← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 885/2020, 13/2/2023

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 885/2020, 13/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 885/2020 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσα και

  1. ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  2. ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  3. ΕΥΤΥΧΊΑ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΣΑΒΒΑ Εναγόμενων 13 Φεβρουαρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες 1, 2 και 3 - Αιτητές: κ. Καΐκκης για Χρίστος Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Τσιπής δια Χ. Αυγουστή & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των Εναγόμενων/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων 1, 2 και 3 - Αιτητών ημερομηνίας 4.12.2020 για Παρεμπίπτοντα Διατάγματα Με την αγωγή, η Ενάγουσα εγείρει εναντίον των Εναγόμενων αξιώσεις που προκύπτουν συνεπεία συμφωνίας δανείου που συνήψαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Τραχωνίου Κολοσσίου. Το δάνειο εξασφαλίστηκε με υποθήκη επί ακινήτου της Εναγόμενης 3 και, η Ενάγουσα ζητά επίσης διάταγμα για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν Υπεράσπιση στην οποία ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη γιατί ήταν αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής, ψυχικής πίεσης και ψευδών παραστάσεων και επειδή περιλαμβάνει καταχρηστικές ρήτρες και αντιβαίνει πρόνοιες Ευρωπαϊκής και ημεδαπής νομοθεσίας. Ισχυρίζονται παράλληλα ότι άκυρη και/ή ακυρώσιμη είναι και η σύμβαση υποθήκης ένεκα αντικανονικότητας κατά την υπογραφή της. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι μετά την έγερση της αγωγής η Ενάγουσα μεταβίβασε το ενυπόθηκο ακίνητο επ' ονόματι της κατά τρόπο παράνομο. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 εγείρουν Ανταπαίτηση. Μέσω της Ανταπαίτησης ζητούν όπως οι συμφωνίες δανείου και υποθήκης κηρυχθούν άκυρες καθώς και όπως διαταχθεί η διαγραφή της υποθήκης επί του ακινήτου της Εναγόμενης 3, κηρυχθεί άκυρη η μεταβίβαση του ακινήτου προς την Ενάγουσα και διαταχθεί η επανεγγραφή του επ' ονόματι της Εναγόμενης
  5. Διεκδικούν επίσης αποζημιώσεις. Οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων 1, 2 και 3 περί ακυρότητας της συμφωνίας δανείου και της υποθήκης απορρίπτονται από την Ενάγουσα στην Απάντηση της. Προς Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση/αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου από αυτήν έγινε εντός των πλαισίων του Ν. 9/65 και αφού τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν, μονομερώς, και την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην Ενάγουσα να αποξενώσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Η Ενάγουσα, αφού έλαβε γνώση για την Αίτηση, ήγειρε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντικείμενο, επομένως, της παρούσας απόφασης είναι κατά πόσο η μαρτυρία δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος. Η Αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  6. Σε αυτή εξηγεί ότι είναι αδερφός του Εναγόμενου 2 και ότι η Εναγόμενη 3 είναι η μητέρα τους και ήταν επίσης ήταν ιδιοκτήτρια του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι περί τα τέλη Νοεμβρίου 2022 ενημερώθηκε ότι η Ενάγουσα είχε αποστείλει επιστολή προς την Εναγόμενη 3 με την οποία την ενημέρωνε ότι είχε μεταβιβάσει το ενυπόθηκο ακίνητο επ' ονόματι της έναντι ποσού €209.000, κατόπιν ανεπιτυχούς διαδικασίας πλειστηριασμού. Ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση αυτή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη γιατί δεν είναι διενεργηθεί νόμιμα η διαδικασία πλειστηριασμού. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι πριν τον πλειστηριασμό δεν είχαν επιδοθεί δεόντως οι ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ. Σημειώνει ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ζητούν το επίδικο διάταγμα «γιατί η Ενάγουσα μετά βεβαιότητας θα προωθήσει αποξένωση του ακινήτου». Σημειώνει επίσης ότι η έκδοση του διατάγματος δεν θα προξενήσει ζημιά στην Ενάγουσα ενόψει του ότι το ακίνητο θα παραμείνει εγγεγραμμένο επ' ονόματι της. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην 1η ένορκη του δήλωση, δύο επιστολές της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 3 ημερομηνίας 5.11.
  7. Με τη μια ενημερώνει την Εναγόμενη 3 ότι το ακίνητο πωλήθηκε στην Ενάγουσα έναντι ποσού €209.000 δυνάμει των προνοιών του Ν. 9/
  8. Με την άλλη την ενημερώνει για τον τρόπο με τον οποίο η Ενάγουσα προτίθεται να διαθέσει το προϊόν αγοράς του ακινήτου (προς εξόφληση φόρων και τελών που πληρώθηκαν για σκοπούς της μεταβίβασης και έναντι του υπολοίπου του δανείου των Εναγόμενων 1 και 2). Όπως σημείωσα, η πλευρά της Ενάγουσας ήγειρε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει περιλαμβάνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση του, ότι ορθά τηρήθηκαν οι πρόνοιες και διαδικασίες του Ν. 9/65 πριν την μεταβίβαση/αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου από την Ενάγουσα και ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν απεκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά γεγονότα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση λειτουργού της Ενάγουσας. Αυτή αναφέρει ότι στα πλαίσια της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου είχαν επιδοθεί δεόντως οι ειδοποιήσεις τύπου Ι, ΙΑ και ΙΒ, κατά τα προβλεπόμενα του μέρους VIA του Ν. 9/
  9. Σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου Ι, επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση, ως Τεκμήριο 2, δέσμη αποτελούμενη από τρεις ένορκες δηλώσεις ιδιώτη επιδότη. Σύμφωνα με αυτές, στις 24.7.2019 είχε επιδώσει στην Εναγόμενη 3 την ειδοποίηση Τύπου Ι, αφήνοντας αυτή στον Εναγόμενο 1 που δηλώνεται ως υιός και συγκάτοικος. Την ίδια ημερομηνία είχε επιδώσει στον Εναγόμενο 2 την ίδια ειδοποίηση, αφήνοντας και αυτή στον Εναγόμενο
  10. Την ίδια, επίσης, ημέρα είχε επιδώσει την ειδοποίηση και στον Εναγόμενο 1, προσωπικά. Αναφορικά με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε, ως Τεκμήριο 3, δεύτερη δέσμη ενόρκων δηλώσεων από ιδιώτη επιδότη. Σύμφωνα με αυτές στις 19.12.2019 επέδωσε στην Εναγόμενη 3, προσωπικά την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Την ίδια ημερομηνία επέδωσε στον Εναγόμενο 1 την ίδια ειδοποίηση, αφήνοντας αυτή στην Εναγόμενη 3 που δηλώνεται ως μητέρα και συγκάτοικός. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε, ως Τεκμήριο 4, ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με την οποία στις 10.9.2019 επέδωσε στην Εναγόμενη 3 προσωπικά την ειδοποίηση Τύπου ΙΒ. Προσθέτει ότι ο 1ος πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου είχε διενεργηθεί στις 13.2.2020 και ότι δεν είχε αμφισβητηθεί η επίδοση των ειδοποιήσεων προηγουμένως. Επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση αντίγραφα δημοσίευσης του 1ου πλειστηριασμού σε 2 ημερήσιες εφημερίδες Παγκύπριας κυκλοφορίας (Τεκμήριο 5) και στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας (Τεκμήριο 6). Σημειώνει ότι αφού παρήλθε χρονικό διάστημα περί τους 8 μήνες από τη διενέργεια του 1ου πλειστηριασμού, η Ενάγουσα αγόρασε το ενυπόθηκο ακίνητο στις 27.10.2020 και πλήρωσε τους σχετικούς φόρους (σχετικά τα Τεκμήρια 8 και 9). Σε σχέση με την τιμή αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου από την Ενάγουσα, εξήγησε ότι αποτελούσε την μέση τιμή μεταξύ δύο εκτιμήσεων που είχαν διενεργηθεί (Τεκμήρια 10 και 11). Στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις το ενυπόθηκο ακίνητο είναι κενό οικόπεδο, το οποίο κατά 60% εμπίπτει στην περιοχή των Βρετανικών Βάσεων όπου δεν υπάρχουν δημοσιευμένες πολεοδομικές ζώνες και περιέχει κάποια υποστατικά κατασκευασμένα με ευτελή υλικά για τα οποία δεν υπάρχουν προβλεπόμενες άδειες. Η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει λέγοντας ότι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν με επιστολές ημερομηνίας 5.11.2022 για την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου από την Ενάγουσα και για την προτεινόμενη διάθεση του τιμήματος αγοράς (δέσμη, Τεκμήριο 12) καθώς και για την επικύρωση της διάθεσης του προϊόντος αγοράς με επιστολή ημερομηνίας 8.12.2022 (δέσμη, Τεκμήριο 13). Αυτά σε σχέση με τον τρόπο που το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα σημειώνει ότι η έκδοση του αιτούμενος διατάγματος δεν είναι αναγκαία γιατί η Ενάγουσα είναι σε θέση να αποζημιώσει τους Εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και, συνεπώς, δεν έχει καταδειχθεί ότι μόνο μέσω της έκδοσης τους διατάγματος θα αποτραπεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Μετά από σχετική άδεια καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την πλευρά των Εναγόντων. Σύμφωνα με την 2η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, η ειδοποίηση τύπου ΙΑ είχε επιδοθεί αντικανονικά σε εκείνον. Αυτό διότι επιδόθηκε προς την Εναγόμενη 3 αντί στον ίδιο προσωπικά. Επικαλείται ότι ο ιδιώτης επιδότης αναγράφει στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι συγκατοικεί με τη μητέρα του ενώ αυτό δεν ίσχυε. Αναφέρει ότι η μητέρα του διέμενε στην οδό [ ] 7, [ ], [ ] ενώ εκείνος στη διεύθυνση [ ] 11, [ ], [ ]. Επισυνάπτει προς απόδειξη βεβαιώσεις από το Κοινοτικό Συμβούλιο Τραχωνίου (Τεκμήρια 1 και 2) και αντίγραφο λογαριασμού της CYTA (Τεκμήριο 3). Στη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η πλευρά της Ενάγουσας σημειώνει ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη 3 για όλους τους Εναγόμενους, ότι η Εναγόμενη 3 περιγράφεται και σε εκείνες τις ένορκες δηλώσεις ως συγκάτοικος του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 1) και ότι οι επιδόσεις εκείνες δεν αμφισβητήθηκαν. Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της αίτησης. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων ενώ οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω μελετήσει τόσο την αίτηση και ένσταση όσο και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν έκαστη καθώς και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  11. Οι διατάξεις του άρθρου 32

(1)του Ν.14/60 προβλέπουν ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπου αυτό κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις και νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν προ-αποφασίζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του για να διακριβώσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[1]. Η νομολογία καθορίζει με ποιο τρόπο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει τις πιο πάνω προϋποθέσεις[2]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή ή ανταπαίτηση, ανάλογα με την περίσταση. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση[3] και εάν αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής ή ανταπαίτησης με βάση τα καταχωρηθέντα δικόγραφα. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρει. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[4]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε αξιολογεί την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέτασή του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[5]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[6]. Τέλος, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Με υπόβαθρο και γνώμονα τα ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Υπενθυμίζω ότι, οι Εναγόμενοι-Αιτητές φέρουν το βάρος να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από τη φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Έχω αναφέρει στην αρχή της απόφασης μου τις αξιώσεις που εγείρουν ανταπαιτητικά οι Εναγόμενοι. Λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση κρίνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και, συνεπώς, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
  1. Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση. Η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του αιτητή. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[7]. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση και ένσταση. Με την ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι ζητούν δηλωτικές αποφάσεις ότι η συμφωνία δανείου και συμφωνία υποθήκης είναι άκυρες εξ υπαρχής, καταχρηστικές, άνευ νομικού αποτελέσματος. Ζητούν επίσης δηλωτικές αποφάσεις ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του δανείου περιλαμβάνει χρεώσεις αυθαίρετες, καταχρηστικές και παράνομες. Διεκδικούν περαιτέρω διάταγμα και που να διατάζει την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού είχε εισπραχθεί ως αποτέλεσμα. Σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, ζητούν διάταγμα που να διατάζει τη διαγραφή της από το κτηματικό μητρώο «ως μη δυνάμενη να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα.» Ζητούν περαιτέρω αποζημιώσεις για «καταχρηστική συμπεριφορά και/ή εκμετάλλευση της θέσης ισχύος και/ή αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς και/ή συμπεριφοράς αντίθετης προς την καλή πίστη και/ή άλλως πως εκ μέρους των Εναγόντων εις την περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη των συμφωνιών και/ή λογαριασμών που επικαλούνται οι Ενάγοντες.» Αναφορικά με αυτές τις αξιώσεις, καμία μαρτυρία περιέχουν οι ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιάσει οι Εναγόμενοι στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας. Στην απουσία οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν στοιχειοθετήσει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας αναφορικά με αυτές. Παραμένουν οι αξιώσεις των Εναγόμενων που αφορούν διάταγμα που να ακυρώνει τη μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου στο όνομα της Ενάγουσας και διάταγμα που να διατάσσει την Ενάγουσα να επανεγγράψει το ακίνητο επ' ονόματι της Εναγόμενης 3, «λόγω παράβασης από τους Ενάγοντες των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.» Στην πρώτη του ένορκη δήλωση, ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι δεν είχε διενεργηθεί 1ος πλειστηριασμός και άρα ουδέποτε απόκτησε το δικαίωμα η Ενάγουσα να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο (αφού μόνο μετά την πάροδο 6 μηνών από τον πρώτο πλειστηριασμό αποκτούσε αυτό το δικαίωμα). Συγκεκριμένα, σε ότι αφορά τον 1ο πλειστηριασμό, ο Εναγόμενος 1 αμφισβητεί την ορθότητα της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου Ι προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και ισχυρίζεται ότι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Στην ένσταση της, η Ενάγουσα επισυνάπτει ένορκες δηλώσεις ιδιώτη επιδότη σε σχέση με την επίδοση προς τους Εναγόμενους τόσο της ειδοποίησης Τύπου Ι όσο και της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Ακολουθεί η συμπληρωματική ένορκη του δήλωση του Εναγόμενου
  2. Εκεί ασχολείται μόνο με την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ για να υποστηρίξει ότι αυτή διενεργήθηκε αντικανονικά προς τον ίδιο γιατί η ειδοποίηση είχε αφεθεί από τον επιδότη στην Εναγόμενη 3, μητέρα του, με την οποία δεν συγκατοικούν. Το ουσιαστικό σε σχέση με την ουσία της επίδοσης, δεν είναι κατά πόσο η Εναγόμενη 3 και ο Εναγόμενος 1 συγκατοικούν. Το ουσιαστικό και μη αμφισβητήσιμο είναι ότι η επίδοση διενεργήθηκε προς τη μητέρα του Εναγόμενου 1, δηλαδή προς ενήλικα συγγενή που διέμενε στην ίδια επαρχία. Επομένως, η επίδοση διενεργήθηκε κατά τρόπο αποδεκτό σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 Θεσμός 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επιπρόσθετα, από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της ένστασης (που δεν έχει αμφισβητηθεί) προκύπτει ότι η ειδοποίηση Τύπου Ι είχε επιδοθεί στον ίδιο τόσο προσωπικά όσο και για τον Εναγόμενο 2 και την Εναγόμενη
  3. Καμία διαμαρτυρία υπήρξε ότι ένεκα αυτού, η επίδοση ήταν αντικανονική. Επιπρόσθετα, την ορθότητα της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ δεν αμφισβητούν ούτε ο Εναγόμενος 2 ούτε η Εναγόμενη
  4. Ενυπόθηκος οφειλέτης είναι η Εναγόμενη 3 προς την οποία η επίδοση είχε γίνει προσωπικά και η ορθότητα της δεν αμφισβητείται. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία, πως προνοείται στο άρθρο 44(Γ)
(3)του Ν.9/65, να ζητήσουν τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στα πλαίσια αίτησης-έφεσης προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι αυτή δεν επιδόθηκε δεόντως, όμως δεν το έπραξαν. Η διαδικασία αίτησης-έφεσης που προβλέπεται στο άρθρο 44(Γ) του Ν. 9/65 είναι ο τρόπος που έχει καθορίσει ο νομοθέτης για αμφισβήτηση της ορθότητας της επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και, συνακόλουθα, για έλεγχο της ορθότητας της επίδοσης. Άλλη αντικανονικότητα που να αφορά τον 1ο πλειστηριασμό ή τα όσα ακολούθησαν δεν διαπιστώνεται, ενόψει και της υπόλοιπης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε με την πρώτη ένορκη δήλωση της Ενάγουσας (και η οποία δεν έτυχε συγκεκριμένης αμφισβήτησης ή αντίκρουσης). Ενόψει των πιο πάνω, και με βάση τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μέχρι αυτό το στάδιο για σκοπούς της Αίτησης, δεν διακρίνω ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που αφορούν ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι της Ενάγουσας και επανεγγραφή του επ' ονόματι της Εναγόμενης
  1. Τέλος, σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, δεν έχει παρουσιαστεί από την πλευρά των Εναγόμενων μαρτυρία ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Κανένας ισχυρισμός υπάρχει ότι η οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας είναι τέτοια που θα στερούσε τους Εναγόμενους την καταβολή αποζημιώσεων, εάν επιτύγχαναν στην ανταπαίτηση τους[8]. Ως είναι γνωστό, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προκύψει ανεπανόρθωτη βλάβη, δεν αρκούν. Οι Εναγόμενοι δεν εξηγούν με σαφή και θετική μαρτυρία με ποιο τρόπο ή γιατί θα υποστούν τέτοια συνέπεια. Παράλληλα, η μαρτυρία των Εναγόμενων δεν έχει καταδείξει ότι υπάρχει αναγκαιότητα για την έκδοση του διατάγματος. Στην πρώτη ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, υπάρχει μια γενική αναφορά περί βεβαιότητας του ότι η Ενάγουσα θα προχωρήσει με την αποξένωση του ακινήτου. Κανένα όμως συγκεκριμένο στοιχείο ή πληροφορία έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει που βασίζεται αυτή η εκτίμηση του Εναγόμενου
  2. Πριν ολοκληρώσω, να σημειώσω και τα εξής. Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται, εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60, και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  3. Προσωρινό διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν. 14/60[9]. Όμως, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Συνεπώς η κατάληξη μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για του Ν. 14/60 είναι καθοριστική για την τύχη της Αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η Αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων-Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [2] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [3] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [4] Οδυσσέως (ανωτέρω) [5] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [6] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [7] Fellowes v Fisher [1975] 2 All E.R. 829 [8] Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 ΑΑΔ 662 [9] Papastratis v Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.