ΣΩΤΗΡΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΚΩΣΤΑ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2086/2013, 20/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2086/2013 Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΚΩΣΤΑ Ενάγουσα Και 1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ 2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ (ΚΟΥΔΑΣ) 3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ 4. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 5. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγόμενοι 20 Ιανουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Ε. Πρωτοπαπά Για Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Σ. Κόκκινος δια Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 2.11.2022 για άδεια προσκόμισης αντικρουστικής μαρτυρίας Με την αγωγή, η Ενάγουσα εγείρει αριθμό αξιώσεων που εστιάζονται σε ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί συνεπεία δόλου και/ή παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων ως αποτέλεσμα των οποίων περί το 2008 αγόρασε χρεόγραφα της Εναγόμενης 1, τα οποία ακολούθως μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα και μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου. Η Εναγόμενη 1 αρνείται τις αιτιάσεις αυτές. Ένας από τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Υπεράσπιση της είναι ότι: «.τόσο η ενάγουσα όσο και ο σύζυγος της ήταν άτομα δραστήρια και καλοί γνώστες των οικονομικών δρώμενων. Ο σύζυγος της είναι επιχειρηματίας ενώ η ίδια διατηρεί γραφείο εξευρέσεως οικιακών βοηθών. Συνεπώς τα όσα αναφέρονται περί της εξαπάτησης της ενάγουσας δεν μπορούν να τεκμηριωθούν ενόψει της γνώσης και της εμπειρίας της τελευταίας για θέματα τέτοιας φύσης όπως της παρούσας υπόθεσης. Άλλωστε η ενάγουσα ήταν ήδη επενδύτρια στην τράπεζα Κύπρου από το 2001 σύμφωνα μ τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και διατηρούσε μερίδα με αριθμό [.]. Άλλωστε η ενάγουσα υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και συγκεκριμένα την ανέκκλητη αίτηση εγγραφής - που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υπό κρίση αίτησης για αγορά των χρεογράφων/αξιογράφων - στην οποία υπάρχει ρητή βεβαίωση και δήλωση από μέρους της ενάγουσας ότι έχει την γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης της, ότι αποδέχεται τους όρους έκδοσης και ότι αναγνωρίζει τους παράγοντες κινδύνου και ακόμα ότι δεν της έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή και παρότρυνση από την Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με την απόφαση της με την αγορά των υπό κρίση χρεογράφων/αξιογράφων.» Σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, τον οποίο αρνείται, στην Απάντηση της η Ενάγουσα αναφέρει ότι: «τόσο η φύση της εργασίας της όσο και ο τομέας δραστηριοποίησης του συζύγου της, δεν σχετίζονται με τα χρεόγραφα και/ή αξιόγραφα και/ή γενικότερα με τα επίδικα θέματα και περαιτέρω λέγει πως ούτε η ίδια ούτε ο σύζυγος της δεν είχαν τις γνώσεις και/ή εμπειρία για τέτοια θέματα. Αναφέρει επίσης ότι πράγματι διατηρούσε μερίδα στο Χρηματιστήριο Κύπρου την οποία είχε λάβει στο παρελθόν, όταν είχε προβεί σε αγορά μετοχών, χωρίς ωστόσο να αποκτήσει σε καμία περίπτωση γνώσεις επενδυτή και/ή χρηματιστή και/ή να καταστεί επενδύτρια.» Η αγωγή είχε αρχικά καταχωρηθεί εναντίον 5 Εναγόμενων. Στην πορεία, η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των Εναγόμενων 2-5 και η υπόθεση προχώρησε μόνο αναφορικά με την Εναγόμενη 1. Η ακρόαση της υπόθεσης έχει ξεκινήσει. Στα πλαίσια της ακρόασης έχει καταθέσει η ίδια η Ενάγουσα προς προώθηση των αξιώσεων της και δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία από την πλευρά της. Για σκοπούς υπεράσπισης έχουν καταθέσει τρία πρόσωπα. Αφού η πλευρά της Εναγόμενης 1 δήλωσε ότι δεν θα παρουσιάσει άλλη μαρτυρία, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Με την αίτηση της ζητά άδεια: «για την προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας (evidence in rebuttal) προς αντίκρουση ισχυρισμών του Εναγόμενου και συγκεκριμένα επανακλήτευση και/ή διευκρινιστική και/ή επιπρόσθετη μαρτυρία από τον πρώην σύζυγο της Ενάγουσας κύριο Μάριο Ιωαννίδη και/ή της ΜΕ1 κα Σωτηρούλα Ιωαννίδου για να επεξηγήσουν και/ή να προσκομίσουν διευκρινίσεις αναφορικά με θέματα που έχουν εγερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία.» Στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που υποστηρίζει την αίτηση, αυτή αναφέρεται σε σημεία της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2. Συγκεκριμένα, παραπέμπει σε αναφορά στη γραπτή δήλωση που είχε παρουσιάσει στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΥ1, υποδιευθυντή καταστήματος της τράπεζας Κύπρου, ότι η Ενάγουσα «επισκεπτόταν το συγκεκριμένο υποκατάστημα και δραστηριοποιείτο με την αγοραπωλησία μετοχών δημοσίων εταιρειών, γης και γενικότερα επενδύσεων τόσο στην Κύπρο όσο και στην αλλοδαπή» και ότι «εξέφρασε το ενδιαφέρον (μαζί με το σύζυγο της) για να αιτηθεί στην απόκτηση αξιογράφων.» Παραπέμπει επίσης σε απόσπασμα της γραπτής δήλωσης του ΜΥ2, διευθυντή καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, ότι «ο σύζυγος της [Ενάγουσας] δραστηριοποιείτο κυρίως σε ακίνητα. Ήταν γνώστης των επενδύσεων γενικά. Εκείνο που θυμάμαι αμυδρά είναι το ενδιαφέρον που επέδειξε ο σύζυγος της αναφορικά με τα αξιόγραφα. Εκείνο που ανέφερα στον Μάριο και γενικότερα σε όσους εκδήλωναν τέτοιο ενδιαφέρον για απόκτηση αξιών που θα εκδίδοντο από την Τράπεζα είναι κάποιες βασικές πληροφορίες αναφορικά με το επιτόκιο και τους παράπεμπα στο να συμβουλευτούν επενδυτικό σύμβουλο και να διαβάσουν το εκάστοτε ενημερωτικό δελτίο που είχε εκδώσει η τράπεζα.» Παραπέμπει επίσης σε δύο άλλα σημεία της δήλωση του ΜΥ2 όπου αυτός αναφέρει ότι «μόλις μου επεδόθει η αγωγή αυτή που δικάζουμε σήμερα επικοινώνησα με τον Μάριο Ιωαννίδη (τότε σύζυγο της Ενάγουσας) και τον ρώτησα» καθώς και ότι «κατά τις επισκέψεις τόσον της ίδιας όσο και του συζύγου της στο υποκατάστημα της Τράπεζας στην οδό [-] πάντοτε ρωτούσαν εάν υπάρχει οτιδήποτε να επενδύσουν. Ιδιαίτερα γνωρίζω ότι ο Μάριος Ιωαννίδης είχε πολλές και διάφορες επενδύσεις, ως επί τω πλείστο στην αγορά και εκμετάλλευση ακινήτων τόσο στην Κύπρο όσο και στην αλλοδαπή.» Καταλήγει η Ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση ότι «τέθηκε εξ απροόπτου από τους ισχυρισμούς που έθεσαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 καθότι αναφέρονται υπερβολικά προς το άτομο του πρώην συζύγου της Ενάγουσας ο οποίος δεν είναι ούτε διάδικος ούτε τέθηκε ποτέ οποιοδήποτε ζήτημα που να αφορά το άτομο του. Αντιθέτως η Ενάγουσα στη μαρτυρία που έδωσε ανάφερε ότι δεν είχε καλές σχέσεις μαζί του.» Καταλήγει ότι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί η μαρτυρία του πρώην συζύγου της ενώπιον του Δικαστηρίου «για να διευκρινιστούν τα όσα έχουν αναφερθεί προς το άτομο του αναφορικά με τη σχέση του ως προς την αγορά των αξιογράφων από εμένα αλλά και να παρουσιάσει και τη δική του εκδοχή επί των γεγονότων [.] διαφορετικά τα όσα αναφέρονται για αυτόν θα παραμείνουν αναντίλεκτα, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται στο σύνολο της η υπόθεση μου.» Η πλευρά της Εναγόμενης 1 έχει εγείρει ένσταση στην αίτηση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια. Πριν προχωρήσω να σημειώσω ότι έχω μελετήσει την αίτηση και ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν εκάστη. Έχω επίσης μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων της κάθε πλευράς και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Να σημειώσω επίσης ότι στο παρόν στάδιο ασφαλώς δεν γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη και δεν καταλήγω σε συμπεράσματα για επίδικα γεγονότα. Οι αναφορές μου στη μαρτυρία γίνονται μόνο για σκοπούς εξέτασης της αίτησης. Η δυνατότητα ενός διάδικου να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία διέπεται από τη Δ.33 Θ.7(ΙΙ)(
- b)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προβλέπει τα εξής: «7. [.] (
- b)The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard.» Οι καθοριστικοί παράγοντες στην απόφαση του Δικαστηρίου εάν θα επιτρέψει αντικρουστική, απαντητική, μαρτυρία αναλύθηκαν στην υπόθεση Αττεσλή κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Στα πλαίσια της διαδικασίας που διέπει, τόσο ποινικές όσο και πολιτικές υποθέσεις, ο κάθε διάδικος βαρύνεται με την υποχρέωση να παρουσιάσει, ολοκληρωμένα, την υπόθεσή του. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και ανάλογα να προετοιμάσει τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μία πρακτική προσέγγιση)», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 238-240, παρατηρείται το φαινόμενο η ακροαματική διαδικασία να ξεφεύγει από τα όρια που είχαν προβλεφθεί από τους αντιδίκους, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται τελευταίοι ή ένας από τους αντιδίκους αυτούς εξ απροόπτου. Σε κάποιες υποθέσεις και στα πλαίσια της ακροαματικής τους διαδικασίας, δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί το κάθε στοιχείο μαρτυρίας, ακριβώς διότι, σε αρκετές περιπτώσεις, η ίδια η φύση των διαδικαστικών διαδικασιών ακολουθεί πορεία που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανατροπές και εκπλήξεις, με αποτέλεσμα, προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο να δίνει άδεια για παρουσίαση μαρτυρίας εκ μέρους του διαδίκου, ο οποίος βρέθηκε προ εκπλήξεως. Υπό το πρίσμα αυτό, και προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, τα Δικαστήρια έχουν την ευχέρεια να αποδέχονται μαρτυρία σε αντίκρουση μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί. Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» Στην προκειμένη περίπτωση, έχω καταγράψει πιο πάνω τους δικογραφημένους ισχυρισμούς σε σχέση με την εμπλοκή του συζύγου της Ενάγουσας. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας έχει φέρει εξ απροόπτου και αιφνιδίασε την Ενάγουσα για αυτό το ζήτημα, ώστε να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να της επιτραπεί να παρουσιάσει περαιτέρω, απαντητική, μαρτυρία για να αποκατασταθεί πιθανή αδικία. Έχοντας εξετάσει τόσο τις θέσεις των διαδίκων στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, αλλά έχοντας προσμετρήσει και τη μαρτυρία που ακούστηκε στα πλαίσια της δίκης καθώς και τις δικογραφημένες θέσεις, κρίνω ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Η θέση της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τον σύζυγο της Ενάγουσας και ισχυριζόμενες επενδύσεις στις οποίες προέβαιναν μαζί είναι καταγραμμένη στην Υπεράσπιση. Η Ενάγουσα έχει προβάλει τη δική της θέση για τους ισχυρισμούς αυτούς στην Απάντηση της. Έχω παραθέσει πιο πάνω αποσπάσματα από τα δικόγραφα. Περαιτέρω, στα πλαίσια της μαρτυρίας της, η Ενάγουσα αναφέρθηκε στις σχέσεις της με τον τότε σύζυγο της καθώς και στα γεγονότα που, κατά τη θέση της, οδήγησαν στην απόφαση της να αγοράσει χρεόγραφα. Κατά την αντεξέταση της, σε απάντηση σχετικών ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν από το συνήγορο της Εναγόμενης 1, τοποθετήθηκε σε σχέση με ισχυριζόμενες άλλες επενδύσεις της κατά την επίδικη περίοδο καθώς και σε σχέση με την εμπλοκή του συζύγου της στα επίδικα γεγονότα. Αυτά ήταν ζητήματα για τα οποία έγινα συγκεκριμένες υποβολές από το συνήγορο της Εναγόμενης
- Για την πλευρά της Εναγόμενης 1, ο ΜΥ1 και ο ΜΥ2 προέβησαν σε αναφορές όπως αυτές που αναφέρονται στην αίτηση σε σχέση με ισχυριζόμενες επενδύσεις της Ενάγουσας και του συζύγου της. Οι αναφορές αυτές, συνάδουν με τις θέσεις που είχαν υποβληθεί στην Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της. Συνεπώς, διαφωνώ ότι η Ενάγουσα παραπλανήθηκε ή αιφνιδιάστηκε για τη θέση της άλλης πλευράς. Αντίθετα, η θέση της Εναγόμενης 1 δικογραφείται εξαρχής και η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν εκφεύγει της δικογραφημένης θέσης. Η Ενάγουσα είχε την ευκαιρία να δώσει τη δική της εκδοχή κατά τη μαρτυρία της, όπως και έπραξε. Δεν παρουσίασε τότε τον πρώην σύζυγο της για να δώσει μαρτυρία. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση όπου η φύση της υπεράσπισης αποκαλύφθηκε μόλις κατά την αντεξέταση των ΜΥ1 και ΜΥ2, ώστε να πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια για να αποκατασταθεί συνεπακόλουθη αδικία. Αντίθετα, αυτό που διακρίνω είναι ότι η Ενάγουσα επιδιώκει να παρουσιάσει επιπλέον μαρτυρία, από την ίδια και/ή τον πρώην σύζυγο της που να επιβεβαιώνει και να συμπληρώνει την μαρτυρία που έχει ήδη παρουσιάσει ή, ενδεχομένως, για να πλήξει την αξιοπιστία των ΜΥ1 και ΜΥ
- Αυτό θα συνιστούσε εκτροπή από τα ορθά πλαίσια της δίκης και, συνεπώς, δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο