PJSC NATIONAL BANK "TRUST" ν. EUROBANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 1432/2022, 2/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A103 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1432/2022 iJustice Μεταξύ: PJSC NATIONAL BANK "TRUST" Ενάγουσας και EUROBANK CYPRUS LTD (και 2-44 ως οι Εναγόμενοι στο Παράρτημα «Α») Εναγομένων --------------------------- Αίτηση Ενάγουσας ημερ. 13.9.2022 για Διατάγματα Αποκάλυψης Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 2 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Τσιρίδης με κα Α. Χαραλαμπίδη για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 2, 3, 13, 14, 15, 16, 17, 29, 30, 31, 40, 41 και 42 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Κωνσταντινίδης για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 4, 6, 7, 8, 9 και 18 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χ. Ιωαννίδης για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 20 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Π. Παπαπέτρου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 22 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ν. Καλογήρου για C.D. Messios LLC Για τις Εναγόμενες 23, 24, 32 και 39: κα Φ. Ιωάννου για Πλατή, Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 27 - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χ. Αλεξάνδρου Για τις Εναγόμενες 33 και 34 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Δ. Μαρκίδης Για τις Εναγόμενες 37 και 38 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ. Γεωργιάδη για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σια ΔΕΠΕ Για τις Εναγόμενες 43 και 44 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Μιτίδου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, η Ενάγουσα - Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, φίμωσης και απαγόρευσης καταστροφής εγγράφων. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα δύο τελευταία διατάγματα και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης. Πριν την ακρόαση της Αίτησης, το διάταγμα φίμωσης ακυρώθηκε. Η Αίτηση αποσύρθηκε εναντίον των Εναγομένων 5, 10, 11, 12, 19, 21 και 36, ενώ εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων 25, 26, 28 και 35. Όλοι οι υπόλοιποι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση και επομένως η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση για αυτούς. Τα έγγραφα τόσο της Αίτησης όσο και όλων των ενστάσεων αφορούν ένα εκτενές και πολυσέλιδο υλικό το οποίο θα παρατίθεται κατωτέρω όπου κρίνεται κατάλληλο για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. Λόγω του ότι οι πλείστοι των λόγων ένστασης που εγείρονται είναι κοινοί, όλοι οι λόγοι ένστασης και όλα τα ζητήματα που εγείρονται (ανεξαρτήτως από ποιον/ους Εναγόμενο/ους προβάλλονται) θα εξετάζονται με τη σειρά όπως το Δικαστήριο θεωρεί ορθό. Ι. Νομότυπο Ενόρκων Δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση και Μετάφρασης Ένορκης Δήλωσης και Τεκμηρίων Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του DP, από τη Μόσχα, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί σε αυτή και ότι διετέλεσε μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της και εργάστηκε ως σύμβουλος του Προσωρινού Διαχειριστή της και ως σύμβουλος του Διευθύνοντος Συμβούλου της. Από τον Απρίλιο του 2019 ο DP είναι ο προϊστάμενος του πρώτου τμήματος ειδικών έργων στην Αιτήτρια και έχει προσωπική εμπλοκή και γνώση των υπό κρίση γεγονότων. Η ένορκη δήλωση του DP είναι στην Αγγλική και συνοδεύεται από μετάφραση αυτής στην Ελληνική από τη δικηγόρο ΕΚ η οποία και επεξηγεί πως έχει άριστη γνώση τόσο της Ελληνικής όσο και της Αγγλικής. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών Ν.67/88, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2), το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία και ευχέρεια να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στην Ελληνική ως μια εκ των επίσημων γλωσσών της Δημοκρατίας, «όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει». Επομένως, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της Ελληνικής μετάφρασης, είναι καθόλα επιτρεπτό για το Δικαστήριο να στηριχθεί αποκλειστικά στην ένορκη δήλωση του DP στην Αγγλική. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Faz Aviation Ltd κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 707. Είναι γεγονός ότι η ΕΚ δεν αναφέρει ότι είναι ορκωτή μεταφραστής ή ότι η μετάφραση στην Ελληνική είναι πιστοποιημένη. Παρά ταύτα, ο περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Ν.45(Ι)/19 δεν καταργεί ή περιορίζει τη δυνατότητα αποδοχής πιστής μετάφρασης ένορκης δήλωσης η οποία δεν προέρχεται από ορκωτό μεταφραστή ή δεν είναι πιστοποιημένη. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι Εναγόμενοι δεν εγείρουν ζήτημα μη ακριβούς μετάφρασης της εν λόγω δήλωσης στην Ελληνική, ούτως ώστε να θεωρηθεί δίχως άλλο ότι η μετάφραση δεν είναι ακριβής και ορθή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Αντίστοιχη είναι και η διαπίστωση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη μετάφραση των εγγράφων τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του DP ο οποίος δηλώνει ότι αυτά έχουν μεταφραστεί από τη Ρωσική στην Αγγλική από πιστοποιημένες μεταφράστριες τις οποίες προσέλαβε η Ενάγουσα για αυτόν τον σκοπό και τις οποίες κατονομάζει. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης προέρχεται από τον ΣΒ, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Η εν λόγω ένορκη δήλωση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία η ένορκη δήλωση πρέπει να περιορίζεται σε γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην προσωπική γνώση του ενόρκως δηλούντος, όμως σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, είναι επιτρεπτό όπως η ένορκη δήλωση περιέχει αναφορές βασιζόμενες σε πληροφόρηση, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή αυτής της πληροφόρησης. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΣΒ αναφέρει την ιδιότητα του και ότι έχει προσωπική γνώση για τα όσα αναφέρει στη δήλωση, ενώ για όσα δεν εμπίπτουν εντός της προσωπικής του γνώσης αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του. Παρόλο που ο ΣΒ δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για τον οποίο προβαίνει ο ίδιος στη δήλωση και όχι ο DP ή άλλος εκπρόσωπος της Ενάγουσας, εντούτοις από τη στιγμή που η Ενάγουσα φέρεται να έχει έδρα τη Ρωσία, τότε προκύπτει ως εύλογο το συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση στην Κύπρο του DP ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου εκ μέρους της Ενάγουσας για να προβεί σε αυτή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.A.Δ.
- Όσον αφορά την παρουσίαση εγγράφων στην Αγγλική ως Τεκμηρίων στην εν λόγω δήλωση, ήτοι της νομικής γνωμάτευσης Ρώσων δικηγόρων και του διατάγματος το οποίο εκδόθηκε από Δικαστήριο στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, επαναλαμβάνεται ότι αυτά γίνονται δεκτά δυνάμει του Ν.67/
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση A.C. Prospecta Homes Services Ltd v. Kharima Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 118/20, ημερ. 12.10.
- Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση και τα Τεκμήρια αυτών είναι αποδεκτή μαρτυρία η οποία και θα ληφθεί υπόψιν για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης. ΙΙ. Κατά Τόπο Αρμοδιότητα Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι έξι εκ των Εναγομένων, και συγκεκριμένα οι Εναγόμενες 11, 20, 23, 24, 27 και 44 βρίσκονται στην επαρχία Λεμεσού. Αυτό το στοιχείο δίδει κατά τόπο αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να εκδικάσει την Αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Και τούτο καθότι είναι αρκετό αν οποιοσδήποτε των Εναγομένων (ανεξαρτήτως αριθμού) βρίσκεται εντός της επαρχίας Λεμεσού. ΙΙΙ. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων - Μη Καθαρά Χέρια Αποτελεί βασικό λόγο ένστασης ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να αποκαλύψει και παρουσιάσει στα πλαίσια της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης τη συμφωνία διευθέτησης μεταξύ της και κάποιων των Εναγομένων αποτελεί παραβίαση του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Διαζευκτικά, προβάλλεται ο ισχυρισμός πως αυτή η παράλειψη καταδεικνύει ότι η Ενάγουσα προσήλθε στο Δικαστήριο όχι με καθαρά χέρια καθότι η ίδια ζητά θεραπείες βάσει του δικαίου της επιείκειας ενώ η ίδια δεν ενεργεί στη βάση αυτού. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453. Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 816 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895, το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 386. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και προστέθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A269). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Είναι γεγονός ότι ο DP δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ρητή αναφορά στη συμφωνία διευθέτησης. Αναφέρει μόνο ότι το 2019 η ανώτατη διοίκηση της Αιτήτριας και της Otkritie μαζί με την ειδικά δημιουργηθείσα ομάδα εργασίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του DP, συμμετείχαν σε συζητήσεις διευθέτησης με τον πρώην ιδιοκτήτη της Binbank και της Rost Bank (στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω). Ο DP συνεχίζει πως, ως μέρος αυτών των συζητήσεων, οι εκπρόσωποι του πρώην ιδιοκτήτη τους παρείχαν από τον Μάιο του 2019, ορισμένες δέσμες επιβεβαιώσεων πληρωμών για να δείξουν ότι αντίστοιχες μεταφοράς δεν κατέληξαν σε αυτόν προσωπικά. Ακολούθως, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2019, ο πρώην ιδιοκτήτης παρείχε στην ομάδα μαζί με το αρχείο, ένα ηλεκτρονικό σύνολο εγγράφων που προορίζονταν να βοηθήσουν την Otkritie και την Αιτήτρια στη διευθέτηση μέρους των ζημιών που προκλήθηκαν στη Binbank και στη Rost Bank. Κάποιοι εκ των Εναγομένων αναφέρονται ρητώς στην εν λόγω συμφωνία, στα πλαίσια των λόγων ένστασης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει ή και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η Εναγομένη 20 μάλιστα παρουσιάζει την εν λόγω συμφωνία και το Παράρτημα 10 αυτής ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Εξ ου και στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση, ο ΣΒ απαντά στον ισχυρισμό για τη μη αποκάλυψη από την Ενάγουσα της εν λόγω συμφωνίας και προβάλλει τις δικές του θέσεις ως προς τη φύση και έκταση αυτής. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η συμφωνία διευθέτησης αφορά στα υπό κρίση γεγονότα και στα νομικά πρόσωπα για τα οποία ζητούνται πληροφορίες και επομένως η εν λόγω συμφωνία αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Διαζευκτικά αποτελεί ισχυρισμό τους ότι η απόκρυψη της συμφωνίας από το Δικαστήριο καταδεικνύει την πρόθεση της Αιτήτριας να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι δεν μπορεί να της επιτραπεί να ακουστεί εφόσον η ίδια δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ο ΣΒ με τη σειρά του αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι προσπαθούν να παρουσιάσουν τη συμφωνία με εντελώς παραπλανητικό τρόπο. Ειδικότερα αναφέρει ότι η συμφωνία αφορά μόνο σε πέντε από τις συνολικά 29 εταιρείες (οι δύο εκ των οποίων διαλύθηκαν), για τις οποίες ζητείται η αποκάλυψη πληροφοριών και στοιχείων, ότι η συμφωνία δεν είναι εξαντλητική και ότι αυτή επιτρέπει τις δικαστικές απαιτήσεις και την καταχώριση αγωγών. Επιπρόσθετα, ο ΣΒ ισχυρίζεται ότι η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως και επομένως δεν τίθεται ζήτημα υποχρέωσης της Αιτήτριας για αποκάλυψη της συμφωνίας. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι η θέση του ΣΒ πως η Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης του DP, αποκάλυψε την αποκάλυψη η οποία έγινε συνεπεία της συμφωνίας διευθέτησης. Κατ' αρχάς το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την τελευταία θέση του ΣΒ για την αποκάλυψη. Με βάση την ανωτέρω παράθεση των ισχυρισμών του DP, προκύπτει πως ο DP αναφέρθηκε σε συζητήσεις για διευθέτηση στα πλαίσια των οποίων έγινε και αποκάλυψη η οποία αποσκοπούσε στη διευθέτηση μέρους των ζημιών τόσο της Binbank όσο και της Rost Bank. Αυτές οι αναφορές αποκαλύπτουν γενικά τις συζητήσεις μεταξύ των μερών και την αποκάλυψη που έγινε δυνάμει αυτών, χωρίς όμως να λεχθεί ή δηλωθεί πως οι συζητήσεις κατέληξαν στην υπογραφή συμφωνίας διευθέτησης στις 5.9.19 και να εξηγηθεί μεταξύ ποιων συνήφθη και τους βασικούς όρους αυτής. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί ότι αυτές οι αναφορές του DP αφορούν σε αποκάλυψη η οποία συνδέεται με τη συμφωνία διευθέτησης ή έστω να αφήνει να νοηθεί πως αυτή (η αποκάλυψη) προέκυψε ακριβώς λόγω της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στο μέρος της ένορκης του δήλωσης στο οποίο ο DP αναφέρεται στις πιθανές υπερασπίσεις που δύνανται να προβληθούν από τους Εναγόμενους στα πλαίσια της Αίτησης, υπάρχει κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Πλήρης και Ειλικρινής Αποκάλυψη». Σαφώς αυτή η αναφορά υποδηλοί την αντίληψη και γνώση της Αιτήτριας για αυτό το καθήκον της, στα πλαίσια του οποίου επιχείρησε να απαντήσει και αντικρούσει τυχόν υπερασπίσεις. Το Δικαστήριο θεωρεί πως λογικά αναμενόταν από τον DP να αναφερθεί ρητώς στη συμφωνία διευθέτησης και να δώσει τη δική του ερμηνεία αυτής. Παρά ταύτα, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η οποιαδήποτε αναφορά και ακόμα και παρουσίαση της συμφωνίας διευθέτησης εξαρχής από τον DP θα έδιδε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων αναφορικά με τη σχέση μεταξύ των μερών και την έκταση της όποιας διευθέτησης μεταξύ τους. Ταυτόχρονα όμως και ανεξαρτήτως των εκ διαμέτρου αντίθετων απόψεων των δύο πλευρών ως προς την ερμηνεία και τις συνέπειες της εν λόγω συμφωνίας, στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να λεχθεί ότι η θέση την οποία προβάλλει η Αιτήτρια στερείται κάθε πιθανότητας επιτυχίας, σε αντίθεση με αυτές των Εναγομένων. Και τούτο καθότι η συμφωνία φέρεται να αφορά ένα πολύ μικρό αριθμό εταιρειών για τις οποίες ζητούνται πληροφορίες και να μην αποκλείει την έγερση αγωγής και απαίτησης εναντίον τους και συνακόλουθα της παρούσας διαδικασίας. Επομένως, ακόμα και αν η συμφωνία αποκαλυπτόταν εξαρχής στο Δικαστήριο, αυτή η αποκάλυψη δεν θα επηρέαζε ή διαφοροποιούσε την κρίση του Δικαστηρίου κατά το στάδιο εξέτασης της μονομερούς Αίτησης. Επίσης, δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η δήλωση - δέσμευση του δικηγόρου της Αιτήτριας, ότι δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία ήθελε αποκαλυφθεί σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων παροχής πληροφοριών εναντίον των τριών εκ των πέντε εταιρειών που τις αφορά (πλην των δύο που έχουν διαλυθεί). Ο δικηγόρος προέβη σε παρόμοια δήλωση - δέσμευση και αναφορικά με οποιαδήποτε των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων εταιρειών ήθελε διαφανεί ότι καλύπτεται από τη συμφωνία. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αυτή η τοποθέτηση του δικηγόρου της Αιτήτριας διασφαλίζει την όποια εφαρμογή της συμφωνίας στον βαθμό που ήθελε διαφανεί ότι αφορά τις ίδιες τις εταιρείες, αλλά επιτρέποντας ταυτόχρονα την ενδεχόμενη χρήση των πληροφοριών στον βαθμό που αυτές αφορούν τυχόν άλλα πρόσωπα. Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παράλειψη αποκάλυψης της συμφωνίας από την Αιτήτρια στα πλαίσια της αρχικής ένορκης δήλωσης του DP που συνοδεύει την Αίτηση δεν αφορά σε τέτοιο ουσιώδες γεγονός που να στερεί δίχως άλλο το δικαίωμα της Αιτήτριας να ακουστεί. Ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι η συμφωνία διευθέτησης αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να αποκαλύψει εξαρχής, το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα μόνα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς ήταν τα υποβοηθητικά, ήτοι φίμωσης και μη καταστροφής εγγράφων, ενώ δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με τα ουσιώδη αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης. Επομένως, όσον αφορά τα βασικά αιτητικά της Αίτησης, αυτή κατέστη δια κλήσεως και επομένως αυτή η αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές τους θέσεις ως προς τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς τους, και επομένως κατά την εξέταση της Αίτησης το Δικαστήριο έχει πλέον ενώπιον του τις θέσεις και των δύο πλευρών. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνεται πως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η συμφωνία διευθέτησης έπρεπε να παρουσιαστεί εξαρχής από την Αιτήτρια, το Δικαστήριο δεν θα προέβαινε αυτομάτως στην απόρριψη της Αίτησης αλλά θα προχωρούσε στην εξέταση αυτής και, νοουμένου ότι ικανοποιείτο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο, θα εξέδιδε τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Αυτό λαμβάνοντας υπόψιν τη στάση της Αιτήτριας, τη φύση της συμφωνίας και το γεγονός ότι η Αίτηση αναφορικά με το κύριο και ουσιαστικό αιτητικό της κατέστη δια κλήσεως. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα παρέβη το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Όπως έχει λεχθεί, σε περίπτωση δε που ήθελε κριθεί το αντίθετο, τότε το Δικαστήριο θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια, στη βάση πάντοτε των υπό κρίση δεδομένων, υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων σε περίπτωση που ήθελε καταλήξει ότι δικαιολογείται η έκδοση τους. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθιστούν αβάσιμο και τον ισχυρισμό των Εναγομένων πως η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, λόγω της κατ' ισχυρισμό μη αποκάλυψης της συμφωνίας, και επομένως δεν γίνεται δεκτό ότι θα πρέπει να της στερηθεί δίχως άλλο το δικαίωμα προώθησης της Αίτησης. ΙV. Νομικές Αρχές για Διατάγματα Αποκάλυψης Με την υπό κρίση Αίτηση ζητούνται διατάγματα αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Ιδιαίτερα διαφωτιστική για τα διατάγματα αποκάλυψης είναι η υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(B) A.A.Δ. 1403, στην οποία γίνεται μία εκτενής ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» V. Ταυτόσημες Αιτούμενες Θεραπείες στην Αίτηση και στην Αγωγή Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise (ανωτέρω) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, η οποία μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον των προσώπων από τα οποία ζητούνται οι πληροφορίες και χωρίς να είναι ανάγκη να είναι εναγόμενοι τα ίδια τα πρόσωπα για τα οποία ζητούνται οι πληροφορίες, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί ο λόγος ένστασης πως οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες που ζητούνται με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Αυτό το θέμα έτυχε εξέτασης στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Η ίδια νομική προσέγγιση παρατηρείται και στη μεταγενέστερη υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά.
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 118. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στις Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 1361, στις οποίες λέχθηκε πως το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται και πως αυτό πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει πως το γεγονός ότι οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή απαγορεύει και αποκλείει αφ' εαυτού τη χορήγηση τους στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Ως εκ τούτου δεν αποτελεί λόγο για τη μη έγκριση της Αίτησης. VΙ. Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Με βάση το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, διαφαίνεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, το οποίο έγκειται ακριβώς στη φύση της Αγωγής και στο κατά πόσο δικαιολογούνται τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία αφορούν σε ένα πλέγμα αριθμού εταιρειών, πληρωμών, εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών και άλλων στοιχείων. VIΙ. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας - Αδικοπραξία Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο DP περιγράφει μια κατ' ισχυρισμό δόλια συνωμοσία εναντίον της προκατόχου της Αιτήτριας, ήτοι της μετοχικής εταιρείας Rost Bank, η οποία περιλάμβανε τη σύναψη μιας σειράς εικονικών συναλλαγών πέραν των US$3,5δις για χρονική περίοδο τεσσάρων ετών και η οποία προκάλεσε ζημιές τουλάχιστον US$2δις στη Rost Bank και συνακόλουθα στην Αιτήτρια. Ειδικότερα, ο DP αναφέρει τα ακόλουθα:
- Στο κατ' ισχυρισμό σχέδιο εμπλέκονται τρεις κατηγορίες προσώπων · οι έμπορες που είναι οι προτιθέμενοι εναγόμενοι οι οποίοι παρατίθενται στο Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του DP · οι υπεράκτιες οντότητες που είναι οι προτιθέμενες εναγόμενες στην απαίτηση της Αιτήτριας · άλλα πρόσωπα τα οποία πιθανόν να εντοπιστούν ως εμπλεκόμενα και επίσης να είναι προτιθέμενοι εναγόμενοι.
- Μεταξύ των ετών 2013-2017 ο MS, τότε τελικός πραγματικός δικαιούχος της Rost Bank και μιας άλλης συνδεδεμένης τράπεζας της B&N Bank (Public Joint-Stock Company) (Binbank), με τη βοήθεια των αξιωματούχων του συνωμότησε με τους εμπόρους, τις υπεράκτιες οντότητες και άλλα πρόσωπα με σκοπό την απόκρυψη μεταφορών συνολικού ποσού πέραν των US$2δις εκτός της Binbank, κατά παράβαση των Ρωσικών οικονομικών κανονισμών με παράνομο σκοπό, ήτοι να διασκορπίσουν τα κεφάλαια της Binbank.
- Η Binbank, ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, είχε σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο, περιορισμούς στην παροχή χρηματοδότησης σε οντότητες που ανήκαν στον ίδιο όμιλο και ή συνδέονταν με δικαιούχους της Binbank και ή είχαν αμφίβολη πιστοληπτική ικανότητα. Για να ξεπεραστεί αυτό αποτελεσματικά, η Binbank χρησιμοποίησε τους εμπόρους (μη συνδεδεμένες οντότητες με καλή πιστοληπτική αξιολόγηση που προέρχονταν από διάφορους διαφορετικούς ομίλους εταιρειών) ως μεσάζοντες για τη μεταφορά χρημάτων σε διάφορες υπεράκτιες οντότητες που ανήκουν στους δικαιούχους της Binbank και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν κεφάλαια της Rost Bank για να καλύψουν τις μεταφορές χρημάτων από τη Binbank και να μεταφερθεί η ζημιά στη Rost Bank.
- Το εν λόγω σχέδιο αποτελείται από δύο στάδια: (i) πρώτο στάδιο ¨ η Binbank παρείχε κεφάλαια στον σχετικό όμιλο των εμπόρων και είναι πλέον ξεκάθαρο ότι πρόκειται για πλαστές εμπορικές συναλλαγές χρηματοδότησης (η πρώτη πληρωμή) ¨ οι έμπορες θα μετέφεραν περαιτέρω μικρότερα ποσά για ψηλότερο επιτόκιο στο πλαίσιο ανεξασφάλιστων συναλλαγών σε ορισμένες εταιρείες κέλυφος που δεν ασκούσαν πραγματική δραστηριότητα και συνδέονταν με τους δικαιούχους της Binbank (οι οντότητες της πρώτης πληρωμής), οι οποίες αναφέρονται στον κατάλογο, Τεκμήριο 2 ¨ οι οντότητες της πρώτης πληρωμής θα διασκορπούσαν με τη σειρά τους αυτά τα κεφάλαια με άγνωστο τρόπο, αλλά προφανώς προς όφελος του MS. (ii)δεύτερο στάδιο § η Binbank παρείχε κεφάλαια μέσω δανείου στη Rost Bank υπό τη μορφή γενικής χρηματοδότησης αφού ήταν συνδεδεμένες οντότητες (η δεύτερη πληρωμή) § η Rost Bank θα τα μετέφερε στις σχετικές οντότητες της πρώτης πληρωμής μέσω διαφόρων αλυσίδων συναλλαγών (οι συναλλαγές της Rost Bank) στις οποίες εμπλέκονταν άλλες υπεράκτιες οντότητες (οι οντότητες της δεύτερης πληρωμής), και οι οποίες αναγράφονται στον κατάλογο, Τεκμήριο 3 § οι οντότητες της πρώτης πληρωμής θα μπορούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους προς τον σχετικό όμιλο των εμπόρων όταν θα καθίσταντο οφειλόμενα, χρησιμοποιώντας τα χρήματα της δεύτερης πληρωμής § οι έμπορες θα διευθετούσαν τις ψεύτικες εμπορικές συναλλαγές χρηματοδότησης με τη Binbank, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά κεφάλαια που προέρχονταν από εκεί και δεν επέστρεφαν ποτέ στη Binbank.
- Ως αποτέλεσμα του σχεδίου Ø κεφάλαια θα έφευγαν από τη Binbank δύο φορές (μέσω της πρώτης πληρωμής και στη συνέχεια της δεύτερης πληρωμής) με μόνο τα κεφάλαια της δεύτερης πληρωμής να επιστρέφουν με τη μορφή αποπληρωμής στο πλαίσιο της χρηματοδότησης της πρώτης πληρωμής ενώ τα κεφάλαια της πρώτης πληρωμής θα διασκορπίζονταν Ø οι εμπορικές συναλλαγές χρηματοδότησης μεταξύ της Binbank και των εμπόρων φαίνεται να έχουν διευθετηθεί ορθά στα αρχεία της Binbank ούτως ώστε ο πραγματικός διασκορπισμός περιουσιακών στοιχείων που γίνεται μέσω αυτών των συναλλαγών να μην είναι δυνατό να εντοπιστεί στους λογαριασμούς της Binbank Ø οι έμπορες θα λάμβαναν ένα είδος προμήθειας για τις ενδιάμεσες υπηρεσίες τους με τη μορφή της θετικής διαφοράς μεταξύ των ποσών που θα λάμβαναν από τη Binbank και εκείνων που παρείχαν στις και (όπου ίσχυε) επιστρέφονταν από οντότητες της πρώτης πληρωμής (λαμβανομένων υπόψιν των εμπλεκόμενων συμφερόντων) Ø η Rost Bank θα αύξανε σταδιακά το ποσό της οφειλής της προς τη Binbank στο πλαίσιο της δεύτερης πληρωμής, αλλά δεν θα λάμβανε οποιεσδήποτε αποπληρωμές στο πλαίσιο των συναλλαγών της Rost Bank. Ακολούθως η Rost Bank αποπλήρωσε τη γενική χρηματοδότηση που έλαβε από τη Binbank αφήνοντας τη Rost Bank με ζημιά σε σχέση με τα δάνεια που έδωσε στο πλαίσιο των συναλλαγών της ίδιας.
- Αμφότερες οι Binbank και Rost Bank υπήρξαν θύματα του σχεδίου το οποίο υλοποιήθηκε ενάντια στα συμφέροντα τους. Ενώ σε κάποιο στάδιο, κατά το 2018, η Rost Bank αποπλήρωσε το χρέος της προς τη Binbank στο πλαίσιο της δεύτερης πληρωμής, η Rost Bank δεν έχει λάβει ακόμα πλήρη αποζημίωση βάσει των συναλλαγών της ίδιας. Εξ ου και η Rost Bank εξακολουθεί να υφίσταται την κύρια οικονομική ζημιά από το σχέδιο και επομένως προτίθεται να καταχωρήσει απαίτηση σε σχέση με αυτή.
- Το σχέδιο αποσκοπούσε βασικά στη μεταφορά χρημάτων από τη Binbank προς τις οντότητες της πρώτης πληρωμής και στη συνέχεια αλλού, με στόχο τα χρήματα να επιστραφούν στη Binbank από πόρους της Rost Bank ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό το σχέδιο. Η συμμετοχή των εμπόρων ως άμεσων συμβαλλομένων της Binbank στο σχέδιο επέτρεψε την απόκρυψη του σκοπού αυτού στους λογαριασμούς της Binbank και του τελικού προορισμού των χρημάτων της πρώτης πληρωμής (ουσιαστικά τον διασκορπισμό τους), δηλαδή δεν ήταν φανερό από τα αρχεία της Binbank ότι κατά τη σύναψη συναλλαγών επί εμπορικής φαινομενικά βάσης με τους εμπόρους η Binbank μετέφερε στην πραγματικότητα κεφάλαια σε συνδεδεμένα πρόσωπα του MS τα οποία δεν είχαν πρόθεση να επιστρέψουν τα κεφάλαια και στην πραγματικότητα δεν τα επέστρεψαν.
- Τον Σεπτέμβριο του 2017 η Binbank και η Rost Bank τέθηκαν υπό προσωρινή διαχείριση, μετά από την οποία η Binbank κατέστη μέρος μια Ρωσικής δημόσιας μετοχικής εταιρείας της Bank Otkritie Financial Corporation (Otkritie) και η Rost Bank κατέστη μέρος της Αιτήτριας.
- Η Otkritie και η Αιτήτρια κατέστησαν νόμιμοι διάδοχοι της Binbank και της Rost Bank αντίστοιχα. Μετά από την ανωτέρω γενική περιγραφή του ισχυριζόμενου σχεδίου συνωμοσίας, στις παρ. 54-124 της ένορκης του δήλωσης ο DP παρουσιάζει λεπτομέρειες του σχεδίου, επεξηγώντας κάθε πτυχή αυτού και παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Επιγραμματικά αναφέρω ότι ο DP περιγράφει αρχικά το ρυθμιστικό πλαίσιο του σχεδίου, και ειδικότερα ότι η Binbank υπόκειτο σε περιορισμούς αναφορικά με τη χορήγηση δανείων και την παραχώρηση οποιουδήποτε χρηματοοικονομικού προϊόντος πέραν ενός ποσοστού (κίνδυνος ομίλου, κίνδυνος συνεργασίας και κίνδυνος πρόβλεψης), βάσει των Ρωσικών ρυθμιστικών κανονισμών, παρουσιάζοντας το σχετικό απόσπασμα από τους κανονισμούς, Τεκμήριο 23 στη Ρωσική και Τεκμήριο 23Α η μετάφραση στην Αγγλική. Επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η απ΄ ευθείας μεταφορά χρημάτων από τη Binbank προς τις υπεράκτιες οντότητες κέλυφος θα παραβίαζε τον κίνδυνο συνεργασίας και θα επέβαλλε τη μείωση του κεφαλαίου της με ενδεχόμενο την επιβολή κυρώσεων από την Κεντρική Ρωσική Τράπεζα μέχρι την εισαγωγή της σε προσωρινή διαχείριση και ακόμα την ανάκληση της τραπεζικής της άδειας. Προς τούτο παρουσιάζει υπολογισμούς που ετοιμάστηκαν από τον ειδικό λογιστή της Αιτήτριας, Τεκμήριο
- Ακολούθως ο DP περιγράφει τον γενικό μηχανισμό κάθε σταδίου του σχεδίου, με σκοπό την παράκαμψη των κανονιστικών περιορισμών. Σύμφωνα με τον DP, το πρώτο μέρος του σχεδίου ήταν το ορατό μέρος και περιλάμβανε κλασικές εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Binbank και των εμπόρων, έναντι συμφωνίας και έκδοσης πιστωτικής επιστολής. Συνολικά η Αιτήτρια εντόπισε 122 τέτοιες συμφωνίες και ο DP παρουσιάζει ενδεικτικά δύο εξ αυτών, Τεκμήριο 25 και
- Αυτές οι συμφωνίες εξασφαλίζονταν με συμφωνίες εξασφάλισης και πιστωτική επιστολή stand-by από αλλοδαπή τράπεζα, δείγματα των οποίων αποτελούν τα Τεκμήρια 27 και 28 αντίστοιχα. Όπως αναφέρει ο DP, κατά την έγκριση των εν λόγω συμφωνιών η Binbank θα επιβεβαίωνε ότι τηρήθηκαν οι περιορισμοί όλων των προαναφερόμενων κινδύνων, όπως φαίνεται στο παράδειγμα το οποίο παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 29 στη Ρωσική και Τεκμήριο 29Α η μετάφραση στην Αγγλική. Παράλληλα, ο DP ισχυρίζεται ότι υπήρχε και το σκιώδες μέρος του πρώτου σταδίου, καθότι αυτές οι συναλλαγές δεν θα αντικατοπτρίζονταν στους λογαριασμούς της Binbank. Αυτό το μέρος περιλάμβανε τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του εμπόρου και μιας υπεράκτιας εταιρείας κέλυφος για την παροχή των κεφαλαίων σε αυτή και τη σύναψη συμφωνίας εκχώρησης μεταξύ του εμπόρου και της Binbank δυνάμει της οποίας η Binbank παραιτείτο από τα δικαιώματα της δυνάμει της συμφωνίας εξασφάλισης. Οι συμφωνίες με τις εταιρείες κέλυφος συνάπτονταν ως συμφωνίες δανείου και προμήθειας, ως επιμαρτυρούν τα Τεκμήρια 26 και 30-
- Αφού ο DP επεξηγεί το περιεχόμενο και τον τρόπο λειτουργίας των εν λόγω συμφωνιών, αναφέρει ότι τόσο η κύρια συμφωνία προμήθειας όσο και οι σκιώδεις συμφωνίες προμήθειας είχαν ως αποτέλεσμα τη φαινομενική κυκλική μεταφορά των ίδιων αγαθών για την ισχυριζόμενη αγορά των οποίων οι έμπορες προσέλκυσαν τη χρηματοδότηση από τη Binbank. Σύμφωνα με τον DP, είναι ξεκάθαρο ότι οι συμφωνίες με τις εταιρείες κέλυφος ήταν απλώς οι μορφές παροχής κεφαλαίων της Binbank στις οντότητες της πρώτης πληρωμής μέσω των εμπόρων. Όπως επεξηγεί περαιτέρω ο DP, η εκχώρηση λειτουργούσε ως ένα είδος ασφάλισης για τους εμπόρους καθότι τους διατηρούσε ως επίσημο αντισυμβαλλόμενο της Binbank σύμφωνα με τις σχετικές συμφωνίες των πιστωτικών επιστολών, αλλά απέκλειε οποιουσδήποτε κινδύνους εκτέλεσης για τους εμπόρους σε περίπτωση που η Binbank δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει την αποπληρωμή βάσει των εν λόγω συμφωνιών. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ο DP παρουσιάζει τα Τεκμήρια 36-38, στα οποία αναλύονται ως ανωτέρω τρία από τα 122 τέτοια σχέδια. Ο DP αναφέρει ότι τα ορατά και σκιώδη μέρη του πρώτου σταδίου του σχεδίου καταδεικνύουν ότι οι συναλλαγές των εμπόρων με τη Binbank ήταν εικονικές με σκοπό την κάλυψη μεταφοράς κεφαλαίων εκτός της Binbank στα υπεράκτια συνδεδεμένα με τη διοίκηση της πρόσωπα κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών. Ο σκοπός του δεύτερου σταδίου του σχεδίου ήταν η διασφάλιση όπως ο διασκορπισμός των περιουσιακών στοιχείων του πρώτου σταδίου παραμείνει αόρατος στα αρχεία της Binbank και να διατηρηθεί η εικόνα των εμπόρων οι οποίοι εκτελούν τις υποχρεώσεις τους έναντι της Binbank στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών χρηματοδότησης. Ακολούθως ο DP περιγράφει τα όσα προέκυψαν από την έρευνα και ανάλυση της Αιτήτριας αναφορικά με το δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο φάνηκε ότι η αποπληρωμή των υποχρεώσεων των συναλλαγών των εμπόρων για τουλάχιστον US$2,1δις πραγματοποιήθηκε με τη χρήση κεφαλαίων τα οποία παρασχέθηκαν από τη Binbank μέσω της Rost Bank. Η Rost Bank τα αποπλήρωσε στη Binbank, η οποία όμως δεν πήρε ποτέ τα κεφάλαια που της παρείχε στα πλαίσια των συναλλαγών της, επομένως αυτό το ποσό αποτελεί την προκληθείσα ζημιά της Rost Bank. Ειδικότερα, τα Τεκμήρια 36-38, 59-68 και 90 αποτελούν κατάλογο των δανείων που χρησιμοποιήθηκαν για την απαλλαγή συγκεκριμένων συναλλαγών στο δεύτερο στάδιο, σχεδιάγραμμα και αναλυτική περιγραφή του τρόπου διακίνησης των χρημάτων κατά το εν λόγω στάδιο, στοιχεία για κάποιες των εταιρειών που εμπλέκονται στη διευθέτηση χρεών των εμπόρων και τη διασύνδεση τους με τη Binbank. Ο DP επεξηγεί γιατί το προαναφερόμενο σχέδιο είναι το αποτέλεσμα συνωμοσίας, αναλύοντας βασικά τη φύση των συμφωνιών και συναλλαγών, οι οποίες ήταν εικονικές, τη συμπερίληψη οντοτήτων κέλυφος και τη σύνδεση αυτών των οντοτήτων με τη διοίκηση της Binbank η οποία και τις ήλεγχε, παραπέμποντας στα Τεκμήρια 25, 26, 30, 32, 33, 34, 36, 37, 39, 46, 47 και 69-
- Τέλος, ο DP αναφέρεται στις διαδικασίες της Αιτήτριας εναντίον του ΜS στη Ρωσία, στη μια εκ των οποίων εκδόθηκαν αποφάσεις, και κατ' έφεση, για την ακύρωση συναλλαγών της Rost Bank οι οποίες αποτελούσαν μέρος του δεύτερου σταδίου, επιβεβαιώνοντας ότι οι σχετικές συναλλαγές έγιναν για άνιση αντιπαροχή μεταξύ συνδεδεμένων οντοτήτων με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στους πιστωτές της Rost Bank προς όφελος των δικαιούχων της, Τεκμήρια 79-
- Οι υπόλοιπες διαδικασίες αφορούν ανάκτηση των ζημιών και εκκρεμούν, Τεκμήρια 82-
- Ο DP ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έχει αστική απαίτηση εναντίον των προτιθέμενων εναγομένων σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο και προς τούτο παρουσιάζει νομική γνωμάτευση από Ρώσους δικηγόρους, Τεκμήριο 85 στην ένορκη του δήλωση, στην οποία αναλύονται οι βάσεις απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον των προτιθέμενων εναγομένων ως μέρος του σχεδίου, καθώς επίσης και το δικαίωμα της Αιτήτριας ως η νόμιμη διάδοχος της Rost Bank να καταχωρήσει απαίτηση για τις προκληθείσες στη Rost Bank ζημιές. Αποτελεί ένα από τους κοινούς λόγους ένστασης πως η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι ικανή να καταδείξει οποιαδήποτε αδικοπραξία. Κάποιοι των Εναγομένων ισχυρίζονται επίσης πως αυτή η μαρτυρία περιέχει αντιφατικές τοποθετήσεις ως προς το σχέδιο και ειδικότερα ως προς το ποιο πρόσωπο τελικώς υπέστη ζημιά. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του DP, όπως αυτό συνοπτικά παρατίθεται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποτελούν γενικές και αόριστες τοποθετήσεις αλλά αντιθέτως θέσεις οι οποίες φαίνεται να βρίσκουν έρεισμα στα έγγραφα τα οποία παρουσιάζονται ως τεκμήρια στην εν λόγω δήλωση. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως παρόλο που ο DP αναφέρει ότι λόγω του τεράστιου όγκου της μαρτυρίας, περιορίζεται σε μια σύνοψη ή ενδεικτική παρουσίαση των γεγονότων και διαπιστώσεων της Αιτήτριας, εν τούτοις δίδει στο Δικαστήριο μια εικόνα των ισχυριζόμενων γεγονότων η οποία δεν παραμένει στη σφαίρα της αοριστίας και της απλής προβολής ισχυρισμών αλλά δίδει μια σαφή περιγραφή των γεγονότων και με παραπομπή ενδεικτικά σε συγκεκριμένα στοιχεία και σχετικά έγγραφα. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ούτε σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο η Αιτήτρια έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση United Co Rusal plc and others v. HSBC Bank plc
(2011)EWHC 404 (QB). Σε αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο αναφέρει πως η μαρτυρία του DP τείνει να καταδείξει την εφαρμογή και εκτέλεση του ισχυριζόμενου σχεδίου το οποίο τελικώς προκάλεσε τεράστια ζημιά στη Rost Bank και συνακόλουθα στην Αιτήτρια. Ο DP παρουσιάζει νομική γνωμάτευση αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στη Ρωσία και κατά πόσο η Αιτήτρια νομιμοποιείται να εγείρει απαίτηση δυνάμει αυτού και ως εκ της ιδιότητας της ως νόμιμης διαδόχου της Rost Bank (Τεκμήριο 85). Κάποιοι των Καθ΄ ων παρουσιάζουν νομική γνωμάτευση περί του αντιθέτου. Το δικαίωμα της Αιτήτριας να εγείρει απαίτηση αποτελεί επίσης αντικείμενο δεύτερης νομικής γνωμάτευσης από άλλο Ρώσο δικηγόρο, Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΣΒ. Επομένως, έχει παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με το αλλοδαπό δίκαιο και την ερμηνεία και εφαρμογή του καθότι είναι καλώς γνωστή η νομική αρχή πως το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί πραγματικό γεγονός το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Williams and Glyn's Bank plc κ.ά. v. Του Πλοίου "Maria"
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 309, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α). Α.Α.Δ. 44 και Bullock κ.ά. v. Gorsoan Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 40/13, ημερ. 20.7.
- Αναφορικά με την παρουσίαση από τον DP αποσπάσματος των Ρωσικών ρυθμιστικών κανονισμών, την επεξήγηση ως προς τον τρόπο εφαρμογής τους στα υπό κρίση γεγονότα και τον ισχυριζόμενο τρόπο παράκαμψης αυτών, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παρουσίαση αυτών είναι δυνατή και επιτρεπτή από οποιονδήποτε μάρτυρα. Επιπλέον, η ιδιότητα του DP και η εμπλοκή του στα υπό κρίση γεγονότα, όπως αναφέρεται αναλυτικά στην ένορκη του δήλωση και περιγράφεται ανωτέρω, του παρέχει το δικαίωμα να επεξηγήσει πώς οι περιορισμοί τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τη Binbank και πώς αυτοί παρακάμπτονται μέσω του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου. Συγκεκριμένα, το τμήμα του DP στην Αιτήτρια είναι υπεύθυνο για την ανάλυση των αρχείων της Rost Bank και της Binbank προς εντοπισμό προσώπων από τα οποία οι εν λόγω τράπεζες έχουν απαίτηση, καθότι μετά τη συγχώνευση και νομική διαδοχή τους από την Αιτήτρια και την Otkritie αντίστοιχα οι τελευταίες έγιναν κάτοχοι των εν λόγω απαιτήσεων. Αναφορά στο θέμα της παραγραφής γίνεται στη νομική γνωμάτευση, Τεκμήριο
- Κάποιοι των Εναγομένων παρουσιάζουν με τη σειρά τους νομικές γνωματεύσεις από Ρώσους δικηγόρους προς υποστήριξη της θέσης πως το όποιο αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας έχει παραγραφεί. Ο ΣΒ επανήλθε με την παρουσίαση του Τεκμηρίου 1, στο οποίο και πάλι αναλύεται το όλο ζήτημα και αναφέρεται ότι ο χρόνος παραγραφής δεν έχει ακόμα λήξει. Για σκοπούς πάντοτε της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο αναφέρει ότι υπάρχουν ενώπιον του οι γνωματεύσεις οι οποίες εκφράζουν διαφορετικές νομικές απόψεις, πλην όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γνωματεύσεις εκ μέρους της Αιτήτριας δεν είναι ικανές να καταδείξουν συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με την απαίτηση της και κυρίως την ύπαρξη ακόμα του δικαιώματος έγερσης δικαστικών διαδικασιών αναφορικά με το ισχυριζόμενο σχέδιο. Στο σημείο αυτό είναι κατάλληλο να λεχθεί πως η θέση του DP ότι η Αιτήτρια αποτάθηκε και στο Δικαστήριο στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης φαίνεται να είναι βάσιμη, καθότι ο ΣΒ παρουσιάζει το εκδοθέν διάταγμα από το εν λόγω Δικαστήριο ημερ. 6.10.22 ως Τεκμήριο
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο σε ενδιάμεση διαδικασία βαθμό η διάπραξη αδικοπραξίας εις βάρος της Rost Bank μέσω ενός συνωμοτικού και δόλιου σχεδίου για την πρόκληση ζημιάς μέσω παράνομων πράξεων. VIIΙ. Ανάμειξη των Εναγομένων στην Αδικοπραξία Όπως έχει αναγνωριστεί στις υποθέσεις British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666, αγωγή για διατάγματα αποκάλυψης δύναται να εγερθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγούντος ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμίχθηκε στην παράνομη πράξη η οποία συνιστά τη βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 97-101, παρ. 8.1-8.2, γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των υποθέσεων Norwich Pharmacal και Ashworth και άλλων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ashworth ως την αυθεντία αναφορικά με το θέμα της ανάμειξης («involvement»). Η τελική κατάληξη είναι πως αποδίδεται ευρεία ερμηνεία στον όρο «ανάμειξη», ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο σε ανάμειξη στην ίδια την αδικοπραξία αλλά και σε μια αλυσίδα γεγονότων τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αδικοπραξία. Εξ ου και έχει κριθεί, μεταξύ άλλων, ικανοποιητική η ανάμειξη δικηγορικού γραφείου το οποίο εμπλέκεται στη σύσταση και εγγραφή μιας εταιρείας στόχου («target company») και το οποίο επιθεωρεί έγγραφα προς τον σκοπό αυτό (Kalmneft
(2002)1 Lloyd's Rep. 417), δικηγορικού γραφείου το οποίο εμπλέκεται στην ετοιμασία εγγράφων τα οποία (εν αγνοία του δικηγόρου) αποτελούν μέρος της αδικοπραξίας (Rusal, ανωτέρω), και του προμηθευτή υπηρεσιών διαδικτύου ο οποίος προμήθευσε τον λογαριασμό που χρησιμοποιήθηκε για ισχυριζόμενες αδικοπραξίες (Media CAT v. Adams
(2011)EWPCC 6). Γίνεται επίσης παραπομπή σε άλλες δικαιοδοσίες, στις οποίες παροχέας υπηρεσιών γραμματέως σε εταιρεία κρίθηκε ότι είχε ανάμειξη στις αδικοπραξίες της εταιρείας (Secilpar v. Fiduciary Trust (200-04) Gib LR 463), λογιστικό γραφείο και παροχέας υπηρεσιών στο εν λόγω λογιστικό γραφείο κρίθηκαν ότι είχαν ανάμειξη στη σύσταση υπεράκτιων εταιρειών δίδοντας έτσι τη δυνατότητα λειτουργίας ενός σχεδίου αδικοπραξιών (Danone Asia Pte v. SB Chow & Co
(2009)1 HKLRD 470), καθώς επίσης και παροχέας υπηρεσιών εγγεγραμμένων αντιπροσώπων (registered agent services) (JSC BTA Bank v. Fidelity Corporate Services Ltd, HCVAP 2010/35). Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Applying the law to the facts in this case, I am satisfied that the respondents by virtue of their very role in providing registered agent services to the companies, a role which is voluntary, cannot on any view be considered as mere onlookers. The companies that they formed are said to have been mere vehicles created for the purpose of defrauding the [applicant] Bank. The respondents, by incorporating and maintain those vehicles, thereby facilitated, albeit innocently, the commission of the fraud and as such were involved in the fraud perpetrated against the Bank . Registered agents and registered office service providers who are used by others to create and maintain for them corporate vehicles for the purpose of effecting fraud must expect that in due course the victims will come to them seeking discovery of the names and addresses and other information and documents that will enable the perpetrators to be discovered and the misappropriated assets traced.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Αθανασίου κ.ά. v. Οντόνι
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2669, στην οποία οι πληροφορίες ζητούνταν από αξιωματούχους των εταιρειών τις οποίες αφορούσαν οι πληροφορίες. Οι Αιτητές ζητούν τις πληροφορίες από τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 20, 22, 23, 24, 27, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43 και 44. Σύμφωνα με τον DP, η Εναγομένη 1 είναι Κυπριακή τράπεζα με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία και χώρους εργασίας σε όλη την Κύπρο (Τεκμήριο 6) και στην οποία πολλές από τις υπεράκτιες οντότητες είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιήθηκαν κατά την υλοποίηση του σχεδίου, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 50, 51 και 56 (αντίγραφα πληρωμών swift), και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι είναι πάροχοι υπηρεσιών ή ελεγκτές των διαφόρων υπεράκτιων οντοτήτων που εμπλέκονται στο σχέδιο και αναφέρονται στον πίνακα, Τεκμήριο 5. Υπενθυμίζεται ότι το σχέδιο φέρεται να έλαβε χώρα κατά τα έτη 2013-2017, ενώ βεβαίως αποδίδεται και συνέχεια αυτού με την πληρωμή των οφειλών από τη Rost Bank προς τη Binbank στο πλαίσια της δεύτερης πληρωμής κατά το έτος 2018. Ο εν λόγω πίνακας παραθέτει τον κάθε Εναγόμενο και δίπλα την ιδιότητα και σχέση του με έκαστη των εταιρειών που φέρονται ως αναμεμειγμένες στο σχέδιο οντότητες της δεύτερης πληρωμής και αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του DP. Στον πίνακα οι Εναγόμενοι 2-44 φέρονται να ήταν διευθυντές, γραμματείς ή ελεγκτές των εν λόγω οντοτήτων. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι η Εναγομένη 1 είναι τράπεζα και ότι ενδεχομένως να έχει ως πελάτες τις εν λόγω οντότητες. Οι Εναγόμενες 2, 3, 13, 14, 17, 31 και 41 δέχονται ότι είναι εταιρείες που σχετίζονται με τη δικηγορική εταιρεία Χ. Βασιλειάδης και παρέχουν, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες διοικητικής και γραμματειακής φύσης ενώ οι Καθ΄ ων 15, 16, 29 και 40 είναι υπάλληλοι της εν λόγω δικηγορικής εταιρείας και επίσης παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες. Με βάση τις θέσεις των δύο πλευρών, προκύπτουν τα ακόλουθα κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα δεδομένα: (
- i)H Καθ' ης 2 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως διευθύντρια στις Anerson και Varemor μέχρι τη διαγραφή της πρώτης στις 16.5.18 και την εγκατάλειψη της θέσης της στη δεύτερη στις 29.10.19. (
- ii)Η Καθ' ης 3 παρείχε γραμματειακές υπηρεσίες στην Anerson μέχρι τη διαγραφή της στις 16.5.18, στη Burglen μέχρι την εκούσια εκκαθάριση της στις 8.2.19, στη Mobenwood μέχρι την εκούσια εκκαθάριση της στις 24.11.18 και στη Varemor μέχρι την εγκατάλειψη της θέσης της στις 29.10.19. (iii) Οι Καθ' ων 4 και 6 παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες ως διευθύντρια και γραμματέας αντίστοιχα στην Kospente από τις 20.3.17 μέχρι τη διάλυση της, στη Bluesign από τις 22.9.15 μέχρι τη διάλυση της, στη Decontra από τις 9.2.18 μέχρι τη διάλυση της, στη Neilberg από τις 14.2.18 μέχρι τη διάλυση της και στη Rizanto από τις 20.2.18 μέχρι τη διάλυση της. (
- iv)Οι Καθ' ων 7 και 8 παρείχαν ελεγκτικές υπηρεσίες στην Kospente κατά τα έτη 2013 και 2014 για την ετοιμασία των λογαριασμών των λογιστικών ετών 2012 και 2013, στη Ripont κατά το έτος 2015 για την ετοιμασία των λογαριασμών των λογιστικών ετών 2013 και 2014, στη Burglen κατά το έτος 2015 για την ετοιμασία των λογαριασμών του λογιστικού έτους 2013 και στη Mackell κατά το έτος 2014 για την ετοιμασία των λογαριασμών του λογιστικού έτους 2013. Η Αιτήτρια αποδίδει στην Καθ' ης 7 την παροχή ελεγκτικών υπηρεσιών στη Fleargate κατά τα έτη 2014 και 2015 και στη Rizanto κατά τα έτη 2015-2017. Οι Καθ' ων 7 και 8 αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης τους με τη Rizanto. (
- v)Η Καθ' ης 9 παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες στην Kospente κατά το έτος 2011. Η Αιτήτρια αποδίδει στην Καθ΄ ης 9 την παροχή ελεγκτικών υπηρεσιών και στη Decontria κατά τα έτη 2015-2017 και στη Βalamer κατά τα έτη 2015-2018. (
- vi)Η Καθ' ης 13 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως διευθύντρια στην Balamer μέχρι την εγκατάλειψη της θέσης της στις 21.7.22. (vii) Η Καθ' ης 14 παρείχε γραμματειακές υπηρεσίες στις Balamer και Beristor μέχρι την εγκατάλειψη της θέσης στις 21.7.22 και 29.8.22 αντίστοιχα. (viii) Η Καθ' ης 15 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως ονομαστική διευθύντρια στη Ripont μέχρι την εκούσια εκκαθάριση της στις 22.11.17, στη Burlger μέχρι την εκούσια εκκαθάριση της στις 8.2.19, στη Beristor μέχρι την απόσυρση της από τη θέση της στις 29.8.22 και στη Mobenwood μέχρι την εκούσια εκκαθάριση της στις 24.11.18. (
- ix)Ο Καθ' ου 16 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως ονομαστικός διευθυντής στη Ripont μέχρι την εκούσια εκκαθάριση της στις 22.11.17, στη Darrington μέχρι τη διάλυση της λόγω εκούσιας εκκαθάρισης της στις 21.4.19, στη Stonebury μέχρι την απόσυρση του από τη θέση του στις 16.9.22 και στη Fairford από τις 10.3.15 μέχρι τη διάλυση της στις 30.5.18. (
- x)Η Καθ' ης 17 παρείχε γραμματειακές υπηρεσίες στη Ripont από τις 30.7.14 μέχρι τη διάλυση της λόγω εκούσιας εκκαθάρισης της στις 22.11.17 και στη Darrington μέχρι τη διάλυση της λόγω εκούσιας εκκαθάρισης της στις 21.4.19. (
- xi)Η Καθ' ης 18 παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες στις Ripont, Beristor Merahall για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων, περιλαμβανομένων αυτών για το έτος 2012 αναφορικά με την πρώτη και για το έτος 2014 αναφορικά με τις άλλες δύο. (xii) Η Καθ' ης 20 φέρεται από την Αιτήτρια να παρείχε υπηρεσίες ως διευθύντρια στη Belyrian. Η Καθ' ης 20 αναφέρει μόνο ότι η εν λόγω εταιρεία διαλύθηκε και διαγράφηκε λόγω εκούσιας εκκαθάρισης στις 8.10.20. (xiii) Η Καθ' ης 22 παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες στις Belyrian κατά τα έτη 2015-2017, Bentzen κατά τα έτη 2016-2018, Beristor κατά τα έτη 2014-2018, Foaliri κατά το έτος 2012, Merahall κατά τα έτη 2015-2017 και Stonebury κατά τα έτη 2015-2017. Η Καθ' ης 22 αναφέρει ότι οι Belyrian και Bentzen έχουν διαλυθεί λόγω εκούσιας εκκαθάρισης, παρουσιάζοντας την ηλεκτρονική έρευνα του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών. (xiv) Η Καθ' ης 23 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως διευθύντρια και γραμματέας στη Beneklin από τις 12.9.13 μέχρι τις 23.9.19 και 12.5.17 αντίστοιχα, στη Farimal από τις 12.9.13 μέχρι τις 30.8.18, στη Klernol από τις 12.9.13 μέχρι τις 30.8.18 και στη Foaliri από τις 24.2.15 μέχρι τις 15.6.22. Η Αιτήτρια αποδίδει στην Καθ' ης 23 την παροχή υπηρεσιών ως διευθύντρια στη Varemor ενώ η Καθ' ης 23 ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου 2016-Απριλίου 2017 καθότι δεν παρείχε υπηρεσίες στην εν λόγω εταιρεία μέχρι και το 2019. (
- xv)Η Καθ' ης 24 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως γραμματέας στη Beneklin από τις 12.5.17 μέχρι τις 23.9.19 και στη Foaliri από τις 24.2.15 μέχρι τις 15.6.22. Η Αιτήτρια αποδίδει στην Καθ' ης 24 την παροχή υπηρεσιών ως γραμματέα και στις Farimal, Klernol και Varemor ενώ η Καθ' ης 24 ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου 2016-Απριλίου 2017 καθότι δεν παρείχε υπηρεσίες στην εν λόγω εταιρεία μέχρι και το 2019. (xvi) Η Καθ' ης 27 παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες στη Bentzen μόνο για το έτος 2013. Η Καθ' ης αναφέρει ότι η Bentzen έχει διαλυθεί λόγω εκούσιας εκκαθάρισης. (xvii) Η Καθ' ης 29 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως ονομαστική διευθύντρια στη Beristor. (xviii) Η Καθ' ης 30, υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία Χ. Βασιλειάδης από τις 13.6.16 μέχρι τις 4.1.19, παρείχε υπηρεσίες ως ονομαστική διευθύντρια στη Burglen από τις 24.7.08 μέχρι τη διάλυση της λόγω εκούσιας εκκαθάρισης στις 8.2.19. (xix) Η Καθ' ης 31 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως ονομαστική διευθύντρια στη Darrington μέχρι τη διάλυση της λόγω εκούσιας εκκαθάρισης της στις 21.4.19. (
- xx)Η Καθ' ης 32 παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες για την ετοιμασία και έγκριση ελεγμένων λογαριασμών στη Darrington για τη χρονική περίοδο από το 2017 μέχρι και τις 4.12.18. (xxi) Οι Καθ' ων 33 και 34 είναι θυγατρικές της μητρικής εταιρείας I.F.B.C. Business Services Ltd και παρείχαν διοικητικές υπηρεσίες διευθύντριας και γραμματέα αντίστοιχα στη Fleargate και Limeridge κατά τα έτη 2012-2018 όταν και διαλύθηκαν λόγω εκούσιας εκκαθάρισης. (xxii) Οι Καθ' ων 37 και 38 παρείχαν ελεγκτικές υπηρεσίες στη Foaliri. (xxiii) Η Καθ' ης 39 παρείχε υπηρεσίες ως διευθύντρια και γραμματέας στη Mackell από τις 18.11.14 μέχρι και τις 3.4.20 και ως μέτοχος στην εν λόγω εταιρεία μέχρι και τις 5.10.18. (xxiv) Η Καθ' ης 41 παρείχε γραμματειακές υπηρεσίες στη Merahall μέχρι την εγκατάλειψη της θέσης της στις 21.8.22. (xxv) O Καθ' ου 42, υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία Χ. Βασιλειάδης από τις 9.8.10 μέχρι τις 23.7.21, παρείχε υπηρεσίες ως ονομαστικός διευθυντής στη Stonebury από τις 5.10.20 μέχρι τις 23.7.21. (xxvi) Η Καθ' ης 43 παρείχε διοικητικές υπηρεσίες ως γραμματέας στη Stonebury μέχρι και τον Μάρτιο του 2022 όταν τερματίστηκε η εν λόγω συνεργασία. (xxvii) Η Καθ' ης 44 παρείχε ελεγκτικές υπηρεσίες στη Stonebury μέχρι και το έτος 2017 όταν τερματίστηκε η εν λόγω συνεργασία. Mε βάση την πιο πάνω περιγραφή, διαφαίνεται ότι η ιδιότητα των Εναγομένων, ως τράπεζας ή παρόχων υπηρεσιών (διευθυντών, γραμματέων ή ελεγκτών), τους αποδίδει εμπλοκή και γνώση στον χειρισμό των υποθέσεων των εν λόγω εταιρειών, όπως π.χ. στη λήψη αποφάσεων, στην υλοποίηση αυτών, στην υπογραφή εγγράφων, στην απόφαση και ή στις οδηγίες για τη διακίνηση των χρημάτων, στο περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων, στη φύλαξη των σχετικών εγγράφων και πρόσβαση σε αυτά και ακόμα στη γνώση των πραγματικών δικαιούχων των εν λόγω οντοτήτων. Οι μόνες εξαιρέσεις αφορούν στους Καθ' ων 7 και 8 οι οποίοι αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής τους σχέσης με τη Rizanto, στην Καθ' ης 9 αναφορικά με την Kospente για την οποία, σύμφωνα με την υπάρχουσα μαρτυρία, προσφέρθηκαν ελεγκτικές υπηρεσίες μόνο για το έτος 2011, ήτοι πολύ πριν το ισχυριζόμενο σχέδιο και για την Καθ' ης 22 αναφορικά με τη Foaliri για την οποία προσφέρθηκαν ελεγκτικές υπηρεσίες μόνο για το έτος 2012. Όσον αφορά τους Καθ΄ ων για τους οποίους δεν καθορίζεται ημερομηνία παροχής των εν λόγω υπηρεσιών, με δεδομένο ότι οι Καθ' ων δεν προβάλλουν ισχυρισμό ότι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε χρόνο ασύνδετο των υπό κρίση γεγονότων, τότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι υπηρεσίες τους αφορούν και τον επίδικο χρόνο. Η Καθ' ης 24 ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε έγγραφα για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου 2016-Απριλίου 2017 καθότι δεν παρείχε υπηρεσίες στην εν λόγω εταιρεία μέχρι και το 2019. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί η εμπλοκή όλων των ανωτέρω Εναγομένων, ακόμα και ως ανυπαίτιων αθώων τρίτων, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη να αποδειχθεί η όποια ένοχη συμμετοχή τους, στον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο δράσης των εμπλεκόμενων στο ισχυριζόμενο σχέδιο. Με αυτή την εμπλοκή και υπό αυτή την ιδιότητα τους, το διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να στραφεί εναντίον τους. ΙΧ. Αναγκαιότητα Παροχής Αιτούμενων Πληροφοριών Το κριτήριο της αναγκαιότητας παροχής των αιτούμενων πληροφοριών συνδέεται άμεσα με τη νομιμότητα του σκοπού για τον οποίον αυτές ζητούνται και το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν κατά πόσον η αιτούμενη θεραπεία κρίνεται αναγκαία για την ικανοποίηση ενός τέτοιου νόμιμου σκοπού. Η απόφαση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) ασχολήθηκε με το κατά πόσον η αποκάλυψη της ταυτότητας του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος ήταν πληροφορία η οποία θα παρείχε τη δυνατότητα στον αιτητή να εγείρει νομική διαδικασία. Η εμβέλεια αυτής της δικαιοδοσίας έχει έκτοτε διευρυνθεί με τη σημαντικότερη εξέλιξη να καλύπτει την αναγκαιότητα αποκάλυψης του υπολειπόμενου κομματιού του παζλ («missing piece of the jigsaw»). Σχετικές είναι οι υποθέσεις P v. T
(1997)1 W.L.R. 309 και Mitsui v. Nexen Petroleum
(2005)EWHC
- Στην υπόθεση Page Directors Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. Αρ. 118/15, ημερ. 12.10.15, τονίστηκε πως «τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής». Η πλευρά της Αιτήτριας θεωρεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναγκαία για να εντοπιστούν οποιαδήποτε άγνωστα ακόμα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται στη συνωμοσία τα οποία η Αιτήτρια δεν έχει καταφέρει να εντοπίσει παρόλες τις προσπάθειες που έγιναν για τη συλλογή όλων των απαραίτητων πληροφοριών, να εντοπιστεί η διαδρομή των κεφαλαίων που έχουν οικειοποιηθεί παράνομα οι συνωμότες και να ξετυλιχθεί ο ιστός των δόλιων δραστηριοτήτων και να συμπληρωθούν τα κομμάτια που λείπουν από το περίπλοκο παζλ της συνωμοσίας για να καθοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το ποσό των ζημιών και δικογραφηθεί ορθά η υπόθεση συνωμοσίας εναντίον όλων των συνωμοτών. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, κατ' αρχάς επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια ήδη κατέχει αρκετές πληροφορίες αναφορικά με το ισχυριζόμενο σχέδιο, εξ ου και μέσα από την ένορκη δήλωση του DP γίνεται μια εκτενής περιγραφή του σχεδίου. Ταυτόχρονα όμως, είναι σαφές ότι υπολείπεται αριθμός πληροφοριών και στοιχείων αναφορικά με το σχέδιο και ειδικότερα αναφορικά με τις οντότητες της δεύτερης πληρωμής, κυρίως ποιοι είναι οι τελικοί δικαιούχοι αυτών, πώς εμπλέκονται στο σχέδιο και στη διακίνηση των χρημάτων, καθώς επίσης και ποιους τραπεζικούς λογαριασμούς διατηρούν στην Εναγομένη 1, την κίνηση αυτών και ποιος δίδει τις σχετικές εντολές. Επομένως, θεωρώ ότι υπολείπονται πληροφορίες ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη και συμπληρωμένη εικόνα του συνόλου της συμπεριφοράς που αποδίδεται στις αναφερόμενες στο Τεκμήριο 3 εταιρείες και ενδεχομένως σε άλλα ακόμα άγνωστα εμπλεκόμενα πρόσωπα ούτως ώστε να ξετυλιχθεί πλήρως αυτό το ισχυριζόμενο πολύπλοκο σχέδιο και να εξακριβωθεί η έκταση και το ύψος της προκληθείσας ζημιάς. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες για να δώσουν την πλήρη εικόνα αναφορικά με όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, φυσικά και νομικά, καθώς επίσης και την ακριβή φύση και έκταση του ισχυριζόμενου σχεδίου και έτσι να είναι δυνατή η έγερση και προώθηση διαδικασιών στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό εναντίον όλων των φερόμενων ως αδικοπραγούντων. Με άλλα λόγια ικανοποιούμαι ότι οι πληροφορίες που ζητούνται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαίες για να καταδείξουν την ταυτότητα τυχόν εμπλεκόμενων προσώπων, τη συμμετοχή τους και τον βαθμό αυτής της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας εις βάρος της Αιτήτριας. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι κάποιες των οντοτήτων οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 3 και για τις οποίες ζητούνται οι πληροφορίες βρίσκονται υπό εκκαθάριση ή έχουν διαλυθεί. Σύμφωνα όμως με τον ΣΒ, αυτό το γεγονός δεν φαίνεται να εμποδίζει την έγερση αγωγής εναντίον των εν λόγω εταιρειών, καθότι υπάρχει η δυνατότητα επαναφοράς τους για αυτόν τον σκοπό, όπως έγινε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Επιπλέον, τυχόν αποκάλυψη αναφορικά με αυτές τις Κυπριακές οντότητες θα βοηθήσει στην αποκάλυψη ολόκληρης της εικόνας και αλυσίδας των γεγονότων και ενδεχομένως και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων, πλην των συγκεκριμένων οντοτήτων. Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, η θέση των Καθ' ων ότι η παρούσα Αίτηση αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας δεν κρίνεται βάσιμο. Αναφορικά με τη φύση και έκταση των αιτούμενων πληροφοριών οι οποίες κρίνεται δικαιολογημένο να δοθούν, αυτό θα απασχολήσει αμέσως κατωτέρω στο κεφάλαιο που αφορά στο εύρος των πληροφοριών. X. Εύρος Πληροφοριών Είναι γεγονός ότι η Αιτήτρια αιτείται ευρύτατο φάσμα πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων αναφορικά με τους τελικούς δικαιούχους των εταιρειών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 για τη χρονική περίοδο 1.1.13-21.12.18, όλους τους λογαριασμούς τους που διατηρούσαν και διατηρούν στην Καθ' ης 1, και την πορεία διακίνησης αυτών, όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τη λειτουργία αυτών των λογαριασμών και ακόμα όλες τις οικονομικές καταστάσεις των εν λόγω εταιρειών. Και εναντίον των υπόλοιπων Καθ' ων ζητείται ευρύτατο φάσμα πληροφοριών, ήτοι τους τελικούς δικαιούχους των εταιρειών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3, τα έγγραφα που αφορούν στη σύσταση και δομή τους, καθώς επίσης και όλα τα έγγραφα που αφορούν σε συναλλαγές σε σχέση με τις εν λόγω εταιρείες. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το εύρος των αιτούμενων πληροφοριών κρίνεται δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψιν τόσο της φύσης του σχεδίου όσο και του σκοπού αποκάλυψης των πληροφοριών όπως επεξηγείται ανωτέρω. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι υφίσταται ανάγκη αποκάλυψης όλων των αιτούμενων πληροφοριών. ΧΙ. Πρόσωπα τα οποία δύνανται να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες Έχει ήδη λεχθεί ότι τα αιτητικά στρέφονται εναντίον των προαναφερόμενων Εναγομένων. Θεωρώ ότι ορθώς απευθύνονται σε αυτούς λόγω της ιδιότητας, γνώσης και ανάμειξης του καθενός ξεχωριστά, όπως αναλύεται ανωτέρω. Αναφορικά με τους Καθ' ων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι δεν κατέχουν οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία ή πληροφορίες, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης. Αντιθέτως οποιαδήποτε τέτοια δήλωση ισχύει στην προκειμένη περίπτωση μπορεί και θα πρέπει να γίνει από τους Καθ' ων στα πλαίσια του όποιου διατάγματος ούτως ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση ή μη με αυτό και η ενδεχόμενη λήψη μέτρων για παρακοή αυτού. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τα πρόσωπα τα οποία δηλώνουν ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στις εν λόγω εταιρείες ενόσω ήταν υπάλληλοι σε συγκεκριμένη δικηγορική εταιρεία, όσον αφορά την πρόσβαση τους σε οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες. Αφενός δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός εκ μέρους τους πως δεν έχουν τέτοια πρόσβαση και επιπλέον υπενθυμίζεται ότι σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος αυτοί θα κληθούν να προσκομίσουν στοιχεία για τη χρονική περίοδο κατά την οποία διατηρούσαν κάποια θέση στις εταιρείες, σε περίπτωση δε που θα έχουν πρόσβαση σε αυτά τότε θα πρέπει να προβούν σε σχετική δήλωση στα πλαίσια του διατάγματος ούτως ώστε και πάλι να διασφαλίζεται η συμμόρφωση ή μη με αυτό και η ενδεχόμενη λήψη μέτρων για παρακοή αυτού. ΧΙΙ. Άλλος Διαθέσιμος Τρόπος Παροχής των Αιτούμενων Πληροφοριών Αποτελεί λόγο ένστασης ότι δεν έχει καταδειχθεί πως οι αιτούμενες πληροφορίες δεν δύνανται να ληφθούν με άλλο τρόπο. Είναι γεγονός ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι υπάρχει διαθέσιμος τρόπος παροχής των αιτούμενων πληροφοριών τότε το Δικαστήριο είναι διστακτικό στο να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Avila Management (ανωτέρω). Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Mitsui v. Nexen Petroleum (ανωτέρω), στην οποία έγινε αναφορά στο κριτήριο της αναγκαιότητας σε συνάρτηση με την απουσία άλλου διαθέσιμου πρακτικού τρόπου εξασφάλισης της πληροφορίας: «[24] In my judgment despite the argument of Mr Carr that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is the Claimant's case that the Defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see eg Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal and 203B and 205G. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: see Sir John Donaldson MR in Harrington v Polytechnic of North London [1984] 3 All ER 666, [1984] 1 WLR 1293 at 1299 F-G. The jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 1 WLR 2033 at
- The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information.» Επίσης στην υπόθεση Rugby Football Union v. Consolidated Information Services Ltd (formerly Viagogo Ltd) (in liquidation)
(2012)UKSC 55, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «[16] The need to order disclosure will be found to exist only if it is a "necessary and proportionate response in all the circumstances": Ashworth at paras 36, 57 per Lord Woolf CJ The test of necessity does not require the remedy to be one of last resort: R (Mohamed) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs (No 1) [2008] EWHC 2048 (Admin), [2009] 1 WLR 2579, para 94. [17] The essential purpose of the remedy is to do justice.» Μέσα από την ένορκη δήλωση του DP, διαφαίνονται όλες οι προσπάθειες και ενέργειες της Αιτήτριας προς εξασφάλιση όλων των πληροφοριών αναφορικά με το ισχυριζόμενο σχέδιο. Αυτές συμπεριλαμβάνουν τη λήψη και μελέτη διαφόρων εγγράφων από ειδική ομάδα της Αιτήτριας και εμπειρογνωμόνων, την έγερση δικαστικών διαδικασιών αποκάλυψης σε άλλες δικαιοδοσίες και ακόμα την παραλαβή εγγράφων στα πλαίσια συζητήσεων για πιθανή διευθέτηση. Αυτά τα δεδομένα σε συνάρτηση με τη δήλωση του DP ότι δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος τρόπος εξασφάλισης των πληροφοριών καταδεικνύει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου πως η Αιτήτρια έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια λήψης των αιτούμενων πληροφοριών με άλλα τρόπο και μέσα και επομένως η υπό κρίση διαδικασία είναι η μόνη επιλογή που της παρέχεται προς εξασφάλιση αυτών. ΧΙΙΙ. Παράλληλες Διαδικασίες - Διπλή Αποζημίωση Ο DP απαντά στα τυχόν επιχειρήματα μπορεί να προβληθούν από τους Καθ' ων αναφορικά με την ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών και τη διπλή ανάκτηση της ζημιάς. Επί τούτων ο DP επεξηγεί ότι οι διαδικασίες στη Ρωσία διαχωρίζονται πλήρως από τη φύση και τη νομική βάση της απαίτησης στη βάση της ισχυριζόμενης συνωμοσίας, ότι σε αυτές ούτε οι έμπορες ούτε και οι υπεράκτιες οντότητες είναι διάδικοι και αυτές αφορούν σε μέρος μόνο του σχεδίου και όχι στο σύνολο του. Ο DP αναγνωρίζει πως από τη στιγμή που μέρος του σχεδίου αποτελεί αντικείμενο των Ρωσικών διαδικασιών, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο ανάκτησης από τους εκεί εναγόμενους μέρους της προκληθείσας ζημιάς. Αυτό το ενδεχόμενο όμως, κατά τον DP, δεν αποτελεί κίνδυνο διπλής ανάκτησης καθότι ¨ οι Ρωσικές διαδικασίες βρίσκονται σε πολύ πρώιμο στάδιο και επομένως υπάρχουν ελάχιστες προοπτικές ανάκτησης οποιουδήποτε ποσού εντός των επόμενων ενός ή δύο ετών. ¨ υπάρχουν ελάχιστες προοπτικές ανάκτησης του συνόλου της ζημιάς από όλους τους εναγόμενους στις Ρωσικές διαδικασίες καθότι το συνολικό ύψος της ευθύνης ανέρχεται στα 613.1δις Ρωσικά Ρούβλια (US$10.2δις) ενώ η αξία των περιουσιακών στοιχείων τους στη Ρωσία δεν ξεπερνά τα US$2.4δις. Τέλος, ο DP επιβεβαιώνει ότι η Αιτήτρια αναλαμβάνει να προσαρμόσει την απαίτηση συνωμοσίας σε περίπτωση που εν τω μεταξύ ήθελε επιτευχθεί οποιαδήποτε ανάκτηση στις Ρωσικές διαδικασίες. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών του DP, ο ΣΒ αναφέρει πως σε καμία περίπτωση η Αιτήτρια δεν θα λάβει περισσότερες αποζημιώσεις από όσες δικαιούται και σε περίπτωση που εξασφαλιστεί απόφαση, τότε η Αιτήτρια έχει δικαίωμα εκτέλεσης της μόνο μέχρι την πλήρη είσπραξη της επιδικασθείσας ζημιάς. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτές οι θέσεις της Αιτήτριας τείνουν να καταδείξουν ότι οι Ρωσικές διαδικασίες αφορούν σε ένα περιορισμένο μόνο κομμάτι του όλου σχεδίου και δεν στρέφονται εναντίον των οντοτήτων οι οποίες αποτελούν τις προτιθέμενες εναγόμενες, επομένως δεν φαίνεται να υπάρχει ταύτιση των διαδικασιών ούτως ώστε να λεχθεί εκ προοιμίου ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης αυτομάτως οδηγεί σε παράλληλες δικαστικές διαδικασίες. Επιπλέον, σε περίπτωση που ήθελε εγερθεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, τότε οι εκεί εναγόμενοι δύνανται να εγείρουν το ζήτημα της διπλής ανάκτησης αν πράγματι θεωρούν ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, κάτι το οποίο σαφώς είναι πρόωρο και παντελώς αβέβαιο ως γεγονός στο παρόν στάδιο. ΧΙV. Καθυστέρηση στην Καταχώριση Αίτησης Εγείρεται ως λόγος ένστασης η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Σχετική ως προς το θέμα της καθυστέρησης είναι η Αγγλική υπόθεση Ramilos Trading v. Buyanovsky
(2016)EWHC 3175 (Comm.), στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «
- Furthermore, I agree with Mr Chapman QC that this is the stalest of stale allegations. It derives from the claimant's reading of the 2011 accounts which were approved on 31 May 2012 and to which the claimant would have had access at the time. If there were anything in the point, the claimant could and should have made it long ago and it is not an appropriate use of the Norwich Pharmacal jurisdiction to seek evidence now in relation to such a stale allegation. The delay in bringing the application on this Ground is yet another reason for refusing relief.» Είναι γεγονός ότι το αποδιδόμενο σχέδιο τοποθετείται κατά τα έτη 2013-
- Η Αιτήτρια επεξηγεί το ιστορικό αποκάλυψης του ισχυριζόμενο σχεδίου καθώς επίσης απαντά στο θέμα της καθυστέρησης εντάσσοντας το ως ένα εκ των επιχειρημάτων τα οποία δύνανται να εγερθούν από τους Καθ' ων. Σύμφωνα με τον DP, από τον Σεπτέμβριο του 2017 όταν η Rost Bank και η Binbank τέθηκαν υπό προσωρινή διαχείριση από τη Ρωσική Κεντρική Τράπεζα λόγω προβλημάτων ρευστότητας, η προσωρινή διαχείριση επικεντρώθηκε αρχικά στα εμφανή προβληματικά περιουσιακά στοιχεία στα βιβλία των τραπεζών και δεν υπήρχαν υποψίες σε σχέση με τις συναλλαγές με εμπόρους οι οποίες είχαν διευθετηθεί. Μετά τη συγχώνευση της Rost Bank με την Αιτήτρια το καλοκαίρι του 2018 και της Binbank με την Otkritie στις αρχές του 2019, η Αιτήτρια, μέσω της εσωτερικής της ομάδας για προβληματικά περιουσιακά στοιχεία, άρχισε να αναλύει τα αρχεία των δύο τραπεζών για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχαν απαιτήσεις από πιστωτές. Σύμφωνα με τον DP, αρχικά η ανάλυση εστιάστηκε σε επενδύσεις και εισπρακτέα τα οποία εμφανίζονταν ως προβληματικά, παρόλο που από το 2018 είχαν ξεκινήσει ενέργειες για την αμφισβήτηση κάποιων συναλλαγών της Rost Bank οι οποίες θεωρήθηκαν ως ανεξάρτητες και για την ανάκτηση των ζημιών σε σχέση με αυτές. Όπως αναφέρει ο DP, το 2019 η ανώτατη διοίκηση της Αιτήτριας και της Otkritie, μαζί με την ειδικά δημιουργηθείσα ομάδα εργασίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του DP, άρχισαν συζητήσεις με τον πρώην ιδιοκτήτη της Trust Bank και της Binbank και τόσο περί τα μέσα Μαΐου του 2019 όσο και στα τέλη Οκτωβρίου του 2019 εκπρόσωποι του τελευταίου τους εφοδίασαν με δέσμη εγγράφων. Κατά τη μελέτη αυτών διαφάνηκαν επιβεβαιώσεις πληρωμών για διάφορες κυκλικές κινήσεις κεφαλαίων από τη Binbank μέσω της Rost Bank και μετά πίσω στη Binbank. Έτσι η ομάδα προχώρησε στις εξής ενέργειες: α. Ανάλυση των συναλλαγών της Rost Bank με τα χρήματα που της παρείχε η Binbank και παρακολούθηση της περαιτέρω κίνησης των κεφαλαίων όπου ήταν δυνατόν. β. Ανάλυση όλων των αρχείων της Binbank που σχετίζονται με τις εμπορικές συναλλαγές χρηματοδότησης με τους εμπόρους όταν και εντοπίστηκαν οι 122 τέτοιες συναλλαγές οι οποίες αποτελούσαν μέρος του σχεδίου. γ. Δικανική έρευνα των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των υπαλλήλων της Binbank οι οποίοι θα μπορούσαν να εμπλέκονται χρησιμοποιώντας το σύστημα που καθορίζεται από την Αιτήτρια περίπου τον ίδιο χρόνο, η οποία ξεκίνησε στις αρχές του
- δ. Συλλογή αρχείων διαθέσιμων στο κοινό σε σχέση με όλες τις υπεράκτιες οντότητες που πήραν μέρος στο σχέδιο. ε. Συστηματοποίηση σε μεταγενέστερο στάδιο όλων των πληροφοριών και εγγράφων που ήταν διαθέσιμα μέσω των πηγών της Rost Bank και της Binbank και των δημόσιων πηγών για να εντοπιστούν ποια έγγραφα έλειπαν. Σύμφωνα με τον DP, με την ολοκλήρωση αυτού του σταδίου ερευνών μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2021, η ομάδα προσέλαβε εξωτερικούς νομικούς συμβούλους να αναλύσουν τη νομική βάση για την καταχώριση οποιασδήποτε απαίτησης από την Αιτήτρια σε σχέση με το σχέδιο και εξωτερικό εμπειρογνώμονα για να αναλύσει αφενός τις αποκλείσεις των δραστηριοτήτων των εμπόρων σε σχέση με το σχέδιο από τις τυπικές πρακτικές «know your client» και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και αφετέρου το πιθανό ποσό ζημιών που προκλήθηκαν στην Αιτήτρια. Ο DP αναφέρει ότι μέχρι τα μέσα Ιουλίου του 2022 η Αιτήτρια κατάφερε να βρει ένα ισχυρό σύνολο στοιχείων για τη συνωμοσία και να είναι σε θέση αφενός να διατυπώσει την απαίτηση συνωμοσίας παρόλο που εξακολουθούσαν να ελλείπουν σημαντικές λεπτομέρειες και αφετέρου να προσδιορίσει τα επιπρόσθετα μέτρα τα οποία θα μπορούσε να λάβει για να προχωρήσει στην έγερση της. Σύμφωνα με τον DP, ήταν αδύνατο το σχέδιο να αποκαλυπτόταν ενωρίτερα καθότι · ούτε η προσωρινή διαχείριση των δύο τραπεζών ούτε η νέα διοίκηση μετά τη συγχώνευση τους δεν μπορούσαν ποτέ να θεωρήσουν τις συναλλαγές με τους εμπόρους ως εργαλεία για να προκαλέσουν ζημιά στις τράπεζες, εφόσον αυτές εμφανίζονταν ως δεόντως ορθά εκτελεσθείσες με αντισυμβαλλόμενους ψηλής αξιολόγησης. · μόνο ως μέρος των συζητήσεων διευθέτησης, παρασχέθηκαν τα έγγραφα που ανέφεραν για πρώτη φορά τις πιστωτικές επιστολές για τον τρόπο μεταφοράς χρημάτων από τη Binbank στη Rost Bank και ακολούθως πίσω στη Binbank. · απαιτήθηκαν σημαντικές προσπάθειες των δικανικών και εσωτερικών νομικών ομάδων για να αποκαλυφθεί η ακριβής φύση των συναλλαγών. Επιπλέον, ο DP ισχυρίζεται ότι μόνο μετά τα μέσα Ιουλίου του 2022, η Αιτήτρια ήταν πλέον σε θέση να προχωρήσει στην αποκάλυψη τμημάτων της συνωμοσίας που λείπουν και να εντοπίσει οποιουσδήποτε επιπρόσθετους αδικοπραγούντες που δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί. Ο υπόλοιπος χρόνος αφιερώθηκε στην εύρεση ξένων συμβούλων έτοιμων να εκπροσωπήσουν Ρώσους πελάτες στο Δικαστήριο και να ετοιμάσουν έγγραφα για καταχώριση, χρειάστηκαν δε αρκετοί μήνες να συντάξει την ένορκη του δήλωση και να ετοιμάσει τα τεκμήρια με μεταφράσεις στην Αγγλική. Τελικώς η Αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκαν στις 13.9.
- Το Δικαστήριο συνεκτιμά τα όσα αναφέρει ο DP σε συνάρτηση με το ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο ισχυριζόμενο σχέδιο συνωμοσίας και απάτης, όπως αναγνωρίζει και ο ΣΒ στη δική του δήλωση, το οποίο δεν είναι εμφανές για να εγείρει εξαρχής οποιεσδήποτε υποψίες. Σαφώς δε αυτό το σχέδιο αφορά σοβαρή και ενδελεχή εξειδικευμένη μελέτη των εγγράφων και στοιχειών για να διαφανεί η όλη φύση και έκταση του καθώς επίσης και χρόνο για νομική μελέτη και προετοιμασία καταχώρισης της παρούσας Αγωγής και υπό κρίση Αίτησης. Επομένως το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η Αιτήτρια επέδειξε οποιαδήποτε καθυστέρηση και ή ολιγωρία αναφορικά με τις προσπάθειες εξασφάλισης των αιτούμενων πληροφοριών ούτως ώστε να εμποδίζεται να προωθεί την υπό κρίση Αίτηση στο παρόν στάδιο. ΧV. Σχέση Εμπιστοσύνης - Τραπεζικό Απόρρητο Οι Καθ' ων προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι δεσμεύονται από συμβατική και ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης να μην αποκαλύψουν οποιαδήποτε στοιχεία πελάτων τους. Στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβάνω υπόψιν τη φύση των αιτούμενων πληροφοριών και τον σκοπό αναζήτησης αυτών, που δεν είναι άλλος από την καταστολή απατηλών και δόλιων πράξεων οι οποίες φαίνεται να διαπράχθηκαν εις βάρος της Αιτήτριας προκαλώντας σε αυτή σημαντική ζημιά. Με αυτό το δεδομένο, υπάρχει δημόσιο συμφέρον για την αποκάλυψη το οποίο υπερτερεί έναντι της προστασίας της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη και του τραπεζικού απορρήτου το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν.66(Ι)/
- Η εν λόγω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Banker's Trust v. Shabira (ανωτέρω) και το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321,
- The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396,
- If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Norwich Pharmacal επί του θέματος, ως εξής: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted, Here, there is strong prima facie case to the contrary.» ΧVΙ. Προσωπικά Δεδομένα H προβολή λόγου ένστασης εκ μέρους των Καθ' ων ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων βάσει του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδοµένων Αυτών Ν.125(Ι)/18 δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αναγκαιότητα παροχής των πληροφοριών λόγω δημοσίου συμφέροντος σε τέτοιας φύσης υποθέσεις όπου φαίνεται να υπάρχει δόλος και απάτη. Επιπλέον σημειώνεται ότι ο Νόμος αφορά μόνο σε φυσικά πρόσωπα, ήτοι τους Καθ' ων 8, 10, 11, 15, 16, 19, 21, 25, 29, 30, 35, 36, 40 και 42. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παραπομπή από τους Καθ' ων στο άρθρο 18 του Ν.125(Ι)/18 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών στα πλαίσια άσκησης της δικαστικής του κρίσης στα πλαίσια πάντοτε της εξουσίας που του παρέχεται. Σε αυτά τα πλαίσια δεν τίθεται σε εφαρμογή η υποχρέωση που θέτει το άρθρο 18 για τη διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου ή προηγούμενης διαβούλευσης με την Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί ένα διάταγμα αποκάλυψης να τίθεται υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης εκτίμησης αντικτύπου ή προηγούμενης διαβούλευσης με την Επίτροπο. Επιπλέον, το άρθρο 6 του ΕΕ2016/679, προς συμμόρφωση του οποίου θεσπίστηκε ο Ν.125(Ι)/18 επιτρέπει ως νόμιμη την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για προστασία έννομων συμφερόντων τρίτου όπου υπερτερούν έναντι των συμφερόντων των ατόμων στα οποία αφορούν τα δεδομένα και εδώ σαφώς υπερτερεί το δημόσιο συμφέρον όπου αυτά τα πρόσωπα φαίνεται να εμπλέκονται σε δόλιες και απατηλές ενέργειες. Επί του ίδιου πιο πάνω ζητήματος, το Δικαστήριο θεωρεί χρήσιμη την παραπομπή στην Ιρλανδική υπόθεση Board of Management of Salesian Secondary College (Limerick) v. Facebook Ireland Ltd
(2012)IEHC 287, η οποία αφορούσε διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και στην οποία γίνεται αναφορά σε σχετική Αγγλική νομολογία. XVΙΙ. Μη Δίκαιη Δίκη στη Ρωσία Εγείρεται ως λόγος ένστασης πως σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και έγερσης διαδικασιών στη Ρωσία, δεν διασφαλίζεται η χρήση των πληροφοριών με τρόπο που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως διασφαλίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω της απόφασης του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερ. 16.3.22 για την παύση της Ρωσικής Ομοσπονδίας από μέλος του Συμβουλίου. Αυτή η εισήγηση παραμένει παντελώς γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη καθότι δεν έχει προσαχθεί ίχνος μαρτυρίας για το ενδεχόμενο διεξαγωγής δίκης στη βάση των αποκαλυφθεισών πληροφοριών κατά παράβαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Επομένως το επιχείρημα αυτό παραμένει στη σφαίρα μιας θεωρητικής εικασίας και δεν κρίνεται βάσιμο. ΧVIIΙ. Κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας Οι Καθ' ων εκφράζουν τη θέση πως τυχόν έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος αποκάλυψης εμπίπτει ή πιθανόν να εμπίπτει εντός των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία. Δεν χωρεί αμφιβολία πως με βάση το άρθρο 5ιδ του ΕΚ 2022/1904, κατόπιν τροποποίησης του ΕΚ883/2014, προνοεί ως ακολούθως: «Άρθρο 5ιδ
- Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση παροχή λογιστικών υπηρεσιών, ελεγκτικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του υποχρεωτικού ελέγχου, υπηρεσιών τήρησης λογιστικών βιβλίων ή παροχής φορολογικών συμβουλών, ή επιχειρηματικών συμβουλών και συμβουλών σε διοικητικά θέματα ή υπηρεσιών δημοσίων σχέσεων: α) στην κυβέρνηση της Ρωσίας ή β) σε νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που έχουν την έδρα τους στη Ρωσία. .................................
- Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν για την παροχή υπηρεσιών που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε δικαστικές, διοικητικές ή διαιτητικές διαδικασίες σε ένα κράτος μέλος, ή για την αναγνώριση ή την εκτέλεση δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης που εκδίδεται σε κράτος μέλος και υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω παροχή υπηρεσιών συνάδει προς τους στόχους του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 του Συμβουλίου.» Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δεν εμπίπτει εντός της εμβέλειας του εν λόγω άρθρου καθότι δεν αφορά σε παροχή υπηρεσιών οι οποίες δεν προσφέρονται από το Δικαστήριο. Για ό,τι αξίζει σημειώνεται ότι η υποπαρ. 6 του άρθρου προνοεί για εξαίρεση στην εφαρμογή του όταν πρόκειται για παροχή υπηρεσιών που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε δικαστικές διαδικασίες σε ένα κράτος μέλος, όπως στην προκειμένη περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία. Για σκοπούς του πιο πάνω άρθρου δεν χρειάζεται η όποια διαπίστωση του Δικαστηρίου κατά πόσο η εφαρμογή του αφορούσε την ίδια την κυβέρνηση της Ρωσίας, όπως ήταν η θέση των Καθ' ων λόγω του ότι η Αιτήτρια (και η Otrkitie) είναι πλέον θυγατρικές της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, καθότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται και σε νομικά πρόσωπα με έδρα στη Ρωσία. Επιπλέον κυρώσεις στη Ρωσία έχουν επιβληθεί και με βάση την Απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/335 του Συμβουλίου της Ευρώπης ημερ. 28.2.22 η οποία τροποποιεί την απόφαση 2014/512/ΚΕΠΠΑ σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα λόγω των ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της Απόφασης, παρ.
(5), το Συμβούλιο έκρινε σκόπιμο να θεσπιστούν περαιτέρω περιοριστικά μέτρα όσον αφορά τους τομείς της οικονομίας και της αεροπορίας. Το άρθρο 1α, όπως τροποποιήθηκε με την προσθήκη των παρ. 4-6, προνοεί τα εξής: «
- Απαγορεύονται οι συναλλαγές που σχετίζονται με τη διαχείριση αποθεματικών καθώς και στοιχείων ενεργητικού της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών με οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που ενεργεί για λογαριασμό ή υπό την καθοδήγηση της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας. |
- Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν μια συναλλαγή υπό τον όρο ότι είναι απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης συνολικά ή του οικείου κράτους μέλους. |
- Το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για την πρόθεσή του να χορηγήσει άδεια δυνάμει της παραγράφου 5.» Σαφώς αυτή η Απόφαση αφορά σε κυρώσεις αναφορικά με τη διαχείριση των αποθεμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας και τις συναλλαγές, απαγορεύοντας βασικά την όποια διαχείριση ή συναλλαγή αναφορικά με τα αποθέματα ή περιουσιακά στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας που διατηρεί σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως ούτε και αυτή η κύρωση αφορά την υπό κρίση περίπτωση, ανεξαρτήτως του καθεστώτος και της σχέσης της Αιτήτριας με την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Αναφορικά με την Otkritie, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί, πάλι για ό,τι αξίζει, ότι αυτή δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα διαδικασία και επιπλέον οι αιτούμενες πληροφορίες δεν αφορούν ούτε και απολήγουν στη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων αναφορικά με τη Binbank, καθότι η ισχυριζόμενη ζημιά αφορά μόνο στη Rost Bank και κατά συνέπεια στην Αιτήτρια. Τέλος, υπάρχουν και οι κυρώσεις που αφορούν σε κατονομαζόμενα φυσικά πρόσωπα, οι οποίες και πάλι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι η έκδοση οποιουδήποτε των αιτούμενων διαταγμάτων δεν αντιβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο τις επιβληθείσες κυρώσεις. XIΧ. Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Πλήρους Δικαιοσύνης Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως χωρίς την παροχή των πληροφοριών σε αυτό το στάδιο θα είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη η έγερση Aγωγής ή άλλης διαδικασίας απαίτησης και η μέσω αυτής αξίωση αποζημίωσης προς προστασία των δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Υπό αυτή την έννοια θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι ελλοχεύει αυτονόητος κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς λόγω του μεσολαβούντος χρόνου και του χρόνου παραγραφής. ΧΧ. Ισοζύγιο Ευχέρειας Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας η οποία προσπαθεί να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για ένα ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο συνωμοσίας εις βάρος της προκατόχου της, το οποίο της προκάλεσε τεράστια ζημιά και για την οποία επιθυμεί να λάβει δικαστικά μέτρα, έναντι οποιωνδήποτε προσώπων ήθελε καταδειχθεί ότι έχουν ανάμειξη και εμπλοκή. ΧΧΙ. Τρόπος και Χρόνος Διατήρησης των Πληροφοριών Οι Καθ' ων εισηγούνται πως θα πρέπει να υπάρχει προσδιορισμός τόσο για τον τρόπο όσο και για τον χρόνο διατήρησης και αποθήκευσης των αποκαλυφθεισών πληροφοριών από την Αιτήτρια. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό καθότι δεν μπορεί να προβλεφθεί πόσος χρόνο χρειάζεται και απαιτείται για τη μελέτη και ανάλυση των αποκαλυφθεισών πληροφοριών και ακολούθως για την καταχώριση και ολοκλήρωση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας κατά την οποία οι εν λόγω πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θα δώσει οδηγίες όπως οι πληροφορίες αποκαλυφθούν σε τρίτα πρόσωπα, όπως π.χ. νομικούς συμβούλους, και χρησιμοποιηθούν μόνο για την έγερση διαδικασιών και παρουσίαση τους ως μαρτυρία σε αυτές. ΧΧΙΙ. Κατάληξη επί των Αιτούμενων Διαταγμάτων Αποκάλυψης Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν σωρευτικά τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και αυτές για την έκδοση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας Αίτησης, δεν έχει καταδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι αυτή είναι καταχρηστική ή κακόπιστη. XΧIIΙ. Εγγύηση Το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει ότι είναι πρόθυμη να προσφέρει εγγύηση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης δεν εμποδίζει την έκδοση αυτών. Άλλωστε στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο το Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα των εξόδων των Καθ' ων προς συμμόρφωση με τα διατάγματα που ήθελαν εκδοθεί. XΧIV. Χρόνος και Έξοδα προς Συμμόρφωση Οι Καθ' ων θεωρούν τον καθοριζόμενο στα αιτητικά χρόνο των 14 ημερών από την επίδοση για την παροχή των πληροφοριών πολύ περιορισμένο και ζητούν χρόνο μεταξύ 45 ημερών και 12 μηνών (η Καθ' ης 1) προς συμμόρφωση. Με βάση τον όγκο των αιτούμενων πληροφοριών, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο χρόνος των 14 ημερών είναι όντως περιορισμένος ενώ ο χρόνος των 45 ημερών κρίνεται δίκαιος και λογικός. Άλλωστε παρέχεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε των Καθ' ων αντιμετωπίσει οποιαδήποτε βάσιμη αδυναμία συμμόρφωσης εντός του δοθέντος χρόνου να αιτηθεί παράταση από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τα έξοδα συμμόρφωσης, κάποιοι εκ των Καθ' ων προβαίνουν σε υπολογισμό αυτών και κυμαίνονται μεταξύ €4.000 περίπου μέχρι και €300.000 (η Καθ' ης 1). Ο DP εκφράζει την ετοιμότητα της Αιτήτριας να καλύψει τα εύλογα έξοδα των Καθ΄ ων που θα προκύψουν από τη συμμόρφωση τους σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων και παρουσιάζει τις οικονομικές καταστάσεις της, Τεκμήριο 89, για να καταδείξει ότι αυτή έχει τη δυνατότητα να τα καλύψει εφόσον το συνολικό ενεργητικό της κατά το τέλος του 2021 ανέρχεται στις 262.2δις Ρωσικά Ρούβλια (€4.3δις). Ως εκ τούτου η Αιτήτρια θα διαταχθεί να πληρώσει τα απαιτούμενα έξοδα των Καθ' ων προς συμμόρφωση. XXV. Τελική Κατάληξη Για όλους τους λόγους οι οποίοι εκτίθενται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης ως η Αίτηση με τις εξαιρέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
(1)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 1 ως η παράγραφος Α της Αίτησης.
(2)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 2 ως η παράγραφος Β της Αίτησης.
(3)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 3 ως η παράγραφος Γ της Αίτησης.
(4)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 4 ως η παράγραφος Δ της Αίτησης.
(5)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 6 ως η παράγραφος ΣΤ της Αίτησης.
(6)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 7 ως η παράγραφος Ζ της Αίτησης, εξαιρουμένης της εταιρείας Rizanto Securities Ltd.
(7)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 8 ως η παράγραφος Η της Αίτησης, εξαιρουμένης της εταιρείας Rizanto Securities Ltd.
(8)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 9 ως η παράγραφος Θ της Αίτησης, εξαιρουμένης της εταιρείας Kospente Holdings Ltd.
(9)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 13 ως η παράγραφος ΙΒ της Αίτησης.
(10)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 14 ως η παράγραφος ΙΓ της Αίτησης.
(11)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 15 ως η παράγραφος ΙΔ της Αίτησης.
(12)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 16 ως η παράγραφος ΙΕ της Αίτησης.
(13)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 17 ως η παράγραφος ΙΣΤ της Αίτησης.
(14)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 18 ως η παράγραφος ΙΖ της Αίτησης.
(15)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 20 ως η παράγραφος ΙΘ της Αίτησης.
(16)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 22 ως η παράγραφος ΚΑ της Αίτησης, εξαιρουμένης της εταιρείας Foaliri Trading Ltd.
(17)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 23 ως η παράγραφος ΚΒ της Αίτησης.
(18)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 24 ως η παράγραφος ΚΒ της Αίτησης.
(19)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 27 ως η παράγραφος ΚΕ της Αίτησης.
(20)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 29 ως η παράγραφος ΚΖ της Αίτησης.
(21)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 30 ως η παράγραφος ΚΗ της Αίτησης.
(22)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 31 ως η παράγραφος ΚΘ της Αίτησης.
(23)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 32 ως η παράγραφος ΚΘ της Αίτησης.
(24)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 33 ως η παράγραφος Λ της Αίτησης.
(25)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 34 ως η παράγραφος Λ της Αίτησης.
(26)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 37 ως η παράγραφος ΛΓ της Αίτησης.
(27)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 38 ως η παράγραφος ΛΓ της Αίτησης.
(28)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 39 ως η παράγραφος ΛΔ της Αίτησης.
(29)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 40 ως η παράγραφος ΛΕ της Αίτησης.
(30)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 41 ως η παράγραφος ΛΣΤ της Αίτησης.
(31)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 42 ως η παράγραφος ΛΖ της Αίτησης.
(32)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 43 ως η παράγραφος ΛΗ της Αίτησης.
(33)Διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 44 ως η παράγραφος ΛΘ της Αίτησης. Νοείται ότι τα ανωτέρω διατάγματα εκδίδονται ως οι προαναφερόμενες παράγραφοι με τη διαφορά ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 45 μέρες από την επίδοση των διαταγμάτων. Νοείται περαιτέρω ότι τα ανωτέρω διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι η Ενάγουσα θα αναλάβει εγγράφως την υποχρέωση όπως αποζημιώσει και ή καλύψει ("indemnify") τον καθένα των πιο πάνω Εναγομένων ξεχωριστά για οποιαδήποτε εύλογα διοικητικά έξοδα ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσης του με το εν λόγω διάταγμα, το πρωτότυπο της οποίας (έγγραφης υποχρέωσης) θα κατατεθεί στον φάκελο και πιστοποιημένο αντίγραφο της θα επιδοθεί στον καθένα των πιο πάνω Εναγομένων κατά την επίδοση του διατάγματος στον ίδιο. Το προσωρινό εκδοθέν διάταγμα ως η παρ. ΜΑ της Αίτησης αναφορικά με τους πιο πάνω Καθ΄ ων καθίσταται απόλυτο. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Αιτήτριας ως η παρ. ΜΒ της Αίτησης με την προσθήκη πως επιτρέπεται σε αυτή να αποκαλύψει τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες και έγγραφα μόνο σε τρίτα πρόσωπα στα πλαίσια και για τον σκοπό έγερσης και προώθησης οποιασδήποτε διαδικασίας στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, λαμβάνω υπόψιν την επιτυχία της Αιτήτριας, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι πιο πάνω Εναγόμενοι παρουσιάζονται ως διάδικοι και πάλι την εμπλοκή τους όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά της Αιτήτριας, καθώς επίσης και την ιδιότητα των εν λόγω Καθ' ων και τους λόγους για τους οποίους καταχώρισαν ένσταση. Έτσι κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο