← Κύπρος

Παναγιώτη Χαραλάμπους Εκτελωνιστής ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (ΣΥΛ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 591/2017, 28/4/2023

Παναγιώτη Χαραλάμπους Εκτελωνιστής ν. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (ΣΥΛ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 591/2017, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου-Παπά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 591/2017 Μεταξύ: Παναγιώτη Χαραλάμπους Εκτελωνιστής Ενάγων και

  1. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (ΣΥΛ)
  2. Σωκράτης Μεταξά
  3. Ιωνά Ιωνά Εναγομένων Αίτηση ημερ.21.9.22 Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα- Αιτητή: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κα Πίττα για κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 21/9/2022 (στο εξής «η Αίτηση») ο Ενάγων/Αιτητής (στο εξής «ο Αιτητής») αιτείται διάταγμα τροποποίησης ούτως ώστε να καταστεί η Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό σε υπόθεση ταχείας εκδίκασης με αξία κάτω των €3.
  4. Παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό της: 1) Η αίτηση κατατίθεται για δεύτερη φορά μαζί με μια πολύ σημαντική για την επίδικη υπόθεση «ένορκη δήλωση» που αναφέρει εκτός αυτών που δηλώνονται και υπάρχουν στην προηγούμενη αίτηση του που κατατέθηκε στις 30/03/2022, Ο ενάγων ζητεί άμεση και επείγουσα επίλυση της επίδικης υπόθεσης προτού θρηνήσουμε θύματα. 2) Ο λόγος είναι το τεράστιο πρόβλημα του επικίνδυνου χαντακιού/κρατήρα βάθους 3 μέτρων περίπου που έχει σκαφτεί από τους υπηρέτες των εναγόμενων την 25/02/2022 και έκτοτε παραμένει ανοιχτό με μεγάλο κίνδυνο, η κοινωνία να αντικρύσει ακόμα ένα δράμα η/και ακόμα και μιας τραγωδίας, επειδή εκεί πέρα και τριγύρω παίζουν συνεχώς παιδιά. 3) Έξοδα της αιτήσεως και έξοδα της παρούσης επίδοσης. Για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης κρίνεται σκόπιμο να τεθεί εξαρχής το ιστορικό της αγωγής, στο βαθμό που κρίνεται σχετικό με τα υπό κρίση ζητήματα. Σύμφωνα με το φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: · Στις 7/3/2017 ο Ενάγων καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στην οποία όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως. · Στις 22/6/2017 η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 3 αποσύρθηκε. · Στις 28/9/2018 στα πλαίσια άλλης αίτησης, ημερομηνίας 23/2/2018 το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση εξέδωσε απόφαση με την οποία διέταξε τη διαγραφή μέρους της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. · Στις 20/12/2018 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν από κοινού Έκθεση Υπεράσπισης. · Στις 27/12/2018 ο Ενάγων καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και
  5. · Στις 5/3/2019 ο Ενάγων καταχώρησε Κλήση για Οδηγίες με συνημμένο Παράρτημα. · Στις 19/3/2019 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν το δικό τους Παράρτημα. · Στις 21/6/2019 το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση έδωσε οδηγίες τόσο στον Ενάγοντα όσο και στους Εναγόμενους 1 και 2 όπως αποκαλύψουν ενόρκως και ανταλλάξουν τα έγγραφα μεταξύ τους εντός 60 ημερών από τις 21/6/
  6. Επίσης έδωσε οδηγίες όπως κατατεθεί κατάλογος μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας εντός 90 ημερών από τις 21/6/
  7. Η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες στις 18/10/
  8. · Στις 5/8/2019 καταχωρίστηκε άλλη αίτηση του ενάγοντα - αιτητή η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά στις 24/10/
  9. · Στις 18/10/2019 όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για Οδηγίες, ζητήθηκε από τους διαδίκους παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με τις πιο πάνω οδηγίες του Δικαστηρίου που δόθηκαν στις 21/6/2019, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε παρατείνοντας το χρόνο συμμόρφωσης μέχρις τις 16/12/
  10. · Στις 24/10/2019 ζητήθηκε χρόνος από πλευράς των Εναγομένων 1 και 2 για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση ημερ.5.8.19, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε, ορίζοντας την αίτηση για Οδηγίες στις 16/12/2019 και μετέπειτα στις 8/1/2020 και για Ακρόαση στις 28/2/
  11. · Στις 25/11/2019 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση ημερ. 5.8.
  12. · Στις 7.5.20 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση (υπό άλλη σύνθεση) στην αίτηση του αιτητή, ημερ.5.8.
  13. · Στις 7.10.20 και στις 9.11.20 καταχωρίστηκε ο ονομαστικός κατάλογος των μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντα και των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα. · Στις 30.3.22 καταχωρίστηκε εκ μέρους του ενάγοντα - αιτητή η αίτηση με αιτητικό τροποποίησης του δικογράφου ώστε να καταστεί η αγωγή ταχείας εκδίκασης κάτω των €3000 και στις 21.9.22 η υπό κρίση αίτηση του αιτητή. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στις 21.3.23 καταχώρησαν ένσταση με επισυνημμένη ένορκη δήλωση ( Ε/Δ στο εξής) η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στη Δ.39, Δ.48 Θ 1 - 9, Δ.64, Δ30 ΘΘ5

(4), στην νομολογία, πρακτική και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του δικαίου της επιείκειας. Οι συγκεκριμένοι 7 λόγοι της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι: Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματική αβάσιμη. H παρούσα αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη καθότι τα αιτητικά αυτής περιέχουν ουσία και/ή μαρτυρία. Η Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη ενόψει του ότι αναφέρει αποσπάσματα Νόμου και περιέχει αυτούσια επιστολή του Ενάγοντα η οποία δεν αποτελεί Τεκμήριο της Ένορκης Δήλωσης αλλά μέρος αυτής. Η Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα είναι αντιφατική. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη αφού έχει καταχωρηθεί παρόμοια αίτηση ημερομηνίας 30/03/
  1. Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών που δεν ήταν δικογραφημένοι στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα/Αιτητή με αποτέλεσμα σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της Χριστίνας Λουγκρίδου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2, την οποία δεν θα παραθέσω αυτούσια αλλά θα αναφερθώ πιο κάτω σε ουσιώδη σημεία αυτής, όπου κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθηκε τόσο στη βάση της αίτησης εκ μέρους του αιτητή και των επισυνημμένων εγγράφων σε αυτή όσο και της ένστασης και της επισυνημμένης σε αυτήν ένορκης δήλωσης. Κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης τόσο ο Ενάγων όσο και η συνήγορος των Εναγομένων 1 και 2 αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, αφού ερωτήθηκαν από το δικαστήριο για διευκρινίσεις. Ο αιτητής δεν αιτήθηκε την αντεξέταση της ενόρκου δηλούσας. Έχω μελετήσει την αίτηση και τα επισυνημμένα σε αυτήν έγγραφα αλλά και την ένσταση, την επισυνημμένη σε αυτήν υποστηρικτική ένορκη δήλωση και έχω λάβει υπόψη μου το περιεχόμενο των αγορεύσεων του αιτητή και της συνηγόρου των καθ΄ων η αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην αίτηση ο αιτητής ζητεί «διάταγμα τροποποίησης του δικογράφου» και απ΄ότι γίνεται αντιληπτό ζητεί την μείωση της κλίμακας από €2000 - €10000 σε κλίμακα κάτω των €3000 ώστε η αγωγή του να θεωρείται ταχείας εκδίκασης. Η παρούσα αίτηση ως αναφέρεται στο σώμα της βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας τροποποίηση δικογράφων Διάταξη 25, 48(ι, ιι, ιιι), Δ.30 Κ6, Κ
  2. Δηλαδή η αίτηση αναφέρει την Δ.25 η οποία προνοεί για την τροποποίηση των δικογράφων. Η Δ.48 προνοεί για τις διά κλήσεως ή τις μονομερείς αιτήσεις και ποιές συνοδεύονται ή όχι με ένορκες δηλώσεις. Επίσης η μεν Δ30 Θ.6 προνοεί για τις υποθέσεις που η χρηματική διαφορά τους δεν υπερβαίνει τις €3000 και φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «ταχείας εκδίκασης», η δε Δ30 Θ.7 προνοεί ότι το δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις πιο πάνω υποθέσεις κατ΄εξαίρεση και μόνο διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως την μαρτυρία του ..........». Αναμφίβολα η Δ25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η κατ' εξοχήν δικονομική πρόνοια που διέπει το θέμα της τροποποίησης εγγράφων. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Η τροποποίηση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Ως λέχθηκε στην Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να διατυπώσει τις θέσεις του και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων (βλ. και Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714), [SABA & CO T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993]. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α, Α.Α.Δ. 817, το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επαναλαμβάνεται ότι η βασική αρχή, η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Εξαίρεση αποτελούν λοιπόν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α, Α.Α.Δ 11). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται όμως επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Πρέπει δηλ. να υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη (βλ. σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 624). Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. (Για σύνοψη των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βλ.Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (βλ. Νικολάου ανωτέρω). Τέλος το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής [βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στύλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704]. Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω): «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ Ειδικότερα στον πρώτο λόγο οι καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται ότι η αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματική αβάσιμη, δηλαδή αυτή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τα αιτούμενα διατάγματα. Συγκεκριμένα θεωρώ ότι η αναφορά του αιτητή στις παραγράφους (ι) (ιι) (ιιι) της Δ48 στις οποίες στηρίζει την αίτηση του είναι παντελώς λανθασμένη γιατί στην πιο πάνω διάταξη αυτές δεν υπάρχουν και δη που να αφορούν το θέμα που θίγει ο αιτητής. Σύμφωνα με τη νομολογία μία ενδιάμεση αίτηση ενδείκνυται να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η Δ48 Θ1 προνοεί ότι «κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρει την φύση της παράκλησης που γίνεται και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα του δικαστηρίου που στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του δικαστηρίου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Ως λέχθηκε στην Koza Michael David κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, ημερ. 24.11.17, «η Δ.48 Κ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραίτητα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης», (βλ.επίσης Ι.Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α ν. 1. CASHGROVE BETING LTD κ.α
(2007)ΙΑ Α.Α.Δ. 393) Στην υπόθεση Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. Inc.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1395, όπου εξετάστηκε η εμβέλεια της Δ.64, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Η Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν έχει αναφερθεί πουθενά στο σώμα της παρούσας αίτησης, αλλά ούτε και υποβλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο από τον Αιτητή τέτοιο αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Μ.Ι. Holdings Public Ltd ν. Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298, η παρατυπία υπάρχει μέχρι την άρση της και η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Διαταγή, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, ώστε να μη θεωρείται άκυρο (Remedica Ltd ν. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). (Οι σημάνσεις είναι δικές μου)». Στην υπόθεση l.Dora Holdings Ltd κ.α ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ.1)
(2010)1 Α ΑΑΔ 649, που αφορούσε και πάλι λανθασμένη νομική βάση, λέχθηκε πως οι αιτητές παρότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ούτως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν τη διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησης τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, και αυτό συνιστούσε παράλειψη η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εφόσον οι δικονομικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Η Δ.25 προνοεί για την τροποποίηση δικογράφων και ειδικότερα η παρ.
(3)ορίζει ότι «μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες ως προνοείται από την Διαταγή 30 ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν προς ικανοποίηση του δικαστηρίου προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης». Η Δ25.6 ορίζει ότι «γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα ή λάθη που προκύπτουν σε αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με την φύση και την έκταση του λάθους από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης γραπτής ή προφορικής χωρίς δικαίωμα έφεσης». Στην παρούσα αίτηση αναφέρεται ότι «ο αιτητής ζητεί διάταγμα τροποποίησης του δικογράφου» χωρίς να προσδιορίζει καταρχήν το δικόγραφο στο οποίο αναφέρεται. Και εάν ακόμη το δικαστήριο λάβει ως δεδομένο ότι ζητεί την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, ο αιτητής δεν αναφέρει αλλά ούτε και υποστήριξε πουθενά εάν πρόκειται για καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ως προνοεί η Δ25
(3)όπου σε τέτοια περίπτωση επιτρέπεται η τροποποίηση κατ΄εξαίρεση. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι ο λόγος τον οποίο επικαλείται δεν αποτελεί καλόπιστο λάθος. Περαιτέρω θεωρώ ότι δεν πρόκειται ούτε για γραφικό λάθος σε δικόγραφο που προέκυψε από τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη το οποίο θα μπορούσε να διορθωθεί κατόπιν αίτησης, ως προνοεί η Δ25 Θ
  1. Αυτός αναφέρει αυτολεξεί ότι:
  2. «η αίτηση κατατίθεται για δεύτερη φορά μαζί με μια πολύ σημαντική για την επίδικη υπόθεση «ένορκη δήλωση» που αναφέρει εκτός αυτών που δηλώνονται και υπάρχουν στην προηγούμενη αίτηση του που κατατέθηκε στις 30/03/2022, ο ενάγων ζητεί άμεση και επείγουσα επίλυση της επίδικης υπόθεσης προτού θρηνήσουμε θύματα.
  3. Ο λόγος είναι το τεράστιο πρόβλημα του επικίνδυνου χαντακιού/κρατήρα βάθους 3 μέτρων περίπου που έχει σκαφτεί από τους υπηρέτες των εναγόμενων την 25/02/2022 και έκτοτε παραμένει ανοιχτό με μεγάλο κίνδυνο, η κοινωνία να αντικρύσει ακόμα ένα δράμα η/και ακόμα και μιας τραγωδίας, επειδή εκεί πέρα και τριγύρω παίζουν συνεχώς παιδιά». Στην Δ30 Θ5
(4)η οποία ασφαλώς δεν αναφέρεται στην αίτηση προνοεί συγκεκριμένα ότι «όταν οι διάδικοι συμφωνούν το δικαστήριο μπορεί να δώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας έστω και εάν το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3000 ....». Ο αιτητής δεν έχει υποστηρίξει με οποιονδήποτε τρόπο την νομική βάση της αίτησης του με την οποία επιζητεί την τροποποίηση του δικογράφου διά της αλλαγής της κλίμακας. Αλλά ούτε και κατά την ακροαματική διαδικασία παρέπεμψε το δικαστήριο σε οποιαδήποτε δικονομική διάταξη ή αυθεντία που να επιτρέπει αυτά που επιζητεί, παρά τις διευκρινίσεις τις οποίες ζήτησε το δικαστήριο. Η θέση του ήταν ότι δεν εκπροσωπείται από συνήγορο και δεν γνωρίζει ο ίδιος. Αυτός επέμεινε στην προώθηση και της παρούσας αίτησης αλλά και της προγενέστερης αυτής, ημερ.30.3.22, παρά τις ενστάσεις της άλλης πλευράς. Επίσης ως προκύπτει από την πιο πάνω παράγραφο 2 αυτός αναφέρεται σε γεγονότα που σύμφωνα με την θέση του επεσυνέβηκαν το έτος 2022 δηλαδή μεταγενέστερα της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Να αναφέρω για σκοπούς πληρότητας ότι στις 25.10.22 αναφέρθηκε στο δικαστήριο ότι και οι 2 πλευρές συμφωνούν ώστε η παρούσα υπόθεση να θεωρηθεί ως ταχείας εκδίκασης, θέσεις οι οποίες άλλαξαν στην πορεία. Επίσης η θέση των καθ΄ων η αίτηση είναι ότι η μείωση ή η αύξηση της κλίμακας της αγωγής δεν αποτελεί μέρος των δικογράφων με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται να υποβληθεί ξεχωριστό αίτημα για την τροποποίηση της κλίμακας της αγωγής και συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη. Στην αίτηση πλην της Δ.25 γίνεται αναφορά και της Δ30 Θ.6 και 7 οι οποίες παραπέμπουν στις υποθέσεις όπου η χρηματική διαφορά δεν υπερβαίνει τις €3.000 με αποτέλεσμα η υπόθεση να κατατάσσεται ως ταχείας εκδίκασης. Στην παρούσα υπόθεση η απαίτηση ως το κλητήριο ένταλμα αναφέρει είναι άνω των €3.000 και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή η εν λόγω Διαταγή. Η προώθηση της παρούσας αίτησης, με αιτητικό όπως η αγωγή τύχει ταχείας εκδίκασης είναι λανθασμένη. Το δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει οδηγίες ως προς την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας, στην παρούσα, που το αντικείμενο της αγωγής υπερβαίνει τις €3000 εάν υπήρχε η συμφωνία των μερών (βάση της Διαταγής 30 θθ.5
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) κάτι που και πάλιν δεν ισχύει εδώ. Επίσης προκύπτει ότι η αποδοχή του αιτητή ως προς την μείωση της απαίτησης του δεν είναι νέο δεδομένο, γιατί διαπιστώνω από τον φάκελο του δικαστηρίου ότι παρόμοιες αναφορές του αιτητή για την αποδοχή της μείωσης απαίτησης του σε €450 έγιναν και παλαιότερα σε άλλες προγενέστερες καταχωρήσεις του (ημερ.18.6.19). Η νομολογία δεικνύει ότι η κλίμακα κάποιας αγωγής δεν αποτελεί μέρος του δικογράφου και η κλίμακα μπορεί να αυξομειώνεται χωρίς να χρειάζεται άδεια τροποποίησης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Λαϊκή Σπόρτιγκ Κλαμπ κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 69: «Η αναγραφή του ποσού της επίδικης διαφοράς είναι απαραίτητη πρωτίστως για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Καθώς επίσης και για την είσπραξη των δικαστικών τελών ή τον υπολογισμόν των δικηγορικών εξόδων. Δε δημιουργεί όμως στεγανό που εμποδίζει την αυξομείωση: Andreas Thoma v. Anastasias Chambou
(1986)1 C.L.R. 68. Όπως παρατήρησε εύστοχα το δικαστήριο στην υπόθεση Αθηνόδωρος Βασιλειάδης και Άλλοι ν. Πετρολίνα Λτδ.
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 στη σελ. 23: «Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπειά της». Στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.ά. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 οι ενάγοντες είχαν υποβάλει αίτηση τροποποίησης με την οποίαν, μεταξύ άλλων, ζητούσαν να προσθέσουν διαζευκτική αξίωση επεκτείνοντας την απαίτηση τους για ζημιές εν σχέσει με τον συμβατικό όρο που προνοούσε αποζημιώσεις ύψους μόνο £3.000 μηνιαίως. Επικυρώνοντας την απόρριψη του αιτητικού αυτού το Εφετείο ανέφερε: «Οι εφεσείοντες υπέβαλαν και ξεχωριστό αίτημα για την τροποποίηση της κλίμακας του κλητηρίου εντάλματος και της εκθέσεως απαιτήσεως. Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπεια της. (Βλ. Thoma ν. Chambou
(1986)1 C.L.R. 68). Με γνωστή την αξίωση των εφεσειόντων η κλίμακα θα προκύψει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού και θα εναπόκειται στους εφεσείοντες αλλά και στο Πρωτοκολλητείο να βεβαιωθούν ότι θα έχουν καταβληθεί τα προβλεπόμενα τέλη». Συνεπώς η κλίμακα της αγωγής δεν συνιστά μέρος των δικογράφων, δεν χρειάζεται ούτε αίτηση τροποποίησης με βάση την Δ.25, ούτε η άδεια του Δικαστηρίου για την αλλαγή της, αλλά είναι ζήτημα που αφορά το Πρωτοκολλητείο υπό την έννοια ότι συνεπεία της κλίμακας η αγωγή θα ενταχθεί σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία και θα καταβληθούν τα τέλη που την αφορούν. Ενόψει των πιο πάνω με δεδομένη αφενός την επιτακτική αναγκαιότητα αναφοράς των συγκεκριμένων Θεσμών και Κανονισμών οι οποίοι στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο και δίνουν έρεισμα στην αίτηση και αφετέρου την κατάληξη μου ότι οι θεσμοί και κανονισμοί στους οποίους γίνεται επίκληση, ήτοι οι παράγραφοι i, ii, iii της Δ48 δεν υπάρχουν αλλά ούτε και οι Θ6 και 7 της Δ30 τυγχάνουν εφαρμογής, σε συνάρτηση βεβαίως με την φύση του αιτητικού θεωρώ ότι ούτε η Δ25, ούτε η Δ48 από μόνη της καλύπτει το κενό της ανύπαρκτης ορθής νομικής βάσης της αίτησης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1(B) A.A.Δ. 736, η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιοσδήποτε αίτησης αλλά διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια ενδιάμεση αίτηση εφόσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του νόμου ή ειδικό θεσμό. Όσον αφορά την εγγενή ή σύμφυτη δικαιοδοσία, στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι αυτή δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς, και ότι κατ' εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί, επικαλούμενο τη σύμφυτη εξουσία του, να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία η οποία υπάρχει και προνοείται από τους θεσμούς αλλά δεν του παρέχεται στην προκείμενη περίπτωση από το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη μου και την ένσταση της άλλης πλευράς για το σημείο αυτό, θεωρώ πως δεν είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε διορθωτικά διαβήματα αλλά υποχρεούται να εξετάζει σύμφωνα με την νομολογία την ενώπιον του κατάσταση όπως έχει δημιουργηθεί και τα κατάλληλα διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 283/10, ημ. 3.7.14, τέτοια εξουσία ασκείται νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά. Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση τυχόν θεραπεία της παρατυπίας δημιουργεί δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 (βλ.Koza ανωτέρω). Επίσης αναφέρθηκε ότι η νομική βάση μίας αίτησης έχει μεγάλη σημασία αφού προσδιορίζει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης το οποίο προσδίδει εγκυρότητα στο δικονομικό μέτρο (Χριστοφόρου 2001 1Β ΑΑΔ,743). Συνεπώς η θέση των καθ΄ων η αίτηση με βρίσκει σύμφωνη και εγκρίνω τον πρώτο λόγο ένστασης ότι ελλείπει η ορθή νομική βάση της αίτησης. ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΤΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ Αυτοί θα εξεταστούν από κοινού γιατί τα θέματα τους είναι αλληλένδετα. · Είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη καθότι τα αιτητικά αυτής περιέχουν ουσία και/ή μαρτυρία. · Η Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη ενόψει του ότι αναφέρει αποσπάσματα Νόμου και περιέχει αυτούσια επιστολή του Ενάγοντα η οποία δεν αποτελεί Τεκμήριο της Ένορκης Δήλωσης αλλά μέρος αυτής. · Η Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα είναι αντιφατική. Ως αναφέρεται και στην Δ.48
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, «..αν η αίτηση στηρίζεται σε οιαδήποτε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση». Η οποιαδήποτε μαρτυρία δεν δύναται να εισαχθεί στο αιτητικό αίτησης αλλά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Συνεπώς, από το λεκτικό της διαταγής προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο Αιτητής θέλει να αναφερθεί σε ουσία ή μαρτυρία, δηλαδή σε γεγονότα της υπόθεσης, τότε θα πρέπει αυτά να αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και όχι στο αιτητικό. Με μία απλή μελέτη των πιο πάνω παραγράφων 1 και 2 της αίτησης διαπιστώνεται η δήλωση του αιτητή ότι η υπό κρίση αίτηση κατατίθεται για δεύτερη φορά αλλά με επισυνημμένη ένορκη δήλωση που περιλαμβάνει και γεγονότα που προαναφέρθηκαν σε άλλη αίτηση του και αυτό που ζητεί είναι η άμεση και επείγουσα επίλυση της υπόθεσης, λόγω της ύπαρξης του ανοικτού επικίνδυνου χαντακιού/κρατήρα με κίνδυνο την πρόκληση ατυχήματος. Θεωρώ ότι αυτό που επιζητεί ο αιτητής ήτοι η άμεση επίλυση της υπόθεσης του δεν είναι θέμα που θα έπρεπε να απασχολήσει το δικαστήριο στα πλαίσιας της υπό κρίση αίτησης. Ακόμη γίνεται αναφορά του σε γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να αφορούν την ουσία της υπόθεσης. Στην αίτηση επισυνάπτονται δύο κείμενα το ένα φέρει τον τίτλο «ένορκη δήλωση» η οποία αναφέρεται σε γεγονότα που αφορούν το τεμάχιο του αιτητή το ευρισκόμενο και γειτνιάζον με κυβερνητικό κτήμα, στην ( ), που σύμφωνα με την θέση του δημιουργούνται ζημιές σε αυτό. Ο αιτητής παραπέμπει σε προηγούμενη αίτηση του ημερ.30.3.22 στην οποία αποδέχεται μείωση της απαίτησης του με τροποποίηση του δικογράφου. Ακόμη προβαίνει σε αναφορές που αφορούν τον χειρισμό της υπόθεσης από τους συνήγορους των εναγομένων 1 και 2 και την έγκριση αιτημάτων τους από το δικαστήριο χωρίς την συγκατάθεση και την ενημέρωση του και γίνεται παραπομπή σε νόμους. Το δεύτερο διαχωρισμένο κείμενο με ημερ.25.2.22 δεν φέρει καμία επικεφαλίδα πλην του ονόματος του αιτητή, περιλαμβάνει τις παραγράφους Δ και Ε με τοποθετημένες τις σφραγίδες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και την υπογραφή του Πρωτοκολλητή. Μελετώντας το πιο πάνω δεύτερο κείμενο διαπιστώνω ότι αυτό αποτελεί μέρος της ένορκης δήλωσης του αιτητή που συμπεριλαμβάνεται σε άλλη αίτηση του αιτητή με ημερ.30.3.22 η οποία εκκρεμεί για απόφαση από το παρόν δικαστήριο με την ίδια σύνθεση, η οποία έχει το ίδιο αιτητικό ήτοι την τροποποίηση δικογράφου αλλά ελλείπει μία παράγραφος. Αυτό που είναι εμφανές είναι ότι δεν τηρούνται οι πρόνοιες της Δ39 όσον αφορά την καταχώρηση της Ε/Δ η οποία άλλωστε δεν αναφέρεται καν στην νομική του βάση, αλλά και πώς η Ε/Δ του στηρίζει την αίτηση του (Δ39Θ5,6). Ούτε και τηρείται η Δ39Θ20,21 αναφορικά με τις παραπομπές του σε Νόμους στην παράγρ.Β της Ε/Δ αφού οποιαδήποτε αποσπάσματα δεν πρέπει να επισυνάπτονται στην Ε/Δ αλλά θα πρέπει να αναφέρονται σαν τεκμήρια με τις σχετικές ενδείξεις σε αυτά. Συνεπώς θεωρώ ότι τόσο το πρώτο κείμενο που φέρει τίτλο «ένορκη δήλωση» όσο και το δεύτερο κείμενο που φέρει ημερομηνία 25.2.22 λόγω του τύπου, της μορφής και του περιεχομένου τους δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το δικαστήριο, ως αυτά που προβλέπονται από τους Θεσμούς και τους Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Οι θέσεις του στην ένορκη δήλωση στην παράγραφο Α αναφορικά με τις ενέργειες των συνηγόρων των εναγομένων 1 και 2 ότι αυτοί δημιουργούν σκηνικά αναβολών τα οποία παραδόξως εγκρίνονται χωρίς την έγκριση και την ενημέρωση του, πλην του ότι δεν σχετίζονται με το αίτημα του, δεν βρίσκουν έρεισμα καθότι μελετώντας τον φάκελο εμφαίνεται ότι αυτός ήταν ενήμερος για την εξέλιξη της διαδικασίας. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά τις ημερομηνίες που η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω της περιόδου της πανδημίας και της τήρησης των οδηγιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτό που διαφαίνεται επίσης είναι η τήρηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και των 2 πλευρών περιλαμβανομένου του δικαιώματος των εναγομένων 1 και 2 στην καταχώρηση ένστασης στην παρούσα αίτηση (σχ. τα ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 23.11.20, 29.9.21, 3.5.22 και τα πρακτικά ημερ. 7.5.20, 30.9.21). Συνακόλουθα αποδέχομαι τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο ένστασης των καθ΄ων η αίτηση. ΠΕΜΠΤΟΣ, ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΕΒΔΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ Αυτοί οι 3 λόγοι θεωρώ και πάλιν ότι σχετίζονται γι΄αυτό και θα εξεταστούν μαζί. Οι καθ΄ων επικαλούνται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα, ήτοι 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής αλλά και ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη αφού έχει καταχωρηθεί παρόμοια αίτηση ημερομηνίας 30/03/2022. Με τον έβδομο λόγο οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής προσπαθεί να προσθέσει νέους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην υπόθεση C. & A. Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, αναφέρθηκε ότι θα πρέπει να δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση, γιατί η όσο το δυνατό συντομότερη λήξη της αντιδικίας είναι ιδιαίτερα επιτακτική και αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η κατάχρηση διαδικασίας, όπως αναφέρθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Πόλυ Μίτσιγκα, Π. Ε. 208/13, ημερ. 13.3.2014, μπορεί να λάβει πολλές μορφές και να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους. Είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της, το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία καταστολής τέτοιας κατάχρησης ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής λειτουργίας (βλ. Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Γενικός Εισαγγελέας v. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 501, Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ. 3)
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 529, Αναφορικά με την Αίτηση του Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor
(2011)1(B) A.A.Δ. 1176) Επιπρόσθετα, έχει παγιωθεί από τη νομολογία ότι η ύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα, αποτελεί γενικά κατάχρηση (βλ. Μίτσιγκας (πιο πάνω), Αναφορικά με την αίτηση Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω) Αναφορικά με την αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1 (B) A.A.Δ. 911, Κορακίδης Διαχειριστής κ.α. v. Αλέξη, Διαχειρίστριας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1534, Δημητρίου v. Γαβριήλ
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 16, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Νικολάου Χ"Γεωργίου
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 159, Τσιακλίδης v. Ευαγγέλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 119, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 (B) A.A.Δ. 1121, Γεωργίου κ.α. v. Ρωτού
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. Στην Wayplay Technologies Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Π.Ε. 43/14 και 44/14, ημερ. 11.5.15, είχαν υποβληθεί δύο αιτήσεις για παραχώρησης άδειας για έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσης Certiorari. Αμφότερες είχαν απορριφθεί και εναντίον τους είχε καταχωρηθεί έφεση. Επιπρόσθετα εκκρεμούσε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αποφάνθηκε ότι όλες οι διαδικασίες υπέβαλλαν το ίδιο αίτημα και στόχευαν στο ίδιο αποτέλεσμα ήτοι την ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως λανθασμένης, απέρριψε τις εφέσεις για λόγους κατάχρησης διαδικασίας. Στο παρόν δικαστήριο με την ίδια σύνθεση καταχωρίστηκε άλλη προγενέστερη αίτηση του αιτητή με ημερ.30.3.22 με το ίδιο αιτητικό και την ίδια νομική βάση. Η καταχώρηση της ταυτόσημης πιο πάνω αίτησης σε χρονικό διάστημα 6 μηνών με την υπό κρίση ήταν θεωρώ περιττή διαδικασία. Η παράλληλη προώθηση 2 αιτήσεων με το ίδιο αιτητικό και την προσθήκη γεγονότων τα οποία κατ΄ισχυρισμό προέκυψαν μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και η νομολογία μας επιτάσσει την αποφυγή πολλαπλών διαδικασιών και της μη κατάχρησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Το δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν θα επιλύσει οποιαδήποτε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Για σκοπούς πληρότητας να αναφέρω ότι το δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει αυτό τον λόγο αρχικά και να τον εγκρίνει και να μην προχωρήσει στην εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης. Είναι ακόμη η θέση των καθ' ων ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών που δεν ήταν δικογραφημένοι στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα/Αιτητή με αποτέλεσμα σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση. Από τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνονται τα πιο κάτω: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 7.3.
  2. Στη συνέχεια καταχωρίστηκαν και άλλες αιτήσεις εκ μέρους του αιτητή - ενάγοντα, ως αναφέρθηκε αρχικά. Το 2020 καταχωρίστηκαν οι ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και η σύνοψη μαρτυρίας από τις 2 πλευρές. Η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα, ήτοι 5 χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος χωρίς καμία επαρκή αιτιολογία από τον αιτητή. Μάλιστα εμφαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης ότι κάποιοι ισχυρισμοί του αιτητή τέθηκαν και προγενέστερα στις αιτήσεις του και δεν αποτελούν νέα δεδομένα. Ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 21.9.22 και ζητεί άμεση και επείγουσα επίλυση της υπόθεσης, αναφερόμενος μάλιστα σε γεγονότα που συνέβηκαν στις 25.2.22, δηλαδή μετά την καταχώρηση της αγωγής, εντούτοις ο ίδιος εντελώς καταχρηστικά είχε ήδη καταχωρήσει και άλλη αίτηση ημερ.30.3.
  3. Θα συμφωνήσω με την θέση των καθ΄ων ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του αιτητή αφορούν γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής και δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ως τέτοια. Παρέλκει θεωρώ ο οποιοσδήποτε σχολιασμός των αναφερόμενων από αυτόν γεγονότων στην αίτηση, εφόσον το δικαστήριο στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης όπως ανέφερα δεν θα εξετάσει ή επιλύσει οποιαδήποτε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση - Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.)............. Γ. Ιωαννίδου - Παπά Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.