Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Lilia Silaciova, Υπόθ. αρ.: 3192/2023, 18/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Υπόθ. αρ.: 3192/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Lilia Silaciova Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 18 Απριλίου 2023 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μανώλη Για την Κατηγορούμενη: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη έχει παραδεχθεί μια κατηγορία μέθης, μια κατηγορία ανησυχίας και μια κατηγορία παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν παραδέχθηκε τρεις κατηγορίες, ήτοι μια κατηγορία επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης (Κατηγορία 1), μια κατηγορία κοινής επίθεσης κατά της xxx Ηλία (Κατηγορία 5) και μια κατηγορία κακόβουλης ζημιάς (Κατηγορία 6). Για τις τελευταίες κατηγορίες η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε η xxx Ηλία (ΜΚ2), η οποία είπε ότι στις 8.3.2023 και περί ώρα 21:15 ενώ καθόταν με την παρέα της στο εστιατόριο με την επωνυμία Ship Ιnn, είδε την Κατηγορούμενη να φωνάζει, να ρίχνει αντικείμενα που κρατούσε και να κινείται προς τον δρόμο με κίνδυνο να την χτυπήσουν διερχόμενα αυτοκίνητα. Η Κατηγορούμενη είχε τη φανέλα και τον στηθόδεσμο της ανασηκωμένα και φαίνονταν τα στήθη της. Σε κάποια στιγμή, βρέθηκε ξαπλωμένη στον δρόμο και παραλίγο να κτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο. Θαμώνες και υπάλληλοι του εστιατορίου προσπάθησαν να τη μαζέψουν από τον δρόμο, αλλά αυτή δε συνεργαζόταν. Η ΜΚ2 θεώρησε ότι η Κατηγορούμενη θα δεχόταν πιο εύκολα τη βοήθεια γυναικών και έτσι, μαζί με την φίλη της xxx Χαραλάμπους (ΜΚ3) πλησίασαν για να την βοηθήσουν. Η ΜΚ2 την ρώτησε, στα αγγλικά, πως μπορούσε να βοηθήσει και έσκυψε για να δει τι θα της απαντούσε. Τότε, η Κατηγορούμενη κλώτσησε την ΜΚ2 στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να χτυπήσει τη μύτη της και να σπάσουν τα γυαλιά της, αξίας περίπου €
- Λόγω του χτυπήματος, η ΜΚ2 έπεσε στο έδαφος. Τότε έτρεξαν φίλοι της ΜΚ2 για να την βοηθήσουν, ενώ η Κατηγορούμενη εξακολουθούσε να φωνάζει και να ανεμίζει τα χέρια και τα πόδια της ευρισκόμενη στην μέση του δρόμου. Ακολούθως, ήρθε στο σημείο αστυνομία. Παρά τις προσπάθειες των αστυνομικών να την ηρεμήσουν, η Κατηγορούμενη συνέχιζε να φωνάζει και να αντιδρά. Στο Δικαστήριο κατέθεσε και η xxx Χαραλάμπους (ΜΚ3). Αυτή είπε ότι βρισκόταν με την ΜΚ2 στο εστιατόριο, όταν είδαν την Κατηγορούμενη έξω από το μαγαζί, να βγαίνει από ένα αυτοκίνητο, να φωνάζει και να τσακώνεται με τα πρόσωπα που ήταν μέσα σε αυτό. Αφού το αυτοκίνητο έφυγε, η Κατηγορούμενη συνέχισε να φωνάζει, κάθισε στο έδαφος και προσπαθούσε να βγάλει φωτογραφίες με το κινητό της. Στην συνέχεια, κλωτσούσε σταθμευμένα αυτοκίνητα και πήγε στον δρόμο όπου ξάπλωσε, με κίνδυνο να την χτυπήσουν τα αυτοκίνητα. Κάποιοι που ήταν στο μαγαζί προσπάθησαν να την απομακρύνουν και γενικά να την βοηθήσουν, αλλά αυτή δεν δεχόταν τη βοήθεια τους και συνέχισε να φωνάζει. Ένας από τους υπαλλήλους κατάφερε να την απομακρύνει από τη μέση του δρόμου. Ενώ η Κατηγορούμενη βρισκόταν στο πλάι του δρόμου, η ΜΚ3 μαζί με την ΜΚ2 προσφέρθηκαν, ως γυναίκες, να τη βοηθήσουν. Την ρώτησαν τι έγινε, αλλά αυτή συνέχισε να φωνάζει, να κλωτσά και να ρίχνει αντικείμενα. Σύμφωνα με την ΜΚ3, ενώ η ΜΚ2 ήταν σκυμμένη κοντά στην Κατηγορούμενη, προσπαθώντας να την καθησυχάσει, η Κατηγορούμενη κλώτσησε την ΜΚ2 στο πρόσωπο. Αμέσως έτρεξαν πελάτες και υπάλληλοι του μαγαζιού και ακινητοποίησαν την Κατηγορούμενη. Μετά από λίγο ήρθε στο μέρος αστυνομία. Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ3 είπε ότι, αφού η ΜΚ2 δέχτηκε το κτύπημα, τα γυαλιά της έπεσαν στο έδαφος και έσπασαν. Δεν γνωρίζει όμως ακριβώς την ζημιά που υπέστησαν. Γνωρίζει όμως ότι η ΜΚ2 δεν μπορούσε να τα φορέσει. Ο Αστ. 3331 Λοΐζου (ΜΚ1), ήταν ένας από τους αστυνομικούς που έφτασε στην σκηνή. Κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, είπε ότι έφτασε στο μέρος περί τις 21:
- Εκεί είδε την Κατηγορούμενη πεσμένη στο πεζοδρόμιο, έξω από το καφεστιατόριο. Αυτή είχε την μπλούζα τραβηγμένη προς τα πάνω, βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και ήταν επιθετική. Προσπαθούσε δε να κλωτσήσει τους πελάτες. Ο ΜΚ1 την πλησίασε, ζήτησε τα στοιχεία της και την ρώτησε τι έγινε. Αυτή αρνήθηκε να συνεργαστεί και συνέχισε να φωνάζει στον ΜΚ1 σε γλώσσα που ο ίδιος δεν καταλάβαινε. Άρχισε δε να κλωτσά τον ΜΚ
- Ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι η Κατηγορούμενη μύριζε πολύ έντονα αλκοόλ. Στις 22:00, ο ΜΚ1 πληροφόρησε την Κατηγορούμενη στα ελληνικά και στα αγγλικά ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα επίθεσης εναντίον αστυνομικού, ανησυχία και μέθη. Αυτή συνέχισε να φωνάζει και να είναι εκτός ελέγχου. Τότε, ο ΜΚ1 της πέρασε χειροπέδες και την οδήγησε στον αστυνομικό σταθμό, όπου και εξακρίβωσε τα στοιχεία της. Ο ΜΚ1 είπε ότι είχε πάει στο σημείο με περιπολικό, φορούσε την στολή του και άρα η Κατηγορούμενη θα μπορούσε να καταλάβει ότι είναι αστυνομικός. Ούτε την έσπρωξε ούτε της επιτέθηκε. Τουναντίον, προσπάθησε να την βοηθήσει, αλλά δεν δεχόταν τη βοήθειά του. Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι η Κατηγορούμενη φαινόταν πολύ μεθυσμένη και ότι ίσως να μην συνέβαιναν όσα συνέβησαν αν δεν ήταν μεθυσμένη. Στη δική της μαρτυρία, η Κατηγορούμενη είπε ότι κατάγεται από την Μολδαβία και είχε έρθει στην Κύπρο για διακοπές, αλλά είχε σκοπό να διευθετήσει τα χαρτιά της, ώστε να παραμείνει νόμιμα στην Κύπρο. Κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν με τον φίλο της σε εστιατόριο, του οποίου την ονομασία δεν θυμόταν. Θυμάται ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ και ότι ήταν μεθυσμένη. Είχε επίσης τσακωθεί με τον φίλο της και όταν βγήκε έξω από το εστιατόριο ζαλιζόταν, σκόνταψε, έπεσε στο έδαφος και μαζεύτηκε κόσμος γύρω της. Δεν θυμάται αν είχε έρθει η αστυνομία. Θυμόταν όμως ότι την πήγαν σε αστυνομικό σταθμό. Ήταν η θέση της ότι δεν επιτέθηκε σε κανένα καθότι, δεν ήταν ικανή να το πράξει, λόγω της μέθης της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους και να αξιολογήσω τη συνολική εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας όπως η πηγή της γνώσης, η μνήμη, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι, με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη η μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μη γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Επισημαίνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, σημειώνω ότι και οι τρεις μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν πολύ θετική εντύπωση. Και οι τρεις απαντούσαν με αμεσότητα και παρρησία. Κατά την αντεξέταση τους επανέλαβαν όσα είχαν πει στην κυρίως εξέταση τους χωρίς να περιπέσουν σε αντιφάσεις Σημειώνεται, ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν αντεξετάστηκαν σε βασικά σημεία όσων είπαν. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε ότι η Κατηγορούμενη όντως κλώτσησε την ΜΚ2, και τον ΜΚ
- Ούτε αμφισβητήθηκε ότι τα γυαλιά της ΜΚ2 έσπασαν λόγω των ενεργειών της Κατηγορουμένης. Στην ΜΚ2 υπεβλήθη ότι ήταν με δική της ευθύνη που, ενώ είδε ένα άτομο μεθυσμένο, πλησίασε, με αποτέλεσμα να συμβεί το περιστατικό, για το οποίο προέβη σε καταγγελία. Η ΜΚ2 επανέλαβε ότι ο λόγος που πλησίασε, ήταν επειδή η Κατηγορούμενη διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο να χτυπηθεί από διερχόμενα αυτοκίνητα και ήθελε να την βοηθήσει, γυναίκα προς γυναίκα. Στον ΜΚ1 υπεβλήθη ότι ο λόγος που τον έσπρωξε η Κατηγορούμενη ήταν διότι δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Δεν έγιναν καθόλου ερωτήσεις σε σχέση με την κλωτσιά που ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι οι κλωτσιές της Κατηγορούμενης εναντίον των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν αμφισβητούνται. Συν τοις άλλοις, η κλωτσιά προς την ΜΚ2 επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία της ΜΚ3, η οποία περιέγραψε τα γεγονότα όπως η ίδια τα βίωσε χωρίς η μαρτυρία της να συγκρούεται με την μαρτυρία της ΜΚ
- Από την άλλη, η Κατηγορούμενη δεν αντίκρουσε με πειστικότητα όσα της απέδωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Η μαρτυρία της παρουσίαζε αντιφάσεις και έλλειψη συνοχής. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη άλλαζε συνεχώς θέσεις σε σχέση με το τι θυμάται και τι δεν θυμάται από την επίδικη νύχτα. Ενώ από τη μια έλεγε ότι θυμάται τα πάντα, από την άλλη δεν θυμόταν βασικές λεπτομέρειες όπως το κατά πόσο, στο μέρος είχαν έρθει αστυνομικοί. Εν τέλει, αντεξεταζόμενη, παραδέχθηκε ότι έξω από το εστιατόριο είχε δει κάποιον που έφερε στολή αστυνομικού και ότι τις έβαλαν χειροπέδες και την έβαλαν σε περιπολικό. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, είπε ότι δεν θυμάται τον αστυνομικό που ήρθε στην σκηνή, ούτε πως κατέληξε στον αστυνομικό σταθμό. Πέραν από αυτά, η Κατηγορούμενη, στην κυρίως εξέταση, είπε ότι είχε σκοντάψει και πέσει στο έδαφος, ενώ κατά την αντεξέταση επέμενε ότι δεν έπεσε στο έδαφος. Περαιτέρω, είπε ότι όταν βγήκε έξω από το εστιατόριο ήταν χάλια και προσπαθούσε να τηλεφωνήσει ταξί χωρίς να τα καταφέρνει. Τότε, μαζεύτηκε κόσμος και «έκανε πανικό» χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Παρέμεινε άγνωστο τι εννοούσε με την λέξη «πανικός». Είναι, κατά την άποψη μου εμφανές, ότι η Κατηγορούμενη είτε δεν θυμόταν, λόγω της μέθης της, όσα έγιναν το επίδικο βράδυ, είτε δεν ήθελε να τα αποκαλύψει. Όποιο και να συμβαίνει, η ουσία είναι ότι η μαρτυρία της δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων, ούτε μπορεί να ανατρέψει όσα, με πειστικότητα, είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και αξιολογώντας τη συνολική της παρουσία, τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, κρίνω ότι είναι αναξιόπιστη και απορρίπτω τη μαρτυρία της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τις παραδοχές στις οποίες προέβη η Κατηγορούμενη κατά τη μαρτυρία της, καταλήγω σε εύρημα ότι στις 8.3.2023 και περί ώρα 21:15 η Κατηγορούμενη βρισκόταν έξω από το εστιατόριο με την ονομασία Ship Ιnn. Προηγουμένως, είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Ούσα σε αυτή την κατάσταση, η Κατηγορούμενη φώναζε και έριχνε αντικείμενα που κρατούσε, ενώ κινείτο προς τον δρόμο με κίνδυνο να την χτυπήσουν αυτοκίνητα. Είχε τη φανέλα και τον στηθόδεσμο της ανασηκωμένα και φαίνονταν τα στήθη της. Σε κάποια στιγμή, βρέθηκε ξαπλωμένη στον δρόμο και παραλίγο να κτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο. Θαμώνες και υπάλληλοι του εστιατορίου προσπάθησαν να την βοηθήσουν, αλλά αυτή δε συνεργαζόταν. Η ΜΚ2 θεώρησε ότι η Κατηγορούμενη θα δεχόταν πιο εύκολα τη βοήθεια γυναικών και έτσι, μαζί με την ΜΚ3 πλησίασαν για να την βοηθήσουν. Η ΜΚ2 την ρώτησε, στα αγγλικά, πως μπορούσε να βοηθήσει και έσκυψε για να ακούσει τι θα της απαντούσε. Τότε, η Κατηγορούμενη κλώτσησε την ΜΚ2 στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να χτυπήσει τη μύτη της και να σπάσουν τα γυαλιά της. Ακολούθως και συγκεκριμένα περί τις 21:55 ήρθε στο σημείο ο ΜΚ1, ο οποίος είδε την Κατηγορούμενη πεσμένη στο πεζοδρόμιο, έξω από το καφεστιατόριο. Ο ΜΚ1, φορώντας στολή αστυνομικού, την πλησίασε, ζήτησε τα στοιχεία της και την ρώτησε τι έγινε. Αυτή αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία της και να συνεργαστεί, ενώ άρχισε να κλωτσά τον ΜΚ
- Στις 22:00, ο ΜΚ1 πληροφόρησε την Κατηγορούμενη στα ελληνικά και στα αγγλικά ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα επίθεσης εναντίον αστυνομικού, ανησυχία και μέθη. Αυτή συνέχισε να φωνάζει και να είναι εκτός ελέγχου. Τότε, ο ΜΚ1 της πέρασε χειροπέδες και την οδήγησε στον αστυνομικό σταθμό, όπου και εξακρίβωσε τα στοιχεία της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Συστατικό στοιχείο των Κατηγοριών 1 και 5 είναι η επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία και που προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από άλλον χωρίς συγκατάθεση του. Στην υπόθεση R. v. Vienna (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται να αποδειχθεί πρόθεση. Στην Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574, λέχθηκε ότι ο νόμος δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος μπορεί να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R.974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 244(β) του Κεφ.154 απαιτείται επιπρόσθετα, η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος οργάνου τήρησης της τάξης. Το εν λόγω αδίκημα είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act του 1996. Ανάλυση του γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. . . it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). .................................................................................................................................. Mens Rea B2.26The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability. In Albert v Lavin [1982] AC 546, D unlawfully assaulted a man who attempted to prevent him from causing a breach of the peace. He claimed not to know that this man was a police officer, but the House of Lords held that his alleged mistake was irrelevant. He would have been guilty of an assault or battery even if the man had not been a police officer, because the officer had been doing only what any citizen would have had the right to do in the circumstances. In contrast, if D honestly believes that he is being attacked or kidnapped by criminals, and uses force to resist them, he will not be guilty of a s. 89 offence, even though the 'criminals' prove to be police officers who were acting lawfully at the time. D's honest belief in his need to act in self-defence would negative any mens rea for assault (Kenlin v Gardiner [1967] 2 QB 510; Blackburn v Bowering; and see generally A3.36)». Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Κατηγορούμενη άσκησε βία εναντίον τόσο του ΜΚ1 όσο και της ΜΚ2, χωρίς την συγκατάθεση των τελευταίων. Έχω την άποψη ότι η Κατηγορούμενη ενήργησε με πλήρη απερισκεψία ως προς τις συνέπειες των πράξεων της. Σημειώνω ότι για το αδίκημα της επίθεσης, η μέθη δεν μπορεί να αποτελεί υπεράσπιση. Το άρθρο 13 του Κεφ.154 , προνοεί ότι: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), κανένας, λόγω μέθης, δε θεωρείται ότι διενέργησε πράξη ή παράλειψη ακούσια, ή απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη.
(2)Κανένας δεν είναι ποινικά υπεύθυνος για πράξη ή παράλειψη, αν κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης ή παράλειψης ήταν σε τέτοια κατάσταση μέθης ώστε να στερείται της ικανότητας να γνωρίζει τι διαπράττει ή να ελέγχει τις πράξεις του, ή να γνωρίζει ότι όφειλε να απέχει της διενέργειας της πράξης ή παράλειψης, νοουμένου ότι το πράγμα, το οποίο τον οδήγησε στην κατάσταση μέθης του χορηγήθηκε σε άγνοια ή παρά τη θέλησή του.
(3)Όπου η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, η μέθη, είτε ολική είτε μερική, και είτε θεληματικά ή αθέλητα, δυνατόν να ληφθεί υπόψη για να διακριβωθεί κατά πόσο κατά τη διενέργεια της πράξης υφίστατο πράγματι τέτοια πρόθεση». Όταν, λοιπόν, το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος είναι βασικής πρόθεσης (of basic intent) και όχι ειδικής πρόθεσης και η μέθη προκλήθηκε με την θέληση του (voluntary intoxication), η μέθη δεν αποτελεί υπεράσπιση. Καθοδηγητική είναι η υπόθεση Director of Public Prosecutions v. Majewski
(1976)2 All ER
- Στην πιο πάνω υπόθεση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε τρεις κατηγορίες επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και σε τρεις κατηγορίες επίθεσης σε αστυνομικό κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Λίγο πριν την διάπραξη είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και αλκοόλ. Ήταν εθισμένος χρήστης και κατ' ομολογία δική του είχε φθάσει τα όρια της παράνοιας. Επικαλέστηκε ως υπεράσπιση ότι ένεκα της κατάστασης υπό την οποία τελούσε δεν γνώριζε τι έκανε. Ο πρωτόδικος Δικαστής καθοδήγησε τους ενόρκους να θεωρήσουν ότι η κατανάλωση αλκοόλ και ναρκωτικών σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί υπεράσπιση σε κατηγορία επίθεσης. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων απέρριψε την έφεση του κατηγορούμενου ομόφωνα. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το αδίκημα της επίθεσης τόσο εναντίον του ΜΚ1 όσο και έναντίον της ΜΚ
- Σε σχέση δε με την 1η Κατηγορία, έχω την άποψη ότι στο σύνολό τους οι ενέργειες του ΜΚ1, από τη στιγμή που ζήτησε από την Κατηγορούμενη να δώσει τα στοιχεία της μέχρι και τη στιγμή που την πληροφόρησε ότι τελεί υπό σύλληψη και όσα ακολούθησαν, περιλαμβανομένης αυτής καθ' αυτής της σύλληψης, ήταν καθ' όλα νόμιμα και εκτελέστηκαν στα πλαίσια άσκησης των Καθηκόντων του. Συνεπώς, πληρείται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση τώρα με την 6η Κατηγορία, ήτοι το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, έχω την άποψη ότι ούτε και για αυτό η μέθη μπορεί να λειτουργήσει ως υπεράσπιση. Το στοιχείο που απαιτείται για να αποδειχθεί το αδίκημα είναι η εσκεμμένη σκόπιμη πρόκληση της ζημιάς και δεν απαιτείται όμως η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης (βλ. Μιχαήλ v. Αστυνομίας 1991
(2)ΑΑΔ σελ. 168 και 176). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2000 παράγραφος 17‑46, o όρος "εσκεμμένα" σημαίνει να πράττεις κάτι οικιοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικιοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει η ζημιά ή όχι). Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η πρόκληση της ζημιάς ήταν παράνομη, δηλαδή δεν ήταν νόμιμη, ή δεν είχε νόμιμη αιτία. Εν προκειμένω, η Κατηγορουμένη έδρασε απερίσκεπτα, χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν επέλθει ζημιά. Δεν απαιτείτο η απόδειξη άλλης ειδικής πρόθεσης. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης Κατηγορίας γίνεται αναφορά στο ότι τα γυαλιά έχουν αξία €300. Σε σχέση με αυτό το σκέλος της Κατηγορίας 6, κρίνω ότι δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρίας. Η ΜΚ2 αναφέρθηκε σε κατά προσέγγιση αξία των γυαλιών της χωρίς να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την πραγματική τους αξία,. Σημειώνεται όμως, ότι είναι αδιάφορο το ύψος της ζημιάς καθώς αυτό το στοιχείο δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Έπεται ότι η Κατηγορούμενη μπορεί να κριθεί ένοχη στο αδίκημα της Κατηγορίας 6 με την απαιτούμενη τροποποίηση ώστε αυτή να συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Στη βάση του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, προχωρώ στην τροποποίηση των λεπτομερειων αδικήματος της 6ης Κατηγορίας με τη διαγραφή της φράσης «αξίας €300» και την αντικατάσταση της με την φράση «άγνωστης αξίας» Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, στις Κατηγορίες 1, 5 και 6. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο