Νικόλας Γεωργίου ν. Γιάνας Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1772/22, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1772/22 Μεταξύ: Νικόλας Γεωργίου Ενάγων και Γιάνας Γεωργίου Εναγόμενη Ημερομηνία: 28.4.23 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κκ Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κκ Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία ΔΕΠΕ --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 1.11.22 ο Ενάγων, από τώρα και στο εξής «ο Αιτητής», εξαιτείται ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη, από τώρα και στο εξής η Καθ' ης η αίτηση, να πωλήσει, δωρίσει αποξενώσει, υποθηκεύσει ή επιβαρύνει την πιο κάτω περιουσία μέχρι τελείας αποπεράτωσης της αγωγής: αριθμός εγγραφής X/XXXXX, τεμ. XXX, διαμέρισμα αρ. 1 στον 1ο όροφο στον XXX XXXX Λεμεσού, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα 1» αριθμός εγγραφής X/XXXXX, τεμ. XXX, διαμέρισμα αρ. 5 στον 1ο όροφο στον XXX XXXX Λεμεσού, από τώρα και στο εξής «το διαμέρισμα 2». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή και βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή στηρίχθηκε μόνο στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Στις 3.11.22 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα. Σημειώνεται ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητούνταν η έκδοση διατάγματος που αφορά και τρίτο ακίνητο. Η θεραπεία αυτή αποσύρθηκε από την πλευρά του Αιτητή οπότε και το σχετικό αιτητικό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Καθ' ης η αίτηση και στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Αιτητής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστραλία όπου και διαμένει μόνιμα μέχρι σήμερα. Η Καθ' ης η αίτηση η οποία, επίσης, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστραλία επέστρεψε στην Κύπρο για μόνιμη διαμονή πριν τον Οκτώβριο του
- Στις 4.10.17 ο Αιτητής υπέγραψε γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, από τώρα και στο εξής «το πληρεξούσιο», με το οποίο διόριζε γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και αντίκλητό του την Καθ' ης η αίτηση η οποία είναι αδελφή του. Στις 22.7.22 ο Αιτητής ανακάλεσε το πληρεξούσιο στα γραφεία της Κυπριακής Ύπατης Αρμοστείας στην Αυστραλία μετά τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκε η Καθ' ης η αίτηση σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της. Συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2022 τον πληροφόρησε ο πατέρας του ότι η Καθ' ης η αίτηση επρόκειτο να πωλήσει το ½ του μερίδιο σε ακίνητο στην Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, από τώρα και στο εξής «το ακίνητο στην Παραμύθα», καθώς και το ½ μερίδιό του στο διαμέρισμα
- Η Καθ' ης η αίτηση στην προαναφερόμενη τηλεφωνική επικοινωνία είπε στον Αιτητή ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να του δώσει οποιαδήποτε εξήγηση και ότι δεν θα του έδινε το μερίδιο του από το προϊόν των πωλήσεων των πιο πάνω ακινήτων. Μετά από έρευνα που έγινε από τους δικηγόρους του Αιτητή κατόπιν οδηγιών του τελευταίου διεφάνη ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε πωλήσει το μερίδιο του Αιτητή και το δικό της μερίδιο στο ακίνητο στην Παραμύθα σε εταιρεία ανάπτυξης γης από το
- Επίσης το μερίδιο του Αιτητή στο διαμέρισμα 1 μεταβιβάσθηκε και πάλι το 2020 στην Καθ' ης η αίτηση δυνάμει δωρεάς. Σε παλαιότερη τηλεφωνική τους επικοινωνία ένα χρόνο πριν η Καθ' ης η αίτηση είχε πληροφορήσει τον Αιτητή ότι το διαμέρισμα 1 το είχε ενοικιάσει. Η οικειοποίηση από την Καθ' ης η αίτηση των μεριδίων του Αιτητή στο ακίνητο στην Παραμύθα και στο διαμέρισμα 1 είναι παράνομη, καταχρηστική και αντισυμβατική. Ο Αιτητής μετέβη από την Αυστραλία στην Κύπρο και στις 27.10.22 προέβη σε γραπτή καταγγελία στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού ισχυριζόμενος διάπραξη από την Καθ' ης η αίτηση ποινικών αδικημάτων μεταξύ άλλων και του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Προτού, όμως, προχωρήσει στην καταγγελία και την καταχώρηση της παρούσης αγωγής προειδοποίησε την Καθ' ης η αίτηση σε μια υστάτη προσπάθεια εξεύρεσης λύσης. Συγκεκριμένα ζητούσε από την Καθ' ης η αίτηση την πληρωμή των χρημάτων που αναλογούσαν στο ½ μερίδιό του στο ακίνητο στην Παραμύθα και στο διαμέρισμα 1 ειδάλλως θα κατέφευγε στην Αστυνομία και σε καταχώρηση αγωγής. Αναφορικά με το διαμέρισμα 1 ζητούσε εναλλακτικά την επαναμεταβίβαση του μεριδίου του επ' ονόματι του πλέον την πληρωμή των ενοικίων που, επίσης, αναλογούσαν στο μερίδιό του. Η Καθ' ης η αίτηση τότε άρχισε να ουρλιάζει και να λέει στον Αιτητή: «να πάεις όπου θέλεις, αν θέλεις τζιαι στον Πρόεδρο. Θα τα πουλήσω ούλλα και δεν θα πάρεις τίποτε». Ο Αιτητής δεν γνωρίζει το ποσό στο οποίο η Καθ' ης η αίτηση πώλησε το ακίνητο στην Παραμύθα ή αν εξακολουθεί να κατέχει το εν λόγω ποσό ή αν το ξόδεψε ξοφλώντας ανάμεσα στα άλλα και δάνεια που είχε συνάψει με τραπεζικά ιδρύματα. Η Καθ' ης η αίτηση έχει, επίσης, εγγεγραμμένα επ' ονόματί της το διαμέρισμα 2 και μια οικία με αριθμό εγγραφής 17395, τεμ. 1177, στον Πύργο Λεμεσού. Άλλη περιουσία, κινητή ή ακίνητη, δεν διαθέτει εξ' όσων ο Αιτητής γνωρίζει. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του 2013 η εκτιμημένη αξία του ακινήτου στην Παραμύθα είναι Ευρώ 243.800,00 σεντ εξ' ου και η απαίτηση του Αιτητή για το ½ του εν λόγω ποσού υπό παραγράφους Β και Γ του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η εκτιμημένη αξία το 2013 του διαμερίσματος 1 είναι Ευρώ 159.400,00 σεντ εξ' ου και η απαίτηση του Αιτητή για το ½ του εν λόγω ποσού υπό παραγράφους Ε και Ζ του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου. Σημειώνεται ότι η σημερινή αγοραία αξία του διαμερίσματος 1 ξεπερνά τα Ευρώ 200.000,00 σεντ. Τα ποσά που δικαιούται ο Αιτητής, ήτοι Ευρώ 121.900,00 σεντ και Ευρώ 79.700,00 σεντ, συμποσούνται στο ποσό των Ευρώ 201.600,00 σεντ. Ο Αιτητής αξιώνει ακόμα την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ο Αιτητής έχει καλή βάση αγωγής και δικαιούται σε θεραπεία. Επίσης αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού αν η Καθ' ης η αίτηση πραγματώσει τις απειλές της αυτός θα υποστεί ανεπανόρθωτη και μη αναστρέψιμη ζημιά. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η μητέρα των διαδίκων άρχισε από το έτος 2009 να μεταβιβάζει την περιουσία της στους διάδικους κατόπιν πιέσεων που δεχόταν από τον Αιτητή και αφότου ο τελευταίος είχε ξοδέψει αρκετή από την περιουσία της. Έτσι μεταβιβάσθηκαν προς την Καθ' ης η αίτηση το διαμέρισμα 2 και το ½ μερίδιο στο διαμέρισμα 1 και στο ακίνητο στην Παραμύθα. Στον Αιτητή μεταβιβάσθηκε το έτερο ½ μερίδιο στο διαμέρισμα 1 και στο ακίνητο στην Παραμύθα καθώς και άλλη περιουσία. Τα μερίδια στο διαμέρισμα 1 μεταβιβάσθηκαν τον Ιανουάριο του
- Τον Αύγουστο του 2017 και ενώ η Καθ' ης η αίτηση είχε έρθει στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση η μητέρα τους παραπονέθηκε στην Καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής την παρενοχλούσε συνεχώς και ασκούσε βία εναντίον της γιατί δεν μπορούσε να του προσφέρει οικονομική βοήθεια αφού εξαιτίας του η μητέρα τους δεν είχε άλλους οικονομικούς πόρους. Η μητέρα επιθυμούσε να κινηθεί νομικά εναντίον του Αιτητή, κάτι, όμως, που εν τέλει ουδέποτε έπραξε. Ένεκα του ότι οι σχέσεις της μητέρας με τον Αιτητή είχαν ένεκα των πιο πάνω διαταραχθεί σοβαρά ο Αιτητής δήλωσε στην Καθ' ης η αίτηση ότι δεν ήθελε να καρπωθεί της περιουσίας της μητέρας τους γι' αυτό και παραχώρησε στην Καθ' ης η αίτηση το πληρεξούσιο το οποίο προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε δικαίωμα όχι μόνο να διαχειρίζεται τα ακίνητα του Αιτητή αλλά και να τα πωλεί και να τα δωρίζει. Σημειώνεται ότι από το 2017 μέχρι σήμερα ο Αιτητής δεν συνεισφέρει στην συντήρηση, έξοδα και πληρωμή φόρων για τα επίμαχα ακίνητα. Το 1/2 μερίδιο του Αιτητή στο ακίνητο στην Παραμύθα μεταβιβάσθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στις 3.9.20 δυνάμει δωρεάς δυνάμει του πληρεξουσίου. Ο Αιτητής γνώριζε για την μεταβίβαση και είχε, μάλιστα, δώσει και την έγκρισή του γι' αυτήν. Τον Νοέμβριο του 2021 η Καθ' ης η αίτηση το πώλησε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου σε εταιρεία για το ποσό των Ευρώ 220.000,00 σεντ. Εν τέλει το ακίνητο στην Παραμύθα μεταβιβάσθηκε τον Φεβρουάριο του 2022 και ο Αιτητής γνώριζε από τότε για την μεταβίβαση. Σε κάθε περίπτωση συμφωνήθηκε ότι ο ίδιος θα προέβαινε στην πώληση άλλου ακινήτου που είχε επ' ονόματί του. Ο λόγος που στην πραγματικότητα ο Αιτητής ανακάλεσε το πληρεξούσιο ήταν γιατί έμαθε ότι η Καθ' ης η αίτηση θα προχωρούσε με καταχώρηση αίτησης για να κηρυχθεί η μητέρα τους ανίκανο πρόσωπο, πράγμα που έγινε και, μάλιστα, εκδόθηκε και σχετικό διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Το μερίδιο του Αιτητή στο διαμέρισμα 1 μεταβιβάσθηκε στην Καθ' ης η αίτηση το 2020 δυνάμει του πληρεξουσίου. Ο Αιτητής γνώριζε για την μεταβίβαση από το 2020 και δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση. Η συμπεριφορά του Αιτητή αποτελεί αποδοχή αν όχι παραίτηση από το όποιο δικαίωμά του. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο μεταβιβάσεις έγιναν στην βάση του πληρεξουσίου το οποίο ήταν έγκυρο και με την συγκατάθεση του Αιτητή. Όπως και να χει ήταν ρητός όρος του πληρεξουσίου ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε το δικαίωμα να δωρίσει ή να πωλήσει τα ακίνητα του Αιτητή οπότε σε κάθε περίπτωση ενήργησε εντός των ορίων της πληρεξουσιότητάς της. Ουδέποτε κλήθηκε η Καθ' ης η αίτηση να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Επίσης η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι ο Αιτητής επικοινώνησε μαζί της για να της αναφέρει οποιαδήποτε παράπονά του για τις μεταβιβάσεις. Οι σχέσεις τους, άλλωστε, είναι τεταμένες εξαιτίας των περιστατικών βίας εναντίον της μητέρας τους. Αρνείται, επίσης, ότι η ίδια του ανέφερε όσα της καταλογίζει. Ουδέποτε απείλησε τον Αιτητή ότι θα πωλούσε την ακίνητη περιουσία της. Επίσης είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι η Καθ' ης η αίτηση θα παραιτούνταν από οποιοδήποτε δικαίωμα έχει στην περιουσία του πατέρα της με αντάλλαγμα τις μεταβιβάσεις που έγιναν δυνάμει δωρεάς. Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος το οποίο είναι προϋπόθεση για την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς. Πέραν των ψευδών ισχυρισμών ότι η Καθ' ης η αίτηση θα πωλήσει την ακίνητη της περιουσία ο Αιτητής ουδέν άλλο ανέφερε προς ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος. Ο λόγος που ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση αίτηση είναι η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Ο Αιτητής έχει απωλέσει σχεδόν όλη την περιουσία που του έδωσαν οι γονείς του και κινήθηκε δικαστικά με στόχο τον πλουτισμό του παρά τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Ο Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι η Καθ' ης η αίτηση παραβίασε την πληρεξουσιότητά της. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα τον 3ο λόγο ένστασης αφού σύμφωνα με την Νομολογία όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν προχωρεί σε εξέταση της αίτησης επί της ουσίας. Σύμφωνα με τον 3ο λόγο ένστασης ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,
(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στις σελίδες 601-602 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην Αγγλική υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, ex parte Princess Edmond De Polignac
(1917)1 KB 486 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It has been for many years the rule of the Court and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εδώ και πολλά χρόνια αποτελεί κανόνα του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό όπως ο κανόνας αυτός εξακολουθεί να ισχύει ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία με μονομερή αίτηση οφείλει να κάνει πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων - γεγονότων και όχι του Νόμου. Δεν πρέπει να παραθέσει λανθασμένα τον Νόμο - το Δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει τον Νόμο. Δεν γνωρίζει, όμως, τίποτα για τα γεγονότα και η τιμωρία διά της οποίας το Δικαστήριο διασφαλίζει την υποχρέωση αυτή είναι ότι αν το Δικαστήριο ανακαλύψει ότι τα γεγονότα δεν έχουν εκτεθεί ενώπιόν του πλήρως και με τρόπο δίκαιο το Δικαστήριο θα παραμερίσει οποιαδήποτε απόφαση έλαβε δίδοντας πίστη στην ανακριβή δήλωση». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που ο αιτητής μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87). Εναπόκειται στον Δικαστή κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει, και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του, αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Αφορμή για την έγερση της αγωγής και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτέλεσε το ότι η Καθ' ης η αίτηση πώλησε το μερίδιο του Αιτητή στο ακίνητο στην Παραμύθα μεταβιβάζοντας το στην εταιρεία ανάπτυξης γης καθώς και το ότι μεταβίβασε το μερίδιο του Αιτητή στο διαμέρισμα 1 επ' ονόματί της την στιγμή που δυνάμει του πληρεξουσίου δεν είχε σύμφωνα με τον Αιτητή δικαίωμα έτσι να πράξει. Σύμφωνα με τον τελευταίο το πληρεξούσιο έδινε την εξουσία στην Καθ' ης η αίτηση να διαχειρίζεται την περιουσία του, κινητή και ακίνητη, και όχι να την οικειοποιείται. Αντίθετη είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με την οποία αυτή ενήργησε εντός της πληρεξουσιότητάς της. Το πληρεξούσιο το οποίο και επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο 1 δίνει στην Καθ' ης η αίτηση την εξουσία, μεταξύ άλλων, να «πωλεί, δωρίζει και ανταλλάσσει κτήματά μου πάσης φύσεως με οιουσδήποτε όρους, είτε ταύτα ευρίσκονται εγγεγραμμένα στο όνομά μου ή στο μέλλον εγγραφόμενα επ' ονόματί μου, μη εξαιρουμένου και της ίδιας προσωπικώς και του πλησιέστερου της συγγενούς, συζύγου, τέκνων ή και αδελφών . δωρίζει τα κτήματά μου . επίσης δίδω δικαίωμα εις την άνω αναφερόμενη πληρεξούσια αντιπρόσωπό μου όπως εκτελεί πάσαν άλλη πράξη αφορούσα την κινητή και ακίνητη περιουσία μου και τη μη ρητώς αναφερόμενη ενταύθα .». Ουσιαστικά δίνει στην Καθ' ης η αίτηση την εξουσία να οικειοποιείται την περιουσία του Αιτητή ή να την πωλεί σε τρίτους προς δικό της, ίδιο όφελος. Τα όσα περί του αντιθέτου υποδεικνύονται στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του Αιτητή και δη ότι το πληρεξούσιο δεν έδινε δικαίωμα στην Καθ' ης η αίτηση να οικειοποιηθεί την περιουσία του Αιτητή δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Ο Αιτητής δεν αποκάλυψε, όμως, τούτο στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Τουναντίον, το απέκρυψε ισχυριζόμενος ότι η Καθ' ης η αίτηση έλκει από το πληρεξούσιο μόνο την εξουσία να διαχειρίζεται την περιουσία του. Τις επίμαχες δε αυτές λέξεις τις γράφει και με μαύρα γράμματα όπως καταδεικνύεται πιο κάτω προς περαιτέρω παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Αναφέρει, επίσης, ρητά ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει δυνάμει του πληρεξουσίου την οποιαδήποτε εξουσία να οικειοποιείται την περιουσία του Αιτητή ενώ παραλείπει να παραπέμψει το Δικαστήριο στις πρόνοιες του πληρεξουσίου που πιο πάνω υποδείχθηκαν ως μη αποκαλυφθείσες. Η σχετική παράγραφος είναι η πέμπτη της ένορκής του δήλωσης την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί: «Ο σκοπός της παροχής του πιο πάνω πληρεξούσιου εγγράφου, στην Εναγόμενη, ήταν και είναι όπως εξ' άλλου ρητά προνοείται για όσες εξουσίες της παρέχονται ως πληρεξούσιου αντιπρόσωπου μου, «να διαχειρίζεται όλην την κινητήν και ακίνητην μου περιουσία (βλπ. Τεκμήριο 1), και όχι να την οικειοποιηθεί προσωπικά». Στην υπόθεση Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 557 το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε προσωρινό διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση των εφεσειόντων/εναγόντων αφού αποδέχθηκε την εισήγηση των εφεσίβλητων/εναγόμενων ότι οι εφεσείοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη όρου σε γραπτή συμφωνία εγγύησης για παραπομπή της όποιας διαφοράς προκύψει από αυτή σε διαιτησία. Θέση των εφεσειόντων ήταν ότι δεν υπήρξε απόκρυψη από το Δικαστήριο καθότι στην ένορκο δήλωση υιοθετούνταν η Έκθεση Απαίτησης των εφεσειόντων στην οποία γινόταν ρητή αναφορά στον όρο για παραπομπή σε διαιτησία ενώ επισυνάπτονταν και η επίδικη σύμβαση η οποία περιείχε τον επίδικο όρο. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως συνάδουσα με την Νομολογία. Επισημάνθηκε πως η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εφεσείοντες είχαν καθήκον να αναφερθούν ρητά στην ένορκη δήλωση στην ύπαρξη του όρου για διαιτησία ή να παραπέμψουν ειδικά στον όρο στην επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση σύμβαση και μάλιστα να επεξηγήσουν γιατί δεν έγιναν διαβήματα για την υλοποίηση της διαιτησίας, στοιχείο το οποίο θα λαμβανόταν υπόψη στην κρίση του Δικαστηρίου κατά πόσο θα εξέδιδε το ενδιάμεσο διάταγμα. Η αποκάλυψη του πραγματικού περιεχομένου του πληρεξουσίου θα ήταν ουσιώδης. Φρονώ πως θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου αν το Δικαστήριο γνώριζε ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε την εξουσία να καρπωθεί της περιουσίας του Αιτητή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και όπως προνοεί το πληρεξούσιο. Ελλείψει τέτοιας αποκάλυψης το Δικαστήριο στερήθηκε σημαντικών στοιχείων και πληροφοριών κατά το μονομερές στάδιο της αίτησης ικανών να επηρεάσουν την δικαστική κρίση. Υπό το φως των πιο πάνω ο Αιτητής ευθύνεται για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Για τον λόγο αυτόν και μόνο η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη προς απόρριψη και το θέμα τελειώνει εδώ. Σημειώνεται ότι και το στοιχείο της μη αποκάλυψης να μην συνέτρεχε και πάλι θα απέρριπτα την υπό κρίση αίτηση για τον λόγο ότι υπό το φως των όσων ανωτέρω έχουν αναφερθεί δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Η πρώτη αυτή προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμό δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. Κρίνω πως η νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή πάσχει. Για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν φρονώ πως το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή όπως αυτό αποκρυσταλλώνεται μέσα από την ένορκό του δήλωση δεν είναι ισχυρό και δεν δύναται να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων της Καθ' ης η αίτηση. Ο Αιτητής όχι μόνο δεν έπεισε για την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματός του αλλά δεν έπεισε και για το ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε δικαίωμα να του παραβιάζει το δικαίωμά του αυτό. Εν κατακλείδι δεν έχω πεισθεί ότι ο Αιτητής κατέδειξε συζητήσιμη υπόθεση και, κατ' επέκταση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ενόψει του ότι η πρώτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, θα κρινόταν περιττή. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 3.11.22 ακυρώνονται. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο