← Κύπρος

COUNTRY ROSE LIMITED ν. A. MESSIOS & SONS LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 3137/2010, 30/1/2023

COUNTRY ROSE LIMITED ν. A. MESSIOS & SONS LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 3137/2010, 30/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3137/2010 Διορθωμένη απόφαση δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 1.2.2023 Μεταξύ: COUNTRY ROSE LIMITED Ενάγουσα και

  1. A. MESSIOS & SONS LIMITED
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγόμενοι Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.10.2010 COUNTRY ROSE LIMITED Ενάγουσα και
  3. A. MESSIOS & SONS LIMITED
  4. ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ Εναγόμενοι 30 Ιανουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κα Σάββα Γεωργίου Για Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κα Καραπατάκη δια Karapatakis Pavlides LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας ημερομηνίας 7.5.2019 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.6.2017 Μετά από ακροαματική διαδικασία, στις 30.6.2017, εκδόθηκε τελική απόφαση στην πιο πάνω αγωγή υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 (στο εξής η «Επίδικη Απόφαση»). Η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητά την αναστολή εκτέλεσης της Επίδικης Απόφασης. Τα γεγονότα στα οποία βασίζει το αίτημα της, παρατίθενται σε ένορκη δήλωση διευθυντή της εταιρείας. Σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν συνιδιοκτήτες ακινήτου που συνορεύει με ακίνητο της Ενάγουσας εταιρείας. Στα πλαίσια αίτησης επίλυσης διασυνοριακής διαφοράς, στις 6.10.2009 με απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, καθορίστηκε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος των ακινήτων ανήκε στο ακίνητο της Ενάγουσας. Αίτηση-έφεση που καταχωρήθηκε εναντίον εκείνης της απόφασης από τους Εναγόμενους, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Κατά της απορριπτικής απόφασης εκκρεμεί η έφεση 91/2013 στο Ανώτατο Δικαστήριο. Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα διεκδικούσε εναντίον των Εναγόμενων θεραπείες σε σχέση με παράνομη επέμβαση επί του διαφιλονικούμενου μέρους των ακινήτων. Στις 30.6.2017 εκδόθηκε η Επίδικη Απόφαση με την οποία επιδικάστηκε υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ποσό €172.000 πλέον τόκοι και έξοδα. Η απόφαση εκείνη είχε βασιστεί, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 6.10.
  5. Η Εναγόμενη 1 εφεσίβαλε την Επίδικη Απόφαση με την έφεση 310/2017, η οποία ακόμα εκκρεμεί προς εκδίκαση (στο εξής η «Έφεση 310/2017»). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η πλευρά της Ενάγουσας δεν είχε αποκαλύψει κατά την ακρόαση της αγωγής ότι στις 22.5.2016 είχε μεταβιβάσει το ακίνητο της στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια διαδικασίας ανταλλαγής χρέους με ακίνητα. Όταν περιήλθε στη γνώση της Εναγόμενης 1 αυτό το γεγονός, η Εναγόμενη 1 καταχώρησε την αγωγή 912/2019 με την οποία ζητά την ακύρωση της Επίδικης Απόφασης γιατί εξασφαλίστηκε με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 22.2.2019 η Ενάγουσα καταχώρησε την αίτηση εκκαθάρισης υπ' αριθμό 64/2019 εναντίον της Εναγόμενης 1, υποστηρίζοντας ότι η Εναγόμενη 1 είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της διότι δεν έχει πληρώσει στην Ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό της παρούσας αγωγής. Η αίτηση εκκαθάρισης 64/2019 εκκρεμεί προς εκδίκαση. Προσθέτει ότι έκτοτε, λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου τους ενημέρωσε ότι πρέπει να απευθύνονται προς αυτούς για ζητήματα που αφορούν την Επίδικη Απόφαση και ότι η Τράπεζα Κύπρου είναι ο δικαιούχος του ποσού της Επίδικης Απόφασης. Με βάση αυτό εισηγείται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να επιδιώκει είσπραξη του ποσού της Επίδικης Απόφασης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η αίτηση εκκαθάρισης 64/2019 προωθείται καταχρηστικά από την Ενάγουσα ενόψει της εκκρεμοδικίας της Έφεσης 310/2017, της αγωγής 912/2019, της έφεσης 91/2013 καθώς και του γεγονότος ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό από την Εναγόμενη 1 ενόψει των δεδομένων που δημιουργήθηκαν με την μεταβίβαση του ακινήτου. Τέλος, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα εταιρεία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Επισυνάπτει αντίγραφα των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας για το έτος 2014 που εξασφάλισε από τον Έφορο Εταιρειών. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο τους, η Ενάγουσα εταιρεία είχε πραγματοποιήσει ζημιές περί τα €29.500.
  6. Προσθέτει ότι τον Απρίλιο 2016 η Εταιρεία προχώρησε σε αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων της με την Τράπεζα Κύπρου, ότι το 2015 ήταν σε εξέλιξη διαδικασία διαγραφής της από τον Έφορο Εταιρειών (στην οποία ήγειραν ενστάσεις πιστωτές της) καθώς και ότι εναντίον της Ενάγουσας εταιρείας εκκρεμεί αριθμός αγωγών. Στη βάση αυτών των γεγονότων, ζητά την αναστολή εκτέλεσης της Επίδικης Απόφασης μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης 310/2017 γιατί σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ της στην Έφεση 310/2017, να καταστεί άνευ αντικειμένου γιατί η Ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να της επιστρέψει το ποσό της Επίδικης Απόφασης. Παρενθετικά να σημειώσω ότι διαζευκτική αξίωση για αναστολή εκτέλεσης της Επίδικης Απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής 912/2019, εγκαταλείφθηκε με δήλωση του δικηγόρου της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας στην αγόρευση για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Η πλευρά της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση έχει εγείρει ένσταση την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην ένσταση της υποστηρίζει ότι η εκκρεμοδικία της αίτησης εκκαθάρισης δεν συνιστά λόγο για αναστολή εκτέλεσης της Επίδικης Απόφασης. Διαφωνεί ότι είχε αποκρύψει από το Δικαστήριο που εκδίκαζε την αγωγή ότι το ακίνητο τους είχε μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου και υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση έγινε αφού η Ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία της στην ακρόαση. Προσθέτει ότι η συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου προνοούσε ότι η Ενάγουσα συνέχιζε να παραμένει ο δικαιούχος οποιουδήποτε ποσού επιδικαζόταν υπέρ της στην αγωγή. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ότι το ποσό της Επίδικης Απόφασης επιδικάστηκε υπέρ της Ενάγουσας και αυτό δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε ιδιωτική διευθέτηση της Ενάγουσας με την Τράπεζα Κύπρου. Διαφωνεί ότι η Ενάγουσα αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα υποστηρίζοντας ότι η οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας από το 2014 μέχρι σήμερα έχει «εξυγιανθεί πλήρως». Παρουσιάζει αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας εταιρείας για το 2015 και αντίγραφα έρευνας από το κτηματολόγιο για τα ακίνητα των οποίων δικαιούχος είναι η εταιρεία. Σημειώνει ότι οι εκκρεμότητες με τον Έφορο Εταιρειών έχουν διευθετηθεί και δεν τίθεται θέμα διαγραφής της από το μητρώο ενώ η Ενάγουσα διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία μέσω θυγατρικών της εταιρειών, η αξία των οποίων κατά το 2014 ανερχόταν περίπου σε €34.000.
  7. Σημειώνει επίσης ότι οι πλείστες αγωγές στις οποίες αναφέρεται η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια έχουν διευθετηθεί ενώ στις άλλες η Ενάγουσα διαθέτει καλή υπεράσπιση. Καταλήγει ότι η παρούσα Αίτηση προωθείται καταχρηστικά από την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια με πρόθεση να αποφύγει τις συνέπειες από την αίτηση εκκαθάρισης 64/2019 που εκκρεμεί εναντίον της. Στην πορεία, δόθηκε άδεια στις δύο πλευρές να καταχωρήσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτηση και ένστασης, αντίστοιχα. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια παρουσίασε επιστολή που φαίνεται να απεστάλη από τους δικηγόρους της Ενάγουσας προς την Τράπεζα Κύπρου. Σε αυτή η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι έχει το δικαίωμα να διαχειριστεί τις διαδικασίες που αφορούν την είσπραξη του ποσού της Επίδικης Απόφασης ως μοναδική δικαιούχος και ότι, στη βάση της συμφωνίας για τη μεταβίβαση του ακινήτου της Ενάγουσας προς την Τράπεζα Κύπρου, η Τράπεζα Κύπρου δικαιούται σε ένα ποσοστό του ποσού που θα εισπραχθεί και όχι σε ολόκληρο το ποσό. Στην δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η Ενάγουσα/Καθ΄ης η Αίτηση, παρουσιάζεται άλλη επιστολή της Ενάγουσας προς την Τράπεζα Κύπρου στην οποία η Ενάγουσα επιμένει ότι διατηρεί το δικαίωμα να χειρίζεται τις διαδικασίες που αφορούν την είσπραξη του ποσού της επίδικης απόφασης. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η υπό κρίση Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στα πλαίσια της ακρόασης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Η Αίτηση εδράζεται στη Δ.35 θ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, κάποια θετική υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από δικαστική απόφαση[1]. Στην παρούσα περίπτωση, η επίδικη απόφαση δημιουργεί τη θετική υποχρέωση στην Εναγόμενη 1/Αιτήτρια να πληρώσει το επιδικασθέν ποσό προς την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση. Συνεπώς, η επίδικη απόφαση θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής. Η Δ.33 θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών απασχόλησε εκτεταμένα τη νομολογία. Υπάρχει επομένως, πλούσια καθοδήγηση αναφορικά με τις παραμέτρους που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Συνοψίζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, πρέπει να σταθμίσει κατά κύριο λόγο δύο παράγοντες. Κατά πρώτον, πρέπει να λάβει υπόψη τη φυσιολογική προσδοκία του επιτυχόντα διάδικου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Κατά δεύτερον, πρέπει να προσμετρήσει τον κίνδυνο η οποιαδήποτε επιτυχία κατ' έφεση να καταστεί άνευ αντικρίσματος εάν η απόφαση δεν έχει ανασταλεί στο μεταξύ[2]. Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Ξεκινώ από τη θέση της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόπιστα. Όπου προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί τότε ο διάδικος που τους προωθεί οφείλει να τους αποδείξει αυστηρά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνω στοιχεία που θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε τέτοιο συμπέρασμα. Η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια λειτουργεί εντός των πλαισίων και δικαιωμάτων που της παρέχει η δικονομία και επιδιώκει την έκδοση ενός διατάγματος που δύναται να διεκδικήσει. Πρέπει όμως να σημειώσω τα εξής. Τόσο στη μαρτυρία της όσο και στην αγόρευση της συνηγόρου της, η πλευρά της Εναγόμενης 1 παραπέμπει στην αίτηση εκκαθάρισης 64/2019 που καταχωρήθηκε εναντίον της από την Ενάγουσα. Στην αίτηση εκκαθάρισης, η Ενάγουσα (εκεί αιτήτρια) βασίζεται στην έκδοση της Επίδικης Απόφασης, αναφέρει ότι είχε καλέσει την Εναγόμενη 1 δια επιστολής όπως εξοφλήσει το ποσό της Επίδικσης Απόφασης και ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε συμμορφωθεί. Ενόψει αυτού, η Ενάγουσα εισηγείται ότι η Εναγόμενη 1 είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και πρέπει να εκκαθαριστεί. Στην ένσταση που καταχώρησε η Εναγόμενη 1 στην αίτηση εκκαθάρισης, αυτή διατείνεται ότι η αίτηση εκκαθάρισης προωθείται καταχρηστικά και υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 1 είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της. Η παρούσα διαδικασία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για να «ανακόψει», με έμμεσο τρόπο, τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης 64/
  8. Οι δύο διαδικασίας έχουν διαφορετικό αντικείμενο. Στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο η Εναγόμενη 1 είναι αφερέγγυα. Αυτός ο παράγοντας, δηλαδή η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, δεν θα καθορίσει το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης. Η όποια οικονομική δυσχέρεια εξ αποφάσεως οφειλέτη, δεν συνιστά λόγο αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας απόφασης δεν αποφασίζω και δεν εξετάζω ζητήματα που άπτονται της αίτησης εκκαθάρισης 64/
  9. Μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να εξετάσει εκείνα τα ζητήματα είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση εκκαθάρισης. Επανέρχομαι στην ουσία της υπό κρίση Αίτησης. Η επιτυχής κατάληξη της αγωγής αναμφίβολα δημιούργησε στην Ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση την προσδοκία ότι θα εισέπραττε το ποσό της Επίδικης Απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η μη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής ενδεχομένως να καθιστούσε την οποιαδήποτε επιτυχία της Έφεσης 310/2017 άνευ αντικρίσματος. Αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης 310/2017, θεωρώ ότι η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να γίνει, με βεβαιότητα, πρόγνωση για ανατροπή της Επίδικης Απόφασης κατ΄ έφεση. Εξ άλλου, το μόνο αρμόδιο σώμα να αποφασίσει για την ορθότητα της επίδικης απόφασης είναι το Εφετείο, την κρίση του οποίου δεν θα υποκαταστήσω[3]. Ενδεχόμενη επιτυχία της Έφεσης 310/2017 θα έχει ως αποτέλεσμα την απάλειψη της υποχρέωσης της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας για καταβολή του επιδικασθέντος ποσού προς την Ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση ή τη μείωση του ποσού που είχε επιδικασθεί. Η πλευρά της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση είναι σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και υπάρχει ο κίνδυνος, σε περίπτωση ανατροπής της Επίδικης Απόφασης, να μην είναι σε θέση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί δυνάμει αυτής. Επικαλείται τα όσα έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω. Η πλευρά της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση διαφωνεί και αντιτάσσει τα γεγονότα στα οποία επίσης αναφέρθηκα πιο πάνω. Τα οικονομικά δεδομένα που επικαλείται η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια προκύπτουν από τις οικονομικές καταστάσεις του 2014 και από τη γνωστοποίηση πρόθεσης του Εφόρου Εταιρειών για διαγραφή της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση από το μητρώο. Η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια βασίζεται επίσης στην συμφωνία της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση με την Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα με το κείμενο της εν λόγω συμφωνίας, αυτή έγινε «στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των δανειακών και πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή χορηγήσεων που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα προς τον Πωλητή και η οποία αναδιάρθρωση γίνεται στη βάση των προνοιών της περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας του 2015 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και/ή άλλων συναφών νομοθεσιών που προβλέπουν για την αναδιάρθρωση πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή χορηγήσεων και/ή οφειλών προς πιστωτικά ιδρύματα.» Η συμφωνία της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση με την Τράπεζα Κύπρου δείχνει ότι η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση αντιμετώπιζε συνθήκες που την οδήγησαν στο να προβεί σε αναδιάρθρωση των πιστωτικών διευκολύνσεων της. Σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση του 2014 και του 2015, αυτές δείχνουν ότι η εταιρεία είχε πραγματοποιήσει ζημιές τα υπό αναφορά έτη. Πιο πρόσφατες, συγκεκριμένες πληροφορίες σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν υπάρχουν πέραν από τις αόριστες αναφορές ότι αυτή έχει «εξυγιανθεί πλήρως». Περαιτέρω, σε σχέση με τις αγωγές που εκκρεμούν εναντίον της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου κάποια συγκεκριμένη πληροφορία από την πλευρά της πέραν της γενικής αναφοράς ότι κάποιες δεν αφορούν αξιώσεις για χρηματική αποζημίωση και ότι η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή υπεράσπιση. Έχω κατά νου, όπως τονίζεται στη νομολογία, ότι αναστολή εκτέλεσης απόφασης δικαιολογείται μόνο εάν συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι. Στην παρούσα περίπτωση, σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο, να δοθεί η αιτούμενη αναστολή υπό τους κατάλληλους όρους, που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης[4]. Υπό όρους, δηλαδή, που διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση επιτυχίας, έστω μερικής, της Έφεσης 310/2017 η πλευρά της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας δεν θα έχει πληρώσει ποσά που ενδεχομένως να μην μπορεί να ανακτήσει. Ταυτόχρονα, υπό όρους που θα διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης κατ' έφεση, η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση θα εισπράξει το ποσό που δικαιούται. Καταλήγω επομένως ότι η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 30.6.2017 αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση ή κατ' άλλο τρόπο αποπεράτωση της πολιτική έφεσης υπ' αριθμό 310/2019, υπό τους εξής, σωρευτικά, όρους: 1 Η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια μέχρι τις 28.2.2023 να καταθέσει στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση ως ασφάλεια για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η τραπεζική εγγύηση να είναι για το ποσό της απόφασης πλέον επιδικασθέντες τόκους από την έκδοση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία αποπεράτωσης της έφεσης. Νοείται ότι σε περίπτωση μερικής επιτυχίας της έφεσης, το ποσό που θα δικαιούται να εισπράξει δυνάμει της τραπεζικής εγγυητικής η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση θα μειωθεί, ανάλογα με το αποτέλεσμα της έφεσης. 2 Η Εναγόμενη 1 μέχρι τις 28.2.2023 να πληρώσει τα έξοδα της αγωγής στον δικηγόρο της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, νοουμένου ότι ο εν λόγω δικηγόρος πριν την είσπραξη τους θα υπογράψει και καταχωρίσει στο Δικαστήριο με ενημέρωση στην άλλη πλευρά, ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης ότι θα τα επιστρέψει με τόκο 2% ετησίως σε περίπτωση επιτυχίας της πολιτικής έφεσης υπ' αριθμό 310/2019 ή ότι θα επιστρέψει τέτοιο μέρος με τον ίδιο τόκο ανάλογα με το αποτέλεσμα της έφεσης. Νοείται ότι η παράλειψη τήρησης ή συμμόρφωσης με οποιονδήποτε όρο της αναστολής, ως ανωτέρω, καθιστά αμέσως την χορηγηθείσα αναστολή τερματισθείσα, την επίδικη απόφαση αμέσως εκτελεστή και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Αναφορικά με τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπό κρίση Αίτησης και το αποτέλεσμα, κρίνω ορθό όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της πολιτικής έφεσης υπ' αριθμό 310/2019 και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (αρ. 1)

(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. [2] Χαραλάμπους ν Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, The Governor and the Company of the Bank of Scotland v S.S. Suphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, Παπακόκκινου v Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 513 [3] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 [4] Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.