← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 632/2020, 24/2/2023

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 632/2020, 24/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 632/2020 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας και

  1. ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
  2. ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ
  3. ΜΙΧΑΛΗ ΦΕΙΔΙΑ Εναγόμενων Αίτηση Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 26.4.2021 για παραμερισμό απόφασης 24 Φεβρουαρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κ. Καλλής Για Ενάγουσα/Καθ΄ης η Αίτηση: κα Στυλιανού δια Chryssafinis & Polyviou LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση, η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή εναντίον της και υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση. Η απόφαση εκδόθηκε στις 25.11.2020, ένεκα της παράλειψης της Εναγόμενης 1 να εμφανιστεί στη αγωγή. Όπως προκύπτει από το φάκελο, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.5.
  5. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα ζητούσε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1 για ποσά οφειλόμενα δυνάμει σύμβασης πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμού και σύμβασης δανείου σε Ελβετικά φράγκα που είχαν χορηγηθεί στην Εναγόμενη 1 από την Emporiki Bank - Cyprus Ltd. Οι χορηγήσεις αυτές αργότερα αποκτήθηκαν από την Ενάγουσα. Οι πιστωτικές αυτές διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν με εγγυήσεις των Εναγόμενων 2 και 3, με εκχώρηση δικαιωμάτων ασφαλιστηρίου συμβολαίου της Εναγόμενης 1 καθώς και με υποθήκη επί ακινήτου της Εναγόμενης
  6. Στις 23.7.2020 η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 ένεκα της παράλειψης τους να καταχωρήσουν εμφάνιση. Στις 25.11.2020 εκδόθηκε η επίδικη απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  7. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 26.4.2021 από την Εναγόμενη
  8. Με την αίτηση η Εναγόμενη 1 ζητά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της «ως εκδοθείσα συνεπεία ψευδών παραστάσεων και/ή ένεκα απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων και/ή ένεκα παράβασης νόμου κατ' ουσίαν και/ή τύποις και/ή κατά παράβαση διαδικασίας και/ή λόγω μη νομότυπης και/ή έγκυρης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εις την Εναγόμενη αρ. 1/αιτήτρια». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο που εξηγεί ότι η Εναγόμενη 1 διαμένει μόνιμα στην Αθήνα τα τελευταία 3 χρόνια και δεν μπορεί να ορκιστεί η ίδια. Αναφέρει στην ένορκη δήλωση ότι η Εναγόμενη 1 ήρθε στην Κύπρο 3 φορές τους τελευταίους μήνες για να επισκεφθεί συγγενικά πρόσωπα, κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες 19.8.2020-21.9.2020, 24.9.2020-6.10.2020 και 13.11.2020-19.12.
  9. Το κλητήριο ένταλμα είχε επιδοθεί στη μητέρα της, στις 24.6.2020, όμως «δεν την είχε ενημερώσει για την ύπαρξη της αίτησης για απόφαση. Επομένως η αιτήτρια αγνοούσε και/ή δεν γνώριζε ότι στις 25.11.2020 ήταν ορισμένη η αίτηση για απόφαση για έκδοση απόφασης εναντίον της και/ή ότι είχε καταχωρηθεί τέτοια αίτηση και εάν το γνώριζε σίγουρα θα εμφανιζόταν και θα αμφισβητούσε την εν λόγω αίτηση.» Προσθέτει ότι η μητέρα της Εναγόμενης 1 είναι «μεγάλη σε ηλικία πέραν των 80 ετών», δεν είναι σε θέση να θυμάται γεγονότα και καταστάσεις ώστε να μπορεί να τα μεταφέρει στην Εναγόμενη
  10. Σημειώνει ότι δεν συγκατοικεί με τη μητέρα της, όπως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο ιδιώτης επιδότης και ότι βρισκόταν στην Αθήνα την ημέρα που διενεργήθηκε η επίδοση «και δεν υπήρχε τρόπος να μάθει για την καταχώρηση της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το υπό εξέταση διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου.» Σε σχέση με τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι «ο λόγος καθυστέρησης καταχώρησης της παρούσας είναι γιατί ακριβώς η αιτήτρια δεν γνώριζε την ύπαρξη της παρούσας αίτησης και/ή δεν ενοχλήθηκε μέχρι σήμερα για κάτι παρόμοιο και πίστευε ότι δεν συντρέχει οτιδήποτε το μεμπτό εναντίον της.» Αναφέρει επίσης ότι η Εναγόμενη 1 διαθέτει καλή υπεράσπιση στην αγωγή «καθότι οι ενάγοντες υπερχρεώνουν τους λογαριασμούς της και προέβησαν σε παράνομες και αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις. Επιπρόσθετα, ως ισχυρίζεται η αιτήτρια οι ενάγοντες προέβησαν και σε άλλες παρανομίες που μόνο ο λογιστής της αιτήτριας μετά από έλεγχο μπορεί να διαπιστώσει. Η αιτήτρια είναι σίγουρη για τις πιο πάνω ισχυριζόμενες παρανομίες γιατί είναι εξόφθαλμες, δεν είναι όμως σε θέση να καθορίσει το ακριβές ποσό που αφορούν αυτές οι παρανομίες. Οι Ενάγοντες επίσης μετέτρεψαν το δάνειο της αιτήτριας σε ελβετικό φράγκο από ευρώ με αποτέλεσμα το δάνειο της να παρουσιάσει υπερβολική αύξηση σε βάρος της.» Η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνεται ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Πρόθεση της Εναγόμενης 1 είναι να εμποδίσει και να καθυστερήσει την Ενάγουσα να εισπράξει το λαβείν της, κάτι που καθιστά την αίτηση καταχρηστική. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση προσθέτει ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε δεόντως στην Εναγόμενη 1 στις 24.6.2020 και αυτή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Σημειώνει ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη θέση της ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης ήταν μόνιμη κάτοικος Ελλάδας, ούτε για τις 3 επισκέψεις της στην Κύπρο στις οποίες αναφέρεται στην αίτηση της. Ούτε για τις αναφορές ότι η μητέρα της που δέχτηκε επίδοση δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε για να την ενημερώσει. Προσθέτει ότι η Εναγόμενη 1 δεν εξηγεί πότε περιήλθε σε γνώση της η επίδικη απόφαση. Τέλος, σημειώνει ότι δεν αποκαλύπτεται καλή, συζητήσιμη υπεράσπιση από την Εναγόμενη 1, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την αγωγή. Ενόψει των πιο πάνω, ζητά απόρριψη της αίτησης. Στην πορεία, δόθηκε άδεια στην Εναγόμενη 1 να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται από την ίδια την Εναγόμενη 1 που επαναλαμβάνει ότι διαμένει μόνιμα στην Αθήνα. Σε αυτή επαναλαμβάνει ότι δεν έγινε ορθή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος γιατί την ημερομηνία επίδοσης «απουσίαζα στο εξωτερικό. Αυτό που συνέβη είναι ότι το κλητήριο ένταλμα επεδόθη στην μητέρα μου όπως διαπίστωσα πολύ αργότερα, η οποία είναι υπερήλικη και δεν αντελήφθηκε τι αφορούσε αφού είναι αμόρφωτη και ούτε είναι συγκάτοικος μου ή υπήρξε ποτέ συγκάτοικος μου με αποτέλεσμα εγώ να μην λάβω γνώση της ύπαρξης του κλητηρίου εντάλματος εναντίον μου.» Επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση δέσμη εγγράφων που αναφέρει ότι αποδεικνύει τις ημερομηνίες που είχε πραγματοποιήσει ταξίδια στην Κύπρο, ως αναφέρεται στην πρώτη ένορκη δήλωση. Μελέτησα τη δέσμη αυτή, η οποία αποτελείται από αντίγραφα κάποιων καρτών επιβίβασης και αποδείξεων πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων. Στο βαθμό που μπορώ να διακρίνω, περιλαμβάνει (α) επιβεβαίωση κράτησης (flight confirmation) για πτήση από Λάρνακα προς Αθήνα, μετ' επιστροφής με την αεροπορική εταιρεία Wizz χωρίς όμως να αναγράφεται ημερομηνία πτήσεων, (β) κράτηση (reservation) για πτήση από Λάρνακα προς Αθήνα με τις εταιρείες Olympic/Aegean, χωρίς όμως να αναγράφεται ημερομηνία πτήσης, (γ) κάρτα επιβίβασης (boarding pass) της εταιρείας Aegean για πτήση από Λάρνακα ημερομηνίας 6.10.2020 προς μη καθορισμένο προορισμό, (δ) παραστατικό κράτησης (reservation information) για πτήση από Αθήνα προς Λάρνακα, άνευ ημερομηνίας (ε) κάρτα επιβίβασης (boarding pass) της εταιρείας Wizz για πτήση από Αθήνα προς Λάρνακα ημερομηνίας 13.11.2020 και (στ) παραστατικό κράτησης (reservation information) για πτήση από Λάρνακα προς Αθήνα στις 23.11.2020 και από Αθήνα προς Λάρνακα στις 30.11.
  11. Η Εναγόμενη συνεχίζει λέγοντας ότι «αν επεδιδόταν και σε εμένα το κλητήριο ασφαλώς θα έδιδα οδηγίες όπως καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και για εμένα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην καταχωρήσω σημείωμα εμφάνισης τότε και λίγους μήνες μετά να επιδιώκω την ακύρωση της εκδοθείσας εναντίον μου απόφασης.» Σε σχέση με το πότε ενημερώθηκε για την έκδοση της επίδικης απόφασης, η Εναγόμενη 1 αναφέρει ότι «η επίδικη απόφαση ουδέποτε μου επεδόθη και το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκα από τους δικηγόρους μου εντελώς τυχαία περί τον Φεβράρη του
  12. Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι οι δικηγόροι μου εκπροσωπούν και την εναγόμενη 2 εις την υπό κρίση αγωγή γι' αυτό και έτυχαν ενημέρωσης για την εναντίον μου εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 25.11.2020.» Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της αίτησης. Πριν προχωρήσω, να σημειώσω ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκεται καταχωρημένη πρωτότυπη ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη, σύμφωνα με την οποία στις 24.6.2020 επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής στην Εναγόμενη 1 δια της επίδοσης του στην Αντρούλλα Ευριπίδου που περιγράφεται ως «μητέρα και συγκάτοικος», έναντι της υπογραφής της. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράλειψης εμφάνισης διάδικου, εδράζεται στη Δ.17 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Η Δ. 17 δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Από τη νομολογία, προκύπτει ότι αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη κατηγορία αφορά περιπτώσεις όπου ο παραμερισμός επιδιώκεται λόγω αντικανονικότητας στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον εναγόμενο. Η δεύτερη κατηγορία καλύπτει τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Εκεί όπου υπάρχει αντικανονικότητα στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, τότε το Δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει την απόφαση ως θέμα δικαίου, ex debito justitie και δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας γιατί η απόφαση δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί εξ αρχής[1]. Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου

(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, η οποία υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία[2]: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή. το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Ένας από τους λόγους που επικαλείται η Εναγόμενη 1 ζητώντας τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης είναι ότι κατά τον χρόνο που είχε διενεργηθεί η επίδοση αυτή ήταν μόνιμη κάτοικος Αθήνας. Εάν ήταν πράγματι μόνιμη κάτοικος εξωτερικού τότε η επίδοση προς τη μητέρα της στην Κύπρο δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή επίδοση και δικαιούται σε παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Η ίδια η Εναγόμενη 1 φέρει το βάρος για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι διέμενε μόνιμα στην Αθήνα κατά τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία που περιλαμβάνεται στην αρχική και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκαν από την πλευρά της, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός αυτός. Πέραν από τις αναφορές στις ένορκες δηλώσεις, κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί που να τεκμηριώνει ότι πράγματι, η Εναγόμενη 1 διατηρούσε τη μόνιμη κατοικία της στην Αθήνα. Λογικά αναμενόμενο θα ήταν να αναφερθεί η διεύθυνση διαμονής στην Αθήνα. Θα ανέμενα επίσης να παρουσιαστεί τίτλος ιδιοκτησίας, συμβόλαιο ενοικίασης ή άλλο έγγραφο που να δείχνει ότι υπήρχε δικαίωμα διαμονής στην διεύθυνση εκείνη. Κάποιος λογαριασμός κοινής ωφέλειας το όνομα της Εναγόμενης 1 που στάλθηκε σε εκείνη τη διεύθυνση θα επιβεβαίωνε την καθημερινή παρουσία της στην εν λόγω διεύθυνση. Επιπρόσθετα χρήσιμα στοιχεία θα ήταν πληροφορίες για τον τόπο εργασίας της στην Αθήνα, τον λόγο μετοίκησης της, τον χρόνο μετοίκησης της. Καμιά τέτοια πληροφορία ή στοιχείο υπάρχει. Τα μοναδικά έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί είναι η δέσμη από αποκόμματα αεροπορικών κρατήσεων και καρτών επιβίβασης που επισυνάπτονταν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τα έχω περιγράψει πιο πάνω και κρίνω ότι δεν επιτυγχάνουν να δείξουν ότι είχαν πραγματοποιηθεί τα τρία ταξίδια στην Κύπρο που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση, πόσο μάλλον ότι η Εναγόμενη 1 είχε τη μόνιμη διαμονή της στην Αθήνα κατά τον επίδικο χρόνο. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 διέμενε στην Αθήνα κατά τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Συνεπώς, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία περιπτώσεων που ο διάδικος, σαν θέμα δικαίου, δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης. Οι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, εξετάζοντας με ποιο τρόπο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων[3]. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης [.]» Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει και την ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[4], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική ευχέρειά του να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και προχωρώ να εξετάσω εάν τα υπόλοιπα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου παρέχουν έρεισμα που θα δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Ένας από τους άλλους λόγους που προβάλλει η Εναγόμενη 1 ζητώντας τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης, είναι ότι δεν έλαβε γνώση της επίδοσης. Αυτό διότι η μητέρας της είναι υπερήλικας και, λόγω προβλημάτων υγείας, δεν είναι σε θέση να θυμηθεί γεγονότα και να αντιληφθεί ότι έπρεπε να την ενημερώσει για τα έγγραφα που της παραδόθηκαν από τον επιδότη. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της αρχικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κρίνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός είναι πλήρως ατεκμηρίωτος. Κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ηλικία ή τις αναφορές στη διανοητική λειτουργία της μητέρας της Εναγόμενης 1 έχει παρουσιαστεί. Το γεγονός ότι η επίδοση έγινε προς τη μητέρα της Εναγόμενης 1 είναι παραδεκτό, όπως παραδεκτό είναι ότι η μητέρα της διέμενε στη Λεμεσό. Δεν αμφισβητείται ότι η επίδοση είχε διενεργηθεί στην οδό που καταγράφεται ως διεύθυνση της Εναγόμενης 1 στο κλητήριο ένταλμα. Πρόκειται για την ίδια οδό που αναγράφεται και στις επίδικες συμφωνίες που παρουσιάστηκαν για σκοπούς έκδοσης της επίδικης απόφασης. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Δ. 5 Θ. 2
(1)(i) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof.» Ενόψει των πιο πάνω, δεν διαπιστώνω αντικανονικότητα στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Ούτε διαπιστώνω άλλα δεδομένα που θα δικαιολογούσαν εύρημα ότι υπήρχε ουσιαστικό ή εύλογος λόγος για την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Προχωρώντας, όπως καθορίζει η νομολογία, πρωταρχικός παράγοντας που το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της φύσης, είναι κατά πόσο η Εναγόμενη 1 διαθέτει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Έχω παραθέσει αυτούσιο το απόσπασμα από την αρχική ένορκη δήλωση όπου αναφέρεται η πεποίθηση της Εναγόμενης 1 για ύπαρξη υπερχρεώσεων και παράλογων και αδικαιολόγητων επιβαρύνσεων στους λογαριασμούς της. Όμως και αυτός ο ισχυρισμός είναι γενικός και αόριστος. Καμία αναφορά σε συγκεκριμένη χρέωση που αμφισβητείται, καμία αναφορά σε πρόνοια των συμφωνιών που είναι παράνομη, καμία αναφορά σε γεγονότα που να εισηγούνται αυθαίρετες ενέργειες από πλευράς της Ενάγουσας. Συνεπώς, καταλήγω ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει καταδείξει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Τέλος, η Εναγόμενη 1, παρά το ότι είχε την ευκαιρία μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχώρησε, δεν εξηγεί με σαφήνεια πότε έλαβε γνώση για την επίδικη απόφαση ώστε να μπορώ να αξιολογήσω εάν προχώρησε με την παρούσα αίτηση άμεσα και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση υπάρχει μόνο μια αόριστη αναφορά ότι ενημερώθηκε από τους δικηγόρους της που εκπροσωπούν και την Εναγόμενη 2 στην αγωγή περί τον Φεβρουάριο 2021, χωρίς να εξηγεί πως έλαβε την πληροφορία και τι μεσολάβησε από τότε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 26.4.2021. Συγκεφαλαιώνοντας, ενόψει της μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου καταλήγω ότι η Εναγόμενη 1: (α) δεν απέδειξε ότι υπήρξε κακή ή αντικανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, (β) δεν ικανοποίησε ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τη μη εμφάνισή της στην αγωγή, (γ) δεν εξήγησε με σαφήνεια πότε έλαβε γνώση για την επίδικη απόφαση ούτε δικαιολόγησε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έλαβε προσωπικά γνώση για την επίδικη απόφαση μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, και (δ) δεν αποκάλυψε τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Επομένως καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559 [2] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [3] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [4] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.