ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΑΛΑΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2867/2014, 14/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2867/2014 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΑΛΑΝΟΥ Ενάγοντα και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόμενοι 14 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Ενάγοντας, αυτοπροσώπως Για Εναγόμενους: κ. Μαστορούδης δια Ντίνος Μαστορούδης & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ένεκα της έκτασης των δικογραφημένων ισχυρισμών του Ενάγοντα και της πλειάδας των αξιώσεων που εγείρει, είναι αναγκαίο να προβώ σε εκτενή αναφορά στις δικογραφημένες του θέσεις. Αυτό είναι επίσης επιθυμητό γιατί μεγάλο μέρος της μαρτυρίας συνιστά επανάληψη των δικογραφημένων του θέσεων. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παραπλανήθηκε και/ή πιέστηκε και/ή εξαπατήθηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (αρχικοί ενάγοντες που στην πορεία υποκαταστάθηκαν από τους υφιστάμενους ενάγοντες) και συνήψε δάνειο το οποίο εξασφαλίστηκε με υποθήκη επί της κατοικίας του. Συγκεκριμένα, η δικογραφημένη του θέση είναι ότι περί τις 8.10.2007 είχε αιτηθεί το δάνειο ύψους ΛΚ265.
- Με το δάνειο θα χρηματοδοτούσε την αγορά ακινήτου για ΛΚ115.000 και το κόστος ανέγερσης σε αυτό τριών κατοικιών ύψους ΛΚ150.
- Κατά την υποβολή της αίτησης του είχε ενημερώσει το Συνεργατικό Ταμιευτήριο ότι η έγκριση έπρεπε να δοθεί εντός 15 ημερών. Για τους σκοπούς της αίτησης, την ίδια ημερομηνίας ο Ενάγοντας είχε αποστείλει στους Εναγόμενους «οικονομοτεχνικό πλάνο» σύμφωνα με το οποίο το δάνειο θα αποπληρωνόταν από τα έσοδα πώλησης των τριών κατοικιών που υπολόγιζε να ανέλθουν σε ΛΚ450.
- Οι Εναγόμενοι ενέκριναν τελικά τη χορήγηση δανείου ύψους ΛΚ115.000, αντί ΛΚ265.000, το οποίο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις ΛΚ 1.306,64 εκάστη και με συνολικό επιτόκιο 6,5% ετησίως. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι «προέβηκαν στην πιο πάνω έγκριση δανείου αμελώς και/ή κατά παράβαση καθήκοντος και/ή υποχρεώσεων». Συγκεκριμένα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι τα εισοδήματα και οικονομικές δυνατότητες του Ενάγοντα δεν θα του επέτρεπαν να εξοφλήσει το δάνειο χωρίς την πώληση των τριών κατοικιών, δεν έλαβαν υπόψη τη αβεβαιότητα και μεταβλητότητα της αγοράς και δεν του εξήγησαν δεόντως το κόστος και όρους του δανείου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι «εύλογα θεώρησε ότι η Εναγόμενη ενέκρινε το δάνειο επειδή ήταν βιώσιμο ούτως ώστε να αποφασίσει να προχωρήσει στην σύναψη της συμφωνίας αγοράς του εν λόγω ακινήτου και την συμφωνία δανείου» και στη βάση αυτής της αντίληψης του αγόρασε το ακίνητο. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 31.10.2007 υπέγραψε τη σχετική συμφωνία δανείου και υποθήκευσε την κατοικία του (προς εξασφάλιση του δανείου) «ενεργώντας κάτω από ψυχική πίεση και/ή στα πλαίσια οικονομικού εξαναγκασμού και/ή βασιζόμενος σε ψευδείς παραστάσεις της Εναγόμενης». Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι είχε βασιστεί στις διαβεβαιώσεις των Εναγόμενων ότι θα του ενέκριναν δάνειο για το συνολικό ύψους που είχε αιτηθεί, ότι ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου «ήταν τυπικής φύσης και πως στην πραγματικότητα η αποπληρωμή θα γινόταν με εφάπαξ δόση από το προϊόν πώλησης κάποιου ακινήτου ιδιοκτησίας του Ενάγοντα αφού αυτός ήταν και ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος αποπληρωμής του δανείου σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες του Ενάγοντα». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα ήταν διαλλακτικοί και ευέλικτοι στον τρόπο αποπληρωμής του δανείου. Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τις πιο πάνω δεσμεύσεις τους και, ενόψει αυτού ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι όροι της είναι καταχρηστικοί και χωρίς έννομο αποτέλεσμα και ότι επιβλήθηκαν από τους Εναγόμενους στον Ενάγοντα εκμεταλλευόμενοι την αδύνατη διαπραγματευτική του θέση. Αντίστοιχους ισχυρισμούς προβάλλει και για τη συμφωνία υποθήκης. Δεν εξειδικεύει όμως ποιους όρους θεωρεί καταχρηστικούς ή παράνομους. Ακολούθως αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του ότι είχε αποταθεί στην Ελληνική Τράπεζα για εξασφάλιση δανείου ύψους ΛΚ150.000 ώστε να καλύψει το κόστος ανέγερσης των τριών κατοικιών στο ακίνητο, όμως η Ελληνική Τράπεζα δεν χορήγησε το ποσό του δανείου. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι «η Ελληνική Τράπεζα δεν κατέθεσε το συμφωνηθέν ποσό στον λογαριασμό του Ενάγοντα. Η Ελληνική Τράπεζα κατέθεσε άλλου τύπου δάνειο από το συμφωνηθέν και το οποίο ήταν χαμηλότερο, δεσμευμένο, μη διαθέσιμο και υπό όρους που δεν συμφωνήθηκαν και τελικά το απέσυρε χωρίς ο Ενάγοντας να κάνει ή να μπορεί να κάνει χρήση. Ο Ενάγοντας διαμαρτυρήθηκε και/ή ακύρωσε τη συμφωνία. Παρά ταύτα η Ελληνική Τράπεζα κρατά υποθηκευμένο το ακίνητο [.] εμποδίζοντας τον Ενάγοντα να προχωρήσει στην σύναψη δανείου με άλλη τράπεζα με σκοπό την προώθηση του ως άνω έργου.» Θέση του Ενάγοντα είναι ότι η καθυστέρηση και εμπόδια που προκάλεσε η εμπλοκή της Ελληνικής Τράπεζας στην ανέγερση των κατοικιών σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση στην αγορά ακινήτων συνιστούν «απρόβλεπτο γεγονός και/ή γεγονότα και/ή ανωτέρα βία (force majeure) και/ή ως αποτέλεσμα αυτού η συμφωνία [δανείου με τους Εναγόμενους] έχει ματαιωθεί (frustrated) και/ή επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε οποιαδήποτε ενέργεια των Εναγόμενων με βάση τους όρους της συμφωνίας χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και/ή συνθήκες και/ή τη μεταβολή που επήλθε να θεωρείται κακόπιστη και/ή ανέντιμη και/ή καταχρηστική και/ή ως παραβαίνουσα ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων. Η εφαρμογή του συμβολαίου μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης ως είχε, δεδομένης της καινούργιας κατάστασης πραγμάτων που είχε δημιουργηθεί, θα είχε ως αποτέλεσμα την ουσιώδη μεταβολή στις υποχρεώσεις του Ενάγοντα όπως αυτές είχαν αρχικά αναληφθεί από αυτόν. Ως εκ τούτου η υποθήκη, ως αναπόσπαστο μέρος και/ή ως παρεπόμενη σύμβαση (collateral) της συμφωνίας δανείου έχει εξαλειφθεί λόγω της ματαίωσης της συμφωνίας δανείου ως ανωτέρω.» Στη συνέχεια ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι απαίτησαν το ποσό του δανείου περί το 2008 και ότι αυτός υπέβαλε πρόταση περί τις 2.6.2009 «για πλήρη εξόφληση του εν λόγω δανείου. Ο Ενάγοντας πρότεινε καταβολή του ποσού των €150.000 ποσό το οποίο είχε σε γραμμάτιο κατά τον ουσιώδη χρόνο σε άλλη τράπεζα και υπογραφή νέας συμφωνίας δανείου για το υπόλοιπο και ζητώντας εκ νέου την παραχώρηση όλου του δανείου ως έχει αρχικά αιτηθεί ήτοι και την παραχώρηση του ποσού για την ανέγερση των κατοικιών με την υποθήκευση κάποιου άλλου από τα ακίνητα του χαμηλότερης αξίας.» Η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι Εναγόμενοι, δόλια, δεν απάντησαν στο αίτημα του για αναδιάρθρωση ως πιο πάνω. Επανήλθε με νέα γραπτή πρόταση προς τους Εναγόμενους στις 21.10.2009 σύμφωνα με την οποία εισηγήθηκε την πληρωμή ποσού «€800-€1000» μηνιαίως που θα εισέπραττε από ενοίκια του υποθηκευμένου ακινήτου «αντί της αρχικά συμφωνηθείσας δόσης μέχρις ότου ο Ενάγοντας να εξεύρει τους πόρους αποπληρωμής του υπολοίπου με μια εφάπαξ δόση, αύξηση του επιτοκίου του δανείου από 6,5% σε 8% με αναδρομική ισχύ από 1.7.2009, αποπληρωμή ολόκληρου του υπολοίπου από πώληση άλλων ακινήτων του Ενάγοντα και δέσμευση των Εναγόμενων ότι «μέχρις ότου ο Ενάγοντας εξεύρει τους πόρους η Εναγόμενη δεν θα ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα της δίδει η αρχική συμφωνία για τερματισμό». Θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν στην πρόταση αυτή όμως αποδέχονταν την πληρωμή ποσών «€800-€1000» μηνιαίως «χωρίς καθ' οιονδήποτε χρόνο να απαιτεί την καταβολή μηνιαίας δόση ύψους €2.232,53» και δεν προχώρησαν σε άλλα μέτρα εναντίον του Ενάγοντα. ισχυρίζεται ότι «με την εν λόγω συμπεριφορά της και/ή ανοχή και/ή αποδοχή και/ή παράληψη να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Ενάγοντα, η Εναγόμενη αποδέχθηκε σιωπηρά την ως άνω πρόταση του Ενάγοντα». Ισχυρίζεται επομένως ο Ενάγοντας ότι η αρχική συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με την προαναφερόμενη. Ακολούθως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η πληρωμή του ποσού των €800-€1000 μηνιαίως συνεχίστηκε «παρά το γεγονός ότι το εν λόγω ποσό δεν καλύπτει τους υπερβολικού τόκους τους οποίους επιβάλλει η Εναγόμενη κατ' εφαρμογή ποινικής ρήτρας και/ή άλλες παράνομες χρεώσεις που αυθαίρετα και/ή αντιφατικά επιβάλλει η Εναγόμενη με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό το οποίο υποχρεούται να καταβάλει με την εξεύρεση αγοραστή των ακινήτων του να είναι μεγαλύτερο και αποτρεπτικό για την εκτέλεση του έργου ανάπτυξης.» Ακολούθως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παράνομα οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου στις 17.6.2010 και ότι αυτό συνιστά «μονομερή αμετάκλητη προβλεπτή παράβαση και/ή διάρρηξη (anticipatory repudiation) της συμφωνίας ημερομηνίας 21.10.2009 ως έχει τροποποιήσει την αρχική συμφωνία ημερομηνίας 31.10.2007 μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας δικαιούται τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου και/ή της παρεπόμενης συμφωνίας εγγύησης και/ή της απαλλαγής του από οποιαδήποτε υποχρέωση βάση αυτών.» Ένεκα αυτού, ισχυρίζεται ότι με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 20.6.2014 τερμάτισε ο ίδιος τη συμφωνία δανείου. Ισχυρίζεται ότι παράνομα οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν διαδικασία διαιτησίας διεκδικώντας απόφαση για το υπόλοιπο του δανείου και ότι αυτή η συμπεριφορά των Εναγόμενων τους καθιστά, «μεταξύ άλλων, ένοχους δόλου και/ή απάτης και/ή αμέλειας και/ή συμπεριφοράς και/ή στάσης που παραβιάζει ουσιώδεις και/ή εξυπακουόμενους όρους τόσο της αρχικής όσο και της τροποποιητικής συμφωνίας και/ή της σχέσης εμπιστοσύνης (trust and confidence). Η Εναγόμενη ενήργησε αμελώς και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους και/ή κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία των συνεργατικών εταιρειών και/ή του Νόμου και/ή άλλως.» Στη βάση των πιο πάνω, ο Ενάγοντας διεκδικεί, μεταξύ άλλων, αριθμό αναγνωριστικών διαταγμάτων ότι τροποποιήθηκε η αρχική συμφωνία, ότι ο τερματισμός της από τους Εναγόμενους ήταν αντισυμβατικός, ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να εγείρουν αξιώσεις δυνάμει της συμφωνίας δανείου. Ζητά επίσης αναγνωριστικά διατάγματα ότι η υποθήκη είναι άκυρη, διάταγμα για διαγραφή της, διάταγμα για μεταφορά της σε άλλο ακίνητο του Ενάγοντα. Τέλος ζητά διάταγμα που να καθορίζει «το πραγματικό οφειλόμενο ποσό και τρόπους αποπληρωμής αφαιρουμένων οποιονδήποτε επιπρόσθετων αυθαίρετων χρεώσεων και/ή τιμωρητικών χρεώσεων» καθώς και παραδειγματικές, τιμωρητικές και επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων. Θα αναφερθώ με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στις αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας στο τέλος της απόφασης μου. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι συμφωνούν με τα γεγονότα που επικαλείται ο Ενάγοντας, στο βαθμό που αφορούν ημερομηνίας υπογραφής συμφωνιών και ανταλλαγής επιστολών. Αρνούνται όμως τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί δόλου, εκμετάλλευσης, εξαναγκασμού, ως ανυπόστατους και αναληθείς. Μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι οι συμφωνία δανείου και η υποθήκη υπογράφηκαν κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντα, ότι αποτελούν τις μοναδικές συμφωνίες μεταξύ των μερών καθώς και ότι νομότυπα τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου ένεκα της παράληψης του Ενάγοντα να πληρώνει τις συμφωνημένες δόσεις του. Συνακόλουθα ζητούν απόρριψη της αγωγής. Ακολούθως ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση την οποία τροποποίησε, στην πορεία, δύο φορές. Πολύ συνοπτικά, στην Απάντηση του επανέρχεται εν πολλοίς και επαναλαμβάνει τις θέσεις που προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης του. Προσθέτει όμως τον ισχυρισμό ότι είχε συμπληρώσει και υπογράψει αίτηση δανείου ημερομηνίας 3.10.2007 και ότι στην επιστολή του 8.10.2007 κατέγραψε τα όσα είχαν αναφερθεί σε συνάντηση με τους Εναγόμενους στις 3.10.2007 οπόταν και υπέγραψε την αίτηση δανείου. Προσθέτει επίσης τον ισχυρισμό ότι η υποθήκη συνιστά «γραμμάτιο συνήθους τύπου [.] και ήταν πληρωτέο στις 30.10.2008 . Συνεπώς η υποχρέωση καταβολής της πιο πάνω δόσης καθώς και όλες οι συνεπακόλουθες υποχρεώσεις δεν δέσμευαν τον Ενάγοντα.» Στη βάση αυτή, η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση, την οποία ο Ενάγοντας χειρίστηκε προσωπικά. Προς προώθηση των αξιώσεων του, κατά την ακρόαση έδωσε μαρτυρία μόνο ο Ενάγοντας. Η πλευρά των Εναγόμενων δεν παρουσίασε μαρτυρία. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Ενάγοντας κατά κύριο λόγο επανέλαβε τις δικογραφημένες του θέσεις (με κάποιες επουσιώδεις αποκλίσεις) και παρουσίασε τις σχετικές συμφωνίες και αριθμό επιστολών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ εκείνου και των Εναγόμενων. Σε σχέση με την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων/συμφωνιών και την σύνταξη και αποστολή των διαφόρων επιστολών δεν διαπιστώνω να υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Σε ότι αφορά, επομένως, το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα που αφορά - σαν θέμα γεγονότων - τη σύνταξη, υπογραφή και το κείμενο των διαφόρων εγγράφων, αυτό γίνεται αποδεκτό. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα, αφορούσε κυρίως την ερμηνεία και νομικές συνέπειες των εγγράφων καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα του Ενάγοντα με βάση την ερμηνεία που ο ίδιος έδινε στα έγγραφα. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορώ να το αποδεχτώ. Όπως θα εξηγήσω στην πορεία, τα επιχειρήματα του δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε στο νόμο ούτε στη νομολογία. Περαιτέρω δε, σε πολλές περιπτώσεις κρίνονται αυθαίρετα αφού δεν ανταποκρίνονται ούτε στο ίδιο το περιεχόμενο των εγγράφων που επικαλείται. Προχωρώντας, από την κυρίως εξέταση αλλά και από την αντεξέταση του Ενάγοντα, καθώς και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν, προκύπτουν κάποια κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Συνοψίζονται ως εξής: 1 Περί τον Οκτώβριο 2007 ο Ενάγοντας αιτήθηκε τη χορήγηση δανείου από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ. Το δάνειο ήταν για ποσό ΛΚ115.000 για αγορά ακινήτου και ΛΚ150.000 για κάλυψη των εξόδων ανέγερσης 4 κατοικιών στο ακίνητο αυτό, ήτοι συνολικό ποσό ΛΚ265.
- Το σχετικό έντυπο αίτησης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού υπογράφηκε στις 3.10.2007 και είναι το Τεκμήριο
- 2 Ακολούθησε επιστολή του Ενάγοντα προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ημερομηνίας 8.10.2007 (Τεκμήριο 1). Σε αυτή, μεταξύ άλλων, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι αιτείται «οικιστικό δάνειο αρχικά για αγορά του ακινήτου ύψους 115.000ΛΚ και σε δεύτερο στάδιο για κάλυψη των εξόδων ανέγερσης [4 κατοικιών] ύψους 150.000ΛΚ. Σύνολον 265.000ΛΚ. Το ποσό αγοράς του ακινήτου θα πρέπει να παραχωρηθεί εντός 15 ημερών. Ο όρος αυτός τέθηκε από τον πωλητή.» 3 Στις 31.10.2007 υπογράφηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, συμφωνία δανείου για ποσό ΛΚ 115.000 (Τεκμήριο 2). Η συμφωνία δανείου προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό του δανείου θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους ΛΚ 1.306,
- 4 Ταυτόχρονα με τη συμφωνία δανείου, παραχωρήθηκε υποθήκη επί ακινήτου του Ενάγοντα στη Μέσα Γειτονιά, στη Λεμεσό (Τεκμήριο 3). 5 Ο Ενάγοντας δεν πλήρωνε τις μηνιαίες δόσεις του δανείου κατά τον τρόπο και χρόνο που καθόριζε η συμφωνία δανείου, όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας, απέστειλε στις 2.6.2009 επιστολή (Τεκμήριο 4) προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ στην οποία αναφέρθηκε σε δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην αποπληρωμή και εισηγείται κάποιες προτάσεις για να δοθεί «ο απαιτούμενος χρόνος πώλησης των οικοπέδων σε χρόνο που ελπίζω να έχει παρέλθει η οικονομική κρίση». 6 Στα πλαίσια εκείνων των προτάσεων είχε αποστείλει και επιστολές ημερομηνίας 4.6.2009 (σχετικά τα Τεκμήρια 6, 7 και 8) με συνημμένες εκτιμήσεις ακινήτων του στην Τριμίκληνη και στη Νεάπολη. Οι επιστολές αυτές επιστράφηκαν στον Ενάγοντα από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, χωρίς να γίνουν αποδεκτές οι εισηγήσεις που περιείχαν. 7 Στις 14.8.2009, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ απέστειλε επιστολή προς τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 9) με την οποία ενημερωνόταν για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε το δάνειο και του ζητείτο να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες του. Ακολούθησε δεύτερη επιστολή με παρόμοιο περιεχόμενο ημερομηνίες 14.9.2009 (Τεκμήριο 10). 8 Στις 21.10.2009 ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (Τεκμήριο 11) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το δάνειο έγινε «για σκοπούς αγοράς τεμαχίου γης στην Τριμίκληνη οπού με την αξιοποίηση του θα μπορούσα να αποκτήσω ιδιόκτητη στέγη. Το τεμάχιο διαχωρίστηκε σε δύο μεγάλα οικόπεδα 1.300 m2 αξίας €136.500 το κάθε ένα ελπίζοντας με την πώληση του ενός να μπορέσω να κτίσω ιδιόκτητη κατοικία στο άλλο. Δυστυχώς λόγω της οικονομικής κρίσης αντιμετωπίζω σοβαρό πρόβλημα στην πώληση. Υπάρχουν άτομα (αλλοδαποί) που ενδιαφέρονται αλλά δεν έχουν ακόμα καταλήξει.» Στην ίδια επιστολή εισηγείται «παράταση ενός χρόνου όπου θα καταβάλλω την δόση των €800 με €1.000 το μήνα, προϊόν ενοικίων που εισπράττω από την κατοικία στην Πανθέα [.] Επίσης θα με βοηθούσε εάν διατηρούσατε το υπάρχον επιτόκιο των 6,5% στο ίδιο επίπεδο ή να μου δοθεί το οικιστικό επιτόκιο (σε τελική ανάλυση ο σκοπός της αξιοποίησης είναι η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας). Σε περίοδο κρίσης η αύξηση του δεν έχει νόημα καθ' ότι δημιουργεί αντί να επιλύει προβλήματα.» 9 Δεν υπήρξε απάντηση από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ στην επιστολή Τεκμήριο
- 10 Στις 15.4.2010 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 12) με την οποία επισημαίνονταν οι καθυστερήσεις στο δάνειο και ζητείτο εκ νέου συμμόρφωση. 11 Με επιστολή ημερομηνίας 17.6.2010 (Τεκμήριο 13), το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και απαίτησε εξόφληση του οφειλόμενου υπόλοιπου. 12 Ο Ενάγοντας απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 6.7.2010 (Τεκμήριο 14) με την οποία, μεταξύ άλλων, ενημερώνει ότι «η ενέργεια σας αυτή [να τερματίσετε τη συμφωνία] δεν με βρίσκει σύμφωνο την οποία θεωρώ ως υπερβολική. Με το παρόν θα ήθελαν να ανακαλέσετε την απόφαση σας και να μου δοθεί χρόνος 3 βδομάδων μέχρι δλδ το τέλος Ιουλίου για να ετοιμάσω προτάσεις επίλυσης του προβλήματος.» 13 Ακολούθησε άλλη επιστολή του Ενάγοντα ημερομηνίας 7.7.2010 (Τεκμήριο 15) καθώς και προτάσεις προς τους Εναγόμενους προς διευθέτηση της οφειλής. (Τεκμήριο 16). 14 Ακολούθησαν επιστολές από τον Ενάγοντα προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ημερομηνίας 20.2.2014 (Τεκμήριο 18), 25.2.2014 (Τεκμήριο 19), 6.3.2014 (Τεκμήριο 21) και 8.4.2014 (Τεκμήριο 22) στις οποίες ο Ενάγοντας εκφράζει ξανά τη θέση ότι δεν αποδέχεται τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, ζητά αποδέσμευση του ενυπόθηκου ακινήτου και κάνει αντίστοιχες με τις πιο πάνω εισηγήσεις για ρύθμιση του δανείου. 15 Οι θέσεις που εκφράζει στις επιστολές αυτές ο Ενάγοντας απορρίφθηκαν από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 27.2.2014 (Τεκμήριο 20). 16 Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 20.6.2014 (Τεκμήριο 23) όπου ισχυρίζονται παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ και «λόγω της πιο πάνω παράνομης συμπεριφοράς σας και/ή λόγω καταχρηστικής και/ή ανέντιμης και/ή κακόπιστης και/ή παράνομης και/ή άλλως συμπεριφορά σας που οδήγησε τον πελάτη μας στην σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας καταγγέλλουμε και τερματίζουμε την έννομη μας σχέση και την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού». 17 Ο Ενάγοντας, μεταξύ 2011 και 2014, είχε προβεί σε διάφορες πληρωμές έναντι του υπολοίπου του δανείου ως αποτυπώνονται στις αποδείξεις πληρωμής Τεκμήριο
- Όπως σημείωσα πιο πάνω, το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα που αφορούσε στην υπογραφή και ανταλλαγή των διαφόρων τεκμηρίων γίνεται αποδεκτό. Τα επιχειρήματα και συμπεράσματα που παρέθεσε βασιζόμενος στα διάφορα έγγραφα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Εξηγώ τον λόγο στην πιο κάτω ανάλυση. Ξεκινώ από τη θέση του Ενάγοντα περί «τυπικής φύσης» πρόνοιας στη συμφωνία δανείου για αποπληρωμή με μηνιαίες δόσεις καθώς και ότι η πραγματική συνεννόηση ήταν για εφάπαξ εξόφληση. Οι αναφορές αυτές δεν βρίσκουν έρεισμα στη συμφωνία. Το κείμενο της συμφωνίας είναι σαφές, ότι δηλαδή τα μέρη συμφώνησαν ότι η αποπληρωμή θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις συγκεκριμένου ποσού εκάστη που θα άρχιζαν στις 30.11.
- Κατά τη μαρτυρία του, ο Ενάγοντας δεν έχει παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη θέση του περί «τυπικής φύσης» υποχρέωση ή που να της προσδίδουν πειστικότητα. Δεν έχει εξηγήσει από ποιόν έλαβε τις διαβεβαιώσεις περί τυπικής συμπερίληψης της πρόνοιας αυτής ούτε εξήγησε πότε έλαβε αυτές τις διαβεβαιώσεις. Περαιτέρω καμία εξήγηση έχει δώσει γιατί, εφόσον υπήρχε η συνεννόηση και συμφωνία που ισχυρίζεται για εφάπαξ εξόφληση του δανείου με την πώληση κατοικιών, αυτό δεν συμπεριλήφθηκε ρητά στη συμφωνία δανείου. Η συμπερίληψη στην επιστολή του ημερομηνίας 8.10.2007 (Τεκμήριο 1) της αναφοράς ότι «οι τρεις κατοικίες θα πωληθούν ώστε να καλυφθούν τα έξοδα ανέγερσης και εξασφαλιστεί η τέταρτη ως μόνιμη κατοικία για ιδιοκατοίκηση» δεν επαρκεί για να ακυρώσει, ουσιαστικά, την πρόνοια της συμφωνίας δανείου για εξόφληση μέσω μηνιαίων δόσεων. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, η θέση που εκφράζει ο Ενάγοντας στην επιστολή του ημερομηνίας 20.2.2014 προς τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 18) ότι «οι όροι αποπληρωμής ήταν υπό την αίρεση του γεγονότος πώλησης των κατοικιών που δεν επήλθε. Έτσι δεν παραβίασα κανένα όρο αποπληρωμής και επομένως οποιεσδήποτε χρεώσεις λόγω καθυστερημένων δόσεων δεν γίνονται αποδεκτές», κρίνεται ανεδαφική. Κανένα έρεισμα υπάρχει στη συμφωνία δανείου ή σε άλλη επιστολή από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο που να εισηγείται ότι υπήρχε τέτοια συνεννόηση. Όπως σημείωσα πιο πάνω, το κείμενο της συμφωνίας δανείου κάθε άλλο παρά στηρίζει αυτή τη θέση. Με βάση τις διάφορες επιστολές που παρουσίασε και ιδιαίτερα με αναφορά στην επιστολή του ημερομηνίας 21.10.2009 (Τεκμήριο 11), ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι η συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε κατά τον τρόπο που εκεί αναφέρεται. Ούτε αυτό το επιχείρημα του Ενάγοντα με βρίσκει σύμφωνη. Για την τροποποίηση της συμφωνίας δανείου, απαιτείτο αποδοχή της πρότασης του που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 11 από πλευράς του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου. Ρητή αποδοχή της πρότασης του δεν υπάρχει. Ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι η είσπραξη από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο κάποιων ποσών που είχε πληρώσει μετά την εν λόγω επιστολή συνιστά σιωπηρή αποδοχή της πρότασης του. Διαφωνώ ότι μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Η υποχρέωση του Ενάγοντα για πληρωμή ποσού ΛΚ1.306,64 μηνιαίως υφίστατο με βάση τη συμφωνία δανείου. Η πληρωμή από μέρους του Ενάγοντα κάποιων, χαμηλότερων, ποσών από την υποβολή της πρότασης του και μετά, δεν συνιστά ούτε μπορεί να αποτελέσει τροποποίηση της συμφωνίας δανείου. Συνιστά μερική συμμόρφωση με κάποιες από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει δυνάμει της υφιστάμενης συμφωνίας. Μέρος των αξιώσεων που εγείρει ο Ενάγοντας βασίζονται στο επιχείρημα του ότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους ήταν παράνομος και αντισυμβατικός. Κάτι τέτοιο δεν διαπιστώνεται. Από τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι ο Ενάγοντας δεν τηρούσε την υποχρέωση του για καταβολή μηνιαίων δόσεων έναντι του δανείου που είχε λάβει. Η παράβαση αυτή έδινε το δικαίωμα στους Εναγόμενους να τερματίσουν τη συμφωνία δανείου, δικαίωμα που άσκησαν με την επιστολή τους ημερομηνίας 17.6.2010 (Τεκμήριο 13). Η επιστολή αυτή παραλήφθηκε δεόντως από τον Εναγόμενο. Το αποτέλεσμα της ήταν ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι η συμφωνία του με τους Εναγόμενους προνοούσε ότι θα είχε περίοδο χάριτος 1 έτους με την εκπνοή της οποίας θα εξοφλούσε το δάνειο εφάπαξ. Αυτό δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο της συμφωνίας δανείου, ούτε και στο κείμενο της υποθήκης στο οποίο ο Ενάγοντας παρέπεμψε στη μαρτυρία του. Περαιτέρω, εκ των πραγμάτων, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας δεν προέβη σε εξόφληση του δανείου με τη λήξη του 1ος έτους από την χορήγηση του. Όταν κατά την αντεξέταση τέθηκε ότι δεν εξόφλησε εφάπαξ το ποσό του δανείου (όπως υποστηρίζει ότι προνοούσε η συμφωνία), η απάντηση του ήταν ότι «προσπάθησα να εξοφλήσω το οποίο δεν δέχτηκε. [.] Όχι, προσπάθησα να το εξοφλήσω, τους έδειξα τον τρόπο εξόφλησης, τα οποία δεν δέχτηκαν.» Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, φάνηκε να υποστηρίζει ότι « η πληρωμή του δανείου θα ερχόταν από το κτίσιμο κατοικιών και την πώληση των κατοικιών. Επομένως δεν είχα καμία πώληση των κατοικιών, δεν μου έδωσε καθόλου δάνειο για ανέγερση των κατοικιών. Επομένως τί ήταν να πληρώσω; [.] Θα έπρεπε να μου χορηγήσουν λεφτά επιπλέον της αγοράς του χωραφιού για το κτίσιμο κατοικιών, τις οποίες θα πουλούσα και να τους πλήρωνα το δάνειο. Αυτό ήταν η συμφωνία την οποία έχω κάνει στην αίτηση μου την οποία αποδέχτηκαν.» Το παράπονο που εκφράζει ο Ενάγοντας ότι η καθυστέρηση και αδράνεια που επέδειξαν οι Εναγόμενοι να ασκήσουν το δικαίωμα τους σε τερματισμό, τους εμπόδιζε να το πράξουν (estopped), επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η συμφωνία δανείου δεν καθορίζει χρονικό περιορισμό εντός του οποίου οι Εναγόμενοι να υποχρεούνται να ασκήσουν το δικαίωμα τους για τερματισμό. Επίσης, του τερματισμού είχαν προηγηθεί επιστολές και συναντήσεις μεταξύ των μερών στα πλαίσια των οποίων ο Ενάγοντας επανειλημμένα ζητούσε πίστωση χρόνου και περαιτέρω διευκολύνσεις. Επιδίωκε δηλαδή ο ίδιος ο Ενάγων και ζητούσε από τους Εναγόμενους να του παράσχουν πίστωση χρόνου. Η διαφωνία που εξέφρασε ο Ενάγοντας στον τερματισμό της συμφωνίας δανείου μέσω της επιστολής του, Τεκμήριο 14, δεν ανατρέπει το γεγονός του τερματισμού. Ο τερματισμός είχε ήδη συντελεστεί και η δική του συναίνεση δεν αποτελούσε προϋπόθεση για τερματισμό. Στις προτάσεις που είχε αποστείλει με εισηγήσεις για διευθέτηση της οφειλής του (Τεκμήριο 14), ο Ενάγοντας υποστήριζε ότι ο λόγος που δεν είχε αποπληρωθεί το δάνειο του ήταν γιατί η Ελληνική Τράπεζα είχε αθετήσει τις δεσμεύσεις της για χρηματοδότηση της ανέγερσης των κατοικιών που είχε σκοπό να πωλήσει. Η οποιαδήποτε διευθέτηση και διαφωνίες του Ενάγοντα με την Ελληνική Τράπεζα (που συνάγεται από τη μαρτυρία του ότι ήταν το αντικείμενο αγωγής με αριθμό 1756/2011 του Επ. Δικ. Λεμεσού) δεν αφορούν την παρούσα διαδικασία. Ακόμα και αν η θέση του Ενάγοντα ότι η ίδια η Ελληνική Τράπεζα ευθυνόταν για τις μεταξύ τους διαφορές, και πάλιν αυτό δεν συνιστά λόγο για τον οποίο ο Ενάγοντας να δικαιούται να εγείρει αξιώσεις εναντίον των εδώ Εναγόμενων. Ούτε μπορούν να εμποδίσουν τους εδώ Εναγόμενους να ασκήσουν συμβατικά τους δικαιώματα. Η επιστολή που είχε σταλεί από τους δικηγόρους του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 20.6.2014 (Τεκμήριο 23) με την οποία τερμάτιζαν την συμφωνία δανείου, κανένα έννομο αποτέλεσμα είχε αφού η συμφωνία δανείου είχε ήδη τερματιστεί από τους Εναγόμενους από τις 17.6.
- Οι δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα για δόλο, παραπλάνηση, απάτη των Εναγόμενων δεν έχουν στοιχειοθετηθεί από τη μαρτυρία του. Δεν στοιχειοθέτησε συμπεριφορά και ενέργειες από μέρους των Εναγόμενων που να εισηγούνται δόλο ή αλλότρια κίνητρα στην συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου, στα όσα προηγήθηκαν ή στα όσα επακολούθησαν. Ειδικότερα, ως προς τη δόλια πρόθεση που αποδίδει ο Ενάγοντας στους Εναγόμενους, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι «τερμάτισαν τη σύμβαση απαιτούμενοι ταυτόχρονα εξόφληση ολόκληρου του ποσού μετά από 2,5 χρόνια διότι πλέρωνα δήθεν λιγότερα λεφτά. Αυτό το έκαναν διότι ήθελαν εκποίηση της περιουσίας μου. Γι΄ αυτό το έκαναν. Το έκαναν γι' αυτό για να καλυφθούν τα έξοδα και πιθανή αποφυγή κατάρρευσης του Συνεργατισμού. Αυτό έκαναν.» Πρόσθεσε ότι «τερματίστηκε η σύμβαση. Τερματίστηκε η σύμβαση φοβούμενοι ανταπαίτηση για παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Τερμάτισαν τη σύμβαση επομένως τερμάτισαν και την υποθήκη.» Απάντησε όμως σε ερώτηση που ακολούθησε ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν προχωρήσει μέχρι σήμερα σε εκποίηση της υποθήκης, ουσιαστικά καταρρίπτοντας το επιχείρημα του. Το επιχείρημα του Ενάγοντα ότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου συνεπάγεται και τερματισμό της υποθήκης και επομένως τα δικαιώματα των Εναγόντων δυνάμει αυτής τερματίζονται, δεν ευσταθεί. Η υποθήκη είχε δοθεί προς εξασφάλιση του δανείου. Η έννοια μιας εξασφάλισης αυτής της φύσης αλλά και το κείμενο της σύμβασης υποθήκης προβλέπουν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Ενάγοντα με τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας δανείου, δηλαδή σε περίπτωση παράλειψης ή αδυναμίας του Ενάγοντα να αποπληρώσει το δάνειο, οι Εναγόμενοι ως ενυπόθηκοι δανειστές, μπορούν να εκποιήσουν την υποθήκη και να διαθέσουν το προϊόν της εκποίησης προς ικανοποίηση του χρέους. Τέλος, η θέση του Ενάγοντα ότι η υποθήκη συνιστά «γραμμάτιο συνήθους τύπου» επίσης δεν ευσταθεί. Τι συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου καθορίζεται στο Μέρος Χ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 148 και η υποθήκη δεν πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Ενόψει των πιο πάνω γεγονότων αλλά και των πιο πάνω διαπιστώσεων, προχωρώ να εξετάσω τις αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας και κατά πόσο μπορούν να επιτύχουν. Στην έκθεση απαίτησης του εγείρει μεγάλο αριθμό αξιώσεων, κάποιες από τις οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Τις ομαδοποιώ για ευκολία παρακολούθησης. Σαν γενικό σχόλιο, όπως θα φανεί από τα αποσπάσματα που παραθέτω πιο κάτω, κάποιες από τις δηλωτικές αποφάσεις και διατάγματα που ζητά ο Ενάγοντας είναι σύνθετες, δυσνόητες, αόριστες και ασαφείς σε βαθμό ανεπίτρεπτο. Δηλωτικές αποφάσεις εκδίδονται σε συγκεκριμένες, ξεκάθαρες περιπτώσεις όταν τα δεδομένα της υπόθεσης το απαιτούν. Επιβάλλεται περαιτέρω να χαρακτηρίζονται από σαφήνεια. Σε σχέση με τη συμφωνία δανείου, ο Ενάγοντας ζητά: (α) Αναγνωριστική απόφαση ότι έχει «έχει τροποποιηθεί και/ή έχει ακυρωθεί και/ή τερματιστεί δυνάμει μεταγενέστερης συμφωνίας ημερομηνίας 21.10.2009» (παράγραφος Α του παρακλητικού της αγωγής). Αυτή η αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Τροποποίηση της συμφωνίας δανείου δεν επήλθε με την επιστολή του Ενάγοντα ημερομηνίας 21.10.2009 (Τεκμήριο 11) γιατί τα όσα αναφέρονται στην επιστολή εκείνη δεν έγιναν αποδεκτά από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Περαιτέρω, η εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 11) δεν ακυρώνει ούτε τερματίζει τη συμφωνία δανείου. Τέτοια πρόθεση δεν εκφράζεται στο κείμενο της επιστολής. (β) Αναγνωριστική απόφαση ότι ο τερματισμός στης συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους στις 17.6.2010 ήταν «αδικαιολόγητος και/ή αντισυμβατικός και/ή έρχεται σε αντίθεση με τις διαβεβαιώσεις και/ή υποσχέσεις των Εναγόμενων προς τον Ενάγοντα, καθότι ο Ενάγοντας συνέχισε να εφαρμόζει κανονικά τους όρους της πιο πάνω τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 21.10.2009» (παράγραφος Β του παρακλητικού της αγωγής). Ούτε αυτή η αξίωση μπορεί να επιτύχει. Για τους λόγους που εξήγησα, ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους κρίθηκε νόμιμος ενώ δεν έγινε αποδεκτή η θέση του Ενάγοντα ότι υπήρξε τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 21.10.2009, ως ισχυρίζεται. (γ) Αναγνωριστική απόφαση ότι «οι Εναγόμενοι δια της επιστολής τους ημερομηνίας 17.6.2010 διέπραξαν μονομερώς αμετάκλητη προβλεπτή παράβαση και/ή διάρρηξη (anticipatory repudiation) της συμφωνίας ημερομηνίας 21.10.2009 ως είχε τροποποιήσει την αρχική συμφωνία ημερομηνίας 31.10.2007 μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης» (παράγραφος Γ του παρακλητικού της αγωγής). Δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ούτε αυτή η αξίωση. Αυτό διότι ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους με την επιστολή ημερομηνίας 17.6.2010, κρίθηκε νόμιμος ενώ δεν υφίσταται συμφωνία ημερομηνίας 21.10.2009 ως η θέση του Ενάγοντα. (δ) Αναγνωριστική απόφαση ότι «δια της μονομερούς διάρρηξης της συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους οι τελευταίοι λόγω της άρνησης και απόρριψης εφαρμογής της συμφωνίας (renunciation/repudiation) την οποία απεδέχθει ο Ενάγοντας απώλεσαν το δικαίωμα τους να ζητήσουν εφαρμογή οιονδήποτε όρων είτε της αρχικής συμφωνίας ημερομηνίας 31.10.2007 είτε της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 21.10.2009 συμπεριλαμβανομένης και διατήρησης της υποθήκης Υ12653/07 η οποία κατέστη άκυρη και/ή μη δεσμευτική και ή μη εκτελεστέα (unenforceable)» (παράγραφος Δ του παρακλητικού της αγωγής). Δεν είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό σε τι συνίσταται η «άρνηση και απόρριψη της εφαρμογής της συμφωνίας (renunciation/repudiation) την οποία απεδέχθει ο Ενάγοντας». Σε κάθε όμως περίπτωση δεν έχει διαπιστωθεί διαγωγή από μέρους των Εναγόμενων που να τους εμποδίζει να διεκδικούν τα δικαιώματα που τους παρείχε η συμφωνία δανείου ή η υποθήκη. (ε) «Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω [αναγνωριστική απόφαση για] ακύρωση της συμφωνίας δανείου και/ή του λογαριασμού υπ' [.] που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι στον Ενάγοντα λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπειστικών και/ή παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και/ή σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων και/ή πιέσεων και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή παράνομων ενεργειών και/ή συμπεριφοράς των Εναγόμενων και/ή αντίθετης της με τους κανόνες δημόσιας πολιτικής και/ή λόγω αντίθεσης της και/ή κατά παράβαση και/ή παράκαμψη των Νόμων και/ή κανονισμών και/ή λόγω δόλιας και/ή σκόπιμης και/ή κατά παράβαση και/ή παράλειψη καθήκοντος επιμέλειας και φροντίδας και/ή αλόγιστης και/ή αμελούς συμπεριφοράς των εναγόμενων προς τον Ενάγοντα και/ή παράλειψης να δώσουν την κατάλληλη συμβουλή και/ή γενικά από συμπεριφορά που εμπόδιζε την ελεύθερη συναίνεση του Ενάγοντα από τους εναγόμενους» (παράγραφος Θ του παρακλητικού της αγωγής). Λόγοι ακύρωσης της συμφωνίας δανείου, η οποία έχει τερματιστεί νόμιμα από τους Εναγόμενους, δεν έχουν διαπιστωθεί. Περαιτέρω, ο τρόπος που είναι διατυπωμένο το πιο πάνω αιτούμενο διάταγμα είναι τόσο ασαφής, σύνθετος και δυσνόητος που δεν θα επέτρεπε την έκδοση του. (στ) «Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται (estoppel) από το να ενεργούν κατά παράβαση των υποσχέσεων και/ή διαβεβαιώσεων τους προς τον Ενάγοντα και/ή της μεταγενέστερης συμφωνίας ημερομηνίας 21.10.2009» (παράγραφος Κ του παρακλητικού της αγωγής. Αυτή η αξίωση είναι αντιφατική με τις προηγούμενες. Δεν δύναται ο Ενάγοντας να ζητά από τη μια να κηρυχθεί άκυρη η συμφωνία δανείου και ακολούθως να ζητά να διαταχθούν οι Εναγόμενοι να συμμορφωθούν με διαβεβαιώσεις που ισχυρίζεται ότι του δόθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας ή στη βάση της επιστολής του ημερομηνίας 21.10.
- (ζ) «Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται (estoppel) από το να διεκδικήσουν οποιοδήποτε ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου υπ αριθμό λογαριασμού [.] λόγω του ότι έχει παρέλθει υπέρμετρη και/ή υπερβολική και/ή παράλογη καθυστέρηση (unconscionable delay - laches) εξ υπαιτιότητας και/ή αδικαιολόγητης αδράνειας των Εναγόμενων» (παράγραφος Λ του παρακλητικού της αγωγής. Η δυνατότητα επίκλησης καθυστέρησης (laches) παρέχεται προς υπεράσπιση σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να επικαλείται τη συγκεκριμένη υπεράσπιση ο Ενάγοντας ενόψει του ότι καμία αξίωση εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής από τους Εναγόμενους εναντίον του. Επιπρόσθετα, συνιστά γεγονός ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας ζητούσε επανειλημμένα πίστωση χρόνου από τους Εναγόμενους. Σε κάθε περίπτωση δεν διαπιστώνεται υπέρμετρη καθυστέρηση ή αδράνεια από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο στον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. (η) «Αποζημιώσεις για παράβαση από μέρους των Εναγόμενων της συμφωνίας δανείου και/ή διαβεβαιώσεων των Εναγόμενων» (παράγραφος Μ του παρακλητικού της αγωγής). Ούτε αυτή η αξίωση μπορεί να επιτύχει ενόψει του ότι δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις της συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους. Ούτε διαπιστώθηκαν διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί από αυτούς ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται. (θ) «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει το πραγματικό οφειλόμενο ποσό και τρόπους αποπληρωμής αφαιρούμενων οποιονδήποτε επιπρόσθετων αυθαίρετων χρεώσεων και/ή τιμωρητικών χρεώσεων και/ή τόκων» (παράγραφος Ν του παρακλητικού της αγωγής). Αυτή η αξίωση επίσης είναι αντιφατική με προηγούμενη αξίωση για διάταγμα που να κηρύττει άκυρη τη συμφωνία δανείου και που να εμποδίζει τους Εναγόμενους να εγείρουν αξιώσεις δυνάμει αυτής. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεθεί υπόβαθρο μαρτυρίας που θα επέτρεπε με ασφάλεια την εξέταση αυτής της αξίωσης. Ούτε και παρέχεται εκ του νόμου η δυνατότητα στο Δικαστήριο να καθορίσει «τρόπους αποπληρωμής» κατά τον τρόπο που επιδιώκει ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας εγείρει και αξιώσεις σε σχέση με την υποθήκη. Συγκεκριμένα, ζητά: (ι) Αναγνωριστικό διάταγμα η υποθήκη Υ12653/07 που εξασφάλιζε το δάνειο είναι άκυρη και/ή μη δεσμευτική και ή μη εκτελεστή (Αυτή η αξίωση προκύπτει από την παράγραφο Δ του παρακλητικού της αγωγής που έχω παραθέσει αυτούσια υπό (δ) πιο πάνω). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, δεν συμφωνώ με τη θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται από το να διεκδικούν τα δικαιώματα που τους παρέχει η υποθήκη, ούτε διαπιστώνω ότι η υποθήκη είναι άκυρη, μη δεσμευτική ή μη εκτελεστέα. (ια) Διάταγμα «αποδέσμευσης και/ή εξάλειψης της Υποθήκης Υ12653/07, ως αναπόσπαστο μέρος και/ή ως παρεπόμενη σύμβαση (collateral) της μονομερώς καταγγελθείσας συμφωνίας δανείου» (παράγραφος Ε του παρακλητικού της αγωγής). Αυτή η αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει γιατί, όπως εξήγησα πιο πάνω ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου, δεν τερματίζει την υποθήκη και συνεπώς δεν παρέχει δικαίωμα στον Ενάγοντα να ζητά τη διαγραφή της. (ιβ) «Διάταγμα διατάττον τον αρμόδιο λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού όπως διαγράψει την υποθήκη μ' αρ. Υ12653/07» (παράγραφος Στ του παρακλητικού της αγωγής). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, ούτε αυτή η αξίωση μπορεί να επιτύχει. (ιγ) «Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου αντικατάστασης της υπάρχουσας υποθήκης της κύριας κατοικίας του Ενάγοντα με υποθήκη επί του ακινήτου υπ αριθμό [.] στην Τριμίκληνη Λεμεσού το οποίο αγοράστηκε με το εν λόγω δάνειο κατόπιν αιτήσεως του Ενάγοντα ημερομηνίας 8.10.2007 και αποδοχής της από τους Εναγόμενους παραχωρώντας το δάνειο, μετά από αξιολόγηση και/ή εκτίμηση και/ή προτροπές και/ή συμβουλές των Εναγόμενων» (παράγραφος Ζ του παρακλητικού της αγωγής). Δεν μπορεί να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα. Δεν παρέχεται από το νόμο η δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει αντικατάσταση της υποθήκης όπως ο Ενάγοντας εισηγείται. (ιδ) «Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι όποιο ποσό αποδειχθεί ότι οφείλεται θα αποπληρωθεί από το τίμημα πώλησης του ακινήτου υπ' αριθμό [.] στην Τριμίκληνη Λεμεσού το οποίο αγοράστηκε με το εν λόγω δάνειο κατόπιν αιτήσεως του Ενάγοντα ημερομηνίας 8.10.2007 και αποδοχής της από τους Εναγόμενους παραχωρώντας το δάνειο μετά από αξιολόγηση και/ή εκτίμηση και/ή προτροπές και/ή συμβουλές των Εναγόμενων» (παράγραφος Η του παρακλητικού της αγωγής). Όπως και για το αμέσως προηγούμενο αιτούμενο διάταγμα, δεν παρέχεται από το νόμο η δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει αυτό που ο Ενάγοντας ζητά. (ιε) Διάταγμα για «ακύρωση της υποθήκης Υ12653/07 λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παραπειστικών και/ή παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και/ή σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων και/ή πιέσεων και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή παράνομων ενεργειών και/ή συμπεριφοράς των Εναγόμενων και/ή αντίθεσης της με τους κανόνες δημόσιας πολιτικής και/ή λόγω δόλιας και/ή σκόπιμης και/ή κατά παράβαση και/ή παράλειψη καθήκοντος επιμέλειας και/ή φροντίδας και/ή αλόγιστης και/ή αμελούς συμπεριφοράς των εναγόμενων προς τον Ενάγοντα και/ή παράλειψης να δώσουν την κατάλληλη συμβουλή και/ή γενικά από συμπεριφορά που εμπόδιζε την ελεύθερη συναίνεση του Ενάγοντα από τους Εναγόμενους» (παράγραφος Κ του παρακλητικού της αγωγής). Όσα εξήγησα στην παράγραφο (ε) πιο πάνω αναφορικά με τη συμφωνία δανείου, ισχύουν κατ' αναλογία και για το παρόν αιτούμενο διάταγμα το οποίο δεν μπορεί να εκδοθεί. Τέλος, ο Ενάγοντας αξιώνει «παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις» (παράγραφος Ξ του παρακλητικού της αγωγής). Ούτε αυτή η αξίωση μπορεί να επιτύχει ενόψει της αποτυχίας των προηγούμενων του αξιώσεων. Πριν ολοκληρώσω να σημειώσω ότι στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης, ο Ενάγοντας ζήτησε, επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, όπως εκδοθεί διάταγμα για διαγραφή από το «σύστημα Άρτεμις». Τέτοια αξίωση δεν δικογραφείται και επομένως δεν μπορεί να εξεταστεί. Ο διάδικο που προβάλλει κάποιο ισχυρισμό έχει το βάρος να τον αποδείξει. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που να του επέτρεπαν να προωθήσει τις αξιώσεις που εγείρει. Τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα που διαφάνηκαν στην πορεία της ακρόαση και που έχω συνοψίσει πιο πάνω, δεν παρέχουν τη δυνατότητα στον Ενάγοντα και επιτύχει στις αξιώσεις του. Ενόψει των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο