρους του προς τα Κυπριακά Δικαστήρια. Και αυτό το ζήτημα αποτελεί επιχείρημα το οποίο δύναται να προβληθεί από τους δικηγόρους του Αιτητή. Στην παράγραφο 7 ο ΚΠ αναφέρει ότι οι ενέργειες στις οποίες προέβη για την απαλλαγή του από το Αγγλικό διάταγμα φαίνονται στην αλληλογραφία που επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Αυτό αποτελεί απλή επανάληψη των ισχυρισμών του που έχουν ήδη προβληθεί στην αρχική ένορκη του δήλωση και επομένως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να συμπεριληφθούν εκ νέου σε νέα δήλωση. Περαιτέρω, ο ΚΠ αναφέρεται σε αλληλογραφία μεταγενέστερη της καταχώρισης της αρχικής του ένορκης δήλωσης και πριν την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας, την οποία ο ίδιος δεν θα μπορούσε να παρουσιάσει στην αρχική του ένορκη δήλωση, δεν παρουσιάζεται από την Ενάγουσα και επομένως κρίνεται αναγκαία η παρουσίαση της προς αντίκρουση των θέσεων της Ενάγουσας και για να διαφανεί ολοκληρωμένη η εικόνα των γεγονότων. Ως εκ τούτου η παρ. 7 γίνεται δεκτή με τη μόνη διαφοροποίηση της διαγραφής της φράσης «. την αλληλογραφία που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση (η ΕΔ ΚΠ), καθώς και .». Στην παράγραφο 8 ο ΚΠ επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν προέβη σε ενέργεια ή αίτημα απαλλαγής του από το Αγγλικό διάταγμα αναφορικά με τις παρ. 14 και 16 αυτού, στις οποίες γίνεται ειδική και ρητή αναφορά από την Ενάγουσα στη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση. Αυτή η παράγραφος είναι προέκταση και συνέχεια της προηγούμενης παραγράφου, εξηγώντας γιατί οι όποιες ενέργειες τους για απαλλαγή δεν αφορούν στις συγκεκριμένες παραγράφους, επομένως και αυτή γίνεται δεκτή για να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πλήρης εικόνα των γεγονότων και από τις δύο πλευρές. Στην παράγραφο 9 ο ΚΠ αναφέρεται στην παρ. 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας στην οποία η τελευταία του αποδίδει καθυστέρηση στη συμμόρφωση με το διάταγμα αποκάλυψης χωρίς ποτέ να θέσει θέμα κωλύματος συμμόρφωσης του με αυτό. Στην παρ. 9 ο ΚΠ αναφέρει ότι και η Ενάγουσα καθυστέρησε να συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης και απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος καθυστέρησε στην υποβολή της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης του. Κατ' αρχάς το πότε η Ενάγουσα καταχώρισε την ένορκη δήλωση αποκάλυψης, καθώς επίσης και το ιστορικό της διαδικασίας, φαίνεται στον φάκελο του Δικαστηρίου στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει. Επιπλέον, οι λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής ζητούσε χρόνο μέχρι να προβεί στην καταχώριση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης αφενός θα έπρεπε να είχαν λεχθεί από την πλευρά του κατά την υποβολή των αιτημάτων για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης και συνακόλουθα να φαίνονται στον φάκελο και αφετέρου οι πλείστοι εξ αυτών αφορούν τη χρονική περίοδο μέχρι και τον Ιανουάριο του 2021, όταν και (σύμφωνα πάντα με τον ίδιο) ασθένησε σοβαρά, δηλαδή υπήρχαν κατά τον χρόνο καταχώρισης της ένστασης του στις 4.3.
- Επομένως η απλή προβολή από την Ενάγουσα του ισχυρισμού περί καθυστέρησης εκ μέρους του για την καταχώριση της ένορκης αποκάλυψης του δεν αποτελεί λόγο για την ανάγκη συμπερίληψης τέτοιου ισχυρισμού σε συμπληρωματική δήλωση, ασχέτως του ότι ο Αιτητής αναφέρει ότι από τον Ιανουάριο του 2021 που ασθένησε, τον Απρίλιο επανήλθε και μπόρεσε να ταξιδέψει στην Κύπρο για να υπογράψει την ένορκη αποκάλυψη. Στην παράγραφο 10 ο ΚΠ απαντά στην παρ. 5 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας στην οποία ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αναφέρεται σε «σημαντικό αριθμό εγγράφων» τα οποία εμποδίζεται να αποκαλύψει με βάση το Αγγλικό διάταγμα, όμως δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο γιατί δεν προέβη σε αποκάλυψη των υπόλοιπων εγγράφων. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι αυτά τα έγγραφα βρίσκονται ήδη στον έλεγχο, γνώση και κατοχή της Ενάγουσας. Αυτός ο ισχυρισμός αποτελεί επανάληψη των όσων αναφέρονται στην παρ. 17 της ένορκης δήλωσης του ΚΠ που συνοδεύει την ένσταση του Αιτητή ημ. 4.3.21 και επομένως δεν υπάρχει λόγος για να προβληθεί ξανά. Επιπλέον, αυτό το ζήτημα δεν έχει προκύψει κατά το στάδιο και από την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας, αφορούσε βασικό ισχυρισμό του Αιτητή για την αδυναμία παρουσίασης εγγράφων και επομένως δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί η συμπερίληψη αυτής της παραγράφου στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι παράγραφοι 11-13 αποτελούν τη συνέχεια των ισχυρισμών του ΚΠ για το ανωτέρω ζήτημα αναφορικά με τη μη αποκάλυψη έστω μέρους των εγγράφων, και για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Στις παραγράφους 14-19 ο ΚΠ απαντά στην παρ. 6 της συμπληρωματικής δήλωσης της Ενάγουσας στην οποία αναφέρεται στη φύση της Αγγλικής διαδικασίας και στο ότι η άρνηση του Αιτητή να αναφερθεί έστω με μια απλή περιγραφή στα έγγραφα τα οποία επιθυμεί να παρουσιάσει, σε συνδυασμό με την αδράνεια του να λάβει άδεια από το Αγγλικό Δικαστήριο να τα παρουσιάσει, δείχνουν ότι προσπαθεί να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωση του με το καθήκον εχεμύθειας των Αγγλικών Δικαστηρίων. Στις εν λόγω παραγράφους ο ΚΠ βασικά ισχυρίζεται ότι οι δικηγόροι του δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν τα έγγραφα που αφορούν στην Αγγλική υπόθεση και σχολιάζει τη φύση αυτών, τη σχετικότητα τους με την παρούσα Αγωγή, το καθήκον εμπιστευτικότητας και τέλος αντιστρέφει τον ισχυρισμό πως είναι η Ενάγουσα που κρύβεται καθώς η ίδια με τη στάση της αρνείται στην άρση του καθήκοντος εμπιστευτικότητας. Αυτοί οι ισχυρισμοί και πάλι αφορούν στο ζήτημα του Αγγλικού διατάγματος και στις θέσεις του Αιτητή για τη μη δυνατότητα αποκάλυψης, ζητήματα τα οποία ήταν εξαρχής γνωστά και εγείρονται στην ένσταση του Αιτητή και δεν υπάρχει οποιοδήποτε νέο στοιχείο ούτε και συντρέχει λόγος για να συμπεριληφθούν στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η παράγραφος 20 αναφέρεται στην παρ. 7 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας στην οποία βασικά ισχυρίζεται ότι το αίτημα του Αιτητή ημ. 23.12.20 για παράκαμψη του Αγγλικού διατάγματος δύναται να επιλυθεί μόνο ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου και όχι στα πλαίσια των Κυπριακών διαδικασιών. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, ότι τυχόν αίτηση του στο Αγγλικό Δικαστήριο για απαλλαγή από το καθήκον εμπιστευτικότητας είναι δύσκολο να πετύχει καθότι θα πρέπει να εξηγηθούν τα έγγραφα, κάτι το οποίο είναι αδύνατο λόγω της ύπαρξης του διατάγματος, και ότι τυχόν παραβίαση αυτού επιφέρει σοβαρές ποινές, εξ ου και ζήτησε από την Ενάγουσα να συγκατατεθεί ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου για την άρση της εμπιστευτικότητας και την επίλυση του ζητήματος γρήγορα και αποτελεσματικά. Και πάλι το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν υπάρχει καλός λόγος για τον οποίο ο Αιτητής θα πρέπει να θέσει αυτούς τους ισχυρισμούς, απλώς και μόνο εις απάντηση των θέσεων της Ενάγουσας, για ένα ζήτημα το οποίο ήταν εξαρχής αντικείμενο ενασχόλησης από τον Αιτητή στην ένσταση του. Στην παράγραφο 21 ο ΚΠ αναφέρεται στις παρ. 8 και 9 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας. Στην παρ. 8 η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή για παραβίαση από την Ενάγουσα του διατάγματος Anton Piller και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν υπήρξε μέρος στην εν λόγω διαδικασία αλλά η επίκληση του γίνεται σε συνεννόηση με τους υπόλοιπους Εναγόμενους με σκοπό την πρόκληση βλάβης στην Ενάγουσα. Στην παρ. 9 η Ενάγουσα αναφέρει ότι τα επίδικα γεγονότα αφορούν τα έτη μεταξύ 2014-2017 ενώ η έκδοση του διατάγματος είναι μεταγενέστερη και επομένως τα έγγραφα που δημιουργήθηκαν δυνάμει αυτού είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και δεν χρήζουν αποκάλυψης. Ο ΚΠ με τη σειρά του απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και όσον αφορά τα περί συνωμοσίας μεταξύ των Εναγομένων παραπέμπει στην απόφαση ημ. 24.4.19 (μέσω της ιστοσελίδας Cylaw) και ισχυρίζεται ότι το κατά πόσο ο Αιτητής υπήρξε μέρος στο διάταγμα είναι άσχετο με την παρούσα ενώ άκρως σχετικό είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα ενεργεί κακόπιστα και καταχρηστικά. Και αυτές οι παράγραφοι αφορούν βασικά απόρριψη των θέσεων της Ενάγουσας και περαιτέρω σχολιασμό τους, κάτι το οποίο δεν αποτελεί καλό λόγο για να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική δήλωση. Ένα γενικό σχόλιο το οποίο προκύπτει από τα ανωτέρω είναι πως ο καλός λόγος ο οποίος απαιτείται να καταδειχθεί για να δικαιολογεί την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφορά όχι απλή απάντηση του κάθε ισχυρισμού της ένορκης δήλωσης του αντιδίκου αλλά αντίκρουση εκείνων των ισχυρισμών οι οποίοι πράγματι χρήζουν σχολιασμού και ή προβολή νέων δεδομένων, με στόχο την παρουσίαση στο Δικαστήριο μιας ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων και από τις δύο πλευρές για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν έχει διαφανεί πως η παρούσα Αίτηση είναι κακόπιστη ή καταχρηστική. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως ο Αιτητής έχει τη γνήσια πρόθεση να απαντήσει και σχολιάσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση στον βαθμό βεβαίως που ήθελε επιτραπεί από το Δικαστήριο, ήτοι βασικά με γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώριση της ένστασης του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η έγκριση της Αίτησης δεν οδηγεί αφ' εαυτής σε καθυστέρηση στη διαδικασία καθότι από τη στιγμή που η Αίτηση κρίνεται δικαιολογημένη, το Δικαστήριο δύναται να ρυθμίσει τη διαδικασία όπως το ίδιο κρίνει ορθό και δίκαιο. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής κατάφερε να καταδείξει καλό λόγο που να δικαιολογεί την καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μόνο αναφορικά με τις παραγράφους 1-3, την παράγραφο 7 με τη διαφοροποίηση όπως καθορίζεται πιο πάνω και την παράγραφο
- Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή ως η προτεινόμενη ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αναφορικά μόνο με τις παρ. 1-3, την παρ. 7 με τη μόνη διαφοροποίηση της διαγραφής της φράσης «. την αλληλογραφία που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση (η ΕΔ ΚΠ), καθώς και .» και την παράγραφο
- Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί μέχρι τις 25.4.
- Ενόψει της μερικής και περιορισμένης επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1 - Αιτητή και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ΄ ης, στο 1/6 του συνολικού ποσού των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο