← Κύπρος

Themis Portfolio Management Holding Ltd ν. Officeline Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 3419/2017, 28/4/2023

Themis Portfolio Management Holding Ltd ν. Officeline Trading Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 3419/2017, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3419/2017 Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holding Ltd Ενάγουσας -και-

  1. Officeline Trading Ltd
  2. Ανδρέα Γεωργίου
  3. Κυπρούλας Χριστοδούλου Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση Εναγομένης 1 και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας 1 ημερ. 24.6.2022 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 1 και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια: κ. Χ. Αχεριώτης για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Η. Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη 1 και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα 1 - Αιτήτρια ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη να προβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία πλειστηριασμού και ή εκποίησης και ή αποξένωσης των ενυπόθηκων δυνάμει της υποθήκης Υ..60/12 ακινήτων, ήτοι της κατοικίας με αρ. εγγραφής .95, Φ/Σχ. ..01, αρ. τεμαχίου .5 και του χωραφιού με αρ. εγγραφής .96, Φ/Σχ. .01, αρ. τεμαχίου .6, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, όμως το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Σε αυτή υπήρχε και δεύτερο αιτούμενο διάταγμα το οποίο αποσύρθηκε από τον δικηγόρο της Αιτήτριας και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο της Αγωγής και στη συνημμένη στην Αίτηση ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντος 2 (ο ΑΓ), ο οποίος είναι Διευθυντής της Αιτήτριας. Σε αυτή ο ΑΓ παραπέμπει στο περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων στην οποία προβάλλεται ισχυρισμός ότι η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη καθότι ουδεμία αποταμίευση έγινε στη βάση αυτής και τα επιτόκια που αναφέρονται σε αυτή διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά στις ισχυριζόμενες συμφωνίες δανείων. Ισχυρίζεται επίσης ότι η σύμβαση υποθήκης είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη λόγω καταχρηστικών ρητρών στις συμφωνίες δανείων, συμπαρασύροντας έτσι τόσο τη σύμβαση εξασφάλισης όσο και τη σύμβαση υποθήκης. Παραπέμπει στους όρους των εν λόγω συμβάσεων και επεξηγεί γιατί αυτοί είναι καταχρηστικοί και συνεπώς άκυροι. Ο ΑΓ περιγράφει το ιστορικό της διαδικασίας σε σχέση με τις υπό κρίση πιστωτικές διευκολύνσεις και τη σύμβαση υποθήκης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης δεν νομιμοποιείται να προβεί στην εκποίηση της υπό κρίση υποθήκης και ότι δεν είναι σε θέση να αποζημιώσει την Καθ΄ ης σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης της. Τέλος, ο ΑΓ αναφέρει ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα οδηγήσει στην καταστροφή της επιχείρησης της Καθ' ης, στην απώλεια της εργασίας των εργοδοτούμενων της και στη διακοπή συμβολαίων τα οποία η Καθ' ης έχει για την προμήθεια σχολικού εξοπλισμού σε σχολεία, με αποτέλεσμα η ζημιά που θα προκληθεί να είναι δυσανάλογη τυχόν ζημιάς ήθελε προκληθεί από την έκδοση αυτού. Η ένσταση βασίζεται σε διάφορους λόγους οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως:
  4. Η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
  5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης.
  6. Η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων.
  7. Η Αιτήτρια προβάλλει ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  8. Η Αιτήτρια με ελεύθερη βούληση προέβη στην παραχώρηση της υποθήκης και επομένως έχει απεμπολήσει το δικαίωμα στην απόλυτη ιδιοκτησία της περιουσίας της.
  9. Τυχόν ζημιά ήθελε προκληθεί από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποτιμάται σε χρήμα και η Καθ' ης είναι φερέγγυα και σε θέση να αποζημιώσει την Αιτήτρια. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΓΓ, υπάλληλου στην Καθ΄ ης. Ο ΓΓ προβαίνει σε μια εκτενή περιγραφή του ιστορικού των γεγονότων που αφορούν στην επίδικη υποθήκη και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ΑΓ. Επίσης ο ΓΓ ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα Κύπρου προέβη σε τερματισμό των διευκολύνσεων και απαίτηση πληρωμής των οφειλομένων μετά την παράλειψη των Εναγομένων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των σχετικών συμφωνιών και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους προς εξόφληση των υποχρεώσεων τους ή του ποσού εγγραφής της υποθήκης. Ο ΓΓ ισχυρίζεται περαιτέρω ότι όλες οι επίδικες συμβάσεις υπεγράφησαν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και είναι έγκυρες και νόμιμες, καθώς επίσης και ότι η Καθ΄ ης έχει αυτόματα αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου και έχει κάθε δικαίωμα να συνεχίζει τη διαδικασία αναφορικά με την επίδικη υποθήκη. Ο ΓΓ επεξηγεί τη δυνατότητα της Καθ' ης να αποζημιώσει την Αιτήτρια και επαναλαμβάνει και αποδίδει στην Καθ' ης την προβολή αναληθών και ή παραπλανητικών ισχυρισμών με μοναδικό σκοπό την αποφυγή συμμόρφωσης των Εναγομένων με τους όρους των επίδικων συμβάσεων και τον αδικαιολόγητο και κακόβουλο τερματισμό της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Αποτελεί βασική νομική αρχή ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του - βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην τελευταία υπόθεση το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκαν διατάγματα μονομερώς. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης, καθιστώντας την δια κλήσεως και επομένως αυτή η αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι και η άλλη πλευρά είχε την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές της θέσεις ως προς τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς της, και επομένως κατά την εξέταση της Αίτησης το Δικαστήριο έχει πλέον ενώπιον του τις θέσεις και των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Σχετικά παραπέμπω στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι η συμφωνία παροχής τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 4.12.07 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου (η οποία αντικατέστησε τη Marfin) και της Καθ΄ ης, η τροποποιητική συμφωνία αυτής ημερ. 29.7.08 και άλλες τροποποιητικές συμφωνίες αύξησης του ορίου, η συμφωνία παροχής επαγγελματικού δανείου ημερ. 1.12.09 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Καθ' ης, η τροποποιητική συμφωνία αυτής ημερ. 28.12.12, η συμφωνία παροχής δανείου ημερ. 25.5.12 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Καθ΄ ης, συμφωνίες εγγύησης των Εναγομένων 2 και 3 ημερ. 25.5.12, η παραχώρηση της υποθήκης Υ.60/12 από την Εναγομένη 1, η παραχώρηση της υποθήκης Υ.47/09 από τους Εναγόμενους 2 και 3 και η παροχή ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης από την Εναγομένη 1 προς όφελος της Τράπεζας ημερ. 4.12.07, 22.12.09 και 16.11.10. Η Ενάγουσα επικαλείται παράβαση των όρων των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, τερματισμό αυτών και αξιώνει τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα και διατάγματα για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν ζήτημα αντισυνταγματικότητας του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου. Ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες παροχής διευκολύνσεων είναι άκυρες καθότι δεν είναι το αποτέλεσμα ατομικής διαπραγμάτευσης των όρων αυτών, περιέχουν καταχρηστικούς όρους και ποινικές ρήτρες, καταρτίστηκαν υπό συνθήκες αθέμιτης επιρροής, χωρίς επεξήγηση των όρων αυτών και είναι εικονικές. Επίσης προβάλλουν ισχυρισμό ότι οι συμφωνίες εγγύησης καταρτίστηκαν χωρίς παράδοση των απαιτούμενων εγγράφων ως προς τους όρους των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και της γραπτής δήλωσης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι συμφωνίες υποθήκης είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες καθότι δεν υπήρξε εκταμίευση των ποσών προς όφελος της Εναγομένης 1, τα αναγραφόμενα σε αυτές επιτόκια διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων, δεν έγιναν σωστές εκτιμήσεις των ακινήτων και οι εν λόγω συμφωνίες δόθηκαν προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Τράπεζας. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι και τα ομόλογα είναι αυθαίρετα, παραχωρήθηκαν χωρίς έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης της Εναγομένης 1 και υπό συνθήκες αθέμιτης επιρροής. Αναφέρουν ότι ο τερματισμός έγινε μονομερώς και ότι οι λογαριασμοί περιέχουν αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις, κεφαλαιοποίηση τόκων και τόκους υπερημερίας, με αποτέλεσμα η απαίτηση της Ενάγουσας να αφορά σε αδικαιολόγητη απόσπαση χρημάτων. Ως εκ τούτου ανταπαιτούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο όλες οι επίδικες συμφωνίες να κηρύσσονται άκυρες και διατάγματος διαγραφής των υποθηκών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Ανταπαίτηση της Αιτήτριας αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής εφόσον εγείρεται ζήτημα ακυρότητας τόσο της επίδικης σύμβασης υποθήκης στη βάση των συνθηκών σύναψης και εκτέλεσης αυτής, καθώς επίσης και των όρων της, όσο και των συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και πάλι στη βάση των συνθηκών σύναψης τους, των όρων τους και τις χρεώσεις δυνάμει αυτών. Σε αυτά τα πλαίσια εγείρεται ζήτημα άσκησης αθέμιτης επιρροής, μη ύπαρξης ατομικής διαπραγμάτευσης, καθώς επίσης και συμπερίληψης καταχρηστικών όρων και υπερχρεώσεων. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών προκύπτουν τα ακόλουθα κοινώς αποδεκτά ή αναντίλεκτα γεγονότα: (
  1. i)Ο ΑΓ είναι Διευθυντής της Αιτήτριας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ) και σύζυγος της Εναγομένης 3. (
  2. ii)Στις 31.5.12 η Αιτήτρια παραχώρησε την υπό κρίση υποθήκη Υ.60/12, για το ποσό των €410.000 πλέον τόκο και έξοδα, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ και Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (iii) Στις 4.12.07, 1.12.09 και 25.5.12 συνήφθησαν οι τρεις επίδικες συμφωνίες παροχής ορίου σε τρεχούμενο (η πρώτη) και δανείου (οι άλλες δύο) προς την Αιτήτρια, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (
  3. iv)Στις 25.5.12 οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραχώρησαν προσωπική εγγύηση για το ποσό των €555.000 πλέον τόκο και έξοδα, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (
  4. v)Στις 11.5.17 η Τράπεζα Κύπρου προέβη σε τερματισμό των επίδικων διευκολύνσεων και απαίτηση πληρωμής των οφειλόμενων ποσών. Μαζί με την εν λόγω επιστολή απέστειλε και την ειδοποίηση Θ, Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (
  5. vi)Την 1.3.21 οι Εναγόμενοι έλαβαν επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου για την πρόθεση πώλησης των τραπεζικών διευκολύνσεων της Εναγομένης 1, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ. (vii) Στις 23.3.21 οι Εναγόμενοι υπέβαλαν προσφορά αγοράς των εν λόγω διευκολύνσεων, Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ. (viii) Με επιστολή της ημερ. 20.4.21 η Τράπεζα Κύπρου απέρριψε την πρόταση, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ. (
  6. ix)Στις 4.6.21 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα με το οποίο εγκρίθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού για την απόκτηση και ή εκχώρηση και ή μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων από την Τράπεζα Κύπρου στη Themis, μέρος του Τεκμηρίου 6 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (
  7. x)Τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Themis απέστειλαν επιστολή ημερ. 14.6.21 στους Εναγόμενους γνωστοποιώντας τους την εν λόγω μεταβίβαση, Τεκμήρια 7 και 8 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ αντίστοιχα. (
  8. xi)Η Καθ' ης επέδωσε στους Εναγόμενους ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι ημερ. 15.11.21. Οι ειδοποιήσεις και οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 6 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (xii) Οι Εναγόμενοι, μέσω του δικηγόρου τους, απέστειλαν στην Καθ΄ ης ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 7.12.21, επιβεβαιώνοντας λήψη των ανωτέρω ειδοποιήσεων και ζητώντας να τους σταλούν καταστάσεις λογαριασμών για σκοπούς διαπραγμάτευσης. Η Καθ' ης απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ίδιας ημερομηνίας ζητώντας εξουσιοδότηση από την Αιτήτρια, Τεκμήρια 9 και 10 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ. (xiii) Οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στις 7.12.21 επισυνάπτοντας το σχετικό πληρεξούσιο και η Καθ' ης απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 10.12.21 ότι για σκοπούς εξέτασης πρότασης στα πλαίσια διαπραγμάτευσης χρειάζονται πρόσφατη έρευνα του Κτηματολογίου για την Αιτήτρια και τους εγγυητές της και αποδεικτικά εισοδημάτων τους, Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ. (xiv) Η Καθ' ης επέδωσε στους Εναγόμενους ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ ημερ. 28.1.22 με τις οποίες ορίστηκε πλειστηριασμός πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει της υποθήκης Υ.60/12 την 1.7.22. Οι ειδοποιήσεις και οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης τους αποτελούν το Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΓΓ. (
  9. xv)Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την Αίτηση - Έφεση 40/22 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία και απερρίφθη με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 21.6.22, Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του ΑΓ. (xvi) Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης στις 24.6.22 η οποία επιδόθηκε στην Καθ' ης στις 28.6.22. (xvii) Ο πλειστηριασμός προχώρησε την 1.7.22 όμως τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν έχουν πωληθεί. Στην ένορκη δήλωση του ο ΑΓ επικαλείται αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου οι οποίες καθιερώνουν την αρχή ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να προβαίνει αυτεπάγγελτα στην εξέταση του κατά πόσο υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες σε μια σύμβαση και σε περίπτωση διαπίστωσης καταχρηστικών ρητρών να ακυρώνει τη σύμβαση. Ως εκ τούτου είναι η θέση του ΑΓ πως κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί αυτεπάγγελτα στην εξέταση τέτοιου ζητήματος στη βάση του τότε ισχύοντος Ν.93(Ι)/93, του Ν.112(Ι)/21 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ημερ. 5.4.93. Σύμφωνα με τον ΑΓ οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες οι οποίες τις καθιστούν άκυρες και μη εκτελεστές. Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, το Δικαστήριο περιορίζεται στην υπό κρίση υποθήκη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της Αίτησης καθότι τα όσα αφορούν τη δεύτερη υποθήκη δεν επηρεάζουν την υπό κρίση υποθήκη και την εγκυρότητα αυτής. Συγκεκριμένα τέτοιοι όροι είναι · η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού, των ασφαλίστρων, τόκων και άλλων εξόδων σε πρώτη ζήτηση και σε περίπτωση δικαστικών μέτρων η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετων τόκων και εξόδων, · το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων σε περίπτωση μη πληρωμής μετά την πρώτη ζήτηση και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση, · το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίζει και τροποποιεί τις πιστωτικές διευκολύνσεις προς τον πρωτοφειλέτη, · η υποχρέωση εκ των προτέρων συμφωνίας από τον ενυπόθηκο δανειστή με όποιον όρο ήθελε επιβάλει η Τράπεζα, · ο υπολογισμός του έτους στη βάση των 360 αντί των 365 ημερών. Ο ΑΓ ισχυρίζεται ότι αυτοί οι όροι είναι γενικοί, αόριστοι και αδιαφανείς, καθώς επίσης και δίδουν το δικαίωμα στην Τράπεζα να τροποποιεί μονομερώς τη συμφωνία, κάτι το οποίο διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία εις βάρος της Αιτήτριας και είναι ενάντια στις απαιτήσεις της καλής πίστης. Επίσης δίδει το δικαίωμα πώλησης χωρίς την όποια ειδοποίηση και τον καθορισμό των υποχρεώσεων στη σύμβαση υποθήκης. Ο ΑΓ σημειώνει ότι η Καθ΄ ης δεν απέστειλε τις καταστάσεις λογαριασμού ως το αίτημα των Εναγομένων. Επιπλέον αποτελεί ισχυρισμό του ΑΓ πως στη συνημμένη στην ειδοποίηση Ι κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.6.21, αναφέρεται ως υπόλοιπο υποθήκης το ποσό των €410.000 και τόκοι €285.541,22 χωρίς αναφορά στο ποσοστό επιτοκίου και στον διαιρέτη, ενώ δεν λήφθηκε υπόψιν και το ποσό των πληρωμών που έγιναν και υπερβαίνουν τις €160.000 καθότι ουδέν ποσό εκταμιεύθηκε δυνάμει της σύμβασης υποθήκης. Ο ΑΓ ισχυρίζεται περαιτέρω πως η σύμβαση υποθήκης δεν εμπίπτει εντός του όρου «πιστωτική διευκόλυνση» στον Ν.169(Ι)/15 ούτως ώστε να αποτελεί μέρος των διευκολύνσεων οι οποίες εξαγοράστηκαν από τη Καθ΄ ης, με αποτέλεσμα η τελευταία να μην νομιμοποιείται να προχωρήσει με εκποίηση αυτής παρά μόνο με την έκδοση δικαστικής απόφασης. Ο ΓΓ απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ΑΓ περί εξαναγκασμού υπογραφής των συμφωνιών και παρανόμων χρεώσεων των επίδικων λογαριασμών και δηλώνει ότι οι χρεώσεις γίνονταν πάντοτε σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, οι οποίοι επεξηγήθηκαν πλήρως και λεπτομερώς στους Εναγόμενους και οι οποίοι υπέγραψαν όλες τις επίδικες συμφωνίες με την ελεύθερη τους βούληση. Αναφέρει επίσης πως πριν την παραχώρηση της επίδικης σύμβασης υποθήκης η Εναγομένη 1 είχε το δικαίωμα να συμβουλευτεί δικηγόρο και η παραχώρηση της έγινε εκούσια και με την ελεύθερη βούληση της. Ο ΓΓ αναφέρει ακόμα πως οι Εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν ουσιωδώς τα οφειλόμενα χρέη τους. Σύμφωνα με τον ΓΓ, τα ζητήματα που εγείρονται αναφορικά με τη νομιμότητα των συμφωνιών, των τόκων και των χρεώσεων θα αποφασιστούν κατά την ακρόαση της ουσίας της Αγωγής και όχι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Ο ΓΓ προσθέτει ότι ο Ν.93(Ι)/96 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση επειδή τόσο η πρωτοφειλέτιδα όσο και η ενυπόθηκη δανειστής είναι νομικό πρόσωπο. Επίσης αναφέρει ότι ο Ν.165(Ι)/15 προνοεί ρητώς για τη μεταβίβαση όχι μόνο της πιστωτικής διευκόλυνσης αλλά και των συμβάσεων εγγύησης και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, καθώς επίσης και δίδει ρητώς το δικαίωμα στον αγοραστή της πιστωτικής διευκόλυνσης να συνεχίσει και τη διαδικασία εκποίησης ακινήτων. Ο ΓΓ επισημαίνει πως η Καθ΄ ης δεν είχε υποχρέωση να δώσει καταστάσεις λογαριασμού στους Εναγόμενους οι οποίοι όμως δεν προσκόμισαν τα αιτούμενα από την Καθ΄ ης στοιχεία, πριν η Καθ΄ ης τους προσκομίσει τις καταστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν υπέβαλαν οποιαδήποτε πρόταση η οποία θα μπορούσε να γίνει δεκτή από την Καθ΄ ης. Όπως ορθώς επισημαίνουν και οι δύο πλευρές, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας ούτε και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα, παρά μόνο περιορίζεται στο κατά πόσο η Αιτήτρια έχει καταφέρει να δείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της δικής της απαίτησης. Σε αυτά τα πλαίσια, το Δικαστήριο αναφέρει ότι τόσο ο Ν.93(Ι)/96 όσο και ο Ν.112(Ι)/21, τους οποίους επικαλείται η Αιτήτρια, φαίνονται να εφαρμόζονται στην περίπτωση σύναψης σύμβασης από καταναλωτή, ήτοι φυσικό πρόσωπο, και όχι νομικό πρόσωπο όπως στην παρούσα, εφόσον η Αιτήτρια φέρεται ως η πρωτοφειλέτιδα και η ενυπόθηκη οφειλέτης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι όλοι οι ισχυρισμοί αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης τόσο των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων όσο και της επίδικης σύμβασης υποθήκης καθώς επίσης και αναφορικά με τις χρεώσεις παραμένουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ο ΓΓ περιορίζεται μόνο σε μια απλή προβολή αυτών των ισχυρισμών, χωρίς όμως να αναφερθεί στις συνθήκες των όποιων συζητήσεων και συνθηκών υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, στην όποια άσκηση πίεσης, στην όποια αντίληψη του εκπροσώπου της Εναγομένης 1, προφανώς του Εναγομένου 2, για το περιεχόμενο αυτών, καθώς επίσης και κατά πόσο πράγματι οι ισχυριζόμενοι καταχρηστικοί όροι έτυχαν εφαρμογής στην πράξη και σε ποιον βαθμό. Και τούτο καθότι υπάρχει και η μαρτυρία του ΓΓ πως οι όροι των συμφωνιών επεξηγήθηκαν πλήρως στους Εναγόμενους, οι οποίοι τις υπέγραψαν με την ελεύθερη τους βούληση, πως η Εναγομένη 1 είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο πριν την υπογραφή της σύμβασης υποθήκης την οποία υπέγραψε με την ελεύθερη της βούληση, πως οι λογαριασμοί χρεώθηκαν σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών, καθώς επίσης και πως η Καθ΄ ης απέστειλε επιστολή απαίτησης και τερματισμού εφόσον η Αιτήτρια παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει αυτών. Ο δε ισχυρισμός του ΑΓ για τη μη εκταμίευση οποιουδήποτε ποσού δυνάμει της σύμβασης υποθήκης δεν γίνεται κατανοητός από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι η σύμβαση υποθήκης αποτελεί εξασφάλιση και εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητείται η παροχή των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ισχυρισμός του ΑΓ πως η κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.6.21 περιέχει αυθαίρετα ποσά και πως σε αυτή δεν λαμβάνεται υπόψιν η πληρωμή ποσού εκ €160.000 είναι και πάλι γενικός και αόριστος. Ο ΑΓ δεν επεξηγεί γιατί η εν λόγω κατάσταση είναι αυθαίρετη και πότε έγιναν πληρωμές και για ποια ποσά, ούτως ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να τα αξιολογήσει στον επιτρεπτό βαθμό της υπό κρίση ενδιάμεσης διαδικασίας, ειδικότερα εφόσον ο ΓΓ ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν έκαναν οποιαδήποτε πληρωμή έναντι της οφειλής τους. Εδώ σημειώνεται ότι η Καθ' ης δέχεται ότι δεν απέστειλε τις ζητούμενες καταστάσεις λογαριασμού, προβάλλοντας ως δικαιολογία την παράλειψη αποστολής των στοιχείων τα οποία ζήτησε πριν αυτή στείλει τις καταστάσεις. Ο ισχυρισμός του ΓΓ πως η Καθ΄ ης δεν είχε υποχρέωση να αποστείλει τις καταστάσεις φαίνεται να είναι βάσιμος υπό την έννοια ότι αυτές ζητήθηκαν για σκοπούς υποβολής πρότασης στα πλαίσια διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, ο ΓΓ προβάλλει ισχυρισμό πως οι Εναγόμενοι ουδέποτε προηγουμένως αρνήθηκαν τις οφειλές τους, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να αντικρούεται με βάση τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι' αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19. Ο ισχυρισμός του ΑΓ για τη μη δυνατότητα της Καθ' ης να προχωρήσει με εκποίηση δυνάμει του Ν.169(Ι)/15 δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες του ίδιου του Νόμου και ειδικότερα στα άρθρα 18
(3)(α) και
(4), τα οποία καλύπτουν τόσο τις πιστωτικές διευκολύνσεις όσο και τις εξασφαλίσεις τους, συμπεριλαμβανομένων και συμβάσεων υποθήκης και δίδουν κάθε δικαίωμα στον αγοραστή των διευκολύνσεων να αρχίζει, συνεχίζει ή εκτελεί οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας εκποίησης ακινήτων. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η Αιτήτρια κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης της. Αυτή η διαπίστωση καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης - Καθ' ης και εναντίον της Εναγομένης 1 και Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.